Album Of The Week #94

 

Perfume Genius

No Shape

«Είμαι εδώ. Πόσο παράξενο…»

Με αυτά τα τρυφερά λόγια προς τον “Alan” κλείνει τον νέο του δίσκο ο Perfume Genius. Λίγο νωρίτερα του έχει πει: «Έχεις προσέξει ότι κοιμόμαστε τις νύχτες; Όλα είναι καλά».

Τα στοιχεία και τα υλικά με τα οποία μπορεί να ζήσει κανείς χαρούμενος, τελικά είναι πολύ απλά. Ακούγοντας στη σειρά τους δίσκους του Mike Hadreas, είναι σαν να παρακολουθείς την επούλωση των πληγών του, σε αληθινό χρόνο: από τη lo-fi εσωστρέφεια του Learning (2010) και την ωμή εξομολόγηση του Put Your Back N 2 (2012), μέχρι το λυτρωτικό, δημιουργικό ξέσπασμα του Too Bright (2014). Κάθε δίσκος του είναι μια μελαγχολική γιορτή για τσακισμένα αισθήματα και πνιγμένους πόθους.

Στην 4η δημιουργία του, ο Perfume Genius δικαιώνει το όνομα του αρώματός του και μας χαρίζει (περί δώρου πρόκειται άλλωστε) ένα πολυπρισματικόάλμπουμ, το οποίο αποτελείται από τραγούδια δύσπεπτης art pop. Τραγούδια δηλαδή λουσμένα στην αστερόσκονη, μα και στο χώμα. Με τους μώλωπες του κορμιού σε ανοιχτή θέα και με μια ορατή μελαγχολία στην καρδιά, το No Shape καταφέρνει πολλά περισσότερα από μια προσωπική αυτοθεραπεία: μπορεί να ρουφάει τους δικούς μας πόνους και τα κρίματα, και ύστερα τα εξαϋλώνει σε έναν δικό του κόσμο.

Στο πονεμένο θυμικό των δημιουργιών του ο Perfume Genius μας δίνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Ο δίσκος διαθέτει στρογγυλές γραμμές και τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ανατρεπτική υπεροχή, με μια παραγωγή που αξιοποιεί θαυμάσια τόσο τα synths, όσο και τα έγχορδα. Όμως σε κάθε βήμα του δίσκου, διακυβεύονται σοβαρές ψυχικές μεταπτώσεις. Το μουσικό δάπεδο αποτελείται τη μία από κρύο τσιμέντο και την άλλη από ροζ βελούδο. Το αίμα διαδέχεται τα υγρά σώματος. Τη συναισθηματική τρυφερότητα διαδέχεται η σωματική βία. Οι queer ονειρώξεις και τα πνιγηρά αδιέξοδα καιροφυλακτούν στους στίχους, με τον Hadreas να πασχίζει να αναδυθεί από τους glam λαβύρινθους που έφτιαξε ο ίδιος για να χαθεί μέσα τους.

Το No Shape ακούγεται λοιπόν με την ίδια άνεση με την οποία θα απολάμβανες τη γλυκιά ερμηνεία μιας μούσας μαζί με τον πολυπρόσωπο θίασό της. Ειδικά στο “Run Me Through”, όπου η μεγαλοπρέπεια και ο αφηγηματικός πλούτος αποκτούν αξία ανεκτίμητη, σε μια εποχή που η pop προσπαθεί να υποβιβάσει τα πάντα στην οθόνη του smartphone.

Ο 35χρονος μουσικός παραμένει έτσι ένας darling της καλαισθησίας, ο οποίος μάχεται τους δαίμονες που ταλανίζουν το μυαλό του ενώ αυνανίζεται μπροστά στο πόστερ του Ziggy. Οι επιρροές του είναι άλλωστε πολλές και διάσπαρτες και ανεβάζουν τον πήχη της ψυχαγωγικής αξίας: στο “Just Like Love” αναπολεί την Kate Bush, στο “Go Ahead” θυμάται τον Prince, ενώ στο “Wreath” τιμάει τους Talk Talk. Και, παρότι δεν είναι ερμηνευτής ολκής, παράγει σεισμικό μέταλλο σε κάθε φθόγγο, καταφέρνοντας να βρεθεί σε κοντινή, γήινη επαφή με τον ακροατή. Ακούστε το κρεσέντο στο “Slip Away”, την ανάπτυξη του “Sides”, τα έγχορδα του ονειρικού “Every Night”, το R’n’B στυλιζάρισμα του “Die 4 You” ή τη σινεμασκόπ πανδαισία του “Choir”, η οποία σε στέλνει κατευθείαν σε ξεχασμένα όνειρα καστροφαντασίας.

Η κλασική αρμονία, οι ασχήμιες του παρελθόντος, οι βεβαιότητες που μας πρόδωσαν, η παραβιασμένη ηθική, μαζί με όλα όσα ανακλαδίζουν την ψυχή μας, «είναι εδώ». Στο ακέραιο και χωρίς σχήμα. Χάρη σε ένα μουσικό ταλέντο που βρίσκεται στην πλήρη ωριμότητά του και, αντί να περιφέρει το δράμα του, προτιμά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να τον αγαπήσει ξανά. Πόσο παράξενο…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Πέντε ταινίες για το τέλος του κόσμου

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία με τη συνοδεία pop corn να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα του «τέλους του κόσμου». Όμως, όλα όσα δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό «σκηνοθετών» όπως οι Ρόναλντ Έμεριχ, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Μάικλ Μπέι, βρίσκονται στον πυρήνα των 5 παρακάτω ταινιών εσχατολογικού προβληματισμού, που χειρίζονται το ζήτημα του «τέλους του κόσμου» με παράδοξο τρόπο. Σε αυτές τις ταινίες, το τέλος των ημερών δεν συνδέεται με καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Είναι ταινίες που δεν μιλούν για τον τρόμο απέναντι στις καταστροφές, αλλά θέτουν ως μεγαλύτερο ανθρώπινο φόβο την απώλεια του ελέγχου της μοίρας…

Melancholia (2011)

82smvw_2.jpg

Η κατάθλιψη και η οργή σε σχέση με την τιμωρία και την κάθαρση αντανακλούνται ποικιλότροπα στο πλούσιο έργο του πιο διάσημου προβοκάτορα του ευρωπαϊκού σινεμά. Όμως στο Melancholia, ο von Trier καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ένα επίπονο διανοητικό παζλ-μονόδρομο για το συμφιλιωτικό φινάλε μιας αυτοεξορισμένης από την πληροφορία και την τεχνολογία μπουρζουαζίας με τη λύτρωση από τον αδιόρατο ψυχικό πόνο της. Ο φακός του Δανού διχάζεται ανάμεσα στην ηδονή του να τιμωρεί βάναυσα τις γυναικείες φιγούρες στο έργο του (ψυχαναλυτική επέκταση της προσωπικότητάς του) και στην ταύτισή του με την απόγνωση που νιώθουν. Μετά το στοχασμό στα Dogville και Mandelray, τις ψυχαναλυτικές φανφάρες του Antichrist, τον ιδεολογικό εξπρεσιονισμό του Europa και τον συναισθηματικό εκβιασμό του Dancer In The Dark, είναι ανέλπιστη η διακριτικότητα του Melancholia. Ο von Trier παρατηρεί το μικρό γενεαλογικό ψηφιδωτό χαρακτήρων που σκαρφίστηκε, σε μια ζεστή τελετή γάμου όπου η ετοιμόρροπη ισορροπία της νύφης καταρρέει αργά και επίπονα. Η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση των ηρώων. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί ο άγνωστος αστέρας, μετράει αντιστρόφως ανάλογα με την εξυγίανση (ή τη συμφιλίωση) της νύφης με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μελαγχολικοί, κυνικοί και αποξενωμένοι αλλά στην καρδιά της «ρήξης» υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: η μελαγχολία είναι η αντανάκλαση μιας παθολογικά άρρωστης κοινωνίας. Η νόσος του μυαλού θα μετουσιωθεί σε ένα κακοποιό πεπρωμένο.

The Last Wave (1977)

82smvw_3.jpg

Αυτό που έκανε ξεχωριστό σκηνοθέτη τον Πίτερ Γουίαρ, ήταν η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ασυνήθιστες συνθήκες και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Σε αυτή την παράξενη ταινία των τελών της δεκαετίας του 1970, ο Γουίαρ υπέγραψε την πιο αθόρυβη ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου χωρίς ίχνος των συμβάσεων της επιστημονικής φαντασίας που ήταν στο απόγειό της τότε. Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλειν υποδύεται έναν οικογενειάρχη που θα κληθεί να βρει την άκρη του νήματος ενός αρχέγονου μυστικού μέσα από μια άνιση εμπλοκή με το άγνωστο. Η μοντέρνα καθημερινότητα θα συγκρουστεί με αρχαία πνεύματα που κατέχουν τα μελλούμενα, με κοσμικές προφητείες και με αρχαίους αντίλαλους από τις φυλές των ιθαγενών και των μυστήριων δοξασιών των μάγων τους. Όπως πάντα στις ταινίες του Γουίαρ, τα στοιχεία της φύσης θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ειδικότερα το νερό με τη μορφή καταιγίδας, πλημμύρας και καταστροφικού τσουνάμι. Τα κοσμογονικά οράματα προειδοποιούσαν για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός κύκλου ζωής. Πάντοτε οι αλλόκοτες παραβολές του Γουίαρ, εξελίσσονται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει και τον τρόπο του να αποκαλύπτει όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων. Η φιλοσοφία του αόρατου φόβου δεν διεκδικεί την άμεση προσοχή του θεατή αλλά τελικά καταφέρνει και τον περικυκλώνει, η αντίδραση μοιάζει με το δέος στα μάτια του πρωταγωνιστή στην τελευταία σκηνή που εξατμίζονται όλες οι προκαταλήψεις και οι αμφιβολίες όταν αντικρίζει το καταστροφικό παλιρροιακό κύμα να έρχεται.

Last Night (1998)

82smvw_4.jpg

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι από τον Καναδά το έχουν δει ελάχιστοι, αλλά πρόκειται για ένα άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών. Στην ταινία του Ντον Μακ Κέλαρ, ο κόσμος γνωρίζει από καιρό ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί τα μεσάνυχτα και ο καθένας έχει λίγες ώρες για να ξοδέψει με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Δεν υπάρχει κατάσταση συναγερμού γιατί το αναπόφεκτο έχει γίνει γνωστό από καιρό. Ο Καναδός σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Παρατηρεί λίγους χαρακτήρες και μελετά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τελευταία τους μέρα πάνω στη Γη. Μια πικρή ελεγειακή ταινία με ολοκληρωμένη δομή τραγωδίας, αλλά με σπάνια τρυφερότητα που φέρνει δάκρυα. Με την σπονδυλωτή αφηγηματική όψη ιστοριών που διασταυρώνονται με ήρωες που σύρονται υποχρεωτικά στο κατώφλι ενός είδους Αποκάλυψης, είτε παθαίνοντας ανοσία στην καταστροφολογία, είτε γιορτάζοντας, είτε διαπράττοντας βανδαλισμούς είτε πραγματοποιώντας σεξουαλικές φαντασιώσεις, είτε απλά ψάχνοντας να αγαπηθούν την ύστατη ώρα. Το κερδισμένο στοίχημα είναι οτι το κρεσέντο εκπλήρωσης αναγκών κλέβει τη παράσταση από το βαρυσήμαντο φινάλε κάθε ζωντανής ύπαρξης. Ο Μακ Κέλαρ χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, η προοπτική του ανοίγει διακριτικά, προσπερνάει τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και αποξένωσης και αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων που έμειναν αθέατες και ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής.

Take Shelter (2012)

82smvw_5.jpg

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Until The End Of The World (1989)

82smvw_6.jpg

Τοποθετημένο χρονικά στο μακρινό έτος του 1999, το φιλμ του Βιμ Βέντερς έχει το επίκεντρο της ιστορίας μια γυναίκα που μετά από ένα ατύχημα, θέλει να μεταβεί στο Παρίσι για να μεταφέρει εκεί τα χρήματα μιας ληστείας. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει τη βοήθεια ενός κυνηγημένου από την CIA, ο οποίος διαθέτει μια συσκευή που ανιχνεύει τα όνειρα και τις σκέψεις του μυαλού. το οποίο θα ανακαλυφθεί από τον ήρωα μέσα από μη γραμμικά μονοπάτια. Το τέλος του κόσμου θα συνδεθεί άμεσα με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου αλλά και με ζητήματα ηθικής και τεχνολογίας. Η αδυναμία του ανθρώπου να νοιώσει και να επικοινωνήσει, θα τιμωρηθεί κάτω από το βάρος μιας αόρατης αναγκαιότητας με τη μορφή πυρηνικής απειλής. Η βασική νοηματική παράμετρος της ταινίας είναι πως οι αναλύσεις και οι υπολογισμοί της συντέλειας δεν ανήκουν στους αστρονόμους αλλά στους ψυχαναλυτές. Ο Βέντερς βλέπει με συγκρατημένη περιφρόνηση τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια σειρά αντιδράσεων και πρακτικών που ορίζουν το πλαίσιο της μοναξιάς τους. Μπορεί τον Γερμανό σκηνοθέτη κατά καιρούς να τον έχουμε αγαπήσει, να τον έχουμε αποκηρύξει, να τον έχουμε αποθεώσει και ενίοτε να τον έχουμε βαρεθεί, αλλά η ματιά του παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Την ταινία κοσμούσε ένα υπέροχα πληθωρικό soundtrack με τραγούδια του Nick Cave, των U2, των R.E.M. και των Talking Heads, του Lou Reed και του Elvis Costello μεταξύ πολλών άλλων.

Aπό το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #93

Gorillaz

Humanz

Μετά το hangover της ποδοσφαιροποιημένης britpop αντιπαλότητας μεταξύ Oasis και Blur, ο Damon Albarn είχε ανάγκη να αποδράσει με όχημα μια αόρατη μπάντα, στην οποία έδωσε ψηφιακή εικόνα και πνοή ο Jamie Hewlett. Οι Gorillaz έγιναν έτσι ένα ακόμη μουσικό προσωπείο για τον Albarn, ο οποίος το αξιοποίησε στο έπακρο με σκοπό να τεντώσει τις ηλεκτρονικές του εμμονές και να γυμνάσει το soul ένστικτό του, επεκτείνοντας παράλληλα την pop εκλεκτικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Από το 2ο κιόλας άλμπουμ (Demon Days, 2005), μάλιστα, το virtual σχήμα αγκάλιασε περήφανα το mainstream. Στη συνέχεια, το Plastic Beach (2010) ήταν μια διαδραστική εμπειρία ιδιωτικών ακροάσεων, η οποία συνδύαζε φιλόδοξες αναζητήσεις σε widescreen καμβά, ενώ το The Fall (2011) συνέχισε τη multimedia εμπειρία με video που λύσσαγαν να γίνουν meme και με τραγούδια που προτιμούσαν να ντύνουν installations.

Μια επταετία αργότερα, με τις σχέσεις μεταξύ των «εγκεφάλων» Albarn & Hewlett να έχουν και πάλι εξομαλυνθεί, οι Gorillaz επιστρέφουν με το Humanz. Μετά από ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ και ένα θριαμβευτικό reunion με τους Blur, ο Albarn βάλθηκε να ηχογραφήσει έναν περιπετειώδη δίσκο, ετοιμάζοντας στο μεταξύ –στο μυαλό του– και την επιστροφή των The Good The Bad And The Queen (του χρόνου). Ως εκ τούτου, είναι λογικό το Humanz να τον βρίσκει με άδειο ντεπόζιτο και είναι επόμενο ότι δεν διαθέτει τη φρεσκάδα να εξερευνήσει τη μεταμοντέρνα nu-soul της φουτουριστικής εποχής που φαντασιώνεται. Ο Albarn βρίσκεται εδώ σε δημιουργικό ντελίριο, ακολουθώντας τον καλπάζοντα οίστρο του από το ένα side project στο άλλο, αντί να πέφτει βουλιμικά στο «soul searching» που τόσο ένδοξα τον έχει τοποθετήσει στο βάθρο του ευφυέστερου εκπροσώπου της σνομπ, κωλοπαιδίστικης νεολαίας που γέννησε την έκρηξη της βρετανικής pop.

Στο σύνολό του, το άλμπουμ διακατέχεται από ένα άγχος να ακουστεί μοντέρνο: πασχίζει να πείσει για την πρωτοπορία του στην έκφραση και για το πόσο εύγευστα είναι τα πολύχρωμα κοκτέιλ ήχων τα οποία σερβίρει. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν ακριβό mixtape, πηγμένο στις «φιλικές συμμετοχές», με την κανονική εκδοχή να περιέχει 20 τραγούδια (η special edition έχει άλλα 6, που καλά έκαναν και δεν χώρεσαν στην κανονική διάρκεια).

Οι Gorillaz του Humanz δεν είναι πια οι προβοκάτορες της pop κουλτούρας· δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ένα βολεμένο groove. Δεν μας δείχνουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, αλλά μοιάζουν με nerds που έφαγαν κόλλημα με τα smartphone apps και τα 360ο video. Η άβολη αίσθηση των επίπεδων τραγουδιών, τα χαοτικά ιντερλούδια και η θάλασσα από συνεργασίες, υπονομεύει κάθε σκόρπια έμπνευση εδώ κι εκεί. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες που περνάνε από τον δίσκο δεν θα έβρισκαν ποτέ τον δρόμο τους στο σαλόνι του λευκού, μεσοαστικού ακροατηρίου –εκείνου που θέλει να παραμείνει hip και μετά τα 40 και στα πάρτυ γάμου (ή στα reunions) ξεδίνει με το “Song 2” των Blur. Όμως η ευεργετική του σημασία σταματάει κάπου εκεί, καθώς το αποτέλεσμα θυμίζει τις μινιμαλιστικές απόπειρες του Prince στη δεκαετία του 1980, με πολλά καρυκεύματα από τη χορευτική σκηνή του Detroit να καλύπτουν την άνοστη γεύση και τη μελαγχολική pop του Albarn να χρησιμοποιείται σαν ασπίδα γνησιότητας απέναντι στη συνολική μπαναλαρία των synths.

Πραγματικά, το “Let Me Out” με το ραπάρισμα του Pusha T και τις παρεμβολές της Mavis Staples είναι φτιαγμένο για να ακούγεται σε καγκουρομάγαζα με ολόλευκο εσωτερικό και black light με λέιζερ να δημιουργεί εφέ για χορό –η δε εστέτ παρουσία της Grace Jones πνίγεται στην αποπροσανατολισμένη παραγωγή του “Charger”. Ο δίσκος σώζεται εν τέλει με τραγούδια όπως το “Andromeda” και το “Momentz”, με τους De La Soul να δείχνουν την υψηλή τους κλάση. Προσωπικά, πάντως, πάτησα το repeat μόνο στο “Sex Murder Party”, όπου ο Jamie Principle και ο Zebra Katz ρυθμίζονται άριστα. Άκρως απολαυτικό είναι όμως και το “Hallelujah Money”, με την παραμορφωμένη crooner πόζα του Benjamin Clementine.

Θα επιστρέψουν κάποια στιγμή οι Gorillaz, να είστε σίγουροι. Αλλά ελπίζω να το κάνουν με μεγαλύτερη χάρη και με λιγότερο αποστασιοποιημένη πόζα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η θαυμαστή καριέρα του κυρίου Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Με μια λιτή ανακοίνωση, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έκανε σαφές ότι θα αποχωρήσει από την ενεργό δράση, μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηθοποιός έχει κάνει ανάλογη δήλωση, καθώς πάντα μας έδινε να καταλάβουμε ότι δεν τον αφορά καθόλου η κινηματογραφική ζωή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οσκαρούχος σταρ εγκατέλειψε την κινηματογραφία και ασχολήθηκε για χρόνια με την …ξυλουργική και την υποδηματοποιία, όμως αυτή τη φορά η απόφαση φαίνεται τελεσίδικη. Σε ηλικία 60 ετών, πλέον, ο Ντέι Λιούις έχει δικαιώσει τον ρόλο του ερημίτη. Έχοντας διανύσει μια αξιοζήλευτη καριέρα 35 ετών, είναι εντυπωσιακό να αναλογιστούμε ότι ο Βρετανός ηθοποιός έχει κάνει μόλις 20 κινηματογραφικούς ρόλους. Η εκλεκτικότητά του τον αντάμειψε με 3 βραβεία Όσκαρ ανδρικού ρόλου, σε 5 συνολικά υποψηφιότητες -ένα πραγματικά σπουδαίο ρεκόρ.

82wwMv_1.jpg

Μετά από σκόρπιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και μερικά κινηματογραφικά περάσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι θεατές είδαν για πρώτη φορά το άστρο του να λάμπει το 1985, όταν ερμήνευσε έναν αφελή υπερόπτη στο “Δωμάτιο Με Θέα” του Τζέιμς Άιβορι και έναν σκληροτράχηλο gay στη θατσερική Αγγλία, στο επαναστατικό “Ωραίο Μου Πλυντήριο” του Στίβεν Φρίαρς. Ο διάσημος κριτικός Roger Ebert είχε γράψει εκείνη τη χρονιά: «βλέποντας αυτές τις δυο ερμηνείες δίπλα-δίπλα, είναι σαν να επιβεβαιώνεται το θαύμα της υποκριτικής. Το γεγονός πως ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να παίξει αυτούς τους δυο ανθρώπους, είναι μαγικό».

82wwMv_2.jpg

Έχοντας ξεχωρίσει από μια φουρνιά σπουδαίων Άγγλων ηθοποιών, όπως ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τιμ Ροθ, ο Ντέι Λιούις έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εξοντωτικές προετοιμασίες για κάθε ρόλο, στο πνεύμα των μεγάλων ηθοποιών της «Μεθόδου», από την πρώτη εποχή που ηγείτο ο Μάρλον Μπράντο μέχρι τη δεύτερη γενιά της δεκαετίας του 1970, με κορυφαίο εκφραστή τον Ντε Νίρο. Ο Ντέι Λιούις επέμενε π.χ. να μάθει τσεχοσλοβάκικα για την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” (1989) και να ζήσει στο δάσος μόνος του, για τον χαρακτήρα του στον “Τελευταίο Των Μοϊκανών” (1992) του Μάικλ Μαν. Η πρώτη καταξίωση ήρθε το 1989 με το δίκαιο Όσκαρ για την ταινία “To Αριστερό Μου Πόδι”, στην οποία υποδυόταν τον Κρίστι Μπράουν, έναν καλλιτέχνη που υπέφερε από εγκεφαλική παράλυση. Να σημειωθεί εδώ πως την εποχή που ο Ντέι Λιούις ερμήνευε τον ήρωα με αναπηρία, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει ακόμα μανιέρα ως συντομότερος δρόμος προς τα βραβεία από τους σύγχρονους ηθοποιούς του Χόλυγουντ. Όπως ακριβώς και η επιλογή του Ντε Νίρο να πάρει 30 κιλά για το “Οργισμένο Είδωλο” είχε έρθει πολύ πριν τα συχνά «φουσκώματα» των μεταγενέστερων, που λιμπίζονταν βραβεία και αναγνώριση.

Η μεγαλύτερη ικανότητα του Ντέι Λιούις ήταν να υποδύεται καταραμένους χαρακτήρες που ταλανίζονται από αβάσταχτα πάθη έχοντας την επίγνωση πως η καθαρτήρια λύση θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μετά από αυτούς. Το πάθος του ηθοποιού έλαμψε σε δύο καθοριστικές ταινίες για την καριέρα του. Αρχικά αξίζει να θυμηθούμε τη διάσταση της πνευματικότητας την οποία έδωσε στη ρωμαλέα ορμή του ήρωά του στον “Τελευταίο Των Μοικανών” (1992), καθώς στάθηκε καταλυτική για το (συνήθως) macho σύμπαν των αρσενικών ρόλων του Μάικλ Μαν. Όμως η πιο λεπτοδουλεμένη και σύνθετη ερμηνεία του ήρθε στα “Χρόνια της Αθωότητας” του Μάρτιν Σκορσέζε. Εκεί ήταν όπου ξεδίπλωσε την τεχνική του, στον ρόλο ενός ανθρώπου που διχάζεται ανάμεσα στους μύχιους πόθους του και στις ταξικές απαιτήσεις που καλείται να εκτελέσει.

82wwMv_3.jpg

Το μελαγχολικό ρομάντζο του Σκορσέζε παραμένει η καλύτερη ταινία «εποχής» της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα “Απομεινάρια Μιας Ημέρας” της ίδιας χρονιάς, σε ακηνοθεσία του Τζέιμς Άιβορι -ο οποίος και είχε λανσάρει την καριέρα του Ντέι Λιούις. To 1993 o ηθοποιός μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά για τον ρόλο του στο λαϊκό ιρλανδικό ψυχόδραμα “Εις το Όνομα του Πατρός”. Μια βίαιη και ενοχική σχέση πατέρα-γιου στην καρδιά των οδομαχιών στο Δουβλίνο και του πολιτικοποιημένου αιματοκυλίσματος του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν για τον Ντέι Λιούις, αποδείχθηκαν αποτυχίες και η σχέση του με το σινεμά κλονίστηκε έτσι σοβαρά. Από τη μία δεν έγινε δεκτό με θετικά σχόλια το δράμα εποχής “Crucible” με θέμα το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα και από την άλλη το “The Boxer” του Σέρινταν ήταν μία απο τις πιο αδιάφορες προσθήκες στο δοξασμένο σινεμά των βιοπαλαιστών μποξέρ. Το τελικό αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, δεν φάνηκε αντάξιο της εντατικής προετοιμασίας και της αφοσίωσης του ηθοποιού.

82wwMv_4.jpg

Αν η δεκαετία του 1980 ήταν το breakthrough και η δεκαετία του 1990 ήταν το φλερτ με το Χόλυγουντ, τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ήταν αυτά της μεγαλομανίας, αποτελούμενα από 4 εμβληματικούς και «μεγαλύτερους απ’τη ζωή» χαρακτήρες. Πρώτος στη σειρά ο Bill “The Butcher” του χειροποίητου passion project του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο Gangs of New York (2002). Ο Ντέι Λιούις πήρε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον Ντε Νίρο και ερμήνευσε τον αυταρχικό εθνικιστή που εξουσιάζει τη Νέα Υόρκη με πάθος που ξεπηδούσε από την οθόνη. Πέντε χρόνια μετά, ερμήνευσε τον Ντάνιελ Πλέινβιου, στο «κιουμπρικικής» σύλληψης έπος του Πωλ Τόμας Άντερσον “Θα Χυθεί Αίμα” (There Will Be Blood). Στο πρόσωπο του ήρωα εκφράστηκε η γέννηση του καπιταλιστικού πνεύματος και ο θρησκευτικός πόλεμος, στοιχεία που αμφότερα χάραξαν τον ψυχισμό της Αμερικής. Οι υπερτονισμένες εικόνες του Άντερσον και η μανιασμένη υπερβολή του Ντέι Λιούις, μας χάρισαν μια υπέροχη ταινία, η οποί χαιρετίζεται ως μία από τις 10 καλύτερες του αιώνα που ζούμε. Ακολούθησε ο ονειρικός στοχασμός του Nine (2009), που δοκίμασε έναν φόρο τιμής στο φελινικό “8 ½” μέσα από μια συρραφή διαφορετικών σεκάνς και μετά ήρθε η προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν το 2012, δια χειρός Στήβεν Σπίλμπεργκ. Μια προσεγμένη και άρτια προσέγγιση ενός οξύνοου και δίκαιου ανθρώπου, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας.

82wwMv_5.jpg

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η 8η ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον με τίτλο “Phantom Thread”, η οποία προορίζεται για τα Χριστούγεννα του 2017. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως σχετίζεται κάπως με τον κόσμο της μόδας στη δεκαετία του 1950. Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης, πάντως, δεν έχει κάνει ποτέ στραβοπάτημα. Περιμένουμε λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την τελευταία ερμηνεία ενός μεγάλου ηθοποιού, του οποίου οι επιλογές (όπως και οι μη-επιλογές), αλλά και το έργο του, θα μείνουν για πάντα στην κινηματογραφική ιστορία.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Sid & Nancy

83fSid_1.jpg

H καρμική και αυτοκαταστροφική σχέση του Σιντ Βίσιους με τη Νάνσι Σπάντζεν, ανήκει στις σπουδαιότερες ιστορίες που γέννησε η rock ‘nroll μυθολογία. Ο σκηνοθέτης Alex Cox κατέγραψε με τον φακό του την καταραμένη ιστορία του μπασίστα των Sex Pistols και της κοπέλας του, ακριβώς την εποχή που η «επικίνδυνη» ιδέα του punk έπαιρνε σάρκα και οστά. Το punk ήταν το σπουδαιότερο σύγχρονο μουσικό κίνημα, όχι για τη μουσική του αξία, αλλά γιατί απλά «συνέβη».  Η μουσική ιστορία χωρίζεται σε προ-Punk και σε μετά-Punk και ένας από τους σπουδαιότερους λόγους γι’ αυτό ήταν το δημιούργημα του Μάλκομ Μακ Λάρεν, oι Sex Pistols – που έγιναν ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων στην Αγγλία το 1977.

Το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Σιντ, της Νάνσι και της ηρωίνης, κατέστρεψε τους αντικοινωνικούς ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων στις πιο ζόρικες χρονικές συντεταγμένες για την ιστορία του rock. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν το punk σνίφαρε τις στάχτες του progressive, κατούρησε στον τάφο του δεινοσαυρικού ροκ και έφτυσε μια ροχάλα στη μούρη της disco. Ο Cox δεν θα μπορούσε να κάνει μια στρωτή αγιογραφία για την χαμένη νιότη – από αυτές που αγαπούν τα BAFTA- ούτε ένα ατίθασο rockumentary για το BBC4, με όλη την τυπολατρία που τα συνοδεύει. Λίγα χρόνια μετά το έξοχο “Repo Man”, ο σκηνοθέτης τόλμησε να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο τον punk νιχιλισμό στα πεζοδρόμια του Λονδίνου και τιμώρησε τους δυο ήρωές του, δείχνοντάς τους να σέρνονται σαν κουρέλια μετά από τις αυτοκαταστροφικές βουτιές στα ναρκωτικά.

83fSid_2.jpg

Συνήθως, στα μουσικά biopics, η φόρμουλα είναι ίδια: μεγάλοι βίοι και συμπυκνωμένο συναίσθημα, με πισωγυρίσματα στο χρόνο. Όμως το Sid & Nancy μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας που αναφέρεται. Ο νεαρός και οργισμένος Γκάρι Όλντμαν, στην πρώτη του σπουδαία ερμηνεία κάνει ένα αδιανόητο tour de force στο ρόλο του Σιντ. Με ένα πάθος που θυμίζει Ντε Νίρο στη δεκαετία του 70, ξεδιπλώνει τη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του, οι οποίες ταράζουν τη μονόχνωτη φύση του. Ενός μουσικού που ήταν χαμένος στην punk δυσοσμία και που σταδιακά βούλιαζε στην εγωπάθεια. Επίσης, η Κλόε Γουέμπ σωματοποιεί έξοχα την παρασιτική, ερωτική μανία της Νάνσι, ειδικά μέσα στους τέσσερις τοίχους του Chelsea Hotel.

Το φιλμ προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα, βλέπει πιο βαθειά και προσθέτει παραμέτρους στην προσωπική του αποτίμηση στον μύθο των Pistols. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τα ιστορικά μουσικά γεγονότα πάντα ένα βήμα μπροστά από τα φριχτά βιώματά του Vicious και υπογραμμίζει έξυπνα την «αλητήρεια» τυποποίηση. Η διακριτική (και όμως δεν είναι κουτσομπολίστικη) ματιά του Cox στην κατατονική και βαρετή καθημερινότητα του ζευγαριού με εξάρσεις αλητείας, βανδαλισμού και βίαια live που εν αγνοία τους έγραφαν τη σύγχρονη rock ιστορία, είναι απολαυστική ακόμα και 30 χρόνια μετά.

83fSid_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που εκτός απ’ την εποχή του punk, μας θυμίζει και την εποχή που τα ανεξάρτητα Βρετανικά δράματα δεν έμοιαζαν μόνο με το The Theory of Everything ή με το King’s Speech. Στο τέλος, ο Sid Vicious κακοποιεί το My Way του Sinatra και πυροβολεί εν ψυχρώ το εφησυχασμένο κοινό. Στο νεφελώδες βλέμμα του είναι φανερή η διαπίστωση πως αν και οι εποχές έχουν διαφοροποιηθεί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Τέλος, προσέξτε το cameo της Courtney Love, μερικά χρόνια πριν γράψει το δικό της Kurt & Courtney. Τα παράδοξα της rock μυθολογίας βλέπετε…

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #92

Blondie

Pollinator

Αν έχετε ζήσει αμήχανες στιμές σε σχολικά reunion, διαπιστώνοντας ότι ο έρωτας της νιότης σας –για την οποία χάνατε ύπνο και δάκρυα στα χρόνια της αθωότητας– εξελίχθηκε πολύ άσχημα, τότε ίσως φαντάζεστε πώς ακούγεται το Pollinator, όπως και όλα τα πρόσφατα άλμπουμ των Blondie.

Η αέναη επιστροφή της αρχετυπικής ξανθιάς performer, που ήξερε πάντα πώς να αναβλύζει χυμούς, γίνεται βέβαια κάθε φορά δεκτή με χαμόγελο και με ένα συναίσθημα ελπίδας για νέα, ωραία τραγούδια. Πάνε πια σχεδόν δύο δεκαετίες από την επανένωση των Blondie, ύστερα από μια απαραίτητη 15ετή αποχή, και το Pollinator είναι ο 3ος τους δίσκος στα τελευταία 6 χρόνια –μια υπερπαραγωγικότητα την οποία δεν ζήτησαν ούτε οι πιο αμετανόητοι οπαδοί.

Το Pollinator ακολουθεί το Ghosts Οf Download του 2014 και βρίσκει το θρυλικό γκρουπ σε εξωστρεφή διάθεση συνεργασιών. Οι Blondie δείχνουν δηλαδή εδώ να κεφαλαιοποιούν την ιερή φήμη τους, συνεργαζόμενοι με τα πνευματικά τους τέκνα για να δηλώσουν με το στανιό «παρών» στην επικαιρότητα. Μαζί τους στο στούντιο μπαίνει λοιπόν η Sia, η Charli XCX, ο Nick Valensi των Strokes και ο David Sitek των TV On The Radio.

Η φωνή της Debbie Harry, η οποία έχει περάσει πια τα 70, ακούγεται πραγματικά τόσο καθαρή και απολαυστική, όσο και στα ένδοξα νιάτα της. Χαριεντίζεται όμορφα στο μικρόφωνο, αλλά οι τσαχπινιές της δεν πιάνουν τόπο. Ίσως να φταίει που τραγουδάει δίχως επίγνωση του τόπου και του χρόνου –σαν να μη θέλει να πιστέψει ότι οι εποχές στις οποίες έβαζε φωτιά στη φαντασία μας, πέρασαν. Επιπλέον, παρόλο που η παραγωγή ανήκει στον ικανό John Congleton (ο οποίος έχει επιμεληθεί σειρά κυκλοφοριών), το πλαίσιο διάθεσης των τραγουδιών αποδεικνύεται τόσο απελπιστικά επίπεδο, ώστε η όποια φρεσκάδα ακυρώνεται, καθώς δεν έχει μελωδίες να πατήσει.

Καλύτερη στιγμή είναι ίσως το “Fun”, ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έχει βγει από τα ομορφότερα δείγματα της ηλεκτρονικής pop των 1980s. Απολαυστικό είναι όμως και το “Long Time”, το οποίο στα πρώτα του δευτερόλεπτα φέρνει στιγμιαία στο μυαλό το “Heart Οf Glass” –μαζί και κάμποσα ενστικτώδη χαμόγελα ευδαιμονίας. Η μόνη δε «αληθινή» θα λέγαμε στιγμή του δίσκου είναι το “Fragments”, στο οποίο οι Blondie φέρονται σαν έμπειρο σχήμα και όχι σαν καλλιτεχνικό φαβορί μιας Eurovision. Και σιγά τη συμμετοχή του Johnny Marr…

Στην πραγματικότητα, οι Blondie δεν έχουν κυκλοφορήσει τίποτα σπουδαίο μετά το Autoamerican του 1980· από την άλλη, δεν σου πάει η καρδιά να τους κακολογήσεις. Τους χρωστάμε τόσες ξάγρυπνες νύχτες, στις οποίες φαντασιονώμασταν ότι ήμασταν στις πρώτες σειρές του ασφυκτικά γεμάτου CBGB, βλέποντας τη νεαρή Deborah Ann Harry να λαμποκοπάει βρώμικα, τραγουδώντας μεθυσμένη για τη «γυάλινη καρδιά» της.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Monster Movies – Η κινηματογραφική ιστορία των κλασικών ταινιών με τέρατα

Το studio της Universal σε μια προσπάθεια να απαντήσει στον κατακλυσμό υπερ-ηρώων, ξεσκονίζει το χρυσωρυχείο εικόνων της από κλασικές «ταινίες τεράτων» στα αρχεία της. Τα φημισμένα Monster Movies φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα νέο star-driven σύμπαν με την ονομασία “Dark Universe”. Όποια και να είναι η εμπορική και καλλιτεχνική μοίρα του μοντέρνου «σκοτεινού σύμπαντος», καλό είναι να γίνει μια αναδρομή στην παράδοση των Monster Movies και στην ιστορικό-κοινωνική τους αντήχηση, όπως πέρασε αρχικά στο σελιλόιντ της δεκαετίας του 1930.

83wm_2.jpg

Το νήμα της απαρχής των τρομακτικών ιστοριών που αντλούσαν υλικό από σκοτεινούς μύθους, ίσως να οδηγεί στο μακάβριο ρομάντζο του Νοσφεράτου (1922) του Φρίντριχ Μουρνάου. Αυτή η «συμφωνία τρόμου» θα πρόσφερε την πρώτη καθοριστική εκδοχή του μύθου του κόμη Δράκουλα, χάρη στην τολμηρή του εικαστική διάσταση. Το εξπρεσιονιστικό αριστούργημα είχε απορροφήσει έντονες επιρροές απ’ το κίνημα του ρομαντισμού και θα γνώριζε μεγαλύτερη δόξα απ’ την Αμερικάνικη εκδοχή του Δράκουλα που γυρίστηκε το 1931, με τον επιβλητικό Bela Lugosi στο ρόλο του κόμη από την Τρανσυλβανία. Λίγο νωρίτερα όμως, το 1920, ο Πάουλ Βέγκενερ είχε ολοκληρώσει το προπολεμικό έπος «Γκόλεμ», που αναφέρονταν σε έναν αρχαίο εβραικό μύθο που ήθελε ένα άψυχο πλάσμα να ζωντανεύει χάρη στην θεική πνοή. Ο εκλεκτισμός και η αύρα του «Γκόλεμ» αποτέλεσε την αρχή των σπουδαίων ταινιών τρόμου και επηρέασε την εικονογραφία των πρώτων χολυγουντιανών ταινιών του είδους. Μια από τις ταινίες που γέννησε ο αντίκτυπος του «Γκόλεμ», ήταν το πρώτο «Φρανκενστάιν» (1931), ένα φιλμ κομβικής σημασίας, γυρισμένο στις ΗΠΑ από τον Τζέιμς Γουέιλ. Το «Γκόλεμ» βέβαια, δεν διέθετε μια αρχετυπική μορφή σαν τον Μπόρις Καρλόφ που κυριαρχούσε στον «Φρανκενστάιν».

83wm_3.jpg

Ο Καρλόφ πέρασε στην κινηματογραφική αθανασία χάρη στον ρόλο του νεκρού πλασματος που απέκτησε μαρτυρική ζωή, εξαιτίας της ύβρης των δυνάμεων της ανθρώπινης προόδου. Ο φόβος της προμηθεικής και επικίνδυνης όψης της επιστήμης που πυροδότησε τη ρομαντική φαντασία της Μαίρη Σέλεϊ, έσπειρε τρόμο που πήρε ανησυχητικές διαστάσεις στην χτυπημένη από το κραχ Αμερική του ‘30. Η επιτυχία της ταινίας δεν ήταν απλά αποτέλεσμα μιας ανησυχίας για τα άλματα της επιστήμης προς ένα άγνωστο μέλλον, αλλά εξέφραζε και μια κοινωνική απελπισία που μεταφέρονταν στην τραγική αναμέτρηση του πλάσματος με μια ρεαλιστική πραγματικότητα που δεν έχει χώρο γι’ αυτό. Για πρώτη φορά, το τέρας δεν εμφανίζονταν σαν πηγή του κακού αλλά σαν θύμα, μια μυθική αντιστροφή τεράστιας σημασίας που δεν έγινε άμεσα κατανοητή στον καιρό της. Τα ψήγματα ρομαντικών στοιχείων που έδωσαν πνοή στους μύθους του άμοιρου «Γκόλεμ» και του θανάσιμα ερωτευμένου «Νοσφεράτου» βρήκαν το δρόμο τους και στην ταινία του Γουέιλ και ο τρόμος συνάντησε για πρώτη φορά την τραγωδία.

83wm_4.jpg

Ανάμεσα στον πρώιμο Γερμανικό τρόμο και στις ταινίες με κάθε λογής μεγάλα τέρατα στη δεκαετία του ‘40, άνθισε η χρυσή εποχή του είδους. Τα καλύτερα δείγματα της εποχής περιλάμβαναν τη «Μούμια» (1932) με τον Μπόρις Καρλόφ, τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933) με τον Κλοντ Ρέινς και αργότερα τον «Λυκάνθρωπο» (1935) με τον Λον Τσάνει Τζούνορ. Η «Μούμια» γνώρισε ένα κάκιστο σίκουελ με τίτλο «The Mummy’s Hand» (1940) και κάμποσες ξαχασμένες συνέχειες όπως το «The Mummy’s Tomb» (1942), το «The Mummy’s Ghost» (1944) και το «The Mummy’s Curse» (1944). Τον μύθο της Αιγύπτιας βασίλισσας που σηκώνεται από τον τάφο εξαιτίας μιας αρχαιολογικής ανασκαφής θα αναλάβει στη συνέχεια η εταιρεία Hammer, που ειδικεύονταν στον Γοτθικό τρόμο, με πρωταγωνιστή τον Christopher Lee.

83wm_5.jpg

Η φολκλόρ απειλή της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε λύκο εντυπώθηκε εξαιρετικά στο «Werewolf of London» (1935) και στο μεταγενέστερο «Wolfman» (1941). Αυτές οι δυο ταινίες ώθησαν το είδος προς έναν ανατέλλοντα κινηματογράφο της ψευδαίσθησης, χάρη στο εντυπωσιακό (για τα δεδομένα της εποχής) make-up και την πρόοδο των ειδικών εφέ. Το ίδιο ισχύει και για τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933), που βασίστηκε στο βιβλίο του H.G. Wells, με τον Claude Rains στον ρόλο του διαφανούς ήρωα. Η σημειολογία των μακάβριων τεράτων είχε σαν αντίπαλο τον εστέτ ρομαντικό τρόμο του «Phantom Of The Opera» (1925), ο οποίος απογειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 με την αριστουργηματική «Παναγία των Παρισίων» (1939), όπου είδαμε τον Τσαρλς Λότον στον ρόλο του Κουασιμόδου.

83wm_6.jpg

83wm_7.jpg

Παρά τα σπουδαία ξεσπάσματα των τρομακτικών τεράτων μετά το 1930, το στούντιο της Universal (που ήταν η φυσική μητέρα τους) έφτασε στην ιστορική κορύφωση των μύθων από το πρώτο κιόλας μισό της δεκαετίας εκείνης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το «The Creature From The Black Lagoon» του 1954. Η ιστορία του αμφίβιου ανθρωποειδούς ξέφευγε για πρώτη φορά από τις Γοτθικές καταβολές των Monster Movies και αντλούσε έμπνευση από αστικούς μύθους για γκροτέσκο ανθρώπους-ψάρια που ζούσαν στον Αμαζόνιο.

83wm_8.jpg

Αυτό που ακολούθησε ήταν η καθιέρωση και για πολλούς η εκλαΐκευση του είδους για ένα πιο ευρύ κοινό. Ο Τζέιμς Γουέιλ ολοκλήρωσε τον κύκλο του, υπογράφοντας το 1935 τη «Νύφη του Φρανκενστάιν», μια από τις διαχρονικά κορυφαίες παραγωγές του είδους, με την τραγική φιγούρα σε ένα κορμί γεμάτο ράμματα να δανείζεται στοιχεία από τον τρόμο, την επιστημονική φαντασία και τη μαύρη κωμωδία. Η «Νύφη του Φρανκενστάιν» προοιωνιζόταν την παρακμή του είδους που τη γέννησε. Ήδη ως προς τα μέσα στης δεκαετίας του ‘40 η παρέα των τεράτων άρχισε να καταντάει γραφική καθώς τα νέα γούστα την έδειχναν το δρόμο προς την λαική κωμωδία αλλά και την αυτοπαρωδία (Abbott and Costello Meet Frankenstein).

83wm_9.jpg

Τα υπόλοιπα μεγάλα στούντιο άρχισαν να αντιγράφουν τη χρυσοφόρα συναγή τερατόμορφης απειλής, αναπαράγοντας άφθονα b-movie στερεότυπα όπως τρελούς επιστήμονες, άψυχα ζόμπι και μοχθηρούς εξωγήινους από τον κακό «κόκκινο πλανήτη» Άρη που συντονίστηκαν με την κομουνιστική απειλή. Η ψυχροπολεμική παράνοια έδωσε ζωή σε αναρίθμητες ταινίες με την απειλή του «ξένου» στην φιλύσυχη Αμερική των προαστίων. Αυτό το κύμα όμως γέννησε και σπουδαίες ταινίες με κυρίαρχο το «Ιnvasion of the Body Snatchers» (1956) που αν και φτηνοπαραγωγή ξέφυγε από το αισθητικό περίβλημά της. Το ίδιο συνέβη και με τον τρόμο της ατομικής βόμβας ως πηγή τερατογέννεσης, με κλασικά μικρά διαμάντια όπως το Them! (1954) ή τον «Άνθρωπο που Ζάρωνε» (1957). Φυσικά, ο ερχομός της τηλεόρασης μεταμόρφωσε τα τέρατα από αλλόκοτες, αρχετυπικές μορφές απειλής σε ανακυκλώσιμα κλισέ της ανερχόμενης τότε ποπ κουλτούρας. Ό,τι περίπου δηλαδή συνεχίζει να ισχύει και σήμερα.

83wm_10.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #91

Slowdive

Slowdive

Ελάχιστη σημασία έχει το στατιστικό στοιχείο της επιστροφής των Slowdive μετά από 22 χρόνια, μιας και το νέο τους άλμπουμ λειτουργεί πέρα από χρονικές συντεταγμένες. Η καινούρια μάλιστα κυκλοφορία τιτλοφορείται απλώς με το όνομά τους και μοιάζει με επετειακό πάρτι, όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονται σε κατατονία.

Πάντοτε αντιμετώπιζα τους Slowdive σαν αντι-δημιουργικούς στιλίστες, οι οποίοι θέλγονται μονάχα από ατμόσφαιρες ως αισθαντικό περίβλημα. Ακόμα και στο αντικειμενικά υψηλής ποιότητας Souvlaki (1993), ζητούμενο παρέμενε η «ατμόσφαιρα». Σαν κουκούλι που υφαινόταν γύρω από τα τραγούδια, ως στιλιστικός αυτοσκοπός.

Όσο όμως γοητευτικά ονειροπόλος και να είναι ο συμπαγής ήχος τους, όσο ανάγλυφη και αν αποτυπώνεται η ατμόσφαιρα την οποία πράγματι δημιουργούν οι κιθάρες και τα πλήκτρα, δεν αποτελούν πανάκεια για την έλλειψη στιβαρών συνθέσεων.

Επέστρεψαν λοιπόν οι Slowdive, για να θρέψουν το daydreaming των απανταχού shoegazers. Αλλά το κιθαριστικό ambience του νέου τους δίσκου, δεν φέρνει ψυχική ανάταση στο τέρμα της διαδρομής.

Ωστόσο, αν παρακάμψουμε τη χασμωδία της shoegaze αυτοαναφορικότητας, υπάρχουν και κάποιες ωραίες στιγμές εδώ. Στο “Sugar For The Pill”, ας πούμε, φαίνεται να έχουν γράψει τη μουσική που όφειλαν να έχουν γράψει οι xx, ενώ στο “Falling Ashes” ακούγονται σαν να υπέγραψαν ένα τραγούδι που περιμέναμε από τους Low. Από την άλλη, το “No Longer Making Time” είναι ένα μπανάλ τεστ ρομαντισμού, ενώ το “Slomo” αποδεικνύεται νεοκυμαντική άσκηση ύφους, η οποία καταλήγει σε οκνηρία.

Το συγκρότημα δεν λαθεύει βέβαια εκφραστικά στον τρόπο με τον οποίον επιχειρεί αυτό το συνονθύλευμα παχύρρευστων θορύβων. Για πρώτη όμως φορά, τα μέλη του ακούγονται σαν να κουτουλάνε στα όργανά τους εξαιτίας ακατανίκητης νύστας.

Οι αμετανόητοι φετιχιστές του noise rock και οι εμμονοληπτικοί shoegazers πιθανότατα να καταδιασκεδάσουν με το Slowdive, όμως αυτά τα σκόρπια, ξεψυχισμένα φωνητικά εδώ κι εκεί και οι ασπόνδυλες αναπτύξεις, υπερίσχυσαν της πειθούς που το συγκρότημα είχε δείξει στην πρώτη του περίοδο.

Κρατήστε λοιπόν το “Star Roving” ως την πιο περιπετειώδη στιγμή του άλμπουμ και αφήστε τα υπόλοιπα τραγούδια στη μοναξιά τους, να αναρωτιούνται τι πήγε στραβά ατενίζοντας μελαγχολικά τα παπούτσια τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

3 Songs

The War On Drugs – Thinning Of A Plane

Το Thinking Of A Place θα ήταν το αγαπημένο album ενός σαρανταπεντάρη άνδρα (θα τον έκανε μικρότερο όποιος τον έβλεπε) που θα ήταν κάτοικος του ιστορικού κέντρου. O τύπος θα έμενε σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα, μιας σχεδόν αρχαίας πολυκατοικίας, χωρίς ασανσέρ, η οποία θα ήταν γεμάτη γραφεία και αποθήκες. Θα πέρναγε τα βράδια του σε μικρά τραπεζάκια στους πεζόδρομους του κέντρου συζητώντας μόνο με τους θαμώνες που θα γνώριζε από τις συχνές τους επισκέψεις στα ίδια μπαρ. Θα ήταν άνθρωπος με ένα κάρο ιστορίες -οι περισσότερες από τα νιάτα του, όταν ζούσε σε διάφορες πρωτεύουσες του εξωτερικού. Τις περισσότερεςαπό αυτές θα ψιλοβαριόταν να τις αναφέρει. Θα έβλεπε με λύπηση την έπαρση των “αποψάτων” που πολλαπλασιάζονται τριγύρω, αλλά δεν θα τους έβριζε ποτέ. Θα είχε διαβάσει τα πάντα μέχρι και πριν δεκαπέντε χρόνια και από τότε δεν θα είχε ξαναπιάσει ούτε περιοδικό στα χέρια του. Τα motto του για τη ζωή δεν θα τα συναντήσεις ποτέ σε “έξυπνες στάμπες” από t-shirt και σε status στα social media. Θα έκανε μόνο χλιαρά και λακωνικά αστεία για να προκαλεί χαλαρό γέλιο στη παρέα. Θα χαμογελούσε χαιρέκακα με όσους τρέχουν και δε φτάνουν. Το ανήσυχο αίσθημα που θα προκαλούσε το άγριο και αξύριστο look του, θα ισορροπούσε κάτι καθησυχαστικό στο χαμόγελό του. Θα φορούσε πετροπλυμένα τζιν σε μαύρες αποχρώσεις και δερμάτινο τζάκετ, φθαρμένα και τσακισμένα στις άκρες. Κάθε αυτοσχέδιο λογύδριο που θα έβγαζε θα ήταν προσεκτικό και θα ακούγονταν επεξεργασμένο, σαν να το έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές. Θα έπαιρνε πάντα το χρόνο του και δεν θα κοίταζε ποτέ το ρολόι. Παρά το χαλαρό του look, δεν θα βαριόταν και δεν θα χασμουριόταν ποτέ. Αν και θα είχε μελαγχολική διάθεση μονίμως, δεν θα έμοιαζε ποτέ δυσοίωνος και σκοτεινός. Θα ήταν ο τύπος που αδιαφορεί για το αδηφάγο συναίσθημα του έρωτα και αυτός που πάντα χλευάζει τις καταστροφικές επιπτώσεις του. Θα είχε ερωτευτεί παράφορα, αλλά μία μόνο φορά. Το δικό του χάσιμο χρόνου θα ήταν ο δημιουργικός χρόνος των υπόλοιπων και το αντίθετο. Αν δεν έδινες σημασία στα σημάδια αυτοκαταστροφής πάνω του, θα τον έλεγες και ταλαντούχο.

Chromatics – Shadow

Το Shadow θα ήταν το αγαπημένο album μιας 23χρονης κοπέλας που θα έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα, κάπου στο Λυκαβηττό. Το σπίτι της θα είχε πολλά και μικρά δωμάτια αξαιτίας κακής διαρρύθμισης και η πολυκατοικία θα ήταν τίγκα στους αντιπαθητικούς, μικροαστούς τύπους. Δεν θα την ενοχλούσαν καθόλου. Θα είχε διακοσμήσει όλους τους χώρους με τις δικές της χειροτεχνίες από πεταμένα υλικά και θα είχε δημιουργήσει μια ασύμμετρη pop αισθητική. Παντού θα υπήρχαν παράξενα κομμάτια τέχνης, που θα είχε συλλέξει από μικρά bazaar. Ο χώρος της δεν θα ήταν καθόλου παρακμιακός, ούτε κρύος. Δεν θα υπήρχε κεντρικό φως, αλλά πολλά περίεργα πορτατίφ και χρωματιστά κεριά. Τίποτα δεν θα θύμιζε αυτό που αποκαλούμε «φοιτητικό σπίτι» ή κουκλόσπιτο. Στη μέση του δωματίου, ίσα που θα χώραγε ένα μεγάλο κρεβάτι με ένα poster του Blue Velvet πάνω από το μαξιλάρι. Τα σχέδιά της να ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική θα τα είχε εγκαταλείψει νωρίς. Θα της αρκούσε να σχεδιάζει διαφημιστικές αφίσες. Σε λίγο θα ξεκινούσε μαθήματα Ισπανικών και θα ήθελε να μάθει κάποια στιγμή να σχεδιάζει web sites. Πάντα μπαινόβγαινε σε μια σειρά από βάναυσες, on&off ερωτικές σχέσεις. Θα δίνονταν εύκολα και άνευ όρων. οπουδήποτε έβρισκε bonding και επικοινωνία. Θα κρατούσε μια απρόσμενη για την ηλικία της αξιοπρέπεια, κάθε φορά που πληγώνονταν. Παραδόξως, δεν θα την είχε δει ποτέ κανείς να κλαίει. Θα αντιπαθούσε τα κατοικίδια και τα φυτά εσωτερικού χώρου. Θα βαριόταν τα γλέντια του Σαββατόβραδου. Θα προτιμούσε να κυκλοφορεί Δευτέρες ή Τρίτες. Θα είχε μια ενοχική αγάπη στα πολύ girly αξεσουάρ. Mερικά θα τα αγόραζε αλλά ποτέ δεν θα τα έβγαζε από το συρτάρι της. Θα κρατούσε πάντα μεγάλες βελούδινες τσάντες. Δεν θα τη πολυένοιαζε να βλέπει ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Θα είχε σε ένα μικρό ράφι καμιά δεκαριά αγαπημένα dvd για να τα βλέπει ξανά και ξανά. Θα ήταν sexy με τον τρόπο της, όμως θα μπορούσε να περάσει πολύς καιρός χωρίς να σκεφτεί το σεξ. Τα βιομηχανικά σκηνικά της πόλης θα της έφερναν κατάθλιψη αλλά δεν θα τα απέφευγε. Θα ήθελε να αλλάξει τη ζωή της αλλά δεν θα είχε τη παραμικρή ιδέα για το τι θα ήθελε να κάνει. Θα είχε αγαπηθεί πολύ από τους φίλους της και θα ένιωθε αχάριστη που απλά ήθελε την ησυχία της. Θα μπορούσε να χορεύει για ώρες μόνη της στο σπίτι.

Arcade Fire – Everything Now

Το Everything Now θα ήταν το αγαπημένο album ενός εικοσιεννιάχρονου που μόλις μετακόμισε από το πατρικό του σπίτι στους Αμπελόκηπους και πήγε στα Εξάρχεια. Θα είχε ξεκινήσει να σπουδάζει προγραμματιστής πριν τα εγκαταλείψει για να γίνει ηθοποιός. Τα άγχη του παρελθόντος για τη καριέρα του και το μέλλον θα είχαν εξανεμιστεί μόλις θα είχε διαβάσει το “The Book of Laughter and Forgetting” του Κούντερα. Θα πίστευε πως είχε χάσει πολύ χρόνο και πως για καιρό είχε θέσει λάθος προτεραιότητες. Αυτό, θα του δημιουργούσε μια μόνιμη κοινωνική δυσλειτουργία και μια δυσκολία στο να εντάξει τον εαυτό του σε παρέες. Οι απαιτήσεις για πρόβες και η θεωρητική της υποκριτικής θα τον κούραζαν απερίγραπτα. Διψούσε όμως να χαθεί σε ρόλους και να δοκιμάσει τα όριά του με αποδέκτη αληθινό κοινό. Θα ένιωθε ευτυχής όταν χάνονταν στα αμέτρητα ποτά τις Παρασκευές το βράδυ σε ένα after-bar πίσω από τη Μαβίλη. Θα βαριόταν να έμενε μόνος του σπίτι τις Κυριακές. Η προσωπικότητά του θα είχε κάτι μαγνητικό για τους γύρω του αλλά ποτέ δεν θα το είχε αξιοποιήσει σε κάτι γόνιμο. Το να είναι ευχάριστος θα ήταν το φόρτε του, αλλά η αυτοπεποίθησή του θα είχε άλλες ανάγκες αναγνώρισης για να αναζωπυρωθεί. Θα πέρναγε καλά όταν πήγαινε σε μικρές πειραματικές θεατρικές σκηνές. Ο κρυφός καημός είναι να γράψει ένα δικό του έργο αλλά οι ιδέες του δεν τον ικανοποιούν. Θα ανησυχούσε ότι ποτέ δεν θα μεγαλώσει πραγματικά. Θα βρίσκονταν διαρκώς σε μπλέξιμο και ζόρια με διάφορες περιστασιακές σχέσεις και παράλληλα φλερτ, που θα οδηγούσαν μετά σε άλλες σχέσεις και ζόρια για να τα αφήσει ή να τον αφήσουν, πριν ξαναπιάσει τα παλιά από εκεί που τα άφησε. Θα είχε ξεπεράσει το κόλλημα με τους Smiths και τώρα θα έψαχνε για νέες απολαύσεις στην ένοχη disco του Barry Manilow. Θα του άρεσε ιδιαίτερα το σινεμά του Wes Anderson. Θα έβρισκε για κάποιο λόγο ακαταμάχητα sexy τη Kate Moss. Ο χώρος του θα ήταν ακατάστατος, ποτέ βρώμικος. Μερικές φορές θα τον τσάντιζε η ίδια του η ευαισθησία. Θα μπορούσε να δουλεύει σκληρά χωρίς να παίρνει λεφτά. Θα ήθελε τα καλύτερα πάρτι που είχε πάει να μην έπρεπε να τελειώσουν ποτέ.

Posted in 3 | Leave a comment

Album Of The Week #90

Future Islands
 The Far Field

Κάποτε, ο Φρανσουά Τρυφώ είπε στον Άλφρεντ Χίτσκοκ ότι κάθε φορά που ξεκινούσε να δει την ταινία του Η Κυρία Εξαφανίζεται (1938), ήταν αποφασισμένος να παρατηρήσει τις τεχνικές αφήγησης, το μοντάζ και να αναλύσει τη σκηνοθεσία του Μετρ. Κάθε φορά όμως, η ιστορία τον παρέσερνε και η ταινία τον μάγευε, με αποτέλεσμα να μην καταφέρνει ποτέ να αναλύσει στο μυαλό του την κατασκευή της.

Κάτι ανάλογο παθαίνω όταν βάζω να ακούσω το The Far Field των Future Islands: προσπαθώ να αναλύσω και να επεξεργαστώ τις τεχνικές των λεπτόγραμμων synths, να βρω επιρροές στα στρογγυλά κουπλέ, να ξεχωρίσω στίχους και πιθανά να εντοπίσω αδυναμίες –γιατί έτσι κάνουμε εμείς οι γραφιάδες. Όμως, κάθε φορά, χάνομαι στην αγκαλιά του γενναιόδωρου rock που έγραψε το τελευταίο συγκρότημα που αγάπησα παράφορα.

Χωρίς ψυχαναγκαστικά βαρίδια στο στυλ και δίχως ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, οι Future Islands χτίζουν ένα συμπαγές σύνολο από εμβατηριακά ντραμς και περικυκλωτικά πλήκτρα, τα οποία μπλέκουν γλυκά με το μυώδες μπάσο και τη λαχτάρα που δείχνει ο χαρισματικός Samuel T. Herring στο μικρόφωνο. Ο απόκοσμος crooner χλευάζει στα μούτρα τις ορδές από κατασκευασμένα, ροδομάγουλα αγόρια που έπιασαν μικρόφωνο λόγω φωτογένειας. Και τραγουδάει με τη γοητευτική επικινδυνότητα ενός τύπου που νιώθει ότι ο κόσμος του ανήκει.

Τον αγαπώ βαθιά τον Herring, κυρίως γιατί νιώθω ότι είναι ο πιο ειλικρινής καλλιτέχνης στον κόσμο: σου λέει τα πάντα και δεν έχει ανάγκη να «παριστάνει» ή να αφήνει χώρο για δεύτερες ερμηνείες –σαν ένας γνήσιος ιεροκήρυκας αρσενικού πάθους, ο οποίος «ζορίζει» τις λέξεις για να βγουν από μέσα του και δίνει σχήμα στις φλεγόμενες σκέψεις που παλεύουν στο κεφάλι του. Η φωνή του γίνεται έτσι φωτεινός σηματοδότης και καθοδηγεί την υπόλοιπη μπάντα να ξεπεράσει τον εαυτό της και να αβαντάρει μουσικά τις παρορμήσεις του και όσα τον κινητοποιούν.

Το νέο άλμπουμ των Future Islands διαθέτει ανάγλυφους ρυθμούς, που γίνονται περισσότερο εθιστικοί με κάθε ακρόαση. Το σύνολο μοιάζει με επιθετική electro pop, η οποία γράφτηκε για νεορομαντικές ψυχές που δεν τις εξέφρασε ποτέ η άτεχνη ωμότητα του punk. Τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Ran” και το βελούδινης αισθητικής “Cave”, πατάνε σε μοτίβα που γράφτηκαν για ανθρώπους οι οποίοι χορεύουν σαν να νιώθουν άβολα μέσα στο ίδιο τους το σώμα, αλλά κατά βάθος θέλουν να τρέξουν γυμνοί στον δρόμο ή να οδηγήσουν με λυτρωτική ταχύτητα σε ανοιχτό αυτοκινητόδρομο.

Στο ημι-γοτθικό “Time On Her Side”, στο εξώστρεφο μπαρόκ του “Beauty Of The Road”, στο διαολεμένα ρυθμικό “Through The Roses” και εν μέσω της αναπόλησης του “Day Glow Fire”, οι Future Islands απευθύνονται τόσο όμορφα σε ανθρώπους που θέλουν να γλεντάνε ακόμα και τα πιο πετρώδη συναισθήματα. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα πιο καλλιεργημένα σύνολα που δρουν σήμερα, αποτελώντας καμάρι για το σύγχρονο, ασθμαίνον εναλλακτικό rock. Ευγνωμοσύνη απέραντη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

A Quiet Passion (Ήρεμο Πάθος)

85zMvwr_3.jpg

Η «βιογραφία εποχής» στο σινεμά, ποτέ άλλοτε δεν έρρεε σαν ποίημα. Έχουμε αντιμετωπίσει ταινίες εποχής που κατασκευάστηκαν για να ικανοποιήσουν τα υγρά όνειρα ενδυματολόγων που βούτηξαν στους κορσέδες και τα τούλια. Έχουμε παρακολουθήσει βιογραφίες από τον 19ο αιώνα να αναπαράγουν πληκτικά τη μανιέρα του Τζέιμς Άιβορι. Έχουμε δει Βρετανικά δράματα να πνίγονται στον ακαδημαϊσμό, με ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουζα» υπερβολή στην έκφραση. Όμως, ο σκηνοθέτης Τέρενς Ντέιβις (της φήμης του “The Deep Blue Sea”) ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο: αυτόν της εσωτερικότητας, όπου τα στατικά πλάνα – σαν ενότητες – κάνουν ρίμα μεταξύ τους και αφήνουν στις χαραμάδες τους την ιστορία να κυλάει σαν ρευστό ποίημα.

85zMvwr_2.jpg

Η διακύμανση των σχέσεων υπαγορεύεται συχνά από σιωπές και παύσεις, από φωνές και ψιθύρους, δίχως παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας και χωρίς καμία προσπάθεια του δημιουργού να καλοπιάσει το κοινό. Ο 70χρονος Βρετανός σκηνοθέτης, στην 7η μόλις ταινία της «μοναχικής» καριέρας του, μπολιάζει με δωρικότητα την αφήγησή του, αφήνει τη δύναμη των λέξεων της διάσημης ποιήτριας να πάρει σχήμα μέσα μας, και όλα αυτά δίχως ίχνος ηδυπάθειας και ναρκισσισμού στο στυλ. Καταφέρνει λοιπόν, ουσιαστικά να «κεντήσει» ένα κινηματογραφικό φόρεμα, διακριτικά όμορφο.

Έχοντας βαθειά γνώση του υλικού του, ο Ντέιβις απογυμνώνει την ταινία από τον συνήθη κατακλυσμό δραματικών εξάρσεων που συνοδεύει τα δράματα εποχής. Με αφοπλιστική διακριτικότητα και υπομονή, εμπιστεύεται τους ηθοποιούς του και ιχνιλατεί τον μελαγχολικό βίο της Έμιλι Ντίκινσον. Επιπλέον, φωτίζει με μαεστρία και αγάπη το αόρατο ψυχολογικό πεδίο όπου γεννήθηκαν οι προσωπικές αγωνίες μιας υπερ-ευαίσθητης γυναίκας, η οποία παρά τη συναισθηματική καταχνιά που τη συνόδευε (και αδυνατούσε να αντιμετωπίσει) παρέμενε θελκτική και τρυφερή. Μια γυναίκα που ήθελε να αγαπηθεί, αλλά τελικά προτίμησε να αγαπήσει τις λέξεις και τις ποιητικές περιγραφές ενός κόσμου που δεν μπορούσε να ακουμπήσει.

85zMvwr_4.jpg

Από την άδηλη σύγκρουσή της με τη θρησκευτική εκπάιδευση στα νειάτα της, μέχρι τον τρόπο που εξαπέλυε λεκτικά πυρά απέναντι στο συντηριτικό της περιβάλλον, ο χαρακτήρας της ποιήτριας και το ανυπότακτο πνεύμα της, περιγράφονται με γοητευτικό τρόπο. Το «πνεύμα» που λειτουργεί τόσο σαν πανοπλία όσο και σαν σπαθί στις κοινωνικές συγκεντρώσεις της έκπτωτης αριστοκρατίας, οι ηθικές συγκρούσεις σε μια εποχή που ο παλιός κόσμος άλλαζε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι διαφαίνονταν, η Χριστιανική ηθική που συγκρούονταν με τη συναισθηματική νοημοσύνη, η αυστηρή πατρική επηρροή που ωστώσο άφηνε πατήματα για να ανθίσει ο προοδευτισμός και τέλος, το βάρος του χρόνου σε μια γυναίκα που η αυτοπεποίθηση την εγκατέλειπε, αφήνουν συναισθηματική ένταση στο θεατή. Χάρη σε μια πρώτη ύλη που στα χέρια άλλου θα μπορούσε να ήταν μια συρραφή από τρυφερές και φωταγωγημένες εικόνες, σαν κακοφορμισμένη συνταγή, για να γνωρίσουμε την ταλαιπωρημένη ψυχολογική διάθεση της ηρωίδας και να κατανοήσουμε το μετερίζι της, προκύπτει ένα μικρό, λογοτεχνικό διαμάντι, φτιαγμένο απο καρδιάς.

Τέλος, πόσο προσεγμένη και πόσο γενναιόδωρη η ερμηνεία της Cynthia Nixon, μιας ηθοποιού που δεν είχα ποτέ σε υπόληψη καθώς δεν την είχα προσέξει σε τίποτα εκτός του ρόλου της στη σειρά Sex and the City. Η ηθοποιός μας χαρίζει μια ερμηνεία αψεγάδιαστη, ειδικά στον τρόπο που σταδιακά αφήνει το σκοτάδι να παρεισφρήσει στην ψυχή μιας ηρωίδας που γέννησε εκατοντάδες ποιήματα και τα τρύπωνε στα συρτάρια. Λογική επιλογή. Απ’ τη μια γιατί κανείς δεν θα δημοσίευε την σπαρακτική απόγνωση μιας ποιήτριας που αψηφά τα ήθη και απ’ την άλλη γιατί, μάλλον προτίμησε να προστατεύσει την ομορφιά των λέξεών της απ’ τα μάτια ενός αμοραλιστικού κόσμου.

85zMvwr_5.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Δαιμονισμένος Άγγελος

86bMv_2.jpg

Φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την εποχή που έκανε πρεμιέρα το ατμοσφαιρικό θρίλερ “Angel Heart” που σκηνοθέτησε ο Άλαν Πάρκερ. Η Ελληνική απόδοση του τίτλου, «Δαιμονισμένος Άγγελος», μπορεί να ξέφευγε από το λογοπαίγνιο του πρωτότυπου, αλλά αποδείχθηκε μια από τις πιο πετυχημένες «βαφτήσεις» ξένης ταινίας. Ο τίτλος εστίαζε στην κολασμένη ψυχή του αντι-ήρωα, ο οποίος έμπλεκε όλο και περισσότερο στον ιστό ενός πυκνού μυστηρίου. Ακόμα πιο εύστοχος είναι ο τίτλος του πρωτότυπου μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Χιόρτσμπεργκ, το «Falling Angel». Αυτή την πτώση του κεντρικού χαρακτήρα είναι που υπογραμμίζει η σταδιακή επαφή του με το μεταφυσικό και η κάθοδός του σε μνήμες που λούζει το σκοτάδι της κολάσεως.

Το “Angel Heart” είναι ένα στυλιζαρισμένο θρίλερ που διαδραματίζεται στην απειλητική Νέα Ορλεάνη της δεκαετίας του 50. Το σενάριο συνδυάζει μια απλή ιστορία μυστηρίου με τον διαχρονικό μύθο του Φάουστ. Όχημα της αφήγησης είναι ένας φτηνο-ντετέκτιβ με το όνομα Χάρι Έιντζελ, ο οποίος αναλαμβάνει μια φαινομενικά απλή δουλειά: να βρει τα ίχνη ενός εξαφανισμένου τραγουδιστή με το όνομα Τζόνι Φέιβοριτ. Την αποστολή του την έχει αναθέσει ένας εκκεντρικός τύπος, με το όνομα Λούι Σάιφερ. Ένας άγνωστος κόσμος από δοξασίες και βουντού, θα κυκλώσει σαν δαιμονική απειλή τον ήρωα (ο οποίος έχει θέμα με τις κότες) και θα τον ρίξει σε ένα ανθρωποκυνηγητό που θα μπλέξει τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας.

86bMv_3.jpg

Συνδυάζοντας την ανάπτυξη της δαιδαλώδους πλοκής του Chinatown (με το προστατευτικό στα γυαλιά του Μίκι Ρουρκ να θυμίζει την σπασμένη μύτη του Τζακ Νίκολσον στο κλασικό νουάρ), την ατμοσφαιρική γραφή του Ρέιμοντ Τσάντλερ και τα αρχέτυπα φιλμ τρόμου του Ζακ Τουρνέρ (“Περπάτησα Με Ένα Ζόμπι”, “Άνθρωποι Γάτες”), ο «στυλίστας» Άλαν Πάρκερ αποδείχθηκε άριστος γνώστης των βασικών μηχανισμών του φιλμ νουάρ. Ένα low life ρεμάλι, μπλέκει σε ένα μυστήριο με σκόρπια στοιχεία, μυστικά πέρα από τις δυνάμεις του και μοιραίες γυναίκες που θα παίξουν με τη συνείδησή του. Μέχρι την τελική αποκάλυψη που σηματοδοτεί την οριστική κάθοδο στον «κάτω κόσμο». Μια κάθοδος που οπτικοποιείται με τις σιδερένιες θύρες ενός ασανσέρ που οδεύει προς το υπόγειο.

86bMv_4.jpg

Όλη η ταινία διαποτίζεται από μια σχεδόν ονειρική αίσθηση φόβου και ποτέ δεν αποχωριζόμαστε την οπτική του Χάρι Έιντζελ. Σκοτεινό, υποβλητικό και μονταρισμένο με απερίγραπτο νεύρο, το αποτέλεσμα είναι ένα από τα λαμπρότερα δείγματα μεταφυσικού τρόμου που προέκυψαν στην δεκαετία του 80. Οι fans των Led Zeppelin θα αναγνωρίσουν το αυθεντικό κτίριο που φιγουράρει στο εξώφυλλο του Physical Graffiti, σε μια απο τις σκηνές-κλειδιά της ιστορίας. Κερασάκι στην τούρτα, η σκηνή ανθολογίας, με τον επιβλητικό Ρόμπερτ Ντε Νίρο να τρώει το βραστό αυγό -που συμβολίζει την ψυχή του ανθρώπου – κοιτώντας με άδειο βλέμμα απειλής, μέσα στα μάτια τον Μίκι Ρουρκ. Μια αποθέωση της μινιμαλιστικής προσέγγισης του Ντε Νίρο, σε μια σκηνή άδεια από εφέ και μουσική, που δημιουργεί υποβολή μονάχα από την έκφραση, με τρόπο που απογείωσε τον Μεφιστοφιλικό τρόμο.

86bMv_5.jpg

Από το Movieworld

 

Posted in Cinema | Leave a comment

Twin Peaks – Καλωσήλθατε στον νέο εφιάλτη του Ντέιβιντ Λιντς

Κάθε πιθανή απόπειρα εξήγησης και ταξινόμησης της πλοκής των έργων του Λιντς, μοιάζει εξίσου αδόκιμη με την ανάλυση ενός παράξενου ονείρου. Μπορεί να μιλάς γι’ αυτό, αλλά είναι αδύνατον να αναδομήσεις τη βιωματική του αίσθηση. Ο Ντέιβιντ Λιντς, 40 χρόνια μετά τον πρωτόλειο εφιάλτη του “Eraserhead” (1977), συνεχίζει να στοχεύει σε έναν συνεχή υπνωτισμό του θεατή. Το αποτέλεσμα, συχνά το αποκαλούμε «ονειρικό» –ελλείψει πιο ταιριαστής ορολογίας.

Όπως ξετυλίγεται το κουβάρι ενός εφιάλτη κι εμείς αδυνατούμε να παρέμβουμε, έτσι ακριβώς ο σκηνοθέτης δημιουργεί τις υπερβατικές του εικόνες, στοχεύοντας στο ασυνείδητο του αποδέκτη. Μετα-εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί που αποκρύπτουν σκιές. Στιλιζαρισμένες ερμηνείες, που υπαινίσονται τρόμο. Ήρωες που ξεγλυστράνε μέσα στις νοηματικές τρύπες της ιστορίας. Όλες μαζί, αυτές οι εικόνες δημιουργούν έναν καθρέφτη του ασυνειδήτου. Όποιος δεν χαθεί μέσα τους, δεν θα μπορέσει ούτε καν να υποψιαστεί τις κρυφές τους κατευθύνσεις.

89gtp_2.jpg

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για την υπόθεση του reboot στο “Twin Peaks”, είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα για να «κατανοηθεί», τουλάχιστον με τη λογική των θεατών που χρησιμοποιούν τη σύνοψη της πλοκής για φωτεινό σηματοδότη επιλογών. Ο μόνος τρόπος «εισόδου» σε αυτήν την αλλόκοτη πόλη με τον υπέροχο καφέ, τα ψηλά δέντρα, τις αόρατες στοές και τις απειλητικές κουκουβάγιες, είναι να αφεθεί κανείς με εμπιστοσύνη στη συνειδητή και συνεχιζόμενη (οι πολέμιοι θα έλεγαν επαναλαμβανόμενη) ακεραιότητα ύφους και αισθητικής του δημιουργού.

Το “Twin Peaks” σημάδεψε την τηλεοπτική εικόνα της δεκαετίας του ’90 ως αυτοδίκαιος cult θρίαμβος. Η απόλυτα πρωτότυπη σειρά έμεινε στην ιστορία σαν μνημείο έμπνευσης και θάρρους, εξαιτίας των πρωτόγνωρων αισθήσεων που άφησε, ακόμα και σε όσους είχαν ήδη μυηθεί στον σαλταρισμένα βίαιο κόσμο του “Μπλε Βελούδου” (1986) και σε όσους είχαν βουτήξει στον αρρωστημένο ψυχισμό της ”Ατίθασης Καρδιάς” (1990). Μετά από έναν θριαμβευτικό πιλότο, ακολούθησε ο αριστουργηματικός πρώτος κύκλος 7 επεισοδίων και ένας χαοτικός δεύτερος, με άλλα 22 επεισόδια που αψηφούσαν κάθε ερμηνευτική λογική.

Η φετινή επιστροφή του Ντέιβιντ Λιντς στον κόσμο του Twin Peaks σήμαινε απεριόριστο δημιουργικό έλεγχο στη σκηνοθεσία και των 18 επεισοδίων (ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει μόνο 6 από τα 30 επεισόδια των πρώτων δυο σεζόν). Η υπόσχεση της δολοφονημένης Λόρα Πάλμερ ότι θα ξανασυναντήσει τον πράκτορα Κούπερ, 25 χρόνια μετά (διαολεμένα εύστοχος χρησμός), δίνει το λάκτισμα για μία ακόμη εξερεύνηση. Σε ένα σύμπαν τόσο καλά δομημένο, ώστε τελικά ξαναχτίζεται (έστω με διαφορετικά υλικά) με αναπάντεχη κανονικότητα.

Όπως φάνηκε από τα τέσσερα πρώτα μέρη, ο ασυμβίβαστος δημιουργός επιστρέφει στις οραματικές του εξάρσεις και την εξω-λογική αφήγησή του. Στα τελειώματα της καριέρας του, ο Λιντς δίνει τη δική του αποστομωτική απάντηση στην ολοένα αναπτυσσόμενη (και μάλλον αυτοκαταστρεφόμενη, λόγω της υπερπροσφοράς περιεχομένου) τηλεοπτική βιομηχανία, εξαργυρώνοντας τον μύθο μια πόλης που δημιούργησε από το μηδέν, στα -απάτητα τότε- τηλεοπτικά εδάφη.

Ο Λιντς μηδενίζει τον χρόνο και ξεκινάει από την αρχή. «Βρισκόμαστε στο μέλλον ή βρισκόμαστε στο παρελθόν;», ρωτάει ο μονόχειρας άνδρας στα έγκατα της Μαύρης Στοάς. Αρκεί το απλό πέρασμα πίσω από μια κόκκινη κουρτίνα για να χαθούν οι ήρωες στο ανεξήγητο. Το «Χέρι» προειδοποιεί για κάποιον σωσία. Ένα γυάλινο κουτί ελέγχεται από ένα πολύ ισχυρό και επικύνδυνο άτομο, με άγνωστους σκοπούς. Ένας βίαιος φόνος επιτρέπει την κρουστή αίσθηση-σοκ στη θέα ενός φρικιαστικά παραμορφωμένου πτώματος. Ο στατικός ηλεκτρισμός προμηνύει τον ερχομό μαγεμένων ηρώων και μοχθηρών τύπων που τους υπονομεύουν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός απέραντου καμβά, τον οποίον ο Λιντς χρησιμοποιεί για να δώσει ξανά πνοή σε όσα στροβιλίζονται στον υπέροχο εγκέφαλό του.

Μέχρι την ολοκλήρωση των 18 ωρών αυτού του φαντασιακού θρίλερ, ελπίζουμε να απογειωθεί η ονειρική δραματουργία, με το μυστήριο, την επιβολή και την παραπλάνηση να παραμένουν τονισμένα σε ένα αξιοθαύμαστο έπακρο.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Depeche Mode @Terra Vibe

90yDepeche_3.jpg

Η βροχή είναι ο εφιάλτης του συναυλιακού καλοκαιριού. Στην περίπτωση όμως της πολυαναμενόμενης εμφάνισης των Depeche Mode στην Αθήνα, αποτέλεσε production value και αισθητικό πλεονέκτημα, ώστε να ακουστούν στίχοι όπως το «Let Me See You Stripped Down To The Bone» σε όλη τους την καταραμένη μεγαλοπρέπεια. Έστω κι αν ορισμένοι, πηγαίνοντας στη Μαλακάσα, αγωνιούσαν, φέρνοντας ίσως στον νου τους το φιάσκο του 2009. Όπως και στην εποχή του Τοuring The Angel (2006), οι Raveonettes έστρωσαν το χαλί για την επέλαση ενός συγκροτήματος που περίμενα με τρόμο ψυχής ότι θα με απογοητεύσει οικτρά, σαν σκιά του εαυτού του που βγαίνει στη γύρα για αρπαχτή. Αυτή η αμήχανη αίσθηση που συνοδεύει πλέον τους Depeche Mode, έχει χτιστεί με τις απανωτές μετριότητες τις οποίες έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 10-12 χρόνια.

Εν τέλει, όμως –έστω και με τα βαρίδια των αδιάφορων νέων τους τραγουδιών να τους κρατάνε στο έδαφος, αλλά και με το πέρασμα χρόνων από τότε που είχαν τη δύναμη να αλλάξουν ζωές και να διαμορφώσουν ανθρώπους (κυριολεκτικά) με τα live της εποχής του 101– οι θρύλοι της synth pop έκαναν καλά που ήρθαν, καθώς μας υπενθύμισαν τι είναι αυτό που τους καθιστά σπουδαίους. Ακούγοντας ξανά τις ηλεκτρονικές «πλάτες» των τραγουδιών τους, χάρη στον υπέροχο ήχο στο Terra Vibe, καταλάβαινες ξανά γιατί το συγκρότημα αυτό κατάφερε να τετραγωνίσει των κύκλο των πρωτόλειων αναπτύξεων των Kraftwerk. Καταλάβαινες επίσης γιατί ο Dave Gahan υπήρξε ανέκαθεν ιδανικός εκφραστής, ικανός να μπολιάσει με νατουραλισμό και άψογη σωματική κίνηση τη σκοτεινιά και την περιρρέουσα λαγνεία της δαιμόνιας μουσικής αρχιτεκτονικής του Martin Gore.

90yDepeche_4.jpg

Ο Gahan υπήρξε ο πρώτος που απενοχοποίησε τους «άντρες», κάνοντάς τους να χορέψουν πραγματικά, αντί να κουνιούνται ρυθμικά σαν να κατάπιαν κρεμάστρα. Και στο Terra Vibe όργωσε τη σκηνή συμπεριφερόμενος σαν έκφυλη θεότητα του περιθωρίου, με look νταβατζή ύστερα από οργιώδες clubbing ή λάγνου τροβαδούρου σε μόνιμα «βρώμικη» διάθεση, ο οποίος ξανάνιωσε αφού πρώτα κατάπιε όλα τα παραισθησιογόνα χάπια. Έβλεπες ξεκάθαρα σε τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Stripped» τον τρόπο με τον οποίον μπορούσε να δαμάσει τις αισθήσεις των περίπου 15.000 θεατών χάρη στο αψεγάδιαστο, ερμηνευτικό του εκτόπισμα –αμέσως δε μετά, λίκνισε περήφανα τα οπίσθιά του. Για 2 λοιπόν ώρες, ο Gahan δεν πάτησε σε λάθος νότα (δεν μπορεί, και να θέλει), ενώ ο Gore ενορχήστρωνε όλο το στιβαρό doom & gloom που άστραψε και βρόντηξε στο ξεσηκωτικό “Everything Counts” ή στο αγωνιώδες “In Your Room”, το οποίο συνοδεύτηκε μάλιστα από ένα υπέροχο video.

Οι μεγάλες οθόνες εστίαζαν στις λάγνες ματιές του frontman όταν επικοινωνούσε το transgender δράμα του “Try Walking In My Shoes” σε κάθε φθόγγο ή στην τρυφερή προσήλωση στη μελωδία που δείχνει πάντα ο Gore όταν παίρνει το μικρόφωνο –ειδικά όταν τραγούδησε την υπέροχα εξομολογητική καντάδα “Home” ή το αφοπλιστικό “Question Of A Lust” σε μια πιανιστική, απογυμνωμένη εκδοχή, με ταπεινότητα που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Το κοινό τον επιβράβευσε με ένα παρατεταμένο sing-along.

90yDepeche_5.jpg

Το μετα-βιομηχανικό ύφος του “I Feel You”, έδεσε με την άβουλη οργή του “Wrong”. Τα πύρινα synths του “World In My Eyes” κόλλησαν με τα σκονισμένα φετίχ του “Barrel Of A Gun”. Η «αιώνια» μελωδία του “Enjoy The Silence” με τη δερμάτινη αυτολύπηση του “Pain That I’m Used To”. Και το “Never Let Me Down Again” ξεσήκωσε (όπως ήταν αναμενόμενο) τα πλήθη που αναζητούσαν ένα καλό best of, ενώ το tribute στον David Bowie με τη διασκευή στο “Heroes” ήταν αξιοπρεπέστατο.

To ψιλόβροχο δεν ένοιαξε κανέναν και θεωρώ πως ακόμα και να άνοιγαν οι ουρανοί, δεν θα έφευγε άνθρωπος. Ας όψεται ο ντελικάτος ρυθμικός μανδύας του καταλόγου του συγκροτήματος και το έκφυλο tour de force του Gahan να φτύνει «σαλιωμένους» στίχους όπως το «Ι’ve Got Sooooo Much Loooove In Meeeee». Πραγματικά δεν περίμενα να απολαύσω αυτό το τραγούδι, όπως και το “Going Backwards” και το “Cover Me” από τον καινούριο δίσκο. Βρήκα όμως όλον τον αρρενωπό δυναμισμό στις αναπτύξεις αυτών των τραγουδιών, που, αν και δεν είναι σπουδαία, τα χαντάκωσε η παραγωγή του James Ford στο άλμπουμ.

Με το “Personal Jesus” που έκλεισε το encore να βουίζει στα αυτιά κατά την έξοδο από το Terra Vibe, αναλογιζόμουν ότι, ενώ μέχρι πρότινος ευχόμουν να διαλυθεί το συγκρότημα παρά να εκτίθεται με αναιμικά ανά τετραετία άλμπουμ, τώρα πια θέλω να μην πάψουν να βγαίνουν σε περιοδείες. Αν αυτή η κάθετη αλλαγή σκέψης δεν είναι αποτέλεσμα πετυχημένης συναυλίας, τότε τι στο διάολο είναι;

90yDepeche_8.jpg

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #89

The Magnetic Fields

50 Song Memoir

https://i1.wp.com/static.stereogum.com/uploads/2016/11/The-Magnetic-Fields-50-Song-Memoir-1479398892-640x640.jpg

Ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να υπάρξει άλλο άλμπουμ των Magnetic Fields που να σταθεί επάξια δίπλα στο 69 Songs (1999), δίσκο που κατέχει περίοπτη θέση στην καρδιά μου, τόσο σε επίπεδο φιλοδοξίας, με το αριθμητικό concept να σε ιντριγκάρει εξαρχής, όσο και σε περιεχόμενο.

Όμως η μπάντα-όχημα της χαρισματικής ψυχολογίας του τραγουδοποιού Stephen Merritt επιστρέφει με ένα μουσικό ημερολόγιο φτιαγμένο με τα πιο αγνά υλικά, με τον ίδιο να πασπαλίζει τις θολές μνήμες του με σκόρπιες αναφορές στην pop κουλτούρα και με γενναιόδωρες περιγραφές. Το 50 Song Memoir εμπεριέχει 50 τραγούδια, ένα για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι το 2015, τα οποία περιγράφουν σύμπασα τη ζωή του 50χρονου Merritt. Έρχεται δε χωρισμένο σε 5 CD, με το καθένα να περιέχει από 10 κομμάτια γεμάτα χυμούς.

Τα νέα τραγούδια του Merritt είναι συνεκτικά, λαχταριστά και αλλόκοσμα. Πρόκειται για μια δουλειά που τρέφεται και αναπτύσσεται με τη συναισθηματική συμμετοχή του ακροατή. Μια δεκαετία ζωής χωράει σε καθένα από τα 5 μέρη μιας ανάγλυφης, μουσικής αυτοβιογραφίας, η οποία αίρει τους περιορισμούς μιας συμβατικής κυκλοφορίας.

Πατινάρει στα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 αναπολώντας την αθωότητα, την πρώτη ανθρώπινη επαφή, τις μητρικές συμβουλές και τις μικρές τραγωδίες. Αναρωτιέται για την καταγωγή του, θυμάται μια γάτα του, μνημονεύει την Judy Garland στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τους ξυπόλυτους χίπις, μια συναυλία των Jefferson Airplane, την αστερόστονη της disco το 1976, τη χιονοθύελλα του 1978, τα synths της «νεοκυματικής» εφηβείας, τις ντισκοτέκ, τη λαίλαπα του AIDS, την πρώτη κατάθλιψη, τις χυλόπιτες, τα Levi’s 501, τα δάκρυα, τα one night stand. Καθώς και άλλα αμέτρητα σημαντικά και ασήμαντα περιστατικά, όσα διαμόρφωσαν αυτό το παράξενο και ελαφρώς διαταραγμένο παιδί, που δεν ένιωσε ποτέ βολικά μέσα στο σώμα του, στην εκάστοτε ηλικία του και στο ίδιο το μυαλό του. Κι όλα αυτά, δίχως να ξοδεύεται σε pop trivia και φυσικά χωρίς να γίνεται υπερβολικά αυτοαναφορικός –πραγματικό επίτευγμα διακριτικότητας και ήθους, αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του concept album.

Τα τραγούδια του Merritt μας τον παρουσιάζουν σαν σκοτεινό ξαδελφάκι ενός Burt Bacharach ή σαν το εκκεντρικό διδυμάκι ενός Paul McCartney –τα ερμηνεύει δε όλα με τη λατρεμένα βαρύτονη οκνηρία του. Αυτός λοιπόν ο άτιμος είρωνας μας κάνει δώρο ένα πολυπρισματικό άλμπουμ, προϊόν της μεσόκοπης κρίσης ενός υπέροχου μυαλού. Αφήστε όμως τη λύση του κάμπριο αυτοκινήτου για τους κρετίνους. Εδώ καλούμαστε να συμμετάσχουμε στο μπλαζέ ψυχόδραμα του Αμερικανού τραγουδοποιού, για τον οποίον τα λάθη, τα πάθη, τα λησμονημένα όνειρα και η ματαιότητα του έρωτα είναι περισσότερο προϊόντα χημικών ενώσεων του εγκεφάλου, παρά λυγμόλαλοι αυτοσκοποί. Τα νοήματά του σχηματίζουν έτσι ένα κεκλιμένο έδαφος προς την πόρτα που ανοίγει στη ζωή του.

Αναλογιστείτε λίγο μερικούς τίτλους: “Dreaming Ιn Tetris”, “How I Failed Ethics”, “Eurodisco Trio”. Χωρίς να μας πει τίποτα, γνωρίζουμε τα πάντα για εκείνον, για το γούστο του στα βιβλία και στις τέχνες, για την ηθική του, την αισθητική του και τις σχέσεις του. Ο ίδιος ποτέ δεν ακούγεται μελό ή ευάλωτος, σε πρώτο επίπεδο. Τα σχήματα όμως που χορεύουν στις μνήμες του, δεν έχουν προηγούμενο. Ελάχιστοι μορφοποίησαν τόσο καλά τα βιώματά τους, μέσα σε εύσχημα pop τραγούδια.

Η βαθμολογία του δίσκου θα μπορούσε να είναι «8» ή «10». Τίποτα λιγότερο από γενναιοδωρία για έναν σοφό φίλο, ο οποίος μου εξιστόρησε τα πάντα σε ένα πλήρες ταξίδι 2,5 ωρών. Το περίμενα ότι οι μελωδίες θα μπορούν να τραγουδιούνται παντού και θα ήταν έξυπνες. Αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι η ματιά ενός επιτηδευμένα κυνικού 50άρη θα γεννούσε μερικές μπαλάντες που σε κόβουν στα δύο, όπως λ.χ. το “I Wish I Had Pictures” –κάτι σαν “In My Life” για τη γενιά μας.

O Merritt μεγαλώνει και χαίρομαι που μεγαλώνω μαζί του. Οι μελωδίες του ωριμάζουν καθώς κάθονται στα αυτιά, βγάζουν περικοκλάδες στην καρδιά μας και στο τέλος κουμπώνουν στο δικό μας θυμικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για ένα από τα ακρογωνιαία άλμπουμ της δεκαετίας. Κυριολεκτώ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Alien: Η μυθολογία του διασημότερου διαστημικού θρίλερ

Με την ευκαιρία του Alien: Covenant, θυμόμαστε τις 5 ταινίες που προηγήθηκαν και μας έκαναν να αγαπήσουμε τη μυθολογία που ξεκίνησε πριν από σχεδόν 4 δεκαετίες.

Alien (1979)

91bMov_2.jpg

 

Στο βαθύ διάστημα, τις κραυγές σου δεν τις ακούει κανείς. Το έσχατο μεγάλο φιλμ τρόμου της δεκαετίας του 1970 ταξίδεψε στο μέλλον, αν και ήταν βασισμένο σε μια horror κουλτούρα από το παρελθόν και συγκεκριμένα στα εξωγήινα τέρατα της δεκαετίας του 1950. Το Alien του 1979 υπέγραψε ο Ρίντλει Σκοτ, ο οποίος είχε σημαδευτεί από τις παραδοσιακές γκραν γκινιόλ ταινίες με τέρατα. Υποδειγματικά κλειστοφοβικό και αγωνιώδες στον τρόπο με τον οποίον έδινε υπόσταση στον μικρόκοσμο του διαστημοπλοίου, το Alien ήταν προορισμένο να γίνει κλασική ταινία και να επανακαθορίσει τον διαστημικό τρόμο. Ο Ευρωπαίος ζωγράφος Γκίγκερ ενσωμάτωσε σεξουαλικά, μηχανικά και δαιμονικά χαρακτηριστικά στο αξέχαστο εξωγήινο πλάσμα που σχεδίασε. Η έννοια του Άλλου, όπως την είχαν διαμορφώσει τα παλιά monster movies, δεν διαφοροποιείται στα συστατικά της στοιχεία, αλλά αυτή τη φορά έχουμε το στοιχείο της «κυοφορίας» του εξωγήινου τέρατος, με ξενιστή το ανθρώπινο σώμα. Μια προσθήκη σωματικού τρόμου, η οποία απογείωσε το «μεταλλικό» σύμπαν, δίπλα σε τοξικά σάλια και σε αγωνιώδη κυνηγητά σε φουτουριστικά ντεκόρ.

Aliens (1986)

91bMov_3.jpg

Μια ευφάνταστη έκθεση μιλιταριστικών ακροτήτων, αυθάδικης φαντασίας και ένα γοητευτικά ιδιότυπο -και ενίοτε αποξενωτικό- χιούμορ κατακλύζει την αγεωγράφητη βιρτουοζιτέ του Τζέιμς Κάμερον στη δεύτερη ταινία της σειράς. Ανάμεσα σε ποταμούς από σφαίρες και φλογοβόλα, καρποφορεί η ανατρεπτική προβληματική της «μητρότητας», ενώ ο αμφίσημος ρόλος της Ρίπλει βρίσκει τον δρόμο του στη μυθολογία του φιλμ. To μεταλλικό περίβλημα που στεγάζει τις συναισθηματικές επάλξεις των ηρώων είναι τίγκα στα πυρομαχικά και ο άνθρωπος μοιάζει με αφελές πλάσμα που ταράζει την ταγμένη στη συμμετρία κοσμική τάξη, αδιαφορώντας τόσο για τα μεγέθη, όσο και για το αν δύναται να χωνέψει τις εκκωφαντικές συμπαντικές απαντήσεις που κρύβονται στο βαθύ διάστημα.

Alien 3 (1992)

91bMov_4.jpg

Το Alien 3 προσπάθησε να κερδίσει το στοίχημα της προσωπικότητας μετά το πληθωρικό δεύτερο μέρος, στρέφοντας ξανά την προσοχή στο σενάριο. Μια σκοτεινή και μακάβρια σειρά από πύρινα, βουτηγμένα στο χαλκό πλάνα, στοιχειώνει την ιστορία, χαρίζοντάς της μια εσχατολογική απελευθέρωση και μια θρησκόληπτη απελπισία, η οποία γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του φιλμ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, δουλεύοντας με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς του σασπένς, ρίχνει το πλάσμα και τη Ρίπλει σε μια απομονωμένη φυλακή υψίστης ασφαλείας, με συμμάχους ένα μάτσο παιδεραστές, δολοφόνους και ψυχωτικούς που βρήκαν τον Θεό. Εκεί που το αυθεντικό Alien ξεκίνησε από μια αποστολή ρουτίνας και κέντησε διαφορετικές υφές του κινηματογραφικού τρόμου, το Alien 3 κυκλώνεται από παχιά θεολογικά στρώματα και από μια «υπέρβαρη», μυθική αύρα αιρετικού στοχασμού.

Alien Resurrection (1997)

91bMov_5.jpg

Ο στρατιωτικός μηχανισμός θέλει να ξαναδώσει ζωή στην κλωνοποιημένη Ρίπλει και να αφαιρέσει την εξωγήινη βασίλισσα που μεγαλώνει μέσα της για να γεννήσει τερατόμορφα τέκνα. Μια ομάδα μισθοφόρων καταφθάνει με ανθρώπους-φορείς εξωγήινων αυγών, και καταλαμβάνει το σκάφος. Ο ειδικευμένος σε ονειρόκοσμους φαντασίας Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Πιερ Ζενέ (βλέπε το «Delicatessen», αλλά και την «Πόλη των Χαμένων Παιδιών») διεγείρει το σασπένς και τη συνενοχή του θεατή, με αποκορύφωμα μια υπέροχη υποβρύχια καταδίωξη. Η ταχυδακτυλουργική σκηνοθεσία γεννάει ποιητικώς …ψυχαναλυτικές φαντασιώσεις, αλλά και μια εφευρετική αισθητικά αντιμετώπιση ενός ολόκληρου πάνθεου τερατομορφίας.

Prometheus (2012)

91bMov_6.jpg

Η συγγένεια του Prometheus με το αριστούργημα του 1979 είναι μονάχα εξ αγχιστείας. Το μεγαλειώδες μυθολόγημα κλειστοφοβικού τρόμου της δεκαετίας του 1970 αντανακλάται μόνο στην κοινή σημειολογία (το πλήρωμα του σκάφους, το εξελιγμένο ανθωποειδές, η εταιρεία) και ο Προμηθέας απαγκιστρώνεται από το μαρκετίστικο δέλεαρ της δύσμορφης, σιελογόνου απειλής. Όμως ο Ρίντλει Σκοτ επανέρχεται στο τιμόνι της σκηνοθεσίας και δείχνει ότι ξέρει να προκαλεί ραφιναρισμένο δέος. Το διακύβευμα εδώ δεν είναι οι μάταιες κραυγές στο διάστημα, ούτε ο τρόμος απέναντι στα υγρά του τέρατος, αλλά η ατέρμονη εξερεύνηση της προέλευσης του ανθρώπινου είδους. H επανεκκίνηση των ιδεών γίνεται μέσα από την εξερεύνηση για αρχαίους εξωγήινους πολιτισμούς και την ανάγκη για απαντήσεις σε κοσμογονικά ερωτήματα. Η -ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση της αφήγησης θα εγκλωβιστεί στα ουρλιαχτά των προπατόρων του homo sapiens, με μια διεύθυνση φωτογραφίας που μυρίζει θειάφι και με τα επιστημονικά ευρήματα να είναι εξωγήινες ωοθήκες και μεταλλαγμένα ερπετά.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #88

«Body Count Motherfuckeeeeer!».

Με αυτήν την αξέχαστη ιαχή πολέμου ξεκινούσε το Body Count του 1992, εκείνο το πύρινο ντεμπούτο του side project του Ice T, σε μια ταραγμένη εποχή, κατά την οποία το Λος Άντζελες έβραζε από διαδηλώσεις και η αστυνομική βία προκαλούσε οδομαχίες. Το rap metal υβρίδιο των Body Count κόχλαζε από οργή και έτριζε τα δόντια του απέναντι στο ρατσιστικό κράτος, ξεμπροστιάζοντας το αστυνομικοκρατούμενο σύστημα των αστικών κέντρων.

Μέσα στα χρόνια οι Body Count συνέχισαν να κυκλοφορούν δίσκους, όταν ο Ice T έβρισκε χρόνο ανάμεσα στα σόλο LP του ή στους τηλεοπτικούς του ρόλους (ειρωνικά, ήταν συνήθως ρόλοι μπάτσων). Πλέον, όμως, το συγκρότημα είναι αποδεκατισμένο καθώς πολλά ιδρυτικά μέλη έχουν πεθάνει. Μόνο ο Ice T και ο κιθαρίστας Ernie C έχουν απομείνει να εξαπολύουν το thrash βιτριόλι κατά της «μηχανής».

Στα 2017, οι βασικές επιρροές των Body Count δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα: τα επιθετικά τους riff κινούνται ανάμεσα στους Black Sabbath και στους Suicidal Tendencies, αλλά και ανάμεσα στους Slayer και στους Bad Brains. Κανένα όμως κομμάτι του Bloodlust δεν αφήνει αποτύπωμα στον ακροατή και κάνενα riff δεν μπορεί να ακουστεί ως soundtrack σε σκηνές λαϊκής εξέγερσης –για να τις κινητοποιήσει δε, ούτε λόγος.

Το εξτρεμιστικό “Civil War” (με guest τον Dave Mustaine των Megadeth) ξεκινάει βέβαια τον δίσκο κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο μέσα σε metal πανικό, το “All Love Is Lost” (guest εδώ ο Max Cavalera) φτύνει μισογυνικό μίσος και το “Here I Go Again” γεννάει εικόνες ενός αιματοβαμένου b-movie. Πρόκειται ωστόσο για τραγούδια που ακολουθούν μια απλή φόρμουλα: ο Ice-T κραυγάζει για ένα κοινωνικό ζήτημα ώστε να θέσει το θεματικό τερέν, μετά βρίζει ακατάπαυστα για το πόσο «fucked up» είναι το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται και κάπου στη μέση ένα παχύρρευστο κιθαριστικό riff έρχεται για να κάψει τα ηχεία και να τα κάνει όλα ίσωμα.

Ενώ λοιπόν κάποτε οι Body Count προκαλούσαν αντιπαραβολές με τους Rage Against The Machine, πλέον μπορούν να συγκριθούν με ένα μεταλλικό κακέκτυπο των Limp Bizkit. Πριν δύο δεκαετίες, ασφαλώς, αυτή θα ήταν η χειρότερη προσβολή για την thrash συμμορία του Ice-T, αλλά ίσως να μη χολοσκάνε πλέον για την επικινδυνότητά τους, παρά να νοιάζονται μόνο για την εκτόνωσή τους. Το σαρωτικό Bloodlust μπορεί έτσι να νομίζει ότι λειτουργεί σαν εμπρηστικός μηχανισμός απέναντι στη ρατσιστική και βίαιη κοινωνία που το έθρεψε, μα πάσχει τόσο πολύ μουσικά και στιχουργικά, ώστε δεν είναι ικανό να παράξει έστω ένα τραγούδι-σύνθημα.

Οι Body Count δεν μπορούν πια να ξεσηκώσουν, δεν μπορούν καν να ενοχλήσουν. Ούτε μια ωμή ανταπόκριση από το πολεμικό μέτωπο των γκέτο δεν πείθουν ότι κάνουν με ειλικρίνεια, καθώς η οργή εδώ είναι τoποθετημένη μόνο για να συνοδεύει τη macho πόζα και τα (ανώδυνα) κωλοδάχτυλα προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο το “No Lives Matter” κάνει ένα σχετικά ενδιαφέρον σχόλιο επάνω στο κίνημα του Black Lives Matter, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να αποκαλείται απόγονος του “Cop Killer”.

Αυτό το άλμπουμ, ας είναι το τελευταίο τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #87

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο. Ο τρόπος που η ζεστή φωνή της τυλίγεται γύρω από τρυφερές, μελίρρυτες μελωδίες, τρύπωσε στην καρδιά μου, κυρίως με τα τραγούδια που χάρισε στο soundtrack του Magnolia (1999). Η ίδια ανήκει άλλωστε σε μια γενιά γυναικών τραγουδοποιών της δεκαετίας του 1990, από τη Fiona Apple μέχρι και την Cat Power, που επιβιώνουν ακόμα, ανάμεσα σε συνταγές γιατρού και παρτιτούρες. Γυναίκες με παραπανίσια εξυπνάδα, των οποίων η καλλιτεχνική αυτοέκφραση και οι αποτοξινωτικές μελωδίες γίνονται σωσίβια, ώστε να μπορούν να αντέχουν το βάρος τους.

Στο πρώτο της άλμπουμ μετά από 5 χρόνια, η πολυσχιδής τραγουδοποιός αντιμετωπίζει μετωπικά την ψυχική νόσο και τα τραύματα που γεννάει στις καθημερινές σχέσεις. Από την αρχή άλλωστε της καριέρας της έδινε φωνή σε ήρωες που δεν ήταν θύματα των υπολοίπων ή γεννημένοι losers, μα αυτοκαταστροφικοί σαμποτέρ των ίδιων τους των ζωών. Σε εραστές που απεχθάνονται την οικειότητα, σε αστούς που χρησιμοποιούν τον σαρκασμό για να καλύψουν τον τραυματισμένο τους εαυτό, σε αταξινόμητους κοινωνικά ανθρώπους, όσους τρέχουν ασθμαίνοντας προς μια κάποια ευτυχία –μόνο και μόνο για να σωριαστούν εξαντλημένοι στα μισά της διαδρομής– αλλά και σε αφελείς που επιχειρούν πτώση στο κενό, πεπεισμένοι ότι θα προσγειωθούν ελαφρά στο έδαφος σαν πούπουλα.

Τα τραγούδια του Mental Illness μοιάζουν να μην ηχογραφήθηκαν απλώς, αλλά να απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα· σαν αποδημητικά πουλιά που δεν αντέχουν άλλο να παριστάνουν τα κατοικίδια στα μπαλκόνια αστικών διαμερισμάτων. Από τις soft-rock γραμμές των Bread μέχρι τις mid-tempo μπαλάντες του Elliott Smith, η Aimee Mann αφηγείται folk ιστορίες, ενδεδυμένες με βασανισμένο περιτύλιγμα και με μαύρο χιούμορ. Προκειμένου λοιπόν να οικειοποιηθούμε τραγούδια όπως το “Lies Of Summer”, το οποίο αφηγείται μια βάναυση σχέση με έναν παθολογικό ψεύτη (και για κάποιον λόγο φέρνει στον νου τον Neil Young του “Harvest Moon”), το διπολικό δράμα του “Rollercoasters” ή το “Knock It Off”, μια ιστορία διαχείρησης ενός πρώην που δεν δέχεται το τέλος της σχέσης («Come on, get in the car –it’s over»), η ακρόαση πρέπει να συνοδεύεται από ανάγνωση των στίχων για να αποδώσει τα δέοντα.

Τα τύμπανα, το πιάνο και τα διακριτικά έγχορδα δεν παίρνουν ποτέ το πάνω χέρι, κάνοντας έτσι το Mental Illness έναν δίσκο εύκολο να χαθείς μέσα του. Φυλάξτε το “You Never Loved Me” για ένα μελαγχολικό βράδυ και το “Stuck In The Past” για όταν χρειαστείτε ένα μικρό καταφύγιο παρηγοριάς, φιλοτεχνημένο με ειλικρίνεια και ψυχοθεραπευτική διάθεση.

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο· αλλά τον αντίκτυπο των τραγουδιών του Magnolia, δεν τον έφτασε ξανά. Επιλέγω όμως να κρατήσω τις τρυφερές της ερμηνείες σε στίχους όπως το «My heart is a poor judge / It harbours an old grudge», καθώς επιμένουν να θυμίζουν αληθινά αισθήματα στην ψηφιακή, φωτοσοπαρισμένη φαντασία που κατακλύζει τις μέρες μας.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Jonathan Demme (1944–2017)

O θάνατος του Jonathan Demme, μας δίνει μια αφορμή για να θυμηθούμε όλους εκείνους τους σκηνοθέτες του σύγχρονου Αμερικάνικου σινεμά, που διαθέτουν προσωπικό κόσμο, δεξιοτεχνία και πάθος, αλλά συνήθως δεν τιμώνται όσο πρέπει. Ο Demme δεν ήταν παραγνωρισμένος, καθότι έχει βραβευτεί με όσκαρ και έχει αποκτήσει τεράστια φήμη. Όμως, ο Νεουορκέζος σκηνοθέτης πάντα διέθετε το «ενοχλητικό» για το mainstream κοινό, ένζυμο του «πάθους για εικόνα», (όπως ο Michael Mann). Με παραπανίσια εξυπνάδα και με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω στην καριέρα του, ο Demme δεν ήθελε (ή δεν μπορούσε) να ακολουθήσει τη δαφνοστεφανωμένη διαδρομή συναδέλφων του, όπως ο Ron Howard ας πούμε, που ήταν ετοιμοπόλεμοι σε κάθε «πρόσληψη του studio». Ο ίδιος δεν ανέλαβε δαπανηρά σίκουελ, ούτε ήρωες της Marvel. Έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο με τεθλασμένη γραμμή στο σχεδιάγραμμα ποιότητας, ο Demme θα μείνει στην ιστορία κυρίως για τον τρόπο που ενσωμάτωσε την rock κουλτούρα στις εικόνες του, όπως προγενέστερα ο Nicholas Roeg ή μεταγενέστερα ο Cameron Crowe. Όμως ο Jonathan Demme δεν έκανε rock’n’roll σινεμά, αλλά τίμησε τη μουσική με έναν τρυφερό και διακριτικό τρόπο.

silence_6.jpg

Ο καριέρα του ξεκίνησε με γνήσια b movie ψυχαγωγία, με τον ίδιο να απολαμβάνει τη χαρά της σκηνοθεσίας σε μια σειρά μικρών ταινιών (Last Embrace, Melvin and Howard). Όμως στην κωμωδία Something Wild (1986) ήταν που έλαμψε για πρώτη φορά το άστρο του και στο Married to the Mob (1988) ήταν που έγινε περιζήτητος. Αντί όμως να εκμεταλλευτεί την επιτυχία και να αναλαμβάνει να διαικπεραιώνει κωμωδίες στο στυλ του Rοb Reiner, ο Demme αμέσως βούτηξε στον πειραματισμό με το “Swimming to Cambodia” και λίγο μετά αποθέωσε τη μουσική των Talking Heads με το “Stop Making Sense, αντικειμενικά την «καλύτερη συναυλία που κινηματογραφήθηκε ποτέ», με τον Byrne σε άπιαστη δημιουργική νιρβάνα επί σκηνής. Ο Demme είδε τη συναυλία σαν ένα θεατρικό και τους μουσικούς σαν χαρακτήρες ενός έργου με τους οποίους έπρεπε να δεθείς σαν θεατής.

2017-03-06.jpg

Ο Demme έφτασε την δημοτικότητά του στα ύψη με τον τρόπο που κινηματογράφησε το πρόσωπο του Anthony Hopkins να λέει «Hello Clarice» και να μας παγώνει το αίμα στους κινηματογράφους το 1991. Η ταινία άνοιξε το δρόμο για το Seven και το X-Files αλλά και για εκατοντάδες απομιμήσεις, με κάθε λογής ψυχωτικών serial killers να παρελαύνουν στις οθόνες. Κανένας δεν έφτασε τον Buffalo Bill και κανένας σκηνοθέτης δεν θα ταίριαζε τόσο καλά το ‘Goodbye Horses’ των Q Lazarus στη σκηνή με το χορό του δολοφόνου. Ο θρίαμβος συνεχίστηκε με το οσκαρικά ανθρωποκεντρικό και διδακτικό Philadelphia (1993). Από τότε ο Demme αποφάσισε να κάνει τα δικά του. Να κάνει παρέα με τον John Cale, τον Bruce Springsteen, τη Laurie Anderson, τον Robyn Hitchcock, τον David Byrne και τον Neil Young. Με τον Neil Young μάλιστα, έφτιαξε τρια υπέροχα ντοκιμαντέρ: το Heart of Gold (2006), το Trunk Show (2009) και το Journeys (2011). Σαν να μην ήθελε να αποχωριστεί τη μουσική του φίλου του.

6a00d8341c630a53ef0168e5c36406970c.jpg

Το σινεμά του Demme είχε τίμιες ασημαντότητες (The Truth About Charlie), φιλόδοξες αποτυχίες (Beloved), αναιμικές ηθογραφίες (Rachel Getting Married), δειλές απόπειρες στο mainstream (The Manchurian Candidate) και υποτιμημένες κομεντί (Ricki and the Flash). Κυρίως όμως περιείχε κάμποσες τηλεταινίες, μικρά ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικά επεισόδια. Τη μέρα που ο Demme πέθανε, προβάλλονταν στην Αμερικάνικη τηλεόραση ένα επεισόδιο που σκηνοθέτησε για την αστυνομική σειρά Shots Fired – ένα από τα αμέτρητα αστυνομικά σήριαλ του συρμού στα οποία σπαταλήθηκε. Ο άνθρωπος για τον οποίο πίνουν νερό στ΄όνομά του ο Fincher και ο Soderbergh, αναλάμβανε δουλειές για εκτόνωση και για βιοπορισμό, σαν να μη νοιάζονταν πια να φτιάξει σπουδαίο σινεμά. Για κατευόδιο, να δείτε το “A Master Builder” (2013) ένα τρυφερό φιλμάκι που κρατάει ζωντανούς τους χαρακτήρες του Wallace Shawn και του Andre Gregory από το “My Dinner with Andre” (1981) του Λουί Μαλ. Το έργο του Demme θα μείνει για να μας θυμίζει ότι μερικοί δημιουργοί βγαίνουν… Once In A Lifetime.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #86

The Flaming Lips

Oczy Mlody

Μία από τις πιο ευεργετικές δυνατότητες της μουσικής, είναι ότι μπορεί να σε παρασύρει σαν φαντασιακή χρονοκάψουλα, στέλνοντάς σε σούμπιτο σε μακρινούς ονειρόκοσμους, εκεί όπου η μονοτονία δεν έχει καμία θέση και οι μέρες σου δεν είναι ρουτινιασμένες κι άραχλες.

Η αποδραστική της δύναμη δημιουργεί ψυχεδελικούς διάκοσμους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα κακοφωτισμένα γραφεία που σε κρατούν δέσμιο, εκεί όπου μοναδικό soundtrack είναι ο ήχος του φωτοτυπικού μηχανήματος και του τηλεφώνου. Η μουσική διώχνει την ασχήμια μακριά και σε κάνει να νιώθεις ότι φοράς φαντεζί στολή αστοναύτη, αντί για ασιδέρωτα και πιτσιλιασμένα από τον πρωινό καφέ μπλουζάκια. Οι Flaming Lips θέλουν πολύ να είναι σε θέση να κάνουν αυτό το δώρο της απόδρασης, νομίζω όμως ότι πλέον είναι πολύ απασχολημένοι με το να χάνονται οι ίδιοι σε «αποδραστικούς» πυλώνες φαντασίας, με αποτέλεσμα να ξεχνάνε το κοινό. Με αυτό μάλιστα το 14ο άλμπουμ τους, φαντασιώνονται εαυτούς στη θέση των Pink Floyd, όταν εκείνοι είχαν βουτήξει στα καλύτερα παραισθησιογόνα που βρήκαν στο στούντιο των Beatles.

Το Oczy Mlody είναι μια πλαδαρή σε ύφος και δομή rock opera, η οποία λειτουργεί σαν ψυχοτροπικό μανιτάρι: έστω κι αν δεν δύναται να κάνει τα ανδροειδή να ονειρευτούν ηλεκτρικά πρόβατα, θέλει τουλάχιστον να ρίξει τους ανθρώπους σε τριήμερο ύπνο, για να κάνουν αχαλίνωτο σεξ στα όνειρά τους με μονόκερους. Όμως τα χρόνια των σπουδαίων εμπνεύσεων (ανάμεσα στο Soft Bulletin του 1999 και στο Yoshimi Battles The Pink Robots του 2002, δηλαδή) έχουν παρέλθει για τους Lips, και το να βρεις τις αληθινά καλές ιδέες μέσα σε αυτήν την παρέλαση από psych-pop ονειρώξεις γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Το εναρκτήριο “How” είναι ένα synth rock τέρας με πολλά πόδια, το οποίο αφήνει χώρο στον Wayne Coyne να κάνει τα δικά του, υποχρεώνοντάς σε, με το στυλ του, να ακούσεις τι έχει να πει. Όσο όμως προχωράει ο δίσκος ανοίγει και το κάδρο: η εικονογραφία γίνεται πιο χαοτική, τα χρώματα στάζουν από τον μουσαμά και όλα μπλέκουν σε θραύσματα ενός κακού trip, που μέσα στο χάος επιμένει να επικοινωνεί τα πιο αισιόδοξα –γιατί έτσι λένε τα διδάγματα του Δρ. Timothy Leary. Κάπου στο “Galaxy I Sink” ακούς ωραίες κιθάρες βγαλμένες από σπαγγέτι γουέστερν, το “Listening Τo Τhe Frogs With Demon Eyes” θέλει να κάνει τον Johnny Greenwood των Radiohead να μειδιάσει (και το καταφέρνει), ενώ στο “We The Family” η Miley Cyrus τραγουδάει μια νεοχριστιανική παραβολή για έναν εξωγήινο Ιησού που έπεσε στη Γη με διαστημόπλοιο. Οι Flaming Lips φέρονται σαν πρώην καταξιωμένοι καλλιτέχνες, οι οποίοι αποκύρηξαν μετά βδελυγμίας την επιτυχία του παρελθόντος κι έκαναν κοσμήματα τους χρυσούς τους δίσκους, σνιφάροντας παράλληλα τις στάχτες των συμβολαίων τους με τις μεγάλες δισκογραφικές.

Αλλά αυτή η ψυχεδελική americana δεν έχει πραγματικό fun: ακούγεται σαν ένα μπάσταρδο τέκνο του Flying Lotus και του Paul McCartney, το οποίο δεν πήρε ποτέ σχήμα τραγουδιού για το εμπόριο κι έμεινε στους πειραματισμούς της κονσόλας. Οι Flaming Lips ψυχαγωγούν λοιπόν μόνο τον εαυτό τους στο Oczy Mlody, λες και κάθονται σε εμβρυική στάση στο στούντιο, αδιαφορώντας για τον αποδέκτη. Το ψυχρό, μινιμαλιστικό ύφος του Wayne Coyne υστερεί και σε ποίηση και σε αθωότητα, ενώ οι παραμορφωμένες μελωδίες – βγαλμένες από τα σημειωματάρια των Beach Boys– ψάχνουν σαν έρημες να χτίσουν μια γέφυρα με τον ακροατή, τη στιγμή που το μυαλό του αρχιτέκτονα έχει αφεθεί στην παράνοια.

Περισσότερο ένα installation που εκπέμπει σήμα ζωής, χωρίς απαραίτητα να ψάχνει αποδέκτη, παρά καλλιτεχνική πρόταση αξιώσεων.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment