Album of the Week #185

The O’Jays

The Last Word

Οι O’Jays δημιουργήθηκαν πριν από 60 (όπως λέμε εξήντα) χρόνια στο Οχάιο. Και χρειάστηκε να διανύσουν μια μεγάλη διαδρομή, με κάμποσες αλλαγές ονομάτων, μελών και label, μέχρι να καταλήξουν να γίνουν φωνητικό τρίο και να κυκλοφορήσουν το θρυλικό Back Stabbers το 1972. Από τότε και μετά, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της θαυματουργής soul που χαρακτηρίστηκε ως «Philadelphia Sound». Μετά από μια πληρέστατη πορεία –η οποία μόνο με εκείνη των Temptations μπορεί να συγκριθεί– έρχονται τώρα να πουν την «τελευταία κουβέντα», κλείνοντας την καριέρα τους. Για τα στατιστικά και μόνο, να σημειωθεί ότι αυτό είναι το πρώτο τους άλμπουμ με νέο υλικό μετά από 15 χρόνια, καθώς είχαν να φανούν από το Imagination του 2004.

Αρκετά όμως με τα νούμερα, τις ηλικίες και τα ρεκόρ. Τον λόγο έχει η μουσική των O’Jays, η οποία στέκει ακμαία, σαν όαση απέναντι στον σημερινό κυνισμό και στην απαξία. Ακούστε πώς απλώνεται το επονομαζόμενο «sweetening» (που έλεγαν όταν αναφέρονταν στη soul pop της Philadelphia) στα έγχορδα του “Start Stoppin”. Ακούστε το πνεύμα πολιτικής αλληλεγγύης στο “I Got You”. Προσέξτε το ανέβασμα του γκρουβάτου ρεφρέν, τη χρυσόσκονη και το βελούδο στο καμαρωτό “Stand Up (Show Love)”. Φινέτσα, στιλ, εμπειρία αλλά και ουσία. Οι O’Jays συνδυάζουν την αγνή soul της δεκαετίας του 1960, τη χλιδάτη αισθητική και τις κομψές προσωπικότητες των μελών τους. Τι παραπάνω θα μπορούσαμε να περιμένουμε;

Τα ιερά μελωδικά χρώματα του Back Stabbers και η παράδοση του Soul Train έχουν αφήσει τα ίχνη τους σε αυτόν τον καλοδεχούμενο δίσκο. Ας μην ψάχνουμε λοιπόν για νεοτερισμούς και προοδευτική ενορχήστρωση σε μια τέτοια αποχαιρετιστήρια κυκλοφορία. Η πολιτισμένη και λαμπερή ατμόσφαιρα φτάνει και περισσεύει –και ας είναι παραπάνω σαλονάτη απ’ όσο θα περίμεναν πολλοί.

Από το Avopolis

 

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #184

Damien Jurado

In The Shape Of A Storm

Ήταν πάντα αξιέπαινος ο τρόπος με τον οποίον ο Damien Jurado γεφύρωνε την «πικρή» και «βουνίσια» αφηγηματικότητα του Neil Young με τη χαμηλοβλεπούσα εσωστρέφεια του Nick Drake. Αυτό ήταν εξαρχής το συγκριτικό του πλεονέκτημα, σε σχέση με τις ορδές των απόγονων του αμερικάνικου folk rock. Με ένα επιπλέον ατού: την αυξημένη αίσθηση μελωδικότητας που διέθετε.

Ο νέος δίσκος του τροβαδούρου από το Σιάτλ δεν αποτελεί σπουδαία είδηση, άλλωστε ο πολυγραφότατος Jurado έχει κυκλοφορήσει 14 άλμπουμ (και μπόλικα EP) σε 22 χρόνια: ακόμη και στους πιο πιστούς του ακόλουθους, θα έχουν ξεφύγει μερικές κυκλοφορίες στην πορεία. Καμία συγκλονιστική διαφορά και καμία εκφραστική διαφοροποίηση δεν μας περιμένει λοιπόν στο In The Shape Of A Storm.

Ο Jurado παραμένει πεισματικά αγέλαστος, ενώ παίζει σαν να βρίσκεται κλεισμένος στην ξύλινη καλύβα του, χωρίς καμία διάθεση να βγει, με αναμμένο το τζάκι, ενώ έξω φυσομανάει. Οι βουκολικές εμπνεύσεις μοιάζουν να γράφτηκαν για να μας κρατήσουν συντροφιά όταν πίνουμε το καυτό τσάι μας με αναστεναγμό, σε κάποιο καταφύγιο που μας προστατεύει από τη βαρυχειμωνιά. Κάνει τη δουλειά του ωστόσο, με σχετικά γλυκό τρόπο μάλιστα. Τουλάχιστον για όσους ενδιαφέρονται για «γυμνές» ερμηνείεςμε λίγα τρυφερά ακόρντα, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στην ενορχήστρωση. Ένα ανέμελο σφύριγμα στο “South” και ένα ηχητικό εφέ στο “Silver Ball”, είναι τα μοναδικά στοιχεία που σπάνε τη μονοτονία.

Το In The Shape Of A Storm ακούγεται σαν συλλογή 10 ακυκλοφόρητων demo από έναν καλό rock δίσκο που έχουμε αγαπήσει, τα οποία μαζεύτηκαν στο bonus CD της 20ης, 30ης ή 40ης (άλλωστε ο χρόνος δεν έχει σημασία) επετείου κυκλοφορίας του. Σε αυτά, όμως, λείπει η διορατικότητα και η μεγαλοπρέπεια των μεγάλων τραγουδοποιών. Ο Damien Jurado πάντα άνηκε στην κατηγορία ανθρώπων που τους αρέσει να νιώθουν μεγαλύτεροι απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Αλλά εδώ μπερδεύει το φαινομενικά ώριμο με το μεγαλοπρεπές και το προβληματισμένο με το σοφό.

Τα αισθήματα του δίσκου λειτουργούν έτσι μόνο σαν αναφορές και σαν προεπιλεγμένη αισθητική. Η μοναξιά που κουβαλάει το έντεχνο indie rock της επαρχίας ακούγεται ευχάριστα. Οι καημοί του αγαπησιάρη τραγουδιστή ακούγονται ωραία. Η κλασικότατη folk νοοτροπία βρίσκει τον στόχο της. Όλα είναι ρυθμισμένα στον βαθμό που, αν τα κακολογήσεις, τότε σημαίνει ότι «δεν νιώθεις» και ότι δεν έχεις ευαισθησίες. Και με τέτοιους συναισθηματικούς εκβιασμούς, δεν τα πάω καλά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Avengers

Αποτέλεσμα εικόνας για avengers endgame

Τουλάχιστον 100 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είδαν σε 5 μέρες το Avengers, με “ποδοσφαιρικό” φανατισμό.

Όλοι μιλούν εκστασιασμένοι για τα μυστικά και τα μηνύματα που βρήκαν, για την ιερή post-credit σκηνή ή για το ποιοι ήρωες δικαιούνται spin-off. Άσε που απειλούσαν στα σοβαρά τη ζωή οποιουδήποτε έκανε το παραμικρό spoiler.

Η μοναδική πληροφορία που δεν αφορά απολύτως κανέναν από τα εκατομμύρια φανατικών θεατών, είναι το “ποιος σκηνοθέτησε την ταινία”. Δεν έχει καμία σημασία. Το σινεμά της Marvel έχει υποβιβάσει το ρόλο του δημιουργού/σκηνοθέτη στο ρόλο ενός ωρομίσθιου τεχνίτη (ή εργάτη). Την ταινία που μάλλον θα γίνει η πιο εμπορική όλων των εποχών, δεν την έχει φτιάξει κανείς. 

Ακόμα και στα παλιότερα franchise βαρέων βαρών, υπήρχε η συζήτηση για τον δημιουργό – οι φανατικοί του Star Wars μιλούσαν για την τεχνοκρατική αντίληψη του JJ Abrams σε σχέση με το όραμα του Λούκας, οι φανατικοί του Lord Of The Rings έπιναν νερό στο όνομα του Πίτερ Τζάκσον κτλ

Η τηλεοπτική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο σκηνοθέτης είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης έχει κυριαρχήσει στο εμπορικό σινεμά, εξαιτίας της Marvel. Είναι σαν τα επεισόδια του Game Of Thrones, όπου δεν έχει σημασία αν διαφορετικοί άνθρωποι σκηνοθέτησαν το s8ep1 και το s8ep2. Δεν φαίνεται πουθενά άλλωστε και κανείς δεν ασχολείται. Ο ρόλος του σκηνοθέτη είναι διακοσμητικός, χωρίς να αφήνει αποτύπωμα στην αισθητική. Στις σειρές, οι showrunners και οι executives έχουν το “created by” credit, ότι κι αν σημαίνει αυτό, όχι οι σκηνοθέτες. Στη βιομηχανία της τηλεόρασης όμως, υπάρχει μια λογική πίσω απ’ αυτό. Στον κινηματογράφο, καμία.

Αυτός είναι ο λόγος που θεωρώ τα Avengers ανάξια λόγου και δεν δίνω δεκάρα για το αν είναι ψυχαγωγικά (που είναι). Αφού δεν υπήρξε δημιουργός να δώσει δεκάρα γι’ αυτές, γιατί να δώσω εγώ; Κανείς δεν πάλεψε να τις δημιουργήσει, κανείς δεν τις οραματίστηκε. Δεν έχουν καν σεναριογράφο, έχουν script doctors. Είναι ταινίες που σκοτώνουν την pop κουλτούρα. Είναι ταινίες που γίνονται μόνες τους, μετά από μαζική εργασία ανώνυμων συνεργατών που χτυπάνε κάρτα κάθε πρωί όταν περνάνε τα θυρωρεία των studio.

That’s entertainment. I guess…

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #183

Cinematic Orchestra

To Believe

Εργάτες της τέχνης (τους) είναι οι Cinematic Orchestra –ό,τι ακριβώς λέει και ο τίτλος ενός μαγικού νέου instrumental (“Workers Of Art”). Σε όλη την καριέρα τους ισορροπούσαν καλλιτεχνικά πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ορχηστρική pop απ’ το εξαρτώμενο από την εικόνα κινηματογραφικό score. Όμως δεν γράφουν μουσική που περιμένει να βρει εικόνες για να κουμπώσει· τις έχουν ήδη μέσα στο κεφάλι τους. Αυτό κάνει τη διαφορά. Επιπλέον δεν κρύβονται πίσω από περασμένα μεγαλεία και δεν τρώνε από τα έτοιμα. Δουλεύουν για να παράξουν έναν ήχο τεράστιο, στομφώδη και προσωπικό. Κατάφεραν λοιπόν να φτιάξουν το πιο συνεπές, οικουμενικό και υγιές άλμπουμ του 2019, μέχρι τώρα.

12 χρόνια μετά το εξαιρετικό Ma Fleur (2007), λοιπόν, ο Jason Swinscoe και ο Dominic Smith επιστρέφουν με δουλεμένες αρμονίες και soulful μελωδίες. Φτιάχνουν τραγούδια παρακινημένοι από τη διέγερση των αισθητικών τους ραντάρ και υπόσχονται νιρβάνα και ομορφιά. Φέρονται δε στα δημιουργήματά τους με σεβασμό, σαν να κρατάνε ιερά τοτέμ. Αφήνουν τις ιδέες να ανθίσουν τριγύρω απ’ τον βασικό κορμό, σαν ηλεκτρονικές περικοκλάδες. Βάζουν εμβόλιμα τζαζ τάκλιν εδώ κι εκεί, ενώ θέλουν να μυθοποιήσουν τα κομμάτια, να τους χαρίσουν την αύρα του υποβλητικού. Αυτό υποχρεώνει και τον ακροατή να αντιμετωπίσει τις συνθέσεις σαν να είναι φτιαγμένες από τις πιο σπάνιες πρώτες ύλες· τον κάνει να εμπιστευτεί την αξία της παραγωγής και να την ακολουθήσει σε οραματικούς κόσμους.

Όταν ακούς τη Vogel να τραγουδάει «I pray, the rain, will wash, the pain, from me» σε έχει κερδίσει για όλους τους λόγους που σε είχε κερδίσει κάποτε η απαράμιλλη ειλικρίνεια της Tracey Thorn. Ο στιβαρός Roots Manuva, από την άλλη, σε κάνει να «επενδύεις» στη διάχυτη μελαγχολία του “A Caged Bird/Imitations Of Life”. Πιο κάτω, το αλάνθαστο downtempo διαμάντι με τίτλο “Lessons” μπορεί να γίνει το soundtrack της ταινίας για την πιο σπουδαία μέρα της ζωής σου. Το δε “Zero One/This Fantasy” με τα τρυφερά φωνητικά του Grey Reverend και ο αφοπλιστικός ρομαντισμός του “Wait For Now/Leave The World”, θυμίζουν αντίστοιχα τις κορυφαίες στιγμές των Four Tet και τον καλλίγραμμο μινιμαλισμό των Massive Attack, της εποχής του Protection (1994).
Το άλμπουμ θέλει να επικοινωνήσει τη θαλπωρή της συναισθηματικής πληρότητας και περιέχει τραγούδια που θες να ακούς στις πιο προσωπικές στιγμές, όταν αναβλύζουν οι στεναγμοί σου. Προσωπικά θα κρατήσω για πάντα τα 3 τελευταία λεπτά του “A Promise”, που είναι συγκλονιστικά, χάρη στον τρόπο με τον οποίον ανοίγουν μια φιλόξενη drum ‘n’ bass αγκαλιά, μαλακή και αέρινη, για να να σε χωρέσει μέσα της.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #182

Bob Mould

Sunshine Rock

Περίπου 20 χρόνια ο Bob Mould δήλωνε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς του με τον κιθαριστικό ήχο, σήμερα ακούγεται πιο ταγμένος από ποτέ στο δυνατό rock ‘n’ roll, γι’ αυτό και τόσο γοητευτικός. Άλλωστε κουβαλάει εδώ και χρόνια ένα επίπεδο αισθητικής στην πλάτη του, τίμιο και σταθερό. Ακόμη δηλαδή και μετά από 13 προσωπικά άλμπουμ, δεν λέει να αφήσει τα γκάζια και να περάσει στη «βολική» φάση του έμπειρου τροβαδούρου, που διασκευάζει κλασικά αγαπημένα. Επιμένει αντιθέτως να παίζει δυνατό, ηλιόλουστο ροκ, με τις κιθάρες να τσιτώνουν, με τα κρουστά να παφλάζουν στα αυτιά σου και το μπάσο να αναμοχλεύει τα έγκατά του.

Η ειδοποιός διαφορά των πρόσφατων δίσκων του Bob Mould –από το Silver Age(2012) μέχρι το φετινό Sunshine Rock– σε σχέση με τη δουλειά του επί Hüsker Dü (αλλά και με τους Sugar, οι οποίοι ακολούθησαν), είναι η συναισθηματική ειλικρίνεια που έχει αποκτήσει η μουσική του. Τα τραγούδια του επικοινωνούν σε ενεστώτα χρόνο και ξεδιπλώνουν την ψυχολογική του διάθεση· φαίνεται μάλιστα ότι έχει ανάγκη αυτή τη σχέση αμεσότητας με τους ακροατές του.

Σε κομμάτια έτσι όπως το “Lost Faith” και το “Thirty Dozen Roses”, αναλογίζεται τις προσωπικές, χαμένες μάχες του. Στο “Camp Sunshine” εκφράζει ευγνωμοσύνη στη μούσα του, που του επιτρέπει ακόμη να την υπηρετεί. Στο “Sunny Love Song” βγάζει τον ξένοιαστο Καλιφορνέζο από μέσα του, ενώ στο “I Fought” σε κάνει να χτυπιέσαι απολαυστικά. Η πολυμελής ορχήστρα απορροφάται ήπια από τα βασικά συστατικά (κιθάρα-μπάσο-ντραμς) και δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι χωρίς να συντρέχει λόγος. Προσέξτε πόσο όμορφα ακούγονται τα έγχορδα στο “Final Years” και πόσο ωραία δίνουν συναισθηματικό βάθος στις μελωδίες, δίχως να καπελώνουν το αποτέλεσμα. Είναι όμως οι κιθάρες αυτές που επιμένουν μανιασμένα να μας ξεσηκώσουν στην ενορχήστρωση, καθώς βρίσκονται σε υπερδιέγερση.

Ο αγέραστος Bob Mould «καίει» τα ηχεία σε όλη τη διάρκεια του Sunshine Rockμε τραγούδια αιχμηρά, τα οποία παράγουν κοχλάζουσα αδρεναλίνη. Προδίδεται μόνο όταν προσπαθεί να είναι φιλικός σε νεαρότερα ακροατήρια. Πραγματικά, πολλά από τα κομμάτια του νέου δίσκου θα μπορούσαν να ακούγονται στους τίτλους τέλους επεισοδίων οποιασδήποτε «έξυπνης» τηλεοπτικής σειράς με ατίθασους νέους των αμερικάνικων προαστίων. Διαθέτει όμως αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο και παίζει σαν να λέει «δώστε μου μια κιθάρα και έναν ενισχυτή και μπορώ να κατακτήσω όποιο κοινό μου φέρετε μπροστά μου».

Μιλάμε λοιπόν για ατόφιο ροκ ήχο, χωρίς τη βοήθεια των μελωδικών τονισμών των πλήκτρων. Οργανικός, αναλογικός, εκκωφαντικός ήχος, που καλεί τον ακροατή να αγκαλιαστεί με τη στιβαρή, macho rhythm section, η οποία ακούγεται ωστόσο απαλλαγμένη από περιττές τοξικότητες.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #181

Andrew Bird

My Finest Work Yet

Δεν λέει να κοπάσει τους ρυθμούς με τους οποίους κυκλοφορεί δίσκους ο Andrew Bird. Δεν χαλαρώνει και δεν περιμένει τη Θεία Έμπνευση: όταν έχει μια ντουζίνα τραγούδια έτοιμα, τα πακετάρει και τα ηχογραφεί.

Αν είμαστε καλοί άνθρωποι και προσπεράσουμε τον (εξυπνακίστικο) τρόπο με τον οποίον κάνει τάχα μου αυτοκριτική στον τίτλο My Finest Work Yet, θα διαπιστώσουμε ότι ο Αμερικανός πολυοργανίστας επιμένει να αγαπάει απεριόριστα τους τραγουδοποιούς της δεκαετίας του 1970. Γράφει «απλωτά», βασισμένος στα ακουστικά, αφηγηματικά πρότυπα του James Taylor και του Gram Parsons. Και, χάρη στο νεοπαραδοσιακό στυλ του, μας χαρίζει ένα μελωδικό σεντούκι με τραγουδιστικές ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε εποχή της folk rock ιστορίας. Δυστυχώς, όμως, δεν καταφέρνει να αποφύγει την αισθητική που είναι ταυτισμένη με την φεγγαρολουσμένη γενιά των ψυχοπονιάρηδων.

Ο Andrew Bird τραγουδάει με μια ελεγχόμενη ανεμελιά. Μοιάζει με τον τροβαδούρο που τα λέει ωραία σε κάποια παραλία, με στυλ που κάνει τα κορίτσια να κρέμονται από τα χείλη του καθώς τους προκαλεί χίπικη ευδαιμονία. Ο ίδιος, θέλοντας να επικοινωνήσει καθαρό συναίσθημα, ηχογράφησε «ζωντανά» στο στούντιο, σε ανοιχτό χώρο με τους μουσικούς: χωρίς overdub, χωρίς ακουστικά και χωρίς ξεχωριστά sessions για κάθε όργανο· σε μια συμβολική κίνηση αδερφοποίησης μέσω της μουσικής. 

Εγχείρημα ευπρόσδεκτο, για μια νέα γενιά που έχει μάθει πρωτίστως να ακούει τη μουσική της μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες. Πραγματικά, το My Finest Work Yet σε προσκαλεί να συμμετάσχεις και να κοιτάξεις με τρυφερότητα τον διπλανό σου. Διαθέτει μια ηλιόλουστη εξωστρέφεια, παρεΐστικη ακόμα και στα πιο σκοτεινά σημεία του. Οι «αλκυονίδες» μελωδίες που προσφέρει έχουν μια ρευστή αισθητική, η οποία αρχικά σε γοητεύει. Με προσεκτικότερες όμως ακροάσεις, διαπιστώνεις ότι ο Andrew Bird δεν ξεχωρίζει σε πολλά από την πληθώρα συντηρητικών τροβαδούρων που δοξάζει κάθε μήνα το Uncut.

Τα τραγούδια του Andrew Bird δεν νιώθουν και πολύ αστικά· προέρχονται μάλλον από την ευκατάστατη επαρχία και κουβαλάνε την ευαισθησία όλων των μοναχικών τύπων. Φυσικά, μην περιμένετε εδώ τον αντρικό ιδρώτα των καουμπόηδων, ούτε το πνεύμα του Paul Simon. Όλα είναι ρυθμισμένα στο περίπου.

Ο δίσκος ξεκινάει με το «σφυριχτό» “Sisyphus” να παριστάνει τη μελωδική μπαλάντα που ο Elton John δεν έγραψε ποτέ, ενώ στη συνέχεια ο Bird «καπνίζει» λίγο την ατμόσφαιρα με το ευπρόσδεκτο jazzy ύφος του “Bloodless”. Παρακάτω όμως, το σύνολο αρχίζει να πλατειάζει και η χαρμολύπη δεν πιάνει τόπο. Στις πιο ήπιες και χαμηλοβλεπούσες στιγμές, όπως π.χ. στο “Cracking Codes”, θα έπρεπε να πετυχαίνει τον σπαραγμό (που πετύχαινε ο Damien Rice). Όμως είναι ακριβώς εκεί, εκεί δηλαδή όπου απογυμνώνει τις ενορχηστρώσεις του και μένει μόνο με τα βασικά, που φαίνεται πόσο μονότονη είναι η φωνή του. Ή μάλλον πόσο μονότονα τη μεταχειρίζεται.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Madrugada Live

46dMdrg_11.png

Κανείς δεν πρέπει να έχει αυταπάτες για το εκτόπισμα των Madrugada στην Ελλάδα. Οι φετινές sold-out εμφανίσεις στη χώρα μας ήταν θριαμβευτικές, με όποιον τρόπο και αν επιλέγουμε να αποτιμήσουμε μια συναυλιακή επιτυχία, είτε σε νούμερα, είτε σε συναισθηματικό αντίκτυπο. Αν και είναι ο Sivert Høyem αυτός που χτίζει και συντηρεί στην ουσία τη μακροχρόνια σχέση με το εγχώριο κοινό (ως τακτικός παίχτης σε καλοκαιρινά φεστιβάλ), οι Madrugada παραμένουν μεγάλο brand name, 20 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ Industrial Silence(1999).

Από το εναρκτήριο “Vocal”, όλα ξεκίνησαν άψογα και συνέχισαν έτσι μέχρι το τέλος. Με μια προσεγμένη setlist γεμάτη από τίμια, στρογγυλά, κιμπάρικα ροκ τραγούδια, οι Madrugada κέρδισαν κάθε ακροατή ξεχωριστά, καθώς πάτησαν τα σωστά κουμπιά συναισθήματος και θεάματος. Πρόκειται για κομμάτια που φέρνουν ζυγισμένη καταχνιά στην ατμόσφαιρα –δεν είναι δύσκολο, επομένως, να καταλάβεις τον λόγο που ο Høyem έχει γίνει σχεδόν ντόπιος super star. Ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τη σκαμμένη βραχνάδα του, ξέρει πώς ακριβώς να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του, πότε να κραυγάσει και με ποιους τρόπους να αφήσει τη σκουριά και τη ραγάδα να φανούν διακριτικά. Μπορεί να εξακολουθεί να ερμηνεύει κάπως αυτάρεσκα, όμως γνωρίζει καλά τα ερμηνευτικά ατού που διαθέτει και φροντίζει να τα αναδείξει για να ερεθίσει το ακροατήριο. Η χαρμολύπη του “Shine”, η αρρενωπότητα του “Higher”, το εσωστρεφές πάθος του “Salt”, η κιθαριστική ορμή του “Belladonna”, όλα έλαμψαν και παίχτηκαν στις σωστές τους διαστάσεις, με επαγγελματισμό και σιγουριά.

Το “Norwegian Hammerworks Corp.” παραμένει ένα υπέροχο τραγούδι, το οποίο απογείωσε το live στη σωστή στιγμή. Οι δεσμίδες λευκού φωτός από το τζάκετ του Høyem έκαναν το στάδιο να λαμπυρίζει εντυπωσιακά, με τους επαναλαμβανόμενους στίχους «The Hands Of Love» να προκαλούν κύματα ενθουσιασμού. Κι ενώ άπαντες περίμεναν την εισαγωγή του “Strange Color Blue” για να τσιρίξουν με την καρδιά τους, ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή στάθηκε το snippet του “State Trooper” του Bruce Springsteen, μέσα στο τραγούδι. Ακόμη και στο hit “Majesty”, στο σκονισμένο “Hands Up – I Love You” και στο τρυφερό “Electric”, ο Høyem κέρδιζε σχεδόν μόνος του το στοίχημα, καθώς έβγαινε μπροστά να φωνάξει, να κατευθύνει προς τα έξω όσα τον κινητοποιούν και να αφεθεί όσο χρειάζονταν στον λυγμό της συναισθηματικής εμπλοκής του. Από το “Quiet Emotional” μέχρι το “Honey Βee” οι ημιφωτισμένοι ρόκερ απέδειξαν ότι έχουν εντρυφήσει άριστα στα ύψη των Tindersticks (χωρίς τον σοφιστικέ λυρισμό) και στα βάθη του Nick Cave (χωρίς το κολασμένο ψυχόδραμα). Οι Madrugada πάντοτε φιλοδοξούσαν να βρίσκονται στο γήινο ενδιάμεσο, ήπιοι και ειλικρινείς, και απλώς να συντροφεύουν τα νυχτερινά όνειρα των ρομαντικών ακροατών τους με την αρσενική, βαρύτονα υγρή μουσική τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #180

Better Oblivion Community Center

Conor Oberst & Phoebe Bridgers

Σχετική εικόνα

Η ακουστική indie folk έχει δύο γαλόνια γνησιότητας, τα οποία και φέρει στο πέτο με υπερηφάνεια: την ειλικρίνεια και την αμεσότητα. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο θελκτική η εικόνα ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που τραγουδούν με τις κιθάρες τους ενώ κοιτιούνται στα μάτια, τρέφοντας ωραίες συνεργασίες, που σχεδόν ποτέ δεν απογοητεύουν.

Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοιες συνεργασίες ακούγονται σαν τον δίσκο του Kurt Vile με την Courtney Barnett· στη χειρότερη, σαν τον δίσκο του Peter Bjorn με τη Scarlett Johansson. Υπάρχει μια ασφάλεια σε αυτά τα συνεταιρικά άλμπουμ: αν πετύχουν έχουμε κερδίσει μερικά όμορφα τραγούδια, αν αποτύχουν δεν τρέχει τίποτα και κανείς δεν κακιώνει. Ο δίσκος του Conor Oberst (τον γνωρίζετε και σαν Bright Eyes) με την Phoebe Bridgers βρίσκεται κάπου στη μέση.

Αυτό θα ήταν το soundtrack μιας τηλεοπτικής σειράς του Netflix για δύο όμορφους millennials που πλήττουν μέσα σε μια πολυάσχολη καθημερινότητα αστικής αφθονίας, έρχονται κοντά χάρη σε κάποιο ψηφιακό project στο οποίο συνεργάζονται, και ξεκινούν μια γλυκόπικρη ιστορία on/off σχέσης. Τα κομμάτια του δίσκου θα τρέφουν τις στιγμές αναμνήσεων, όσες τους γεμίζουν με μελαγχολία την καρδιά. Τραγούδια με γήινα χρώματα, εκτελεσμένα με βλέμμα σκυθρωπό, με στίχους που επικοινωνούν χωρίς συμβολισμούς και δεύτερα νοήματα. Η αγορίστικη καθαρότητα του άντρα τροβαδούρου ο οποίος μιλάει με κυριολεξίες, συναντά την κοριτσίστικη γλυκύτητα της γυναίκας με «εναλλακτικές» ευαισθησίες.

Το Better Oblivion Community Center ανήκει σε ένα είδος που θα ονόμαζα μεταπτυχιακή alt-folk. Από τραγουδοποιούς που ξέρουν γιατί θαυμάζουν τον Ντίλαν Τόμας, για ακροατές που νιώθουν λίγο quirky αλλά και λίγο mainstream (δεν τα ξεχωρίζουν και πολύ). Μάλιστα, οι δύο μουσικοί δείχνουν να γνωρίζουν καλά το κοινό στο οποίο απευθύνονται: «I know a girl who owns a boutique in the city, selling clothes to the fashionably late, says she cries at the news but doesn’t really», λένε οι στίχοι του “Didn’t Know What I Was Ιn For”.

Υπάρχουν κάτι τραγανές κιθάρες εδώ κι εκεί (“Sleepwalkin”) και κάτι συγκαταβατικές μπαλάντες προς ευρεία κατανάλωση (“Chesapeake”), αλλά ο Oberst με τη Bridgers δεν ξεφεύγουν απ’ τη ζώνη ασφαλείας τους ούτε σε ένα κουπλέ –κάτι που με ενοχλεί. Το ηλεκτρονικό beat στο “Exception To The Rule” είναι το πιο τολμηρό πράγμα σε όλον το δίσκο. Η περιπέτεια δεν έχει λοιπόν  χώρο σε αυτό το άλμπουμ, που δείχνει να γράφτηκε σε κάποιο άνετο λίβινγκ ρουμ, με τα sessions να διακόπτονται ανά πεντάλεπτο από τις ηχηρές ειδοποιήσεις των smartphones.

Έτσι, αυτό που μας αφήνει τελικά η παρούσα συνεργασία, είναι μια χούφτα τραγούδια για να συνοδεύσουν την κραιπάλη μιας παρέας ανθρώπων που βγαίνουν μεν να πιουν και να ξεχάσουν τις ερωτικές τους απογοητεύσεις, αλλά έχουν ταυτόχρονα και κάποιο application, το οποίο τους ειδοποιεί τη στιγμή που έχουν καταναλώσει αρκετό αλκοόλ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #179

Piroshka

Brickbat

Η διαχρονικότητα του βρετανικού alternative rock της δεκαετίας του 1990(κυρίως) δικαιώνεται περήφανα φέτος με τους Piroshka, οι οποίοι αξίζουν να βρουν τη θέση τους στο παρόν, καθώς υψώνουν το ανάστημά τους χωρίς το στίγμα του vintage και χωρίς την άχαρη ταμπέλα του supergroup.

Πραγματικά, η μουσική κληρονομιά της Miki Berenyi των Lush είναι αυτό που σε απασχολεί λιγότερο όταν την ακούς να τραγουδάει τα κομμάτια που έγραψε μαζί με τον KJ McKillop των Moose στις κιθάρες, τον Mick Conroy των (τραγικά υποτιμημένων) Modern English στο μπάσο και τον Justin Welch των Elastica στα τύμπανα. Το σχήμα των Piroshka απέκτησε ζωή μετά από ένα ημιαποτυχημένο reunion των Lush, πριν 2 χρόνια. Είχε έρθει πια ο καιρός για το επόμενο κεφάλαιο.

Το Brickbat είναι ένα άλμπουμ γεμάτο χορταστικές μελωδίες, που χαράσσονται πάνω στην απαστράπτουσα επιφάνεια του «καθαρού» κιθαριστικού ήχου· με λυγερόκορμα τραγούδια, τα οποία περιέχουν προσωπικές ιστορίες μέσα στη μελωδική τους καρδιά. Από την υποσχόμενη ομορφιά του “Village Οf Τhe Damned” και το κοινωνικό σχόλιο του “Hated By The Powers That Be”, μέχρι τα χοροπηδηχτά post-punk γκάζια του “Run For Your Life” και το shoegaze μελόδραμα του “She’s Unreal”. Δεν πετάς τίποτα απολύτως από το Brickbat: το αφομοιώνεις πρόθυμα, ολόκληρο.

Η παρέα των Piroshka κάνει ό,τι μπορεί για να ακουστεί ατμοσφαιρική και οριακά μελαγχολική. Σε γενικές γραμμές, το καταφέρνει μια χαρά. Οι αυξομειώσεις στους τόνους και στις εντάσεις, είναι συνεχόμενες: να μια κορύφωση εδώ, να μια ύφεση πιο κάτω, να ένα πυκνό γύρισμα εκεί, πριν προλάβεις να πάρεις ανάσα και να ξαναθυμηθείς τους λόγους που πάντα λάτρευες τις κυκλοφορίες της 4AD στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (ειδικά χάρη στο “Heartbeats”). Δεν γέρνει πουθενά ο δίσκος και δεν καμώνεται τίποτα παραπάνω απ’ όσα προσφέρει. Προδίδεται μόνο από την δραματική ενορχήστρωση σε τραγούδια όπως το “Everlastingly Yours” και το “Blameless”, εξαιτίας των αχρείαστων βιολιών, τα οποία εντείνουν ένα σασπένς πολύ στιλιστικό για να ακουστεί ειλικρινές.

Ο τρόπος με τον οποίον τραγουδάει η Berenyi –ούτε shoegazing ακριβώς, ούτε brit pop ακριβώς, ούτε ψυχεδέλεια ακριβώς–  κάνει τα τραγούδια των Piroshka να ακούγονται σαν απαραίτητη φωλιά ασφαλείας, από εκείνες που θες να χωθείς μέσα τους για να σωθείς από τα δυσοίωνα που μπορούν να σε βρουν: τις χίπστερ κακοτεχνίες που για κάποιον λόγο αποθεώνονται, τη βία των πολιτικών ειδήσεων, την ορθοστασία της νύχτας στη μεγαλούπολη κτλ.

Τα τραγούδια των Piroshka λειτουργούν λοιπόν σαν μικρά hansaplast για τις πληγές που μας αφήνει η ταλαιπωρία της καθημερινότητας. Καθόλου μικρό κατόρθωμα για ένα γκρουπ που απαρτίζεται από μέλη με μεγάλη ιστορία, που όμως παίζουν χωρίς να έχουν καμία ανάγκη για νοσταλγία. Τους απολαμβάνεις χωρίς να συντρέχει άμεσος λόγος να έχεις ακούσει τους Lush, τους Pale Saints, τους Ride, τους Cranes, τους Catherine Wheel, τους Chapterhouse και πάει λέγοντας. Τελείωσαν εκείνα. Βρισκόμαστε στο 2019 και το Brickbat ζει και αναπνέει στο σήμερα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Ας μιλήσουμε σοβαρά για το “Leaving Neverland”

53cLvNv_3.jpg

Η εποχή που διανύουμε, απαιτεί παραπανίσια ψυχραιμία προκειμένου να ταξινομήσουμε με νηφαλιότητα τις αντιδράσεις μας στον δημόσιο διάλογο. Χρειάζεται καθαρό μυαλό προκειμένου να αποφύγουμε την αντανακλαστική αποδόμηση ειδώλων ή την απροβλημάτιστη αποθέωσή τους. Ζούμε σε μια χρονική περίοδο στην οποία θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «post-truth». Μια εποχή μετα-αλήθειας, όπου ο σοσιαλμιντικακός θόρυβος αρκεί για να μας παρασύρει σαν στρόβιλος σε πολεμοχαρή συμπεράσματα, τα οποία απαιτούν όμως προσοχή και διακριτικότητα. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που θεωρώ το Leaving Neverland ένα, παραδόξως, πετυχημένο ντοκιμαντέρ.

Ας τα πάρουμε από την αρχή, όμως.

Σε παραγωγή HBO, το τετράωρο φιλμ του Dan Reed έρχεται να μιλήσει για ένα «άουτς» ζήτημα της συλλογικής pop μνήμης, στην καρδιά του σαρωτικού #timesup και πάνω στην ώρα που το #metoo καίει σαν πυρωμένο σίδερο. Τολμάει λοιπόν να ξύσει την πιο βαθιά πληγή του σύγχρονου star system, ακριβώς στην εποχή που τα hashtag λειτουργούν σχεδόν σαν αναμμένες δάδες στα χέρια του αλαφιασμένου όχλου. H κοινή γνώμη είναι πιο ζαλισμένη από ποτέ και αργοσβήνει σε ψηφιακά δικαστήρια του λαού, βασανισμένη από τον πληκτρολογημένο ακτιβισμό, με τις έννοιες («molestation», «rape», «abuse», «harassment» κτλ.) να γίνονται πολτός χωρίς διακριτό νόημα.

53cLvNv_2.jpg

Όσα έχουν συμβεί μέσα στην αγορίστικη ονειρούπολη των 3.000 στρεμμάτων της Neverland, αποτελούν το πιο άβολο κοινό μυστικό της mainstream pop κουλτούρας. Πάνω στην κολοφώνα της δόξας του, ο Michael Jackson έστησε στην Καλιφόρνια ένα αδιανόητα πολυτελές πάρκο αναψυχής, ώστε να περνάει τον χρόνο του με μικρά αγόρια που δεν είχαν μπει ακόμη στην εφηβεία. Σχεδόν 30 χρόνια μετά, ο James Safechuck και ο Wade Robson εξομολογούνται τις ιστορίες τους, σε μια αφήγηση που προσπερνά τα χιλιοειπωμένα γύρω από το ιερό είδωλο και τεμαχίζει τα γεγονότα· περνώντας από το ένα ιστορικό συμβάν στο επόμενο, με ήπιο ύφος και περισυλλογή.

Μετά την προβολή του φιλμ στο φεστιβάλ του Sundance, οι κανιβαλιστικοί τίτλοι των μέσων ενημέρωσης μας είχαν προϊδεάσει για ένα «σοκαριστικό» ντοκουμέντο (sic), το οποίο θα έριχνε φως στα πιο σκοτεινά μυστικά του λατρεμένου pop icon. Οι κανόνες του αμαρτωλού clickbait έκαναν τη δουλειά τους και απέτρεψαν όλους εμάς που δεν μας αφορά ο «Αυριανισμός» της κλειδαρότρυπας και οι αποκαλύψεις οπτικοακουστικού υλικού στην παράδοση του Κώστα Χαρδαβέλα. Στην καλύτερη περίπτωση, το Leaving Neverland θα πατούσε στη μοδάτη φόρμα των δημοφιλών docudramas (όπως το Made in America γύρω από το πολύκροτο έγκλημα του O.J. Simpson) και θα περιείχε στυλιζαρισμένες αποκαλύψεις και αναπάντεχα δικαστικά ευρήματα με κίνητρο το shock value.

Ο παγκόσμιος Tύπος κάλυψε άτσαλα στη συνέχεια την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, βαφτίζοντάς το «αμφιλεγόμενο» ή/και «μονόπλευρο». Φυσικά το μόνο αμφιλεγόμενο στοιχείο είναι ότι τυγχάνει ο ήρωας να είναι ο πιο λατρεμένος pop star του περασμένου αιώνα –αν ήταν ένας οποιοσδήποτε άσημος μουσικός, θα αντιμετωπιζόταν ως ανθρωπόμορφο κτήνος. Επιπλέον, αν δεν ήταν μονόπλευρο, θα σήμαινε ότι θα έδινε τον λόγο στους κληρονόμους και τα αδέλφια του Michael Jackson, οι οποίοι αρμέγουν οικονομικά ακόμη και σήμερα το Jackson Estate (τι άλλο έχουν να κάνουν στη ζωή τους;).

Σε οποιαδήποτε περίπτωση έχει αναμειχθεί το οικογενειακό περιβάλλον του εκλιπόντος καλλιτέχνη, το αποτέλεσμα είναι ένα φεστιβάλ συντηρητισμού –πιο πρόσφατο παράδειγμα το Bohemian Rhapsody (2018), σύμφωνα με το οποίο, όταν ο Freddie Mercury έδειχνε «αποκλίνουσα» συμπεριφορά και κυλούσε στην αμαρτωλή ομοφυλοφιλία και τα ναρκωτικά, η έμπνευσή του έσβηνε· ενώ όταν επέστρεφε αποτοξινωμένος στην αγκαλιά της οικογένειάς του και στο κορίτσι του, ξανάβρισκε την ψυχική του υγεία, χωρίς bicurious παραστρατήματα και μακριά από ηδονές. Πράγματα ανήκουστα για τη φύση του rock και σχεδόν προσβλητικά για τη μνήμη του συγκεκριμένου μουσικού. Δεν θέλω να φανταστώ, λοιπόν, πώς θα ήταν ένα ανάλογο fiction biopic του Michael Jackson, με το σενάριο να λαμβάνει τη νομική έγκριση των αδελφών του…

53cLvNv_4.jpg

Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε με κάτι ολότελα διαφορετικό. Ο σκηνοθέτης Dan Reed αποφεύγει τις φλύαρες δικογραφίες και τα γλαφυρά σκάνδαλα και το αποτέλεσμα πετυχαίνει να είναι μέχρι και –ω, θεοί– διακριτικό. Ο φακός αφήνει χώρο στα δύο πρώην protégé του Michael Jackson να μας αναλύσουν τη δική τους εκδοχή περί αποπλάνησης και ασέλγειας (κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος χρόνων) από την ταραγμένη μουσική ιδιοφυΐα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Safechuck και Robson ήταν 7 και 9 χρονών, αντίστοιχα, όταν ήρθαν σε επαφή με τον Jackson. Η σχέση τους χτίστηκε αργά και η μεταξύ τους αγάπη άνθισε βάσει σχεδίου. Μόνο οι ορκισμένοι fans του Jackson, τους οποίους δεν αφορά καμία αλήθεια πέραν του διαστημικού ταλέντου του φωταγωγημένου performer, αρνούνται με πείσμα την εκδοχή να ήταν όντως παιδόφιλος. Αλλά, αν προσπεράσουμε τον πυρήνα του fan base, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι ο Jackson λάτρευε (με τον δικό του άρρωστο τρόπο) τα παιδιά που μοιράζονταν το κρεβάτι του. Ήταν αφοσιωμένος στο να τα κάνει ευτυχισμένα, σπαταλούσε χρόνο και χρήμα στη χειραγώγηση του περιβάλλοντός τους και είχε καταφέρει να χτίσει μια μυστική ζωή πάνω σε μικροαστικές οικογένειες, με στόχο την απόλυτη εμπιστοσύνη. Μια εμπιστοσύνη που θα του επέτρεπε να περνάει πολύ χρόνο με αγόρια τα οποία δεν είχαν συμπληρώσει τα 10 χρόνια ζωής, με τις ευλογίες των κηδεμόνων και με κεκτημένο εφόδιο την αγάπη των συγκεκριμένων παιδιών, που δίνονταν ολοκληρωτικά σε αυτό το άυλο bonding με τον super star.

53cLvNv_5.jpg

Όσο όμως αυτό το ντοκιμαντέρ προσφέρει μια τίμια, επαγγελματική και προσεγμένη δουλειά, χωρίς υπερβολές και δίψα για σκάνδαλο (για το ΗΒΟ μιλάμε άλλωστε, όχι για το ΤΖΜ), ο διάλογος της «βασανισμένης» κοινής γνώμης δεν εστιάζει στις γκρίζες ζώνες της πιθανολογούμενης ασέλγειας σε μικρά παιδιά, ώστε να πλησιάσουμε τις αιτίες για την απουσία των γονιών (ενώ κοιμούνται λίγα μέτρα μακρυά), για τη φύση της αποπλάνησης της ίδιας (δεν είναι απαραίτητα η βίαιη σεξουαλική πράξη), για τη ντροπή των θυμάτων μέσα στα χρόνια και την ανιδιοτελή αγάπη τους προς τον «μπαμπά» Michael.

Αντιθέτως, ο διάλογος έχει μετατοπιστεί στο πιο ανώφελο πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης: στο αν θα πρέπει να ακούμε ακόμη τη μουσική του Jackson. Ραδιοφωνικοί σταθμοί αφαιρούν λοιπόν τον κατάλογό του από τις playlists, οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δαιμονοποιούν οτιδήποτε φέρει την υπογραφή του και στα social media βγαίνουν νύχια και δόντια, μέσω ενός ακραίου cultural outrage. Η επανάσταση του πολιτικορθού νεοσυντηρητισμού, που μαθαίνει τον κόσμο πρώτα «νιώθει» και μετά να «σκέφτεται», έχει ξεσπαθώσει με ανόητες υστερίες γύρω από το λιντσάρισμα των celebrities.

53cLvNv_6.jpg

Βέβαια, η περίπτωση του Jackson είναι μοναδική και ανεπανάληπτη (όπως η μουσική του) και ουδεμία σχέση έχει με την περίπτωση λ.χ. του R. Kelly, στην οποία έριξε φως πρόσφατα ένα άλλο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ –το Surviving R. Kelly, τριτοκλασάτο προϊόν καταγγελίας που κοινοποιεί σε prime time το κατεπείγον μήνυμα της άμεσης φυλάκισης του βιαστή, ο οποίος κυκλοφορεί ελεύθερος. Ο R. Kelly συγκέντρωνε έναν μικρό στρατό από φτωχά, ανήλικα κορίτσια ώστε να τις χρησιμοποιεί σαν σκλάβες του σεξ, επιθυμώντας να τις καταστρέψει ψυχολογικά και σωματικά.

Είναι εύκολο λοιπόν να εκφράζεται σε κοινή θέα με πρόστυχους στίχους όπως «Your Body’s Callin’» και να κλείνει το μάτι με τίτλους όπως «Age Ain’t Nothing Βut Α Number». O R. Kelly δεν θέλει καν να περιστοιχίζεται από ανήλικες groupies: είναι απλός θιασώτης του revenge porn. Αν για τον Michael Jackson η απόλυτη φαντασίωση είναι ο μικρός Πήτερ Παν με στραπόν (αυθαίρετο παράδειγμα, με βάση τις κατηγορίες), αυτό είναι κάτι που φυσικά δεν θα μπορούσε να εκφραστεί στιχουργικά. Ίσως να ήταν αναγκαίο λοιπόν να οχυρωθεί πίσω από τη φήμη του ασέξουαλ (το ακριβώς αντίθετο ήταν), καλύπτοντας με παιδική συντροφιά τα τραύματα της δικής του κακοποίησης από τον πατέρα του, Joe Jackson.

53cLvNv_7.jpg

Θεωρώ ότι η μνήμη του Michael Jackson δεν προσβάλλεται με το Leaving Neverland. Οι περισσότεροι θεατές δεν αντέχουν όσα ακούγονται στις 4 ώρες της διάρκειάς του, όχι γιατί είναι γλαφυρά στην περιγραφή τους, αλλά γιατί δεν μπορούν να πιστέψουν ότι εκείνο το χαρισματικό δεκάχρονο πλάσμα που τραγουδούσε με την ψυχή ενός ολοκληρωμένου soulman στην τηλεόραση της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσε ποτέ να εξελιχθεί σε παιδεραστή. Πιθανότατα νιώθουν ότι έτσι προδίδεται η δική τους τρυφερή ηλικία.

Όμως έχουν άδικο να αισθάνονται έτσι. Ο Michael Jackson δεν θα ήταν εκείνο το σαρωτικό φαινόμενο, χωρίς να κουβαλάει ένα σύνολο από τεράστιους σκελετούς στη ντουλάπα του. Αν δεν ήταν ο ίδιος θύμα της αλλοτρίωσης του, δεν θα εμφανίζονταν στη σκηνή σαν μαγικό, νευρόσπαστο πλάσμα, με την όλη ψυχαναγκαστική υποχρέωση του ντουνιά απέναντι στον περφεξιονισμό της κίνησης. Αν το μυαλό του δεν το βασάνιζε η ανάγκη να βρίσκεται αγκαλιά με αγόρια και να τρώνε ποπ κορν βλέποντας ταινίες στην τηλεόραση, δεν θα μάγευε τα πλήθη με την τεχνική των αυτιστικών αναστεναγμών και των φωνητικών τικ («shamoe», «hee hee», «aoow») που δονούσαν το σύμπαν. Αν δεν μισούσε την ίδια τη φυλή του (η οποία δεν του γύρισε ποτέ την πλάτη) και δεν απεχθάνονταν τον «άνθρωπο στον καθρέφτη» (όπως έλεγε μια επιτυχία του), δεν θα ξάσπριζε το θλιβερό δέρμα του. Αν είχε έστω μια στιγμή ευτυχίας δεν θα πάσχιζε να πετύχει την έκφραση της αδερφής του με νυστέρια. Αν η αγκαλιά των δεκάχρονων παιδιών δεν τον οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη δυστυχία κάθε βράδυ, δεν θα χάριζε τόσο απαράμιλλο συναίσθημα στο αριστουργηματικό “Rock With You”.

Το μπαράζ των σπασιμάτων του κορμιού του και η νευρωτική ανάγκη για τελειότητα, ήταν λοιπόν ενδεικτικά όσων «έκρυβε» σε κοινή θέα. Η πλαστική χειρουργική τού άφησε μια σουβλερή μύτη και τετραγωνισμένα, ολόλευκα ζυγωματικά, που νόμιζες ότι θα πέσουν ανά πάσα στιγμή. Αυτή ήταν η αυτοτιμωρία του για τις δυσβάσταχτες επιθυμίες του.

Ο Michael Jackson πέθανε πριν 10 χρόνια, σαν ταπεινωμένος υπηρέτης του ανθρωποφαγικού δημόσιου ειδώλου του. Η παιδοφιλία (αν τελικά έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία) είχε όλη την άνεση να εκφραστεί και όλοι μπορούσαν εύκολα να την αποτρέψουν. Απλώς, ολόκληρη η υφήλιος είχε σαγηνευτεί και δεν ήθελε να κοιτάξει καλύτερα. Κανείς δεν ήθελε να ξέρει πραγματικά. «It’s all a big seduction», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Safechuck σε μια στιγμή του ντοκιμαντέρ. Αλλά ενώ ο Michael Jackson μπορεί να μας άφησε, αυτού του είδους η αποπλάνηση συμβαίνει παντού. Συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Καθολική Εκκλησία, συμβαίνει στο Hollywood, συμβαίνει στον αθλητισμό, συμβαίνει ακόμα και στη Silicon Valley.  Ώρα να αφήσουμε λοιπόν όλες τις μικρές ή μεγάλες Neverland που ύψωσαν στο μυαλό μας οι μύθοι του μάρκετινγκ και τα τεράστια μεγέθη του stardom, τα οποία χτίστηκαν με πολύ χρήμα.

Ώρα να ενηλικιωθούμε σαν ακροατές και σαν συνομιλητές, γιατί ο δημόσιος διάλογος, όπως προείπαμε, απαιτεί παραπανίσια ψυχραιμία και νηφαλιότητα.

53cLvNv_8.jpg

Posted in Article, Cinema, Music | Leave a comment

Album of the Week #178

Xiu Xiu

Girl With Basket Οf Fruit

H αέναη μάχη του Jamie Stewart να ταξινομήσει τα παραληρήματα του μουσικού του εγκεφάλου και να οργανώσει κουβάρια από θορύβους, καλά κρατεί και στο 14ο άλμπουμ του πολυγραφότατου συγκροτήματός του. Αυτή τη φορά διακρίνω όμως μία ακόμη μάχη, πολύ άβολη: την προσπάθεια των Xiu Xiu να κρατήσουν τον ρόλο της avant-garde εμπροσθοφυλακής της pop κουλτούρας. Μη τυχόν και πέρασαν τα χρόνια και τους πουν μπαγιάτικους ή (ακόμα χειρότερα) συμβιβασμένους. Ακούγοντας το Girl With Basket Of Fruit, νιώθεις έντονα την ανάγκη τους να σου αποδείξουν ότι ο χρόνος δεν τους άφησε mainstream ρυτίδες.

Ο νέος δίσκος προέκυψε σύντομος σε διάρκεια, πυκνός για να μην πάρεις ανάσες και θορυβώδης μέχρι λιποθυμίας. Πολλά από τα συστατικά που τους έκαναν αγαπητούς στο κοινό εκείνο το οποίο λατρεύει την αποδόμηση της μελωδίας και που θεωρεί τον όρο «αταξινόμητο» ως το ύστατο κομπλιμέντο, βρίσκονται εδώ. Μαζί με την έντονη αίσθηση, όμως, πως, αν πιστέψεις ότι «υποκρίνονται την πρωτοπορία», θα πέσουν να σε φάνε σαν τον χειρότερο εχθρό –ακριβώς επειδή τους πάτησες το σωστό κουμπί, θα έλεγα εγώ.

Μια σκουριασμένη ηλεκτρονική επίθεση μαζί με ακατάληπτους στίχους σε προφορικό ύφος ξεκινούν το “Girl With Basket Of Fruit”, για να δώσουν χώρο έπειτα σε αφηρημένα κολάζ παραισθήσεων. Το κατακλυσμιαίο “Scisssssssors” δίνει χώρο σε tribal οργή, σε άναρχα samples και σε ανοικονόμητη industrial διάθεση, με το “Pumpkin Attack On Mommy Αnd Daddy” και το “Mary Turner Mary Turner” να ακολουθούν, προτού έρθει το αλλόκοτο “The Wrong Thing”, όπου μια γυναικεία φωνή απαριθμεί διάφορα έντομα και μετά διάφορα φαγώσιμα. Το μυαλό αρχίζει να σαλεύει ή μήπως η ανάγκη για «αβανγκαρτίλες» έχει πάρει το πηδάλιο και εκτροχιάζει το όχημα;

Υπάρχει πράγματι ένα νήμα στο αφήγημα του δίσκου (κόνσεπτ δεν θα το έλεγα), γύρω από τη βαρβαρότητα η οποία ασκείται διαχρονικά εναντίον των γυναικών. Ιστορίες βίας που έχουν υποστεί γυναίκες, τροφοδοτούν έτσι τον εφαρμοσμένο μεταμοντερνισμό του Girl With Basket Of Fruit. Και πάλι, όμως, διακρίνω μια άβολη αλήθεια: για τόσο καίρια κοινωνικά μηνύματα, οι ρυθμοί είναι χτισμένοι εντελώς αναίσθητα, με τους μουσικούς να ακούγονται σαν να μην έχουν καμία συναισθηματική συμμετοχή. Πώς να ασχοληθείς με το μήνυμα, όταν τα τραγούδια δεν σου προσφέρουν καμία λαβή για να κρατηθείς;

Συγγνώμη, αλλά δεν συμμερίζομαι ότι η άχρωμη μονοτονία υποδηλώνει καθαρότητα· και δεν θεωρώ την κακοφωνία ως λάβαρο αυθεντικότητας. Ειδικά όταν οι συναισθηματικές ανάγκες του ακροατή σνομπάρονται σαν μπανάλ απαιτήσεις του λαουτζίκου. Και εδώ έγκειται το σχεδόν αυτιστικό πρόβλημα του νέου άλμπουμ των Xiu Xiu: παριστάνει ότι το βασανίζουν δαίμονες που ο καθημερινός νους δεν μπορεί να συλλάβει. Ναι, καλά…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #177

Mercury Rev

Bobbie Gentry’s The Delta Sweete Revisited

Ωραία ιδέα το «μουσικό ριμέικ». Ιδιαίτερα όταν οι δημιουργοί δεν έχουν φιλάργυρες βλέψεις και exploitation ορέξεις, αλλά αντιθέτως θέλουν να στρέψουν τον προβολέα σε παραγνωρισμένα έργα. Eίναι η υγιέστερη μετεξέλιξη της σύγχρονης ρετρομανίας που μπορώ να φανταστώ. Αλήθεια, πόσο πιο ωραίο πράγμα είναι αυτή η κυκλοφορία, από ένα ανούσιο box set για τη 50ή επέτειο του Delta Sweete;

Στην προκειμένη περίπτωση, οι Mercury Rev μας παίρνουν απ’ το χέρι για να μας (υπο)δείξουν τον δυσεύρετο δίσκο της Bobbie Gentry, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1968 και πλέον ζει σε ακροάσεις ρακοσυλλεκτών, που έχουν στείλει το Delta Sweete στη στρατόσφαιρα του cult. Το συγκρότημα από το Μπάφαλο της Νέας Υόρκης βοηθάει σε τούτο το εγχείρημά του μια ομάδα από τραγουδίστριες, οι οποίες εναλλάσσονται στις ερμηνείες των διασκευών.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ομιχλώδες υβρίδιο από βουνίσια folkσκονισμένη country και ψυχεδελικό bluegrass, όλα περασμένα μέσα από ένα dream pop φίλτρο. Ο δίσκος σου αφήνει μια παράξενα γαλήνια και περιπετειώδη αίσθηση, ταυτόχρονα· κυλάει σαν ένα υπέροχο avant pop όνειρο, το οποίο βλέπεις τις νύχτες που σε βασανίζει πυρετός 40. Ίσως μάλιστα αυτό ακριβώς το «ομιχλώδες» στην παραγωγή να είναι ο λόγος που οι 12 διαφορετικές ερμηνεύτριες δεν μπουχτίζουν την πυκνή ατμόσφαιρα και δεν σε αποπροσανατολίζουν απ’ το ομοιογενές ύφος.

Με βάση το γυναικείο τσαγανό της Bobbie Gentry, οι Mercury Rev οραματίστηκαν ένα άλμπουμ «σκόνης και σκουριάς» (ο συνδυασμός που δεν χάνει ποτέ), με τραγούδια που δεν φέρουν καμία χρονική ετικέτα. Έφτιαξαν λοιπόν μια μισοφωτισμένη country rock όπερα, βασισμένοι σε ένα «unsung gem» της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαχειρίζονται με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση και αποστασιοποίηση. Αλλά δεν το κάνουν ως άλλοι outlaws, περιπλανώμενοι στην ερημική επαρχία με τις κιθάρες τους στον ώμο. Το κάνουν ως αστοί, που συνειδητά οργανώνονται για να ανασχηματίσουν την αίσθηση της αμερικανικής ερήμου με όλα τα τεχνολογικά κόλπα στη διάθεσή τους.

Οι συνεργασίες με φωνές όπως της Nora Jones, της Marissa Nadler και της Beth Orton (θελκτικές και ειλικρινείς, κατά τη γνώμη μου) μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αποθέωση του countrypolitan ήχου, αλλά και να απορριφθούν περιφρονητικά ως μεσόκοπη μπαναλιτέ. Με τις ίδιες πιθανότητες και τα δύο.

Πάντως, είναι σκέτη απόλαυση να ακούς τη Lætitia Sadier των Stereolab να τραγουδάει σαν μοντέρνα Petula Clark το “Mornin’ Glory”. Εξίσου σπουδαία είναι και η Susanne Sundfør στο “Tobacco Road”. Βάζω στοίχημα ότι, αν την ακούσει ο Robert Plant, θα ζαχαρώσει την ιδέα ενός συνεταιρικού δίσκου μαζί της, όπως έκανε στο παρελθόν και με την Alison Krauss. H Margo Price στο “Sermon” λιβανίζει με χάρη το φάντασμα του Johnny Cash. Και η Lucinda Williams σε γοητεύει στο “Ode Τo Billy Joe”.

Αν μονάχα είχαν προνοήσει οι Mercury Rev να ρίξουν μεγαλύτερο βάρος στην αναλογική γοητεία των τραγουδιών και παρέκαμπταν κάπως τις παρεμβάσεις από «χρήσιμα» πλήκτρα, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Και δεν υπάρχει χειρότερος τρόπος να κλείσεις μια κριτική με τη φράση «δε βαριέσαι».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Marvelous Mrs. Kael

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση της σπουδαίας Pauline Kael. Η μεγάλη Αμερικανίδα κριτικός έφυγε στα 82 της χρόνια (το 2001) ενώ είχε αποσυρθεί από το γράψιμο δέκα χρόνια νωρίτερα. Την απουσία διανοούμενων ανθρώπων όπως η Pauline Kael στους πνευματικά ορφανούς καιρούς που ζούμε, έρχεται να υπογραμμίσει με αναπάντεχα ωραίο τρόπο το ντοκιμαντέρ «What She Said».

Τα κείμενα της Pauline δεν έχουν ουδεμία σχέση με αυτό που μας έχουν συνηθίσει να θεωρούμε «κριτική κινηματογράφου». Τα αστεράκια, η ανάλυση της πλοκής και οι τετριμμένες παρατηρήσεις για την ψυχαγωγική αξία μιας ταινίας δεν έβρισκαν χώρο στα κείμενά της. Η Pauline, φαντάζομαι, θα ένιωθε οργή με τους σημερινούς κριτικούς/τροχονόμους που στέλνουν το κοινό να δει μια ταινία ή το αποτρέπουν, αλλά και απελπισία με τους θεατές που βασίζονται στο rotten tomatoes και τη βαθμολογία του imdb. Η Pauline Kael είναι η απάντηση στην ερώτηση του γιατί να υπάρχει κριτική εφόσον όλοι σχηματίζουμε μια κάποια γνώμη ανάμεσα στο «μου άρεσε» και στο «δεν μου άρεσε». Η Pauline Kael επίσης, είναι το ασφαλές καταφύγιο τη στιγμή που νομίζεις ότι οι κριτικοί στην πλειοψηφία τους είναι ωρομίσθιοι θεατές που ξεπετάνε κείμενα επιπέδου «μην το χάσετε, θα χάσετε!».

Οι σπουδαιότερες κριτικές της Pauline Kael αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά για πολλές γενιές ανθρώπων που αγαπούν τις τέχνες γενικότερα, όχι μόνο το σινεμά. Μέσα από τα κείμενα της ξαναζούσες από την αρχή ένα φιλμ, το έβλεπες με διαφορετικά μάτια, εξερευνούσες κάθε πολιτισμική και κοινωνική πτυχή του. Αυτά που έγραφε στις αναλύσεις της, ήταν συχνά πιο απολαυστικά από την ταινία την ίδια. Ο γραπτός λόγος της ήταν τόσο μοντέρνος, τόσο γάργαρος, που ζύμωνε τη σκέψη σου και σε έκανε συχνά να σηκωθείς όρθιος απ’ τη θέση σου εξαιτίας της οξυδέρκειας των ιδεών και της ευστοχίας των λέξεων.

H Pauline μας έμαθε πολλά πράγματα, όπως ότι καλός κριτικός δεν είναι αυτός που συμφωνείς μαζί του – το «καλά τα λέει» δεν είναι παράσημο καλής κριτικής. Το καλό κείμενο οφείλει να είναι βιωματικό, να διαθέτει τετράγωνη λογική και να βασίζεται στην παιδεία, τον πολιτισμό και την καλλιέργεια του γράφοντα. Προσωπικά διαφωνούσα με τα μισά κείμενά της, όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να την αντικρούσω ικανοποιητικά. Διάολε, είχε δίκιο σε όλα, ακόμα κι όταν είχε άδικο. Τα επιχειρήματα της Pauline ήταν τόσο ολοκληρωμένα που ξεπηδούσαν απ’ το χαρτί καθώς τα διάβαζες. Σε μάθαινε τη σημασία της εικόνας, την αξία των b-movies, να εκτιμάς τη λαϊκή ψυχαγωγία χωρίς σνομπισμούς, να αποκαθηλώνεις τα ιερά και τα όσια, να «σκέφτεσαι». Χρειαζόσουν την καλογραμμένη ανάλυσή της, όχι για να διαλέξεις ποια ταινία θα δεις, αλλά για να αντιδράσεις σθεναρά σε όσα αναπτύσσει ή να επιβεβαιώσεις τις θέσεις σου σε κάτι που κανείς άλλος δεν έχει δει. Για τις ταινίες που αγαπώ και που δεν έχω την κριτική της, νομίζω ότι κάτι μου λείπει για την ολοκληρωμένη απόλαυσή τους. Οι καλύτερες κριτικές της, όπως για το Nashville, για το Godfather ή για το Bonnie & Clyde, ήταν αντάξιες των σπουδαιότερων δοκιμίων τέχνης που γράφτηκαν ποτέ, αλλά και ο τρόπος που έκανε κουρέλι λαοφιλή έργα όπως το “The Sound Of Music’ ή ιερά τοτέμ όπως το “Space Odyssey” ήταν αξεπέραστος.

Η ίδια βρίσκονταν πάντοτε αντιμέτωπη με τον σεξισμό των συναδέλφων της («ποια είναι αυτή που μας κάνει να φαινόμαστε αδιάβαστοι») με την περιφρόνηση των studio («η αγάμητη που μας θάβει τις ταινίες και μας κόβει εισπράξεις») και με την υπεροψία των σκηνοθετών («ποια είναι αυτή που θα γράψει άσχημα για την ταινία μου»), αλλά κατάφερε και έγινε πιο επιδραστική και από τους δημιουργούς που την πολεμούσαν.

Θυμάστε εκείνο το generic υπαρξιακό ερώτημα στα quiz για την περιγραφή του χαρακτήρα σου, που έλεγε «ποιον διάσημο, ζωντανό ή μη, θα ήθελες να είχες την ευκαιρία να συναντήσεις και να μιλήσεις μαζί του;» και οι περισσότεροι απαντούσαν τον Τζον Λένον, τον Αϊνστάιν και τον Γκάντι; Η δική μου απάντηση ήταν και θα είναι πάντα η Pauline.

Το «What She Said» θα προβληθεί το Σάββατο 2 Μαρτίου στο πλαίσιο του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσ/κης.

Image may contain: 1 person

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #176

Backstreet Boys

DNA

Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν φταίνε τα μέλη ενός πετυχημένου γκρουπ απ’ τη γενιά της πάλαι ποτέ κυριαρχίας των boy bands για το απλούστατο γεγονός ότι μεγαλώνουν. Έχουν περάσει άλλωστε δύο γεμάτες δεκαετίες από την εποχή που το “Everybody (Backstreet’s Back)” έκανε θραύση –πλέον, οι Backstreet Boys αποτελούνται από 45άρηδες. Αυτό, όμως, είναι το λιγότερο άβολο στη φετινή τους επιστροφή.

Οι Backstreet Boys εκφράζουν σήμερα τον μεσόκοπο, παντρεμένο, βολεμένο τύπο που ρουφάει την κοιλιά του όταν συναντάει στον δρόμο τις fans με τα μισά του χρόνια. Τα μέλη τους είναι η προσωποποίηση κάθε πρώην ροδομάγουλης, καλοχτενισμένης φατσούλας που νομίζει ότι τα trendy αγορίστικα ρούχα θα ξεγελάσουν τον χρόνο. Ακόμη κι έτσι, πάντως, αν αυτή η δισκογραφική επιστροφή 6 χρόνια μετά το Ιn Α World Like This (2013) συνοδευόταν από 3-4 αξιοπρεπή τραγούδια και κάμποσα ακόμα με σκόρπιες έστω μελωδικές ιδέες, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι απαιτήσεις, άλλωστε, δεν είναι υψηλές για τέτοιους δίσκους.

Αλλά το DNA αποδεικνύεται ένα άκυρο καρουζέλ μη-τραγουδιών, απλωμένων με μία ενοχλητική ψευτο-R’n’B επιτήδευση. Άχαρο, άοσμο, επίπεδο και κούφιο σε επίπεδο παραγωγής. Σχεδόν κυλάει από μόνο του και αδιαμαρτύρητα, στη λήθη της ασημαντότητας. Δεν υπάρχει μέσα του ούτε μία μελωδία της προκοπής για να μπορέσεις να κρατηθείς. Συνοχή και συνάφεια υπό του μηδενός. Φαντάζομαι με θλίψη τους ωρομίσθιους παραγωγούς να έχουν πέσει απελπισμένα πάνω στην κονσόλα τους, μην έχοντας τίποτα να κάνουν για να συμβάλλουν στα κομμάτια.

Το “Chateau” είναι το τραγούδι που ακούς σε επανάληψη στην ουρά για τα τυριά του σούπερ μάρκετ –και σου δημιουργεί ανεξήγητο εκνευρισμό. Το “Passionate” είναι το τραγούδι που βρίσκουν «groovy» όσοι θα έβλεπαν με φανατισμό ένα ριάλιτι σόου με μπαρίστας, διαγωνιζόμενους για την καλύτερη κρέμα στον καπουτσίνο. To “Chances” θα το ακούει στα ακουστικά της μια γυναίκα γύρω στα 45, η οποία έχει καταπιεί όλα τα βιβλία αυτοβελτίωσης, την ώρα που θα κάνει τζόκινγκ με τη life coach της. Το “Νο Place” είναι ένας κατάλογος πόλεων που θα έκανε τον Justin Timberlake να κλείσει τα αυτιά του από «ετεροντροπή». Βρίσκω πάντως ότι το “Don’t Go Breaking My Heart” είναι ακόμα πιο αντιπαθητικό, καθώς ακούγεται σαν γαλανομάτικο ξεπατίκωμα του αγωνιώδους R’n’B του The Weeknd (τρομάρα του).

Το αραιό, σε σημεία μάλιστα άδειο, DNA είναι λοιπόν γεμάτο R’n’B κολπάκια, που νομίζεις ότι τα σκέφτηκαν το προηγούμενο απόγευμα, πριν την ηχογράφηση. Οι Backstreet Boys δεν φτιάχνουν καν μία ατμόσφαιρα για να εξασφαλίσουν μία ζώνη άνεσης με τον (ανήλικο, έστω) ακροατή. Ελάχιστη σημασία έχουν αυτά βέβαια, καθώς η περιοδεία στο Λας Βέγκας έχει ήδη κλείσει και οι τουρίστες μπορούν να προαγοράσουν τα εισιτήριά τους.

Η βαθμολογία του δίσκου θα ήταν 3 στα 10, αλλά μετά πρόσεξα τους στίχους στο “New Love”, όπου ο Nick Carter απαντάει στις κατηγορίες βιασμού που έγιναν εις βάρος του πριν 5-6 χρόνια («Who are you, the sex police? My sex ain’t got no rules»), σαν φλώρικο κακέκτυπο του R. Kelly. Αφαίρεση ενός βαθμού και δύο φάσκελα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Stories Behind the Songs #1

To τραγούδι «Το Χριστινάκι» κυκλοφόρησε το 1967, στον δίσκο «Τα Τραγούδια Της Καίτης Χωματά» από την Lyra. Γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση ένα χρόνο μετά, όταν κυκλοφόρησε στην «Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού. Πρόκειται για ένα ποίημα του Βασίλη Ρώτα που μελοποιήθηκε από τον Σπανό πάνω στην εποχή της μεγάλης δόξας του. Η τρυφερή ερμηνεία της Χωματά πάνω στην παιχνιδιάρικη μουσική, μας προδιαθέτει για ένα νοσταλγικό, καλοκαιρινό τραγούδι, προτού έρθει η τραγική κατάληξη στο τέλος. Μια νεανική απόδραση συμμαθητών που έμελλε να είναι μοιραία. Το ποίημα μιλάει για 12 αγόρια που κάνουν μια ζαβολιά παρασέρνοντας μαζί τους το όμορφο Χριστινάκι για βαρκάδα στα ανοιχτά της θάλασσας. Όμως η ανεμελιά τους. καθώς μαγεύονται από τη χάρη και το τραγούδισμα του κοριτσιού, σε συνδυασμό με την απειρία τους να κουμαντάρουν τη βαρκούλα στα βαθιά, τους οδηγεί σε ομαδικό πνιγμό.

Τι ακριβώς συνέβη όμως πάνω στο πλεούμενο αυτής της παράξενης ιστορίας;

Στα πονηρά τρίστιχα της γραφής του Ρώτα, κρύβεται μια άλλη ιστορία, πολύ πιο τρομερή, που θα είχε επάξια θέση ανάμεσα στα Murder Ballads του Nick Cave. Τα «Δώδεκα αγόρια της τάξης» που «ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη να κλέψουν τη Χριστήνη» οργάνωσαν μια ομαδική σεξουαλική αποπλάνηση του κοριτσιού στα ανοιχτά, εκεί που δεν θα την ακούει κανείς. Καθώς «το Χριστινάκι τραγουδά» με την «γλυκιά φωνή της» τα αγόρια «συμπαλεύουν» και «φιλί γυρεύουν» και ταυτόχρονα τους ζώνει μια «λαχτάρα», φυσικά ερωτική. Η βάρκα σύμφωνα με τον ποιητή, δεν είναι ανέμελη και γεμάτη τραγούδια, αλλά «ποθοπλάνταχτη» και «μες του έρωτα τα πάθη». Στο τέλος μάλιστα, οι ποιητής αποστασιοποιείται από την απόπειρα βιασμού καθώς λέει «Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες» (γιατί δεν το αξίζουν για την πράξη τους) και συνεχίζει λέγοντας «Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι, που ήτανε δώδεκα χρονών παρθένα».

Ο Σπανός χώρεσε στο τραγούδι τους 14 από τους 21 στίχους του Ρώτα. Στο πλήρες ποίημα, η αγνότητα της Χριστίνας ανάμεσα στα ξαναμμένα αγόρια φαίνεται πεντακάθαρα στους στίχους «Ποιος είδε πετροπέρδικα να παίζει με γεράκια». Επιπλέον, ο ποιητής προειδοποιεί διακριτικά την αθώα ηρωίδα λέγοντας «Χριστίνα, ο νους σου πού ΄ναι;», προφανώς όχι γιατί ήταν ονειροπόλα, αλλά γιατί ήταν αφελής. Φυσικά, η βάρκα είναι ακυβέρνητη στα κύματα γιατί «τα παιδιά ψάχνουν να βρουν της Χριστινιώς το στόμα» καθώς «χυμάνε» όλα μαζί επάνω της, πριν πνιγούν αβοήθητα.

Posted in Music | Leave a comment

Bazooka Live

59kBzk_3.jpg

Με αρετή και υπερηφάνεια, οι Bazooka απέδειξαν το Σάββατο στο Gagarin ότι είναι μια μπάντα φτιαγμένη από τα καλύτερα post-punk υλικά. Η εμφάνισή τους αυτή έπεισε και τους πιο απαιτητικούς ότι οι καλά ζυμωμένες new wave επιρροές που αναβλύζουν από τις ηχογραφήσεις, εκφράζονται άριστα και στο live. Επιτέλους ένα αληθινά κερδισμένο στοίχημα, από ένα συγκρότημα που θες να στολίσεις με κομπλιμέντα γιατί το αξίζει απόλυτα και όχι για την «τίμια προσπάθεια». Το φετινό τους άλμπουμ Zero Hits είναι ένα ανθισμένο μπουκέτο από εθιστικά τραγούδια. Και, ήδη από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής τους στο Gagarin, οι Bazooka έπαιζαν σαν να κουβαλούσαν το φορτίο των νέων τους τραγουδιών στους ώμους, θέλοντας να τα πετάξουν μανιασμένα προς το κοινό. Σαν να καίγονταν δηλαδή να επικοινωνήσουν το καινούριο τους υλικό: να το βγάλουν από το σύστημά τους, ακριβώς γιατί ήταν φρέσκο από τη φωτιά του φούρνου και έκαιγε ακόμη.

59kBzk_2.jpg

Είναι χάρμα οφθαλμών να παρατηρείς τους Bazooka να βρίσκονται σε φλογερό διάλογο με το κοινό τους μέσω περήφανων riff και πηγαίου χαβαλέ – άλλωστεέχουν κατακτήσει δικό τους κόσμο, το βλέπεις στα φωτισμένα πρόσωπα του ακροατηρίου. Τραγούδια όπως το “Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση”, το “Μέσα Στην Πόλη”, το “Βραδυνή Βάρδια” και το “Μόνος” ακούστηκαν στο Gagarin κοφτά, αδρά και ευθύβολα.

Οι Bazooka έπαιξαν και τραγούδησαν στακάτα τα νευρικά και αδάμαστα κομμάτια τους, με ανεπιτήδευτο τρόπο και με πατημένα γκάζια, χωρίς να προδίδουν την ανάγκη για μελωδίες. Είναι απολαυστικό να τους βλέπεις να χάνονται στις άναρθρες κραυγές του “Ζούγκλα” και στο μεταδοτικό sing-along του “Εξαϋλώσου”. Στο δε “Η Δική Σου Η Σειρά”, καθώς και στο διαβολεμένα έξυπνο “Κενό”, φάνηκαν τα πλεονεκτήματά τους (καλή αισθητική και γούστο), τσίτωσε η ενέργειά τους (αυτή τους περισσεύει) και έδειξαν ότι μπορούν να παίζουν μεστό, αντρικό rock, διατηρώντας την αγορίστικη αγνότητα· χωρίς ανούσια πόζα και χωρίς indie μιζέρια.

59kBzk_5.jpg

Ο κιθαριστικός πάταγος και η αντάρα των riffs ήταν εκεί και υπηρέτησαν τραγούδια σημερινά, με all-time διάθεση. Ο Ξάνθος Παπανικολάου δεν έκανε ούτε μία παραπανίσια επί σκηνής κίνηση: αντιθέτως, έδειξε ταγμένος στην ταχύτητα των τραγουδιών. Ο Γιάννης Βούλγαρης στα ντραμς με τα μαύρα του γυαλιά έδειξε ότι τον νοιάζει το star quality (και καλά κάνει), ενώ ο Βασίλης Ζελέπης με τον Άρη Ράμμο ήταν αλάνθαστοι και αποτελεσματικοί.

Ακόμη και τα τρία πνευστά που ανέβηκαν στη σκηνή –η τρομπέτα του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau και το τρομπόνι του Κώστα Κωστόπουλου– έριξαν λάδι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που θρέφει τους Bazooka. Και βοήθησαν στη γκρουβάτη ανάπτυξη των κομματιών χωρίς «βαλκανική» επιτήδευση, χωρίς boogie ευκολίες, αλλά με ψυχεδελική πώρωση, με πηχτό ηδονισμό και με ευπρόσδεκτο θράσος. Τέτοια στοιχεία συναντάς σε συγκροτήματα τα οποία ακόμα δεν έχουν αλλοτριωθεί και δεν έφτασαν στο άβολο σημείο που οι κριτικές βαφτίζουν ως «ωριμότητα».

59kBzk_6.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #175

21 Savage 

I Am > I Was

Μετά από μπόλικες κυκλοφορίες που περιλαμβάνουν EP, mixtapes και κάνα-δυο άλμπουμ, ο 21 Savage μπορεί άνετα να νιώθει «εκπληρωμένος». Άλλωστε διαθέτει μια ποιότητα στο μικρόφωνο. Ξέρει τι λέει, έχει ζήσει αυτά που αφηγείται, δεν έχει κάψει το μυαλό τουδιαθέτει guts, ωραίες ιδέες και υψηλότερη αισθητική από τη μέση καγκουριά του σημερινού αμερικανικού rap. Καθόλου άσχημα, αν συνυπολογίσουμε τη βαθιά παρακμή του περιβάλλοντος στο οποίο έζησε.

Ο τίτλος του δίσκου μας λέει ότι ο 21 Savage έχει σημειώσει προσωπική πρόοδο: νιώθει «καλύτερος» σε σχέση με εκείνο που ήταν κάποτε. Αυτή η αυτοπεποίθηση εκφράζεται σε ένα σύνολο κομματιών, το οποίο μπορεί να στέκει περήφανο για τις δυναμικές που αναπτύσσει με τους προγόνους της αληθινής rap κουλτούρας. Μοιάζει δηλαδή το I Am > I Was με άλμπουμ που βρίσκεται σε επαφή με τη black power σημειολογία και που νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη λομπίστικη κλίκα του Billboard, θέτoντας κάποια καλλιτεχνικά θέματα με μία σοβαρότητα παραπάνω.

Το ραπάρισμα του φιλόδοξου MC είναι επαναλαμβανόμενο και ομοιόμορφο. Η φωνητική του τεχνική είναι η εξής: τα λόγια του απλώνονται ρυθμικά σε ομόκεντρους κύκλους, με την τελευταία λέξη κάθε στίχου να επαναλαμβάνεται, ώστε να δώσει χώρο στον επόμενο στίχο –όπου πάλι η τελευταία λέξη θα επιστρέψει διπλή στον ακροατή. Όλα τα παραπάνω δένουν καλά με ένα απολαυστικό μενού από samples, με αποτέλεσμα ο πιτσιρικάς να πιάνει επάξια το momentum της καυτής σκηνής της Ατλάντα.

Ο 21 Savage αποφεύγει επίσης τα «ακριβά» ντουέτα, καθώς δεν παρουσιάζει συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στην κυριαρχία των superstar του χιπ χοπ. Αναπολεί όμως το το βίαιο παρελθόν που έχει αποκηρύξει στο “4L”, γίνεται συναισθηματικός στο “Letter 2 Μy Momma” και δείχνει οξυδέρκεια όταν αφηγείται ιστορίες στο “Asmr”. Σε πείθει με λίγα λόγια πως μιλάει βιωματικάσε όλα τα τραγούδια, χωρίς τις καρτούν-περιγραφές του Eminem και χωρίς τα ωμά βρισίδια των δήθεν γκάνγκστα. Θα μπορούσε βέβαια να αποφύγει μερικές κουραστικές μετριότητες όπως το “All My Friends” και το “Good Day”, αλλά δεν πειράζει στ’ αλήθεια.

Το I Αm > I Was είναι άλμπουμ που δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση και έχει μέσα του μια ανήσυχη γκάμα σκέψεων. Επιπλέον, με τον μαστουρωμένο νιχιλισμό του και την καλή ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στις στιγμές αδρεναλίνης και στη σκοτεινιά, ο 21 Savage δίνει μαθήματα περί αληθινού χιπ χοπ στον αλαζόνα Kanye.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #174

Bryan Ferry

Bitter Sweet

Η αγάπη του Bryan Ferry για το swing των παλιών big bands δεν αποτελεί μυστικό, αλλά ίσως και να γλυκάθηκε λίγο παραπάνω ο αιώνιος Δανδής απ’ το cameo που έκανε ως τραγουδιστής σε καμπαρέ, στην τηλεοπτική σειράBabylon Berlin του Τομ Τίκβερ. Όποια κι αν ήταν πάντως η αφορμή για τη δημιουργία του Bitter-Sweet, παραμένει απολαυστικό να τον ακούμε να διαπρέπει στο jazzy τερέν που ξεκίνησε να εξερευνά εντατικά με το As Time Goes By (1999) και στη συνέχεια με το The Jazz Age (2002).

Η «δαντελωτή» ματαιοδοξία που χαρακτηρίζει τον Ferry στο μικρόφωνο δεν έχει χάσει το ερωτικό της άγγιγμα, ακόμη κι αν τώρα πια υιοθετεί μια ψιθυριστή θλίψη στην έκφραση. Πλέον, η μούσα του δεν είναι η αγκαλιά των διαστημικών μοντέλων που κοσμούσαν τα εξώφυλλα των δίσκων του. Το μανιφέστο του ορκισμένου εργένη το έχει ολοκληρώσει –και το έχει τοποθετήσει στο ράφι. Σειρά έχει λοιπόν η ασφάλεια των τζαζ ενορχηστρώσεων, οι οποίες σιγοκαίνε σαν τζάκι.

Τραγούδια από τη δαφνοστεφανωμένη καριέρα των Roxy Music αλλά και από την προσωπική του διαδρομή, φοράνε εδώ τα «καλά» τους τζαζ ρούχα. Και όλα μαζί συμπληρώνουν ένα καθόλου αχρείαστο τελικά remake κάποιων λαμπρών στιγμών. Σαν το σαγηνευτικό “Alphaville” ή το καθηλωτικό “Reason Or Rhyme”· ακόμη και το “Sign Οf Τhe Times” από το The Bride Stripped Bare(1978), που εδώ μετασχηματίζεται σε βραδυφλεγές φλαμέγκο βγαλμένο από πυρετώδεις ονειρώξεις. Το δε “While My Heart Is Still Beating” από το κλασικό Avalon (1982) παράγει φρέσκους χυμούς, ενώ ξαφνιάζει ο εξωτικός μινιμαλισμός του “Zamba” από το Bête Noire (1987).

Η πληθωρική art pop του Δανδή δεν νιώθει πια την ανάγκη να αποπλανήσει τα θηλυκά του κόσμου, ούτε φέρνει στο προσκήνιο τη στυλιζαρισμένη γοητεία του χαρισματικού frontman (που υπήρξε). Τη σκυτάλη έχουν πάρει πλέον η ορχηστρική jazz και η καπνισμένη swing ατμόσφαιρα, σε τόση ακριβώς ποσότητα ώστε να αντέξεις δίχως να προγκήξεις από το άβολο αίσθημα νοσταλγίας. Αυτή τη φορά ο Bryan Ferry δεν κυκλοφορεί με λυμένη γραβάτα και επιμελώς ατημέλητο χτένισμα στα υποσχόμενα gala της πόλης. Κρατάει τη μπλαζέ μελαγχολία για τον ρόλο του παράνομου crooner και υποδύεται τον «περπατημένο» ερμηνευτή, ο οποίος είναι ακόμη ικανός να κάνει τις γυναίκες στο κοινό να δαγκώσουν με λαγνεία τα καλαμάκια των κοκτέιλ τους –και τους άντρες να ανασκουμπώνονται τσαλακώνοντας το ύφος τους, ώστε να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.

Ακόμη κι αν το Bitter-Sweet είναι τελικά ένα άλμπουμ ήσσονος σημασίας για τη δισκογραφία του Ferry, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πείσει για τις προθέσεις του χωρίς να μας φλομώσει στην εστέτ «τζαζίλα» και στις μεστωμένες μανιέρες του ρετρό.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Απολογισμοί

Γιατί πρέπει να μοιάσουμε στον Ρέντφορντ και όχι στον Ίστγουντ.

Οι απολογισμοί μιας ολόκληρης ζωής έχουν μερικά κοινά με τους μικρότερους, ετήσιους απολογισμούς της πρωτοχρονιάς. Η διαφορά είναι ότι στα ανώφελα new year’s resolutions έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα έχεις την ευκαιρία να τα κάνεις όλα καλύτερα στους επόμενους 12 μήνες. Όταν είσαι στη δύση της ζωής σου, γνωρίζεις ότι οι μεγάλες αποφάσεις έχουν παρθεί. Το bucket list έμεινε άδειο για όσους τόλμησαν ή γεμάτο για όσους έζησαν μέσα στα απωθημένα.

Προσωπικά, μόνο μέσα από το σινεμά και τη μουσική έχω μάθει να επικοινωνώ καλά. Με μια κινηματογραφική αναφορά λοιπόν, θα κάνω ένα σύνθετο resolution που λειτουργεί για κάθε πρωτοχρονιά και για κάθε απολογισμό ζωής. Φέτος, δυο παλαίμαχοι του Χόλιγουντ (τόσο παλιοί που θαρρείς ότι κάνουν ταινίες απ’ τον Μεσαίωνα) μας έδωσαν από έναν “τελευταίο ρόλο”. Δυο ταινίες για δυο ηλικιωμένα κινηματογραφικά icons που άτυπα ρίχνουν αυλαία στις καριέρες τους και διαβάζονται σαν farewell – ακόμη κι αν επιστρέψουν με κάτι καινούριο στο μέλλον.

 

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» υποδύεται έναν ευγενικό και χαμογελαστό ληστή. Πρόκειται για έναν ρομαντικό παράνομο με χρυσή καρδιά, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κλέβει τράπεζες γιατί ήταν κάτι που τον κρατούσε ζωντανό και γιατί δεν έμαθε να κάνει τίποτε άλλο.

Ο Κλιντ Ίστγουντ στο «The Mule» υποδύεται έναν βετεράνο στρατιωτικό που αναλαμβάνει να γίνει βαποράκι υπεράνω υποψίας που μεταφέρει εμπόρευμα με το φορτηγό του για ένα καρτέλ κοκαΐνης. Πρόκειται για έναν παράνομο που περιφρονεί τον κόσμο, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κάνει μια παράνομη δουλειά για να μη χρειαστεί να συνδεθεί ποτέ με άλλους ανθρώπους.

 

Ο Ρέντφορντ στα 82 του, έχει το τρυφερό βλέμμα που διαθέτουν όσοι δεν υπήρξαν σκατόψυχοι στα νιάτα τους.

Ο Ίστγουντ στα 88 του, έχει το βλέμμα περιφρόνησης που διαθέτουν όσοι δεν έχουν αγαπηθεί.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» ψάχνει να επικοινωνήσει με μια αγνή καρδιά που θα συντονιστεί με τους δικούς του παλμούς.

Ο Ίστγουντ «The Mule» αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν βαρίδια, νομίζει ότι όλοι πρέπει να τον ευγνωμονούν που τους αφήνει να μοιράζονται μαζί του το οξυγόνο.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» δεν έχει πατρικές συμβουλές να δώσει, δεν νιώθει δυνατός άνδρας, δεν νιώθει περήφανος πατριώτης, δεν αισθάνεται ότι ξέρει να διαχωρίζει το δίκαιο με το άδικο.

Ο Ίστγουντ «The Mule» υπακούει σε ηθικούς νόμους που έχει φτιάξει ο ίδιος και έχει μπόλικες συμβουλές να χαρίσει (πάντα με μια δόση macho νταλκά).

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» είναι ένας λευκός άνδρας που δεν αψηφά το κοινωνικό σύστημα, τους θεσμούς του κράτους ή τις μειονότητες. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει γύρω του, όπως άλλαζε την εποχή που αυτός ήταν νέος.

Ο Ίστγουντ «The Mule» είναι ένας λευκός άνδρας που το κοινωνικό σύστημα τον ξεβολεύει, οι γραπτοί νόμοι είναι εμπόδιο, ο κόσμος αλλάζει ερήμην του και δεν καταλαβαίνει γιατί χάθηκαν οι παλιές καλές μέρες (ειδικά όταν κοιτάζει μια συμμορία από λεσβίες γυναίκες σε μηχανές)

 

Τον Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» τον κυνηγάει ένας αστυνομικός που τον σέβεται. Ένας μάλλον βαρετός άνθρωπος που θα συνεχίσει την βαρετή ζωή του (Κέισι Άφλεκ). Ένας χαλαρός τύπος που δεν νιώθει ήρωας και φροντίζει την οικογένειά του χωρίς παλικαριές και αυταπάρνηση για το ιερό καθήκον.

Τον Ίστγουντ στο «The Mule» τον κυνηγάει ο κύριος Λευκή Αμερική (Μράντλει Κούπερ). Ο διάδοχος του σοφού σκληρού γέρου που έχει αρχές γιατί ξέρει να σέβεται τους βετεράνους. Ο πρώην πρωταθλητής στο Football κολεγίου με το σύνδρομο του Κάπτεν Αμέρικα, που νομίζει ότι αποτυχία ζωής είναι να ξεχνάς την επέτειο γάμου σου (επειδή οι γυναίκες τα θέλουν αυτά).

 

Στο μέτριο συνολικά «The Old Man & the Gun» υπάρχουν άνθρωποι με ιστορίες (όπως ο Τομ Γουέιτς), ωραία νοσταλγία και μικρές κινηματογραφικές αναφορές για να χαμογελάς για ώρες μετά τη θέαση.

Στο μέτριο συνολικά «The Mule», υπάρχει η νοικοκυρά σύζυγος που έκανε υπομονή, η στερεοτυπική κόρη που ήθελε τον μπαμπά παρών στο γάμο της, ώστε να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωή της (!) και οι Λατίνοι ναρκέμποροι είναι γεμάτοι απειλητικά τατουάζ, κοιτάζουν βλοσυρά και εξαπολύουν μόνο «cabrón» και «puta».

 

Εύχομαι σε κάθε απολογισμό χρονιάς (ή ζωής) να έχουμε το γήινο, γεμάτο κατανόηση και χιούμορ βλέμμα του Ρέντφορντ, που παρά τις χαμένες μάχες έμεινε καθαρό. Εύχομαι να μην καταλήξουμε με το σκληροτράχηλο και σας-φτύνω-στη-μούρη ύφος του Ίστγουντ. Να κρατήσουμε τα βιώματά μας για όσους μας αγαπούν, χωρίς διδάγματα και ανάγκη επιβεβαίωσης και να μη μοιράζουμε τριγύρω τη λαϊκή σοφία του γέρου που «δε μασάει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #173

Mitski

Be The Cowboy

Είναι περισσότερο με το φετινό της άλμπουμ, παρά με το Puberty 2 (2016), που η Mitski δείχνει ότι, αρκετά νωρίς στην καριέρα της, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, αλλά και μια μελωδική ψυχραιμία.

Η ποιότητα των τραγουδιών της έχει να κάνει με την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τις αρμονίεςμε τον μορφωμένο φεμινισμό στο υπόβαθρο (χωρίς το manual της πολιτικής ορθότητας) και με το βιωματικό στοιχείο (χωρίς υπερβολές και μανίες). Το υλικό της προκύπτει φτιαγμένο από αέρινα συστατικά, τα οποία στον πυρήνα τους διαθέτουν εξαιρετικές ιδέες· από αυτές που όσοι indie darlings μεγάλωσαν με τη μουσική που βγήκε μετά το 2000, θα σκότωναν να έχουν.

Έξυπνη, καλόγουστη και «κατεστραμμένη» με έναν οικείο και ενδιαφέρον τρόπο, η Mitski εκφράζει τον γοητευτικό της κυνισμό μέσα από αφηγήσεις για συναισθηματικά δυσλειτουργικές φιγούρες, ενώ τα περιπετειώδη πλήκτρα μαίνονται τριγύρω. Στην ουσία δημιουργεί δικούς της χαρακτήρες, σαν σεναριογράφος που υπογράφει τηλεοπτικούς πιλότους για το ΗΒΟ με hip, αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες στις μεγαλουπόλεις.

Η παράξενη τραγουδοποιός παίζει έξυπνα με τη μάτσο μυθολογία των «ισχυρών» και διαθέτει τον σαρκασμό που έχουν όλοι όσοι διαβαίνουν περήφανα τον μονόδρομο της μοναξιάς. Κάτι που φαίνεται σε στιγμές όπως το “Me Αnd My Husband” ή το “Why Didn’t You Stop Me?”, που αποτελούν σχόλιο για εσωστρεφείς ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μόνοι παρά τις ερωτικές τους σχέσεις (ειδικά μέσα σε εκείνες). Στο “Nobody”, πάλι, αλλά και στο “Pink Ιn Τhe Night”, φαίνεται να ανήκει στους μουσικούς στους οποίους αρκεί μία synth πλάτη για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μίας ζωής.

Το Be The Cowboy διαθέτει επικά μελοδράματα που χωράνε σε τραγούδια-μινιατούρες, για να μπορείς να τα ακούς στις προσωπικές σου στιγμές, μέσα στο ασφαλές κουκλόσπιτό σου, τότε που παίρνουν το πάνω χέρι οι ανασφάλειες και οι στεναγμοί. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια περήφανη στιγμή της σύγχρονης ανεξάρτητης pop, η οποία μαστίζεται από πυροτεχνήματα και κούφιες υποσχέσεις. Η Mitski έχει ικανότητα στην αφήγηση, παίζει στα δάχτυλα τους κανόνες της μετρονομίας και στο τέλος βγαίνει σπαθί προς τα έξω. Είναι σίγουρο ότι θα έχει μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Springsteen on Broadway

Αποτέλεσμα εικόνας για Springsteen On Broadway

Η τρυφερή βραχνάδα του Σπρίνγκστιν είναι μία από τις ψηλότερες βουνοκορφές στην οροσειρά της Αμερικάνικης μουσικής ιστορίας. Όπως η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, τα γυαλιά του Ρόι Όρμπισον, τα «Good-God» αγκομαχητά του Τζέιμς Μπράουν, τα «whoοo» του Μάρβιν Γκέι, η μοναξιά του Χανκ Γουίλιαμς και τα μαύρα ρούχα του Τζόνι Κας.

H παράσταση στο Broadway πιάνει απ’ την αρχή το νήμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινά απ’ τη γενέτειρα του Νιού Τζέρσεϊ. Ο Μπρους τραγουδάει και αφηγείται κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Η ειλικρίνειά του είναι που έχει συγκεντρώσει μια τεράστια κοινότητα πιστών που πίνουν νερό στο όνομα του.

Τον Σπρίνγκστιν όμως δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοι του ξεκινούν παγκόσμιες γιγαντοπεριοδείες  για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street band οικογένειας. Πρέπει να ξέρεις από χαμένες μάχες για να τραγουδάς αληθινά και πρέπει να έχεις συνηθίσει την απόρριψη για να έχεις αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο.

Ο Μπρους με εργαλείο μια κιθάρα, μαζί με την φυσαρμόνικα και το πιάνο, επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή.

To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στην τοξικότητα των ημερών και φωνή πολιτισμού μέσα στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ευχαριστούμε αφεντικό.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #172

Paul Weller

True Meanings

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller True Meanings

Δεν χωράει αμφιβολία πως μόνο «αληθινά νοήματα» μας έχει χαρίσει ο γνήσιος mod πατέρας, καθόλη τη μακρά καριέρα του. Όμως, τα τελευταία 10 χρόνια (από το 22 Dreams του 2008) αυτός ο διαβολεμένα όμορφος τραγουδοποιός μας έχει χαρίσει κι ένα ανίκητο σερί υπέροχων δίσκων.

Στο True Meanings, ο Paul Weller συνεχίζει να αποπνέει ζωντάνια και μια ζωτική ανάγκη για περιπέτεια. Τα τραγούδια του βάζουν κάτω εκατό φιλόδοξους τροβαδούρους· από εκείνους που αποσπούν για κάποιον λόγο τους διθυράμβους του μουσικού Τύπου και ποζάρουν με στόμφο, με την κιθάρα να κρέμεται ριχτή στον ώμο. Όμως ο Weller δεν έχει χρόνο για πόζα και ανοησίες. Σαν να έχει νικήσει τον χρόνο και, απαλλαγμένος πια από αυτό το άγχος, εξακολουθεί να ηχογραφεί μικρά θαύματα, παραμένοντας ανήσυχος.

Δεν υπάρχει νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες του κλασικού Songbook εδώ. Πρόκειται άλλωστε για έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον κολλήματα αναβίωσης, ούτε κόλλημα με την παράδοση –ούτε με τίποτα γενικά. Ο κύριος Weller κάνει άνετα σλάλομ ανάμεσα στο pub rock και στην ακουστική ψυχεδέλεια και ακροβατεί ανάμεσα στη folk που αναβλύζει «βρετανίλα» και στη soul του αμερικάνικου νότου. Η μουσική του παλέτα δεν ήταν τόσο παλλόμενη ούτε στα χρόνια της χυμώδους, νεανικής πώρωσης των Jam, ούτε καν στις soul περιπέτειες των Style Council.

Προσέξτε τα έγχορδα του “Old Castles”, τα οποία σε κόβουν σαν βούτυρο ή τη βελούδινη μελωδικότητα του “Aspects”, που σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια για να την εισπνεύσεις. Προσέξτε επίσης τη ζεστασιά του “Gravity”, το οποίο φέρνει στο μυαλό τον Richard Hawley (αλλά χωρίς την αυτερέσκεια) ή του “Wishing Well”, που θυμίζει Nick Drake (αλλά χωρίς την αυτολύπηση). Προσέξτε ακόμη τον τρυφερό φόρο τιμής “Bowie” («we all have to go, but letting go is thanking you»).

Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα άλλο παράδειγμα εκτοπίσματος σαν αυτό που παρουσιάζει ο Weller την τελευταία δεκαετία. Αναφέρομαι στην ειλικρίνειαστον ξάστερο λόγο και στη μελωδική ψυχραιμία. Στο True Meanings ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνη την ατόφια μελωδικότητα που σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια, μαζί με μια περήφανη βρετανικότητα την οποία ο Weller πάντα κουβαλάει. Η φόρμα του δίσκου είναι απαλή, η θερμοκρασία του είναι ρυθμισμένη σε ένταση «δωματίου» και οι προθέσεις του φωνάζουν για «αγκαλιά», χωρίς όμως ίχνος έντεχνης τρυφερότητας στο υπόστρωμα.

Τα νέα τραγούδια του Weller είναι λοιπόν ποτισμένα με την κληρονομιά που τον έθρεψε, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται ποικίλα και μοντέρνα. Ωραία γήινη μουσική, για καθημερινούς φθαρτούς (ή φθαρμένους) ανθρώπους.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #170

Cypress Hill

Elephants On Acid

Οποιαδήποτε επιστροφή των Cypress Hill, σημαίνει καλά νέα· άλλωστε οι Καλιφορνέζοι δεν μετράνε πολλά στραβοπατήματα στην πολύχρονη καριέρα τους. Πόσο μάλλον όταν έχουν μεσολαβήσει 8 χρόνια από την τελευταία τους δουλειά, αλλά και όταν ο πρωτοπόρος DJ Muggs επιστρέφει στην καρέκλα του παραγωγού.

Η ιδέα του Elephants On Acid ξεκίνησε από ένα όραμα που είχε ο Muggs σε κάποιο δικό του trip, όταν είδε ένα κεφάλι ελέφαντα. Με αυτή την αφορμή, οι Cypress Hill κάνουν μια ωραία βουτιά στους ψυχεδελικούς ήχους της δεκαετίας του 1960 και δοκιμάζουν (άλλη) μια αισθητική εξερεύνηση της κουλτούρας των αιωνίως μαστουρομένων.

Αυτή τη φορά, η μουσική τους προκύπτει αιγυπτιοκεντρική, μπολιασμένη με ανατολίτικο μυστικισμό. Τα δε τραγούδια είναι τίγκα στις ακατάληπτες δοξασίες γύρω από τη θαυματουργή δύναμη της φούντας. Από τις αραβικές ιαχές των μουσικών του δρόμου στο “Band Οf Gypsies” («Hashish, Hashish») τις περιπαικτικές προτροπές να φτιαχτούμε στο “Oh Na Na” και τον ψυχεδελικό αποκρυφισμό του “Jesus Was A Stoner”, παρακολουθούμε ζαλισμένοι τον Muggs να καθοδηγεί τους «φτιαγμένους» ράπερ. Τα σύντομα ιντερλούδια είναι βουτηγμένα στη βρωμιά των beats και λειτουργούν σαν χερούλια για να κρατηθούμε όρθιοι μέσα στην παραζάλη του πηχτού καπνού.

Ήδη από το ντεμπούτο τους (1991), οι Cypress Hill απέφευγαν την αρτηριοσκληρωτική βαρβατίλα και την καγκουριά των ανταγωνιστών τους. Έτσι, έχτισαν με τα χρόνια την εικόνα των ισχυρών μουσικάνθρωπων, που έχουν το δικό τους σύμπαν. Το συγκρότημα παλεύει φιλότιμα να φτάσει κοντά στη νιρβάνα που αναζητά μέσω της συνεχούς κατανάλωσης ινδικής κάνναβης. Οι παράδοξες μελωδίες, οι ελλειπτικοί ρυθμοί και οι βρωμιάρικες πρόζες χτίζουν ένα ασπρόμαυρο σασπένς, το οποίο στάζει ακαθόριστα ζουμιά.

Υπάρχουν ωραία κομμάτια στον δίσκο, όπως το ξεσηκωτικό “Crazy” και το trip hop ταξίδι του “Stairway To Heaven”, με beats τα οποία τρεκλίζουν να σταθούν όρθια μέσα στο ντουμανιασμένο στούντιο με τα γεμάτα τασάκια. Τα φωνητικά του B-Real παραμένουν κοφτερά σαν ξυράφι, αλλά και ζωηρά όσο στην εποχή του “Insane In The Brain” (1993). Γνήσια πωρωμένος και απολαυστικός, ο B-Real παραμένει σπουδαίος ριμαδόρος· πάντα με διεσταλμένες τις κόρες των ματιών πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, καταφέρνει και δίνει φρέσκο ρυθμό στους τελετουργικούς χορούς.

Έχει όμως δύο ουσιαστικά προβλήματα το άλμπουμ.

Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει ένα ευδιάκριτο hit: κανένα beat δεν θα μείνει διαχρονικό και κανένας ρυθμός δεν θυμίζει τις ένδοξες μέρες του “Hits From The Bong”. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στα πολύχρωμα trip της παραγωγής, τις ρίμες που ποτίστηκαν στα βαρβιτουρικά, τους θηριώδεις μπάφους που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και τα γυάλινα bong που δίνουν ρυθμό, νιώθεις την ανάγκη να ανοίξεις τα παράθυρα ώστε να ξεμυρίσει το δωμάτιο. Σου αρέσει το Elephants On Acid, αλλά λιγάκι σε μπουχτίζει. Και δεν θες να το επισκεφτείς ξανά σύντομα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

(Μικρή) Ανασκόπηση

Οι δυο καλύτερες ταινίες του 10μηνου του ’18, είναι το “First Reformed” του Πολ Σρέντερ και το “Ready Player One” του Στίβεν Σπίλμπεργκ, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία (πιο διαφορετικοί δεν γίνεται).

Πολλοί βαρέθηκαν από τους αργούς ρυθμούς της πρώτης, τους απέτρεψε το βαρύ θέμα και αναρωτιούνταν τι είναι αυτό το Ντράγιερ που ανέφεραν οι αναλύσεις.

Ακόμα περισσότεροι χαρακτήρισαν video game τη δεύτερη, χλεύασαν τα ειδικά εφέ και μίλησαν για “αμερικανιές”, για τα λεφτά του Χόλιγουντ και άλλα τέτοια.

Κρίμα, γιατί κανείς από τους παραπάνω δεν αντιλαμβάνεται σε βάθος (για να αγαπάει ούτε λόγος) το σινεμά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #169

Paul McCartney

Egypt Station

Image result for egypt station mccartney

Το καινούριο, 17ο άλμπουμ του Macca (ή το 24ο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεστε τους Wings) έρχεται ορμητικό, με μια γκάμα στιλ και κατευθύνσεων που διεκδικούν περίοπτη θέση ανάμεσα στις καλύτερες σόλο στιγμές του σπουδαιότερου συνθέτη του 20ού αιώνα. Ο μεταμεταμοντερνισμός έχει ακυρωθεί πλήρως και όλα έχουν ξαναγυρίσει ενστικτωδώς στις ρίζες τους. Στις αυθεντικές μελωδίες, δηλαδή. Εδώ είμαστε.

Η γεροντική άνοια ούτε με το κυάλι δεν μπορεί να βρει τον Paul McCartney, ο οποίος, αν και δεν κουνιέται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί και κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής. Τον ακούς για παράδειγμα στο τρυφερό “Come Οn Τo Me”, να τραγουδάει για την καλή του με εκείνη τη γλυκόπικρη διάθεση την οποία έχει ένας εραστής που δεν τον καίει η θύελλα της ερωτικής κατάκτησης, αλλά προτιμάει να γεύεται τα γενναιόδωρα χαμόγελα του φλερτ. Σε επίπεδο μάλιστα αφήγησης κερδίζει κατά κράτος, όντας προσιτός και με θυελλώδη όρεξη για αρμονίες, η οποία μεταβολίζεται σε εμπνεύσεις με τη μορφή στρογγυλών κομματιών. Η ικανότητά του παραμένει απαράμιλλη. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης pop που άνθισε στη Δυτική ακτή· αυτή που φέρνει στα ηχεία λίγο απ’ τον καλιφορνέζικο αέρα.

Ο McCartney είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, 60 χρόνιαείναι) και παραμένει στιλιστικός, αλλά και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται, με ένα τσαγανό το οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι από πού πηγάζει. Αυτή τη φορά τον βοηθάει ο παραγωγός Greg Kurstin, ο οποίος έκανε θαύματα με την Adele. Το νέο άλμπουμ διαθέτει έτσι τραγανή roots pop κρούσταμε καλιφορνέζικη μαγιά. Από το rock ‘n’ roll του “Who Cares” μέχρι την ακουστική χαρμολύπη του “Smile Away” και από την πιανιστική «ζέστη» του “Hand In Hand” μέχρι το περιπετειώδες “Back In Brasil”, τα «αγκιστράκια» των τραγουδιών πιάνουν από τα αυτιά τον ακροατή και κάνουν τα πόδια να χορεύουν μόνα τους.

Νοηματικά, το Egypt Station αποκτά το σχήμα ενός φαντασιακού τρένου μεγάλων αποστάσεων, που «μετουσιώνει» όλη τη συναισθηματική γκάμα της μουσική του Macca και την εγκαθιστά στο σήμερα· όχι μόνο ως βιώσιμο υλικό, αλλά και ως λειτουργικό ιδίωμα. Την εξυπνάδα των Wings τη συναντάς στην αδιανόητη κλιμάκωση του “Despite Repeated Warnings” (τραγούδι που θα είχε άνετα θέση στο Band On The Run). Με τα σεξουαλικά δε υπονοούμενα του “Fuh You”, την ηλιόλουστη ψυχεδέλεια του “Do It Now” και τον ρυθμό του τσαμπουκαλεμένου “Caesar Rock”, ο McCartney συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει όλες τις καλλιτεχνικές του εκκρεμότητες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έχει καμία εκκρεμότητα· ούτε με τα ακροατήρια που έθρεψε, ούτε με τον εαυτό του. Ακόμα και αν δεν έκανε την ύστερη καριέρα του Bob Dylan, του Leonard Cohen ή ακόμη και του Johnny Cash, ο Paul McCartney συνεχίζει να γιορτάζει τις μικρές απολαύσεις της ζωής, με γενναιόδωρες μελωδίες που αιχμαλωτίζουν τα αυτιά κάθε δυνητικού ακροατή. Ξεπερνώντας «δυναμικά κοινά», γελοίες στατιστικές με target groups και ηλικιακά στεγανά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #168

Florence And The Machine
High As Hope

Υπάρχει κάτι στη φωνή της συμπαθέστατης Florence Welch που συχνά με κρατούσε σε απόσταση από το φωναχτό της δράμα, κάνοντάς με να διατηρώ μια στάση «εγωιστική» στα προηγούμενα 3 άλμπουμ. Η «ορχηστράρα» βρισκόταν μονίμως σε παροξυσμό και αυτή τελάλιζε με μανία, σαν να καλούσε όλες τις λαβωμένες καρδιές του κόσμου να συστρατευτούν για να καταστρέψουν τα κατακτημένα εδάφη όσων πρώην και νυν τις απέρριψαν. Εκείνες οι Ναπολεόντειες επάρσεις και η «καθεδρική» υπερδιέγερση που έβγαζε στο μικρόφωνο, με πετούσαν έξω: δεν μπορούσα να συμμετάσχω συναισθηματικά σε ό,τι οι μαρκετίστες πουλούσαν ως «σοφιστικέ pop».

Στο 4ο της άλμπουμ –και το πρώτο ως superstar που μπορεί πλέον να κατακτήσει τον κόσμο με τη ραδιοφωνική δύναμη των τραγουδιών της– ζει το ψυχόδραμά της πιο ανθρώπινα και με λιγότερη πώρωση. Πάλι καλά, γιατί όταν δεν παρασύρεται στον ρόλο της «υπερευαίσθητης Μπουμπουλίνας με μικρόφωνο», η Welch αφήνει χώρο στα τραγούδια να ανθίσουν και σε εμάς να απολαύσουμε τη μελωδική τους πληθωρικότητα, χωρίς να μας πνίγουν οι τσιτωμένες φωνάρες.

Τα τραγούδια του High Αs Hope είναι ρομαντικά και όμορφα, σαν φθινοπωρινά τοπία. Το γούστο της παραγωγής βρίσκεται μονίμως σε ένα επίπεδο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που μπορούν να εγγυηθούν απολαυστικές, all-day ακροάσεις στην κρεβατοκάμαρα· πάντα με χαρτομάντιλα στα κομοδίνο, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε από τα αδικαίωτα αισθήματα.

Η συμφωνική pop παθαίνει συχνά-πυκνά τις γνωστές ταχυπαλμίες, όμως τα τραγούδια δεν αφρίζουν και δεν παίζουν με τις αντοχές σου. Οι εμβατηριακές μπαλάντες, τα παραγεμισμένα δράματα και οι ανηφορικές μελωδίες, δεν κρύβουν αυτή τη φορά τόσο ψυχαναγκασμό. Μπορείς λοιπόν να συμμετέχεις στα πάθη της Welch, όχι γιατί σου τα τραγουδάει στα μούτρα σαν παγανιστική ιέρεια με απόλυτα ανοιχτό το στόμα της, αλλά γιατί σε πείθουν οι αυτοβιογραφικές ματιές στο εφηβικό της παρελθόν.

Τελικά η Florence Welch μπορεί να υπερηφανευτεί πως δεν έχει φθαρεί –ούτε  καλλιτεχνικά, ούτε στιλιστικά– παρά την ιλιγγιώδη επιτυχία της. Το αδηφάγο κτήνος της δημοφιλίας δεν την έχει αλλοτριώσει και διαθέτει ακόμη την αποδραστική δύναμη που την έκανε να ξεχωρίζει. Κάπου ανάμεσα στην υγρασία της Siouxsie και στην ευθύτητα της Chrissie Hynde, ακούγεται τόσο ατόφια και ακέραιη, ώστε είναι δύσκολο να μη σε συγκινήσει λίγο ή και πολύ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Climax

Image result for climax gaspar noe

Το Climax είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από τον Gaspar Noé: Μια χαζευτική αερολογία, ένα πονηρά σερβιρισμένο τίποτα, μια αλαζονική χασμωδία και ταυτόχρονα ένα αναίτιο μισανθρωπικό μανιφέστο, βουτηγμένο μέχρι το κεφάλι στη βιρτουοζιτέ, ενώ χωράει σε μια σελίδα σεναρίου. Ίσως να χωράει και σε μια πρόταση: Ένα ομαδικό acid trip που πήγε (πολύ) στραβά.

Το αντιπαθείς αμέσως. Όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτό και δεν βλέπεις την ώρα να το ξαναδείς.

Θα κρατήσετε όμως για πάντα το εναρκτήριο χορευτικό με αυτή την κομματάρα.

Posted in Cinema | Leave a comment

The Man Who Dreams of Giants

Χίλιες φορές προτιμώ την ημιαποτυχημένη προσπάθεια του Τέρι Γκίλιαμ να τα βάλει με τους ανεμόμυλους του μυαλού του (και να χάσει) παρά ένα ακόμα πανάκριβο, δίωρο κασκεντεριλίκι του Τομ Κρουζ σε ακίνδυνη αποστολή. Ο Τέρι προσπαθούσε σχεδόν 30 χρόνια να τιθασεύσει την εμμονή του με την ιστορία του Δον Κιχώτη (κάτι ανάλογο που είχε κοστίσει και στον Όρσον Γουέλς πολύ χρόνο, κόπο και χρήμα) και στην πορεία παραδόθηκε και ο ίδιος στην ευδαιμονία της καλλιτεχνικής τρέλας.

Η παραμυθόπληκτη φαντασία του Γκίλιαμ μας χάρισε τον τελευταίο ρομαντικό της μύθο, με εμμονές που κρατούν από το Holy Grail ακόμα. Οι αυταπάτες μπλέκονται σε κάθε πλάνο με τη λογική και η σκληρή πραγματικότητα παρεισφρέει στο παραμύθι.

Το σενάριο της ταινίας, με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν όλο και πιο αυτοαναφορικό. Τελικά, αφού ο Τέρι είδε και απόειδε με τα πολλαπλά false start της παραγωγής, το φιλμ επικεντρώθηκε (ολίγον Φελινικά) στη φύση του «σινεμά του δημιουργού» και στις συνέπειές του στην πνευματική ισορροπία όσων ζουν για τα passion project τους.

Γιατί ένας από τους πιο αναρχικούς σκηνοθέτες που δούλεψαν στο Χόλιγουντ και ποτέ τα στούντιο δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν (πόσο μάλλον να πουλήσουν) είχε την ανάγκη να πει αυτή την ιστορία; Ίσως γιατί ο Γκίλιαμ, ένας storyteller παλιάς κοπής λίγο πριν τα 80 του, σε μια εποχή που η φαντασία αντικαταστάθηκε από τις CGI χασμωδίες των executives που θεωρούν μονόδρομο επιτυχίας το άνοιγμα στο box office, νιώθει πιο μόνος από ποτέ.

Πάντως η 12η προσωπική ταινία του, όσο ατσούμπαλη κι αν είναι στα σημεία και όσο ευρηματική στο σύνολό της, κλείνει αισιόδοξα: με την επικράτηση των παραισθήσεων. Άλλωστε το μικρόβιο της αποδραστικής φαντασίας και ο χειροποίητος ρομαντισμός δεν θα πεθάνουν ποτέ.

Μπορείς να ξεκουραστείς τώρα, Τέρι. Τα κατάφερες καλά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #167

Nine Inch Nails

Bad Witch

Η ιδέα της μετάλλαξης είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη δισκογραφία του Trent Reznor. Αυτή η ιδέα λάμπει ξανά στα σκιώδη και υγρά τραγούδια τoυ Bad Witch και μάλιστα με τον πιο βρώμικο τρόπο: ο δημιουργικός νιχιλισμός των Νine Inch Nails δίνει ξανά το παρών. Στον πυρήνα των νέων κομματιών κυριαρχούν οι αγωνίες του σύγχρονου, αλλοτριωμένου ανθρώπου, σε μια χαοτική κοινωνία η οποία τον καταπίνει σαν κινούμενη άμμος. Η συλλογική ύβρη, δεν αφήνει περιθώρια λύτρωσης. Αυτήν τη συλλογική συνενοχή και το γενικότερο αίσθημα απελπισίας ο Reznor το περιγράφει με ταραγμένα ντραμς και με τολμηρά ηλεκτρονικά πειράματα, θέλοντας να μας ρίξει σε μια θύελλα από οργανωμένους θορύβους.

Το Bad Witch είναι επιβλητικό και κάργα ατμοσφαιρικό, με τον Reznor να προκρίνει το δέος και να βροντοφωνάζει: «όλα είναι αισθητική». Σίγουρα θα συμφωνούσα με όλο μου το είναι, αν δεν αφηνόταν ακάλυπτη η ανάγκη μου να επικοινωνώ συναισθηματικά με τη μουσική. Ο Reznor δείχνει πλέον δηλαδή τόσο απορροφημένος από τη φορμαλιστική μανία του Atticus Ross, ώστε δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με προσωπικές ευαισθησίες. Συναισθηματικά, έτσι, δεν κυρτώνει πουθενά στο νέο άλμπουμ, κάτι που δεν συνέβαινε στις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος, π.χ. στο The Downward Spiral (1994) ή στο Fragile(1999). Εδώ, οι συνθέσεις του προκρίνουν μονίμως το διαταραγμένο και αφανίζουν το τρυφερό. Προκρίνουν την κλινική παρατήρηση και ατενίζουν τους ακροατές ως κουκκίδες. Η ένστασή μου βρίσκεται στο ότι οι κουκκίδες αυτές είναι ζωντανές και έχουν (και) συναισθηματικές ανάγκες.

Ωστόσο οι Νine Inch Nails εξακολουθούν να κάνουν τις σύγχρονες, τσαμπουκαλεμένες nu metal μπάντες να θυμίζουν κολεγιακή κομεντί στην Καλιφόρνια. Τα παραμορφωμένα πνευστά του “Play Τhe Goddamned Part” φτιάχνουν ένα ευπρόσδεκτο ταξίδι στους στοιχειωμένους εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς. Στο “Shit Mirror”, πάλι, η Αμερική κοιτάζεται στον καθρέφτη –και το είδωλο είναι αποκρουστικό. Η γκροτέσκο ατμόσφαιρα του “I’m Not From This World” σε παρασύρει σε έναν ψυχεδελικό σαματά. Και φυσικά υπάρχει και το “God Break Down Τhe Door”, το οποίο αντλεί από τους ύστερους πειραματισμούς του David Bowie· πραγματικά ακούγεται σαν μπάσταρδο ξαδερφάκι που ξέφυγε από τα sessions του Blackstar.

Ο Reznor εξακολουθεί λοιπόν να στήνει ωραίους, αυτοκαταστροφικούς χορούς γύρω από φωτιές σε βιομηχανικά τοπία. Ας υστερεί με τα χρόνια σε συναισθηματικό επίπεδο. Τουλάχιστον εξακολουθεί να έχει πίστη στον ήχο που ο ίδιος επινόησε, άσβεστη φλόγα, ουρλιαχτή κορώνα, ανεξέλεγκτα όργανα και πληθωρική δεξιοτεχνία. Ίσως έχουμε ξεχάσει τι σήμαιναν κάποτε όλες αυτές οι αξίες, τις οποίες βρίσκαμε σε τραγούδια όπως το “If They Move Kill ‘Em” των Primal Scream. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να τις ξεχάσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Bill Murray, Jan Vogler & Friends: New Worlds

24Blmr_5.jpg

Kαθώς μεγαλώνει, ο Bill Murray αποκτά το βλέμμα ενός «καλλιτέχνη» που, ενώ έχει δει τα πάντα, δείχνει να μην εντυπωσιάστηκε. Όχι γιατί δεν αισθάνθηκε πολλά, αλλά γιατί κατάφερε να προσπεράσει τα προφανή και να αντικρίσει τη ματαιότητα και την ομορφιά αυτού του κόσμου.

Πάμε πάλι, χωρίς τις υπερβολές που πρώτος ο ίδιος ο Murray θα ακύρωνε.

Έχει εκείνο το βλέμμα του σιωπηλού παρατηρητή, ο οποίος έχει δηλώσει εδώ και καιρό μια διακριτική «παραίτηση», επιμένει όμως να σε κάνει να γελάς –όχι παριστάνοντας τον αστείο, αλλά με το να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινος. Το βλέμμα του καθώς μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο τρυφερό, πιο ήπιο και αγνό, επειδή εντυπώθηκαν πάνω του αρμονικά όσα έμαθε και έζησε. Όσο αρμονική ήταν και η μουσική συνύπαρξή του με τον Jan Vogler, στη σκηνή του Ηρωδείου. Όσο αρμονικά έδεσε η ποίηση του Walt Whitman με τον πιανιστικό ιμπρεσιονισμό του Μωρίς Ραβέλ.

24Blmr_2.jpg

Η τυχαία συνάντηση του Αμερικάνου ηθοποιού με τον Γερμανό τσελίτσα, τού έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία μέσα απ’ τον υπέροχο δίσκο New Worlds (2017). Αυτήν την ηχογράφηση μας έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν στο Ηρώδειο, πλαισιωμένοι από την έξοχη βιολονίστρια Mira Wang και την εξαιρετική πιανίστρια Vanessa Perez. Το ασύμμετρο σχήμα κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις ιδέες του απρόσμενου δισκογραφικού πειράματος και κυρίως να μας παρασύρει σε μια ιστορική αναδρομή με άξονα τον αμερικάνικο πολιτισμό. Φαινομενικά, ωστόσο, η παράσταση έμοιαζε με τρυφερό φόρο τιμής σε ήρωες της αμερικάνικης λογοτεχνίας και σε μουσουργούς που άφησαν το αιώνιο σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής.

Επάνω στη σκηνή, η αφήγηση του Μurray σε απόσπασμα του «Ελαφοκυνηγού» του James Fenimore Cooper αγκαλιάστηκε από τη μουσική του Φραντς Σούμπερτ, ενώ το “Moon River” του Henry Mancini άφησε χώρο για αποσπάσματα από τις εκλεκτές «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Mark Twain. Οι εικόνες του αμερικάνικου Νότου έμπλεξαν με τους στίχους του Τom Waits και μας έστειλαν περιπατητές με μια άλλη Αμερική. Οι επιλογές όμως δεν ήταν τυχαίες. Στον πυρήνα της παράστασης υπέβοσκε ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμάζουσα Αμερική του Τραμπ, η οποία σκεπάζει σαν μαύρο σύννεφο τον πλανήτη. Όχι σαν πολιτικάντικο «κατηγορώ», αλλά σαν ταξίδι στην καρδιά όσων έκαναν σπουδαία την καλλιτεχνική παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεπρόβαλε έτσι ένας ήπιος στοχασμός επάνω στη διαστρέβλωση της παράδοσης, δίχως δημαγωγία και φανφάρες. Το αφηγηματικό νήμα των επιλογών διέσχιζε την αόρατη αμερικάνικη ιστορία, από την καταπάτηση της γης των Ερυθρόδερμων (δια χειρός Fenimore Cooper), μέχρι την εκμετάλλευση των Μαύρων (μέσω των γλαφυρών αφηγήσεων του Mark Twain).

24Blmr_3.jpg

Πρόκειται για καλλιτεχνικό εγχείρημα αναγκαίο στην εποχή της απαξίωσης κάθε σπουδαίας κληρονομιάς. Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις σε οποιοδήποτε ζοφερό παρόν, μας είπαν με στυλ οι εμπνευστές του New Worlds. Με μια απλή επίσκεψη στο West Side Story του Leonard Bernstein (1957), μπορείς να βρεις νέα μηνύματα για την εποχή του ναρκισσισμού των σέλφι στα social media ακούγοντας ξανά το “I Feel Pretty”, αλλά και για την πληγή του μεταναστευτικού στο “America” (διάολε, το Πουέρτο Ρίκο ΕΙΝΑΙ στην Αμερική). Η πένα του James Thurber, επίσης, σατίρισε τη μεγαλομανία των ανθρώπων της εξουσίας, ενώ το πνεύμα του Ernest Hemingway έλαμψε στις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του· η στωική αφήγηση του Murray μας βοηθούσε να συνδέσουμε τις τελείες και να κάνουμε τους συσχετισμούς μας με τη φιλοσοφία της παράστασης.

Φυσικά ο δείκτης ψυχαγωγίας ήταν ρυθμισμένος πολύ ψηλά, με τον Μurray να αναλαμβάνει τον ρόλο του οικοδεσπότη που ξέρει πότε να δώσει χώρο στους σολίστ και πότε να κλέψει την παράσταση με το πηγαίο του χιούμορ. Όταν δεν απήγγειλε, όταν δεν χόρευε, όταν δεν προκαλούσε το sing-along του κοινού και όταν δεν καθόταν διακριτικά πίσω από το πιάνο, αναλάμβανε χρέη crooner. Μας χάρισε λοιπόν όμορφες ερμηνείες στο μοναχικό blues “When Will I Ever Learn To Live In God” του Van Morrison, στο σαρκαστικό “It Ain’t Necessarily So” από τη θρυλική όπερα του George Gershwin Porgy And Bess, αλλά και στο “Jeanie With The Light Brown Hair” του Stephen Foster (η ερμηνεία του εδώ πλησίασε περισσότερο την εκδοχή του Sam Cooke). Το φινάλε τον βρήκε να μοιράζει μια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα στο κοινό, χαρίζοντας χαμόγελα, ενόσω οι μουσικοί καταχειροκροτούνταν.
Ο Bill Murray θα ήταν ένας από εμάς, αν δεν μας χώριζαν από εκείνον ωκεανοί από coolness και κατακτημένης γνώσης. Το ταλέντο του, ούτε καν το υπολογίζω.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #166

Arctic Monkeys

Tranquility Base Hotel + Casino

Πολύ θα ήθελα να ακούσω μια άσκηση ύφους πάνω στη μουσική του Serge Gainsbourg (ας πούμε) από έναν μεταμοντέρνο/ρετρό ερμηνευτή σαν τον Richard Hawley (ας πούμε). Δεν θα ήθελα όμως να ακούσω το συγκεκριμένο πείραμα από ένα συγκρότημα σαν τους Arctic Monkeys –από τους Last Shadow Puppets ίσως να ήταν πιο ευπρόσδεκτο.

Η φρεσκάδα ιδεών που έφερνε ως τώρα το γκρουπ με κάθε νέο δίσκο υποχωρεί, αφήνοντας έδαφος σε εξυπνακισμούς. Η μπάντα που πάντα έκανε ρουά ματ κινήσεις στην καρδιά των βρετανοθρεμμένων millennials (κυρίως εκείνων που έχουν indie ευαισθησίες), είναι εδώ πιο αμήχανη από ποτέ. Υπάρχει μια άβολη ανάγκη για νέο στυλ στο Tranquility Base Hotel + Casino. Ακόμη κι αν τα τραγούδια συχνά δημιουργούν ονειρόκοσμους, σε ξενοδοχεία πολυτελείας στο φεγγάρι.

Στο Tranquility Base Hotel + Casino υπάρχουν βέβαια υπέροχα αγκιστράκια, τα οποία σε κρατούν αγκαλιά με αγαπημένα ακούσματα: το γλυκό σόλο στο “One Point Perspective”, οι επισκέψεις του φαντάσματος του David Bowie και οι αδιόρατες glam rock πινελιές στο “Four Out Of Five”, που τις αισθάνεσαι γαργαλιστικά, σαν γλώσσα στο αυτί… Πρόκειται όμως για ζυγισμένες αναπαραγωγές αυθεντικών ήχων.

Στο 6ο του άλμπουμ, το κουαρτέτο απ’ το Σέφιλντ δείχνει να περιφρονεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ίδια ένταση που περιφρονεί και τα ρεφρέν. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από pulp ιστορίες με εξωγήινες αποικίες και τέρατα του διαστήματος, με τη sci-fi αυτή θεματική να έρχεται ποτισμένη με jazzy κιθάρες, οι οποίες συνοδεύουν τις soul αφηγήσεις. Μην περιμένετε ωστόσο να σιγομουρμουρήσετε κάποιον στρογγυλό ρυθμό: κάθε που ξεκινάει το επόμενο τραγούδι, έχεις ξεχάσει τι άκουγες στο προηγούμενο. Ο ακροατής ψάχνει μάταια να βρει έναν ρυθμό να κρατήσει στη μνήμη του, σαν να ψάχνει για χειρολαβή να κρατηθεί στο τρένο.

Υπάρχουν λοιπόν δύο μεγάλα αρνητικά στο Tranquility Base Hotel + Casino.

Πρώτα-πρώτα, βρίσκω αποκαρδιωτικό ότι μία ομάδα φρέσκων ακόμη παιδιών, στέκει πρόθυμη να σου πει τα πάντα για τη νοσταλγία, αλλά είναι αδιάφορη για το αύριο. Σαν να μην υπάρχει ένας καινούργιος τροχός που περιμένει να ανακαλυφθεί από τους ταλαντούχους αυτού του κόσμου. Το άλλο αρνητικό είναι πως οι Arctic Monkeys μπαίνουν σε ένα αντιδημοκρατικό …«Radiohead mode». Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι μουσικοί συρρικνώνονται μπροστά στις υπαρξιακές και στυλιστικές αγωνίες ταυτότητας και αυτοέκφρασης του μπροστάρη Alex Turner.

Ο Turner θέλει να προκρίνει το ταλέντο του ως αναμοχλευτής της γαλανομάτας soul και ως σκαπανέας της βινυλιακής παράδοσης. Υποδύεται έτσι τον δανδή της νυχτερινής soul, τον crooner που τραγουδάει για ολιγάριθμο κοινό το οποίο χύνει δάκρυα στη μπύρα του, τον φαλσέτο τύπο που κουβαλάει εμπειρία, τον lounge κήρυκα των αρετών του «αναλογικού» κόσμου. Δεν σχετίζεται όμως με καμία από τις αντίστοιχες κουλτούρες· απλά τις παριστάνει πειστικά για τις ανάγκες της στροφής που αποφάσισε το συγκρότημα, 5 χρόνια μετά το εκρηκτικό ΑΜ του 2013.

Οι Arctic Monkeys φαίνονται να έκαναν πραγματικά πολλές ώρες brainstorming ώστε να βρουν τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν προκειμένου να μην πέσουν σε παγίδες επανάληψης. Όμως τελικά δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη για κάτι ουσιαστικό. Μοναδικός στόχος στο Tranquility Base Hotel + Casino μοιάζει η ψυχαγωγία με χωνεμένους ήχους από τη δισκοθήκη. Ανάμεσα λοιπόν σε επάξια καλούδια όπως το τεχνοφοβικό “She Looks Like Fun”, το αντικαπιταλιστικό “The World’s First Ever Monster Truck Front Flip”, ανάμεσα στην τρυφερότητα του “Golden Trunks” και στη σοσιαλμιντιακή κριτική του “Batphone”, ο ακροατής μάλλον περνάει θαυμάσια.

Αλλά δεν νιώθεις ποτέ ότι υπήρξε κάποια επείγουσα καλλιτεχνική ανάγκη να γραφτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια, όσο καλαίσθητα και να είναι. Δεν αισθάνεσαι ποτέ δηλαδή ότι οι Arctic Monkeys ΕΙΝΑΙ αυτά τα τραγούδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #165

Kylie Minogue

Golden

Το φλερτ της αξιολάτρευτης Kylie Minogue με την κάντρι αποδείχθηκε τόσο επιφανειακό, όσο η selfie ενός κοριτσιού με ένα μπάντζο κι ένα καουμπόικο καπέλο από τις βιτρίνες του Μανχάταν, κάτω απ’ το hashtag #country.

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς έπεισαν οι παραγωγοί αυτού του δίσκου την Αυστραλέζα σταρ για μια τόσο αχρείαστη στροφή. Μάλλον υπέθεσαν ότι θα πιάσουν τον ελεγχόμενο παλμό του «μέσου» έφηβου, που μπορεί να παγιδευτεί στην ουδετερότητα της ροδομάγουλης pop. Αλλά το Golden καταλήγει ιδανικό παράδειγμα για το πώς να φτιάξετε ένα τεχνικά σωστό άλμπουμ χωρίς να συμπεριλάβετε τίποτα το ουσιώδες, ξοδεύοντας χρόνο και ενέργεια δίχως καμία προκοπή. Το πώς καταφέρνουν κάποιοι παραγωγοί και αποπροσωποποιούν τα πάντα, είναι απορίας άξιο.

Στο ναρκωμένο περιεχόμενο του δίσκου συνυπάρχουν όλα τα στιχουργικά κλισέ περί «πτώσης» της κάθε Katy Perry εκεί έξω (“Stop Me From Falling”), με samples που νομίζουν ότι αναβιώνουν τη μουσική των σπαγγέτι γουέστερν (“Golden”). Εντοπίζονται επίσης κιτς δράματα τα οποία πολύ θα ήθελαν να αντλήσουν απ’ την παράδοση της Dolly Parton (“One Last Kiss”), καθώς και μπόλικο γιαλαντζί groove, που θυμίζει λοβοτομημένη girly pop για νηπιαγωγεία (“Shelby ’68”). Τα τραγούδια του Golden θέλουν ψυχαναγκαστικά να ασχοληθείς μαζί τους, χωρίς όμως να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος. Πώς να συναινέσεις στην κοινοτοπία; Ούτε καν το ακροατήριο το οποίο έχει μουδιάσει πια από την μαλθακή pop δεν αντέχει άλλο. Για παράδειγμα, υποθέτω ότι ο Chris Martin δεν ήταν διαθέσιμος ή ήταν πολύ ακριβός για να τραγουδήσει την απαραίτητη μπαλαντόσουπα “Music’s Too Sad Without You”. Έπρεπε έτσι να υποστούμε κάποιον τροβαδούρο με το όνομα Jack Savoretti.

Η Kylie Minogue δεν μπορεί να ανέβει στα τακούνια της Shania Twain και να καβαλήσει αυτό το κομμάτι του mainstream, οπότε καταφεύγει στην άγευστη χαριτωμενιά. Ακούγεται λοιπόν σαν ζαχαρομπουμπού με μόνη προτεραιότητα το να μην ξεβολευτεί. Το σύνολο του Golden μπορεί να χαρακτηριστεί «γλυκουλίνικο» και τα τραγούδια του «τζουτζουκάκια», ερμηνευμένα από μια χαριτωμένη bimbo, η οποία νιώθει σαν σπουργιτάκι. Μέσα σε αυτήν την επιτομή της σιγουράτζας, ξεχωρίζει μετά βίας το “Raining Glitter” που διαθέτει ένα σχετικό ρυθμό, αν και δεν θα γίνει ποτέ “Love Profusion” (όπως θα ήθελε), γιατί πνίγεται με την ίδια τη ροζ τσιχλόφουσκα που μασάει εμμονικά. Όλα τα υπόλοιπα κομμάτια ακούγονται τόσο άνοστα, ώστε κάνουν τις «αμαρτωλές» μέρες των Stock, Aitken & Waterman να μοιάζουν με περασμένα μεγαλεία.

Το καταγέλαστο Golden, πλην της μίας μονοκοπανιάς κατανάλωσής του, δεν θα το «χρειαστεί» κανείς ξανά. Ας ελπίσουμε ότι η άστοχη κίνηση της πανέμορφης Αυστραλέζας θα μπει γρήγορα κάτω απ’ το χαλάκι με τον επόμενο δίσκο της. Δεν το αξίζει άλλωστε κάτι τέτοιο η τραγουδίστρια που υπήρξε το απόλυτο Ιt girl της χορευτικής pop. Ας κάνουμε επομένως όλοι μαζί ότι δεν συνέβη ποτέ. Το έχει κερδίσει αυτό το μικρό συγχωροχάρτι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #164

The Last Drive

TheLastDrive

Πάντα υπήρχε ένα ανοιχτό δισκογραφικό ραντεβού με τους Last Drive και το νέο τους album είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γεννήσει αυτή η αέναη υπόσχεση. Πόσω μάλλον μετά από μια μακρά πορεία γεμάτη δάφνες και τεταμένες σιωπές, και χωρίς τη βαρετή τυπολατρία που συνήθως συνοδεύει ένα reunion. Πέραν της τεχνικής – εκτελεστικής υπεροχής τους, το ευτυχές με τους Last Drive είναι ότι ακούγονται ως οφείλει να ακούγεται μια μπάντα που δεν έχει κωλύματα σχετικά με το που ανήκει και που δεν υποφέρει από άγχος να προλάβει το τρένο της τρέχουσας εποχής. Η κατασταλαγμένη φιλοδοξία τους, προσφέρει το έδαφος για στομφώδη ήχο, που παραπέμπει στον ζόφο του stoner και τη βαρβάτη ατμόσφαιρα του αιχμηρού heavy rock.

Το album αυτό είναι μια ροκ σιδηροκατασκευή που δεν υποκύπτει ποτέ στον μπαμπούλα της macho αυτοέκφρασης. Πρόκειται για ένα κιθαροντυμένο σύνολο τραγουδιών, ορθόδοξο στις γραμμές και γκρουβαριστό μέχρι λιποθυμίας, που το συγκρότημα παίζει απλά και ξάστερα. Τα κομμάτια είναι ανέγγιχτα απ’ τις συνήθεις αλλοτριώσεις, τους συμβιβασμούς και τις ρυτίδες στον ήχο των «καταξιωμένων». Όπως για παράδειγμα το Snakecharmer, που ψυχεδελίζεται ηδονικά χωρίς να ακυρώνει τις βασικές συνισταμένες ενός τραγουδιού.

Ο δίσκος αποτελεί μια πύρρεια νίκη απέναντι σε δύσπιστους (όπως κι εγώ) που σε τέτοιες περιπτώσεις περιμένουν μια τυχοδιωκτική ζαριά στην επικαιρότητα. Ο αμόλυντος ήχος και το θανατερά cool στιλ, σε πιάνουν κατάμουτρα και μαρτυρούν όλη τη σοβαρότητα ενός σχήματος που συστάθηκε και ανασυστάθηκε για κάποιους λόγους της προκοπής. Ίσως μέσα μου, το βάρος των τίμιων προθέσεων και των καθαρών ιδεών να βαραίνουν περισσότερο στην ακρόαση απ’ ότι τα ίδια τα τραγούδια, αλλά οι Last Drive είναι κομμάτι ενός ρεύματος (που δεν υπάρχει πια) αδόξαστων ηρώων που έφτιαχναν πλούσια ανεξάρτητη μουσική, με σταχυολογημένα υλικά. Η έκφρασή τους υπακούει σε ένα καθήκον που δεν γίνεται ποτέ άχαρο ή καταναγκαστικό.

Δεν μιλάω για περασμένα μεγαλεία. Τα καινούρια κομμάτια των Last Drive σε κάνουν να πιστεύεις ότι η παρούσα «φάση» που περνάνε, έχει πολλά να σου πει.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #163

Στέρεο Νόβα

Ουρανός

Ο Ουρανός είναι ένας υπεύθυνος δίσκος.

Να εξηγηθώ. Μια επιστροφή των Στέρεο Νόβα δεν θα συνέβαινε απλώς στις επικεφαλίδες της δισκογραφικής επικαιρότητας, αλλά θα διεκδικούσε ζωτικό χώρο στις καρδιές μας. Ο Κ.ΒΗΤΑ και ο Μιχάλης Δέλτα, 20 χρόνια πιο έμπειροι μετά την τελευταία τους συνύπαρξη στο στούντιο, είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται πλήρως τον συναισθηματικό τους αντίκτυπο σε όσους ακούνε τη μουσική τους. Θα μπορούσαν εύκολα λοιπόν να μας συγκινήσουν με δυο instrumental αεροφωτογραφίες πάνω απ’ την πόλη ή με δυο ποιητικές αράδες για διαλυμένα παζλ. Θα μπορούσαν βέβαια και να πατήσουν πάνω στα ηλεκτρονικά layers των έναστρων ambient ουρανών που κέντησαν οι ίδιοι στη δεκαετία του 1990.

Ευτυχώς, δεν μας θέλουν απλούς θεατές, να ξαναβλέπουμε και φέτος το καλοκαίρι από έναν εξώστη την ίδια ταινία. Επιλέγουν αντιθέτως να εξελίξουν τον πυρήνα των στιλιστικών τους αγωνιών. Και το καταφέρνουν με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα, βαδίζοντας στον δρόμο της υπευθυνότητας. Αντί λοιπόν να αντλήσουν από την παλέτα του περιφανή μύθου τους, μας χαρίζουν ένα φρέσκο, μορφωμένο σύνολο ιδεών, που φαίνεται πως γράφτηκαν με αφοσίωση από δύο ευαίσθητους τεχνίτες των synths, οι οποίοι χαρτογραφούν το σημερινό αστικό τοπίο και δοκιμάζουν ξανά να το εξημερώσουν.

Οι μουσικοί δρόμοι στον Ουρανό είναι διπλής κατευθύνσεως, καθώς οι Στέρεο Νόβα επιθυμούν να συμμετέχουμε –στοχεύουν στο «μαζί». Έχουν μάλιστα τη διαύγεια να μην περάσουν ξανά απ’ το βιομηχανικό έρεβος του Τέλσον (1996) ή απ’ τη συνεσταλμένη ορμή του Ασύρματου Κόσμου (1994). Οι απαντήσεις άλλωστε για το προς τα πού πάνε οι προσευχές μας όταν πετούν σαν πουλιά, έχουν δοθεί. Αυτό που θέλουν, είναι να ξαναθέσουν τις ερωτήσεις. Και το επιχειρούν με ανάγλυφα instrumentals, τα οποία μπορεί να μην σου χαρίζονται εύκολα, αλλά σε περικυκλώνουν με θέρμη, όπως λ.χ. το υπέροχο “Θηβών“.

Η “Διασταύρωση Ρέιβ“, πάλι, είναι η διανοητική δραστηριοποίηση της χορευτικής εξωστρέφειας: σε κάνει να πετάς πάνω απ’ τα άψυχα κουφάρια της dance κουλτούρας των 1990s και σε απογειώνει. Το πειραγμένο groove της “Ασύμμετρης Διάταξης” ανυπομονεί να θρέψει ημιφωτισμένες, προσωπικές ακροάσεις. Το περιπετειώδες σασπένς στο “Τρίγωνο Φως” διαθλάται στην ατμόσφαιρα και φωτίζει παράξενους cyberpunk χάρτες. Το τραχύ «μαρσάρισμα» στα “Δέντρα” κοιτάζει με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης, βιομηχανοποιημένης electronica. Μπορείς να χάνεσαι στα χυμώδη αναπτύγματα στον “Ουρανό” ή να στροβιλίζεσαι με τις εναλλαγές στη διακύμανση του “Βίντεο Κλαμπ” –ένα εθιστικό και μαστορεμένο κομάτι, που δεν πασχίζει απλά να σε ρίξει σε ιδρωμένες πίστες, αλλά θέλει να συντονιστεί με τους καρδιακούς σου παλμούς.

Οι προσωπικές πορείες του Κ.ΒΗΤΑ και του Μιχάλη Δέλτα κατά την τελευταία 20ετία αφήνουν επίσης το αποτύπωμά τους: το μινιμαλιστικό groove του “Δίαυλος 7” θα μπορούσε να ανοίγει το Life Is Now του Μιχάλη (2015), ενώ η ευοίωνη “Νέα Μόδα” θα έβρισκε εύκολα θέση στη Χρυσαλλίδα του Κωνσταντίνου (2012). Όμως ο Ουρανός είναι προϊόν ενός ντουέτου και όχι συνεταιρική δουλειά. Τα δημιουργικά νήματα που τους συνδέουν έρχονται σε σύμπνοια με τη δική μας επείγουσα ανάγκη να θυμηθούμε τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικής.

Επομένως, η νέα τους συνεισφορά στο σημερινό αστικό soundtrack, αποκτά ζωτική σχεδόν σημασία. Ο στιχουργός που κάποτε μας έκανε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να διασχίσουμε ένα πρωινό τον κόσμο, περιορίζει τα λόγια του: μόλις σε 3 τραγούδια δίνει το παρών η ευέλικτη εκφραστικότητά του στο μικρόφωνο –ή σε 4, αν υπολογίσουμε και τη μελαγχολική πρόζα στο ψυχόδραμα της “Ακτογραμμής“· ενός σπαρακτικού επίλογου, ο οποίος σε αφήνει με βουρκωμένα μάτια εξαιτίας της ικετευτικής τρυφερότητας των στίχων.

Τη θέση τους όμως καταλαμβάνουν (υπεύθυνα είπαμε) οι τρυφερές μελωδίες και οι πυκνές ενορχηστρώσεις, που ατενίζουν νέα ηχητικά πεδία και μας πείθουν να τις εμπιστευτούμε. Στην ομορφιά των τραγουδιών αυτού του δίσκου, αποτυπώνεται έτσι μια εικόνα ευδιάκριτη, πολιτισμένη και αληθινή, μια ζωντανή αντανάκλαση των δημιουργών τους.

«Νέα Ζωή», είπατε; Ίσως αυτή να αρχίζει μόλις τώρα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #162

Manic Street Preachers

Resistance Is Futile

Με βασικά εφόδια την προσηλωμένη ενέργεια και το τσαγανό, οι Manic Street Preachers επισκέπτονται ξανά τις μέρες της νιότης τους, όταν βασίζονταν στην κοχλάζουσα αδρεναλίνη τους. Το αγέρωχο ροκ των Βρετανών παραμένει μεστό και λυγερόκορμο. Στον φετινό τους δίσκο συναντάμε ξανά εκείνους τους περήφανους μελοδραματισμούς που στόχευαν στην τίμια κιθαριστική εξωστρέφεια της εργατικής τάξης. Όμως, σε καμία περίπτωση το Resistance Is Futile δεν αποτελεί άλμπουμ «επιστροφής», το οποίο θα πατήσει στα χνάρια που άφησε πίσω του το υπέροχο Futurology (2004).

Ίσως να μην έχει μεγάλη σημασία ότι το νέο άλμπουμ των Ουαλών δεν κομίζει καμία καινοφανή ιδέα και ότι δεν κάνουν κανένα αποφασισμένο βήμα προς τα εμπρός. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι παίζουν εγκάρδια το υλικό τους. Το new wave, η power pop και το macho αμερικανικό rock συγκυβερνούν στο πηδάλιο, αλλά για κάποιον απογοητευτικό λόγο δεν αφομοιώνεις πρόθυμα τον δίσκο στο ακέραιο. Τα τραγούδια, στο σύνολό τους, δεν είναι τόσο διορατικά ή σοφά όσο μας έχει συνηθίσει το συγκρότημα, ώστε τελικά να μας δικαιώσουν.

Δεν ισχυρίζομαι πάντως ότι έχω κάποια μομφή απέναντι στα τραγούδια, δεν έχω μάλιστα καμία αντίρρηση στη μυρωδιά τους. Οι Manics ακούγονται σοβαροί και πειθαρχημένοι, σαν να έχουν μια δουλειά να εκτελέσουν· χωρίς να αστειεύονται και χωρίς διάθεση να υπερβούν τον εαυτό τους. Βέβαια, διαθέτουν τα γαλόνια της πολυεθνικής μπάντας, η οποία δικαιούται να ατενίζει το ακροατήριό της με σχετική αλαζονεία. Υπάρχει ωστόσο μια άβολη αίσθηση πως γράφουν ανερμάτιστα πράγματα, που τα γεμίζουν με γενικολογίες και στο τέλος ακούγονται διάτρητα μέσα στη δυνατή (όπως λέμε loud) παραγωγή.

Η αρσενική τρυφερότητα που ανέκαθεν τους χαρακτήριζε δεν χάθηκε, πάντως· βγάζει μάλιστα περικοκλάδες σε τραγούδια όπως το “In Eternity” ή το κολλητικό “Vivian”. Αλλά παρεμβάλλεται κάτι σαν το “Hold Me Like a Heaven”, που θυμίζει τις άνευρες στιγμές των Coldplay με το γηπεδικό «oh-oh-oh» και σε πετάει άγαρμπα έξω απ’ το τρένο.

Το Resistance Is Futile είναι σαφώς άνισο και μας θυμίζει πως τους Manic Street Preachers αρχίζει και τους νικάει ο χρόνος. Όμως δεν πρόκειται για κάποια αλλοτρίωση στον αισθητικό πυρήνα του συγκροτήματος. Η νίκη του χρόνου είναι πιο ύπουλη, καθώς η έμπειρη μπάντα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί στην κινούμενη άμμο των δικών της σλόγκαν, των απαράλλαχτων hooks και των περασμένων μεγαλείων που θέλει να αναβιώσει. Αυτό που πετυχαίνει τελικά ο δίσκος, είναι να κάνει τα τραγούδια του Holy Bilble (1994) να μοιάζουν με κοφτερά λεπίδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #161

Moby 

Everything Was Beautiful and Nothing Hurt

Screen-Shot-2018-03-06-at-2.09.53-PM-1520363637

Θεωρείται μάλλον μπανάλ να ακούει κάποιος Moby το 2018, αλλά πρόκειται για κατάφωρη αδικία. Τον χαρισματικό μουσικό δείχνει να τον έχει καταπιεί ο κυνισμός των millennials, οι οποίοι δεν έχουν δικούς τους ήρωες και γι’ αυτό αποδομούν με ευκολία τους παλιότερους. Ακόμα και η γενιά που έζησε την έκρηξη της dance και techno κουλτούρας τη δεκαετία του 1990, δεν τον θεοποίησε πραγματικά. Ο πατριάρχης της χειροποίητης electronica δεν απέκτησε ποτέ μυθικές διαστάσεις (όπως τόσα ονόματα και ντουέτα, που χάλαγαν κόσμο τότε), ίσως γιατί μας έκανε να νιώθουμε ότι ήταν ένας από εμάς.

Αλλά ο μικρόσωμος Moby με το ακτιβιστικό, clean-cut προφίλ και το σοφιστικέ παρουσιαστικό, εξακολουθεί να εργάζεται αδιάκοπα και να κυκλοφορεί δίσκους αστικής pop, με θαυμάσια τραγούδια: και το Last Night (2008) και το εγκληματικά υποτιμημένο Wait For Me (2009), περιείχαν εξαιρετικό υλικό. Διάολε, ακόμα και το Innocents (2013) έβριθε από ιδέες πλούσιες και ηχητικά χορταστικές, που ήθελαν να σε εκτινάξουν στο διάστημα.

Τα υλικά της στιλιστικής φόρμας παραμένουν ίδια: προφορικά φωνητικά, οικουμενικοί συλλογισμοί σε εσωστρεφές στυλ, κελαρυστές αρμονίες σε λούπα, αιθέρια πλήκτρα χωρίς βαρύτητα και γυναικεία μουρμουρίσματα που τυλίγονται γύρω από πολλαπλά στρώματα συνθεσάιζερ, με ένα ambient πέπλο να τα σκεπάζει όλα τρυφερά μεταξύ τους.

Στο φετινό του δίσκο, ο Moby αντλεί ξανά από τη μήτρα που γέννησε τα πιο όμορφα soulful διαμάντια της καριέρας του, όπως το “Porcelain”. Τώρα πια δεν είναι απλά μελαγχολικός και μόνος σαν τον Little Idiot – το ζωγραφιστό alter ego που συνόδευε την πρώτη περίοδό του. Πλέον, ο 52χρονος Moby δεν είναι ο αμήχανος shoegazer των πιο αφιλόξενων dancefloor που όταν δεν μιξάρει beats για ιδρωμένους χορευτές, προτιμά να χάνεται σε έρημους ambient ονειρόκοσμους. Στην εποχή του Τραμπ, ο ίδιος έχει ζωτικής σημασίας λόγους για να αισθάνεται απογοητευμένος και να αναπολεί μια εποχή που «όλα ήταν όμορφα και τίποτα δεν πονούσε». Μάλλον ο Moby συνειδητοποίησε ότι η οικολογική μελαγχολία της ακμής του techno ήταν μια πόζα: ένα κούφιο στυλ χτισμένο πάνω σε πλαστική ατμόσφαιρα.

Διακρίνει κανείς μια αχνή ιδέα αξιοπρεπούς παραίτησης ανάμεσα στις μελωδίες του δίσκου. Από την ονειροπόληση του “Like Α Motherless Child”, που τραγουδάει εξαιρετικά η Raquel Rodriguez, ως τον ανυψωτικό downtempo ρυθμό του “The Last Of Goodbyes” και από το νωχελικό trip hop του “Welcome To Hard Times” μέχρι το πειραγμένο neo-gospel του “Sorrow Tree” και τον «ανθεμικό» υπνωτισμό του “The Waste Of Sums”, ο Νεοϋορκέζος μουσικός κρατάει ψηλά τον πήχη της υγιούς πλευράς του chill-out και ξορκίζει με συνθετικές μελωδίες την αέναη θλίψη του.

Μπορεί να μην έχει πραγματικά σπουδαία τραγούδια το Everything Was Beautiful, And Nothing Hurt, αλλά κάπως έτσι θα ακούγονταν το τελευταίο πάρτι του κόσμου, το βράδυ πριν τη μεγάλη καταστροφή. Τραγούδια με πλήρη συναίσθηση της μοναξιάς τους, μακριά από την επικαιρότητα και τις επιταγές της, χωρίς κρεσέντο και εντυπωσιασμούς. Μόνο με τη θέρμη των ήπιων synths, το εξομολογητικό ύφος, και τη γλυκιά υφή των ημιφωτισμένων beats. Το coolness ας πάει στον αγύριστο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #160

Tracey Thorn

Record

Η παρατημένη αυτοπεποίθηση της Tracey Thorn και το ιδιόμορφο μέταλλο της φωνής της, την έχουν κατατάξει ανάμεσα στις πιο αξιαγάπητες ερμηνεύτριες που δεν είχαν ποτέ «πρωταγωνιστικό» ρόλο.

Το 5ο της προσωπικό άλμπουμ ονομάζεται απλά «Δίσκος». Δεν χρειάζεται κάτι πιο δελεαστικό για να συγκεντρώσει ξανά το ακροατήριο μετά από 8 χρόνια απουσίας, καθώς οι ερμηνείες της προσφέρουν ένα εγγυημένα καθησυχαστικό διάλειμμα από όσα μας περιβάλλουν. Μάλιστα, ακούγεται το ίδιο αυθεντική και συναρπαστική σε σχέση με τα χρόνια των Everything But the Girl, τότε που αποτελούσαν από μόνοι τους έναν συναισθηματικό φάρο στη δεκαετία του 1990. Σεβασμό λοιπόν σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές καλλιτέχνιδες της βρετανικής σκηνής, η οποία μπορεί και θέλει, ακόμα, να βγάζει τίμιους δίσκους δίνοντας σημασία στον μελωδικό οδηγό της φωνής της, ενώ τα beats μαίνονται τριγύρω.

Τα τραγούδια του «Δίσκου» προσφέρουν απλόχερα μελωδίες μοντέρνας, αστικής electronica, που προορίζονται για τα αυτιά του «καλλιεργημένου» pop ακροατή. Τα τραγούδια αποζητούν τα αυτιά όσων θέλουν να αγαπήσουν μελωδίες που να μην υποδύονται, αλλά να σημαίνουν κάτι: να έχουν συναισθηματικό βάρος. Η παραγωγή του Ewan Pearson αποτυπώνεται ψύχραιμη και χωρίς περιττά άγχη, με την Thorn να ακούγεται σαν «φίλη» καθ’ όλη τη διάρκεια. Μέσα από τον ρομαντικό ρεαλισμό του αέρινου “Smoke”, τη φεμινιστική οργή του “Sister” (με την Corinne Bailey Rae να συνδράμει φωνητικά) και την ηλεκτρονική jazz του “Face”, η τραγουδίστρια διαχειρίζεται τη γκάμα των συναισθημάτων με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση. Διατηρεί ακόμη αυτό το μπλαζέ χρώμα στην ερμηνεία, λες και ο χρόνος δεν της έχει στερήσει τους φυσικούς της χυμούς.

Αλλού τραγουδάει για τα υπαρξιακά άγχη μιας μητέρας τη στιγμή που τα παιδιά της φεύγουν απ’ το σπίτι (“Go”), αλλού αναπολεί τις ημέρες του ανέμελου νεανικού clubbing (“Dancefloor”) και αλλού αφηγείται την ιστορία ενός κοριτσιού που ερωτεύτηκε ένα αγόρι ενώ ακούγανε παρέα Leonard Cohen (“Guitar”). Αυτό σημαίνει: pop για ανθρώπους που έχουν νιώσει κουρασμένοι από τον ίδιο τον εαυτό τους, τραγουδισμένη από μια γυναίκα που μπορεί να διαβάζει φιλοσοφικά δοκίμια επάνω στο πέρασμα του χρόνου, ενώ ταυτόχρονα σκάει τσιχλόφουσκες.

Η άφθαρτη Tracey Thorn βγαίνει και πάλι σπαθί προς τα έξω. Και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω με την κομψή ειρωνεία με την οποία κλείνει το μάτι σε όλα τα επίδοξα pop κορίτσια, όσα καλοβλέπουν το κατακτημένο ευρωπαϊκό status της σαν ξερολούκουμο.

Posted in Music | Leave a comment

Τα fake news σε μάραναν. #DeleteFacebook

Η αντίσταση στη διακίνηση των fake news μέσω της διαγραφής των προφίλ μας στο facebook (μόλις διάβασα για την πρόσφατη “συμβολική” πράξη των Massive Attack) μου φαίνεται αστεία και μου θυμίζει όλα όσα αντιπαθώ στον ακτιβισμό της δηθενιάς. Ναι, το FB και η Google, είτε είναι συνένοχοι είτε χάνουν προσωρινά τον έλεγχο στον πόλεμο της πληροφορίας. Ναι, σε κάθε περίπτωση, τα προσωπικά μας δεδομένα και τα κοινωνικά μας προφίλ δεν είναι ασφαλή. Όμως, η δαιμονοποίηση των social media είναι η πλέον απλοϊκή, υστερική και τεχνοφοβική προσέγγιση στην απειλή της ψεύτικης πληροφορίας – κατάλοιπο των χειρότερων πρακτικών που γέννησαν τα ίδια τα social. 

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κλείσει κάποιος το FB, κυρίως για το time consuming του πράγματος που κόβει από πράγματα που έχουν σημασία, αλλά όχι για να προστατευθεί από την επικίνδυνη πληροφόρηση και τα “τρολ”, που ανάθεμα κι αν ξέρουν τι είναι αυτοί που τα κατονομάζουν. Κατά τη γνώμη μου, το φιλτράρισμα των fake news και η διάκριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τις φωτοσοπιές είναι το σύγχρονο IQ test. Κανένας αλγόριθμος και κανένα εξελιγμένο φίλτρο δεν σε σώζουν από το έλλειμμα αντίληψης και οξυδέρκειας.

Επίσης, αν είσαι Αμερικάνος και έφτασες μέχρι την κάλπη για να ψηφίσεις τον Τραμπ, δεν σου φταίνε τα fake news που σε επηρέασαν, ούτε τα troll που σε προβόκαραν ούτε τα bot που σε καθοδήγησαν. Φταίει που δεν έχεις ανοίξει βιβλίο και που δεν έχεις ιδέα από κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές δομές. Τα fake news απλά τα περίμενες για να σου κάνουν ένα poke όταν ήσουν με το ένα πόδι στον γκρεμό της απελπισίας, για να έχεις κάποιον να κατηγορείς.

Με αυτή τη λογική, αν κάποιος παρακολουθήσει τις ειδήσεις οποιασδήποτε ημέρας στο ΣΚΑΙ (το εγχώριο σκληροπυρηνικό right wing propaganda κανάλι, αντίστοιχο του FOX News) θα πρέπει να πετάξει την τηλεόραση απ’ το μπαλκόνι. Ακόμα και οι κομματικοί στρατοί από κάθε παράταξη που αλληλοτρώγονται στην διακίνηση πληροφοριών και μίσους σε κάθε πλατφόρμα, είναι τόσο εύκολο να εντοπιστούν, που σχεδόν καταντούν γραφικοί παρά επικίνδυνοι. Εκτός αν μπορεί να σε επηρεάσει ουσιαστικά κάποια “Julia 19” με 10 followers και με 1.500 άτομα να ακολουθεί που ΣΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ CAPLS LOCK ANOIXTO ΟΤΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΟΥΝ ΣΥΝΤΟΜΑ KAI ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΣΕ ΣΚΟΠΙΑ!

Τέλος, όσοι βλέπουν με σκεπτικισμό τη δύναμη των social media, ας κάνουν log out για μιάμιση ώρα και ας δουν το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ “City Of Ghosts” (φωτό) στο οποίο μια ομάδα ακτιβιστών, επικυρηγμένων απ’ τον ISIS, μεταφέρουν σε στυλ guerilla δημοσιογραφίας τα νέα για τη γενοκτονία στη Συρία με κίνδυνο της ζωής τους. Υπάρχει και αυτή η χρήση του καταπληκτικού αυτού εργαλείου. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το φίλτρο.

Posted in General | Leave a comment