Album of the Week #224

Jessie Ware

What’s Your Pleasure?

Η mainstream pop των τελευταίων εικοσιπέντε (και βάλε) ετών, μοιάζει με άχαρο τόπο γεμάτο από τσίγκινες παραγωγές, κορπορατικές αρπαχτές που κανείς δεν θυμάται (ή που ντρέπεται να θυμάται), λοβοτομημένο auto tune και «εγκεφαλικούς» πειραματισμούς πάνω στη φόρμα. ΗJessie Ware και το επιτελείο της, ύστερα από επίμονη και σχολαστική δουλειά, χτύπησε φλέβα χρυσού και πέτυχαν το ζητούμενο της επικοινωνίας με τον ακροατή. Το What’s Your Pleasure? επαναφέρει στο τραπέζι τα αυτονόητα και τα αυταπόδεικτα: η pop είναι υψηλή τέχνη που σε κάνει να νιώθεις υπέροχα σε κάθε δεδομένη στιγμή, ενώ προάγει αγνά αισθήματα και σε ωθεί σε ηδονικές απολαύσεις. Όταν η αυθεντική pop σε συντροφεύει στα ακουστικά, νιώθεις ότι μοιράζεσαι τον χώρο με τον διπλανό σου χωρίς να απειλείσαι με εκτοπισμό, ότι η αναμονή σε κάποια ουρά δεν είναι καταστροφικό χάσιμο χρόνου και επιπλέον οι άνθρωποι τριγύρω σου φαίνονται ένα τσικ πιο γοητευτικοί.

Η ίδια η Ware, στον τέταρτο πλέον δίσκο της, ξεπέρασε τον εαυτό της σε εκφραστική ευελιξία. Κονσεπτική αλλά και πειραματική, καλλιεργημένη αλλά και παιχνιδιάρα, προσιτή ως performer αλλά και απόμακρη ως ιέρεια, soul diva όσο και disco queen. Και με μια παραγωγή κέντημα, που κρατάει ισορροπία ανάμεσα στο ουσιαστικό και το ευχάριστο.

Ο δίσκος προσφέρει ανοιχτόκαρδη και ποικιλόμορφη soul-pop. Τα υλικά είναι πρώτης ποιότητας και η επεξεργασία τους έχει βασιστεί στις πιο δοξασμένες συνταγές. Το αποτέλεσμα είναι: τραγούδια! «Τραγουδένια». Με στρογγυλές μελωδίες, με στρωτά κουπλέ και με εμπνευσμένα ρεφρέν. Χωρίς ψυχαναγκασμό στην ατμόσφαιρα και χωρίς ίχνος λίπους. Καμία μελωδία δεν παραπατάει και τίποτα δεν μετεωρίζεται στο βρόντο. Πραγματικά, δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις στον δίσκο καθώς περιέχει μουσική φτιαγμένη για να χορευτεί από θαυμάσια πλάσματα που κατοικούν σε μια φανταστική πόλη όπου συμβαίνει ένα υπέροχο πάρτι. Η Ware παίρνει αμπάριζα το ζενίθ των καλλιτεχνών που την κινητοποιούν και μεγαλουργεί πάνω στην πιο πλούσια κληρονομιά τους.

Το εναρκτήριο “Spotlight” σε σαγηνεύει με την υγρή μελωδία του και σε παρασύρει χάρη στην υπερβατική του ενορχήστρωση. Το ομώνυμο “What’s Your Pleasure?“ δε φέρει καμία χρονική ετικέτα στην ούγια του. Είναι κλασικό στον πυρήνα του και αντλεί από το μέλι της Diana Ross. Στο “Ooh La La” η Jessie Ware πατάει στην άγρια σαγήνη της Grace Jones και τραγουδάει από ένα αναπαυτικό σύννεφο ρομαντισμού, με τα συνθεσάιζερ να υποκλίνονται. Στο “Soul Control” αναγεννιέται η προίκα της πρώτης περιόδου της Janet Jackson, με εκφραστικότητα που απελευθερώνει το λούσο και το στολίδι εκείνης της εποχής για να εκπέμψει θετικές δονήσεις. Στο “Save a Kiss”, η φινέτσα της Tracey Thorn κάνει βουτιά στον μελαμψό ερωτισμό. Στο “Adore You” οι απόηχοι της Annie Lennox προκαλούν ταχυπαλμίες με τη μορφή ατμοσφαιρικού ονείρου. Στο “In Your Eyes”, το βελούδο και η μεγαλοπρέπεια της Sade βυθίζονται σε trip hop φαντασιώσεις. Η μεθυστική αύρα του “Step Into My Life” δοξάζει τους ιαματικούς disco ρυθμούς των Chic. Το “Read my Lips” είναι ένα synth pop θαύμα· ένα γλύκισμα που θα έκανε τον Prince να χάσει τον ύπνο του. Το ύπουλα αισθαντικό και τέρμα σέξι “Mirage (Don’t Stop)” εξιστορεί μια ιστορία σαγήνης πάνω στο dancefloor, με σοκολατένιο soul περιτύλιγμα. Το “The Kill” προσφέρει έναν νυχτερινό τάπητα συμφωνικής pop, για να τον περιδιαβούν όσοι αναζητούν νέα μελωδικά αναπτύγματα, μπας και επανορθώσουν στη σχέση τους με τη μουσική επικαιρότητα. Τέλος, το “Remember Where You Are” αναβιώνει τη μελωδική γλύκα του “Les Fleurs” της Minnie Riperton με ακαταμάχητη αυτοπεποίθηση. Και τι στίχος: “the heart of the city is on fire”. Ένα ερωτικό κάλεσμα στο κέντρο της πόλης που βράζει από καύλα και φέρνει στο μυαλό την αριστοκρατική στόφα της Donna Summer.

Η Jessie Ware δεν είναι ούτε μπροστά από την εποχή της, εφόσον δεν καίγεται να ανανεώσει το τοπίο της μοντέρνας αισθητικής, αλλά ούτε και ρετρό. Για την ακρίβεια δεν είναι ούτε «σημερινή» αφού προτιμά να είναι καλαίσθητη, παρά επίκαιρη. Και κυκλοφόρησε «για την απόλαυσή μας» έναν καλομελετημένο δίσκο, με ενορχήστρωση σχεδόν επιστημονική. Η pop ξαναβρήκε το λαμπερό της εαυτό, μπήκε ξανά στα πιο ένδοξα ρούχα της και ξανάγινε υψηλή τέχνη, έστω για έναν δίσκο. Ας το χαρούμε.

 

Posted in Music | Leave a comment

Little Fires Everywhere

Σχεδόν κανείς δεν αμφιβάλλει για την ποιότητα της σειράς Big Little Lies (2017), ειδικά για τον θριαμβευτικό πρώτο της κύκλο. Πέρα από τις αξιόλογες και σύνθετες γυναικείες ερμηνείες, αλλά και τη στιβαρή πλοκή που αναπτύσσονταν μέσα από συνεχή flash back, το timing λειτούργησε ευεργετικά για εκείνη τη σειρά. Ο δυναμικός νέο-φεμινισμός που πότιζε τη δυναμική των σχέσεων και η γεύση του women’s empowerment που άφηνε η «λύση» του μυστηρίου, χτύπησε φλέβα χρυσού στην αμερικάνικη τηλεοπτική πραγματικότητα. Εκείνη η επιτυχία, μάλλον άφησε ένα κενό στις ανάγκες του προοδευτικού κοινού που διψούσε για περισσότερο σύγχρονο δράμα, με πολλά πατήματα στην ζοφερή κοινωνική επικαιρότητα. Το Little Fires Everywhere (HULU) φιλοδοξεί να καλύψει αυτό ακριβώς το κενό και η Reese Witherspoon (που πρωταγωνιστεί και εδώ) και μετά το The Morning Show αναδεικνύεται σε μια νέα “America’s sweetheart” με correct ευαισθησίες, ιδανική για ρόλους σύγχρονης, χειραφετημένης μητέρας και εργαζόμενης.

Η πλοκή της σειράς τοποθετείται χρονικά στις αρχές του ‘90 και οι διασκευές στο soundtrack κάνουν ότι μπορούν να το υπογραμμίζουν, με ένα συνεχές κλείσιμο του ματιού. Ωστόσο, η χρήση της γλώσσας από τους χαρακτήρες είναι εντελώς…2020. Ποτέ άλλοτε μια σειρά «εποχής» δεν φαίνονταν τόσο σημερινή, όσον αφορά τον προφορικό λόγο των ηρώων, αλλά κυρίως, όσον αφορά τα racial και gender politics στην ιστορία.

Το βιβλίο της Celeste Ng στο οποίο βασίζεται η σειρά, βρίσκεται πολύ κοντά στις ευαισθησίες του Big Little Lies και διαχειρίζεται με τον ίδιο διδακτικό τρόπο το μελόδραμα. Ενώ, όμως, το Big Little Lies είχε έναν ήπιο, αβίαστο ρυθμό και ένα ρεαλιστικό σασπένς, στο Little Fires Everywhere τα ηθικά διδάγματα και διλήμματα και τα «ακριβοδίκαια» κηρύγματα πάνω σε κρίσιμα θέματα ρατσισμού είναι σε πρώτο πλάνο και φωνάζουν για να ακουστούν, ενώ πλοκή στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

Η Witherspoon υποδύεται την Elena Richardson, μια μητέρα τεσσάρων παιδιών και σύζυγο ενός μάλλον αδιάφορου μεγαλοδικηγόρου, σε ένα προάστιο του Οχάιο. Η ίδια ασχολείται, φυσικά, ενεργά με την κοινότητά της και με τη λέσχη ανάγνωσής της, σαν γήινη “stepford wife”, για να καλύψει τα απωθημένα μιας πετυχημένης καριέρας στην μεγάλη πόλη που της την στέρησε η μητρότητα. Η Kerry Washington υποδύεται την Mia Warren, μια περίπου μποέμ (αλλά όχι στ’ αλήθεια) καλλιτεχνική φωτογράφο που μαζί με την ανήλικη κόρη της νοικιάζει το παράσπιτο της μεγαλοαστής οικογένειας για να προσφέρει ως αντάλλαγμα υπηρεσίες οικιακής βοηθού. Το άγνωστο παρελθόν της μαύρης νοικάρισσας και η ψεύτικη συστατική επιστολή που κουβαλάει, θα πυροδοτήσουν ένα κύμα ενοχικού ρατσισμού στον χαρακτήρα της Witherspoon, ενώ το ανήλικο κορίτσι θα μπει σε ανταγωνιστικό τριπ με τα παιδιά της οικογένειας και τους συμμαθητές της, που ξεκινούν τις δικές τους μικρές επαναστάσεις.

Πού αρχίζει η ενοχική λευκή γενναιοδωρία των μεγαλοαστών και που τελειώνει το δικαίωμα στην τίμια εργασία; Πότε η καχυποψία είναι ηθικά νόμιμη και πότε η αμφιβολία πηγάζει από ρατσιστικά στερεότυπα; Όλα αυτά τα ερωτήματα, ανακατεμένα με τα προβλήματα γύρω από την αποδοχή των gender fluid εφήβων, την ρήξη με τους γονείς και τις κοινωνικές ισορροπίες στις clean cut γειτονιές των ακριβών προαστίων, ρίχνουν μεγάλο βάρος σε κάθε επεισόδιο και όχι μόνο συμπιέζονται σε υπερ-δραματοποιημένες σκηνές βουρκωμένων διαλόγων, αλλά φορτώνονται ακόμη περισσότερο με υποπλοκές για τη μητρότητα, για την κατάθλιψη, για την υιοθεσία των πλουσίων (!) από φτωχές μητέρες. Κάθε σκηνή αναζητά πιεστικά απαντήσεις για ευαίσθητα θέματα, απ’ αυτά που σήμερα ξυπνούν τα μεγαλύτερα κύματα οργής μέσα από μάχιμα hashtag.

Τελικά, το οικογενειακό δράμα της πλοκής δεν αφορά τον τηλεθεατή, ενώ αντίθετα στο Big Little Lies (μη σας πω και στο The Morning Show) σε ένοιαζε πολύ περισσότερο. Η σειρά δημιουργήθηκε για να διδάξει αλήθειες σε τηλεθεατές που θα έρχονται σε σπουδαία συμπεράσματα για την κοινωνία, καθώς θα γνέφουν θετικά και τα βουρκωμένα μάτια τους θα μαρτυρούν κατανόηση.

Το μεγάλο ατύχημα της σειράς είναι η Kerry Washington καθώς κάνει πολύ κακή δουλειά και εμφανίζεται διαρκώς «κλαμένη» -με το πιγούνι να τρεμοπαίζει αυτάρεσκα. Το μεγάλο ευτύχημα της σειράς είναι η ίδια η Reese Witherspoon η οποία πραγματικά καταλαβαίνει και αγαπάει την ηρωίδα που ερμηνεύει. Η συμπαθέστατη Reese όντως αντιμετωπίζει την σειρά σαν παθιασμένο πρότζεκτ και η παρουσία της σε κάνει να προσπερνάς την αδύναμη πλοκή. Μπορεί, προσωπικά, να μου λείπει το κορίτσι του Election ή του Legally Blonde, αλλά μια χαρά ερμηνεία δίνει σε αυτή την κοινωνικά ευαίσθητη σειρά για τους πιο παθιασμένους ψηφοφόρους της Hillary Clinton.

Posted in TV | Leave a comment

Όταν το #metoo περνάει από τις εφημερίδες στο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ

Έχουν περάσει δυόμισι χρόνια από την στιγμή που έσκασαν σαν μετεωρίτης στην επικαιρότητα οι κατακλυσμιαίες δημοσιογραφικές αποκαλύψεις σχετικά με το ανοιχτό μυστικό των σεξουαλικών παρενοχλήσεων και βιασμών στην αμερικάνικη showbiz. Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια καλή χρονικά στιγμή για να αποτυπωθούν, μέσω ορισμένων ντοκιμαντέρ οι ιστορίες πίσω από το κίνημα διαμαρτυρίας που εκφράστηκε μέσω της σοσιαλμιντιακής οργής υπό την ομπρέλα του #metoo και του #timesup.

Πριν από λίγες μέρες έκαναν σχεδόν ταυτόχρονη πρεμιέρα δυο ντοκιμαντέρ που εξερευνούν αυτή την ευαίσθητη θεματική. Από τη μια έχουμε το Jeffrey Epstein: Filthy Rich (στο Netflix) το οποίο εξιστορεί σε τέσσερα μέρη τον αρρωστημένο βίο του αμφιλεγόμενου μεγιστάνα Jeffrey Epstein. Από την άλλη έχουμε το On the Record (στο HBO) που εξετάζει την σεξουαλική βία που άσκησε ο σημαντικός παραγωγός του hip hop, Russell Simmons, στην υπάλληλο της δισκογραφικής του, τη νεαρή τότε Drew Dixon αλλά και σε άλλες γυναίκες. Η διαφορά των δυο ντοκιμαντέρ, τόσο σε ύφος και προσέγγιση, όσο σε ποιότητα και σοβαρότητα, δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη και αυτό παρουσιάζει από μόνο του ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Το Filthy Rich εξιστορεί την ομολογουμένως φρικτή ιστορία του Jeffrey Epstein, με τον πιο εύκολο και «αρπακολατζίδικο» τρόπο. Μέσα σε σχεδόν τέσσερις ώρες υλικού, δεν μαθαίνεις τίποτα που δεν θα κατάφερνε ένα περιεκτικό ημίωρο ρεπορτάζ για την ιστορία του κατά συρροή βιαστή, ο οποίος έχτισε ένα οικοδόμημα sex trafficking για πολιτικούς, επιχειρηματίες και λομπίστες της εξουσίας. Το θέμα είναι συναρπαστικό και οι ιστορίες των κοριτσιών που εξαιτίας της αφέλειας ή ακόμη και της φιλοδοξίας τους, έπεσαν θύματα του recruiting, είναι συχνά συνταρακτικές. Ο Jeffrey Epstein έφτιαξε με υπόγειους τρόπους μια αμύθητη περιουσία και έχτισε ένα απρόσιτο lifestyle που τον έθετε εκτός νόμου. Έχοντας το «ακαταδίωκτο» εξαιτίας της celebrity φήμης του και έχοντας εξασφαλίσει κοινωνική ασυλία εξαιτίας χρηματικών δωρεών και εκβιασμών σε προέδρους, γερουσιαστές και ανθρώπους του χρήματος, ο Epstein κατάφερε να ελέγχει έναν μικρό στρατό από νεαρά κορίτσια που χρησιμοποιούσε σε πάρτι οργίων στο ερημικό νησί του, το οποίο επισκέπτονταν επιφανείς λευκοί άνδρες.

Ωστόσο, εδώ δεν υπάρχει καμία πληροφορία που δεν βρίσκει κανείς στη Wikipedia σελίδα του Epstein, καμία εμβάθυνση στους μηχανισμούς του sexual abuse και καμία κοινωνική ανάλυση του φαινομένου ενός μεγιστάνα που κρύβεται σε κοινή θέα. Όπως συνέβη και με το ντοκιμαντέρ Surviving R. Kelly, το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να χωράει στην κοντόφθαλμη και άτεχνη προσέγγιση των επεισοδίων της σειράς. Τα Filthy Rich και Surviving R. Kelly μπορούν να συγκλονίσουν και να αφυπνίσουν με την «αλήθεια» τους, έναν μέσο τηλεθεατή που είναι εκπαιδευμένος σε σαπουνόπερες και τηλεπαιχνίδια και ο οποίος ίσως να σοκαριστεί από την είδηση του sex cult ανηλίκων που είχε εξαγοράσει ο R. Kelly ή να προβληματιστεί με την εγκληματική φύση ενός πλούσιου playboy όπως ο Epstein. Όμως η «αλήθειες» των μαρτυριών, αν και ανατριχιαστικές, είναι επιπέδου απογευματινού σόου – μια αίσθηση που ενισχύει το κακόγουστο μουσικό χαλί κάτω από τις συνεντεύξεις όσων διασώθηκαν (;). Το «δριμύ κατηγορώ» που χτίζει η αφήγηση των πλάνων αρχείου δεν ξεπερνά σε αισθητική τα ρεπορτάζ δελτίων ειδήσεων. Προφανώς, το Netflix εντόπισε ένα κενό στην καταγραφή της συνολικής κακοποίησης που ασκούσε για χρόνια ο Jeffrey Epstein και επένδυσε βιαστικά σε μια παραγγελιά για ένα θέμα που θα είχε σίγουρη θεαματικότητα. Καμία δομή στην ανάπτυξη και καμία αποκάλυψη σε σχέση με την πυραμίδα του recruiting. Μόνο μελό ιστορίες για τα αποπλανημένα κορίτσια και σποραδικά στοιχεία για το μοτίβο της αποπλάνησης.

Το On the Record δείχνει το πόσο πολύ μπορεί να διαφέρει η καλλιτεχνική ματιά από την δημοσιογραφική και πως αυτές αλληλοτροφοδοτούνται για ένα ουσιαστικό διακύβευμα που, τελικά, αφορά τον θεατή. Ο φακός του ντοκιμαντέρ εστιάζει στην Drew Dixon, μια δυνατή γυναίκα που έζησε έναν εφιάλτη που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο, σε οποιαδήποτε εποχή. Η Dixon ήταν ένα ταλαντούχο κορίτσι που είχε πάθος για τη μουσική βιομηχανία και ανεπτυγμένο αισθητήριο για να ανακαλύπτει ταλέντα. Αυτό της χάρισε μια αξιοζήλευτη δουλειά ως A&R στην θρυλική εταιρεία Def Jam στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η Dixon έφερε στο προσκήνιο ταλέντα όπως ο Notorious B.I.G. και είναι υπεύθυνη, μεταξύ άλλων, για την επιτυχία της Mary J. Blige με τον Method Man, με τίτλο “You’re All I Need”. Η ίδια θαύμαζε τον Russell Simmons, ο οποίος χαιρετίζονταν από τη μαύρη κοινότητα ως ο «νονός της ραπ». Μέσα από διακριτικές αφηγήσεις, προσεκτικό μοντάζ και καθαρή προσέγγιση στα γεγονότα, κατανοούμε σε μεγάλο βαθμό όσα οδήγησαν στον βιασμό της άτυχης γυναίκας από τον Russell Simmons. Ερχόμαστε σε επαφή με τις μνήμες της, το τραύμα, τη συνεταιρική κακοποίηση και τον καθημερινό σεξισμό. Η Drew Dixon διαλύθηκε σωματικά και έχασε τα πάντα. Κατάφερε να αρχίσει ξανά από το μηδέν στην ανεξάρτητη δισκογραφική Arista. Εκεί διέπρεψε και πάλι, χαρίζοντας επιτυχίες στην Lauryn Hill και στον Carlos Santana. Όμως και πάλι βρέθηκε να έχει προϊστάμενο τον L.A. Reid, πρώην συνεργάτη του Russell Simmons από την εποχή της Def Jam. Ο L.A. Reid της άσκησε ψυχολογική βία με ισχυρή δόση ρεβανσισμού για λογαριασμό του Simmons. Το άστρο της Drew Dixon έσβησε ξανά, με τρόπο εξευτελιστικό.

Το ντοκιμαντέρ προσπερνάει τα χιλιοειπωμένα και την εύκολη συγκίνηση, για να ανοίξει ουσιαστικό διάλογο με τον θεατή. Εκθέτει τους αόρατους τρόπους με τους οποίους ασκείται η βία στις γυναίκες στον χώρο εργασίας. Εξετάζει την παρεμβατική δύναμη των φεμινιστικών φωνών. Ζυγίζει τον μισογυνισμό των ραπ στίχων (bitches-and-hos) σε σχέση με τον σεξισμό στη μαύρη κοινότητα. Εξετάζει τους λόγους που το θύμα έμεινε σιωπηλό για δεκαετίες ενώ δεν εκβιαζόταν. Φωτίζει τα διλήμματα ανάμεσα στην ανάγκη για αξιοπρέπεια και την αγάπη για δημιουργία. Τέλος, δίνει κάποιες ενδιαφέρουσες πάσες για την ασυλία που απολαμβάνουν πετυχημένοι μαύροι της showbiz στην κοινότητά τους. Απόδειξη αυτού; Η Oprah Winfrey απέσυρε το όνομά της από τους παραγωγούς του φιλμ. Η πίεση που άσκησε στην Winfrey η αυλή του (φίλου της) Russell Simmons και του L.A. Reid την έκαναν να αποσυρθεί για «δημιουργικές διαφορές». Είναι παράξενο το ότι η παρουσιάστρια που έκανε τόση τηλεθέαση με δακρυσμένα “thoughts & prayers” αγκαλιά με “survivors” όπως με τους κατήγορους του Michael Jackson στο Finding Neverland, εδώ την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια για να μη στεναχωρήσει κάποιους και γύρισε την πλάτη της στις αφροαμερικανίδες που υπέστησαν κακοποίηση (δεν ήταν μόνο η Dixon). Οι ιστορίες του On the Record δημοσιεύτηκαν αρχικά στους New York Times το 2017 και μέσα σε λιγότερο από δυο ώρες επικοινωνούν πολλά περισσότερα από τα προαναφερθέντα “safe” πολύωρα ντοκιμαντέρ. Kαι μάλιστα, αυτό επιτυγχάνεται με τρυφερότητα. Η πρεμιέρα της ταινίας του Kirby Dick και της Amy Ziering (έχουν υπογράψει το The Hunting Ground και το The Invisible War) έγινε στο φετινό Sundance και αν το μποϊκοτάζ των «ισχυρών» δεν το στείλει στα αζήτητα, ίσως να καταφέρει να βρει αποδέκτες σε αυτούς που κοιτάνε πέρα από τις επικεφαλίδες των clickbait άρθρων.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #223

Charli XCX

How I’m Feeling Now

Για την Charli XCX και για το κοινό στο οποίο απευθύνεται, οι σημαντικές στιγμές της ζωής συμβαίνουν στις σκοτεινές γωνίες των clubs. Αυτή η τεθλασμένη γραμμή ευφορίας κάτω από τα επιθετικά beats, οι εκρήξεις χαρμολύπης και η θολωμένη -druggy- αυτοέκφραση των clubgoers καταπιέστηκε παράφορα με την καραντίνα της φετινής πανδημίας. Με τα venues κλειστά και με τα σπιτικά πάρτι απαγορευμένα, η Charli XCX αφιέρωσε ενάμιση μήνα για να φτιάξει αυτό το δίσκο και να εκφράσει το «πώς νιώθει τώρα». Η 27χρονη Βρετανίδα μιλάει για όσα καταπιέζουν τις ενδορφίνες της, ωστόσο το αποτέλεσμα είναι απροσδόκητα ελπιδοφόρο, χωρίς πολύ noise, με έμφαση στις λούπες που γίνονται τσίχλα στον εγκέφαλο. Στον δίσκο κυριαρχεί μια γλυκύτητα, ιδίως σε κομμάτια όπως το “Forever” και το  “7 years”. Το κακό είναι πως η παραγωγή του δίσκου περπατάει πάνω στη λεπτή εκείνη γραμμή που χωρίζει την αυτόνομη pop σύνθεση από το εξαρτώμενο από την εικόνα διαφημιστικό προϊόν. Λείπει η ευρηματικότητα και η χάρη που είχε κάνει όλη τη δουλειά σε κομμάτια όπως το ‘2099’ από τον περσινό της δίσκο.

Το καλό νέο είναι ότι η ίδια δεν ακούγεται ούτε στιγμή σαν ζαχαρομπουμπού που πουλάει χαριτωμενιά. Τραγουδάει «κανονικά» και με ενσυναίσθηση του ρόλου της στο μικρόφωνο. Έχω την εντύπωση ότι η Charli XCX ήξερε καλά τι ήθελε να πετύχει με το δίσκο της, όμως οι σχεδιαστές της παραγωγής δεν έκαναν τον κόπο να ξεφύγουν από τη μανιέρα που παράγει επιτυχίες για αμετανόητα party animals με σφυρίχτρες και φωσφόριζε μαγιό. Οι ιδέες έμειναν στα χαρτιά και αντί για ένα εσωστρεφές glo-fi pop-punk δίσκο που θα αποτύπωνε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή στο χρόνο, τελικά έχουμε ένα μπουκέτο από generic τραγούδια που δεν θα πάνε πολύ μακριά.

Η Charli XCX πρέπει στο μέλλον να πατήσει πόδι και να χτίσει μια μυθολογία γύρω απ’ το όνομά της, γιατί φαίνεται ξεκάθαρα ότι εργάζεται αφοσιωμένα. Η ατμόσφαιρα στον φετινό της δίσκο την κάνει να ακούγεται αγουροξυπνημένη από σάπιες σιέστες, όπως υποδεικνύει το εξώφυλλο. Η ανάπτυξη σε τραγούδια όπως το “c2.0” προδίδουν μια αναλγησία παροιμιώδη, σχεδόν σαν να θέλουν οι παραγωγοί να την σαμποτάρουν και να την διαχειριστούν με το στανιό, σαν κορίτσι που τσεκάρει με το ένα μάτι τα insta stories την ώρα που δουλεύει στο στούντιο. Και το βρίσκω άδικο για την ίδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

“Mrs. America” με την Cate Blanchett

Οι παραγωγοί της νέας δραματικής σειράς με τίτλο Mrs. America (FX/Hulu), κατάφεραν να δημιουργήσουν κάτι πιο βαθύ και ιντριγκαδόρικο από μια συμβατική ιστορική βιογραφία. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η Phyllis Schlafly, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και μισητές προσωπικότητες στον προοδευτικό κόσμο της σύγχρονης Αμερικής. Η ίδια η Schlafly υπήρξε δραστήρια, με διχαστικό δημόσιο λόγο από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κιόλας, όταν πρωτοστατούσε στην ευρεία αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Παρά τις αποτυχημένες της προσπάθειες να εκλεγεί στην αμερικάνικη γερουσία και να επηρεάσει το Κογκρέσο, η Phyllis Schlafly έμεινε στην ιστορία για την επιθετική αντιφεμινιστική της δράση, κυρίως στη δεκαετία του ’70. Αυτά τα σκληρά χρόνια καλύπτουν τα επεισόδια αυτής της ζωηρής σειράς. Όχι πολύ καιρό μετά το «καλοκαίρι της αγάπης», την εποχή δηλαδή που αναβίωσαν έντονα τα αιτήματα για ατομικές ελευθερίες, η Phyllis Schlafly εξέφραζε τον συντηρητικό αντίλογο απέναντι στη φεμινιστική πάλη και τις γυναίκες που μάχονταν την ασφυκτική πατριαρχία. Η ρητορική της Schlafly αποτέλεσε τη μήτρα της μετέπειτα alt-right που αναβίωσε με τα tea parties των Ρεπουμπλικάνων πριν από περίπου μια δεκαετία, που έφεραν στο προσκήνιο πρόσωπα όπως η Michele Bachmann και η Sarah Palin.

Η αισθητική της σειράς πατάει και με τα δύο πόδια στην ζωηρή αναπαράσταση των groovy στερεοτύπων και των γοητευτικών χρωματισμών που χαρακτηρίζουν την ατμόσφαιρα των πρώιμων 70s στην Δυτική Ακτή. Ορισμένες σκηνές μοιάζουν με ψηφιακά αναπαλαιωμένα ντοκουμέντα που έμειναν σε κάποιο ντουλάπι και αναπαλαιώθηκαν σε digital κόπιες. Ο βασικός δημιουργός Dahvi Waller, έχει στο βιογραφικό του τη συμμετοχή του στο Mad Men ενώ το δίδυμο Anna Bowden και Ryan Fleck που υπογράφει τα κρισιμότερα επεισόδια, έχει σκηνοθετήσει το indie αριστούργημα Half Nelson (αν δεν το γνωρίζεις, το ψάχνεις και το βλέπεις άμεσα).

Το μεγάλο ατού της σειράς, ωστόσο, είναι η σπουδαία Cate Blanchett. Η βραβευμένη ηθοποιός ερμηνεύει με αφοσίωση και εμμονή στη λεπτομέρεια την Phyllis Schlafly. Φυσικά, η Blanchett δεν θα είχε εμπλακεί σε μια σειρά που το κεντρικό πρόσωπο θα προσεγγίζονταν μονοδιάστατα, μόνο και μόνο για να ποντάρει στο εύκολο συναίσθημα του hate viewing. Αυτή είναι μια τακτική στην οποία καταφεύγουν πιο λαϊκές σειρές όπως το When They See Us, που προκειμένου να προωθήσουν την (δίκαιη) κοινωνική ατζέντα τους, επενδύουν στο ευθύβολο μίσος του θεατή προς χαρακτήρες που κάνουν απάνθρωπες πράξεις -ή αντίστοιχα στην all-american ηρωοποίηση χαρακτήρων που κάνουν υπερβάσεις για το γενικότερο καλό.

Η έμπειρη Blanchett πλησιάζει με προσοχή την ιέρεια του αντι-φεμινισμού και δίνει βάθος σε μια γυναίκα που πορεύτηκε στη ζωή της, υψώνοντας ακραία ρητορική. Οι σιωπηλές στιγμές και οι εκρήξεις της, φωτίζουν τους προσωπικούς της δαίμονες και τις ματαιώσεις μιας δυναμικής προσωπικότητας που είχε την πεποίθηση πως η έκτρωση είναι πράξη προσβλητική προς τον Θεό και την πατρίδα και ότι η ύψιστη τιμή για μια γυναίκα είναι να εξελιχθεί σε χρήσιμη νοικοκυρά που μεγαλώνει τα παιδιά του συζύγου της και που συντηρεί ένα παραδοσιακό σπιτικό.

Την χαρισματική Blanchett πλαισιώνει η Rose Byrne στον ρόλο της ακτιβίστριας Gloria Steinem, η Uzo Aduba στον ρόλο της επιδραστικής αφροαμερικανής Shirley Chisholm και η Tracy Ullman στον ρόλο της διάσημης φεμινίστριας Betty Friedan. Οι δημιουργοί της σειράς δεν ακολουθούν τον δρόμο που ακολούθησε ο Gus Van Sant με το Milk (2008) καθώς δεν στοχεύουν σε φόρο τιμής προς κάποιο icon, αλλά ούτε και επιλέγουν τον αχρείαστο «απολιτίκ» εξανθρωπισμό μιας αμφιλεγόμενης πολιτικού που ακολούθησε το The Iron Lady με την Meryl Streep στον ρόλο της ​​Margaret Thatcher. Αντιθέτως, ρίχνουν έξυπνα το δραματικό βάρος σε αθέατες στιγμές της ιστορίας, όπως την περιφρόνηση της προοδευτικής ελίτ προς τον λευκό συντηρητισμό, την εσωτερική διάσπαση των φιλελεύθερων κινημάτων και τις εντάσεις στα τηλεοπτικά debate σε μια εποχή που αυτά καθόριζαν συνειδήσεις από τη μια μέρα στην άλλη. Άλλωστε, ο φλογερός ιδεαλισμός του ’70 βρίσκονταν τότε στο απόγειό του, πολύ πριν οδηγήσει στον τεχνοκρατικό ναρκισσισμό της ριγκανικής δεκαετίας του 80 που ακολούθησε.

Το Mrs. America καταφέρνει να κρατάει ψηλά τον δείκτη ψυχαγωγίας χάρη στο funky soundtrack, ταυτόχρονα να αποσπά δυνατές ερμηνείες (η Blanchett έχει το Εmmy στο τσεπάκι), αλλά και να εξετάζει μια ταραγμένη εποχή. Πραγματικά, τα επεισόδια της σειράς  υπογραμμίζουν τις συνθήκες στις οποίες διαμορφώνεται μέχρι και σήμερα η σύγχρονη ρεπουμπλικανική, χριστιανική ηθική, κυρίως μέσα από συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, για τη μάχη με εχθρούς όπως η «πρόοδος» και η σεξουαλική ελευθερία. Η Cate Blanchett είναι στα πιο γοητευτικά και πιο λαμπερά της, αντί να «ασχημύνει» στην όψη και την έκφραση για να ενσαρκώσει τον «κακό» ψυχισμό της ηρωίδας. Κι αυτό αποτελεί μια σωστή σκηνοθετική επιλογή για τη σκιαγράφηση μιας τόσο δογματικής και σκληροτράχηλης γυναίκας, η οποία υποστήριζε ότι οι φτωχοί «δεν προσπάθησαν αρκετά». Που ξεκινούσε τις ομιλίες της ευχαριστώντας τον σύζυγό της που «της το επέτρεψε» και που δήλωνε δημόσια ότι «οι γυναίκες θέλουν τριαντάφυλλα, όχι δικαιώματα».

Αν και πιστεύω ότι κάπου μέσα στα επεισόδια της μίνι σειράς, πιθανότατα ένας καλός μοντέρ να έβρισκε μια καλή δίωρη ταινία, το Mrs. America τελικά κερδίζει το στοίχημα.

Από το Avopolis

Posted in TV | Leave a comment

Hollywood

Έχει έναν ξεχωριστό τρόπο να επιλέγει θέματα για τις σειρές που εκτελεί χρέη παραγωγού ο Ryan Murphy. Ο δραστήριος αμερικάνος showrunner σημείωσε αρκετά νωρίς εμπορική επιτυχία με τη νεανική μουσικοχορευτική σειρά Glee (2009-2015) με την οποία αγκάλιαζε το queer περιθώριο στο σχολικό περιβάλλον μέσα από πληθώρα pop διασκευών και άφθονου camp χιούμορ. Με το Nip/Tuck (2003-2010) o Murphy επιχείρησε ένα σχόλιο στη βιομηχανία της ομορφιάς και την κουλτούρα των πλαστικών επεμβάσεων στην Καλιφόρνια. Το κοινό χαρακτηριστικό των δυο αυτών σειρών είναι πως «ξεφούσκωσαν» δραματικά από τον δεύτερο κιόλας κύκλο. Συνέχισαν να σέρνονται για χρόνια και ας ξεχείλωνε η ιστορία τους με αδιανόητα τραβηγμένες εξελίξεις. Ο Murphy έβαζε εμπορικά στοιχήματα τηλεθέασης με γνώμονα την pop κουλτούρα για να προκαλεί την περιέργεια (όχι απαραίτητα το ενδιαφέρον) του κοινού. Την ανάγκη του να σερβίρει στο κοινό φαντασμαγορικά λαϊκά θεάματα την κάλυψε στη συνέχεια με το γκροτέσκο American Horror Story (2011-2019), ένα κοκτέιλ παιδικού τρόμου με camp εντυπωσιασμούς και ψυχαγωγικά “BOO!”.

Οι παραπάνω σειρές μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες ποιότητας, όμως καταδεικνύουν το δαιμόνιο πνεύμα του εργατικού Murphy. Εκεί που πραγματικά βρίσκεται το ταλέντο του ίδιου, είναι στην αναπαράσταση «εποχής» και στην αναβίωση ξακουστών ιστοριών από τα tabloids περασμένων δεκαετιών. Κάτι που φάνηκε στο American Crime Story όπου στον πρώτο κύκλο (“The People v. O.J. Simpson”) σχεδίασε μια ομολογουμένως χαζευτική και εθιστική αναπαράσταση της δίκης του O.J. που είχε κλονίσει την κοινή γνώμη, ενώ στον δεύτερο (“The Assassination of Gianni Versace”) πέτυχε να ρίξει φως στην πολύκροτη δολοφονία του σχεδιαστή Gianni Versace. Πολλοί είναι οι θεατές που αγάπησαν τον τρόπο που ο Ryan Murphy αναβίωσε το θέμα του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ Paris Is Burning (1990) με τη σειρά Pose, όπου παρουσίασε με μελοδραματισμό και τρυφερότητα την καταπιεσμένη καλλιτεχνική gay κοινότητα της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του ’80, χάρη σε ήρωες που έβρισκαν εκφραστική διέξοδο σε διαγωνισμούς χορού και underground πάρτι. Το ανοικονόμητο σενάριο έπνιξε κι εκεί την συνολική εικόνα της σειράς και τις καλές προθέσεις. Ο Ryan Murphy δικαίωσε τους κριτικούς που του χρέωναν αδιαφορία από τη στιγμή που θα έμπαιναν οι σπόροι του σεναρίου στο ξεκίνημα κάθε σειράς που είχε υπό την επίβλεψή του. Ήταν ξεκάθαρο ότι σε mini σειρές δεν έχανε τόσο εύκολα τον μπούσουλα, όπως απέδειξε στο απολαυστικό Feud: Bette and Joan όπου η Jessica Lange και η Susan Sarandon υποδύθηκαν άκρως απολαυστικά την Joan Crawford και την Bette Davis στα παρασκήνια της κλασικής ταινίας What Ever Happened to Baby Jane?.

Το φετινό Hollywood είχε όλα τα φόντα για να επαναλάβει τη συνταγή του Feud. Από τη μια, είχαμε το δυνατό ατού του Murphy: την αναπαράσταση μιας φωταγωγημένης εποχής. Από την άλλη, είχαμε τον περιορισμένο αριθμό επεισοδίων, κάτι που δεν θα επέτρεπε στην ιστορία να ξεσαλώσει με φλυαρίες. Όλα όσα έκαναν τα μαλλιοτραβήγματα και την bitchy κόντρα των δυο σταρ στο Feud να αποδοθούν σωστά, εδώ δυστυχώς αποτυγχάνουν και το αποτέλεσμα μένει ξεκρέμαστο. Η ιστορία ακολουθεί ένα σύνολο χαρακτήρων που προσπαθεί να πιάσει την καλή στον χώρο του θεάματος. Βρισκόμαστε στην καρδιά του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, όταν τα μεγάλα στούντιο διατηρούσαν την παντοδυναμία τους. Φιλόδοξοι ηθοποιοί, έκφυλοι ατζέντηδες, πονηρές στάρλετ, μεγαλόστομοι παραγωγοί, αριστοκράτες επενδυτές και παρατρεχάμενοι καλλιτέχνες, αναζητούν τη μεγάλη στιγμή που θα παρεισφρήσουν στον κόσμο του ονείρου, με «αναρριχητικό» σεξ, με ερωτικές χάρες και οργιώδη πάρτι σε ακριβές σάλες της Sunset Boulevard. Το αφηγηματικό κοκτέιλ και το μωσαϊκό χαρακτήρων ακούγεται ελκυστικό, αλλά ξεθυμαίνει πιο γρήγορα κι από ένα ποτήρι σαμπάνια. Αν περιμένετε κάποιο διεισδυτικό σχόλιο στην βιομηχανία των στούντιο ή κάποια αξιοθαύμαστη ιστορία παρασκηνίου όπως το Barton Fink ή το The Bad and the Beautiful, μάλλον θα μείνετε απογοητευμένοι.

Ο Ryan Murphy μάλλον εμπνεύστηκε από την συγκινητική προσπάθεια του Quentin Tarantino να ξαναγράψει τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας μέσα από την αφηγηματική δύναμη και την υποβολή της εικόνας. Όμως δεν υπάρχει όραμα πίσω από τα επτά επεισόδια του Hollywood, ούτε κινηματογραφικό craft. Το βαθύτερο μήνυμα είναι πως ο κόσμος του θεάματος θα μπορούσε να είχε καταφέρει πολλά περισσότερα αν μερικοί άνθρωποι τολμούσαν να σηκώσουν έγκαιρα μπαϊράκι. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία και η κατάχρηση εξουσίας θα είχαν εξαλειφθεί μια ώρα αρχύτερα, αν κάποιοι αφανείς ήρωες τολμούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι πως ο Ryan Murphy δεν γνωρίζει την κινηματογραφική ιστορία. Δεν την «διαβάζει» με αγάπη, ώστε να αναδείξει την έξαλλη πλευρά της. Δεν συναισθάνεται τους εργαζόμενους των στούντιο και δεν γνωρίζει σε βάθος την αξία της κινηματογραφικής οθόνης. Αντιλαμβάνεται την ιστορία σαν κουτσομπολιό. Ρίχνει το βάρος σε αδιακρισίες και σε ιστορίες τύπου «ποιος έπαιρνε ποιον». Δεν αφηγείται τις ιστορίες του, αλλά ξεκατινιάζεται παρέα με τον θεατή. Λέει ανέκδοτα από το παρασκήνιο. Γι’ αυτό ήταν πετυχημένο το Feud. Δεν χρειάζονταν να γνωρίζει κανείς κάτι σχετικό με το What Ever Happened to Baby Jane? και τη σπουδαιότητα των δυο σταρ. Θα μπορούσε με την ίδια θέρμη να αναβιώσει την κόντρα της Ζωζώς Σαπουντζάκη με την Καίτη Γκρέυ π.χ. -που δεν έχω ιδέα αν υπήρξε κάτι τέτοιο και μια χαρά θα ήταν αυτή η σειρά. Αυτό που έχει σημασία είναι πως δεν αντιλαμβάνεται τα μεγέθη και την ιστορική αξία των αληθινών προσώπων, ώστε να κερδίσει το δικαίωμα να τον εξιτάρει το kinky παρασκήνιο και η κιτρινίλα των tabloids. Το “dreamland” του Hollywood είναι υπερβολικά ψεύτικο, σαν ξεσκονισμένο ντεκόρ και οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται σαν χάρτινα σύμβολα: ο ζιγκολό, η bimbo, ο χαζός, ο όμορφος, το cougar, ο sugar daddy κτλ. Οι απελπιστικά clean-cut χαρακτήρες δεν έχουν βάθος και δεν μπορούν να μας κάνουν να ενδιαφερθούμε για την προσπάθειά τους να φέρουν το diversity στο casting 80 χρόνια νωρίτερα.

Ο Ryan Murphy υπέγραψε ένα 5ετές συμβόλαιο για 300 εκατομμύρια ευρώ με το Netflix πριν δυο χρόνια. Αυτό ήταν το πρώτο σχέδιο της νέα συνεργασίας. Υποσχέθηκε να μεταφέρει σε σειρά τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λαίδης Νταϊάνα και το σεξουαλικό σκάνδαλο του Bill Clinton με την Monica Lewinsky. Οι exploitation ιδέες του θα φέρουν σίγουρη τηλεθέαση. Ο Murphy ήταν πάντα καλύτερος στο να εντοπίζει μεγάλες ιδέες παρά να εκφράζει μεγάλα συναισθήματα. Ωστόσο, αμφιβάλλω για το αν έχει ουσιαστική συναισθηματική εμπλοκή με τις πολυσυζητημένες αυτές ιστορίες. Αγοράζει δικαιώματα από στόρι που ξεπούλησαν κουτσομπολίστικα έντυπα, καθώς υποψιάζεται ότι αυτές θα φέρουν τηλεθέαση. Κάποιες ζαριές θα του βγουν, όμως σε καμία περίπτωση δεν τον αφορά καλλιτεχνικά ο αγνός woke ιδεαλισμός του Hollywood. Όχι πως αυτή δεν είναι μια αληθινά προοδευτική σειρά, αλλά ο Ryan Murphy πέφτει στην ίδια παγίδα που είχε πέσει ο Baz Luhrmann με την αποτυχημένη του σειρά The Get Down (2016), ένα πανάκριβο, μουσικοχορευτικό «δαλιανιδικό» υπερθέαμα που κανείς δεν είδε και έπεσε στο κενό.

Πραγματικά, πιστεύω ότι ο ίδιος θεωρεί ότι μπορεί κάλλιστα να σκηνοθετήσει ένα μελόδραμα του Douglas Sirk, μόνο και μόνο επειδή θα ξεπατικώσει την ατμόσφαιρά του και θα βγάλει σε καρμπόν τους ήρωές του. Ευτυχώς, όμως, θα έχουμε πάντα τα χολιγουντιανά αρχέτυπα σαν κριτήριο ποιότητας, όσο οι ανώδυνες τηλεοπτικές σειρές της επικαιρότητας μας κρατάνε χαλαρή συντροφιά.

Από το Avopolis

Posted in TV | Leave a comment

Στις δύο πλευρές του rewriting της ιστορίας

Όταν ο συγγραφέας Philip Roth έγραψε το The Plot Against America πριν από 15 περίπου χρόνια, επιχείρησε να αποτυπώσει μια πιθανή εφιαλτική τροπή των αληθινών γεγονότων στην αυγή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί την σημερινή πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ. Εκείνη την εποχή το Apprentice ήταν απλώς ένα κακής ποιότητας τηλεπαιχνίδι, με έναν νάρκισσο Νεοϋορκέζο στη θέση του παρουσιαστή που έκανε νούμερα σαν ανθρώπινο καρτούν που παρίστανε τον εντερπρενέρ. Ο Philip Roth με το βιβλίο του ήθελε να πετύχει κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε ο Philip K. Dick στο Ο Άνθρωπος στο Ψηλό Κάστρο. Έτσι, λοιπόν, περιέγραψε μια εναλλακτική πραγματικότητα στην οποία ένας φιλόδοξος πιλότος με αμφιλεγόμενο παρελθόν και ξεκάθαρη φιλοναζιστική ιδεολογία, γίνεται πρόεδρος της Αμερικής καθώς κερδίζει τον Roosevelt στις εκλογές ως επικεφαλής του ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η νοσηρή φαντασία επικρατεί για λίγο της ιστορίας για να εξετάσουμε μέσω της μυθοπλασίας κάποιες από τις συνέπειες ενός τραγικού “what if” στο οποίο τα λαϊκίστικα συνθήματα τύπου “America First” επικρατούν σε μια συγκυρία πολέμου, με αποτέλεσμα, ο αρχηγός των ΗΠΑ να καλοβλέπει την πολιτική συμμαχία με τον εθνικοσοσιαλισμό και τις φασιστικές δυνάμεις που κύκλωναν τον πλανήτη.

Ο David Simon και ο Ed Burns, οι δημιουργοί τους αριστουργηματικού The Wire, διασκευάζουν σε μια μίνι σειρά 6 επεισοδίων (HBO) το συγκεκριμένο βιβλίο. Βρισκόμαστε στο 1940 και το Νιου Τζέρσεϊ, όπου μια αμερικανοεβραϊκή οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη με μια δυσβάσταχτη πολιτική πραγματικότητα. Ο αντισημιτισμός εξαπλώνεται ύπουλα στις λαϊκές γειτονιές και η ρητορική ενός φιλόδοξου πολιτικάντη ποτίζει με μίσος την εργατική τάξη. Λίστες «επικίνδυνων» Εβραίων και κομμουνιστών αρχίζουν να διακινούνται στα γραφεία των εργοδοτών από το παρακράτος του Hoover. Μέσα σε αυτή την κλιμακούμενη πίεση, η οικογένεια απομακρύνεται από τα όνειρα των baby boomers για μια κανονική ζωή ως κοινότητα και για της δική τους «θέση στον ήλιο» του αμερικάνικου ονείρου. Ρυθμιστής των γεγονότων είναι ο φιλόδοξος Ραβίνος Lionel Bengelsdorf (σε μεγάλη φόρμα ο John Turturro) που πιστεύει ότι η εβραϊκή κοινότητα οφείλει να αποκοπεί από τα δεινά της ιστορίας της και να αφομοιωθεί πλήρως στην αμερικάνικη κουλτούρα. Ο Ραβίνος γίνεται αχυράνθρωπος των σκοτεινών δυνάμεων και εξελίσσεται σε ένα είδος μπάρμπα-Θωμά για την επικοινωνιακή πολιτική της νέας εξουσίας. Μαζί του τραβάει την οικογένεια, καθώς αρραβωνιάζεται την αδερφή της συζύγου που ζει κοντά τους. Η ρήξη με την οικογένεια είναι αναπόφευκτη.

Οι έμπειροι δραματουργοί του The Plot Against America πετυχαίνουν μια αξιοθαύμαστη ανασύσταση εποχής και ξαναγράφουν την ιστορία με στόχο να  προκαλέσουν σαφείς παραλληλισμούς με την ταραγμένη σημερινή επικαιρότητα. Το πετυχαίνουν χωρίς ηθικά διδάγματα, αλλά με πειθώ και επιπλέον με αξιοθαύμαστη οικονομία στη δράση. Η πολιτική άνοδος του Lindbergh και η συμπλεγματική του προεκλογική συμπεριφορά έχουν πολλά κοινά ιστορικά στοιχεία με την καμπάνια του Donald Trump. Η φιλική στάση του στην προπαγάνδα του Τρίτου Ράιχ, η υποτακτική τριβή του με το κεφάλαιο, η ξενοφοβία και η φαινομενικά φιλική του στάση στον εργαζόμενο πατριώτη, είναι τα στοιχεία που προκρίνουν οι δημιουργοί από το λογοτεχνικό υλικό του Roth και πετυχαίνουν ένα ουσιαστικό σχόλιο για το 2020. Kαι όπως κάνουν πάντα στις σειρές τους (“Treme”, “The Deuce”) αποφεύγουν τις εύκολες κλιμακώσεις και τα κλισέ. Η πλοκή ανθίζει μέσα από διαλόγους γύρω από τραπέζια, σε μπαρ και στο πεζοδρόμιο.

Στην πραγματικότητα, πολλά μέλη της America First Committee (όπως ο Henry Ford) είχαν καταγεγραμμένο αντισημιτικό παρελθόν και πολλοί από τους ανθρώπους εξουσίας των αρχών της δεκαετίας του ‘40 έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για να υποδεχτεί η Αμερική τους γερμανούς και αυστριακούς Ναζί του ολοκαυτώματος, που φυγαδεύτηκαν στην άλλη μεριά του Ατλαντικού ώστε να αρχίσουν μια νέα κανονική ζωή και να μη δικαστούν. Η πιο ξακουστή από αυτές τις ιστορίες είναι η υπόθεση του σφαγέα Adolf Eichmann, τον οποίο εντόπισε το εξέχον στέλεχος της Mossad, ο Peter Malkin. Πάνω σε αυτή την πλευρά της ιστορίας πάτησε πρόσφατα μια ακόμη σειρά, το Hunters (Amazon Prime), με τον Jordan Peele να βρίσκεται πίσω από την παραγωγή.

Η σειρά αντλεί έμπνευση από τους αληθινούς κυνηγούς των Ναζί που εργάστηκαν ως επιστήμονες και μηχανικοί στις ΗΠΑ για τις ενισχύσουν τον τεχνολογικό ανταγωνισμό με τη Ρωσία και φυσικά, συνέβαλαν τα μέγιστα στην έκρηξη της αμερικάνικης οικονομίας μετά το ‘50. Η σειρά διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και παρακολουθούμε έναν έξυπνο Εβραίο πιτσιρικά, τον Jonah Heidelbaum (τον υποδύεται ο Logan Lerman). Ο μυστηριώδης φόνος της γιαγιάς του στέκεται αφορμή για τη γνωριμία του με τον αινιγματικό Meyer Offerman (Al Pacino) που έχει επιζήσει από τη γενοκτονία και έχει βάλει σκοπό ζωής το κυνήγι και το ξεσκέπασμα των Ναζί που ζουν σαν φιλήσυχοι πολίτες.

Όση λεπτότητα, «διαβασμένη» προσέγγιση και φροντισμένη ιστορία έχει η εναλλακτική ιστορική πραγματικότητα του The Plot Against America, άλλο τόσο άκομψο, ρηχό πνευματικά, παιδαριώδες και ανεύθυνο είναι το Hunters. Μοιάζει με σειρά που νιώθει περήφανη για τις καλές προθέσεις της και την “woke” ευαισθησία της και διαθέτει ένα σενάριο φτιαγμένο να ψυχαγωγήσει πιτσιρίκια που δεν έχουν επαφή με την ιστορία, με τις αναφορές τους να περιορίζονται σε υπερήρωες και οι ηθικές τους αξίες να έχουν γαλουχηθεί από τα κόμικ. Οι Ναζί κρύβονται σαν villains που, όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητά τους, αλλάζουν όψη σαν βαμπίρ εκτεθειμένα στον ήλιο και εξολοθρεύονται από τους πεφωτισμένους Avengers που εκδικούνται για τη γιαγιά τους. Ιστορικές ανακρίβειες, εύπεπτα διδάγματα για την αυτοδικία και στυλιζάρισμα που συναντάς σε ταινίες της Marvel (τις πιο φτηνές) για μια γενιά που θέλει ξεκάθαρους “good guys” και “bad guys” για να ταυτιστεί και να μισήσει ισόποσα, αλλά και ξεκάθαρο ηθικοπλαστικό πρόσημο στις πράξεις των ηρώων. Το κυνήγι εγκληματιών μετατρέπεται σε κυνήγι θησαυρού και αγώνα εξολόθρευσης, σαν χρέος σε μια diverse ελίτ με κρυφή ζωή, αλλά, φυσικά, χωρίς πολιτική σκέψη, ιστορική αναφορά και πολιτισμικό βάρος.

Όπως βλέπουμε, το rewriting της ιστορίας μπορεί να γίνει τόσο με αξιοθαύμαστο τρόπο, όσο και με κάκιστο. Στο χέρι μας είναι να ξεχωρίσουμε τους σκεπτόμενους δραματουργούς από τους θιασώτες του exploitation της prime time ψυχαγωγίας.

Από το Avopolis

Posted in TV | Leave a comment

Phoebe is the real deal

Την τελευταία δεκαετία έχει ανθίσει ένα νέο είδος «βιωματικής» κωμωδίας, με αστεία που δεν ποντάρουν σε punchlines αλλά προσεγγίζουν δύσκολα αυτοβιογραφικά θέματα. Πρόκειται για ένα είδος ψυχαναλυτικής μαύρης κομεντί, την οποία βοήθησε η κατακόρυφη άνοδος της stand up κωμωδίας μέσω των άφθονων TV Specials που προσφέρουν τα μικρά τηεοπτικά δίκτυα και οι πλατφόρμες streaming. Κάπως έτσι, πέρασαν στο mainstream σειρές και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, όπως το πειραματικό Louie του Louis CK, το Chewing Gum της Michaela Coel, το Insecure της Issa Rae, το Atlanta του Donald Glover και το Crashing του Pete Holmes.

Μέσα σε αυτή τη γενιά άνθισε το άστρο της Phoebe Waller-Bridge που τη γνωρίσαμε μέσα από την σειρά Fleabag. Έχοντας μια αξιόλογη προϋπηρεσία στο θέατρο, η Waller-Bridge έγραψε έναν σαρωτικό μονόλογο σχετικά με μια σύγχρονη Λονδρέζα που μάχεται την κατάθλιψη, που προσπαθεί να βρει άκρη μέσα στην καταπιεστική καθημερινότητα της μεγαλούπολης και ταυτόχρονα, αντιμετωπίζει έντονες σεξουαλικές περιπέτειες και συναισθηματικά διλήμματα. Η ίδια διασκεύασε την performance του alter ego της σε μια σειρά 12 επεισοδίων (σε δυο κύκλους) για λογαριασμό του BBC και δημιούργησε έτσι μια ηρωίδα που είχε ανάγκη η νέα γενιά θεατών που δεν μπορούσε πια να συνδεθεί με την ροζ γλυκύτητα μιας Bridget Jones ή με το ενήλικο ρομάντζο της Nora Ephron. Η ηρωίδα του Fleabag δεν έχει ανάγκη να παριστάνει το ανυπεράσπιστο σπουργιτάκι σε έναν κόσμο αντρών που θέλει το κακό της, ούτε αναζητά τον πρίγκηπα της καρδιάς της. Αυτή η γυναίκα μισεί όσα της χαλάνε την καθημερινότητα, βαριέται διακριτικά την κενότητα του μέσου στρέιτ άντρα που τη διεκδικεί, αντιμετωπίζει με κωμικό θράσος τη μοναξιά, τη φθορά, το καταθλιπτικό σεξ και την αποτυχία, καθώς βλέπει τον κόσμο να την προσπερνά. Η Phoebe Waller-Bridge φτιάχνει το πορτρέτο μιας γυναίκας που κοιτάζει κατάμουτρα την κάμερα, χλευάζοντας τον αστικό σουρεαλισμό γύρω της και εκτίθεται σε μια σειρά από αυτοβιογραφικά ανέκδοτα. Άλλες φορές, μέσα από ψύχραιμες ματιές σε καθημερινές αγωνίες και άλλες φορές με μια νευρωτική αντιμετώπιση απλών καταστάσεων. Είχε προηγηθεί η σύντομη σειρά Crashing, αλλά το Fleabag ήταν αυτό που έκανε πολλούς κριτικούς να μιλάνε για το νέο υποσχόμενο ταλέντο της τηλεόρασης.

Το tour de force κωμικής αυτοέκφρασης του Fleabag της χάρισε επάξια βραβείο BAFTA, Χρυσή Σφαίρα και βραβείο ΕΜΜΥ. Όμως η Phoebe δεν επέλεξε να συνεχίσει με κάτι ανάλογο και υπέγραψε την κατασκοπική περιπέτεια Killing Eve. Αν και ο μάνατζερ και οι παραγωγοί της δεν ήταν καθόλου βέβαιοι για το αν οι fans της θα την ακολουθούσαν σε κάτι που δεν θα είχε τα νιχιλιστικά της σχόλια πάνω στο σεξ, τον θάνατο και την αποτυχία, το Killing Eve έκανε θραύση και αυτή τη στιγμή διανύει την τρίτη του σεζόν. Το σενάριο εκτυλίσσεται γύρω από ένα ανελέητο κυνηγητό της Villanelle (μια υπέροχη Jodie Comer) μιας ψυχωτικής πληρωμένης δολοφόνου που δρα στις σκιές του πολιτικού παρασκηνίου, από την Eve (την υποδύεται η Sandra Oh) μια γυναίκα που εργάζεται ως αξιωματικός ασφαλείας της MI5. Γύρω από τις δυο ηρωίδες στήνεται ένα πανούργο παιχνίδι αντικατασκοπείας που εξελίσσεται σε εμμονή και δεν κρίνεται στις απίθανες υπερβολές του χολιγουντιανού σινεμά, αλλά στη παράδοξη δυναμική ανάμεσα στις δυο γυναίκες.

Το Killing Eve είναι στην ουσία ένα παλιάς κοπής κατασκοπικό θρίλερ με στυλιζαρισμένη δράση, που καταφέρνει να συνδυάσει τις pulp καταβολές του με την ψυχαγωγική ιδιοσυγκρασία των γνήσιων indie κομεντί. Κάτω από το μανιασμένο κυνήγι της psycho killer με το poker-face και της δημόσιας υπαλλήλου με την παραπανίσια ευφυΐα που αναγκάζεται να συρθεί σε έναν κύκλο αίματος και προδοσίας, κρύβεται μια βαθιά εμμονή με σεξουαλικές προεκτάσεις.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την δημιουργό αυτού του “nailbiter-action comedy”; Οι παραγωγοί της 25ης περιπέτειας του James Bond, είχαν τη φαεινή ιδέα να προσφέρουν στην Phoebe Waller-Bridge την ευκαιρία να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον αρσενικό κόσμο του 007. Η πρεμιέρα του No Time To Die, που επίσης σκηνοθετεί άνθρωπος που προέρχεται από την τηλεόραση (ο Cary Joji Fukunaga του True Detective), πήρε αναβολή λόγω της πανδημίας για τον φετινό Νοέμβριο. Ο δρόμος για το mainstream είναι ανοιχτός και όλοι περιμένουμε για το επόμενο βήμα της 35χρονης Αγγλίδας που είναι βέβαιο ότι θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in TV | Leave a comment

Beastie Boys Story

Υπάρχει μια ατάκα που προσωπικά με ενοχλεί αφόρητα όταν γίνεται λόγος για την ποιότητα μιας ταινίας. «Το βιβλίο ήταν καλύτερο». Αυτή την εξοργιστική τοποθέτηση που δεν σημαίνει τίποτα απολύτως, έκανα για πρώτη φορά πρόσφατα, αφού παρακολούθησα το “Beastie Boys Story”. Πριν από 2-3 χρόνια, ο Mike Diamond (Mike D) και ο Adam Horovitz (Ad-Rock) ανέλαβαν να καταγράψουν την ιστορία των Beastie Boys σε ένα χορταστικό βιβλίο. Μέσα στις 600 σχεδόν σελίδες του “Beastie Boys Book” χώρεσαν πολλές αφηγήσεις, με διαφορετικό ύφος και με διαφορετική οπτική στα γεγονότα μιας αλησμόνητης εποχής. Η καλά ριζωμένη φιλία των τριών μελών του γκρουπ, η underground punk σκηνή της Νέας Υόρκης στα τέλη του 70, η έκρηξη του rap στις αρχές του 80, τα δωδεκάιντσα βινύλια, η εκτόνωση του hardcore punk, η ανεξάρτητη δισκογραφία, η λαίλαπα των πολυεθνικών εταιρειών που καρπώθηκε το hip hop ρεύμα, τα scratch, ο ανταγωνισμός, o παραγωγός Rick Rubin, το Μανχάταν, οι DJ, η παγκόσμια επιτυχία, το MTV, το η χημεία στο μικρόφωνο, τα samples, οι μπόλικες αποτυχίες, το Θιβέτ, οι χειροποίητες τεχνικές στο studio, οι εκρηκτικές τουρνέ, οι στιχουργικές θεματικές και ο αγορίστικος χαβαλές, μπλέκονται όμορφα και καταλήγουν χρονικά στον τραγικό χαμό του Adam Yauch (MCA) από καρκίνο το 2012.

Το βιβλίο ήταν ένα αντισυμβατικό κολάζ από σκόρπιες αναμνήσεις και έξυπνους σχολιασμούς που έμπλεκαν με tracklists, συνταγές, email, οδικούς χάρτες και συμβουλές για την χαμένη τέχνη του mixtape. Όλα τα παραπάνω, δοσμένα με τρυφερό και άμεσο τρόπο, μαζί με προτροπές να ακούσουμε συγκεκριμένα τραγούδια και πιθανότατα να τα ανακαλύψουμε. Αυτή η freestyle προσέγγιση έκανε το βιβλίο γενναιόδωρο και γεμάτο «αγκιστράκια» ανάμεσα στις αφηγήσεις, που σε έστελναν σε νεοϋορκέζικες διαδρομές με street vibe που έχεις μυθοποιήσει στο νου σου. Με την ανάγνωση καταλάβαινες πως εξελίχθηκαν οι B-Boys: από την στραβοχυμένη αδρεναλίνη του “(You Gotta) Fight for Your Right (To Party)”, το old school rap του “Root Down” και το DIY funk του “So What’cha Want”, μέχτι τις ψυχεδελικές γκρούβες του “Pass the Mic”, το hardcore punk “Gratitude”, το lo-fi funk του “Shake Your Rump” και τη διαστημική pop του “Intergalactic”.

Οι δυο εναπομείναντες Beasties, ο Mike και ο Adam, παρουσίασαν μπροστά σε κοινό στο Kings Theatre του Μπρούκλιν, ένα μέρος από αυτή την ιστορία και ο Spike Jonze ανέλαβε να καταγράψει το γεγονός στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Παλιός γνώριμος της παρέας άλλωστε ο Jonze καθώς έχει σκηνοθετήσει το εμβληματικό πλέον exploitation video του ‘Sabotage”, όπως και άλλα του γκρουπ (“Sure Shot”, “Time For Livin’”). Δεν χωράει αμφιβολία για την τιμιότητα των μελών οι οποίοι δεν έχουν προδώσει την ιστορία τους, για το δέσιμό τους με τον Spike Jonze και για την αγνότητα των προθέσεων του project. Οι σωστοί άνθρωποι είναι στις σωστές θέσεις -σαν να κάνει ο Julien Temple ταινία για τους Sex Pistols, ο Cameron Crowe για τους Pearl Jam ή ο Martin Scorsese για τους The Band. Όμως η προσέγγιση στο υλικό βρίσκεται πολύ μακριά από το πνεύμα του βιβλίου. Οι δυο αφηγητές, όσο γλυκά και να τα λένε, δεν εμβαθύνουν στην ιστορία τους και ο προφορικός λόγος τους είναι στεγνός, προβαρισμένος στην ακρίβεια και επιπλέον ακούγονται correct με μάλλον άβολο τρόπο. Η ομιλία τους μοιάζει με inspirational TED talk, για να δώσουν έμπνευση στους “achievers” εκεί έξω, με το πιο «αμερικάνικο» τηλεοπτικό στυλ και με παύσεις για χειροκρότημα σε κάτι που έχει «ειδικό βάρος» ή διδακτική αξία. Νομίζω ότι ο Adam και ο Mike, ακόμη και σε μια εκ βαθέων συνέντευξη στην Oprah Winfrey θα είχαν πιο πολλά να πουν σε σχέση με αυτή την αφήγηση με prime time αισθητική που δεν ξεφεύγει από τα ρυθμισμένα teleprompter. Ακόμη και τα αυθόρμητα γελάκια τους ήταν προβαρισμένα. Μέχρι και ο Spike Jonze έχει διεκπαιρεωτικό ρόλο (περισσότερο πάθος και αμεσότητα έβαλε στο περσινό stand-up special του Aziz Ansari) σαν να μην έχει συναισθηματική εμπλοκή με όσα ακούγονται.

Ακόμα κι έτσι, κάποιες ιστορίες των Beastie Boys βρίσκουν το στόχο τους στον θεατή και καταλαβαίνεις γιατί οι τρεις πιτσιρικάδες που στα 16 τους ήθελαν μόνο να κάνουν πάρτι και να τα σπάνε, έφτιαξαν λίγα χρόνια μετά το “Paul’s Boutique” που στέκεται δίπλα σε ιστορικούς rap δίσκους όπως το “3 Feet High and Rising” των De La Soul, το “It’s a Big Daddy Thing” του Big Daddy Kane, το “Raising Hell” των Run DMC, αλλά και το “Follow the Leader” των Eric B. & Rakim. Θυμάσαι ξανά τις εποχές που δίσκοι όπως το “Check Your Head”, το “Ill Communication” και το “Hello Nasty” έσκαγαν στα μούτρα σου σαν γάργαρα ηχοσύνολα γεμάτα με πυκνές μουσικές απολαύσεις. Οι Beastie Boys έδωσαν άλλο βάθος στο μοντέρνο hip-hop και επαναπροσδιόρισαν το χιούμορ (χωρίς χάχανα) την ευρηματικότητα (χωρίς εξυπνάδες), την περιπέτεια (ποτέ δεν έτρωγαν από τα έτοιμα) και κυρίως το coolness (χωρίς macho μαγκιές). Αν μη τι άλλο η pop κουλτούρα τους χρωστάει πολλά και μας λείπουν.

Posted in Cinema, Music | Leave a comment

Album of the Week #222

Gil Scott-Heron & Makaya McCraven

We’re New Again: A Reimagining by Makaya McCraven

Δεν με ενθουσιάζουν καθόλου τα remakes και η remix ανακύκλωση των δίσκων που διαθέτουν ξεχωριστό μουσικό αποτύπωμα. Ο τελευταίος δίσκος του Gil Scott-Heron κυκλοφόρησε πριν 10 χρόνια και διέθετε αυτοβιογραφικό βάρος, street αξιοπιστία και αφηρημένη δομή. Το I’m New Here λειτουργούσε σαν μαγικό χαλί για να πετάξει ο Gil Scott-Heron, για μια τελευταία φορά, πάνω από όσα αγαπούσε και όσα τον στοίχειωναν ως βιωματικό ποιητή και παλαίμαχο jazzman. H πρόσφατη προσέγγιση του ανήσυχου Makaya McCraven σε αυτό το δίσκο, είναι ανέλπιστα ενδιαφέρουσα καθώς ο μουσικός μεταβολίζει τα master των φωνητικών του I’m New Here, μέσα από ένα κομψό ανακάτεμα έγχορδων, κρουστών και πνευστών. Μια ανάλογη απόπειρα προσέγγισης στο ίδιο υλικό είχε κάνει ο Jamie xx το 2011, όμως η φετινή δουλειά του McCraven δεν παράγει μόνο γοητευτικούς ρυθμούς, αλλά κατασκευάζει ένα jazzy υδροκέφαλο τέρας, εξημερωμένο, φυσικά, με φρέσκια ρυθμολογία.

Το τελικό αποτέλεσμα περιέχει ένα μπαράζ εκπλήξεων που τη μια, ερωτοτροπεί με bluesy μελωδίες και την άλλη, χορεύει πάνω στη βραχνή σοφία του Gil Scott-Heron. Ο McCraven κοιτάει μπροστά, αναμετράται με το φάντασμα του «αόρατου» καλλιτέχνη και απελευθερώνεται από το άγχος να ακουστεί σημαντικός. Και όλα αυτά σε αέναη κίνηση. Τελικά έχει μια δύναμη πολύ πειστική η ανάγκη του μουσικού να ανακατέψει τα υλικά του I’m New Here. Αν, δε, τα περισσότερα τραγούδια έπαιρναν τον χρόνο τους για να αναπτυχθούν και να στρογγυλέψουν, αντί να μοιάζουν με ιντερλούδια, τότε θα μιλούσαμε για τον θρίαμβο του post-production και δεν θα είχαμε κανένα παράπονο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Woody Allen

Όσοι αγαπούν το σινεμά του Woody Allen, έχουν το προνόμιο να απολαμβάνουν ένα ετήσιο κινηματογραφικό ραντεβού μαζί του. Ξέρουν ότι, κάποια στιγμή, μέσα στη χρονιά, θα πάνε σε μια αίθουσα, τα φώτα θα χαμηλώσουν, θα πέσουν τα θρυλικά ασπρόμαυρα ζενερίκ (που δεν άλλαξαν ποτέ) με κάποιο swing τραγούδι από τα 30s και για μιάμιση ώρα θα βρίσκονται σε καλά χέρια. Η ταινία είναι άλλες φορές σπουδαία και άλλες μέτρια. Δεν έχει σημασία. Το ραντεβού είναι μια ιεροτελεστία που πρέπει να τηρείται ευλαβικά, όπως θα έλεγαν και οι καλύτεροι ψυχαναλυτές της Νέας Υόρκης.

Αυτό το ραντεβού έσπασε το 2018, όταν η 47η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθέτησε ο Allen, με τίτλο A Rainy Day in New York έμεινε στο συρτάρι. Ένα νέο κύμα εκδικητικής υστερίας στράφηκε ξανά στο πρόσωπό του πριν τρία χρόνια, με αποτέλεσμα το συμβόλαιό του με την Amazon να ακυρωθεί. Ο Woody Allen, στα 84 του χρόνια, ένιωσε κουρασμένος και προδομένος. Θεώρησε ότι αυτό το χρονικό κενό ήταν ιδανικό για να καταγράψει την ιστορία του. Άλλωστε, ξέρει ότι δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του.

Μέσα στις σελίδες του Apropos of Nothing, ο Woody Allen προσπαθεί να χωρέσει όλη τη ζωή του και να αφηγηθεί τα πιο σημαντικά περιστατικά που τον διαμόρφωσαν. Τα κεφάλαια ρέουν απολαυστικά. Στην αρχή η αφήγηση κάνει ένα σλάλομ στα παιδικά χρόνια του, μέσα από την οικογένειά του, την ενασχόληση με την κωμωδία, το πέρασμα στον κινηματογράφο στα τέλη του ’60, τον ήσυχο πρώτο γάμο του με την Harlene Rosen και την εκρηκτική συμβίωση με την μανιοκαταθλιπτική Louise Lasser. Σε αυτό το κομμάτι, οι περιγραφές του Allen είναι γάργαρες και ζωντανές. Αν θυμάστε το voice over στο Radio Days, το συναίσθημα είναι ίδιο. Μέσα από τις περιγραφές του, ξεπηδούν απίστευτοι χαρακτήρες, όπως κομπιναδόροι της γειτονιάς, γραφικοί συγγενείς και ιδιόρρυθμοι φίλοι, σε ιστορίες όπως αυτές που συζητούν οι ήρωες του Broadway Danny Rose. Σε αυτές τις σελίδες διέκρινα πάνω από δέκα «γουντιαλενικά» σενάρια και διηγήματα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι πληροφορίες για τον καλλιτεχνικό κόσμο της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’50 είναι πολύτιμες. Όλα περνάνε μέσα από τον αμίμητο σχολιασμό του αφηγητή: οι δουλειές σε στέκια κωμωδίας, τα πρώτα stand ups, οι θεατρικές δουλειές off-Broadway, τα σκετς στο ραδιόφωνο, τα πρώτα γραψίματα για τηλεοπτικά σόου, οι δουλειές στα καταγώγια του Μανχάταν και οι επιτυχίες στο πλευρό του Johnny Carson. Μέσα σε αυτές τις σελίδες, ο Allen ευχαριστεί με αξιοθαύμαστο τρόπο τους ανθρώπους που του στάθηκαν, μιλάει με τρυφερότητα και αγάπη για την Diane Keaton και ξεκαθαρίζει κάποιες παρανοήσεις γύρω από την περσόνα του, όπως ότι δεν υπήρξε ποτέ διανοούμενος και πως ήταν ιδιαίτερα αθλητικός τύπος. 

Στις πρώτες σελίδες, ο αναγνώστης αισθάνεται σαν τον ψυχαναλυτή που έχει τον Woody Allen στο ντιβάνι να αναλύει με νευρωτικό στυλ, ιστορίες από την εβραϊκή του οικογένεια και να του περιγράφει τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του σαν κωμικός. Στη συνέχεια, μαθαίνουμε παρασκηνιακές πληροφορίες για την, τραυματική σχεδόν, συμμετοχή του Allen στο σενάριο του What’s New Pussycat (1965) και του Casino Royale (1967), τις οποίες ο ίδιος απεχθάνεται μέχρι και σήμερα.Μιλάει και για την εμπλοκή του στο θέατρο, με τα έργα Play It Again, Sam (έγινε ταινία το 1972 από τον Herbert Ross) και το Don’t Drink the Water (το διασκεύασε ο ίδιος για την τηλεόραση, πολλά χρόνια αργότερα). Κάπου εκεί αλλάζει ο τόνος των αφηγήσεων και περνάμε στα πρώτα δημιουργικά χρόνια του ιδιοφυούς κωμικού auteur, ο οποίος τραβάει τον δικό του μοναχικό δρόμο, με απόλυτο δημιουργικό έλεγχο και με ξεχωριστή φωνή. Οι σελίδες ρίχνουν φως σε μια αξεπέραστη δημιουργικά εποχή, ανάμεσα σε δυο ψευδοντοκιμαντέρ: το παρανοϊκό Take the Money and Run (1969) και το κοινωνιολογικό μανιφέστο του Zelig (1983). Ο δημιουργός τους, αφηγείται ιστορίες πίσω από την έμπνευση της extreme παρωδίας Bananas (1971) και του παραληρηματικού Love and Death (1975). Μέχρι, φυσικά, το αριστούργημα Annie Hall (1977), που άλλαξε μια για πάντα το genre της ρομαντικής κομεντί, αλλά και το σινεφίλ επίτευγμα του Manhattan (1979). Ο Woody Allen μας αναλύει με χάρη και αποστασιοποίηση, τους λόγους που παρεξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, το μπεργκμανικό Interiors (1978) και το αυτοβιογραφικό Stardust Memories (1980) και μιλάει για την jazz, το κλαρινέτο, τα Όσκαρ και άλλα θέματα που δεν θες να εξαντληθούν ποτέ. Κάπου εκεί, έρχεται η Mia Farrow στη ζωή του και κάπως έτσι, αλλάζει ξανά το ύφος του βιβλίου.

Ο Allen είναι αξιοπρεπής και δεν έχει καμία σχέση με την cancel culture που στήνει καθημερινό πανηγύρι πάνω σε ακραίο κουτσομπολιό. Περιγράφει, λοιπόν, το ξεκίνημα της σχέσης του με την Mia Farrow, με την τρυφερότητα και την φροντίδα που του αρμόζει. Μας εξηγεί τι τον γοήτευσε σε αυτό το όμορφο και λαμπερό κορίτσι και τον τρόπο που η σαγηνευτική της αύρα, τον έκανε να μη δώσει σημασία σε «κόκκινες σημαίες» που ήταν εκεί από την πρώτη μέρα και έπρεπε να τον κάνουν να τρέξει μακριά και να πάρει ασφαλιστικά μέτρα. Ο σκηνοθέτης αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου στο να παραθέσει, με λογικό και ψύχραιμο τρόπο, όλα τα εξωπραγματικά ψέματα που εξαπέλυε η Mia Farrow επί σειρά ετών με στόχο να τον εξοντώσει. Ο ίδιος απορεί (όπως και όλοι οι νοήμονες άνθρωποι) που ακόμη υπάρχει κόσμος που θεωρεί ότι είναι «παιδεραστής» (!) που «βίασε» (!) την «ανήλικη» (!) «κόρη του» (!!!) – πόσα λάθη σε λίγες λέξεις. Μάλιστα, ο ίδιος αισθάνεται ντροπή που το στρατόπεδο της Farrow εκμεταλλεύτηκε το hype ενός δίκαιου νεοφεμινιστικού ρεύματος (#metoo) για να εξαπολύσει ένα νέο κύμα συκοφαντικού μίσους.

Μετά το νοσηρό κλίμα υστερίας και παραπληροφόρησης, ο Allen αφιερώνει μερικά κεφάλαια και μας εξηγεί τα αυτονόητα. Με την Farrow δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Σε όλη τη διάρκεια της 12ετούς επαφής τους, ουδέποτε έζησαν στο ίδιο σπίτι και κοιμήθηκαν μαζί μόνο μερικές νύχτες, τα πρώτα δυο χρόνια της σχέσης τους. Μέχρι το 1990, η επαφή τους είχε γίνει απολύτως τυπική και είχε περιοριστεί στις κινηματογραφικές συνεργασίες τους. Άλλωστε, η Mia Farrow συμμετείχε σε 12 ταινίες του σκηνοθέτη που κατάφερε να γυρίσει σε ισάριθμα χρόνια, μέχρι το 1992 και το υπέροχο Husbands and Wives. Ο Allen έδειξε αφοσίωση μόνο στην Dylan Farrow, την οποία δέχτηκε να υιοθετήσει, αλλά και τον Moses Farrow. Με τα υπόλοιπα παιδιά, δεν είχε καμία επαφή. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του με την 20χρονη, τότε, Soon-Yi Previn, έγινε μόλις το 1990. Στη δεκαετία του ’80, ο Γούντι Άλεν δεν βρέθηκε ποτέ μόνος του μαζί της. Το 1992 η Mia ανακάλυψε ότι ο 56χρονος, τότε, Allen και η υιοθετημένη κόρη της είχαν ξεκινήσει μια ρομαντική σχέση μερικούς μήνες πριν. Η οργή της Farrow ήταν μεγάλη. Έλεγε στα υπόλοιπα παιδιά ότι ο μπαμπάς τους είναι ανώμαλος και ότι βίαζε την «νοητικά καθυστερημένη» αδερφή τους. Το σπίτι γέμισε με χαρτιά και σημειώσεις σε πόρτες και τοίχους, που έγραφαν ότι ο παιδόφιλος είναι ανεπιθύμητος, μιας και αφού αποπλάνησε τη μία αδερφή, τώρα είχε βάλει στο μάτι και τη μικρή, που ήταν 7 χρονών. Η Mia Farrow υπήρξε βάναυση και ασκούσε σωματική βία στα παιδιά της και οι κατηγορίες της χαρακτηρίστηκαν παρανοϊκές σε δυο ξεχωριστές έρευνες, προτού αποσυρθούν ως ανυπόστατες.

Σύμφωνα με το φανταστικό σενάριο, ενώ  ο Woody Allen ζούσε ένα δραματικό και δυσβάστακτο δικαστικά διαζύγιο, με όλα τα ΜΜΕ να τον καταδιώκουν και πάνω που ξεκινούσε μια ρομαντική σχέση με την 22χρονη Soon-Yi (η οποία δεν ήταν προϊόν φετιχισμού προς νεαρότερες γυναίκες, καθώς μετράει 30 χρόνια πλέον, με τα 23 από αυτά, σε έναν ευτυχισμένο γάμο), βρήκε τρόπο να απομονώσει για λίγα λεπτά την Dylan και να την κακοποιήσει σεξουαλικά, σε μια επίσκεψη στο σπίτι με παρούσες νταντάδες και αστυνομικούς. Ο Allen πέρασε ανιχνευτή ψεύδους, τον οποίο η Farrow αρνήθηκε να περάσει. Η Dylan αναγκάστηκε με το ζόρι να ομολογήσει στην κάμερα ότι ο μπαμπάς της έκανε κάτι κακό, μετά από τρεις μέρες γυρισμάτων και μοντάζ. Όσες νταντάδες αρνήθηκαν να ενισχύσουν τα ψέματα, απολύθηκαν αμέσως. Όσον αφορά τη ζωή της Farrow, ο πατέρας της κακοποιούσε τους αδερφούς της, ενώ, ο αγαπημένος αδερφός της πήγε στη φυλακή, καθώς κρίθηκε ένοχος για βιασμό αγοριών. Η ίδια παντρεύτηκε τον Frank Sinatra όταν ήταν 21 ετών. Ο Frank ήταν 50 όταν άρχισαν να βγαίνουν. Αν οι κατηγορίες για «ανήθικη» σχέση ευσταθούν για τον Allen, τότε θα πρέπει να «καίνε» και τον πρώτο σύζυγό της. Πολλά από τα παιδιά που υιοθέτησε, αυτοκτόνησαν από κατάθλιψη. Κανείς δεν κατηγόρησε για παιδεραστία τον Allen πριν ή μετά τη Farrow, ενώ δεν είχε ποτέ σχέσεις με νεαρότερες γυναίκες. Ο άλλος γιος της, ο Moses, βγήκε πριν μερικά χρόνια και είπε την αλήθεια στο blog του, ομολογώντας ότι η μητέρα τους ήταν περίπου ψυχοπαθής και τους έκανε πλύση εγκεφάλου, ενώ τους χτυπούσε συστηματικά. Ο Allen δίνει απίστευτες λεπτομέρειες πάνω σε πολλά ζητήματα που αφορούν τα παραπάνω περιστατικά. Τα λέει με αγάπη για τα κακοποιημένα παιδιά, με πικρία για τις τσακισμένες σχέσεις και με την στεναχώρια ενός ανθρώπου που δεν έχει πολύ χρόνο μπροστά του και έχει να αντικρίσει την κόρη που αγάπησε πάνω από 25 χρόνια.

Όσο για την καριέρα του, ο Allen υμνεί τις ερμηνείες της Farrow στο Alice (1990) και το Another Woman (1988). Eκτιμάει ότι έπρεπε να κόψει την ιστορία που έπαιζε ο ίδιος και να αφήσει χώρο στην ιστορία του Martin Landau στο Crimes and Misdemeanors (κάνεις λάθος Woody, η μια συμπληρώνει την άλλη ιδανικά). Θαυμάζει την ακατέργαστη ενέργεια του Husbands and Wives (1992), την ομορφιά του Bullets Over Broadway (1994) και την ανεμελιά του Everyone Says I Love You (1996), ενώ βαριέται το Small Time Crooks (2000). Δεν εμβαθύνει πολύ στη φιλμογραφία του των δύο τελευταίων δεκαετιών και προτιμά να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάστηκε και αυτούς που τον στήριξαν. Εκφράζει τον θαυμασμό του για την Scarlett Johansson (Match Point) και την Emma Stone (Magic in the Moonlight). Μιλάει για τη λατρεία του στον Tennessee Williams και το πώς προσπάθησε να τον μιμηθεί σε ταινίες του όπως το Blue Jasmine και το Wonder Wheel. Μιλάει για πολλά και με μπόλικη γενναιοδωρία. 

Το πότε θα προβληθεί η 48η σκηνοθετική δουλειά του Woody Allen, με τίτλο Rifkin’s Festival είναι άγνωστο. To πόσες ταινίες έχει ακόμη μέσα του, επίσης είναι άγνωστο. Μπορεί να είναι πολλές, μπορεί και καμία. Το σίγουρο είναι ότι ο σκηνοθέτης αισθάνεται τυχερός που πέτυχε όσα πέτυχε, αλλά και ότι δεν θαυμάζει τη δουλειά του όσο εμείς, Πλησιάζοντας τα 85, νιώθει μια πίκρα για το ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που έχουν μια θολή ιδέα περί «αποπλάνησης της ανήλικης κόρης του». Η αυτοβιογραφία του, Apropos of Nothing, αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος. Τουλάχιστον, όμως, ο ίδιος έχει βρει την αγάπη στο πλευρό της πιστής συντρόφου του, την οποία δεν έχει αποχωριστεί ποτέ και μαζί βλέπουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να σπουδάζουν σε υγιές και ασφαλές περιβάλλον. Ακόμη και οι εκδοτικοί οίκοι αρνήθηκαν να εκδώσουν το βιβλίο του γιατί υπέκυψαν στις εκβιαστικές πρακτικές που εφαρμόζει η αυλή του Ronan Farrow. Δεν το κατάφεραν. Οι ταινίες του, τα βιβλία του και τα έργα του θα είναι για πάντα εκεί. Οι υπόλοιποι που τον έβλαψαν, ας ψυχορραγούν μέσα από κίτρινα clickbait, ας οργανώνουν εκστρατείες μίσους, ας καπηλεύονται ανθρωπιστικά κινήματα για τα πάθη τους και ας τρώνε τις σάρκες του για να νιώσουν σημαντικοί.

 

Η αυτοβιογραφία του Woody Allen, Apropos of Nothing, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Arcade Publishing.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #221

Nine Inch Nails

Ghosts V & VI

Στις ημέρες της πανδημίας, οι Nine Inch Nails έδωσαν στην κυκλοφορία δυο instrumental album για να μας βοηθήσουν να διαχειριστούμε την αγριότητα των ημερών. Ο Trent Reznor και ο μόνιμος συνεργάτης του, ο Atticus Ross, ένιωσαν μια ανάγκη να συνδεθούν με το ακροατήριό τους εκεί έξω. Απευθύνεται σε «φίλους» λοιπόν ο Reznor, όπως αναφέρει στο website του και μας χαρίζει ένα δικέφαλο τέρας που μας παρασύρει σε μια καθοδική πορεία στις ανθρώπινες φοβίες και ανασφάλειες.

Το Ghosts V: Together (με το λευκό εξώφυλλο) είναιτο πιο «ελπιδοφόρο»και στρώνει έναν χάλκινο ambient τάπητα για όσους βλέπουν όμορφες μέρες στο βάθος του τούνελ. Το Ghosts VI: Locusts (με το μαύρο εξώφυλλο) είναι το πιο «δυσοίωνο» και προσφέρει ένα άρτιο τεχνολογικά electro πανωφόρι σε όσους κάνουν τις πιο απαισιόδοξες σκέψεις. Ο Reznor και ο Ross έχουν επιλεληθεί κάμποσα soundtracks (Social Network, The Girl with the Dragon Tattoo), όμως, εδώ συνεχίζουν τον διάλογο που είχε αρχίσει το 2008, με το διπλό Ghosts I—IV και ποντάρουν στις αγωνιώδεις διακυμάνσεις του ακροατή μέσα από μια θύελλα οργανωμένου θορύβου.

Από την πιανιστική ambient σε χρώμα σταχτί και τα φουτουριστικά prog keyboards που μυρίζουν θειάφι, υπάρχουν πολλά για να χωνέψει ο ακροατής εδώ. Η παράνοια των ημερών βρίσκεται σε πλήρη χημική ένωση με τις ηλεκτρονικές παραμορφώσεις της παραγωγής. Ο Trent Reznor διαθέτει την αυτοπεποίθηση ενός αρωγού της προσωπικής του τέχνης και παράγει ένα έξοχα εναρμονισμένο χάος. Τα ντελικάτα, ψυχεδελικά μονοπάτια που επιτίθενται στις υγρές μελωδίες και οι παχύρρευστες λούπες που προκαλούν μια noir ατμόσφαιρα, είναι χρήσιμα καταπραϋντικά δώρά για να αντέξουμε την επικαιρότητα, που μοιάζει να μας καταπίνει σαν κινούμενη άμμος.

Από το Avopolis

Posted in 3 | Leave a comment

Unorthodox

Η μίνι σειρά με τον τίτλο Unorthodox έχει πετύχει να γίνει το μεγάλο τηλεοπτικό sensation του Απριλίου, με εκατομμύρια θεάσεις παγκοσμίως. Η ιστορία είναι απλή στη δομή της, ανθρωποκεντρική στα μηνύματά της και στρωτή στην εξέλιξή της. Είναι ενδιαφέρον το ότι μια σειρά τεσσάρων επεισοδίων που, από τη μια, δεν έχει να περηφανεύεται για κάποιο καλλιτεχνικό αποτύπωμα και από την άλλη, δεν ντρέπεται για την τηλεοπτική της φτιαξιά, καταφέρνει να χτυπήσει φλέβα συναισθήματος σε εκατομμύρια θεατές.

Η «αλήθεια» είναι το σπαθί και η πανοπλία αυτού του δράματος. Η αναπαράσταση μιας βιωμένης πραγματικότητας από τη σκοπιά μιας γυναίκας που έδωσε τη μάχη της για τα αυτονόητα μιας κανονικής ζωής. Η νεαρή, μικροπαντρεμένη, χασιδική αμερικανοεβραία, θα αποδράσει ήσυχα αλλά αποφασιστικά από την κλειστή κοινότητα στο Μπρούκλιν, για ένα νέο ξεκίνημα στο φιλόξενο Βερολίνο. Η ξαφνική φυγή της Esther Shapiro (ή απλά, Esty) από το κλειστό περιβάλλον σκληροπυρηνικών παραδόσεων και αφοσιωμένης λατρείας των χασιδιστών, θα προκαλέσει τριγμούς στον θρησκευτικό της μικρόκοσμο. Ο ταπεινός και αφελής σύζυγός της, ο Yanky, μαζί έναν αποφασιστικό φίλο του, θα αναζητήσουν την άσωτη νύφη στο Βερολίνο με σκοπό να την επαναφέρουν στον ενάρετο δρόμο.

Τα τέσσερα επεισόδια της σειράς, σκηνοθέτησε η Maria Schrader, η οποία διασκεύασε την αληθινή ιστορία της Deborah Feldman, πάνω στο bestseller της οποίας βασίστηκε το σενάριο. Δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν πρόκειται για ενδιαφέρουσα και ψυχαγωγική δουλειά, ωστόσο, η σειρά δεν εξερευνά ποτέ επαρκώς τη μάχη με την κοινωνική προκατάληψη και τη ρήξη με τις παραδοσιακές διδαχές του αρχαίου cult. Φυσικά και η απόδραση από την ασφάλεια της οικογένειας ξεδιπλώνει το μεγαλείο της ψυχής και τη δύναμη της θέλησης, όμως τα εσωτερικά διλήμματα, οι τυχόν ενοχές, οι συνέπειες της ρήξης, η αβεβαιότητα στα αχαρτογράφητα νερά της Ευρώπης και οι πειρασμοί της κοσμικής ζωής, περνάνε στα πεταχτά.

Η ερμηνεία της 25χρονης ισραηλινής ηθοποιού Shira Haas είναι ικανοποιητική (αν και συχνά βασίζεται σε μανιέρα «εξωγήινου» που προσγειώθηκε στη Γη) αλλά στις 3 (!) ώρες καθαρής διάρκειας, ο φακός δεν εμβαθύνει στο συναισθηματικό δράμα και το φιλοσοφικό δίλημμα. Η ταλαντούχα ηθοποιός θέλει και δείχνει ότι μπορεί να χαθεί στο δέρμα ενός χαμένου πλάσματος που βρίσκεται παγιδευμένο στις νέες του ελευθερίες, αλλά νιώθεις πως οι μόνες σκηνοθετικές εντολές που έχει, είναι να κοιτάζει συνεχώς με έκπληκτο βλέμμα, σαν να αντικρίζει δεινόσαυρο.

Στη μοναδική στιγμή που η Esty τολμάει να προσεγγίσει λίγο τα συναισθήματά της, λέει ότι έφυγε από τη χασιδική κοινότητα του Μπρούλκιν γιατί «ο Θεός ζητούσε πολλά από αυτήν». Επικράτησε άραγε η ανάγκη για γυναικεία επανάσταση απέναντι στη δουλεία του νυφοπάζαρου; Την κινητοποίησε το πάθος για το πιάνο και τη μουσική; Απαρνήθηκε τον Θεό και τις θρησκευτικές διδαχές που την γαλούχησαν για φιλοσοφικούς λόγους; Οι υποσχόμενες ηδονές της ευρωπαϊκής μητρόπολης την έκαναν να απαρνηθεί την αυταρχική πατριαρχία; Η ανεκτικότητα του Βερολίνου της προσέφερε πνευματικές ελευθερίες; Το ανυπότακτο πνεύμα της δεν άντεξε το συντηρητικό της περιβάλλον; Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα στο τι από τα παραπάνω υπερίσχυσε στο μυαλό της καταπιεσμένης σωματικά και ψυχολογικά ηρωίδας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε μια άρτια καλλιτεχνικά και ολοκληρωμένη σκηνοθετικά πρόταση, το «όλα τα παραπάνω μαζί» δεν αποτελεί απάντηση.

Θα ήταν ωραίο να πλησιάσουμε σε βάθος την ταλαιπωρημένη ψυχολογική διάθεση της ηρωίδας και να κατανοήσουμε το θέση της. Δυστυχώς το Unorthodox, ενώ κυλάει σαν άτολμο μελόδραμα που λέει «αλήθειες», επομένως δεν μπορείς να το κακοκαρδίσεις, διαθέτει αφήγηση χωρίς κέντρο βάρους και χωρίς εσωτερικότητα. Ο χειριστικός μελοδραματισμός του είναι που κάνει το θαύμα και σε αυτόν τελικά οφείλεται η τεράστια επιτυχία της σειράς.

Από το Avopolis

Posted in TV | Leave a comment

Album of the Week #220

La Roux

Supervision

Το παλεύει πολύ η Elly Jackson τα τελευταία 11 χρόνια να γίνει υπολογίσιμη δύναμη στον χώρο της synthpop. Δεν το βάζει κάτω ακόμη και μετά τον καλλιτεχνικό χωρισμό της με τον παραγωγό Ben Langmaid, με τον οποίο ξεκίνησε σαν ντουέτο. Για κάποιο λόγο, θεωρεί ότι το brand name La Roux έχει ένα σημαντικό αποτύπωμα να αφήσει. Αν έχει δίκιο να επιμένει, δεν έχει φανεί στο Supervision.

Η επιτυχία που σημείωσε η Elly με τραγούδια όπως το “In for the Kill” και το “Bulletproof” στο ξεκίνημά της, δημιούργησαν προσδοκίες για να μια φρέσκια φωνή, η οποία θέλει τον «συνθετικό» ήχο της χαρούμενο και εξωστρεφή. Η ίδια απέδειξε από νωρίς ότι ξέρει πώς να γράφει μουσική γεμάτη μνήμες από την αθώα εποχή (του ’60 ή του ’80, αναλόγως ποια εποχή θεωρεί ο καθένας μας πιο αθώα), όταν οι άνθρωποι άρχιζαν να ανακαλύπτουν τις χαρές των πρωτόλειων ηλεκτρονικών οργάνων και να πειραματίζονται με τα πλήκτρα.

Η Elly Jackson σήμερα, γνωρίζει ότι οι αγνές new wave ευαισθησίες που βασίζονται στους χορευτικούς ρυθμούς των synths, θα έχουν πάντα την ικανότητα να ζεσταίνουν την καρδιά οποιουδήποτε ακροατή. Ποντάρει λοιπόν στα σίγουρα και καλά κάνει. Ωστόσο, πουθενά μέσα στον τρίτο δίσκο της δεν εντοπίζω μια αληθινή σπίθα έμπνευσης. Πουθενά δεν υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση ή ένα ξέφρενο πάθος για ρυθμό. Τίποτα σέξι και τίποτα θελκτικό. Τα τραγούδια της έχουν γραφτεί με άξονα την ευδαιμονία της πληκτροφόρας, ανέμελης pop και την ευρωπαϊκή synthpop μυθολογία.

Όλη αυτή η αισιόδοξη και ψυχαγωγική διάθεση ξέρει προς τα που να πάει και που ακριβώς να απευθυνθεί, με αποτέλεσμα να αιωρείται αμήχανα στο κενό και να εξατμίζεται. Ούτε το εφηβικό ακροατήριο της κουλτούρας του smartphone δεν θα τσιμπήσει με αυτό το αναχρονιστικό groove, ούτε τα ωριμότερα ακροατήρια θα βρουν ιδέες και ρεφρέν να ακουμπήσουν. Ίσως κάποιες στιγμές που πατάνε στην funky disco του ’70, όπως το “Do You Feel” ή το “Otherside” να διασώζουν την τελική ηχητική εικόνα του δίσκου. Όμως η ατμόσφαιρα, παραμένει βαρετά καθαρή και υπερβολικά ιονισμένη για να είναι άξια λόγου.

Η θετικότητα και η καλή διάθεση δεν αρκούν. Συγγνώμη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #219

The Weeknd

After Hours

Κοντεύει σχεδόν μια δεκαετία από τότε που ο Weeknd μας τα έσκασε στον εγκέφαλο με την βρώμικη και σέξι ατμόσφαιρα της τριλογίας των EP/mixtapes του. Έκτοτε, με κάθε νέα του κυκλοφορία ανεβαίνει πολλά σκαλιά στο pop stardom. Στο φετινό After Hours συναντάμε ξανά την απολαυστική του space soul που ξεδιπλώνεται σε σατέν σεντόνια και την ηδονιστική του pop η οποία είναι τίγκα στις αμφεταμίνες. Αυτή τη φορά όμως, κυριαρχούν οι μνήμες της συνθετικής pop των 80s.

Οι παλαιότεροι δίσκοι του ταλαντούχου μουσικού έμοιαζαν να προορίζονται για ημιφωτισμένα καταγώγια, αλλά το After Hours μοιάζει ιδανικό για λουσάτες νύχτες στο Χόλιγουντ και το Λας Βέγκας. Τα νέα τραγούδια του έκφυλου soulman είναι επαρκώς γκλαμουράτα, ώστε να τυφλώσουν και τα λευκά ακροατήρια.

Βέβαια, ο δίσκος αργεί να πάρει μπρος. Τα πράγματα ξεκινούν να αποκτούν ενδιαφέρον μετά το παραληρηματικό “Faith” ή μάλλον μετά το “Blinding Lights” που φέρνει αναθυμιάσεις από το “Take on Me” των A-Ha. Το “Blinding Lights” ακούγεται σαν το τραγούδι που θα χόρευε ο ήρωας μιας macho περιπέτειας της δεκαετίας του ’80, στη σκηνή που θα κέρδιζε το κορίτσι, αφού είχε καθαρίσει ολόκληρο το καρτέλ ναρκωτικών. To “Save Your Tears” αφήνει μια μια γλυκύτητα τσιχλόφουσκας, το “In Your Eyes” έχει λυγερή μελωδία που απογειώνεται με τα jazzy σαξόφωνα και το ομώνυμο “After Hours” διαθέτει σαλονάτο coolness και εντυπωσιακές ηλεκτρονικές «πλάτες» που ταιριάζουν με φωτισμό neon.

Ο Weeknd διαθέτει συγχρόνως μια αδιόρατη μελαγχολία στην έκφραση. Όμως, πρόκειται για τη μελαγχολία κάποιου που αισθάνεται ότι τα όργια δεν του λένε πια τίποτα και σκέφτεται να αράξει σε ένα νησί της Καραϊβικής –μη φανταστείτε τίποτα υπαρξιακό. Επομένως, όσο βελούδινες και να ακούγονται οι μελωδικές υφάνσεις πολλών τραγουδιών του, σε ενοχλεί που δεν συμβαίνει τίποτα βαθύτερο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #218

Tennis

Swimmer

Διαθέτουν κάτι απίστευτα cool η Alaina Moore και ο Patrick Riley. Πρόκειται για το παντρεμένο ζευγάρι που αποτελεί τους Tennis. Από τον πρώτο δίσκο τους, το Cape Dory (2011) είχε φανεί πως είναι μυστήριο τρένο οι Tennis ή πιο σωστά, μυστήρια βάρκα. Πάντα αφήνουν την αίσθηση ότι τα τραγούδια τους γράφτηκαν σε ιστιοπλοϊκό και ότι ακούγονται ιδανικά όταν σαλπάρεις για κοντινά θαλάσσια ταξίδια.

Αυτά τα ρετρό χτενίσματα στα εξώφυλλα, οι μπλαζέ πόζες, η ναυτική μόδα και τα ρούχα από πολυέστερ, μου έκαναν τους Tennis εξαιρετικά συμπαθείς από την πρώτη στιγμή.

Το Swimmer μπορεί να μην ξεφεύγει από το πλαίσιο της «popτσιχλόφουσκας» και τα στεγανά της μελαγχολικής pop για καλοκαιρινά απογεύματα, τις ώρες που όλα είναι όμορφα και γεμάτα υποσχέσεις. Όμως σε κάνουν να αισθάνεσαι καλά. Αληθινά καλά.

Φανταστείτε μια Gwen Stefani (προτού ποτίσει πάνω της το σελεμπριταριό) να τραγουδάει κομμάτια πάνω σε ακριβό yacht αφού έχει ακούσει για πολλές ώρες τα girl bands της δεκαετίας του ’60. Φανταστείτε τους Saint Etienne να ντύνουν τα τραγούδια της, με lo-fi πλήκτρα και με όσα μικρά όργανα χωρούσαν στις βαλίτσες τους για την μικρή μουσική κρουαζιέρα. Προσθέστε στο παράδοξο στιλιστικό πακέτο και κάτι χίπστερς που θεωρούν ήδη ξεπερασμένους τους Vampire Weekend αλλά έχουν φετίχ με οτιδήποτε vintage, να χορεύουν με ολόσωμα μαγιό και έχετε ολοκληρωμένο το φαντασιακό πλαίσιο που θα απογείωνε ο νέος δίσκος των Tennis.

Χωρίς αμφιβολία, λείπει η αίσθηση περιπέτειας που θα έφερνε ένας τολμηρός μουσικός σαν τον Ariel Pink στην παραγωγή και στις αρμονίες. Δεν συμβαίνουν σοβαρά δράματα στο δίσκο. Το λιμενικό είναι σε απόσταση αναπνοής για να μας σώσει αν κάτι πάει στραβά. Τουλάχιστον, όμως, η αίσθηση οικονομίας δεν αφήνει τα νερά να μπουν στη βάρκα, η λεπτή ειρωνεία (“Tender as a Tomb”) και τα ψυχεδελικά παιχνίδια μας ξεγελάνε ευχάριστα και κάποια τραγανά beat εδώ κι εκεί δεν μας αφήνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν διακυβεύεται τίποτα σπουδαίο στο δίσκο.

Ακόμη και με αυτές τις συμβάσεις, τραγούδια όπως το “Need Your Love” αφήνουν ενδιαφέρουσα γεύση ως «σοφιστικέ ποπ» σφηνάκια για τις ώρες της τεμπελιάς, και ακούγονται μια χαρά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Σαδισμός, αντιήρωες και αιλουροειδή: Δύο ακραία ντοκιμαντέρ του Netflix

Tiger King: Murder, Mayhem and Madness

&

Don’t F**k with Cats: Hunting an Internet Killer

Δυο πρόσφατα ντοκιμαντέρ του Netflix έχουν αποτελέσει τηλεοπτικό success story παγκοσμίων διαστάσεων. Το πιο αξιοθαύμαστο σχετικά με τις δυο αυτές δουλειές είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αλλόκοτες ιστορίες τους εξελίσσονται. Σαν να παίρνουν τη δική τους, τερατώδη μορφή, με τους σκηνοθέτες να ακολουθούν ασθμαίνοντας. Η μονταζιέρα αναλαμβάνει να προλάβει τις αποκαλύψεις, να τεμαχίσει τα γεγονότα και να περιχαρακώσει την ανθρώπινη φρικαλεότητα. Ο θεατής δεν έχει παρά να ακολουθήσει την απενοχοποιημένη επιθυμία του για ηδονοβλεπτικούς κόσμους όπου κυριαρχεί το trash και η φρίκη, σε ένα παγκόσμιο ψηφιακό σουαρέ.

Στα επτά (προς το παρόν) επεισόδια του Tiger King παρακολουθούμε ένα μείγμα παρανοϊκών χαρακτήρων που έχουν φετιχιστική, εμπορική σχέση με τα αιλουροειδή. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Joe Exotic, μια ακραία περσόνα που μοιάζει να έχει καλλιεργηθεί σε reality θερμοκήπια και προορίζεται για φτηνά show της επαρχίας. Δεν μπορεί να περιγράψει κανείς εύκολα τον Joe Exotic καθώς φαίνεται να κατοικούν στο μυαλό του πολλές προσωπικότητες: ο αδίστακτος επιχειρηματίας που μέσα από το παρεμπόριο φυλακίζει άγριες τίγρεις στο πάρκο του. Ο αποτυχημένος country τραγουδιστής, που μέσα από φτηνές μπαλάντες υμνεί τη σχέση του με τα ζώα. Ο redneck που κυκλοφορεί με κουμπούρια. Ο ανοιχτά gay αγελαδάρης που δηλώνει πολύγαμος. Ο cult leader που παρέχει ασφάλεια στο κοινόβιο. Ο μαφιόζος της νύχτας που παραγγέλνει δολοφονίες και ο παρουσιαστής εκπομπών trash tv, που βγάζει κηρύγματα μίσους.

Οι ανταγωνιστές που τον πλαισιώνουν σε αυτή την ιστορία προδοσίας και διαστροφής περιφέρουν το δικό τους freak show στα δικά τους πάρκα, σε μια πραγματικότητα βγαλμένη από την κρεατομηχανή των πολιτειών που πίνουν νερό στο όνομα του Donald Trump. Απέναντι από τη μεγαλομανία του Joe Exotic βρίσκεται το αντίπαλο δέος, η Carole Baskin. Η άλλη όψη του νομίσματος έχει τη μορφή μιας γυναίκας αράχνης η οποία υποτίθεται ότι πρεσβεύει τους υπέρμαχους των δικαιωμάτων των ζώων. Η Carole είναι η ρεπουμπλικανική φιέστα του κιτς. H cougar που ζει σε έναν κόσμο που τα πάντα καλύπτονται από animal print.

Η ναρκισσιστική διαταραχή των δυο αυτών ανθρώπων ξεπερνάει τα όρια των μιμητικών εντυπώσεων και η μανία τους να μανιπιουλάρουν όσους βρίσκονται κάτω από τη δούλεψή τους, (αλλά και όσους είναι παντρεμένοι μαζί τους -οι ίδιες πελατειακές σχέσεις ισχύουν) θα οδηγήσει σε μια αέναη κόντρα βίας και θανάτου, με ιστορίες που αφήνουν στο θεατή την άσχημη αίσθηση μιας country μπαλάντας που ζέχνει τραγόμαλλο.

Με ανάλογο τρόπο, η εξερεύνηση του σύγχρονου “decline of western civilization” με τα υλικά του docudrama είναι συναρπαστική και στα 3 επεισόδια του Don’t F**k with Cats. Μια ανάρτηση ενός αινιγματικού snuff video στο οποίο απεικονίζεται ο βίαιος θάνατος δυο γατιών θα δώσει το έναυσμα για το online ανθρωποκυνηγητό του σαδιστή που κρύβεται πίσω από την απάνθρωπη αυτή πράξη. Τα social media θα ενώσουν μια ομάδα εξοργισμένων φιλόζωων που θα οργανωθούν με προσήλωση για να εντοπίσουν τα ψηφιακά ίχνη του ψυχοπαθή. Οι Πουαρό του πληκτρολογίου θα κάνουν ιερή σταυροφορία για να πλησιάσουν τον zodiac των γατιών και να τον ωθήσουν σε ένα ναρκισσιστικό παιχνίδι με την φήμη, που θα έχει ως αποτέλεσμα αγριότερες εικόνες.

Η ακόρεστη μανία για χολιγουντιανό μύθο και για tabloid φήμη, είναι αυτή που δίνει άλλοθι για να απελευθερωθούν τα δολοφονικά ένστικτα που θα πάνε τα όρια της ακρότητας ένα οδυνηρό βήμα παρακάτω. Η ωραιοπάθεια και η θρησκευτική λατρεία σε οτιδήποτε φέρνει virality θα οπλίσει το χέρι του και το κυνήγι θα θεριέψει μέσα από κλειστά forum που εξετάζουν διαδικτυακά αποτυπώματα και συγκρίνουν το digital DNA των εικονικών προφίλ που παίζουν ένα παιχνίδι προς μαζική κατανάλωση.

Τόσο ο δολοφόνος του Don’t F**k with Cats όσο και οι ψυχωτικοί χαρακτήρες του Tiger King προέρχονται από την ίδια μήτρα που παράγει ανάλογα “human scums”. Οι χαρακτήρες των δυο ντοκιμαντέρ, είτε πρόκειται για εκκεντρικούς κρετίνους που φαντασιώνονται ότι θα διακοσμήσουν όλο τον κόσμο με λεοπάρ ταπετσαρία, είτε για έναν σφαγέα που θέλει να πέφτει το ίντερνετ μετά από κάθε φόνο, είναι σάρκινοι, αληθινοί και προέρχονται απ’ το παχύ έντερο της πιο εφιαλτικής Αμερικής. Διαταραγμένοι άνθρωποι που δεν έχουν συνθηκολογήσει με την ανωνυμία τους και εγκληματούν πάνω σε ζώα.

Αν αξίζουν τα δυο ντοκιμαντέρ; Φυσικά. Το Tiger King, για τον τρόπο που το μοντάζ προσπαθεί να χωρέσει το αλαλιασμένο ρεπορτάζ και το Don’t F**k with Cats, για τον τρόπο που κλιμακώνει το σασπένς και πατάει τα κουμπιά των μηχανισμών της δίκαιης αυτοδικίας στον θεατή. Τα δυο ντοκιμαντέρ αποτελούν μια πολιτικά φορτισμένη σηματοδότηση του σαδισμού. Έναν παλμογράφο της ψυχολογικής διάθεσης των αντιηρώων τους. Το δυστυχές και στις δυο περιπτώσεις είναι η κακοποίηση των περήφανων αιλουροειδών, των τρυφερών τίγρεων, των πανέμορφων λιονταριών και των ανυπεράσπιστων κατοικίδιων, εξαιτίας της βαρβαρότητας του ανθρώπινου είδους, που μεταλλάσσεται μέσα από τη ζύμωση της ποπ κουλτούρας και μπαίνει σε μια νέα ψυχολογική πραγματικότητα.

Posted in TV | Leave a comment

Album of the Week #217

070 Shake

Modus Vivendi

Υποθέτω ότι θα έχει καλούς λόγους η 22χρονη Danielle Balbuena από το Νιου Τζέρσεϊ, για να θέλει να εκφράσει στον πρώτο της δίσκο τα «αδικαίωτα» συναισθήματα που τη ζορίζουν. Απόφοιτη της σχολής του Kanye West η Danielle, χρησιμοποιεί το όνομα 070 Shake για να επικοινωνήσει με μπλαζέ μελαγχολία και με αρκετό τσαμπουκά τα συναισθήματά της, μέσα από emo-rap ρυθμούς, που δεν βρίσκουν απόλυτα τον στόχο τους. Μάλλον, δεν μπορώ να συμπεράνω ποιον ακριβώς στόχο έχουν βάλει αυτά τα τραγούδια, καθώς ακόμη και τα υβριδικά pop και r’n’b γλυκίσματα που υπάρχουν εδώ, όπως το “Under The Moon”, αφήνουν τελικά αμήχανο τον ακροατή.

Στο τρυφερό “The Pines” η 070 Shake ανακρίνει τον εραστή της για το που κοιμήθηκε το προηγούμενο βράδυ, ενώ στο “Microdosing” χάνεται σε new age εμπειρίες. Είναι δωρική, αγέλαστη και αδρή, παρότι δυναμική. Μοιάζει να μη θέλει να επικοινωνήσει με το μέσα της, να μην εκφράζει κάτι αληθινό. Δεν υπάρχει η χημεία στα καλοσχεδιασμένα μεν, κρύα και μονοκόμματα δε τραγούδια της. Θα την έσωζε ένα «γλυφιτζουράτο» ρεφρέν, ένα επιθετικό τέμπο ή μια electro μελωδία που θα έκανε τη δουλειά της στα ραδιόφωνα.

Η γενική εντύπωση, όμως: πρόκειται για δίσκο επίπεδης αντίληψης που του λείπουν οι συνθετικές ιδέες και το στιλ και προσπαθεί να καλύψει τα κενά μιλώντας για ενδοσκόπηση και τσακισμένες σχέσεις. Μπορεί να κυκλοφορήσει καλά πράγματα στο κοντινό μέλλον η Danielle Balbuena αλλά προς το παρόν λείπει ασφυκτικά πολύ η χάρη και η ιδιαιτερότητα.

Άκου κι αυτό: Pusha T – My Name Is My Name (2013), FKA twigs – LP1 (2014), Kilo Kish – Redux (2019)

Posted in Music | Leave a comment

Vanishing Point

Το “Vanishing Point” (1971) του Richard C. Sarafian είναι ένα φιλμικό υβρίδιο που συνδυάζει το road movie και την αναρχική διακήρυξη. Ήρωας του φιλμ είναι ο Kowalski, ένας λιγομίλητος τύπος που βάζει ένα παράλογο στοίχημα να οδηγήσει ένα λευκό Dodge Challenger από το Denver στο San Francisco σε μιάμιση μέρα. Λίγα πράγματα θα μάθουμε για τη ζωή του Kowalski και για τα κίνητρα που τον έκαναν να διασχίσει τους αυτοκινητόδρομους της Utah και να κόψει απ’ την έρημο της Nevada, ώστε να βγει στα σύνορα της California καταπίνοντας χάπια speed για να μείνει ξύπνιος. Η αθόρυβη ανταρσία του ήρωα απέναντι στο κράτος και τις αρχές θα τον φέρει σε μια αποκαλυπτική σύγκρουση με το συνονθύλευμα των εχθρών του. Το interstate 80 θα χωρέσει τις εμμονές του δυτικού πολιτισμού: παρανοϊκούς των αυτοκινητόδρομων, θρησκόληπτους θεραπευτές, ρατσιστές troopers και αλληλέγγυους χίπηδες – όλοι αντίλαλοι των κακών δαιμόνων του ήρωα. Ο Kowalski πριν συγκρουστεί με το κακοποιό πρόσωπο των κρατικών μηχανισμών που τον καταδιώκουν, θα αναπτύξει μια μεταφυσική σχεδόν σχέση με έναν ξεσαλωμένο DJ που τροφοδοτεί με R‘n’Β, soul και gospel την μοναχική του πορεία στο freeway. Το θρασύ και ριψοκίνδυνο “Vanishing Point” χρησιμοποιεί το εμμονοληπτικό κυνηγητό ανάμεσα σε έναν πρώην «υποδειγματικό» πολίτη και στα ανδρείκελα που συμβολίζουν τους θεσμούς που υπηρέτησε (πατρίδα, αστυνομία, καλοκαίρι της αγάπης, οικογένεια, καριέρα σε αγώνες δρόμου κ.α.) για να μας αναγκάσει να επανακαθορίσουμε τι σημαίνει «ελεύθερο πνεύμα».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #216

Roger Eno & Brian Eno

Mixing Colours

Όσες φορές έχει επιχειρήσει ο «πατριάρχης» Eno να εξερευνήσει την πνευματικότητα και τις δυνατότητες της ambient, πάντα έχει κάτι καινούριο να φέρει στο τραπέζι. Από την εποχή του Discreet Music (1975) και ειδικότερα από το Ambient 1: Music For Airports (1978) και μετά, ο Eno ψάχνει να αποτυπώσει στο στούντιο την ατμόσφαιρα που τυλίγεται σαν πέπλο γύρω από μια μουσική κατεύθυνση, η οποία με τη σειρά της «κάθεται» στις αισθήσεις του ακροατή και του ξεκλειδώνει τη φαντασία. Τα 45 χρόνια εξερεύνησης των αχαρτογράφητων «ηχοτοπίων» φαίνονται πολλά, αλλά ο Eno είναι ο πρώτος που θα πει με βεβαιότητα πως μόλις που έχει ξύσει την επιφάνεια. Γι’ αυτό δεν το βάζει κάτω και δεν επαναπαύεται.

Σαν αμετανόητος κονκισταντόρ του ήχου λοιπόν, ο Brian μαζί με τον αδερφό του Roger, δουλεύουν μαζί στο φετινό Mixing Colours. Ο δρόμοι τους είχαν ξανασυναντηθεί το 1983 στο Apollo: Atmospheres and Soundtracks, όταν μαζί με τον Daniel Lanois είχαν υπογράψει ένα σπουδαίο ambient δίσκο.

Η επιβλητική φύση των 18 κομματιών εδώ, σε υποχρεώνει να τα ακούσεις προσεκτικά και να ταξιδέψεις νοερά στο αστρικό πεπρωμένο του μινιμαλισμού. Ασκήσεις ήχου όπως το “Burnt Umber”, το “Celeste” και το”Obsidian” προσθέτουν κάτι «οργανικό» στην ψηφιακή «φωτοσοπαρισμένη» φαντασία που μας κατακλύζει και ακούγονται σαν το ιδανικό soundtrack για να ατενίζεις τα αχανή τοπία όταν ταξιδεύεις με τρένο.

Τα πλήκτρα δημιουργούν ένα φιλόξενο χαλί για να πατήσεις με σιγουριά και να βρεις τις δικές σου απαντήσεις, είτε με διαλογισμό στον ήλιο, είτε σε ιδιωτική ακρόαση στο ημίφως, είτε τις στιγμές που εργάζεσαι και χρειάζεσαι μια ήπια μουσική στα ακουστικά για να σε κρατάει γειωμένο για να μην αλλοτριωθείς με την ρουτίνα του γραφείου.

Τα αδέρφια Eno δημιουργούν έναν ελεύθερο διάλογο ανάμεσα στα πλήκτρα του soft piano, του synthesizer και του εκκλησιαστικού οργάνου. Αφήνουν τις νότες να συνομιλήσουν. Τις κοιτάζουν σαν τα ψυχεδελικά σχήματα που παίρνει η μπογιά όταν πέφτει στο νερό. Θα έβαζα μεγαλύτερο βαθμό στον δίσκο, αλλά συγκρατούμαι, γιατί σκέφτομαι πόσο πιο ενδιαφέροντα πράγματα θα μπορούσε να κάνει, πάνω στις ίδιες ιδέες, ο Brian με τον παλιό του φίλο, τον Harold Budd.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of The Week #215

Childish Gambino

3.15.20

Είναι ο Donald Glover ένας μουσικός με τη δύναμη να ακυρώσει -ή, καλύτερα, να επανεφεύρει- το δισκογραφικό marketing και την ουσία του pop icon; Σε λίγα χρόνια, θα μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα. Προς το παρόν, ας συμφωνήσουμε στο ότι ο νέος του δίσκος είναι ό,τι πιο ζωντανό, σπαρταριστό και φρενήρες έχει να προσφέρει η φετινή pop επικαιρότητα.

Το 3.15.20 προσγειώθηκε χωρίς ανακοινώσεις, «σοσιαλμιντιακό» promo και άλλα τερτίπια-ευρηματικές επινοήσεις των δισκογραφικών στελεχών. Με ημερομηνία, αντί για κανονικό τίτλο, με χρονικές συντεταγμένες, αντί για ονόματα τραγουδιών και με το απλούστερο εξώφυλλο στην ιστορία του r’n’b, μαζί το Black Album του Prince. Καθόλου τυχαία η τελευταία αναφορά, καθώς το υλικό του Childish Gambino μοιάζει να έχει πάρει αμπάριζα από τα καλλιτεχνικά ζενίθ του Prince, αλλά και από τις ηχητικές ονειρώξεις του Andre 3000.

Ο Childish Gambino μας παρουσιάζει το υλικό του με την αθωότητα ενός ερασιτέχνη που έχει καταπιεί την ηδονιστική funk των Parliament-Funkadelic, αλλά και με την πειθώ μιας ιδιοφυΐας που θέλει να γράψει τη μουσική συνέχεια των Sly and the Family Stone, σε space age τροχιά. Το ψυχεδελικό flow του Childish Gambino μπλέκεται γλυκά με ηλιόλουστα singalongs και περιφέρεται αγκαζέ με όσα τον κινητοποιούν εσωτερικά και στιχουργικά. Και δεν χαρίζει ένα εύκολο ρεφρέν για να νιώσει ο ακροατής εύκολα οικειότητα.

Η nu-soul όπως την ξέραμε δεν κατοικεί εδώ. Ο Childish Gambino δεν σνομπάρει την παράδοση που τον έθρεψε, αλλά συμπεριφέρεται σαν τον Jean-Michel Basquiat της r’n’b: γράφει μελωδίες σαν αναγεννησιακός soulman, τραγουδάει σαν περήφανος σημαιοφόρος της αφροαμερικάνικης κουλούρας και ελίσσεται στα τραγούδια με εκφραστική ευελιξία.

Υπάρχουν φυσικά και highlights, όπως το “Time” στο οποίο συμμετέχει η Ariana Grande, το κάργα καλοκαιρινό “42.26” ή το ευρηματικό “Algorythm”. Στο σύνολό του, το 3.15.20 είναι ανήσυχο, καλομελετημένο και διαθέτει παραγωγή σχεδόν δυσθεώρητη. Αν και λιγότερο ολοκληρωμένο από την προηγούμενη δουλειά του μουσικού (Awaken My Love!) το album στέκεται πραγματικά νικηφόρο σε όλα τα τερέν. Είναι προχωρημένο και λαμπερό.

Δεν ξέρω τι περιμένω πιο ανυπόμονα απ΄τον ο Donald Glover στη συνέχεια. Να εκθρονίσει τους ανταγωνιστές του με το γελοίο machismo και την καγκουριά στην έκφραση; Να υπογράψει έναν ακόμα κύκλο της υπέροχης σειράς Atlanta (το επεισόδιο με τον χαρακτήρα που ονομάζονταν Teddy Perkins ακόμα με στοιχειώνει); Ή να κάνει νέο θριαμβευτικό πέρασμα στο mainstream με ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο ανάλογο του “This Is America”; Μήπως όλα αυτά μαζί;

Ίσως, τελικά, ο Donald Glover να έχει ήδη επαναπροσδιορίσει την ουσία του pop icon, θυμίζοντας μας ότι αυτόν τον τίτλο τον δικαιούνται όσοι αυξάνουν τις καλλιτεχνικές προσδοκίες. Όσοι, δηλαδή, σε σηκώνουν από την θέση του παρατηρητή που χαζεύει το reality που στήνεται γύρω από τη δημόσια εικόνα τους. Ξέρετε, την εικόνα που δημιουργούν οι ευρηματικές επινοήσεις των δισκογραφικών στελεχών.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

3 ευρηματικές και πρωτότυπεςτηλεοπτικές σειρές

Devs (FX)

Ο Alex Garland εξελίσσεται σε υπολογίσιμη σκηνοθετική δύναμη στον χώρο του sci-fi και του φανταστικού, συναρμολογώντας με υπομονή, αφηγηματική οικονομία και έμφαση στη λεπτομέρεια, ένα τεχνολογικό θρίλερ αντικατασκοπείας με βάση τον ντετερμινισμό. Πρόκειται για ευχάριστη σεναριακή έκπληξη σε ένα θεματικό τερέν το οποίο κατακλύζεται από γνώριμα κλισέ όπως τα πυρηνικά όπλα, τα παράλογα κίνητρα και τους ψυχωτικούς εκτελεστές.

Στο Devs έχουμε να κάνουμε με μια εταιρεία-φάντασμα η οποία επενδύει στην ανάπτυξη ενός μυστικού πρότζεκτ. Ένα τεχνολογικό επίτευγμα που θα ξεκλειδώσει την αρχή της αιτιότητας και θα κατακτήσει τη νομοτελειακή συνάφεια όλων των φαινομένων, με ένα παράδοξο οπτικό ταξίδι στον χρόνο. Ακούγεται υπερβολικό; Ναι, αλλά ο δημιουργός Alex Garland έχει την ωριμότητα να μην κουβαλήσει περισσότερο βάρος απ’ όσο αντέχει το σενάριό του και να αναπτύξει μια εθιστική ιστορία κατασκοπείας, το κουβάρι της οποίας ξεδιπλώνεται μετά τον φόνο ενός πρόθυμου νεοπροσληφθέντα στην εταιρεία-αίνιγμα, την οποία διοικεί ένας ζάμπλουτος γκουρού της τεχνολογίας με άγνωστα κίνητρα.

Η κατανόηση του υπαρκτού κόσμου ή ο έλεγχός του βρίσκονται πίσω από την εργασία της εταιρείας με τα υπερσύγχρονα κεντρικά γραφεία που βρίσκεται καλά κρυμμένη στο δάσος; Τι ρόλο έχει η Ρωσία και ποιος επωφελείται πραγματικά από την έρευνα; Ο Alex Garland έχει δείξει ότι πίνει νερό στο όνομα του γήινου sci-fi της σχολής του Gattaca. Έδειξε το ταλέντο του στο υπαρξιακό θρίλερ Ex Machina (2014) όπου μιλούσε για την ηθική της τεχνητής νοημοσύνης και στη συνέχεια υπέγραψε το εντυπωσιακό Annihilation (2018). Το πέρασμά του στην τηλεόραση ήταν αναμενόμενο, καθώς τα 8 επεισόδια του Devs θα του αφήσουν χώρο να αναπτύξει το μεγαλόπνοο και «διαβασμένο» όραμα του και τις δαιδαλώδεις πτυχές του σεναρίου. Η σειρά προσφέρεται για όσους θέλουν κάτι πιο στιβαρό από το Mr. Robot αλλά και κάτι πιο γειωμένο από το εφετζίδικο Westworld.

Undone (Amazon)

Είναι άδικο οι περιγραφές του Undone να εξαντλούνται στο εξαιρετικό animation και την τεχνική που αξιοποιεί την ανθρώπινη ερμηνεία. Αυτή η σειρά έχει πολλά περισσότερα να παινεύεται. Η πλοκή ενισχύεται από ένα ονειρικό (ή μεταφυσικό) πέπλο χρωμάτων. Βέβαια, η rotoscoping τεχνική animation που πατάει πάνω στις ερμηνείες των ηθοποιών, δεν είναι καινούρια και την έχει αξιοποιήσει ο Richard Linklater στο φιλοσοφικό indie πείραμα του Waking Life (2001) αλλά και στην ελεύθερη διασκευή σε βιβλίου του Philip K. Dick, με το A Scanner Darkly (2006). Ωστόσο το Undone μπλέκει με χάρη και εξυπνάδα το θέμα της απώλειας, της ψυχικής νόσου και της μοναξιάς, μέσα από το οικογενειακό αδιέξοδο της ηρωίδας, τις αστικές νευρώσεις της και τα αντικρουόμενα πάθη που της ταλανίζουν την καθημερινότητα.

Δεν πίστευα ότι το ντουέτο δημιουργών Kate Purdy και Raphael Bob-Waksberg, μετά την επιτυχία του BoJack Horseman, αντί να κάνουν μια απ’ τα ίδια, θα δοκίμαζαν να φτιάξουν κάτι τόσο σύγχρονο, τόσο βαθύ και μάλιστα χωρίς έπαρση σε επίπεδο ιδεών. Η σειρά αντιμετωπίζει την πρωταγωνίστρια με τρυφερότητα. Η Άλμα (Rosa Salazar) υπνοβατεί στην ίδια της τη ζωή και πνίγεται μέσα στις γήινες αγωνίες της. Αφηγητές είναι οι νευρώνες του εγκεφάλου της και μέσα από τη ρουτίνα της μπορούμε και συμπάσχουμε για την απώλεια του πατέρα της και το πνιγηρό ερωτικό αδιέξοδο που βιώνει. Όσο περνάνε τα επεισόδια, τόσο περισσότερο ταυτιζόμαστε με την χειροποίητα χρωματιστή πραγματικότητα που την περιβάλλει.

Είναι εξαιρετική αυτή η ψυχεδελική δραμεντί. Με μόλις 8 επεισόδια σε βάζει σε μια χρονική λούπα που σταδιακά ανθίζει και σε επίπεδο συναισθημάτων βγάζει περικοκλάδες. Προσοχή στην επιβλητική παρουσία του Bob Odenkirk (Better Call Saul) στον ρόλο του πατέρα. Η δεύτερη σεζόν είναι θέμα χρόνου.

Years and Years (BBC & HBO)

Ανάμεσα σε τόσες πολλές σειρές που παριστάνουν τις πολιτικές ή έχουν καταγγελτικό χαρακτήρα, το Years and Years ξεχωρίζει με διαφορά, καθώς ρίχνει μια διεισδυτική και ενήλικη ματιά στο σήμερα, κρατώντας την αίσθηση του επείγοντος.

Η λαϊκίστρια πρωθυπουργός του 2029 συγκρούεται μετωπικά με την εργατική τάξη και με το ανεξέλεγκτο κύμα προσφύγων. Οι ακτιβιστές αναλαμβάνουν μάχιμη δράση. Τα social media έχουν γίνει κλύσμα στον εγκέφαλο για μια γενιά που απέχει επιδεικτικά και κρύβεται πίσω από φίλτρα. Οι ενεργειακές πηγές στερεύουν και η τρομοκρατία σηκώνει μόνη της τη σημαία της αντικυβερνητικής δράσης. Η φυλετική ταυτότητα και ο σύγχρονος φεμινισμός περνάνε ένα βήμα μετά, στην εξέλιξη του “transhuman” (ποιος είπε ότι η woke κουλτούρα έχει ταβάνι;).

Είναι πολλά αυτά που συμβαίνουν στα επεισόδια του Years and Years με το britishness να μας σώζει από τους περιττούς ηρωισμούς του Χόλιγουντ και με τους συσχετισμούς με την πραγματικότητα της εποχής του Brexit να είναι ανατριχιαστικοί.

Η σειρά του Russell T. Davies είναι ένα άριστο δείγμα σοφιστικέ τηλεόρασης που σε ταράζει εξαιτίας της αμεσότητας των κοινωνικοπολιτικών κραδασμών που φέρνει στην επιφάνεια. Ο δημιουργός της ξέρει ότι δεν χρειάζονται υπερβολές στην απεικόνιση της δυστοπίας όταν υπάρχουν κακοί ήρωες στην πραγματική ζωή, όπως ο Nigel Farage. Ούτε χρειάζεται επιστημονική φαντασία για να τονωθεί ο τρόμος, όταν το ενδεχόμενο επανεκλογής του Donald Trump είναι λίγους μήνες μακριά. Αυτές οι εμβόλιμες παρεμβολές στην πλοκή δεν γίνονται με κυνισμό, αλλά με ουμανιστική αγωνία. Η σειρά διαθέτει το ατού της εξαιρετικής Emma Thompson σε έναν δυναμικό ρόλο (όχι άλλες κομεντί Emma, να χαρείς…) στον οποίο είναι καταπληκτική. Δείτε τα 6 επεισόδια αυτού του πολιτικού θρίλερ και συγκρίνετε τις καταστάσεις με τα σημερινά ρεπορτάζ επικαιρότητας του CNN.

Posted in TV | Leave a comment

Album of the Week #214

Pearl Jam

Gigaton

Δεν πρόδωσαν ποτέ κανέναν οι Pearl Jam -ούτε όσους τους πίστεψαν από την πρώτη κιόλας μέρα που τους άκουσαν στο ραδιόφωνο ή από την πρώτη φορά που τους είδαν στη μεταμεσονύκτια ζώνη του MTV, κάπου στο μακρινό 1991. Όμως το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρόδωσαν τις ίδιες τις ιδέες τους και δεν αλλοτριώθηκαν.

Το ορμητικά και απαισιόδοξα τραγούδια τους που γεννήθηκαν στο πνιγηρό προαστιακό τοπίο του Σιάτλ, εξέφραζαν την κοινωνική ανησυχία μιας ολόκληρης γενιάς που αντιδρούσε αυθόρμητα σε ένα τεχνοκρατικό σύστημα ροκ ψυχαγωγίας. Το ανέμελο στυλ των slackers προσέφερε ένα αντίδοτο στην αυτοκαταστροφική μυθολογία που συνόδευε τους “bigger than life” αστέρες και τις εκκεντρικές υπερβολές τους, πάνω στις οποίες συνήθως γράφεται η μουσική ιστορία (δυστυχώς). Ο Eddie Vedder έγινε ο αληθινός ρόκερ με την καθαρή καρδιά -τουλάχιστον για όσους είχαν ανάγκη ένα τέτοιο πρότυπο- εκφράζοντας την εσωτερική καταχνιά των εικοσάρηδων, που το αντίδοτό τους δεν ήταν ποτέ η αναρρίχηση των αγαπημένων τους καλλιτεχνών στο Billboard. Με κάποιο μαγικό τρόπο, ο άτιμος το κάνει ακόμα.

Προτιμώ αυτή τη φάση των Pearl Jam (δηλαδή αυτή του Backspacer (2009), του Lightning Bold (2013) και του Gigaton (2020)) κι ας μεσολαβούν τόσα χρόνια αναμονής ανάμεσα στους δίσκους. Φαίνεται ότι δουλεύουν σε βάθος την παραγωγή, ότι επενδύουν χρόνο για να ακονίσουν τις κιθάρες τους σαν λεπίδες κι ότι φροντίζουν να καθαρίσουν πλήρως το ηχητικό λίπος των τραγουδιών. Την προτιμώ αυτή τη φάση από την περίοδο του No Code (1996), του Yield (1998) και του Binaural (2000) που σε σύγκριση με τώρα, οι Pearl Jam ακούγονταν σχετικά αζύμωτοι και πλαδαροί σε σημεία.

Ακούγοντας ξανά και ξανά το Gigaton, αν μη τι άλλο αισθάνεσαι ότι η σπουδαιότητα του σύγχρονου ροκ δεν έχει εξωστρακιστεί για πάντα. Οι Pearl Jam εκπέμπουν εκείνη τη σοβαρότητα του ροκ συγκροτήματος που μπαίνει στο στούντιο για κάποιο λόγο της προκοπής: την αληθινή αυτοέκφραση, τον αγνό ρομαντισμό και τον τίμιο θυμό. Τα τραγούδια τους είναι πλούσια, κοφτά, μεστά και ζωντανά. Το δικό τους hard rock έχει καθαρό κούτελο και είναι απαλλαγμένο από τοξικότητες.

Μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας πρέπει να χρεωθεί στον παραγωγό Josh Evans, ο οποίος τίμησε την κληρονομιά του Brendan O’Brien. Αυθεντικό παιδί της Generation X, o Evans έβαλε όλη του την αγάπη για να κάνει τους Pearl Jam να απευθύνονται σε ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια χαρακτηριστικά μαζί τους και έχουν κοινές μνήμες. Στο “Superblood Wolfmoon” μοιάζουν σαν να είναι πομποί και δέκτες του ευοίωνου μετά-punk. Στο “Quick Escape” ακούγονται κοφτεροί και υπέροχα επίκαιροι, μακριά από την απολιτίκ αντάρα του κολεγιακού ροκ, με τις κιθάρες του Mike McCready να παίρνουν φωτιά. Στο “Retrogade” τα τύμπανα του Matt Cameron, το μπάσο του Jeff Ament και η κιθάρα του Stone Gossard συντονίζονται με χάρη σε ψυχεδελικές συχνότητες.

Οι ήρωες που αποτέλεσαν το καύσιμο αυτής της διαδρομής είναι εκεί. Στο “Never Destination” θα καταλάβεις ότι το φάντασμα των Buzzcocks χαμογελά. Το “Seven O’Clock” έχει την ευχή του νονού Neil Young. Και αν ακούσεις πολύ προσεκτικά το “Comes Then Goes”, θα διακρίνεις πώς ο Layne Staley, o Chris Cornell, ο Kurt Cobain, ο Andrew Wood και πολλοί άλλοι αξιοπρεπείς φίλοι εμψυχώνουν την προσπάθεια του Eddie Vedder στο μικρόφωνο. Σαν να του δίνουν κουράγιο να κομίσει μερικές ακόμη αλήθειες που οι ίδιοι δεν μπορούν πια να μοιραστούν μαζί μας.

Τι πιο ωραίο;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #213

Playground Theory

Tears Go Upgards

Τα νέα τραγούδια των Playground Theory είναι ικανά να απογειώσουν νύχτες «αστροφαντασίας» και να ανταμείψουν όσους χρειάζονται τη μουσική σαν εργαλείο απόδρασης.

Τα τρυφερά συναισθήματα και οι ηλεκτρονικές ιδέες που κρύβει μέσα του το 3ο άλμπουμ της αθηναϊκής μπάντας ενισχύουν την ονειροπόληση, κυρίως μέσα από τη χρήση διακριτικών πλήκτρων. Μετά έτσι το «νυχτερινό» Speaking Οf Secrets (2013) και το πιο εξερευνητικών διαθέσεων Connect Τhe Dots (2016), έρχεται ένας δίσκος με πιο φορμαλιστικό κορμό, ο οποίος περιέχει αρκετά ωραία πράγματα προς ανίχνευση.

Έχει στ’ αλήθεια ωραίες και ευδιάκριτες ανησυχίες το συγκρότημα. Μπορεί και μιλάει λ.χ. για το αποτύπωμα του χρόνου στο “Woman Outside”, κάνει ασκήσεις ύφους που αντλούν από τα πρώιμα 1990s στο “Cat Feelings”, σχολιάζει το ψηφιακό περιβάλλον μέσα απ’ το οποίο επικοινωνούμε (“Sleep Αnd Repeat”) και αποτυπώνει το ερωτικό αδιέξοδο με διακριτικότητα στο “Belonging”. Τα τραγούδια τους φιλοδοξούν να αντηχήσουν σε κλειστούς χώρους και να απλωθούν στο δωμάτιο.

Αξιέπαινη είναι επίσης η οικονομία της Μάρσιας Ισραηλίδη στα φωνητικά. Οι διακριτικοί ελιγμοί της αφήνουν χώρο να συντονιστεί με τα synths του Δημήτρη Νέγκα και να τα βρουν μια χαρά μεταξύ τους, κάτω από στρώματα ηλεκτρονικών ήχων.

Υπάρχουν πάντως και κάποιες στιγμές που ήθελαν παραπάνω δουλειά στην παραγωγή, όπως και σημεία τα οποία προδίδουν χαμηλό ταβάνι στην έμπνευση πίσω από τη μελωδία. Τίποτα πάντως δεν αποτελεί ενοχλητικό εξόγκωμα και τίποτα δεν πετάει έξω τον ακροατή από τη συνολική εμπειρία. Ακόμη και η διασκευή στο παραδοσιακό “Λιμάνι”, αν και είχε όλες τις προδιαγραφές για να εξελιχθεί σε έντεχνη χασμωδία, αποκτά τελικά ονειρικές διαστάσεις, που δεν γίνεται να μην σε κερδίσουν –είναι σαν να επισκέφτηκε την Ισραηλίδη το πνεύμα της Julee Cruise από την εποχή του Twin Peaks.

Αφεθείτε άφοβα λοιπόν στο λεπτό κέντημα του “A Tiny Red Scratch” και θυμηθείτε πώς ακούγεται το μελαγχολικό coolness της europop στο “Toys”. Ακόμα και αν ο κορμός των τραγουδιών του Tears Go Upwards ήθελε ένα συμμάζεμα πριν την τελική μίξη, ώστε αυτά να εντυπώνονται καλύτερα στην προσοχή του ακροατή ήδη από τις πρώτες ακροάσεις –και να μπορεί, επομένως, να τα ξεχωρίσει από μνήμης– το αποτέλεσμα είναι πολιτισμένο και έχει να καμαρώνει για την κομψότητά του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #212

 Σtella

The Break

Ο 3ος δίσκος της Στέλλας Χρονοπούλου, είναι ένα λαμπερό σύνολο τραγουδιών· ένα κάλεσμα στο κέντρο της πόλης για τις απολαύσεις που προσφέρει με τη μουσική και τα φώτα του.

Στο The Break ξετυλίγεται ένα δυναμικό και ψύχραιμο pop άλμπουμ, το οποίο χαίρεται τη μέρα, το φως, το φλερτ και σε προσκαλεί με συγκρατημένη ευγένεια να περάσεις χρόνο σε έναν κόσμο που φτιάχνει ειδικά για εσένα. Συμπεριφέρεται δηλαδή ως οικοδεσπότης που αντιμετωπίζει τον ακροατή με το ίδιο κύρος και τον ίδιο σεβασμό με τον οποίον αντιμετωπίζει και τις μελωδίες των τραγουδιών του.

Η Σtella μπορεί έτσι και κάνει τον αποδέκτη να νιώθει συνυπεύθυνος για το αποτέλεσμα: να νιώθει ότι μοιράζεται την απόλαυση της μουσικής. Τα δε τραγούδια της είναι εξαιρετικά εύθραυστα και γι’ αυτό τα ντύνει με απλές υφάνσεις και τα αφήνει στον αέρα να «συμβούν», χωρίς να τα τεντώνει ή να τα ζορίζει.

Τα καλά νέα είχαν φανεί βέβαια πριν από πολλούς μήνες, με το υπέροχο τραγούδι “Samba” και το αφοπλιστικά ερωτεύσιμο βιντεοκλίπ που το συνόδευε (δείτε στο τέλος του κειμένου). Πόσο ωραία αστική pop. Πόσο μοντέρνα, street αισθητική. Και τι ωραία κίνηση οι χορευτές, με κανονικότητα στους ελιγμούς των σωμάτων. Σκηνοθετημένο από την ίδια τη Σtella, το βίντεο κατάφερε κάτι που προσπαθούν μάταια να συλλάβουν στα brainstorming που γίνονται στα meeting room των διαφημιστικών εταιρειών, όταν πασχίζουν να φτιάξουν κάτι …urban. Ίσως γιατί είναι ένα τραγούδι που δεν έχει φτιαχτεί για να χορεύεται στις πίστες, αλλά και στα πλακόστρωτα της πόλης.

Η Αθηναία μουσικός πετυχαίνει εδώ όποιο καλλιτεχνικό στοίχημα και να έχει βάλει με τον νου της, ειδικά με τα κομμάτια που βγήκαν μπροστά σαν singles, π.χ. το “The Race” και το “Forest“, στα οποία τραγουδάει με κατακτημένη εμπειρία, χωρίς αχρείαστη πόζα και χωρίς περιττά βαρίδια στην έκφραση. Σπάνια ακούω ηλεκτρονική pop με «ανεξάρτητες» καταβολές που να μην καμώνεται τη σπουδαία, που τα φωνητικά να μην εκφράζουν την «απόκοσμη ευφυΐα» του καλλιτέχνη και τα synths να μην προκρίνονται αυτάρεσκα από την παραγωγή.

Στο ανέμελο πάλι “Monster“, στο τρυφερό “Cherry” και στο ονειρικό “The World Ιs Big“, βρίσκουμε την καλοϋφασμένη, όμορφη pop που τόσο μας λείπει. Αυτή ακριβώς που μας υπόσχεται η Σtella στο εξώφυλλο του δίσκου, σαν ανθρωπόμορφος άγγελος σε ψηφιακό stargate.

Έχω την αίσθηση ότι η καριέρα της θα έχει μεγάλη διάρκεια. Τώρα μάλιστα που υπέγραψε στην καναδική Arbutus Records, της εύχομαι ολόψυχα να ακολουθήσει μια «λανθιμική» πορεία στη δισκογραφία, αφήνοντας πίσω της τα εγχώρια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Moby – Κι Έτσι Διαλύθηκαν Όλα

Τα απομνημονεύματα μουσικών δεν έχουν αξία όταν απευθύνονται μόνο σε fans. Μάλλον, δεν έχουν αξία όταν απευθύνονται μόνο σε μουσικόφιλους που διψάνε για το παρασκήνιο της ποπ κουλτούρας που τους έθρεψε. Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο είναι ωφέλιμο όταν μεταδίδει διακριτικά τις ιδέες του, όταν έχει ουσιαστική ιστορία να αφηγηθεί και όταν είναι γραμμένο με αμεσότητα. Στο δεύτερο λοιπόν βιβλίο του μετά το Porcelain του 2016 –στο οποίο εξιστορούσε τις εμπειρίες του, πετώντας νοερά πάνω από τo κουφάρι της dance σκηνής που τον ανέδειξε στη δεκαετία του 1990– ο Moby συνεχίζει την απολαυστική καταγραφή εμπειριών, αυτήν τη φορά με πιο συμπυκνωμένο συναίσθημα και με έξυπνα πισωγυρίσματα στον χρόνο.

Η ιστορία της αυτοβιογραφίας Κι Έτσι Διαλύθηκαν Όλα (εκδόσεις Οξύ), ξεκινάει με την κυκλοφορία του θρυλικού πλέον δίσκου Play (1999), όταν ο Moby έφτασε απρόθυμα στο ζενίθ της καριέρας του· και φτάνει μέχρι το 2006, όταν η δημοτικότητά του κατέρρευσε με θόρυβο. Η δε παράλληλη αφήγηση ξεκινάει από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ο Moby ήταν παιδί, και φτάνει στο 1982, όταν πέρασε το κατώφλι της new wave ενηλικίωσης.

Τρέχοντας λοιπόν σε δύο ταχύτητες, ο Moby τεμαχίζει τις σκόρπιες μνήμες περνώντας από το ένα συμβάν στο άλλο. Η χαοτική και συχνά τραυματική του παιδική ηλικία ανάμεσα σε μποέμ κηδεμόνες στο Κονέκτικατ και σε χίπικα role models στο Σαν Φρανσίσκο, διαδέχεται τα χρόνια της αποθέωσης, του χρήματος και του ηδονιστικού lifestyle. Το βιβλίο περιέχει υπαινικτικές ματιές σε μια ακραία περίοδο της ζωής ενός πρώην πανκ ρόκερ, ο οποίος πλέον δεν αντέχει τις εκκωφαντικές του ανάγκες και τις καταπραΰνει με πολύ ecstasy και ακόμη περισσότερο αλκοόλ.

Ο Moby δείχνει ωριμότητα στον τρόπο με τον οποίον αποστασιοποιείται από τα συμβάντα και στο πώς αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν αζύμωτη ψυχή χωρίς πνευματική στέγη και σαν μαστουρωμένο ψευδοδιανοούμενο που θρέφεται από τη δόξα, ενώ βρίσκεται στη μόνιμη αναζήτηση του εύκολου σεξ. Έτσι, τα παιδικά χρόνια ενός πρώην βασιλιά της underground techno σκηνής, αντιπαραβάλλονται με τις κραιπάλες στα κακόφημα στέκια της νυχτερινής Νέας Υόρκης.

Συχνά, ο Moby αισθάνεται σαν χρήσιμος ηλίθιος (ή μήπως «little idiot»;) της δισκογραφικής βιομηχανίας και γι’ αυτό χάνεται στην εγωπάθεια και στη μοναξιά. Βρίσκεται δε σε μόνιμη αμφιβολία, με το αίσθημα του ανικανοποίητου να τον απομακρύνει από την τέχνη του και από τον κατακτημένο πλούτο. Είναι προσεκτικός, ωστόσο: δεν πέφτει στην παγίδα του κουτσομπολίστικου παρασκηνίου. Ούτε αντιμετωπίζει τα rock ‘n’ roll κλισέ ως δέλεαρ για μυστικά μέσα από τα VIP πάρτι του Μανχάταν, όπου τα ναρκωτικά και το αλκοόλ ωθούν τα celebrity σε ακρότητες.

Οι ιστορίες γύρω από εκκεντρικά pop icons, πρόθυμες γκρούπις και ξεσαλωμένα στελέχη δισκογραφικών, τονίζουν την εσωτερική καταχνιά ενός συνεσταλμένου ανθρώπου, ο οποίος έγινε εναλλακτικός super star μόνο και μόνο για να περιφέρει την αυτολύπησή του –αυτή που συχνά έχουν οι αλλοτριωμένοι και ταλαντούχοι άνθρωποι. Στο Κι Έτσι Διαλύθηκαν Όλα ο Moby ενδιαφέρεται για την ψυχαναλυτική προσέγγιση στη γοητεία που του ασκούσε η διασημότητα, ενώ μιλάει και για το αναπόφευκτο κενό που σου αφήνει η πρόσκαιρη γενναιοδωρία της κοσμικής Νέας Υόρκης.

Οι αφηγήσεις του σπαρταράνε, κυρίως σε στιγμιότυπα όπως το (δύσκολο να το χωρέσει το θνητό μυαλό μας) γεύμα στο σπίτι του David Bowie με τον Lou Reed, τη Laurie Anderson και την Iman. Οι σουρεάλ συναντήσεις με ανθρώπους όπως ο Mick Jagger, ο Bono και η Madonna, τα σύντομα και γλαφυρά φλερτ με ηθοποιούς όπως η Κριστίνα Ρίτσι και η Νάταλι Πόρτμαν (κι ας έγινε έξαλλη η τελευταία, εξαιτίας της αναφοράς του ονόματός της), η παράνοια των σαλταρισμένων star –όπως π.χ. το κωλοπαιδίστικο μίσος του Eminem προς το πρόσωπό του– σκηνικά τρέλας σαν τη βόλτα με τους Pantera, τον Tomy Lee και κάμποσους Hells Angels σε ένα στριπτιζάδικο στο Τέξας (ταινία μικρού μήκους από τον Τζιμ Τζάρμους έπρεπε να γίνει το συγκεκριμένο κεφάλαιο), το σπαρταριστό one night stand στη Ρωσία (άλλη μικρού μήκους, από τη Σοφία Κόπολα πρέπει να γίνει αυτή), οι παιδικοί φίλοι, το φάντασμα της μητέρας, οι στρίπερ και η ανώδυνη επιφάνεια της καλής ζωής… Τα πάντα παίρνουν αστεία και πικρή διάσταση, με μια καμουφλαρισμένη οδύνη πίσω από τις λέξεις.

Ο Moby του 2020 νοσταλγεί την καθαρότητα του προσώπου του αγοριού που υπήρξε πριν τέσσερις δεκαετίες, όταν άκουσε στο ραδιόφωνο για πρώτη φορά τους Joy Division. Και το κάνει με στυλ. Σχεδόν με όσο στυλ είχε το Play: εκείνη η «χειροποίητη» δημιουργία pop πνευματικότητας, που τόσο είχαν ανάγκη όσοι είχαν τιμήσει τη dance κουλτούρα στη νιότη τους.

Posted in Article | Leave a comment

Album of the Week #211

Poppy

I Disagree

Προτού κάνουμε οποιαδήποτε βαθυστόχαστη ανάλυση για την Poppy, ας συνειδητοποιήσουμε ότι είναι μια κοπέλα που ανήκει σε μια γενιά η οποία θεωρεί classic pop τη Britney Spears και δεινόσαυρους του παρελθόντος τους Limp Bizkit. Επομένως, μια δίκαιη προσέγγιση οφείλει να σέβεται την αντίληψη και τις ανάγκες όσων εφήβων θεωρούν ρετρό την ανάμνηση ενός κόσμου χωρίς YouTube.

Η Poppy απαλλάχτηκε πλέον από τον πρώην συνεργάτη της Titanic Sinclair (γιατί παίχτηκαν άσχημα σκηνικά και στράβωσε η φάση, κάτι τέτοιο…). Κάνει λοιπόν μια ελεύθερη βουτιά σε ιδέες που μπλέκουν τη διεγερτική pop με τα γκαζωμένα beat και τις nu metal κιθάρες. Δεν πίστευα, προσωπικά, ότι μπορούσε να συμβεί τίποτα ενδιαφέρον στο I Disagree, με μια τέτοια βάση. Έλα όμως που προκύπτει ένα ελκυστικό μείγμα, το οποίο απελευθερώνει αδρεναλίνη και τοξίνες.

Με ένα κράμα ελαφρότητας, περηφάνειας και κωλοπαιδίστικης οργής, η Poppy τραγουδάει εδώ σύντομες μελωδίες, οι οποίες, πριν προλάβουν να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια, έχουν ήδη μετασχηματιστεί σε κάτι διαφορετικό, με στόχο να σε «κάψουν» από τις αλλαγές. Στην πραγματικότητα, βέβαια, είναι εύκολο να εντοπίσεις τη σάχλα, σε κάθε σχεδόν στροφή. Φαίνεται δηλαδή πότε παριστάνει η 25άχρονη Αμερικανίδα ότι «τραβάει ζόρια». Φαίνεται πότε παριστάνει την εμπνευσμένη celebrity, που αν θέλει το ρίχνει το ίντερνετ με μια σέλφι, απλά βαριέται.

Τελικά, όμως, όσο και να θες να καγχάσεις με το υποκριτικά σπουδαιοφανές της ύφος, περνάς καταπληκτικά –το άλμπουμ είναι στ’ αλήθεια απολαυστικό. Σαν μια αυτοσχέδια ροκ όπερα, στην οποία παίζει μια πωρωμένη πιτσιρίκα σε ζωντανό streaming στα social media, μέσα από το μπάνιο του διαμερίσματός της, με όσα υλικά διαθέτει: γκοθ μάσκαρα, black light, μπόλικο γκλίτερ, περούκες και βούρτσα αντί για μικρόφωνο. Από τραγούδι σε τραγούδι περιμένεις την trash στιγμή που θα σε ξενερώσει και θα σε πετάξει έξω, όμως δεν έρχεται ποτέ.

Το φιλόδοξα rock up tempo είναι πλούσιο ενορχηστρωτικά, γεμάτο ορμητικότητα, χυμούς και καυλοθυμό. Από τα ανόητα «chewy chewy, yummy yummy» που ξεκινάνε τον δίσκο στο “Concrete”, μέχρι το πανικόβλητο “Anything Like Me” και το διπολικό σύμπαν των “Fill The Crown” και “Sit/Stay”, ο δρόμος έχει ροζ αγκάθια, τα οποία εντυπωσιάζουν το κοινό που διαβάζει εναλλάξ Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ και Cosmopolitan (αν υπάρχει ακόμη). Η Poppy μπορεί λοιπόν να γεφυρώσει το κενό ανάμεσα στην Ariana Grande και στους Slipknot και να γίνει ό,τι θα μπορούσε να είχε γίνει η Gwen Stefani, αν δεν την έτρωγαν τα τηλεοπτικά ριάλιτι.

Φαίνεται επομένως ότι καλά έκανε και ξεπέρασε τον Sinclair (γιατί ‘ξηγήθηκε άσχημα και έγινε hater, κάτι τέτοιο…). Εάν μάλιστα στο μέλλον η Poppy κλειδώσει τα κανάλια της στα socials και σταματήσει να παριστάνει το «riot gurrl» που είναι ερεθισμένο με τα πάντα, ίσως μπορέσει να κάνει ωραία πράγματα στη dark pop σκηνή, χωρίς τα χασμουρητά που προκαλούσαν κάποτε οι αγέλαστοι emo. Αλλιώς θα μείνει για πάντα ένα νέο-μιντιακό πείραμα της συγκεκριμένης εποχής.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #210

The Model Spy

Serenest (Α Long Play On Truth, Deceit Αnd Souvenirs)

Δεν ήξερα πόσο πολύ χρειαζόμουν έναν buddy pop δίσκο, προτού ακούσω τα καινούρια τραγούδια των Model Spy. Ίσως να φταίει ο τρόπος με τον οποίον το εγχώριο συγκρότημα προσπαθεί να κρατήσει την πιο δραματική χροιά της ανεξάρτητης brit pop, ενώ την ίδια στιγμή θέλει να υιοθετήσει την ευοίωνη ματιά των εκφραστών του παλιού, καλού new wave. Και κερδίζει το διπλό αυτό στοίχημα.

Χρειάστηκε να διανύσουν μακρύ δρόμο και να δείξουν μπόλικη καλλιτεχνική επιμονή ο Βαγγέλης Κυριακάκης και ο Κώστας Βαβούσης, οι οποίοι αποτελούν τον κορμό του γκρουπ. Ο δίσκος είχε κολλήσει σε αδιέξοδο για μια δεκαετία, αλλά τελικά κατάφερε να βρει τον δρόμο του. Το Serenest (Α Long Play On Truth, Deceit Αnd Souvenirs) είναι μια δουλειά συνειδητή και μαζεμένη, που έχει ως μοναδική φιλοδοξία να γεμίσει με «ομορφιά» τους ακροατές.

Τα κομμάτια ακούγονται σαν να περιγράφουν έναν κήπο γεμάτο από τις επιρροές των Model Spy, μέσα στον οποίον σουλατσάρουν και απλώνουν το χέρι σε ερεθίσματα που τους έχουν καθορίσει. Και ευτυχώς διαθέτουν ισχυρά ραντάρ μουσικών αισθήσεων ο Κυριακάκης με τον Βαβούση. Διαθέτουν όμως και προηγμένες κεραίες, ικανές να συλλαμβάνουν τα αιτήματα των ακροατών τους για καλοφτιαγμένη και ατμοσφαιρική pop. Δημιουργούν λοιπόν παρακινούμενοι από τη διέγερση που τους προκαλούν οι αγαπημένοι τους δίσκοι, φτάνοντας σε τραγούδια γεμάτα μελωδίες, τα οποία θα προκαλέσουν το ίδιο συναίσθημα στους δικούς τους ακροατές.

Από το πρώτο κιόλας single, το “Spectacular”, ο δίσκος κινείται σε μία κατάσταση ήπιας μέθης και υπόσχεται νιρβάνα και ηλεκτρονική ομορφιά. Το “Chinaski Ιn Vox” και το “This Song” είναι ρυθμικά στολίδια που λαμπυρίζουν μέσα σε οποιονδήποτε χώρο και αν ακουστούν. Το υπερβατικό “Themes From Souvenirs” είναι ένας απαλός ηχητικός τάπητας που σε μουδιάζει και σου υπόσχεται ότι ακόμη και η πιο σκληρή, άχαρη μέρα μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι ωφέλιμο. Αυτή την αισιοδοξία προκρίνει άλλωστε και η παραγωγή του Νίκου Τριανταφύλλου και του Χρήστου Μπεκίρη, αλλά και οι συνεργασίες, με πιο αξιόλογες την παρουσία του Λεωνίδα Οικονόμου των My Wet Calvin και της Δεσποινίς Τρίχρωμης.

Ίσως να λείπει μια δραματική παραφωνία, ένα στοιχείο πάθους ή ένα άλμα στο κενό που θα έλιωνε την καρδιά του ακροατή. Θα ήταν όμως άδικο να ζητήσει κανείς οτιδήποτε παραπάνω από τους Model Spy, πέρα από το να κοσμούν την καθημερινότητά του με περήφανο τρόπο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #209

Slowthai 

Nothing Great About Britain

Όταν ακούς έναν ράπερ με βρετανική προφορά, αμέσως αισθάνεσαι μια σχετική ασφάλεια. Ίσως γιατί ξέρεις ότι δεν θα έχει ποτίσει τα τραγούδια του η κουλτούρα της οπλοκατοχής ή ότι δεν θα πάρει το πάνω χέρι η macho συμπεριφορά στο μικρόφωνο.

Ο Slowthai (ή αλλιώς Tyron Kaymone Frampton) έχει μπόλικη οργή μέσα του και διαθέτει αρκετό χιούμορ για να της δώσει σουρεαλιστικές διαστάσεις. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως το εύκολο σοκ δεν αποτελεί σκοπό του 25άχρονου, ούτε όταν αποκαλεί «cunt» την Kate Middleton. Ξέρει ακριβώς από πού προέρχεται αυτή η οργή και ποιοι είναι οι εχθροί του.

Τίποτα το Μεγάλο δεν έχει η Βρετανία, διακηρύσσει ο Slowthai, την ίδια στιγμή που ο στίχος του ομώνυμου τραγουδιού λέει «με το χέρι στην καρδιά, ορκίζομαι ότι είμαι περήφανος που είμαι Βρετανός». Ο πρώτος αυτός δίσκος του κυκλοφορεί σε μια συγκυρία όπου η χώρα του εγκαταλείπει την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στο εσωτερικό της καταπιέζει τα φτωχά στρώματα και ξεπλένει το αποικιοκρατικό της παρελθόν μέσα από τη σύγχρονη μυθοπλασία (όπως με το σίριαλ The Crown και πάει λέγοντας).

Οι αυτοβιογραφικοί στίχοι σε στέλνουν κατευθείαν στις ξεχασμένες pub όπου οι συμπατριώτες του κοιτάζουν έναν αγώνα της Premier League στην τηλεόραση με μια μπύρα στο χέρι. Αυτό το περιβάλλον πνίγει τον ανήσυχο Tyron και τον αναγκάζει να αναμετρηθεί με τον Dizzee Rascal και με τους Streets, ακόμη και να πει τις δικές του ιστορίες. Ακούστε τον στο επιθετικό “Gorgeous”, όπου θυμίζει τον Plan B ή στο “Doorman”, να φέρνει στο μυαλό το βιτριολικό punk/hip hop των Sleaford Mods.

Συχνά, λοιπόν, το Nothing Great About Britain είναι ένα απολαυστικό ντεμπούτο, το οποίο όχι μόνο δεν «καίγεται» στις πρώτες ακροάσεις, αλλά προσφέρει και μια ανήσυχη γκάμα σκέψεων πάνω στο εργατικό αδιέξοδο, στην κοινωνική συνύπαρξη και στους κινδύνους των γειτονικών block. Μάλιστα το κάνει γελώντας ειρωνικά με τη λομπίστικη κλίκα που κυριαρχεί στο Billboard, οι καλοπληρωμένοι εκπρόσωποι της οποίας δεν μπορούν να θέσουν θέματα με αναλόγως βαρύνουσα σοβαρότητα. Ταυτόχρονα, δεν ξεχνάει την οικειότητά του με την περήφανη λαϊκότητα της εργατικής τάξης του Νορθάμπτον.

Από την άλλη, υπάρχουν και προβλήματα –ευτυχώς λίγα και όχι εξόφθαλμα. Για παράδειγμα, ίσως να χρειαζόταν περισσότερη δουλειά η παραγωγή: ένα κομμάτι όπως το “Missing”, ο Tricky θα το πήγαινε σε άλλο επίπεδο. Σε πολλά επίσης σημεία, λόγω προφανούς απειρίας, ο Slowthai δεν μπορεί να διαχωρίσει το «πολιτικό» μήνυμα από τον …ρεαλισμό του διαμερίσματος. Θα προσέθετα ακόμη ότι στο “Drug Dealer”, ενώ προσπαθεί να μιλήσει για το επαγγελματικό αδιέξοδο της γενιάς του, ακούγεται τελικά σαν να αποθεώνει το lifestyle της εγκληματικότητας.

Ακόμη και με αυτές τις αστοχίες, πάντως, αν καταφέρει και λειάνει το flow του στο μικρόφωνο και εστιάσει καλύτερα στα θέματα που τον καίνε, ο Slowthai έχει τις δυνατότητες να γράψει τον ευρωπαϊκό rap δίσκο της ανατέλλουσας δεκαετίας.

Από το Avopolis

Posted in 3 | Leave a comment

Album of the Week #208

Celine Dion

Courage

Χωρίς κουράγιο δεν προχωράς σε τούτη τη ζωή, μας ενημερώνει η Céline Dion, 6 χρόνια μετά το τελευταίο αγγλόφωνο άλμπουμ της και 3 χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, στο πλευρό του οποίου στάθηκε επί σειρά ετών, βοηθώντας τον στην πάλη με τον καρκίνο. Το Courage έρχεται λοιπόν ως ένας γεμάτος, επικά ρομαντικός, ορθόδοξα γραμμένος δίσκος της τρέχουσας στουντιακής pop. Πέτυχε όμως τον στόχο του;

Αν ο στόχος του ήταν να επαναπροσδιορίσει η Dion την καριέρα της με τον τρόπο που το έκανε π.χ. η Cher στα 1990s με το “Believe”, τότε σίγουρα όχι. Το Courage δεν είναι το δικό της “Believe”. Όχι μόνο γιατί οι συνθήκες έχουν αλλάξει και η δισκογραφία δεν παράγει εμπορικά mega hits, ούτε γιατί δεν υπάρχει κοινό που έτοιμο να καταναλώσει επιτυχίες, αλλά γιατί ο δίσκος υστερεί στα επί μέρους συστατικά του. Δεν υπάρχει δηλαδή τραγούδι εδώ με τη δύναμη να κολλήσει σαν τσίχλα στο μυαλό του ακροατή. Το εναρκτήριο “Flying Οn My Own” συμπεριφέρεται μεν σαν επιτυχιάρα που θα σαρώσει, όμως παραείναι τεχνοκρατικό σε επίπεδο παραγωγής.

Ευτυχώς η Céline Dion αποφεύγει τις επικές μπαλάντες –αυτές που τραγουδιούνται στην πλώρη του Τιτανικού– και επενδύει σε ρυθμούς και χορευτικά beats. Δυστυχώς, όμως, μιμείται αμήχανα την Adele στο “Lovers Never Die”, ένα τραγούδι που φαντασιώνεται ότι ανοίγει μια ταινία του Τζέιμς Μποντ (αν και έχουμε ακούσει και χειρότερα τραγούδια στον ίδιο ρόλο). Αναλώνεται επίσης σε generic μπαλάντες αυτοπεποίθησης και αυτοβελτίωσης όπως το γλυκερό “Lying Down” και το μελωμένο “Perfect Goodbye”, οι οποίες μετά την πρώτη ακρόαση εξατμίζονται στον αέρα σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Επίσης δεν μπορώ να πω ότι την κολακεύει η σύγκριση με τη Sia στο “On Baby”, αλλά τουλάχιστον το κομμάτι είναι νόστιμο.

Επιπλέον, η προσφιλής συνήθεια της Καναδέζας ερμηνεύτριας να κάνει ασκήσεις για δέκαθλο με τη φωνή της, δεν λειτουργεί σε τραγούδια που προάγουν τη vintage soul όπως το “I Will Be Stronger”. Εκεί κάνει κάτι τόσο άσχημο για τη γαλανομάτα soul, όσο η λέξη που έχουν οι Αμερικάνοι για να το περιγράψουν: pastiche. Στο “The Chase”, πάλι, προσεγγίζει το ακροατήριο της Taylor Swift την εποχή που άρχισε να βρίσκει την country βαρετή. Ωστόσο βρίσκει τα πατήματά της στο γκρουβάτο “Nobody’s Watching” και στο “Say Yes”.

Η Céline Dion δεν πήρε κανένα ρίσκο της προκοπής στο Courage, ενώ δεν έχει τελικά να πει και κάτι ουσιαστικό για την απώλεια (τουλάχιστον όχι κάτι που δεν λέγεται και στις εκπομπές της Όπρα Γουίνφρεϊ). Τουλάχιστον ακούγεται αξιοπρεπής και δεν ποντάρει σε «φορετές» συμμετοχές με καλλιτέχνες αμφιβόλου αξίας όπως ο Maluma ή ο DJ Khaled για να αισθανθεί σχετική με το σήμερα. Ίσως κάποια μέρα να επιστρέψει με το δικό της “Believe”. Μέχρι τότε …κουράγιο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Color Out of Space

Να και μια ταινία που το “cosmic horror” έγινε σωστά!

Πιστό στην παράδοση τανιών όπως το Poltergeist του Τομπ Χούπερ και το Fog του Τζον Κάρπεντερ, με προσεγμένα cheesy διαλόγους που θα εκτιμήσουν όσοι κάποτε έψαχναν τα ράφια των βίντεο κλαμπ να βρουν κάποιον παλιό Γουές Κρέιβεν ή τα Β movies που έμοιαζαν με το Hellraiser, με εξαιρετική φωτογραφία (for once) και ελεγχόμενο χιούμορ. Χωρίς μοντέρνα jump scares ή αχρείαστες self-aware αναφορές στο είδος.

Η αδυσώπητη νομοτέλεια του κακού έρχεται με τη μορφή ενός θραύσματος από μετεωρίτη που προσγειώνεται στην αυλή των ηρώων, ο οποίος θα προκαλέσει την εφιαλτική τους μετάλλαξη και θα οδηγήσει σε μια ψυχεδελική κορύφωση αποτρόπαιας γοητείας.
Χάρμα!

Posted in Cinema | Leave a comment

Uncut Gems

Κάπου ανάμεσα στο αυτοκαταστροφικό πάθος του The Gambler (1974) και στο νεοϋορκέζικο δράμα πεζοδρομίου του Mean Streets (1973), βρίσκεται το «Uncut Gems», ένας γνήσιος απόγονος του καλού αμερικάνικου σινεμά των 70’s. Το μοντάζ προκαλεί άγχος απ΄το τίποτα, οι διάλογοι προκαλούν νευρικότητα και η ιστορία εξελίσσεται σε συνθήκες πανικού.

Τόσο ο Άνταμ Σάντλερ, που είναι εκπληκτικός στο ρόλο του sleazy λαθρέμπορου χάρη στην τεχνική με την οποία μιλάει χαμογελώντας μέσα απ’ τα δόντια, όσο και ο Έρικ Μπογκοσιάν που είναι παντελώς ανεκμετάλλευτος απ΄το Χόλιγουντ, φώναζαν για οσκαρικες υποψηφιότητες Α’ και Β’ ρόλου.

Σε μια εποχή που οι κόμικ ήρωες κάνουν πολιτικάντικα κηρύγματα και η woke police υποτιμάει τη νοημοσύνη μας, είναι όαση να βλέπεις μια ταινία που δεν κρίνει τους ήρωες ούτε έχει μηνύματα και απαντήσεις, αλλά παίρνει το ρίσκο να ποντάρει (see what I did there?) σε αυτά που μετράνε. Όπως ήταν τα καλό αμερικάνικο σινεμά των 70’s.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #207

Jack Peñate

After You

Αν εξαιρέσουμε τα πολύ σπουδαία ονόματα της δισκογραφίας, δύο ήταν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες των οποίων τα νέα άλμπουμ περίμενα με περισσότερη αγωνία, μέσα στο 2019. Ο ένας ήταν ο Woodkid και ο άλλος ο Jack Peñate. Ο πρώτος δεν μας έκανε τελικά το χατίρι να μας τιμήσει, αλλά ο Λονδρέζος μουσικός επέστρεψε, μια δεκαετία από την τελευταία φορά που τον ακούσαμε, στο εξαιρετικό Everything Is New. Δείχνοντας με το After You ότι θέλει να εξελιχθεί με στυλ και να περάσει σε μια κομψή electro-pop δωματίου. Βγαίνει όμως κερδισμένος;

Μη σας προϊδεάσει αρνητικά η τρυφερή μα προβλέψιμη gospel αισθητική του “Prayer”, το οποίο ανοίγει τον δίσκο. Κάθε άλλο παρά απλοϊκά είναι τα πράγματα εδώ. Αυτό άλλωστε μαρτυρά το ψυχεδελικό “Loaded Gun”, που ακούγεται σαν διαστημική συνύπαρξη του Harry Nilsson με τον Roger Waters. Μην αφήσετε επιπλέον να σας αποθαρρύνουν οι αμήχανοι (και ολίγον άγαρμποι), ανατολίτικοι ρυθμοί του “Round Αnd Round”: υπάρχουν περιπετειώδη στοιχεία στην παραγωγή. Το “Cipralex”, επίσης, δεν βασίζεται μόνο στις ευκολίες της γαλανομάτας soul· οι πολλές στρώσεις κάθε τραγουδιού έντεχνης pop που σέβεται τον εαυτό του, δίνουν κι εδώ ανάλογο βάθος.

Το “Murder”, πάλι, μπορεί να ξεκινάει σαν μεταμοντέρνος Moby, αλλά στη συνέχεια ανεβάζει τον ονειροδείκτη της ακρόασης και (ω, τι θαύμα) μπορεί να χορευτεί! Το “Let Me Believe” θα μπορούσε να ακούγεται στους τίτλους τέλους μιας quirky τηλεταινίας του ΗΒΟ με έξυπνα κολεγιόπαιδα –αλλά αυτό δεν είναι κακό, αν και ούτε για να το παινεύεσαι είναι. Όπως κακό δεν είναι το να σώζονται τραγούδια σαν το “GMT”, όταν έρχονται σε αδιέξοδο, με γυαλισμένες τρομπέτες και σαξόφωνα (η άλλη εύκολη λύση που έχει ξελασπώσει κόσμο και κοσμάκη είναι η παιδική χορωδία).

Τελικά, βέβαια, θεωρούσα ότι ο Peñate θα βγει κερδισμένος επειδή η αναμονή της επιστροφής του με έκανε θετικά προκατειλημμένο. Αλλά, ακούγοντας ξανά και ξανά το After You, διαπιστώνω ότι είναι περισσότερες οι νάρκες που κινδυνεύει να πατήσει ο ακροατής, παρά τα δυνατά σημεία (ενώ το Everything Is New ήταν τόσο πλήρες σε χυμούς και απολαύσεις). Χρειάζονται δηλαδή ειδικές προειδοποιήσεις, για να αφεθεί κανείς και να μην χάσει το ενδιαφέρον του. Για να μην πω ότι το “Swept Τo Τhe Sky”, που κλείνει τον δίσκο, αν το έβγαζαν οι Coldplay θα άκουγαν τα εξ αμάξης από το κοινό που μεγάλωσε πίνοντας νερό στο όνομα του Pitchfork.

Τελικά, λοιπόν, δεν βγαίνει κερδισμένος εδώ ο Jack Peñate. Ακούγεται περισσότερο βολεμένος, παρά εμπνευσμένος. Και έχω την αίσθηση ότι σε μελλοντικές ακροάσεις θα πέσει ακόμη περισσότερο το 7 της βαθμολογίας.

Από το Avopolis

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #206

Clams Casino 

Moon Trip Radio

Υπάρχει μια σνομπ αίσθηση στο Moon Trip Radio, που με κρατάει σε συγκεκριμένη απόσταση από τα νέα τραγούδια του Clams Casino οχήματος του Michael Volpe. Στα μάτια μου, δηλαδή, φαίνονται σαν να περιφρονούν κάποιους εφαρμοσμένους κανόνες γύρω από τη διάρκεια που «πρέπει» να έχει ένα τραγούδι για χτίσει σχέση με τον ακροατή, να αναπτύξει την (όποια) ιδέα του και να προλάβει να εντυπωθεί στο μυαλό με τις απαραίτητες επαναλήψεις.

Ο Volpe μπορεί ασφαλώς να καταπατήσει ελεύθερα τους όποιους κανόνες και να ανατρέψει κάθε δεδομένο στο πλαίσιο του πειραματισμού, εάν έχει μια ρηξικέλευθη πρόταση να καταθέσει. Όμως τέτοια εφόδια δεν υπάρχουν στον καινούριο του δίσκο. Τα τραγούδια, αντιθέτως, δεν έχουν ψηθεί καλά και μένουν κάπως ημιτελή: δεν έχουν ολοκληρωθεί, ακριβώς λόγω αυτής της εστέτ αντιμετώπισης. Ακόμα δηλαδή και αν δεχτούμε ότι η «ραδιοφωνική» δύναμη δεν αποτελεί ζητούμενο στο Moon Trip Radio, δεν διαθέτουν την αξία να ενταχτούν σε καμία μουσικόφιλη μοντερνιστική καθημερινότητα.

Μερικά κομμάτια προσπαθούν να ακουστούν μυστηριώδη και περιπετειώδη. Ενώ όμως στο “Fire Blue” εμπνέονται (ευτυχώς) από την παρακαταθήκη του Burial, στιγμές σαν το “Healing” και το “NSX” μοιάζουν να έχουν γραφτεί για να επενδύσουν ηχητικά το ατμοσφαιρικό video art που θα συνοδεύει μαθήματα γιόγκα και θεραπευτικές ασκήσεις σωματικής ευεξίας. Το κολάζ ασύνδετων ρυθμών δεν είναι αρκετά τολμηρό για να κάνει παρέα με τους αληθινούς πειραματιστές και η ακρόαση του δίσκου αφήνει μια πικρή γεύση αδικαίωτων νευρώσεων. Ούτε ως all-day μουσικό τάπητα δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την κυκλοφορία. Πολύ λίγα πράγματα ξεχωρίζουν, ίσως το “Cupid Wing”.

Βέβαια προέρχεται από τίμιες συνεργασίες ο Clams Casino (Lil B, The Weeknd, Schoolboy Q)· και είναι αλήθεια ότι η θαμπή ατμόσφαιρα και τα «καπνισμένα» beats του άφησαν ιδιαίτερο στίγμα στο μοντέρνο χιπ χοπ, χαρακτηρίζοντας τη δεκαετία που μόλις πέρασε. Σε επίπεδο επίσης προθέσεων δέχεσαι ότι υπάρχουν περισσότερα πίσω από το Moon Trip Radio, εφόσον η art director Marielle Tepper σχεδίασε ψυχεδελικές, οπτικοακουστικές εικόνες για να συνοδεύσουν την ακρόασή του, με τη χρήση προηγμένου software.

Τίποτα όμως από αυτά, δεν μοιάζει τελικά αρκετό. Χρειάζεται να κάνεις έκπτωση απαιτήσεων για να μπεις στο κλίμα του Moon Trip Radio. Και τότε ίσως περάσεις καλά, γιατί στην ουσία πρόκειται για μία ατμοσφαιρική ασημαντότητα: ένα ακίνδυνο χάδι, το οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να σε κινητοποιήσει. Ούτε και να σου δημιουργήσει την αίσθηση ότι αφηγείται κάτι που έχεις ανάγκη να ακούσεις.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #205

Little Simz

Grey Area

Μέσα στον καταιγισμό κυκλοφοριών, που ξεχύνονται στην αρένα του πρωταθλητισμού, ο νέος δίσκος της Little Simz μοιάζει με μικρή σεισμική δόνηση· όσοι παρακολουθούν τη σύγχρονη μουσική, την έχουν ανάγκη σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό στην έρημο. Δεν γίνεται δηλαδή να ακούσεις το “Boss” και να μην αισθανθείς ότι σε παίρνει αμπάριζα το σαρωτικό groove της 25άχρονης Βρετανίδας. «Stop fucking with my heart», σου φωνάζει στα μούτρα, προτού αυτοπροσδιοριστεί: «I’m a BOSS in a fucking dress».

Το Grey Area είναι ντυμένο με αυτήν την ανανεωτική πνοή των πολύ δυνατών καλλιτεχνών, όσων χειρίζονται με εξυπνάδα, με μαεστρία και με «πνεύμα δρόμου» την έμπνευσή τους. Η Little Simz μοιάζει φτιαγμένη από το υλικό με το οποίο παρασκευάζονται τα μοντέρνα tablet girls της showbiz. Πρόκειται όμως για καταπληκτική μουσικό. Έρχεται περήφανα από τις εργατικές γειτονιές του βόρειου Λονδίνου, μιλάει γεμάτη αυτοπεποίθηση στο “Selfish” και μπορεί να ραπάρει τόσο για την ψυχική ισορροπία (“Therapy”), όσο και για τη διάθεσή της να μην φιλτράρει τα λόγια της (“Offend”).

Το Grey Area αποδεικνύεται απολαυστικό άλμπουμ. Δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση, ενώ έχει μέσα του ιδέες όχι μόνο τεχνικές, αλλά και μία ανήσυχη γκάμα σκέψεων: για την αυτοδιάθεση των γυναικών, το σκληρό αστικό περιβάλλον που μας περιμένει στη νέα δεκαετία και τους προσωπικούς δαίμονες που ταλανίζουν κάθε δημιουργικό μυαλό, στην ηλικία των 20κάτι.

Είναι εντυπωσιακή η εξέλιξη της νεαρής Βρετανίδας, η οποία, μετά από κάμποσα EP και 2 ολοκληρωμένα άλμπουμ, παίρνει εδώ μια γενναία καλλιτεχνική/στρατηγική απόφαση να εκτεθεί. Ο τρόπος που το κάνει είναι τεχνικά και υφολογικά θαυμάσιος, καθώς ελίσσεται μέσα από τζαζ, soul και funk ρυθμούς, ειδικά στο “101 FM”, στο “Wounds” (σπάνια η σύγχρονη reggae ακούγεται τόσο θελκτική και ώριμη) ή στο “Flowers”, με τη συμμετοχή του Michael Kiwanuka.

Aν το έβαζε με τον νου της, η Little Simz θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ένα συγκλονιστικό blaxploitation soundtrack με funk beats που να παραπέμπουν στη δεκαετία του 1970. Ευτυχώς, όμως, δεν αναλώνεται σε αναβιώσεις παλιότερων στυλ. Η κοπέλα πασχίζει να φέρει το μέλλον μια ώρα αρχύτερα. Μην την αφήσετε λοιπόν να περάσει απαρατήρητη.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #204

Vagabon – Vagabon

Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίον η Vagabon δημιουργεί ένα σύνολο από μελωδικά τραγούδια, που την κρατάνε με ασφάλεια μέσα τους. Ο νέος της δίσκος φέρνει στον ακροατή μια ευπρόσδεκτη δόση αρμονιών· ενώ όμως κάποιες σε γοητεύουν, άλλες σου γεννούν υποψίες για την αυθεντικότητα των κινήτρων τους…

Η (κατά κόσμον) Lætitia Tamko έχει ρίζες στο Καμερούν, αλλά προέρχεται από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για μια τραγουδοποιό που δείχνει έξυπνη και καλόγουστη και διαθέτει όλα τα φόντα να σαγηνεύσει ακροατές από οποιαδήποτε χώρα. Αλλά, ενώ αρχικά η μουσική της τη δείχνει σαν μια σύγχρονη απόγονο της Sade –η οποία μοιάζει παράλληλα να κατάπιε όλη την αποφασιστικότητα της Tracy Chapman– τελικά δεν σου επικοινωνεί τίποτα βαθύ και σημαντικό. Ενώ δηλαδή ακούς τη μεταξένια R’n’B παραγωγή και τα υγρά ρεφρέν μπορεί να μην βρίσκεις αμέσως κάτι σημαντικό να προσάψεις, αισθάνεσαι ωστόσο ότι απουσιάζει το βαθύτερο καλλιτεχνικό κίνητρο. Η δε πληροφορία ότι η Vagabon άντλησε έμπνευση εδώ από τη Nayyirah Waheed, την ιέρεια της αμφιλεγόμενης σχολής του Instapoetry, επιβεβαιώνει αυτό το άβολο προαίσθημα.

Η Waheed είναι υπέυθυνη για χιλιάδες αρμονικά τσιτάτα Insta-ποίησης, που έγιναν viral· και μερικά από αυτά στάθηκαν υπεύθυνα για το φετινό πόνημα της Tamko, οδηγώντας τη σε ένα μείγμα νέο-φεμινισμού και ήπιας κοινωνικής αφύπνισης. Φυσικά ο δίσκος είναι κρυστάλλινος και ποτισμένος με το «μάχιμο» συναίσθημα της διαδικτυακής εποχής. Και διαθέτει ρυθμούς καλλίγραμμους και λιγνούς, οι οποίοι προχωράνε αμέριμνοι. Σαν να μην έχει καμία σημασία οτιδήποτε άλλο, πλην της αέρινης αύρας τους.

Ξεχωρίζει η υπέροχη μελωδία του “In A Bind”, που στην κλιμάκωσή του οδηγεί σε μια προσευχή. Ιδιαίτερα είναι επίσης το “Flood”, το “Water Me Down” και το “Every Woman”, το οποίο θέλει να μιλήσει (με κάποιον τρόπο) για την εποχή του #MeToo –με τη Vagabon να ακούγεται σαν θηλυκός Bon Iver. Η φωνή της εναρμονίζεται άψογα με τη (φυσική) ενορχήστρωση και είναι οπωσδήποτε σημαντικό ότι έγραψε η ίδια τα κομμάτια, τα τραγούδησε, έπαιξε πολλά από τα όργανα και ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής.

Η Vagabon ανήκει στις ταλαντούχες της γενιάς της: στις δημιουργούς που νιώθουν ότι αρκεί μία «πλάτη» από synths και δύο στρογγυλά, ορθά λόγια, για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μιας ζωής. Όμως, αν και παρουσιάζεται σαφώς πιο ώριμη σε σχέση με τον προηγούμενο δίσκο της (Infinite Worlds, 2017), δίπλα στη Sade και στην Tracy Chapman που προανέφερα, φαντάζει σαν σελίδα του Facebook που μιλάει με τσιτάτα περί «μαγκιάς και αυτοταπείνωσης» δίπλα σε καλή λογοτεχνία. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι θα εξελιχθεί κι άλλο και θα βρει τη φωνή της. Κι ας μην είναι επιδραστική ποιήτρια. Ας μην είναι σοφή και ενάρετη. Ας είναι απλά αληθινή (αν και αυτό το τελευταίο, θύμισε έντονα Instapoetry)

Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Seekers Who Are Lovers

Το 1996 οι Cocteau Twins κυκλοφορούν το «Milk & Kisses», τον 8ο δίσκο τους που έμελλε να είναι ο τελευταίος τους. Η καριέρα τους ξεκίνησε το 1979, όταν ο κιθαρίστας και αρχιτέκτονας του ήχου του συγκροτήματος Robin Guthrie, ανακάλυψε την 17χρονη Elizabeth τον καιρό που σύχναζε μόνη της σε ένα τοπικό club στη Σκωτία. Η Elizabeth ήταν ένα ανήσυχο “πανκιό” που το είχε σκάσει από τη βίαιη οικογενειακή ζωή της. Ως έφηβη, λάτρευε τα απόκοσμα «κεντήματα» της Kate Bush στο μικρόφωνο και την δωρική, βαμπιρική ατμοσφαιρικότητα της Siouxsie.

Η Elizabeth και ο Robin θα γίνουν ένα δημιουργικό και δυσλειτουργικό ζευγάρι και που θα αγγίξει μια σπάνια καλλιτεχνική νιρβάνα για μια δεκαετία. Δύσκολα θα συναντήσουμε ανάλογη υψηλή τέχνη από τη χημεία τέτοιων μελωδικών γραμμών με νυκτωδίες και θεϊκές ερμηνείες, οι οποίες συχνά επικοινωνούσαν με τον ακροατή σε ακατάληπτες γλώσσες. Μια από τις πρώτες σπουδαίες στιγμές της Frazer που φάνηκε η μαγική της ικανότητα στο μικρόφωνο, ήταν στη διασκευή της για το «Song to the Siren» του Tim Buckley, το 1984 μαζί με το project των “This Mortal Coil”. Δέκα χρόνια μετά, η Elizabeth θα γνωρίσει τον γιο του Tim, τον Jeff Buckley, έναν από τους “καταραμένος” songwriters των 90’s που μόλις είχε βγάλει το εξαιρετικό ντεμπούτο του, με τίτλο “Grace”. Η σχέση της Elizabeth με τον Robin έχει λήξει ένα χρόνο πριν, με πολύ πόνο. Όμως το συγκρότημα θεώρησε ότι η μουσική συνεργασία τους θα μπορούσε να συνεχιστεί και δεν διέλυσε.

H ευαίσθητη Elizabeth όμως δεν μπορούσε πλέον να διαχειριστεί την συνύπαρξη στο στούντιο με τον πρώην σύντροφό της, ο οποίος μάλιστα βυθίζονταν στα ναρκωτικά, αλλά και το βάρος της φροντίδας της κόρης τους. Εκείνη την περίοδο λοιπόν, η ίδια με τον Jeff Buckley θα ζήσουν έναν σύντομο, παράφορο έρωτα. Οι δυο τους μάλιστα θα ηχογραφήσουν και ένα ντουέτο, το «All Flowers In Time Bend Towards The Sun» το οποίο θα μείνει ημιτελές και δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ (γιατί όπως είχε δηλώσει: «δεν γράφονται όλα τα τραγούδια για να ακουστούν»). Το κύκνειο άσμα του συγκροτήματος «Milk & Kisses» θα κυκλοφορήσει τελικά το 1996, με την Liz να δοκιμάζεται συναισθηματικά, ενώ ο εσωστρεφής Buckley έχει πλέον απομακρυνθεί από κοντά της.

Το τελευταίο τραγούδι που κλείνει τον τελευταίο δίσκο της καριέρας των Cocteau Twins, ονομάζεται “Seekers Who Are Lovers” και είναι γραμμένο για τη σχέση της Liz με τον Buckley. Μέσα σε όλη τη συναισθηματική φόρτιση της δύσκολης συνύπαρξης με τον Robin, η γυναίκα που χαρακτηρίστηκε «η φωνή του Θεού» αφήνεται για τελευταία φορά στον σκοτεινό, μπαρόκ ήχο της μελαγχολίας αυτού του ανεπανάληπτου συγκροτήματος και μέσα από τα αιθέρια φωνητικά της μιλάει για τον άλλο αυτοκαταστροφικό εραστή της, για τη ζωή της και για το τέλος αυτής της μακράς περιόδου. Ένα χρόνο μετά ο Jeff Buckley θα βρεθεί νεκρός μετά από μια μοιραία βουτιά σε έναν ποταμό του Μέμφις. Λίγο αργότερα οι Cocteau Twins διαλύονται οριστικά. Η Frazer δεν ακολούθησε ποτέ solo καριέρα.
Μερικά τραγούδια, μπορεί να μην είναι σπουδαία από μόνα τους, αλλά κουβαλάνε μεγάλες ιστορίες, εσωκλείουν αλήθειες, επίπονα «what if» και είναι το αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης στιγμής στο χρόνο, πριν αυτή γίνει σκόνη.

Posted in Music | Leave a comment

Marriage Story

Image may contain: one or more people

Πως γίνεται να έχεις στη διαθεσή σου:

✓Δυο πανέμορφα κουκλιά στους ρόλους του ζευγαριού
✓Μια κλασική you-can’t-go-wrong ιστορία χωρισμού
✓ Έξυπνους και γοητευτικούς χαρακτήρες της upper east side στη Ν.Υ. και του καλλιτεχνικού L.A.
✓ Δημιουργική ελευθερία με άφθονο budget.
και η ταινία να μην μπορεί να επικοινωνήσει ούτε ένα ρημάδι βιωμένο, αληθινό, ίσιο συναίσθημα;

Το Marriage Story είναι ένα γλυκόπικρο ερωτικό στόρι που έχει μόνο “φωτογένεια”. Ξέρει ακριβώς με τι θέλει να μοιάζει και μόνο αυτό πετυχαίνει. Φτιάχτηκε για να μπει σε μια λαοφιλή κατηγορία κλασικών, σπαραξικάρδιων ταινιών, όμως δεν φέρνει τίποτα αυθεντικό στο τραπέζι. Τα πάντα σε αυτή είναι όμορφα βέβαια, αλλά κάλπικα”, σαν βιτρίνα.
Η Σκάρλετ Γιόχανσον και ο Άνταμ Ντράιβερ είναι δυο υπερταλαντούχα πλάσματα που η καριέρα τους δεν έχει γνωρίσει την ελάχιστη φθορά. Άλλο πράγμα όμως η φωτογένεια και άλλο η χημεία. Οι δυο ηθοποιοί είναι eye candy, όμως φαίνεται ότι οι δυο χαρακτήρες δεν έχουν περάσει ούτε μια ώρα μαζί χωρίς την κάμερα παρούσα, σαν να μην είχαν κοινή ζωή εκτός ταινίας.

Οπότε ας πάρουμε
-> την εισαγωγή από το “500 Days of Summer” (χωρίς τη σπιρτάδα που έκανε εκείνη την ταινία την ερωτική βίβλο των millennials)
-> τους Γουντιαλενικούς δευτερότριτους χαρακτήρες που είναι χαμένοι στα θέατρα και την τέχνη και blah blah blah (όμως ο Γούντι “ξέρει” μέχρι και τον θυρωρό των κτιρίων που διαμένουν οι χαρακτήρες του, ενώ ο Μπόμπακ νομίζει ότι τους ξέρει γιατί τους έχει δει σε ταινίες του Γούντι Άλεν)
-> το θεατρικό “ξεγύμνωμα” των ηθοποιών που ξεσπάνε με μονόλογο και ουρλιάζουν (φάε καμιά σαλάτα Κινόα αγόρι μου, δεν γίνεσαι Κασσαβέτης με τέτοια κόλπα)
-> το timing των διαλόγων του Χαλ Χάρτλει (yeah right)
-> τη μελαγχολία του Before trilogy ή του Beginners (yeah right)
και το μείγμα, χτυπημένο στο μπλέντερ του υπερόπτη κινηματογραφιστή, γίνεται ένα όμορφο και επίπεδο ρομάντζο που θα ξεγελάσει κόσμο που θα νομίσει ότι του άρεσε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τους πρωταγωνιστές.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #203

Kanye West 

Jesus is King

Έκτακτο παράρτημα: Δέχτηκε τον Χριστό σαν προσωπικό του Κύριο και Σωτήρα ο Kanye West.

Να είναι άραγε όλη αυτή η εκκλησιαστική έξαψη ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο; Ή να πρόκειται για αληθινή χριστιανική αναγέννηση; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να αποδώσουμε την ηδονή που αντλεί ο Kanye West από το θρησκευτικό κήρυγμα στην ψυχολογική του κατάσταση ή στην αποτοξίνωση. Είναι πανεύκολο να αποδομήσεις έναν δίσκο χριστιανικού ραπ, ειδικά αν συνδέεται με τη reality TV/trashy δημόσια περσόνα του West. Όμως ο ελιτίστικος κυνισμός και το εξυπνακίστικο ύφος δεν μπορούν να επιτρέπονται σε ένα κείμενο κριτικής. Αφού ξεκαθαρίσαμε τα βασικά, λοιπόν, πάμε παρακάτω

Βρήκε λοιπόν τον Χριστό ο Kanye West· και ως μάχιμος, αναγεννημένος πιστός, κυκλοφορεί έναν σκληροπυρηνικό δίσκο χριστιανικού ραπ. Το Jesus Is King είναι το πνευματικό προϊόν ενός ορκισμένου μαχητή της Βασιλείας του Θεού, που αυτοανακηρύχτηκε πρεσβευτής του θελήματός Του. Η (όχι και τόσο μικρή) λεπτομέρεια στην οποία θα σκαλώσει το κοινό αίσθημα των ακροατών, είναι πως ο ράπερ δεν πουλάει μια κουλτουριάρικη, πνευματική εξερεύνηση –όπως κάνουν πολλοί indie darlings του ροκ (Nick Cave) ή πολλά mainstream acts (U2, Johnny Cash), που έχουν αποφύγει με προσοχή τη ρετσινιά της ταμπέλας της «χριστιανικής μουσικής».

Συνήθως, δηλαδή, όσοι καλλιτέχνες πουλάνε το «ο Θεός είναι η αγάπη», απλά ντρέπονται να ξενερώσουν το ακροατήριό τους και σερβίρουν την ιδέα της «αναζήτησης». Καλά κάνουν. Κάθε επαγγελματίας μάνατζερ και κάθε σοβαρή δισκογραφική, οφείλει να συμβουλέψει οποιονδήποτε καλλιτέχνη ότι μια χριστιανική στροφή θα είναι ολέθρια για τη δημόσια εικόνα του. Μπορεί βέβαια κάποιος να προέρχεται από τα gospel σπλάχνα και να περάσει στη soul –όπως παλιότερα ο Sam Cooke και η Aretha Franklin– αλλά η αντίστροφη μετάβαση, από την «κοσμική» μουσική στα χριστιανικά μονοπάτια, είναι καταστροφική. Ο Bob Dylan, ας πούμε, κυκλοφόρησε κάποια άλμπουμ χριστιανικού ροκ μετά το 1979 και αναγκάστηκε να ξαναβάλει στις setlist του τα folk τραγούδια της πρώτης περιόδου, γιατί κανείς δεν πάταγε στις συναυλίες. Το ίδιο συνέβη και με τον Al Green, που έβγαλε ωραίους χριστιανικούς δίσκους στη δεκαετία του 1980, για τους οποίους το κοινό αδιαφόρησε.

Όσον αφορά τον Kanye West, τώρα, έχει εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί το τρένο της συμβατικής καριέρας, μαζί με αυτό της λογικής. Η ψυχική του υγεία έχει κλονιστεί σοβαρά και ανεπανόρθωτα. Αλλεπάλληλα συμπτώματα έδειχναν ότι ο άνθρωπος δεν στέκει στα σύγκαλά του (όπως εκείνο το παραλήρημα πριν 3 χρόνια, όταν είπε δημόσια ότι ο Jay-Z έχει βάλει ανθρώπους να τον δολοφονήσουν)· αλλά το πέπλο του σελέμπριτι, που πάντα τον συνόδευε, τα έκανε όλα να φαίνονται «εκκεντρικά». Μέχρι που ένα βαρύ ψυχωτικό επεισόδιο τον έστειλε στο νοσοκομείο. Όταν συνήλθε από εκείνο το blackout μιλούσε πια σαν αναγεννημένος στρατιώτης του Χριστού και σαν ψηφοφόρος του Ντόναλντ Τραμπ, με κόκκινο MAGA καπέλο. Η ιστορία θυμίζει ελεύθερο ριμέικ της ταινίας Bullworth (1998), στην οποία ο Γουόρεν Μπίτι υποδυόταν έναν πολιτικό που ξαφνικά, όταν άνοιγε το στόμα του, έβγαζε ρίμες σε ραπ ρυθμό.

Το Jesus Is King είναι λοιπόν αποτέλεσμα αυτής της παρακμιακής φάσης του Kanye West. Το τεράστιο ταλέντο του οποίου όχι απλώς δεν κάμφθηκε μέσα στην όλη αλλόκοτη πραγματικότητα, αλλά βρήκε την ισορροπία που είχε πρόσφατα χάσει με το αδιάφορο Ye (2018) και με το άνισο The Life Of Pablo (2016).

Το “Every Hour” σε εισάγει σε μια παρανοϊκή ατμόσφαιρα, όπου η χριστιανική χορωδία πήρε ανάποδες στροφές, σαν κάποιος να έριξε LSD στη Θεία Κοινωνία ή να αντικατέστησε το αντίδωρο με ισχυρά space cakes. Ακολουθεί το επιθετικό, σαλταρισμένο “Selah”, με ένα beat που σου καίει το στομάχι. Ο Kanye West ξεσπάει σε αδιαπραγμάτευτο κήρυγμα, σαν τον πιο ορκισμένο Ευαγγελιστή, φτύνοντας προπαγανδιστική πώρωση που δεν αφήνει τίποτα όρθιο: ο νεοβαπτισμένος Yeezus πήρε ανάποδες και πήγε να ραντίσει με αγιασμό το ποίμνιο. Ακούστε το αλάνθαστο, ξεσηκωτικό flow στο “Follow God”, το οποίο επιβάλλει επαναληπτικές ακροάσεις (γιατί να διαρκεί 1,5 λεπτό μόνο;).

Το “Closed On Sunday”, πάλι, χτίζει μια ύπουλη ατμόσφαιρα, με ηλεκτρονικούς ρυθμούς που μαγνητίζουν. Μάλιστα στο βιντεοκλίπ ο West επιστρατεύει όλη τη φαμίλια των Kardashian –όχι μόνο την Kim, δηλαδή, μα ακόμα και την πεθερά του– που βλέπουν τη φάση σαν ένα ατελείωτο hashtag #LoveJesus. Ας είναι. Το ταλέντο του έχει σημασία και αυτό διακρίνεται εδώ, παρά το ταραγμένο του lifestyle. Ξεπηδάει για την ακρίβεια από παντού, ακόμη κι όταν ο καλλιτέχνης μας απευθύνεται μέσα απ’ το κατηχητικό που έχει χτίσει για να νιώθει ασφαλής. Οι δε επιμέρους ιδέες, αποδεικνύονται καταιγιστικές: τα διαστημικά synths που ντύνουν τις πλάτες της δέησης στο “On God” είναι συγκλονιστικά, η gospel μουσική έχει χρόνια να ακουστεί τόσο φρέσκια και σπαρταριστή όπως στο “God Is”, τα αλαφιασμένα «αλληλούια» που πέφτουν σαν όξινη βροχή στο “Selah” δεν έχουν προηγούμενο, η χρήση πειραγμένου σαξόφωνου στο “Use This Gospel” είναι πανέξυπνη…

Την εποχή του “I Am A God” (2013) ο Kanye West βρισκόταν μέσα στην ύβρη και στην υπεροψία. Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι ακόμη νιώθει έτσι: η ταπεινοφροσύνη δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του. Τα τροπάρια του Jesus Is King είναι λοιπόν βουτηγμένα στην αυταρέσκεια και στην υπερβολή. Παρά τις εξαιρετικές στιγμές και την ευρηματική παραγωγή, δεν μπορούμε έτσι να προσπεράσουμε την υποψία ότι ο δίσκος λειτουργεί περισσότερο ως ψυχοθεραπεία για τον δημιουργό του, εξυπηρετώντας την ανάγκη να βρει έναν νέο ρόλο για να απασχολεί την επικαιρότητα. Και ο ενάρετος μαύρος Ρεπουμπλικάνος, που κάνει μουσική σταυροφορία για τον Ιησού, είναι αυτός ακριβώς ο προβοκατόρικος ρόλος. Χρειάζονται όμως περισσότερα crossover τραγούδια, λίγος ρεαλισμός παραπάνω και οπωσδήποτε λιγότερη λύσσα για κήρυγμα, ώστε να μας πείσει να προσκυνήσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #202

Angel Olsen

All Mirrors

Πατάει όλα τα σωστά κουμπιά η Angel Olsen στο νέο της άλμπουμ. Αν υπάρχει μία ουσιαστική πρόοδος από την προηγούμενη δουλειά της My Woman (2016), αυτή βρίσκεται στη στέρεη και κατασταλαγμένη φιλοδοξία της να φτιάξει εναλλακτικό, σύγχρονο rock με την ικανότητα να απηχεί ακόμα και σε ανυποψίαστους ακροατές. Βρίσκει πάντα τρόπο να σε κερδίζει η τραγουδοποιός, είτε με τον βρετανικό «όγκο» στις μελωδίες, είτε με το αμερικανικό μεδούλι στην ενορχήστρωση.

Από το εναρκτήριο κιόλας “Lark”, η δεσποινίς Olsen μας βάζει υπεύθυνα σε μια βίαιη οδύσσεια συναισθημάτων. Δεν βασίζεται στην ιδιότροπη εσωστρέφεια, ούτε στους χίπστερ ψυχαναγκασμούς, ούτε τη ζορίζει κανά άγχος να προλάβει το μάταιο τρένο της επικαιρότητας. Αντιθέτως, οι μικρές οιμωγές περνάνε στα φωνητικά της, τα βιωματικά λάθη ποτίζουν τους στίχους της και το τρυφερό της δράμα θα βρει χώρο να τρυπώσει στην καρδιά του ακροατή.

Τα τραγούδια του All Mirors διαθέτουν εκείνη τη χαλαρή, «σπουδαγμένη» αισθητική, η οποία σε κάνει να νιώθεις πολύ κοντά στους λόγους που ερωτεύτηκες για πρώτη φορά το εναλλακτικό rock της Siouxsie, αλλά και στους λόγους για τους οποίους πρωτογλυκάθηκες από τη Dusty Springfield. Φαίνεται παράξενο, αλλά αυτές οι δυο κυρίες συνυπάρχουν στις επιρροές της Olsen.

Ο δίσκος εμπεριέχει μουσική για πλάσματα που κατοικούν σε ένα Shangri-La και όχι σε κάποιο αληθινό προάστιο ή σε μια ξεχασμένη και βαρετή κωμόπολη. Είναι δε γεμάτος με τραγούδια καλλίγραμμα, τα οποία αναπτύσσονται ακάθεκτα· σαν να μην έχει καμία σημασία οτιδήποτε άλλο, πλην της αέρινης αύρας τους.

Η ίδια η Olsen δεν είναι πάντως ερμηνεύτρια ικανή να αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Για παράδειγμα, το ομώνυμο “All Mirrors” ίσως να χρειαζόταν τη μπλαζέ και υγρή μελαγχολία της Lana Del Rey για να απογειωθεί. Το “Endgame”, επίσης, θα μπορούσε να αποτελεί βάση ενός τραγουδιού για τη νέα περιπέτεια του James Bond, χωρίς όμως η ίδια να έχει τη στόφα στο μικρόφωνο ώστε να το σηκώσει σε «σινεμασκόπ» επίπεδο. Γι’ αυτό και αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική στη dreamy pop που ατενίζει τα παπούτσια της στο “Too Easy” ή στο εξαίσιο “Summer” (πόσο νόστιμη ενορχήστρωση αυτό το κομμάτι), στο οποίο υποδύεται το τσαντισμένο ξωτικό, κάνοντας μια βουτιά στη θηλυκή ανεμελιά της δεκαετίας του 1990.

Η υπερταλαντούχα Olsen έφτιαξε το All Mirrors με μία δημιουργική νιρβάνα στο μυαλό της και επένδυσε σοβαρά στην παραγωγή, με αποτέλεσμα να καταφέρνει να προστατεύει τον ακροατή από τον στυγνό ρεαλισμό στιγμών όπως το “Tonight” –στους στίχους του οποίου εξηγεί στον εραστή της γιατί είναι καλύτερα να είναι μόνη της– ή όπως το “Endgame”, ένα τραγούδι χωρισμού από αυτά που δεν γράφονται συχνά πια.

Αλλά το μεγαλύτερο επίτευγμα του δίσκου είναι ότι τα τραγούδια του ακούγονται σαν να προέρχονται από μια εποχή την οποία δεν έχεις συνηθίσει να νοσταλγείς, μα σίγουρα θυμάσαι ως μια περίοδο με ακούσματα που σε είχαν συναρπάσει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment