Album Of The Week #77

Posted in Music on February 4, 2017 by InfluencesOnly

The Weeknd

Starboy

Σε μια εποχή κατά την οποία η έπαρση μοιάζει να έχει στοιχειώσει την pop επικαιρότητα, ο καλιτέχνης που έντυσε μουσικά τις μέρες και τις νύχτες των ηδονιστών χίπστερ με τη διάσημη τριλογία των mixtapes του, που έκανε τους λάτρεις του top-40 να γρυλίσουν από ευχαρίστηση και τους νοσταλγούς της πολύχρωμης πλευράς των 1980s να συντονιστούν (επιτέλους) με ένα παρόν μη αναχρονιστικό, επιστρέφει πιο σεμνός από ποτέ.

 Το Starboy είναι το πιο στρωτό και καθησυχαστικό άλμπουμ του The Weeknd, πιστό όμως εν μέρει στον πυρήνα της φιλοσοφίας «δες την ομορφιά πίσω από τη σεξουαλική παράνοια και τη βρωμιά», την οποία σερβίρει πολύ πετυχημένα τα τελευταία χρόνια. Το υποφωτισμένο genre του «pervert R’n’B» δοξάστηκε από τούτο τον αξιόλογο soul star, όμως το Starboy τον βρίσκει μπερδεμένο: χωρίς να μην μπορεί να ξεφύγει από τη μανιέρα του, αλλά και χωρίς να είναι έτοιμος ψυχολογικά να αγκαλιάσει χωρίς αναστολες το mainstream. Άλλωστε, όπως ομολογεί στο “Reminder”, «goddamn, bitch, I am not a Teen Choice».

Όσο γοητευτικά και να ηχούν λοιπόν τα κελαρυστά hooks, όσο βελούδινες και να ακούγονται οι λεπτές, μελωδικές υφάνσεις των τραγουδιών, τίποτα δεν μπορεί να παραγκωνίσει την άβολη αίσθηση ότι ο δίσκος περιέχει παραπάνω «γεμίσματα» απ’ ότι επιτρέπεται. Κομμάτια όπως το “Love Τo Lay” και το “Attention” ανήκουν στα πιο προβλέψιμα που έχει υπογράψει ο Weeknd, ενώ τα “Nothing Without You”, “Die For You” και “All I Know” συγκροτούν το πιο αδιάφορο σερί της μέχρι τώρα δισκογραφίας του. Ίσως να φταίνε τα 70 λεπτά στα οποία εκτείνεται το Starboy, διάρκεια που επέτρεψε να παρεισφρήσουν αυτές οι ασημαντότητες –η περιεκτικότητα των παλιότερών του EP ήταν η τακτική που έπρεπε να εφαρμοστεί κι εδώ.

Υπάρχουν φυσικά τραγούδια μελιστάλαχτης και αθυρόστομης soul, ιδανικά για ερωτικές ολονυχτίες (“Six Feet Under”) ή αφορμές για εκστατική pop στην πίστα (“Rockin’”), καθώς και άφθονη ηλεκτρονική funk, τίγκα στην ενέργεια. Όμως η χυμώδης ποικιλομορφία των ιδεών εξατμίζεται για πρώτη φορά τόσο γρήγορα και τελικά ξεπέφτει σε λύσεις όπως το “Secrets”: έναν κατακλυσμό από 1980s κλισέ, ανάμεσα στο “Pale Shelter” των Tears For Fears και το “Talking In Your Sleep” των Romantics. Επιπλέον, τραγούδια όπως το “A Lonely Night” και το “Die For You” ζωντανεύουν το φάντασμα του Michael Jackson (της εποχής του History, όμως).

Άφησα για το τέλος τις δυνατές συνεργασίες του The Weeknd, γιατί το εύκολο (και το επιθυμητό της δισκογραφικής του) είναι κάθε κείμενο να κρεμαστεί από αυτές. Πραγματικά, το εθιστικό “Starboy” διαθέτει λυγερή μελωδία, που απογειώνει τα διαστημικά tempo των Daft Punk. Το σκοτεινό “Stargirl”, πάλι, αξιοποιεί τη μπλαζέ σαγήνη της Lana Del Ray, ενώ η αρμονική, σάρκινη soul του “Sidewalks” αγκαλιάζει το cool ραπάρισμα του Kendrick Lamar. Όσοι όμως ενθουσιάστηκαν με τον Weeknd (οι ηδονιστές χίπστερ, οι λάτρεις του top-40 και οι νοσταλγοί της πολύχρωμης πλευράς της δεκαετίας του 1980 που λέγαμε πιο πάνω), θέλουν να τον απολαύσουν μόνο, πρωταγωνιστή και περιπετειώδη.

Από το Avopolis

Split

Posted in Cinema on February 3, 2017 by InfluencesOnly

5720_D005_00149.jpg

Παρά την φήμη που τον συνοδεύει, ο M. Night Shyamalan δεν βασίζει το σινεμά του αποκλειστικά στις ανατροπές και τα plot twist. Αυτό που ισχύει είναι πως ο σκηνοθέτης βρίσκει το knack του όταν έχει χώρο να στήσει το σασπένς μέσα από την κίνηση της κάμερας και όταν υπαινίσεται τον τρόμο έξω από το κάδρο. Το Split είναι η 10η ταινία του διάσημου δημιουργού (αν θεωρήσουμε ότι η καριέρα του αρχίζει με την «Έκτη Αίσθηση») Μετά την εναρκτήρια, αριστοτεχνική σκηνή, όπου ο αναίτιος τρόμος συγκρούεται με μια σκηνή αθώας καθημερινότητας, το φιλμ δείχνει μια ανημπόρια να αυτοπροσδιοριστεί αισθητικά. Πάντως ανάμεσα στο διεστραμμένο παραμύθι και την άσκηση ύφους, ο θεατής αντιλαμβάνεται τι είναι η ταινία που βλέπει: ένα κλειστοφοβικό κοκτέιλ του Oldboy με το 10 Cloverfield Lane. Φυσικά το φιλμ ως προς τη φιλοσοφία του τρόμου, παρουσιάζει εντυπωσιακή έλλειψη γνώσης ή αδιαφορία σχετικά με τις νοητικές διαταραχές και τις επιπτώσεις τους. Ακόμα και αν προσπεράσουμε τον επιστημονικό ρεαλισμό, οι συμπεριφορά ενός ατόμου με πολλαπλές (23 τον αριθμό) προσωπικότητες, εδώ δεν αντιμετωπίζονται με την σινεφιλικά υπερβολικό στυλιζάρισμα ενός Ντε Πάλμα, αλλά με τη σοβαροφανή φιλοδοξία να προστεθεί ένας σκόμα villain στο πάνθεον των ψυχωτικών του κινηματογραφικού τρόμου (Νορμαν Μπέιτς, Τζον Ντο κτλ) Ουτε κατά διάνοια…

5720_D019_00214.jpg

Το Split είναι το πιο σκληρόπετσο και αγέλαστο έργο του Shyamalan όμως οι σκηνοθετικές νάρκες που προκαλούν ανατριχίλες είναι καλά τοποθετημένες στον ιστό της ιστορίας, καθώς η απαγωγή των τριών ανήλικων κοριτσιών γίνεται όλο και πιο πνηγηρή και αδιέξοδη. Ο Kevin (ο απαγωγέας) υιοθετεί μια διαφορετική περσόνα κάθε φορά – μια αυταρχική μητέρα, έναν επιστάτη, ένα τρομαγμένο παιδι κτλ. Οι συνεδρίες του Kevin με την ψυχολόγο του κινούν σεναριακά το μυστήριο και «αερίζουν» την ταινία από το κλειδαμπαρωμένο υπόγειο. Κάπου εκεί ο υποψιασμένος θεατής θα πρέπει να παραβλέψει κάποιες παραψυχολογικές μπαρούφες σχετικά με το πως το βαθύ τραύμα ξεκλειδώνει δυνάμεις του εγκεφάλου μας, αλλά δύσκολα θα προσπεράσει τον μισογυνικό συντηριτισμό του σεναριογράφου σκηνοθέτη. Σύμφωνα με την διαταραχή του Kevin, ο ήρωας δεν αντέχει τη θέα βρώμικων ρούχων και απαιτεί από τις ανήλικες κοπέλες να μείνουν με τα εσώρουχά τους. Πέρα από το exploitation αυτής της παραμέτρου, υπάρχει η «αποκάλυψη» περί αγνότητας της παρθενίας που θα προστατέψει την πιο τολμηρή ηρωίδα. Ακόμα όμως κι αν αυτά είναι αναμενόμενα σαν συνήθεις πρακτικές των slasher movies, το σενάριο τοποθετεί τον Kevin να είναι πιο «τρομακτικός» όταν τον καταλαμβάνει μια γυναικεία περσόνα – πράγμα που υπογραμμίζει πως η θέα ενός άνδρα σε γυναικεία ρούχα με θυληπρεπή συμπεριφορά, αποτελεί θέαμα φρίκης.

Ο Τζέιμς Μάκαβοι είναι επαρκής και αφωσιωμένος στο ρόλο του αλλά δεν είναι πραγματικά τρομακτικός ούτε προκαλεί συμπάθεια ή οίκτο. «Διχασμένος» ανάμεσα στην βιρτουοζιτέ και την ανάγκη να παίζει με τις προσδοκίες του κοινού, ο Shyamalan καταφέρνει να μας πείσει πως δεν πρέπει να τον ξεγράψουμε καθώς πρόκειται για ικανότατο αφηγητή. Είτε υπογράφει ένα μοντέρνο αριστούργημα (Unbreakable) είται μια από τις χειρότερες ταινίες όλων των εποχών (The Last Airbender), έχει τον τρόπο του να μας απασχολεί. Οι εμμονές του είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, κάτι που κορυφώνεται στο Split με το σχεδόν ενοχλητικά αυτοαναφορικό του φινάλε, αλλά και η ξεροκεφαλιά του, στα όρια γαιδουριάς, να υπογράφει χωρίς τη βοήθεια άλλων τα σενάρια.

5720_TP_00008R.jpg

Από το Movieworld

Jackie

Posted in Cinema on January 31, 2017 by InfluencesOnly

Στο πάνθεον των πρώτων κυριών της Αμερικάνικης ιστορίας, η Τζάκι Κένεντι απέσπασε τη μεγαλύτερη φήμη αλλά η ίδια δεν ήταν Έλενορ Ρούβλετ, πόσο μάλλον Μισέλ Ομπάμα. Δεν είχε πολιτικές ανησυχίες, δεν την απασχόλησαν οι μη προνομιούχοι, δεν ταξίδεψε σε ασθενέστερες χώρες και σίγουρα δεν ήταν σε θέση να συμβουλεύσει τον άντρα την σε θέματα πολέμου. Η παρουσία της περιορίζονταν στον παραδοσιακό ρόλο της αριστοκράτισσας μητέρας, της διακοσμήτριας του Λευκού Οίκου και του κομψού icon με μεγάλη γκαρνταρόμπα.

Ο σκηνοθέτης Pablo Larraín, στην βιογραφική του προσέγγιση της Τζάκι επιχειρεί μια σκοτεινή ενδοσκόπηση σε όσα συνέβαιναν στο σοκαρισμένο μυαλό της, τις ημέρες αμέσως μετά την δολοφονία του Τζον  Κένεντι. Μέσα από ελλειπτικό μοντάζ και σκόρπιες στιγμές, παρακολουθούμε μια ταραγμένη γυναίκα που από το ροζ συννεφάκι στο οποίο ζούσε, για να λαμπρύνει τα πιο υγρά όνειρα των μόδιστρων και να εμπνεύσει τις νυκοκοιρές που ξυπνούσαν αμήχανες από τα όνειρα των baby boomers, βρέθηκε να μαζεύει τα μυαλά του άντρα της από τη λαμαρίνα ενός κάμπριο αυτοκινήτου. Η εξομολογητική συνέντευξή της με έναν δημοσιογράφο (Billy Crudup) δίνει αφορμή για πισωγυρίσματα στο χρόνο, με τα jump-cut στο μοντάζ να δημιουργούν ένα νοητικό σλάλομ ανάμεσα στις πρώτες μέρες στον Λευκό Οίκο το 1962 και τις ταραχώδεις ημέρες μετα την μυστηριώδη δολοφονία. Εκεί βλέπουμε την Τζάκι να είναι στωική σύζυγος, αφοσιωμένη κυρία, λάτρης της (ακριβής) τέχνης, έρμαιο της αυλής της, μαύρη χήρα και ξανά από την αρχή, σε έναν ασπόνδυλο αφηγηματικό κύκλο. Στο μεταξύ στις σκηνές της μετωπικής συνέντευξης, φαίνεται ότι πρόκειται για άκρως υπολογιστική γυναίκα που ξέρει καλά να διαμορφώνει την δημόσια εικόνα της και να οχυρώνεται πίσω απ’ αυτήν.

1jackie.jpg

Το μεταμοντέρνο biopic είναι προσαρμοσμένο πάνω στο σώμα τη Natalie Portman η οποία παίρνει τόσο σοβαρά το δυσυπόστατο ρόλο της. Η δουλειά της σε επίπεδο προφοράς και κινησιολογίας «φαίνεται», και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην προσπάθειά της να ανασκευάσει τη μυθική εικόνα της Τζάκι, μέσα από εξομολογήσεις στον ιερέα, από στιγμές υπόκωφης απελπισίας και από επικοινωνιακό αδιέξοδο με την ισχυρή ελίτ της Αμερικής. Το πρόβλημα είναι οτι όλα αυτά τα προσπαθεί με σχετική αστοχία και φυσικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να ξεγελάσει το κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους.

Η Τζάκι αρνήθηκε να υπάρξει «γήινη» και γι’ αυτό ήταν πάντα γοητευτική στα μάτια όλων. Εδώ ακριβώς αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει καλή ερμηνεία πάνω σε ένα γυναικείο αρχέτυπο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη. Η Portman παριστάνει (δεν ερμηνεύει) την Τζάκι, όμως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας γυναίκας, που παρά την χρυσοθηρία και την φωταγωγημένη ματαιοδοξία της, ήταν πάντα θελκτική και ερωτεύσιμη. Η Portman πνίγεται σε ερμηνευτικά τερτίπια νομίζοντας ότι η παραμικρή στραβοτιμονιά στα βλέφαρα ή τα χείλη θα εξαφάνιζε από πάνω της την εικόνα της Τζάκι. Η ταινία πορφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Όμως ακόμα και μετά από ένα τόσο ημιτελές και προβληματικό πορτρέτο μιας γυναίκας που από τα ροζ Chanel έφτασε να είναι ψυχολογικά ράκος στο απόγειο της επιρροής και της δύναμής της, ο θεατής βγαίνοντας στην πραγματικότητα που τον περιμένει έξω από την αίθουσα και αφού αντικρύσει μια βίζιτα όπως την Μελάνια Τραμπ στην ίδια θέση, θα πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την πολιτισμική παρακμή που έχει ποτίσει σχεδόν τα πάντα.

2jackie.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #76

Posted in Music on January 27, 2017 by InfluencesOnly

Rolling Stones

Black & Blue

Στις αρχές του 1962, δυο κολλητοί παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues, παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια εμφάνιση του σχήματος του κιθαρίστα Alexis Korner σε ένα λονδρέζικο club. Οι δυο νεαροί ήταν ο Mick Jagger και ο Keith Richards, οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία, ως Rolling Stones. 54 χρόνια μετά, οι ίδιοι άνθρωποι –παρέα με τον Charlie Watts και τον Ron Wood– κλείνονται για 3 μέρες στο στούντιο και ηχογραφούν το Blue & Lonesome, αντλώντας από την ίδια αστείρευτη πηγή, τα blues του βαθύ Νότου, του Δέλτα και του Σικάγο. Πρόκειται για τον μόλις 2ο δίσκο των Stones που περιέχει αποκλειστικά διασκευές (ο πρώτος ήταν το The Rolling Stones του 1964) και τον πρώτο τους που αποτελείται από 100% blues υλικό.

Οι Stones ήρθαν σε επαφή με αυτούς τους ήχους στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στην Αγγλία. Η καταπιεσμένη λαγνεία και ο φτωχικός καημός των σκληρών και αδικημένων μαύρων αρσενικών, ακουγόταν σαν μια ξένη γλώσσα που ήθελαν να μάθουν. Αποπειράθηκαν λοιπόν να σερβίρουν ξανά στην Αμερική τα καλοχωνεμένα riffs της γόνιμης παράδοσης της βαμβακοφυτείας, με τον Jagger να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Richards να ασελγεί στις φόρμες του Muddy Waters. Αν υπάρχει ένα αληθινό επίτευγμα στο φετινό Blue & Lonesome, είναι ότι μπορούν ακόμη σε κάνουν να αισθάνεσαι άχρονος ακροατής, με τη δυνατότητα να ταξιδεύεις με τη δική σου χρονοκάψουλα στο Μέμφις και στο Τενεσσί της δεκαετίας του 1940.

Η περικυκλωτική παρουσία του hype που κουβαλάει η μπ(ρ)άντα των Stones και η ασφυξία της απροβλημάτιστης κριτικής είναι συνήθως αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια των δυσκίνητων δισκογραφικά Jagger & Richards. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ενστικτώδεις ηχογραφήσεις, που δεν τάζουν «μεγαλεία». Αντιθέτως, η μπάντα προβαίνει σε μια ειλικρινή συνδιαλλαγή με τις ρίζες της, στεκόμενη με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνισμό περί ρεβιζιονισμού. Από την αλανιάρα τυπολογία του “Shake ‘Em Οn Down” και τη ρυθμική βρωμιά του “Commit A Crime”, ο Richards με την ασίγαστη όρεξή του αγκαλιάζει τη μελωδική συμμετρία και ο Jagger, με έκφυλο coolness, εκφέρει μοναδικά στίχους όπως «call the plumber darling, must be a leak in my drain».

Πρόθυμος αρωγός ο Eric Clapton, ο οποίος κοσμεί με τα σόλο του κομμάτια όπως το “Everybody Knows About My Good Thing” του Little Johnny Taylor, που ακούγεται με διασταύρωση των blues και της soul, σε κάποιον σκονισμένο δρόμο στην καρδιά της Λουιζιάνα. Ακούστε τις κραυγές πάνω στα μονότονα μα εύστροφα hooks του “All Οf Your Love”, την πνιγμένη στο μπέρμπον απελπισία του “Little Rain” ή τη φυσαρμόνικα που ηχεί σαν εκτροχιασμένη αμαξοστοιχία στο “I Gotta Go”. Οι άνθρωποι που για χρόνια φέρονται όχι σαν μουσικοί αλλά σαν μέτοχοι μιας επικερδούς επιχείρησης, δεν επιτρέπουν να παρεισφρήσει ούτε στιγμή η υποψία δεσμεύσεων συμβολαίου και παραγγελιάς. Δεν υπάρχει δηλαδή η άβολη αίσθηση του προμελετημένου –στα δικά μου μάλιστα αυτιά, οι Stones ακούγονται εδώ νεότεροι απ’ ότι στο A Bigger Bang του 2005 (για να μην πω και από το Voodoo Lounge του 1994).

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε 3 μόλις μέρες και έτσι πολλά τραγούδια βγήκαν μονοκοπανιά, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι ότι οι Rolling Stones κοιτάζονταν στα μάτια και (επιτέλους) έπαψαν να παίζουν από την κορυφή του βουνού. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλά άλλωστε ότι τα blues αγγίζουν το μέγιστο δυνατό εκτόπισμά τους όταν είναι απογυμνωμένα και όχι όταν βομβαρδίζονται από υπερπαραγωγές. Διασκευάζοντας λοιπόν τους δίσκους 45 στροφών των Magic Sam, Little Walter και Bukka White, οι Stones μειδιάζουν απέναντι στις απελπισμένες πλατφόρμες κατανάλωσης μουσικής, σε έναν δίσκο που, αντίθετα με τον τίτλο του, είναι γεμάτος ζωή και αναβλύζουσα χαρά.

Φυσικά και θα προτιμούσα αυτόν τον ενθουσιασμό από τη συγκεκριμένη φλέβα έμπνευσης να τον εφάρμοζαν σε ένα set από αυθεντικές συνθέσεις, αλλά, όπως μας έχουν συμβουλεύσει παλιότερα, «you can’t always get what you want».

Απο το Avopolis

Moonlight

Posted in Cinema on January 26, 2017 by InfluencesOnly

20151017_Moonlight_D04_C1_C8A0484.jpg

Σπάνια ο ανεξάρτητος Αμερικάνικος κινηματογράφος (για το mainstream κύκλωμα ούτε λόγος) εξερευνά σε τόσο βάθος το ζήτημα της ταυτότητας και μάλιστα με τέτοια σπαραξικάρδια ομορφιά, όσο το κομψοτέχνημα του Barry Jenkins με τίτλο “Moonlight”. Ένα θαυματουργό φιλμ με ιαματικές ιδιότητες. Η σεξουαλική και συναισθηματική αναγέννηση είναι η ιστορία του φοίνικα που αναδύεται από τις στάχτες του. Το Moonlight είναι μια οδυνηρή στην καρδιά αλλά δραματικά ρεαλιστική ταινία που δεν ηθικολογεί όυτε είναι χειριστική. Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ταινίας που δεν κάνουν λάθος επιλογή, είτε στο μοντάζ είτε στο σενάριο, ούτε στην προσέγγιση των χαρακτήρων. Χωρισμένη θεματικά σε τρεις ενότητες, μέσα από τη ζωή του Chiron, ξεδιπλώνεται όλη η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης οτι όσα νομίζεις ότι σε χαρακτηρίζουν, δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά που κατακάθονται ως ίζημα είναι μη διαπραγματεύσιμα. Η ερώτηση “Who is you, man?” πλανάται στον αέρινο ιστό του φιλμ. Στο πρώτο μέρος ο Chiron είναι ένα εννιάχρονο παιδί που μεγαλώνει δίπλα στην εθισμένη στο κρακ μητέρα του. Στο δεύτερο μέρος είναι ένας εσωστρεφής 16άρης που στέκεται σιδηροστόμαχα απέναντι στη βία του προαυλίου και στο τρίτο είναι ένας σκληρός γκάνγκστερ, λίγο πριν τα τριάντα, ερμητικά κλεισμένος στη μοναξιά του και τις μύχιες επιθυμίες του.

20151025_Moonlight_D10_C1_K1_0610.jpg

«Μπορείς να είσαι ομοφυλόφυλος αλλά δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν να σε αποκαλεί αδερφή». Μια σπάνιας ωριμότητας συμβουλή από τον άτυπο κηδεμόνα του μικρού Chiron, στην καρδιά του ομοφοβικού γκέτο, φέρνει δάκρυα στα μάτια. Το Moonlight είναι μια σπάνια, τρυφερή ταινία, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω», της πρώτης επιθυμίας, της οργής απέναντι στον κυνισμό και απέναντι  σε κάθε παραλογισμό ή αναίτια προδοσία που μας στοιχειώνει τις ζωές. Τρεις ηθοποιοί, σε τρεις ενότητες συμπλέουν σε ένα ακάνθινο και τρυφερό ταξίδι με προορισμό την αγάπη, από την «βάπτιση» στα νερά μιας συνοικίας στο Μαιάμι, σε μια εριστουργηματική σε απόδοση, ερωτική σκηνή, μέχρι τη συνάντηση δυο ανθρώπων σε ένα ξεχασμένο diner με ένα Juke Box να αγκαλιάζει σαν ζεστή κουβέρτα την ανάγκη για επαφή.

Από το Movieworld

20151104_124920_Moonlight_D16_0367.jpg

Hell or High Water

Posted in Cinema on January 20, 2017 by InfluencesOnly

1hell.jpg

Χάνει οριστικά το γοητευτικό πλεονέκτημα του παραγνωρισμένου σκηνοθέτη ο Σκωτσέζος Ντέιβιντ Μακένζι με αυτή την ταινία του. Ο εξαιρετικά ικανός δημιουργός υπέροχα σκοτεινών δραμάτων όπως Hallam Foe και Young Adam, κάνει έδρα του αυτή τη φορά το Texas για μια αρχετυπική ιστορία με κλέφτες κι αστυνόμους. Με τα πιο αγνά υλικά της παραδοσιακής Αμερικάνικης παράδοσης, σαν μοντέρνος Νίκολας Ρέι, καταφέρνει και αγγίζει τα όρια του μεγαλειώδους κινηματογράφου.

Το σενάριο που υπογράφει ο Taylor Sheridan (Sicario), εξετάζει τη σχέση δυο αδερφών, του Toby και του Tanner. O Chris Pine και ο Ben Foster βρίσκονται στους ρόλους των δυο βρώμικων αδερφών που εξαπολύουν ένα σερί ένοπλων ληστειών, ενώ στο κατόπι τους βρίσκεται ο βετεράνος αστυνομικός Marcus Hamilton με τον συνέταιρό του, τον Alberto Parker. Τα όργανα τις τάξης ερμηνεύουν ο Jeff Bridges με το ζεν και στωικό του βλέμμα και ο Gil Birmingham. Ο φακός του Mackenzie μας καθηλώνει, ειδικά όταν βρισκόμαστε εν μέσω των βεβιασμένων, απρογραμμάτιστων και συχνά πανικόβλητων ληστειών, με μια ένταση που εντείνει το αυτοκαταστροφικό παίξιμο του Ben Foster στο ρόλο ενός μανιακού χαρακτήρα με εμφανές death wish και με εμμονή να ζει στα όρια. Τον εξισορροπητικό ρόλο με την πραγματικότητα και τον ρόλο ευθύνης αναλαμβάνει ο Chris Pine. Ο στόχος του είναι να αποκτούν όσα μπορούν να κουβαλήσουν και να αποφεύγουν το αλόγιστο ρίσκο στο οποίο χάνεται ο αδερφός του.

3hell.jpg

Μη γελιέστε από την b-movie σημειολογία και το All American δράμα που αποπλέει η ταινία. Το Hell Or High Water είναι ένα σφριγηλό σε υφολογία και μοντέρνο σε αισθητική Γουέστερν, αλλά κυρίως σοφό στην οπτική του περί αυτοδικίας και κοινωνικής βίας. Αντλώντας από το σινεμά της δεκαετία του 70 και κάνοντας σλάλομ από τον crime ρομαντισμό του Bonnie & Clyde (1967) μέχρι το ερεβώδες ανθρωποκυνηγητό του Heat (1995), ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα μοντέρνο, σκονισμένο αριστούργημα που θα μείνει κλασικό. Χωρίς την ειρωνεία και την διάθεση για ανατροπή των Κοέν και χωρίς τη μονοδιάστατη macho, εμμονή για ηθικούς διδακτισμούς του σινεμά του Ίστγουντ. Ο Bridges είναι ξανά εδώ σε mode True Grit και ρίχνει τις ατάκες του σαν να μασάει βαμβάκι. Η θλιμμένη όψη του, τα καλόκαρδα ρατσιστικά πειράγματα στον Μεξικάνο συνέταιρό του και η σοφία του λόγου του εντυπώνονται σε κάθε σκηνή. Μετά τη θέαση της ταινίας, κρατήστε κοντά στην καρδιά σας τα λόγια του: “I never met nobody got away with anything, ever”.

4hell.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #75

Posted in Music on January 19, 2017 by InfluencesOnly

Sting

57th & 9th

Έπειτα από μια 13χρονη απουσία από την pop/rock επικαιρότητα, ο Sting επανέρχεται στα γνώριμα mainstream μονοπάτια στα οποία θησαύρισε. Για πολύ καιρό, ο Βρετανός σταρ βουτούσε με τα μούτρα να ηχογραφήσει οτιδήποτε του κινούσε παρωδικά το ενδιαφέρον, προκειμένου να επιδείξει ποικιλία και ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες: μιούζικαλ, κλασική μουσική, κάλαντα κ.ά. Με το 12ο άλμπουμ του με του 57th & 9th, λοιπόν, μάλλον θέλει να πειθαρχήσει ξανά σε πλαίσιο ψυχαγωγικών, στρογγυλών rock τραγουδιών για λαϊκή κατανάλωση και ραδιοφωνικό airplay. Ο δίσκος έχει δανειστεί το όνομά του από τη συμβολή των οδών στο Hell’s Kitchen του Μανχάταν, όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήθηκε –μια προφανής ένδειξη νεοϋορκέζικης ταυτότητας και τάχα μου αυθεντικότητας στο όραμα. Όμως από το “I Can’t Stop Thinking About You” μέχρι την ανούσια cross dressing ιστορία των στίχων του “Pretty Young Soldier” και από τις προβλέψιμες ανατολίτικες επιρροές του “Inshallah” μέχρι το (ψευδο)μιούζικαλ του “Heading South On The Great North Road”, τα πάντα εδώ σέρνονται σε βαθμό απελπισίας.

Δυστυχώς ο Sting υποφέρει δραματικά σε εμπνεύσεις. Μπερδεύει την ανανέωση με το μπότοξ και επιδίδεται σε ένα κυκλοθυμικό παιχνίδι με το παρελθόν του, ως super star της απαστράπτουσας πρώτης εποχής του MTV. Τα κομμάτια του δίσκου διαβρώνονται έτσι μέσα σε ελάχιστα λεπτά ακρόασης, εξαιτίας της δυστοκίας τους να σε κάνουν να νοιαστείς έστω για μια στιγμή. Στο “If You Can’t Love Me”, ο Sting προσπαθεί να αναβιώσει ανεπιτυχώς τον εμμονικό αφηγητή του “Every Breath You Take” των ένδοξων ημερών των Police. Στο “50.000”, πάλι, προσπαθεί μάταια να γεννήσει το «sing-a-long anthem» για τα γεμάτα στάδια που τον περιμένουν, ενώ γκαζώνει με σπασμένα φρένα (sic)· τρίζει επίσης λίγο τα δόντια του στο “Petrol Head”, έτσι, για την αλητεία. Τραγούδια άχρωμα και άγευστα, δίχως τη στοιχειώδη συνθετική λειτουργικότητα. Και σιγά το σχόλιο του “Inshallah” επάνω στο προσφυγικό… Προσπεράστε, αν δεν έχετε χρόνο για χάσιμο.

Από το Avopolis

Paterson

Posted in Cinema on January 18, 2017 by InfluencesOnly

1pat.jpg

Ένα κινηματογραφικό ποίημα για τα καλά πνεύματα της πόλης.

Ο τρόπος που ο Τζιμ Τζάρμους αγκαλιάζει το περιθώριο είναι μοναδικός. Καταφέρνει να το αναδείξει και να το κάνει cool, χωρίς να αφήνει την ιδέα της παρακμής να παρεισφρήσει στο συμμετρικό κάδρο. Το “Paterson” είναι η 12η fiction ταινία του υπέρ-cool σκηνοθέτη και πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην τάξη και το χάος. Πρόκειται για έναν ήπιο διαλογισμό πάνω στη δημιουργία και την ποίηση του δρόμου. Ένα φιλμ που δεν ανήκει πουθενά και ανοίγει το πνεύμα σου προς νέες κατευθύνσεις και διαστάσεις που δεν είχες διανοηθεί. Ο Adam Driver υποδύεται έναν οδηγό λεωφορείου που ονομάζεται Paterson και συμπωματικά ζει στην περιοχή του New Jersey με το ίδιο όνομα. Ο ήρωας είναι βουτηγμένος σε μια σωτήρια ρουτίνα. Ζει στο διαμέρισμα της Laura (έξοχη η Golshifteh Farahaniτ στον ρόλο της συντρόφου του), εργάζεται στωικά, βγάζει βόλτα τον σκύλο τα βράδια, πίνει μια μπύρα στο μπαρ της γειτονιάς και κάποιες ώρες τη μέρα αποτυπώνει την ποίησή του σε ένα τετράδιο. Ο κόσμος του είναι φαινομενικά μικρός, όπως και οι φιλοδοξίες του. Η Laura θέλει να τον πείσει να εκδώσει την ποίησή του ώστε να διαβαστεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια θέλει να εκπληρώσει τα δικά της σχέδια: να γίνει τραγουδίστρια της κάντρι (κάτι σαν την Patsy Cline) και να πουλάει τα καπ κεϊκ της.

Αρχικά αντιμετωπίζουμε με οίκτο τη ρουτίνα του Paterson, νομίζοντας ότι βρίσκεται σε μια σιωπηρή απόγνωση. Υπογράφει ποιήματα που αναφέρονται σε ασήμαντα πράγματα και δεν έχει τη φιλοδοξία να πάρει Νόμπελ. Όμως ο Paterson βλέπει την ποίηση παντού. Μιλάει για τις δυνατότητες ενός σπίρτου λέγοντας: “…lighting, perhaps, the cigarette of the woman you love for the first time.” Δεν οργίζεται και δεν έχει καμία διάθεση να γειώσει τις χίπστερ εμμονές της ελαφρόμυαλης συντρόφου του. Κάθε πρωί τον βρίσκει στην αγκαλιά της. Η χαμηλοβλεπούσα επανάληψη των ημερών του, λειτουργούν καθαρτήρια σε μια έξοδο στο φως. Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα, στο τελευταίο πείραμα του Τζάρμους. Η σοφία πίσω από την παρατήρηση του μεροκαματιάρη ποιητή εστιάζεται στον αντι-δραματικό τόνο. Η ομορφιά βρίσκεται παντού αλλά όχι στις σακούλες που χορεύουν στον άνεμο όπως μας δίδαξε το Χόλυγουντ στο κάθε American Beauty, αλλά σε όλα όσα είναι ικανά να πυροδοτούν την πρώτη λέξη σε μια λευκή σελίδα τετραδίου. Πρόκειται για ταινία σπάνιας εσωτερικής ομορφιάς, με ευγενική ψυχή. Είναι η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης ότι τα πραγματικά σπουδαία χρειάζονται εκπαιδευμένο μάτι για να τα δεις. Είναι η εκδίκηση του καλού που δεν επιτρέπει στα πάθη και τη φιλοδοξία να βρίσκουν χαραμάδες να τρυπώσουν και να παράγουν διάλυση. Είναι μια μπαλάντα για τα καλά πνεύματα της πόλης από ένα ειλικρινή δημιουργό που δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει.

3pat.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #74

Posted in Music on January 17, 2017 by InfluencesOnly

Justice

Woman

Για περίπου 5 χρόνια, οι δύο Γάλλοι μουσικοί που κρύβονται πίσω από την επωνυμία Justice, παρέμειναν διακριτικά στο παρασκήνιο. Ο Gaspard Augé και ο Xavier de Rosnay έχουν να τραβήξουν από το μανίκι την επικαιρότητα από το 2007, όταν είχαν κυκλοφορήσει το υπερ-επιτυχημένο single “D.A.N.C.E.”. Φέτος λοιπόν κάνουν νέα εξόρμηση, παραμένοντας οχυρωμένοι κάτω από επιβλητικούς σταυρούς.

Αν και τα τραγούδια του Woman όταν παίζονται στη σειρά ηχούν απολαυστικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις πιο πυρετώδεις και φρενήρεις εποχές ακμής της clubbing κουλτούρας θα ακούγονταν μπανάλ και ελαφρώς δευτεροκλασάτα. Το εναρκτήριο “Safe Αnd Sound” είναι μια βραδείας καύσεως άσκηση ύφους στην αστική disco, με έξοχη χρήση χορωδίας και εθιστικό groove. Ακολουθεί το “Pleasure”, ένα mellow καλούδι που λιβανίζει περήφανα τη χορευτική soul των αρχών του 1980. Από το “Alakazam” και μετά, όμως, επανερχόμαστε χρονικά στο ζοφερό παρόν της ηλεκτρονικής μουσικής.

Τα πράγματα αρχίζουν και θολώνουν από το “Chorus” και μετά, ειδικότερα χάρη στα άβολα πρώτα 2 λεπτά κατά τα οποία περιμένουμε να πάρει μπρος το κομμάτι. Το “Heavy Metal”, με το σχεδόν ανατριχιαστικό intro –σε ύφος ταινίας τρόμου– δεν ξέρει προς τα πού να πάει, ενώ θυμίζει έντονα σε ιδέες το “Organ Donor” του DJ Shadow. Κομμάτια επίσης όπως το “Stop” και το “Love S.O.S.” πάσχουν από μεσογειακή αναιμία, ενώ πιο ενδιαφέρον είναι το single “Fire”: ένα πείραμα πάνω στο manual του Stevie Wonder, με layers από την ευρωπαική disco των 1990s (απολαύστε στο βιντεοκλίπ παρακάτω τον χορό της διαχρονικά σέξι, Σούζαν Σαράντον).

Θεωρώ πως οι Justice δεν ακούγονται τόσο περιπετειώδεις και μυστηριώδεις πειραματιστές, όσο νομίζουν. Μάλλον μοιάζουν με γρήγορο και άνετο όχημα, το οποίο ακολουθεί τον καπνό και τα σημάδια από καμένο λάστιχο που άφησε πίσω της η αφηνιασμένη αμαξοστοιχία των Daft Punk. Και η στυλιζαρισμένη νοσταλγία χρειάζεται περισσότερη αυτοπεποίθηση και περισσότερες φρέσκιες ιδέες.

Οι Justice μπορεί να κατέχουν καλά την ψυχεδελική disco και να είναι ικανοί στο χτίσιμο δυνατών, χορευτικών ρυθμών για λευκούς που χτυπάνε παλαμάκια σε πίστες –όσο πιο γεμάτες από όμορφο κόσμο, τόσο καλύτερα. Όμως για να δώσουν νέα (ευρωπαϊκή) πνοή σε ένα υβρίδιο τόσο εξωστρεφές και ευφορικό όπως η funk και η disco, δεν φτάνει η τεχνική στα vintage bleeps και η sci-fi τσαχπινιά. Όπως ακριβώς και τα αινιγματικά σύμβολα (†) δεν αρκούν για να συντηρήσουν από μόνα τους έναν μύθο.

Από το Avopolis

Σιωπή: Ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε.

Posted in Cinema on January 5, 2017 by InfluencesOnly

Την εισαγωγή του στο βιβλίο Silence του Shusaku Endo, ο Σκορσέζε την αρχίζει με το εξής ερώτημα: «Πως ξεκινάς να αφηγείσαι την ιστορία της Χριστιανικής πίστης;» Ο 74χρονος σκηνοθέτης, μπορεί να θεωρείται ο κορυφαίος Αμερικάνος κινηματογραφιστής των τελευταίων 50 ετών, όμως είναι αρκετά σοφός ώστε να μην επιτρέψει στον εαυτό του την αλαζονεία να θεωρεί ότι δύναται να απαντήσει. Όμως, πέρα από απαντήσεις, η κινηματογραφική μεταφορά του Silence αποτελεί ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό βήμα στην καταγραφή της εσωτερικής αγωνίας του ανθρώπου απέναντι στα ερωτήματα που γεννάει η παρουσία ή ακόμη περισσότερο, η απουσία Θεού.

Η ιστορία που ζύμωνε σε εικόνες στο μυαλό του ο Σκορσέζε για περισσότερα από 25 χρόνια, διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα και έχει στο επίκεντρό της δυο Ιησουΐτες ιερείς. Ο Sebastiao Rodrigues (Άντριου Γκάρφιλντ) και ο Francisco Garrpe (Άνταμ Ντράιβερ) θα αναλάβουν εθελοντικά ένα επικίνδυνο ταξίδι από την Πορτογαλία στην Ιαπωνία, στην καρδιά των αιματηρών διώξεων των Χριστιανών, έχοντας στόχο να βρουν τον χαμένο από καιρό μέντορά τους, τον Cristóvão Ferreira (Λίαμ Νίσον), ο οποίος φημολογείτο πως απαρνήθηκε την πίστη του κατά τη διάρκεια των βασανισμών του. Η αβάσταχτη αυτή φήμη ταλανίζει την ψυχή των δυο αθώων ιερέων που χωρίς αποσκευές αλλά με πίστη στις καρδιές τους, θα θελήσουν να δοκιμαστούν για να βρουν απαντήσεις. Ο πατέρας Ferreira προσευχήθηκε με όλη τη δύναμή του και εισέπραξε αυτό που λαμβάνουν όλες οι προσευχές από καταβολής Χριστιανισμού: απόλυτη σιωπή. Ο Ferreira θεωρείται λοιπόν ένας έκπτωτος ιερέας, ένας βλάσφημος αποστάτης, μυθολογικό αντίστοιχό του παρανοϊκού στρατιώτη Kurtz, που ζει στην Καρδιά του Σκότους. Στο Silence, η έννοια της προσευχής χάνει την στενή θρησκευτική της έννοια και έρχεται να σημάνει μια γενναία αντιμετώπιση του εσωτερικού εαυτού. Τα γράμματα πίσω στην πατρίδα των δυο Ιησουιτών μετατρέπονται σε προσευχές, γραμμένες σε εξομολογητικό τόνο, με τους ήρωες να θέλουν να κουβαλήσουν το σταυρό που δεν κατάφερε ο μέντοράς τους. Σαν να θέλουν να τον εξιλεώσουν, ως εθελοντές μάρτυρες, σε μια τυφλή αποστολή.

siwpi1.jpg

Το Silence χάρη στην ήπια αφήγηση και τον συμπαγή λόγο του, στέκει υπεράνω κριτικής και ανάλυσης. Ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Σε υποβάλει με τη φωτογραφία του και σε βάζει στο υπογάστριό του με το εκτόπισμα της θεολογικής και υπαρξιακής αναζήτησης που επιχειρεί. Από τη μια βρίσκεται η ενάρετη διάδοση μιας πίστης πίσω απ’ την οποία καραδοκούν οι επεκτατικές διαθέσεις της Καθολικής εκκλησίας. Από την άλλη, η πολιτική σκοπιμότητα των διώξεων που επιβάλλεται με αυταρχισμό. Εκεί ανάμεσα, στις σκηνές που οι χωρικοί προκαλούνται να απαρνηθούν τη θρησκεία τους, ενώπιοι του Ιάπωνα ανακριτή που ζητάει την απόδειξη της αφοσίωσης στον Βουδισμό, αισθάνεσαι πως ο φακός του Σκορσέζε βιώνει τα πάθη τους. Με παντελή την απουσία μουσικής επένδυσης, η ταινία εντείνει το αίσθημα κατάνυξης και υπογραμμίζει τη Σιωπή που περιβάλλει τους ήρωες οι οποίοι μάταια αναζητούν θεϊκή παρέμβαση ή καθοδήγηση.

Η στωική ματιά του Σκορσέζε στο ταξίδι των ηρώων του, θέλει να δώσει μια ερμηνεία στους πόνους και τα κρίματα όσων θυσιάστηκαν σε ολότελα μάταιες ιεραποστολές και ξοδεύτηκαν πνευματικά σε άγονα διδάγματα. Το μοντάζ είναι προσεκτικά σχεδιασμένο ώστε να αφήνει χώρο σε πολλαπλά, αντικρουόμενα συμπεράσματα. Τα ηχητικά εφέ χτίζουν μια περιχέουσα ησυχία, με εσωτερικές εντάσεις. Βλέποντας το φιλμ, αισθάνεσαι όλη τη δουλειά που έκανε ο Σκορσέζε, όχι στο γύρισμα ή στην αίθουσα του μοντάζ, αλλά στο μυαλό του. Κάπου ανάμεσα στον υπαρξιακό διαλογισμό του Μπέργκμαν, την οραματική περιπλάνηση των ηρώων του Μπρεσόν και την θρησκευτική αναζήτηση του Ντράγιερ, ο Μάρτι υπέγραψε ένα αμιγές δοκίμιο νωχελικών ρυθμών που διαρρηγνύει τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια ενάρετη ιχνιλάτηση των πιο αμφιλεγόμενων αντιφάσεων της πίστης.

siwpi2.jpg

Ο Άντριου Γκάρφιλντ μέσα στην απόγνωσή του μοιάζει με άγιο σε πίνακα του Καραβάτζιο, ο Άνταμ Ντράιβερ χάνεται στην αμφισβήτηση του βλέμματος του και ο Λίαμ Νίσον είναι καθηλωτικός, ειδικά στον τρόπο που χαμηλώνει το βλέμμα από ντροπή μπροστά στον μαθητή του. Όμως, προσέξτε την αόρατη παραβολή που κρύβεται πίσω από τη φυσιογνωμία του Kichijiro. Ο Ροντρίγκεζ τον εξομολογεί τρεις φορές. Την πρώτη τον αντιμετωπίζει σαν πεφωτισμένος της Δύσης που μέσα στην άγνοιά του, του περισσεύει συμπάθεια για μια χαμένη ψυχή. Την δεύτερη φορά, όταν είναι χαμένος, τον αντιμετωπίζει με αποστροφή, σαν μίασμα που δεν αξίζει την αγάπη κανενός θεού. Την τρίτη φορά, ως Ιάπωνας πλέον και εξίσου παρατημένος και μόνος, ο Ροντρίγκεζ έρχεται σε απόλυτη ισοτιμία με τον άλλοτε γλοιώδη Kichijiro. Η Χριστιανική συμπόνια επετεύχθη άδοξα. Ο Ροντρίγκεζ μπορεί να μην υμνηθεί ποτέ σαν άγιος (μάλλον θα είναι η ντροπή της Καθολικής εκκλησίας καθώς έχει απαρνηθεί μετά βδελυγμίας τον Θεό), αλλά ποιος είναι αυτός που θα κρίνει την πορεία του και τις επιλογές του; Το rosebud εδώ, είναι ένα αυτοσχέδιο σταυρουδάκι που θα ήταν αθέατο στον ωκεανό πλούτου του κάθε Βατικανού. Πρόκειται για μια γενναία αμφισβήτηση της ιδέας του οσιομάρτυρα και μια αποδόμηση της κληρονομιάς κάθε αυτόκλητου εκπροσώπου του Θεού που αποζητά τη συμβολική δόξα μέσω ενός μαρτυρικού θανάτου.

Όπως οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί που βασανίζονται από αμφιβολίες, έτσι και η αβεβαιότητα των εικόνων του Silence είναι η μεγαλύτερη του αρετή. Τα πιο σπουδαία βιβλία μένουν ανοιχτά πριν την τελευταία σελίδα, τα πιο αμφίσημα ερωτήματα μένουν αναπάντητα και οι πιο προσωπικές ταινίες έχουν την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Ο Σκορσέζε με κάνει να νιώθω δικαιωμένος που αγαπάω τόσο παράφορα το σινεμά του, με όλο τον σεβασμό και την τρυφερότητα ενός Ιερέα ως προς την Αγία Γραφή. Τα ιερά κείμενα και τα σωτήρια κειμήλια άλλωστε είναι μια απόλυτα προσωπική υπόθεση και δεν υπακούν σε δογματικές παραδόσεις – όπως σοφά καταδεικνύει η κατακλείδα της τρίωρης σχεδόν ταινίας. Ο ναός που θα πρέπει να κοινωνήσει κάθε θεατής (είτε θρησκευόμενος, είτε άθεος, είτε αγνωστικιστής) αυτή την ταινία είναι η ίδια η κινηματογραφική αίθουσα. Εκεί που η σιωπή είναι σχεδόν πάντα καθησυχαστική.

siwpi3.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #73

Posted in Music on January 3, 2017 by InfluencesOnly

Lampchop

Flotus

Η χαμηλοβλεπούσα μπάντα από το Nashville, οι αγαπημένοι Lambchop, συνεχίζουν να παράγουν μεταμοντέρνα κιθαριστική pop με jazz καρυκεύματα και soul ευαισθησία. Εξακολουθούν επίσης να αντιλαμβάνονται τους μοντερνισμούς ως εναλλακτικό δρόμο για να επιστρέψουν και να αναδείξουν τη μουσική παράδοση που τους έθρεψε.

Η ουσία του ήχου των Lambchop προέρχεται κατευθείαν απ’ τα γεννοφάσκια της country –την έχουν τιμήσει μάλιστα με ευφάνταστους τρόπους– και απ’ το μαύρο χιούμορ, το οποίο επαναφέρουν με κάθε ευκαιρία. Άλλωστε βάφτισαν τους 2 καλύτερους δίσκους τους με το επίθετο του πιο ατιμασμένου Προέδρου των Η.Π.Α. (Nixon, 2000) και του πιο μοσχοπουλημένου άλμπουμ του Michael Jackson (Thriller, 1997), ενώ στο πιο προσιτό στα ραδιόφωνα τραγούδι τους έδωσαν τον τίτλο “Your Fucking Sunny Day”. O μπροστάρης Kurt Wagner παραμένει μέχρι σήμερα η ψυχή του συγκροτήματος και εκείνος που ισορροπεί την ειρωνεία με την εμπειρία. Αυτά ήταν τα στοιχεία που έκαναν τόσο γλυκό και απολαυστικό το Mr. M του 2012: έναν δίσκο που έμοιαζε σαν την υπόσχεση ενός τρυφερού ρομάντζου, φωταγωγημένου στα ακριβά στούντιο της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ.

Με το φετινό Flotus, οι Lambchop διαγράφουν σχετικά απρόσμενη στροφή σε ένα πεδίο πειραματισμού, με τη ζυγαριά να βαραίνει προς τους παραμορφωμένους βοκαλισμούς του Wagner. Πρόκειται για παράξενη και αμφιβόλου εξυπνάδας επιλογή, καθότι η θέρμη των λεπτεπίλεπτων φωνητικών και το χαρακτηριστικό φαλσέτο του –σήμα κατατεθέν του γκρουπ εδώ και 20 χρόνια– χάνονται παντελώς.

Το εναρκτήριο “In Care Οf 8675309” μπλέκει γλυκά την αίσθηση μιας αφηγηματικής μπαλάντας του Bob Dylan με τα ηλεκτρονικά στρώματα, σε μια σαφώς υπερ-δουλεμένη παραγωγή. Πρόκειται για ένα υπερφορτωμένο, περιπετειώδες τραγούδι, που αν και έχει ενδιαφέρον, δημιουργεί ένα μάλλον αμήχανο και αφιλόξενο περιβάλλον. Το 18λεπτο “The Hustle”, πάλι (με το οποίο κλείνει ο δίσκος), απογειώνει τον ambient πειραματισμό και τα ηλεκτρονικά τοπία μέσω της πολυδαίδαλης δομής του. Ανάμεσα όμως στα δύο αυτά μακράς διαρκείας τραγούδια, υπάρχουν μόνο μικρά fillers και διόλου αλησμόνητα ambient πειράματα.

Στα χνάρια του κατά Eno ευαγγελίου και τα διδάγματά του περί ambient μουσικής –που μπορεί να την αγνοούμε όσο ακούγεται, αλλά να παραμένει απολαυστική– οι Lambchop διακατέχονται για πρώτη φορά από άγχος να «ανήκουν» στον 21ο αιώνα. Με αποτέλεσμα να σερβίρουν έναν δίσκο αξιοπερίεργο, που δεν θυμίζει με τίποτα ολοκληρωμένη πρόταση. Είναι περισσότερο μια δήλωση, πως βρίσκονται σε μια προσωρινή και μεταβατική φάση. Μια φάση που ίσως οδηγήσει στο μέλλον σε κάτι που θα αγγίξει ξανά το ένδοξο παρελθόν τους και ίσως ξεθάψει τη ζεστή τους καρδιά από εκεί όπου θάφτηκε. Εδώ, ας πούμε, έμεινε κρυμμένη κάτω από την υπερβολική και άνιση χρήση του auto-tune.

Από το Avopolis

La La Land

Posted in Cinema on December 22, 2016 by InfluencesOnly

O Φρανσουά Τρυφώ είχε πει κάποτε πως δεν υπάρχει ωραιότερη εικόνα από αυτή των θεατών ενός κινηματογράφου, όταν αντανακλάται στα πρόσωπά τους το φως της οθόνης, όταν την κοιτούν όλοι μαζί.

Είναι αλήθεια, αλλά χρειάζονται και σπουδαίες (like σπουδαίες) ταινίες σαν το La La Land για να μετατρέψουν την ιδέα πίσω από το ρομαντικό απόφθεγμα σε αληθινό συναίσθημα.

Το La La Land είναι ένα θαυματουργό φιλμ, στωικά κατασκευασμένο με βάση τις παραδοσιακές τεχνικές του μιούζικαλ και τη θέρμη των σινεμασκόπ εικόνων. Το σκίρτημα του έρωτα και τα προδομένα όνειρα, μπλέκονται τραγουδιστά, μέσα σε ονειρικές, πολύχρωμες εικόνες που αναδεικνύουν με παρρησία τις αρετές και τη χαζευτική μαγεία του κινηματογράφου. Η ιστορία ενός πιανίστα που θέλει μια μέρα να φτιάξει το δικό του jazz club και μιας ηθοποιού που τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν για να βγει από την αφάνεια, λειτουργεί ως πρόσχημα για ένα απόλυτα συγκινητικό, κινηματογραφικό επίτευγμα. Ο σκηνοθέτης Damien Chazelle, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται την ταινία του σαν αντίσταση ενάντια στο παρανάλωμα των ψηφιακών εφέ και της αφελούς mainstream ψυχαγωγίας, αλλά κάτι τέτοιο επιτυγχάνει. Η φιλοδοξία του είναι να ανακαλύψει από την αρχή την ηδονή της κινηματογραφίας, να αναδείξει την αξία των αισθήσεων που παράγει η jazz και να μας ωθήσει να αναλογιστούμε μετά από καιρό τις ιαματικές ιδιότητες ενός έξοχα κινηματογραφημένου love story.

1lalalamd.jpg

Ο Chazelle μετά το indie gem, με τίτλο Whiplash (2014) που σε αρρώσταινε με το το πάθος στο percussion, υπογράφει μια ταινία παλιάς κοπής ως προς την ευαισθησία, με απόλυτα μοντέρνα αισθητική και χορταστική βιρτουοζιτέ. Ο σκηνοθέτης τιθασεύει τα μεθυστικά φώτα και απελευθερώνει ευρυματικά τον χορό σε τέλεια κάδρα. Πραγματικά, μπορείς να απομονώσεις στην τύχη ένα οποιοδήποτε καρέ της ταινίας και να το κορνιζάρεις στο σαλόνι σου. Από το πλούσιο χορευτικό εν μέσω μποτιλιαρίσματος στον αυτοκινητόδρομο της εναρκτήριας σεκάνς, μέχρι το αδιανότητο “what might have been” μοντάζ του φινάλε, που είναι ικανό να φέρνει δάκρυα στα μάτια για ώρες μετά την θέαση.

2lala.jpg

Με ένα πρωτογενές υλικό που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μεταμοντέρνο κλείσιμο του ματιού στην παράδοση του μιούζικαλ ή εξυπνακίστικης αποδόμησης του είδους, η ταινία μας επαναφέρει στην απλότητα των προθέσεων του διαχρονικού σινεμά και όλα μοιάζουν όμορφα (τόσο διαολεμένα όμορφα). Το La La Land είναι μια μεθυστική αποκάλυψη της διαχρονικότητας του σινεμά, ειδιότερα των «boy meets girl» ιστοριών που σου σπάνε σε κομμάτια την καρδιά. Σε κάνει να χάψεις λαίμαργα τις χορογραφίες, να χαθείς στη δεξιοτεχνική συμπύκνωση της δράσης και να βουρκώσεις με βιωμένα αισθήματα: με ένα πρώτο φιλί σε κινηματογράφο, με ένα δειλό μπλέξιμο των δαχτύλων ή με τις αόρατες στιγμές που νιώθεις πως τα πιο όμορφα όνειρα πάνε χαμένα στο χρόνο. Η συγκινησιακή ακρίβεια του «κλασσικού» έχει ανασυσταθεί και απογειώνεται με ακρίβεια στο tempo, προάγοντας τα αγνότερα συναισθήματα. Αυτά που ο ηθοποιός οφείλει να επικοινωνεί με την εκφραστικότητα του σώματος.

3lala.jpg

Πατώντας με σιγουριά επάνω στη ρολαριστή (σχεδόν hard bop) αίσθηση της αφήγησης, οι δυο πρωταγωνιστές λάμπουν. Από τη μια ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι υπέροχος, ειδικότερα στις σκηνές που επικοινωνεί χιλιάδες λέξεις μέσω των πλήκτρων του πιάνου. Από την άλλη, η Έμα Στόουν είναι χάρμα οφθαλμών, ειδικότερα στις σκηνές που αφήνεται συναισθηματικά στις οντισιόν. Είναι ένα δώρο στην ολότητά του το La La Land. Ένας χορός στα αστέρια. Όσα δεν κατάφεραν ο Σκορσέζε και ο Κόπολα μαζί στο New York New York (1977) και στο One From The Heart (1981) αντίστοιχα, τα κατάφερε ο 30χρονος Damien Chazelle. Κυρίως όμως κατάφερε να ανασύρει τη σκονισμένη συνταγή με τα αυθεντικά καρυκεύματα από τα οποία φτιάχνονται τα γνησιότερα όνειρα, τυλιγμένα σε σελιλόιντ περιτύλιγμα. Και τόσο απλά και γενναιόδωρα, μας τα χαρίζει… Έτσι, για να έχουμε να πορευόμαστε.

Από το Movieworld

Album Of The Week #72

Posted in Music on December 22, 2016 by InfluencesOnly

Lady Gaga

Joanne

Σε μια εποχή που η pop έχει κάνει στροφή στην ιδέα της (τάχα μου) αυτοβιογραφικής performance (με τη Beyoncé και την Taylor Swift), η διαστημικά sexy και στιλιστικώς ακραία μουσική της Lady Gaga ίσως να έμοιαζε κρύα και απόμακρη σε πολλούς. Όμως η έξυπνη σταρ άγγιξε χορδές στην pop κουλτούρα που δεν θα τολμούσε καμία συναγωνίστριά της (λ.χ. η Katy Perry) με το επιθετικό της look, με το cult της προσωπικότητάς της και με τον αστραφτερά ηλεκτρονικό ήχο της, όσο καταπονημένη και αν είναι η τελευταία από τον πακτωλό εύπεπτων τραγουδιών. Με τον δε φετινό της δίσκο Joanne, δείχνει πλέον να στοχεύει και σε μια «κάθαρση» για την πυκνά άγονη εξτραβαγκάντζα την οποία σέρβιρε, ώστε να προσφέρει κάτι «αληθινό» και να αποστασιοποιηθεί λίγο απ’ τις ορδές αξιολάτρευτων, trendy φρικιών που έθρεψε απογειώνοντας τo eurodisco brand.

Η Lady Gaga θέλει λοιπόν να πείσει ότι στοχεύει πλέον στο τραγουδιστικό νόημα και όχι στο στυλ. Όμως παραμένει καλύτερη όταν υποδύεται ρόλους κάτω από ξεσαλωμένα πανωφόρια παρά όταν μιλάει από καρδιάς, γιατί δεν έχει και πολλά να επικοινωνήσει, όπως μαρτυρούν οι αδύναμοι στίχοι. Το εναρκτήριο λ.χ. «Young wild American, looking to be something» είναι πολύ ασαφές και απλοϊκό για να σημαίνει κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε σύνθημα. Το Joanne συνεχίζει έτσι την καταγραφή της εξέλιξης μιας αυτόφωτης ντίβας, η οποία αρνείται να στρογγυλοκαθίσει σε ένα σημείο και δεν τρώει από τα έτοιμα.

Όσοι παρακολουθούμε την ιστορία της pop, γνωρίζουμε ότι γίνονται συνεχώς κύκλοι. Όμως η Αμερικανίδα σταρ ακολουθεί βάση σχεδίου αυτήν την προδιαγεγραμμένη πορεία «ωρίμανσης»· βιάζεται δηλαδή να περάσει στάδια, χωρίς να τα βιώσει. Ας το εξηγήσω με βάση την αγαπημένη της πηγή έμπνευσης: έπρεπε πρώτα να θητεύσει στη «φάση True Blue» για να φτάσει μετά στη «φάση Like A Prayer». Την ίδια στιγμή, δείχνει ότι θέλει να εδραιωθεί σαν songwriter μετά από έναν έξυπνο, συνεταιρικό δίσκο με τον Tony Bennett. Το τελικό αποτέλεσμα απέχει ωστόσο από μια «επανεφεύρεση». Είναι μάλλον ένα κλασικό reboot –πράγμα τελείως διαφορετικό.

Ο δίσκος διαθέτει έξυπνα hooks και τραγούδια όπως το γκουβάτο “A-YO” ή το disco rock καλούδι “John Wayne”, τα οποία προκαλούν αυθόρμητα παλαμάκια και χτύπημα των δαχτύλων. Συνεχίζει όμως να λοξοκοιτάει στα τρόπαια της Madonna: το “Dancin’ Ιn Circles” θυμίζει το “La Isla Bonita” όπως θα το διασκεύαζε η Lana Del Ray με τη μπλαζέ αθυροστομία της. Και το “Perfect Illusion” θυμίζει το “Papa Don’t Preach” όπως θα το διασκεύαζε η Stevie Nicks, με τη φωνητική υπεροχή της.

Όσο η Joanne κάθεται στα αυτιά μας με επαναληπτικές ακροάσεις, μοιάζει λιγότερο με ολοκληρωμένο άλμπουμ και περισσότερο με προσπάθεια που φέρνει κατά νου τη Lady Gaga με μια ακουστική κιθάρα στο χέρι (ή στον ώμο, απλά για το στυλ), να πετάει διαφορετικές ιδέες στον τοίχο για να δει ποιες θα πέσουν κάτω και ποιες θα κολλήσουν. Το “Come To Mama” μοιάζει έτσι με απόσπασμα από το original cast mainstream παράστασης του Broadway με θέμα κάποιο girl group της δεκαετίας του 1960. Η country pop σπίθα της μπαλάντας “Million Reasons” φέρνει στο μυαλό την Emmylou Harris και μπορεί να ανάψει τη φωτιά του sing-along με χιλιάδες αναπτηράκια στις συναυλίες: όσο όμως κολλητικό κι αν είναι, θα μπορούσε κάλλιστα να το τραγουδάει οποιοσδήποτε ροδομάγουλος ζεν πρεμιέ της pop. Από την άλλη, το “Sinner’s Prayer” με τον Father John Misty ανατρέχει στη σκονισμένη folk της ερήμου των 1970s, με παράλληλες gospel αναθυμιάσεις.

Οι αδυναμίες γίνονται λοιπόν εμφανείς: η κατά κόσμον Stefani Germanotta θέλει τόσο να πείσει σαν ερμηνεύτρια, ώστε στο “Angel Down” επιδίδεται σε αχρείαστα «oohs». Γιατί δεν αφήνει χώρο στα έγχορδα να κάνουν τη δουλειά –όπως θα το έκανε η Barbra Streisand– αντί να μπουκώνει το τραγούδι με μελόδραμα; Επίσης, αδυνατεί να πετύχει την αμεσότητα του τραγουδοποιού με την up tempo θεατράλε έκφραση ενός Freddie Mercury, γιατί απλά δεν μπορεί. Ακόμα μάλιστα και συνθετικά υπάρχουν αδυναμίες στα κομμάτια, όπως π.χ. στο “Grigio Girls”, που ακολουθεί την εύκολη λύση: όταν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις ένα τραγούδι, για να μην φαίνεται γυμνό το κλείσιμο, ρίξε μια παιδική χορωδία και καθάρισες…

H Gaga δείχνει επιπλέον να περιορίζεται πολύ: ποτέ άλλοτε η διάρκεια δίσκου της δεν ήταν κάτω από 40 λεπτά. Όμως, αν και το Joanne είναι μόλις 5 λεπτά μεγαλύτερο από το EP The Fame Monster (2009), το όραμά του, συγκριτικά, μοιάζει συρρικνωμένο. Η καλύτερη στιγμή του είναι σίγουρα το “Hey Girl”, το girl-power ντουέτο με τη Florence, το οποίο μιλάει για τη δύναμη των γυναικών να στηρίζουν η μία την άλλη. Μέσα σε έναν κακό χαμό συμμετοχών από «featuring artists» που κατακλύζουν τα charts της εποχής, δείχνει να έγινε από καρδιάς και οι δυο τους να το ευχαριστήθηκαν στο στούντιο.

Αυτός δεν είναι λοιπόν ο δίσκος ωρίμανσης με τον οποίον η Lady Gaga θα αποκαλύψει την «αληθινή τραγουδοποιό» μέσα της, βγάζοντας την ανθρώπινη μάσκα από το φτιασιδωμένο πρόσωπό της –όπως οι ήρωες του Mission: Impossible. Όμως είναι ένα άλμπουμ που θα κάνει όσους την ακολουθούν να αναρωτιούνται, να τσακώνονται και να στοιχηματίζουν για τα επόμενα βήματά της. Και μη γελιέστε, κάποια στιγμή θα έρθει και το μεγαλειώδες δισκογραφικό βήμα· το Joanne αποτελεί απαραίτητο βήμα για να φτάσει μέχρι εκεί.

Από το Avopolis

Passengers

Posted in Cinema on December 20, 2016 by InfluencesOnly

Το «πρωί» σε αυτή την περίπτωση βέβαια, απέχει 90 χρόνια, καθώς κάτι πήγε πολύ στραβά στο ταξίδι του με το διαστημόπλοιο που τον μετέφερε σε έναν άλλο πλανήτη, και ξύπνησε από τις κάψουλες ύπνωσης 9 δεκαετίες πριν φτάσει στον προορισμό τους. Ο προορισμός είναι μια νέα ζωή, σε έναν μακρινό αστέρα που ονομάζεται Avalon. Το “ξύπνημα” είναι προγραμματισμένο να έρθει λίγους μήνες πριν το τέλος του πανάκριβου ταξιδιού, ώστε να συνέλθουν απόλυτα οι επιβάτες, περνώντας το χρόνο τους απολαμβάνοντας τις υπερπολυτελείς παροχές του πλοίου, σε μπαρ, γυμναστήρια και πισίνες με θέα το βαθύ διάστημα. Ο ήρωας είναι αδύνατον να ξαναμπεί σε mode ύπνωσης και σκοτώνει το χρόνο του πίνοντας, τρόγωντας και μιλώντας με τον ευγενέστατο μπάρμαν – ένα εξελιγμένο ανδροειδές. Μετά από ένα χρόνο νιώθει να σαλεύει από τη μοναξιά στους διαδρόμους του πλοίου σε κάτι που θυμίζει κοκτέιλ του Wall-E και του The Shining. Όλα κινούνται σε ρυθμούς απελπισίας και πανικού μέχρι που ο ήρωας θέλει να κάνει κάτι για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του και μετά από εσωτερική πάλη με το ηθικό δίλλημα, επιλέγει να ξυπνήσει ερήμην της μια «ωραία κοιμωμένη» που κρυφά ερωτεύεται.

ghghgk.jpg

Το Passengers είχε τη φιλοδοξία να εγκλωβίσει τη δράση σε έναν συναρπαστικά κλειστοφοβικό διάκοσμο, να επενδύσει στη φωτογένεια δυο πρωταγωνιστών που περιφέρονται σαν πρωτόπλαστοι σε ένα βιομηχανικά ονειρικό περιβάλλον αφθονίας, πασπαλίζοντας ταυτόχρονα με πλάγια ερωτήματα βιοηθικής μια γνήσια sci–fi ιδέα που μοιάζει να έχει κλαπεί από κάποιο τσαλακωμένο, απραγματοποίητο σενάριο του Twilight Zone. Ο Chris Pratt και η Jennifer Lawrence κάνουν ότι μπορούν για να γεμίσουν την ταινία με την τεθλασμένη γραμμή συναισθημάτων της έκρυθμης σχέσης τους. Από την απελπισία, στον έρωτα και από την αγωνία για επιβίωση στην ανιδιοτελή αυτοθυσία. Το πρόβλημα που ρίχνει την ταινία στα αζήτητα και τα αξιολησμόνητα φιλμ του είδους είναι η έλλειψη σκηνοθετικής ματιάς. Ο Morten Tyldum μετά το καλλιγραφικά οσκαρικό The Imitation Game (2014), είναι σαφώς έξω από τα νερά του και όλες οι δυνατότητες της ταινίας να εξελιχθεί σε κάτι αξιόλογο, σαν το Moon (2009) για παράδειγμα, υποβαθμίζονται σε ύφος μιας απροβλημάτιστης, sci fi ρομαντικής κομεντί. Σαν αποτέλεσμα, το μεγάλο μυστικό που καιροφυλακτεί στην καρδιά του ερωτικού στόρι (το πρόωρο, εσκεμμένο ξύπνημα της ηρωίδας) είναι εφάμιλλο του μυστικού του Tom Hanks που έχει το μεγάλο βιβλιοπωλείο που θα κλείσει το συνοικιακό της Meg Ryan.

Η ταινία στερείται ταυτότητας και ο σκηνοθέτης δεν ξέρει τι πάει να κάνει. Ούτε ηθική αλληγορία, ούτε ηθικοπλαστική περιπέτεια για την ανθρώπινη υπέρβαση, αλλά με λίγο ζορισμένο ρομάντζο και μια άβολη υποψία (τάχα μου) αντί-κορπορατικού σχολίου για την τουριστική εκμετάλλευση του διαστήματος. Μια εξαιρετικά γόνιμη ιδέα όπου πραγματεύεται την απεραντοσύνη του χρόνου και τη μοναξιά πήγε χαμένη. Προσπεράστε το Passengers και βγάλτε από τις κάψουλες ύπνωσης (ανατρέξτε στα DVD δηλαδή) στις άψογα εκτελεσμένες πρωτογενείς ιδέες του Twilight Zone.

hjjgh.jpg

Album Of The Week #71

Posted in Music on December 8, 2016 by InfluencesOnly

Alicia Keys

Here

Όσο και να θεωρώ αυταπόδεικτο ότι η Alicia Keys είναι η μοναδική τραγουδοποιός που διεκδικεί τον τίτλο «soul diva» μετά το 2000, τόσο θεωρώ ότι δεν έφτασε ποτέ ξανά στα ύψη των πρώτων 2 δίσκων της, Songs Ιn A Minor (2001) και The Diary Οf Alicia Keys (2003). Σε εκείνα τα άλμπουμ, συνδύασε με αρετή και γνώση την πυγμή της Jill Scott και το σοφιστικέ της Erykah Badu, και τα σέρβιρε με υπέροχα τραγούδια στο mainstream. Στη συνέχεια, όμως, διέγραψε μια τεθλασμένη γραμμή ποιότητας και η soul απόλαυση εκείνων των δίσκων χάθηκε, ιδίως με το ταγμένο στη λογική του «fast selling» As I Am (2007). Η δυναμική της επανήλθε βέβαια στη συνέχεια με διαφορετική μορφή στο ραφινάτο ποπ πείραμα του The Element Οf Freedom (2009), αλλά έμεινε ξανά μετέωρη με το αμήχανο και απορρυθμισμένο Girl Οn Fire (2012).

Η χαρισματική τραγουδοποιός ένιωσε λοιπόν την ανάγκη να δηλώσει ότι βρίσκεται στο «εδώ» και στο «τώρα», κοιτώντας όμως προς τα πίσω, ώστε να ξαναβρεί τις ρίζες της. Κι έτσι υιοθετεί άλλη ρητορική σε αυτό το 6ο της άλμπουμ: αποφάσισε να χριστεί σε εμπροσθοφυλακή της μαύρης παράδοσης, μα χωρίς να ξοδεύεται σε ρεβιζιονισμούς. Αποδοκιμάζει το μακιγιάζ, απορρίπτει το ποπ φτιασίδωμα, ξεσκονίζει τα soul βινύλια, διαβάζει τις βιογραφίες της Nina Simone και του Curtis Mayfield, καμαρώνει την αυθεντικότητα των Μαύρων Πανθήρων, μελετά τους στίχους των Last Poets, επιστρέφει σε μια αφρικάνικων καταβολών αυτοέκφραση. Και ανακαλύπτει παράλληλα την R&B αισθαντικότητα, προτού η τελευταία γίνει πηγή εκμετάλλευσης για το ψωνισμένο γκλάμουρ και το σαλονάτο sexploitation.

Το εναρκτήριο “The Gospel” βάζει σαν προτεραιότητα την ευκολία της οικειότητας του groove, για ένα τσαμπουκαλεμένα αυτοβιογραφικό «from the ghetto» πόνημα. Στο εθιστικό “Pawn It All”, πάλι, η Keys αποδεικνύει ότι η φωνή της διαθέτει ακόμη καθαρότητα, καθώς αναβιώνει τον μάχιμο νατουραλισμό των Staple Singers. Το δε ακουστικό “Kill Your Mama” κλείνει με περήφανο στυλ το μάτι στο πολιτικό τραγούδι της δεκαετίας του 1970, ενώ οι «δοξασμένες» συνοικίες της Νέας Υόρκης –σαν φορείς της sοul παράδοσης– λαμβάνουν τον δικό τους φόρο τιμής στο λουσάτο “She Don’t Really Care_1 Luv”, το οποίο διαθέτει ένα ψυχεδελικό groove που ακούγεται αγέρωχα παλιομοδίτικο, χωρίς όμως να είναι στερεοτυπικό.

Η Alicia Keys δεν απαρνιέται τον ψυχαγωγικό της ρόλο και ακουμπά με σιγουριά πάνω στην ποικιλομορφία της soul/pop στο “Work On It”, σε εκείνη της reggae στο “Girl Can’t Be Herself”, ενώ δείχνει άνεση και με τα gospel στο “More Than We Know”. Ξέρει άλλωστε να πατάει φωνητικά στην R&B κληρονομιά της δεκαετίας του 1960, με ρεφρέν που εντυπώνονται εύκολα στον ακροατή. Πετυχαίνει έτσι ένα ρεσιτάλ δεξιότητας, που ίσα που προλαβαίνει να εξατμιστεί στα 2-3 fillers τα οποία κλείνουν το Here.

Με τις μετωπικές της ερμηνείες, η 35χρονη Νεοϋορκέζα έχει στόχο να προκαλέσει αληθινά αισθήματα στον ακροατή –όπως π.χ. με το φωνητικό κρεσέντο στο “Illusion Οf Bliss” ή με την affirmative action ιδεολογία του “Holy War”. Αλλά οι ιδέες της δεν απογειώνονται όσο θα έπρεπε, ώστε να έχουμε ένα αληθινό instant classic. Πραγματικά, το Here περιέχει περισσότερα «yeah» και «ohh» και «ungh» από ολόκληρη τη δισκογραφία της και δεν βλέπω τον λόγο για τέτοιες εύκολες λύσεις. Αυτά τα πταίσματα συγχωρούνται όμως, γιατί τουλάχιστον κατάφερε να κατασκευάσει ένα σύγχρονο και «μορφωμένο» σύνολο από κλασικούς R&B ρυθμούς, με τραγούδια που απολαμβάνονται καλύτερα μέσω της επανάληψης.

Από το Avopolis

Gimme Danger: Το πιο cool μουσικό ντοκιμαντέρ που έγινε ποτέ.

Posted in Cinema on December 7, 2016 by InfluencesOnly

«Δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους του glam, δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους του hop people. δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους της τηλεόρασης και δεν θέλω να ανήκω στους εναλλακτικούς». Ο Iggy Pop με αυτά τα ειλικρινή λόγια στο φινάλε του Gimme Danger, υπογραμμίζει την ασυμβίβαστη ιδεολογία του και την ουσία πίσω από το άγριο και αδάμαστο ζώο που έμοιαζε να ήταν η μουσική των Stooges. Φαντάζομαι ότι ο Τζάρμους πίσω από τον φακό μειδίασε ηδονικά ακούγοντας αυτά τα λόγια, καθότι αυτός ο αφορισμός κουμπώνει στην δική του φιλοσοφία και τις δικές του υπέροχες ταινίες, οι οποίες χωρίς προσπάθεια και επιτήδευση, εκτοξεύουν τον δείκτη του coolness στην στρατόσφαιρα.

1igg.jpg

Το Gimme Danger αποτελεί σκηνοθετικό ταβάνι για την έννοια του μουσικού ντοκιμαντέρ και αποτελεί σπουδαία προσθήκη σε ένα είδος που θεωρούμε κορεσμένο αλλά είναι η μοναδική πλατφόρμα που μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας. Ο Τζάρμους εξερευνά τη ζωή του Iggy, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι το  reunion του συγκροτήματος στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Κυρίαρχο όχημα είναι ο ίδιος ο Iggy Pop, με την ταπεινότητα που διαφαίνεται στο νεφελώδες βλέμμα του, και αφηνόμαστε στις αφηγήσεις του, οι οποίες δεν διαθέτουν ίχνη κουτσομπολιού και «raawwkk» μεγαλοστομίες. Ο σκηνοθέτης στήνει ένα έντεχνο ανακάτεμα της τράπουλας σε μια βιογραφική διαδρομή, κάνοντας μόνο μικρά τάκλιν εμβόλιμων σχολίων, μέσα από τηλεοπτικές εικόνες της pop κουλτούρας.

2igg.jpg

Το Gimme Danger προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα γύρω από το πρωτόγονο punk των Stooges. Με ένα υλικό που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου κινδύνευε να γίνει ένα άψυχο μνημείο στην δεκαετία του 60, εδώ έχουμε μια αποδόμηση του χιπισμού και όσων ακολούθησαν το Woodstock. Ο Iggy Pop αποδεικνύει ότι έχει ισορροπημένη αίσθηση των ιδανικών και ότι διαφέρει τόσο πολύ από τους rock star που βουλιάζουν στην εγωπάθεια και ο Τζάρμους συλλαμβάνει την προσωπική του αποτίμηση επάνω στα χρόνια που προηγήθηκαν της έκρηξης του punk. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις του γκρουπ, ούτε οι άγριες καταχρήσεις, αλλά στέκεται στην συνολική παρατήρηση. Πίσω από τους σταθμούς της καριέρας του χαρισματικού, γυμνόστηθου performer και το χαζευτικό μοντάζ στα ντοκουμέντα της εποχής, υπάρχει η πρόθεση του σκηνοθέτη να μας εισάγει στον βίο και τη σκέψη ενός μουσικού. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τα διλήμματα των κατευθυντήριων επιλογών του νεαρού Iggy και τις καταστάσεις που γέννησαν εκείνη τη «ζωώδη» εικόνα που ακόμα και μετά από σαράντα χρόνια αντιγράφεται κατά κόρον από τα ψυχοπαίδια του.

4igg.jpg

Αυτό που κάνει το Gimme Dnager διαφορετικό από τα υπόλοιπα μουσικά ντοκιμαντέρ και την τυπολατρία που τα συνοδεύει, είναι πως πέρα από μια θεαματικά μονταρισμένη αναδρομή είναι ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα του Τζάρμους στο αγαπημένο του συγκρότημα. Ο σκηνοθέτης εξερευνά τον σύντομο ανεμοστρόβιλο ορμητικού punk που ήταν οι Stooges, όπου με 3 μόλις album άλλαξαν το πρόσωπο του rock, θέλοντας να δει πέρα από το χάος και τη σκόνη. Ο Τζάρμους ιχνηλατεί την πορεία μιας παρέας αυτοδίδακτων μουσικών με mainstream αλλεργία, οι οποίοι βρέθηκαν στα έγκατα μιας άκαμπτης βιομηχανίας, μέσα από όσα τους σημάδεψαν: τη σχέση με τον Bowie, την επιρροή των MC5, τη Nico, τον Lou Reed, τις χαοτικές περιοδείες και τον κόλαφο των σκληρών ναρκωτικών.

Μετά από δυο χορταστικές ώρες και καθώς μια μανιώδης εκτέλεση του “I Wanna Be Your Dog” κλείνει την ταινία, όλα έρχονται σε συσχετισμό. Ο Iggy είναι πια κειμήλιο της πνευματικής απελευθέρωσης μιας γενιάς που πραγματικά δεν είχε σχέση με τους προγόνους της και με όσα συμβαίνανε γύρω της, ακόμα και στα χρόνια της ξακουστής «αμφισβήτησης» και όπως σοφά αφήνει να εννοηθεί στην αυλαία της η ταινία: αν και οι εποχές που το ροκ είχε παρεμβατική σημασία στη ζωή των ανθρώπων έχoυn περάσει ανεπιστρεπτί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Από το Movieworld

Arrival

Posted in Cinema on December 7, 2016 by InfluencesOnly

Ανάμεσα στις Στενές Επαφές ΤρίτουΤύπου και στο Contact, η γενιά των millennials αποκτά την ταινία για την επαφή με εξωγήινους που της αξίζει.

Κάποια στιγμή ο Ντένις Βιλνέβ θα υπογράψει ένα αριστούργημα του Αμερικάνικου σινεμά. Ίσως η άποψη αυτή να θεωρηθεί αιρετική, καθώς πολλοί πιστεύουν πως ο Καναδός σκηνοθέτης κάνει σκηνοθετικό σλάλομ από τον ένα θρίαμβο στον άλλο. Θεωρώ όμως πως το Sicario υπολείπονταν σε ουσία και σενάριο έναντι του στυλ, το Prisoners πνίγηκε κάτω από τις λαϊκές συμβάσεις του σεναρίου ενώ το Enemy ήταν μια υπέροχη αποτυχία καφκικού τρόμου και (μισο)χωνεμένων Λιντσεικών εμμονών. Άλλοι τον θεωρούν πομπώδη, χειριστικό και σοβαροφανή σκηνοθέτη, ωστόσο με αρετές και προσωπικό κόσμο. Εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό ασυνήθιστες συνθήκες, καθώς και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Το Arrival δεν είναι το απόγειο που μπορεί να φτάσει, αλλά είναι ένα γενναίο βήμα πιο κοντά προς το αριστούργημα (ας ελπίσουμε να είναι το Blade Runner που ετοιμάζει για το 2017).

1arr.jpg

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα της εξωγήινης έλευσης στη Γη. Όμως όλα εκείνα που δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό σκηνοθετών προς ενοικίαση (Έμεριχ, Μπρουκχάιμερ, Μάικλ Μπέι κτλ), βρίσκονται στον πυρήνα του Arrival. Η κατάσταση συναγερμού για το τέλος των ημερών δεν παίρνει το πάνω χέρι, δεν βλέπουμε καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Η υπόθεση αφορά την μυστηριώδη εμφάνιση δώδεκα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενων σκαφών σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, μια άφιξη που ο σκηνοθέτης συνδέει με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου. Μια γλωσσολόγος και ένας φυσικός, η Λουίζ και ο Ίαν, επιστρατεύονται για να διερευνήσουν τις προθέσεις των γιγαντιαίων πλασμάτων που παράγουν μεταλλικούς ήχους και θορύβους. Η Λουίζ αντιλαμβάνεται νωρίς πως η αιώνια γλώσσα επικοινωνίας είναι ο γραπτός λόγος και έτσι θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τα απόκοσμα πλάσματα. Πρόκειται για μια γυναίκα που έχει λόγους να πάει κόντρα στις επιλογές αλλοτριωμένων ανθρώπων, στους κοντόφθαλμους πατριώτες και πολεμοχαρείς στρατιωτικούς. Η Έιμι Άνταμς με την μελαγχολική περιέργεια στα μάτια, είναι πιο «γήινη» από ποτέ όταν ερμηνεύει την προσπάθεια της ηρωίδας να αποκωδικοποιήσει «εξωγήινους» βρυχηθμούς και άγνωστα σύμβολα απ’ το βαθύ διάστημα. Η κατάθλιψη και η αμφιβολία αντανακλώνται ποικιλότροπα στο φωτογενές πρόσωπό της.

2arr.jpg

«Now I’m not sure I believe in beginnings and endings» λέει ο χαρακτήρας της Λουίζ στο κλείσιμο του εισαγωγικού κομματιού, λίγο πριν εμφανιστούν οι εξωγήινοι που θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της αντίληψης. Αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι κάτι ανάμεσα σε ονειρικές επαφές τρίτου τύπου, σε διανοητικούς γρίφους και σε γλωσσολογικούς στοχασμούς, όλα κάτω από ένα πάζλ που μπλέκει το μεταφυσικό και το μεταφορικό, με άξονα τη γλώσσα και τη διαστολή της έννοιας του χρόνου. Οι διαστάσεις της ιστορίας απλώνονται υπομονετικά με εμβόλιμες σεκάνς «αναμνήσεων» που φέρνουν στο νου τον ποιητικό νατουραλισμό των θεόπνευστων πλάνων του Τέρενς Μάλικ. Ο Βιλνέβ καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στο ανθρώπινο δράμα (κάτι που δεν πέτυχε ποτέ ο Christopher Nolan στο υπερφορτωμένο Interstellar) και ο φακός του ακροβατεί ανάμεσα στην παρατήρηση και τον στοχασμό.

Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα που μιλάμε, υποδεικνύει και τον τρόπο σκέψης μας. Όλοι οι δίγλωσσοι άνθρωπος μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η αλλαγή στη γλώσσα αλλάζει εν μέρει και τη ροπή της σκέψης. Κάθε γλώσσα δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα. Το Arrival πάει αυτή την προβληματική ένα βήμα πιο μακριά, με αποτέλεσμα η γλώσσα επικοινωνίας να δημιουργεί και το δικό της χρόνο. Οι επίπονοι μήνες κατά τους οποίους η Λουίζ (Έιμι Άνταμς) και ο Ίαν (Τζέρεμι Ρένερ) πασχίζουν να προσεγγίσουν τη συμβολική γραφή των επτάποδων πλασμάτων, φαίνονται να διαρκούν μονάχα μια δυο μέρες. Αυτή η σκηνοθετική επιλογή, που μοιάζει απλώς με εύκολη λύση για την  επιτάχυνση της αφήγησης, είναι μια αναγκαιότητα που τελικά κυοφορεί το βαθύτερο νόημα της ταινίας. Ο Βιλνέβ απορρυθμίζει τους χρόνους μέσα μας, σαν θεατές, για να δεχθούμε το ευρύτερο συμπαντικό νόημα που υπαινίσσεται το φινάλε. Ο σκηνοθέτης επίσης παραμερίζει το άχαρο επιστημονικό σασπένς, ξεφορτώνεται τα βαρίδια των εφέ και προτιμάει την πλήρη εσωτερικότητα. Με όπλο το μοντάζ, που παίρνει το πάνω χέρι σε όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων, κάνει ένα βήμα προς τα πίσω για να ανοίξει το διαμέτρημα της ιστορίας, πετυχαίνοντας έτσι μια από τις πιο σκεπτόμενες mainstream ταινίες της τρέχουσας δεκαετίας.

3arr.jpg

Πρόκειται για πικρή, ελεγειακή ταινία που μιλά με σπάνια τρυφερότητα για το ηθικό φορτίο των επιλογών και τη βαρύτητα της συνείδησης. Κάτω από τις σκόρπιες μνήμες και την sci-fi ονείρωξη της επαφής με εξωγήινους, υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: οι υποσυνείδητες επιλογές, ορίζουν ένα μέλλον που δεν είναι γραμμένο σε πέτρα. Λίγο αφότου η πανούργα αφήγηση της πιο αθόρυβης και εσωστρεφούς ταινίας με θέμα την εξωγήινη ζωή κάνει τον κύκλο της, μας αποκαλύπτεται και η παλίνδρομη φύση της. Εκείνο το “Now, I’m not sure I believe in endings and beginnings” της ηρωίδας επανέρχεται και αντηχεί σαν mantra στα αυτιά μου μετά την θέαση της ταινίας. Μπορώ να καταλάβω ακριβώς πως νιώθει.

Από το Movieworld

4arr.jpg

Αμερικάνικο Ειδύλλιο

Posted in Cinema on December 6, 2016 by InfluencesOnly

Λογοτεχνικό σινεμά με καλές προθέσεις και πλήρη δυστοκία.

Τον Ewan McGregor πάντοτε τον χαρακτήριζε το καλό γούστο. Από το ξεκίνημά του με τον Danny Boyle (“Trainspotting”), στην εξτραβαγκάντζα του Baz Luhrmann (“Moulin Rouge!”) και από τον glam παροξυσμό του Todd Haynes (“Velvet Goldmine”) μέχρι την ιμπρεσιονιστική κομεντί του Mike Mills (“Beginners”), ο McGregor πάντα άφηνε το αποτύπωμά του χάρη στο αγέραστο ύφος του. Φέτος, αποφάσισε να καταπιαστεί με την σκηνοθεσία, αλλά αντίθετα με τους συναδέλφους του που δοκιμάζονται με ένα προσωπικό πρώτο project στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Ewan βούτηξε στα βαθιά (στα άπατα μάλλον) επέλεξε για υλικό του το βραβευμένο μυθιστόρημα “American Pastoral” του Philip Roth. Ένα πυκνογραμμένο και σύνθετο έργο, που ανήκει στα πιο παθιασμένα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών.

AP_D27_10794R.jpg

Ο αφηγητής της ταινίας και alter ego του Roth είναι ο Nathan (τον υποδύεται ο υπέροχος μα ανεκμετάλλευτος εδώ David Strathairn) ο οποίος θα βρεθεί σε ένα ρουτινιάρικο reunion και θα ακούσει μια συγκλονιστική ιστορία, για έναν από τους ήρωες του σχολείου τους, τον Seymour τον οποίον συνήθιζαν όλοι να αποκαλούν Σουηδό. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο «Σουηδός» ενσάρκωσε το Αμερικάνικο όνειρο καθώς απέκτησε την προσοδοφόρα επιχείρηση του πατέρα του και παντρεύτηκε την πανέμορφη και χαρισματική Dawn (η Jennifer Connelly λάμπει κυριολεκτικά στον ρόλο της trophy wife). Η κόρη τους, η Merry, από τρυφερό κοριτσάκι που τραύλιζε, εξελίχθηκε σε ατίθαση έφηβο με πύρινες ιδέες και ιδιαίτερη ευαισθησία. Η Dakota Fanning προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί στο ρόλο της Merry, που γοητεύεται από τις εξτρεμιστικές ιδέες του 60 και την επαναστατική βία. Από ανταγωνιστική κοπέλα εξελίσσεται σε ένοπλο εχθρό του συστήματος, μέχρι που εξαφανίζεται για να γίνει περιβόητη καταζητούμενη του κράτους.

AP_D29_11307_R.jpg

Η κατάρρευση της οικογενειακής ισορροπίας, η φθορά της ατέρμονης αναζήτησης, η αμφισβήτηση κάθε ιδανικού, η ρήξη των ιδεολογικών και το πύρινο πάθος στο περιβάλλον του Σουηδού είναι στοιχεία που καθιστούν το American Pastoral ένα σπουδαίο έργο «βαριάς» λογοτεχνίας, που αφήνει ράκος τον αναγνώστη μετά το πέρας της ανάγνωσής του. Στην ταινία του, ο Ewan McGregor απογυμνώνει όλο το πάθος, τις σοκαριστικές στιγμές και τις δαιδαλώδεις ψυχολογικές διαδρομές, κρατώντας μόνο τις βουνοκορφές της πλοκής. Ακόμα και απογυμνωμένη όμως η βασική πλοκή, είναι κινηματογραφημένη σε ένα επίπεδο και άχρωμο πλαίσιο διάθεσης, χωρίς πάθος, αφήνοντας μια άβολη αίσθηση απογευματινής τηλεταινίας. Το πολιτικό πλαίσιο εξατμίζεται και οι σκηνές της κόρης συχνά προκαλούν αμήχανο γέλιο με τον τρόπο που εκφέρονται από την Fanning.

Ο McGregor είχε καλές προθέσεις αλλά δεν ξέρει από που να πιάσει το υλικό του και πως να προσεγγίσει τον κόσμο του Roth, αντίθετα με τον James Schamus που τα κατάφερε περίφημα στο “Indignation”. Όμως θα συγχωρούσαμε κάποια προβλήματα του American Pastoral, αν ο Mc Gregor δεν έκανε ένα τόσο απίστευτο misread στο βιβλίο με αποτέλεσμα να το απογυμνώσει από ζωτικότητα και στόχο. Που είναι ο Paul Thomas Anderson όταν τον χρειάζεσαι;

Απο το Movieworld

Album Of The Week #70

Posted in Music on December 3, 2016 by InfluencesOnly

Chickn

Chickn

Χρειαζόμασταν, αλήθεια, να αποδώσουμε τιμή και δόξα στη Διονυσιακή ψυχεδέλεια του 1960 και στον ηδονισμό της σχολής του Σαν Φρανσίσκο, στα τέλη του 2016;

Οι Chickn, στον πρώτο τους αυτόν δίσκο, μας παίρνουν από το χέρι για να μας σερβίρουν ένα πανσεξουαλικό χαρμάνι από μετα-ψυχεδελικά groove και απαστράπτουσες κιθάρες που, όταν λικνίζονται, αφήνουν χρώματα στον αέρα. Σαν την αύρα γύρω από τα κεφάλια, την οποία παράγουν οι παραισθησιογόνες ουσίες.

Με την ευγενική συμμετοχή των Baby Guru, οι Άγγελος Κράλλης, Παντελής Καρασεβδάς & Ευάγγελος Ασλανίδης στήνουν χορό στην καρδιά μιας αχαρτογράφητης ερήμου, με όρεξη και πάθος. Το περιβάλλον όπου λαμβάνει χώρα ο χορός τους αυτός δεν είναι δυσοίωνο, δεν κοσμείται από κεφάλια τράγων και αίμα παρθένων, αλλά από σαγηνευτικές φιγούρες, οι οποίες σε καλωσορίζουν και σε στολίζουν για να συμμετέχεις.

Στα γκρουβάτα και εθιστικά κομμάτια του άλμπουμ (όπως το “Aleppo/Jam”), σχεδόν νιώθεις να στήνεται στα αυτιά σου μια τελετουργική γιορτή, όπου οι μασκοφορεμένοι καλεσμένοι θα επιδοθούν σε δέηση μέσω μιας βακχικής παρτούζας, πίνοντας νέκταρ και απαγορευμένους χυμούς. Οι διεγερτικές πάλι κιθάρες, δίνουν έναυσμα για ένα πληθωρικό, πολυοργασμικό «χάσιμο» σε ηχητικές πεδιάδες, πλήρες σε περιπετειώδεις ρυθμούς, που συχνά κλείνουν μάλιστα το μάτι και στην Ανατολή.

Μη γελιέστε όμως, η μουσική των Chickn –παρά τη σημειολογία που δείχνει εκ πρώτης όψεως να κουβαλάει– δεν πάσχει από στείρο νεοχιπισμό, ούτε και επιδίδεται σε ρεσιτάλ άστοχου ρεβιζιονισμού. Οι πειραματισμοί τους δεν απευθύνονται σε new agers που αγκαλιάζουν δέντρα ή σε ξυπόλυτους εραστές της μάνας Γης. Αντιθέτως, η μπάντα ανυψώνει τη διάθεση μέσω υπόκωφων εκρήξεων, χάρη κυρίως στο γοητευτικό χτίσιμο των ρυθμών, για το οποίο ευτυχώς αφιέρωσαν τον απαραίτητο χρόνο, δείχνοντας διάθεση να δουλέψουν στο στούντιο.

Εκεί όπου το ντεμπούτο των Chickn δείχνει να στραβοπατάει, είναι στην αίσθηση του ανοικονόμητου που διαπερνάει ορισμένα εννιάλεπτα και οκτάλεπτα κομμάτια, αφήνοντας μια αμήχανη αίσθηση πλαδαρότητας. Μυρίζει δηλαδή προγκρεσιβίλα σε ορισμένα σημεία, πράγμα δύσκολο να συγκεραστεί με τον σκοτεινό ηδονισμό από το υπερπέραν ο οποίος διακρίνει τον υπόλοιπο δίσκο –αίσθηση που σαγηνεύει ακόμα κι αυτούς που δεν νιώθουν απαραίτητα σκαπανείς της ψυχεδελικής παράδοσης.

Τελικά χρειαζόμασταν να αποδώσουμε τιμή και δόξα στη Διονυσιακή ψυχεδέλεια του 1960. Απλά δεν το φανταζόμασταν.

Από το Avopolis

Hacksaw Ridge

Posted in Cinema on November 10, 2016 by InfluencesOnly

O παλιός καλός Μελ Γκίμπσον λείπει από τον mainstream κινηματογράφο. Ο ηθοποιός με το ήπιο βλέμμα και την εσωτερική οργή των ταινιών της πρώτης εποχής του Πίτερ Γουίαρ («Καλλίπολη», «Επικίνδυνα Χρόνια»). Ο ηθοποιός που έδωσε ζωή στον «Mad Max» στο δυστοπικό μέλλον της πρώτης τριλογίας Τζώρτζ Μίλερ. Ο star που μας χάρισε νιοστές, απολαυστικές θεάσεις στη σειρά ταινιών «Φονικό Όπλο», χάρη στο τρελαμένο ύφος του αστυνόμου Ριγκς. Τα τελευταία 20 χρόνια o Μελ είναι χαμένος σε ασημαντότητες («Ο Πατριώτης», «Οιωνός», «Edge Of Darkness») και σε παντελώς αδιάφορες περιπέτειες («Machete», «Οι Αναλώσιμοι 3») με μια δυο υποφερτές εξαιρέσεις (ίσως το «What Women Want» και αυτό με το ζόρι). Κανένας ρόλος αξιώσεων και καμία υποψία ερμηνείας στις ταινίες που εμφανίζεται για το γρήγορο paycheck. Πριν από αυτή την κατηφόρα, ο Μελ αποφάσισε στη δεκαετία του 90 να δοκιμαστεί στην σκηνοθεσία και το έκανε συμπαθητικά με το ήπιο «Ο Άνθρωπος Χωρίς Πρόσωπο» (1993) και το επικό crowdpleaser «Braveheart» (1995) που σάρωσε τα Όσκαρ και έδωσε αυτοπεποίθηση μεγάλου Αμερικάνου δημιουργού στον φωτογενή star. Εκείνο ήταν περίπου το σημείο που το μυαλό άρχισε να… σαλεύει.

1aaa.jpg

Ο Γκίμπσον επέστρεψε στη σκηνοθεσία σαν άλλος Τζεφιρέλι για μια gore αναπαράσταση στα «Πάθη Του Χριστού» στην αυθεντική Αραμαϊκή διάλεκτο. Το μεγαλοβδομαδιάτικο torture porn εκτόξευσε πίδακες αίματος και ηδονοβλεπτικής ηδονής σε εκατομμύρια θεατές που έκαναν το σταυρό τους σε κάθε σκηνή βασανιστηρίου στο πρόσωπο του Κυρίου. Δυο χρόνια αργότερα ήρθε το «Apocalypto» (2006) στη γλώσσα των Μάγια που βουτούσε τον θεατή σε έναν πολεμοχαρή κόσμο ανθρωποθυσιών και αρχέγονων τελετουργιών. Εκείνη η ακατάλληλη για ευαίσθητα στομάχια κατήχηση και η primal βία των αρχαίων φυλών που ακολούθησε, συνοδεύονταν από μια σκοτεινή περίοδο στην ζωή του Γκίμπσον. Κατάχρηση του αλκοόλ για αρκετά χρόνια, κάποια δημόσια αντισημιτικά σχόλια και μια σειρά από ηχογραφημένες συνομιλίες με την σύντροφό του που διέρρευσαν και πρόδιδαν ενδοοικογενειακή βία αποξένωσαν το κοινό από τον Χολιγουντιανό star.

2aaaa.jpg

Ο Μελ Γκίμπσον επέλεξε να επιστρέψει πίσω από την κάμερα με την ταινία «Αντιρρησίας Συνείδησης». Το θέμα της ιστορίας αναφέρεται στον Ντος, έναν εθελοντή στρατιώτη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος κατά την διάρκεια της μάχης Οκινάουα, έσωσε δεκάδες Αμερικάνους πολεμιστές χωρίς να κρατάει όπλο. Η ταινία παρακολουθεί τον στρατιώτη από τα παιδικά του χρόνια και την εκπαίδευσή του στο στρατό, μέχρι την υπεράνθρωπη προσπάθειά του στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Η ιστορία ενός θεοσεβούμενου παιδιού με συντηρητική ανατροφή που ήθελε να θυσιαστεί για την πατρίδα του χωρίς να παραβιάσει την ιερή εντολή περί φόνου, αποτελεί ενδιαφέρον υλικό για μια ταινία που θα εξέταζε το παράδοξο της εφαρμογής της συμπόνοιας ενός άοπλου μέσα στο αιματοβαμμένο μέτωπο πολέμου. Όμως στα χέρια του Μελ Γκίμπσον το υλικό μετατρέπεται σε μια αφόρητα διδακτική χριστιανική παραβολή, με ανόητα ηθικοπλαστικά διδάγματα. Είναι πραγματικά αδιανόητη η απλοϊκότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αγγίζει σύνθετα και σοβαρά ζητήματα όπως η ηθική, η αντίσταση στη βία και ο στείρος πατριωτισμός.

3aaaa.jpg

Η μεσσιανική παραβολή ξεκινάει με τα αθώα χρόνια του ήρωα, που σαν γιος συντηρητικού στρατιωτικού έμαθε από πρώτο χέρι την πειθαρχία και την έννοια του «καλού» με βάση το λόγο του Θεού. Μεγαλωμένος με φόβο θεού από αυταρχικό πατέρα, ο Ντος δεν απέκτησε  προβλήματα στη συμπεριφορά, αλλά εξελίχθηκε σε άξιο και λαμπρό νέο που δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τη Βίβλο του. Στην εφηβεία του, ζήτησε σε γάμο το πρώτο κορίτσι που κοίταξε στα μάτια και ερωτεύτηκε και αποφάσισε να γίνει σωστός σύντροφος και σύζυγος, όπως ήταν άλλωστε το θέλημα του Θεού. Ο Ντος κατετάγη στον πόλεμο γιατί αγαπούσε την μητέρα πατρίδα, γιατί ήθελε να νιώθει περήφανος και γιατί ήθελε να βοηθήσει τον συμπατριώτη στο ιερό καθήκον.

Ο Άντριου Γκάρφιλντ κάνει ότι μπορεί για να υποδυθεί το “χαζό παιδί – αγάπη γεμάτο”, που με τον Χριστό στην καρδιά, την οικογένειά του κορώνα στο κεφάλι και την πατρίδα στο μυαλό του, πήγε κόντρα στους νόμους και κατάφερε να γίνει ο πρώτος αντιρρησίας συνείδησης που τιμήθηκε με το μετάλλιο τιμής. Παρά την σθεναρή αντίσταση από το στράτευμα και τα καψόνια για την άρνησή του να αγγίξει όπλο, ο θεοσεβούμενος Ντος κατάφερε στο τέλος να κάνει τους πάντες να πιστέψουν στον αγώνα του και να σωπαίνουν σεβαστικά όταν προσεύχεται.

4aaaa.jpg

Το αν ο Μελ Γκίμπσον θέλει να κάνει Χριστιανικό σινεμά για την κινηματογραφική βραδιά του κατηχητικού της γειτονίας του είναι δικαίωμά του. Όπως δικαίωμά του και τιμή του είναι να δηλώνει καθαρός από την εξάρτησή του από το αλκοόλ χάρη στη δύναμη του Θεού. Ακόμα και το να ετοιμάζει το σίκουελ στα «Πάθη Του Χριστού» με την «Ανάσταση Κυρίου» μέσα στα επόμενα δυο χρόνια είναι απόλυτα σεβαστό. Όμως το γεγονός ότι σκηνοθετικά παρουσιάζει την συμπόνοια ως κεκτημένο μονάχα των Χριστιανών, όπως και το ότι βλέπει σαν μονόδρομο αρετής τη συμπεριφορά ενός στρατιώτη που μοιράζει ενέσεις μορφίνης δεξιά και αριστερά και κλωτσάει με ανάποδο ψαλίδι τις χειροβομβίδες του εχθρού (true story), είναι ηθικά προκλητικό και ανόητο. Δεν πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν αποτοξίνωση που να κόστισε 40 εκατομμύρια δολάρια, αλλά τόσο ήταν το budget του Hacksaw Ridge. Ελπίζω ο «νηφάλιος» Μελ,  οι ψηφοφόροι του Trump στις μεσοδυτικές πολιτείες και οι Αμερικανοί βετεράνοι να είναι περήφανοι με την ταινία. Όσοι αγαπάνε το σινεμά πάλι, όχι.

Από το Movieworld