2010 – 2017

7 χρόνια πάνε από τη μέρα που έφτιαξα το προσωπικό μου blog με τίτλο “Influences Only”. Έφτασα σχεδόν τα 500 post.

Πλέον, αποθηκεύω εδώ κριτικές και κείμενα.

Λέω να το κρατήσω όσο μπορώ.

Καλό Καλοκαίρι.

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #100

Washed Out

Mister Mellow

Όσοι έχουν παίξει σαν DJ έστω για μία μέρα, σε οποιοδήποτε κλασάτο μπαρ, θα ξέρουν ότι υπάρχουν κάποια τραγούδια «καβάτζες», που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, έχουν τη δυναμική να ανεβάσουν τη διάθεση στη στιγμή, προκαλώντας ενστικτώδη λικνίσματα.

Δεν πρόκειται για ραδιοφωνικά hits, τα οποία φτιάχνουν θετική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αναγνωρισιμότητάς τους, αλλά για συνθέσεις που διαθέτουν ένα ιδιαίτερο crowd pleasing συστατικό: αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Hard To Say Goodbye” του κυρίου Washed Out, μέσα από τον φετινό, 3ο δίσκο του. Μη γελιέστε, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν εξαιρέσουμε τον Kid Loco, τον DJ Shadow και κάμποσους ακόμα, δεν είναι πολλοί όσοι έχουν πετύχει το «στολίδι» για καλοκαιρινά compilations, που κάποτε έβγαιναν σωρηδόν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, επώνυμα μαγαζιά και μουσικούς παραγωγούς.

Ο Washed Out μας συστήνεται λοιπόν ξανά ως «Mister Mellow» και επιμένει πως οι ανέμελες θερινές εποχές, όσες θυμίζουν κοκτέιλ και μαγιό, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Τα τραγούδια του, όμως, δεν προορίζονται για τα φτηνά ηχεία των θλιβερών μπιτσόμπαρων. Η μουσική του ακούγεται από την ηλιοφάνεια μέχρι το σούρουπο και δρα σε έναν υπόγειο, ιδιωτικό κόσμο, εκεί όπου νιώθουμε απελευθερωμένοι και σε απόλυτη επαφή με το σώμα μας, κάτω από τον ήλιο. Τα τραγούδια του θέλουν δηλαδή πρώτα να μας χαμογελάσουν και μετά να μας παρασύρουν.

Στο Mister Mellow, λοιπόν, ο Washed Out μας κάνει να ατενίσουμε τον έναστρο ουρανό με το “Floating By”, να χορέψουμε με το “Get Lost” και να αγαπηθούμε με τον «ανώνυμο κανέναν» στο “Million Miles Away”. Ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που ζητούν τη συμμετοχή και τη συναρμονία του ακροατή, ενώ ίπτανται χάρη σε πανάλαφρα ηλεκτρονικά αναπτύγματα, «κεντώντας» σε μοντέρνο soul καμβά. Πραγματικά, στο “I’ve Been Daydreaming My Entire Life” σου δημιουργείται μια ανίκητη προσδοκία να μπει ξαφνικά η φωνή της Sade –δεν συμβαίνει, αλλά δεν πειράζει καθόλου– ενώ το “Instant Calm” μας δείχνει περίτρανα ότι το lounge δεν είναι απλά το καταφύγιο των άμουσων.

Από την άλλη, το Mister Mellow δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με τα προηγούμενα άλμπουμ του Washed Out, χρησιμοποιεί όμως έξυπνα τα samples –και όχι εξυπνακίστικα– θρέφοντας έτσι την ανάγκη μας για «ώριμη» εξωστρέφεια,χωρίς μεθυσμένα ξεσαλώματα και απαίτηση για «μουσικάρες». Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μουσικό καρουσέλ, το οποίο σε επαναφέρει στο ίδιο σημείο του κύκλου, αλλά με διαφορετικές διαθέσεις κάθε φορά.

Ίσως το θετικό πρόσημο και η ζεν ευγνωμοσύνη στους χυμούς της μουσικής να μην πείσει τη χίπστερ κοινότητα, που αναζητά μονίμως αιχμηρά και «βρώμικα» ακούσματα ως πειστήριο αυθεντικότητας. Καλό πάντως θα ήταν να αγνοήσετε τέτοιες απαίδευτες φωνές. Η θαλπωρή της συναισθηματικής ηρεμίας που προσφέρει το Mister Mellow ελπίζω να αποτελέσει για όλους πάτημα για καλοκαιρινή νιρβάνα και εφόδιο για να πλάσουμε τους δικούς μας φαντασιακούς κόσμους.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #99

Alan Vega

IT

Life is no joke, it’s days and nights of pure evil.” O υπέροχα παρανοϊκός ιεραπόστολος του ωμού punk των Suicide, ο Alan Vega ήταν πάντα το αυτοεξόριστο πλάσμα με συμπόνοια που εξαπέλυε εκδικητική μανία προς πάσα κατεύθυνση. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε το τελευταίο album της καριέρας του με τίτλο “ΙΤ”. Πρόκειται για μια δουλειά που ο Vega ετοίμαζε περίπου επτά χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και συνεργάτιδα Liz Lamere, και τελικά έμελλε να είναι μεταθανάτια.

Η αφήγηση του Elvis από την κόλαση, ή αν θέλετε του Ritchie Valens από την ζώνη των νεκρών, ή του σατανικού alter ego του Dion – όπως θέλετε περιγράψτε τον – δεν συστήνεται για όλους. Αν εξαιρέσουμε τους ορκισμένους fan που πίνουν νερό στο όνομα των Suicide, δεν ξέρω πόσοι ακροατές θα εκτεθούν από σύμπτωση σε αυτό το αμάλγαμα από ψυχωτικές φαντασιώσεις, ανίερους πόθους, τυφλή βία και φιλοσοφικά παραληρήματα κατά των δαιμόνων της Αμερικάνικης ψυχής: αδηφάγα media, μισαλλόδοξη θρησκεία και πολεμικά ένστικτα. Το rock & roll του Alan Vega βρίσκεται εδώ στην πιο βάρβαρη εκδοχή του και ο ίδιος, σαν ένας Hubert Selby Jr σε παράκρουση, σκορπίζει σαν σάλια και ούρα μεθυσμένου τους αιμοσταγείς στίχους του με τη μανία ενός προφήτη που κηρύσσει τις βάρβαρες προφητείες του.

Ο Alan Vega επιδίδεται σε ένα rockabilly κατευθείαν από το στόμα της τρέλας και φωνάζει συνθήματα όπως “It’s doomsday, doomsday” και “America is killing its youth“, σαν μισόλογα του ενοχλητικού ρακένδυτου τύπου που περπατάει δίπλα μας στο κέντρο της πόλης και που είναι φανερό ότι έχει σαλτάρει προ πολλού. Στο ‘Prayer’, φωνάζει “hallelujah”, “meditation” και “war is over”. Οι κραυγές του πατάνε σε Industrial λούπες που μοιάζουν να ξέφυγαν από το ασκησιολόγιο των Skinny Puppy, με το drum machine να χτυπάει σαν σκουριασμένη πρόκα την τραχιά επιφάνεια των τραγουδιών και τα κοφτερά synth δίνουν χώρο στις άναρθρες κραυγές του αλαφιασμένου πάστορα την ώρα που καίει βιβλία και φτύνει στη μούρη το ποίμνιο.

Ο δίσκος δεν συντονίζεται σε οποιονδήποτε εξωγενή ρυθμό παρά μόνο με τον δικό του εσωτερικό και τελικά πνίγεται στον industrial εμετό του. Οι εφιάλτες του δίσκου έχουν νόημα μόνο σαν μια καθαρτήρια κραυγή που εξαπολύει κάποιος που βρίσκεται σε αγωνία και έκσταση καθώς βλέπει να πλησιάζει το φως στην άκρη του τούνελ. Το ακροατήριο είναι λογικό να γυρίσει την πλάτη στο IT και την πυρακτωμένη οργή του. Αυτή όμως είναι η καλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να είχε αφήσει ο Alan Vega. Αμήν.

Posted in Music | Leave a comment

Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)

Οι δρόμοι ενός δημοσιογράφου κι ενός εγκαταλελειμμένου μικρού κοριτσιού, σμίγουν κάπου στην Αμερική. Οι δυο τους επιστρέφουν μαζί στην Ευρώπη και βρίσκονται σε αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής. Το χρονικό της περιπλάνησής τους κινηματογραφείται με καθαρότητα και απίστευτα μοντέρνα ματιά από τον Βέντερς, ο οποίος δείχνει μια τρυφερότητα που σπανίως επανέλαβε έκτοτε. Αυτό το αρχετυπικό road movie του 1974 μοιάζει σχεδόν αυτοσχέδιο, όμως η πλανοθεσία μαρτυρά μεγάλη δεξιοτεχνία από τον Γερμανό πρωτοπόρο.

Ο Ριούντιγκερ Φόγκελερ υποδύεται τον Γερμανό δημοσιογράφο που είναι το alter ego του σκηνοθέτη. Ο ήρωας, ολότελα χαμένος στην χαοτική Αμερική, τραβάει φωτογραφίες πολαρόιντ για να καταγράψει το άγνωστο που τον περιβάλλει και που συνάμα τον συναρπάζει. Προτού ταξιδέψει για τη Γερμανία, η τυχαία γνωριμία του με το εννιάχρονο κορίτσι θα πυροδοτήσει τον υπαρξιακό συναισθηματισμό του Βέντερς. Η καριέρα του σκηνοθέτη ξεκίνησε με μια ανεκτίμητη low-budget τριλογία που συμπληρώθηκε με το Wrong Move” (1975) και το “Kings of the Road” (1976), ταινίες που διακατέχονται από μια μελαγχολική νοσταλγία για την αφιλόξενη πατρίδα και που παίζουν με τις διαχωριστικές γραμμές της Γερμανικής ανομίας και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

77bwim_2.jpg

Η ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά του ήρωα απέναντι στο αχανές αστικό τοπίο είναι αρχικά το όχημα του Βέντερς για να κάνει ένα σχόλιο σχετικά με τη δημιουργική αμηχανία που νιώθουν οι σκεπτικιστές διανοούμενοι Ευρωπαίοι όταν δοκιμάζουν την τύχη τους στην Αμερική. Στο μυαλό του ήρωα, μάχονται μεταξύ τους η γοητεία και η απέχθεια που του προκαλούν ο απρόσωπος καταναλωτισμός και το φάντασμα της ιστορίας. Ο τρόπος που ο ήρωας συνδέεται με την Polaroid του, θυμίζει τον τρόπο που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι με τα κινητά μας σήμερα, απαθανατίζοντας τα πάντα και βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό του βιώνουμε ανά πάσα στιγμή. Η ταινία αυτή ξεκίνησε τον αέναο διάλογο των εικόνων του Βέντερς με την ίδια την Αμερική, ο οποίος συνεχίστηκε με το αριστούργημα «Παρίσι, Τέξας» (1984). Ένα jukebox που παίζει Canned Heat, ένα κονσέρτο του Chuck Berry, ακόμα και η κηδεία του John Ford, όλα δίνουν χρώμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία σε 16 mm και στον ήπιο στοχασμό του Βέντερς, που με τον φακό του διασχίζει τους ανοιχτούς δρόμους, τα βενζινάδικα, τα περιθωριακά μοτέλ και τα καταγώγια κάτω απ’ τις γέφυρες.

77bwim_3.jpg

Η εναρκτήρια σεκάνς μας ξεγελά και μας πείθει πως η ταινία αφορά τον φωτογράφο σε υπαρξιακή κρίση που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Σύντομα όμως το κέντρο βάρους κλίνει προς την μικρή ηρωίδα που θα σωματοποιήσει την ψυχή του ταξιδιού. Η στιγμή που από ένα παράθυρο ξενοδοχείου, η μικρή Αλίκη νιώθει πως μπορεί να σβήσει τα φώτα του Empire State Building σαν γενέθλια κεράκια, η οπτική μας ταυτίζεται με τη δική της. Η ταινία πλέον είναι το δικό της ταξίδι.

Το αμερικάνικο σινεμά συνηθίζει να αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν άγουρα πλάσματα γεμάτα αθωότητα και σπανίως αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο Βέντερς αντιμετωπίζει την ηρωίδα του σαν πολύπλοκο και αυτόνομο ον, γεμάτο επιθυμίες που πασχίζει να απαγκιστρωθεί από τον έλεγχο τον μεγαλυτέρων. Επιπλέον αποφεύγει να περιγράψει την Αλίκη σαν ενήλικη φαντασίωση ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος. Η ανύπαντρη μητέρα της έχει ομολογήσει πως δεν την αγαπά και πως θέλει να την εγκαταλείψει. Όμως ο Βέντερς δεν κρίνει ηθικά τους ήρωες του ταξιδιού. Όλοι τους άλλωστε περιπλανιούνται στο χάρτη σαν ασήμαντες κουκκίδες.

Οι εκδηλώσεις φευγαλέας ευτυχίας, ξαφνικών θυμών, ακόμα και ενήλικης ζήλιας εξελίσσονται μελαγχολικά και σκηνοθετούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια όσον αφορά την έκφραση και τις προθέσεις.

77bwim_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #98

TLC

TLC

Δεν αναβιώνει εύκολα ένα γκρουπ ύστερα από 15 χρόνια σιωπής, ούτε από την τραγωδία του πρόωρου θανάτου ενός εκ των τριών μελών του, ούτε και από την κάκιστη υποδοχή του τελευταίου του άλμπουμ (3D, 2002). Πριν πάντως το τραγικό τέλος της ταλαντούχας Lisa “Left Eye” Lopes το 2002, οι TLC είχαν προλάβει να σαρώσουν τα charts με μια σειρά από πετυχημένα singles, ιδίως με την «αγία τριάδα» των “Scrubs”, “Waterfalls” και “Creep”. Σε αντίθεση όμως με τις Destiny’s Child ή τις En Vogue, εδώ έχουμε ένα reunion που κανείς δεν ζήτησε. Πώς να περιμένεις άλλωστε επανένωση, με δύο από τα τρία μέλη ενός φωνητικού R’n’B γκρουπ;

Ωστόσο βρέθηκαν αρκετοί fans για να χρηματοδοτήσουν τη δισκογραφική επιστροφή των TLC μέσω του Kickstarter, πιθανά με την ελπίδα ενός νέου super hit που θα μονοπωλήσει τα ερτζιανά και τα clubs για τα επόμενα χρόνια. Όμως η ακρόαση μέχρι τα μισά του δίσκου είναι απ’ τα πιο αποκαρδιωτικά πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, όχι μόνο αν έχει επενδύσει μερικά δολάρια, αλλά ακόμα κι αν ξόδεψε λίγα σεντς για να κατεβάσει τα νέα αυτά τραγούδια στη φορητή του συσκευή.

Τα πρώτα κομμάτια στο TLC είναι τόσο ανέμπνευστα και κιτς, όσο υπονοεί η γραφιστική του εξωφύλλου. Το πρώτο single “Way Back” είναι ένα παρωχημένο R’n’B νιαούρισμα με κουλές ιστορικές αναφορές στον Marvin Gaye και στον Michael Jackson –γιατί έτσι. To “It’s Sunny” είναι ένα ηλιόλουστo τίποτα, το οποίο χρησιμοποιεί sample από το κλασικό “Sunny” με τρόπο που θα έκανε τον Bobby Hebb να κρυφτεί από ντροπή. Το “Haters” ρίχνει ακόμα πιο χαμηλά το επίπεδο, όντας ένα αφόρητα girly τραγουδάκι για τις ανήλικες fans των Kardashians, ιδανικό για διαφήμιση παγωτού ή κάποιας σειράς μαγιό. Το “Perfect Girls” ολοκληρώνει αυτό που κάποτε θα λέγαμε «πρώτη πλευρά» με ένα ηθικό δίδαγμα του στυλ «αγάπησε αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη» και «κορίτσια, αξίζουμε το καλύτερο!» τυλιγμένο σε  europop νάυλον, ώστε να μη μυρίζουν τα συντηρητικά.

Μιλάμε δηλαδή για πλαδαρές συνθέσεις, τις οποίες ούτε ο R. Kelly δεν θα έσωζε στην παραγωγή: χαζά ξεπατικώματα και εκνευριστικές προχειράτζες, σε μια αρπαχτή ολκής από τη Rozonda “Chilli” Thomas και την Tionne “T-Boz” Watkins. Η βαθμολογία του δίσκου, ως εδώ, είναι 3 στα 10.

Αν όμως ο ακροατής έχει λίγη ακόμα υπομονή να προχωρήσει και μετά από εκείνο το σημείο, θα επιβραβευθεί με το “Start A Fire”, που χάρη στο mellow ακουστικό του ύφος και τις αρμονίες στα φωνητικά, έρχεται σαν φρέσκο αεράκι, κουβαλώντας νοσταλικό ύφος για τη δεκαετία του 1990 –όταν οι TLC έλαμψαν με τον μοσχοπουλημένο δίσκο CrazySexyCool. Το “American Gold” ακροβατεί με χάρη ανάμεσα στα πιο ενήλικα της Kate Perry και στα πιο corny της Alicia Keys, ενώ το “Scandalous” το διαπερνά μια ευπρόσδεκτη αίσθηση pop περιπέτειας και R’n’B αγωνίας. Επιπλέον, το “Aye Muthafucka” διαθέτει τη βρώμικη γκλαμουριά του Moulin Rouge, ενώ το “Joy Ride” έχει τη στόφα εκείνη της γνήσιας soul που παράγει αισιοδοξία.

Τελικά, λοιπόν, το δεύτερο μισό του δίσκου των TLC ανατρέπει (σχετικά) την αρχική απογοήτευση, οπότε διασώζεται και η βαθμολογία για το δίδυμο που καταγράφηκε ως το πιο πετυχημένο εμπορικά girl group, μαζί με τις Spice Girls. Όλα καλά μέχρι εδώ, αρκεί να μην πάρουν θάρρος και οι δεύτερες για ανάλογο comeback.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

“Από τις 4 στις 5”. Ξανά.

Παράξενο να παίρνεις δημοσιογραφική συνέντευξη από έναν άνθρωπο που θεωρείς με κάποιο τρόπο πατέρα σου. Κάπως έτσι νιώθω για τον Γιάννη Πετρίδη.

Οι άπειρες ώρες που έχουμε κουβεντιάσει για μουσική και σινεμά, οι ιστορίες που μου έχει διηγηθεί και οι δίσκοι που με έχει βάλει να ακούσω, έχουν διαμορφώσει το κριτήριό μου όσο τίποτα άλλο.

Η εκπομπή που άκουγα με ευλάβεια από μικρό παιδί, ξαναρχίζει στο 1ο Πρόγραμμα. Να είσαι καλά Γιάννη να την κάνεις για άλλα 20 χρόνια. Μπορείς;

Διαβάστε όλη την αποκλειστική συνέντευξη ΕΔΩ

Posted in Music | Leave a comment

Summer Movies We Love

Μια εναλλακτική λίστα 10 ταινιών που διαδραματίζονται καλοκαίρι…

Dazed and Confused (1993)

76w-1.jpg

School’s out for Summer. Κάποτε, το καλοκαίρι ξεκινούσε ακριβώς τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ δανείζεται τον τίτλο του τραγουδιού των Led Zeppelin για να αναπολήσει με αφοπλιστική τρυφερότητα τη δεκαετία του 70 και τα νεανικά hangover στο κατώφλι του κολεγίου. Ένα αλησμόνητο 24ωρο που χαράσσεται τη μνήμη σαν κατευόδιο στην εποχή της αθωότητας. Τα πάρτι θα πάψουν να είναι αθώα, οι παρέες θα αλλάξουν ανεπιστρεπτί και οι επιλογές ζωής θα αρχίσουν να χτυπάνε με μανία την πόρτα.

My Summer of Love (2004)

76w-2.jpg

Μια παράξενη φιλία και έλξη στην Αγγλική εξοχή από τον Πάουελ Παβλικόφσκι (“Ida”). Μια τρυφερή ιστορία κοριτσίστικης φιλίας μετασχηματίζεται σε ιστορία εμμονής και εξαπάτησης. Στις κλεφτές ματιές και τις υποσχέσεις της Έμιλι Μπλαντ κρύβεται μια μάχη ανάμεσα στην πίστη και την αγάπη. Απρόσμενα συγκλονιστικό φιλμ που εξερευνά τη σχέση ενός καλλιεργημένου και κακομαθημένου πλουσιοκόριτσου και ενός κοριτσιού από την επαρχία που λαχταρά να γεμίσει το κενό του δυσλειτουργικού και θρησκόληπτου περιβάλλοντός της.

Knife of Water (1962)

76w-3.jpg
Ένα φονικό παιχνίδι από ανθρώπους – πιόνια στη σκακιέρα. Ένα παντρεμένο ζευγάρι παίρνει στο αυτοκίνητό του έναν νεαρό φοιτητή που κάνει ωτοστόπ και τον προσκαλεί σε μια διήμερη κρουαζιέρα με το γιοτ τους. Μεταξύ των δύο ανδρών ξεσπάει ένας ψυχολογικός πόλεμος και έντονος ανταγωνισμός, με επίκεντρο τη γυναίκα. Το εξαιρετικό ντεμπούτο του Ρομάν Πολάνσκι διαθέτει μερικούς από τους πιο καλογραμμένους διαλόγους που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Point Break (1991)

76w-4.jpg
Αγαπημένη ταινία για όσους παθιάζονται με τα θαλάσσια σπορ και ειδικότερα το surf. Η περιπέτεια της Κάθριν Μπίγκελοου με τον νεοσσό Κιάνου Ριβς είχε την ατυχία να γνωρίσει πρόσφατα ένα ανεκδιήγητο ριμέικ. Όμως μετά από τόσα χρόνια, παραμένει απολαυστική και δροσερή. Μια εξασφαλισμένη διασκέδαση, παρά την παρωχημένη δράση σε κάποια σημεία και το βιντεοκλιπάτο στιλιζάρισμα.

Vicky Cristina Barcelona (2008)

76w-5.jpg
Η σεξουαλικά απελευθερωμένη Χριστίνα και η έξυπνη αλλά συνεσταλμένη φίλη της Βίκυ, κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στη Βαρκελώνη. Εκεί θα γνωρίσουν έναν ερωτύλο ζωγράφο. Το ελεύθερο πνεύμα του και το καλλιτεχνικό φούμαρο που σερβίρει με σαγηνευτική προφορά θα ξεμυαλίσει την Χριστίνα, μέχρι που η υστερική πρώην σύζυγος του ζωγράφου θα μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Η Σκάρλετ Γιόχανσον δεν ήταν ποτέ πιο χυμώδης, ο Χαβιέ Μπαρδέμ δεν ήταν ποτέ πιο πραγματικά γοητευτικός και η υπερεκτιμημένη Πενέλοπε Κρουθ ποτέ δεν ήταν πιο σέξι και πειστική. Ένας από τους καλύτερους Γούντι Άλεν και σίγουρα ο πιο καλοκαιρινός.

Summer with Monika (1953)

76w-6.jpg

Όταν ένας 19χρονος γνωρίζει την ρομαντική, τολμηρή Μόνικα, την ερωτεύεται αμέσως. Η επαναστατική της φύση τους ωθεί να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ζήσουν μόνοι τους το καλοκαίρι σε ένα νησί.  Εκεί η γοητευτική Μόνικα θα μείνει έγκυος και τα προβλήματα θα αρχίσουν για τον νεαρό. Η Μόνικα θέλει απλώς να περνάει καλά και να σκέφτεται το σήμερα. Τρυφερή αλλά και λεπτομερής σπουδή χαρακτήρων από τον μαέστρο Ίγκμαρ Μπέργκμαν.

Summer of Sam (1999)

76w-7.jpg

Το καλοκαίρι του 1969 κυλίστηκε στο αίμα από τον ψυχοπαθή serial killer με το όνομα Sam. O Σπάικ Λι δεν θέλει να κάνει ένα Zodiac ούτε ένα θρίλερ για να τρομάξει τον κόσμο. Προτιμά να ρίξει το βάρος στην παράνοια της εποχής, στα ιδρωμένα κορμιά, στις πύρινες ντίσκο, στη soul και (αλίμονο) στις φυλετικές διακρίσεις στο γκέτο. Σίγουρα άνισο το τελικό αποτέλεσμα, όμως αν δεχθείς τη σχιζοφρενική φύση του Summer Of Sam, σου ασκεί μια εθιστική γοητεία που μάλιστα αντέχει σε επαναληπτικές θεάσεις.

Plein soleil (1960)

76w-8.jpg

H ταινία «Γυμνοί στον Ήλιο» του Ρενέ Κλεμέντ, είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το οποίο διασκεύασε εξίσου καλά ο Άντονι Μιγκέλα το 1999 με τίτλο «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλει». Το αριστοτεχνικό φιλμ του Κλεμέντ με τον Αλέν Ντελόν στα καλύτερά του, αφηγείται την ιστορία του playboy Φελίπε τον οποίο ο Τομ Ρίπλει πρέπει να προσεγγίσει κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας του πρώτου στη Ευρώπη και να τον επαναφέρει στην Αμερική έναντι αμοιβής. Εξαιρετική φωτογραφία και καλοκαιρινά πλάνα που γοητεύουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταινία που δεν επιτρέπεται να μην έχει δει όποιος αγαπάει τον κινηματογράφο.

Suntan (2016)

76w-9.jpg

Το αγαπημένο και πολύπαθο Ελληνικό καλοκαίρι όπως δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ. Απόλυτα ρεαλιστικό σε αίσθηση, τρυφερό σε προσέγγιση μα αιχμηρό σαν μαχαίρι, το Suntan έχει στο επίκεντρο μια σκοτεινή ιστορία εμμονής, με φόντο το κάμπινγκ στην Αντίπαρο. Η μοναξιά του Χειμώνα στο νησί, ο μικρόκοσμος της ντόπιας κοινωνίας, οι κραιπάλες στη La Luna, τα νεανικά κορμιά στον ήλιο, το αντηλιακό στα γυμνά στήθη, το σεξ τις πρώτες πρωινές ώρες, η απελπισία, η σκατίλα των κρετίνων, το πάθος, η φρίκη. Εξαιρετική ταινία σε κάθε επίπεδο και άκρως κινηματογραφική δουλειά.

Friday the 13th (1980)

76w-10.jpg

Οφείλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι. Αυτό το φτηνό slasher movie, που έγινε μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί το ρεύμα το οποίο δημιούργησε 2 χρόνια νωρίτερα το Halloween του Κάρπεντερ, είναι ένα από τα ορόσημα του «φιλμ καλοκαιριού». Νεαροί σφαγιάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα-ένα τα πτώματα πέφτουν κάτω από το ματωμένο μαχαίρι του παράφρονα με τη μάσκα στο καλοκαιρινό κάμπινγκ. Φτηνιάρικο και προχειροφτιαγμένο φιλμ, που όμως απέκτησε τεράστια φήμη και γέννησε πολλά σίκουελ, τα οποία κρατάνε γερά μέχρι σήμερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #97

Beth Ditto
Fake Sugar
Η πληθωρική σαρώστρα των παθών επέστρεψε και πλέον είναι ελεύθερη να πατήσει στα πόδια της. Θεωρώ μάλιστα ότι η σόλο καριέρα της Beth Ditto έπρεπε να αρχίσει χρόνια πριν, καθώς πάντα είχα την αίσθηση ότι οι Gossip την κρατούσαν πίσω, οπότε δεν ξεδίπλωνε το ταλέντο της στο ακέραιο. 

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή της Ditto τα τελευταία χρόνια: παντρεύτηκε τον επί χρόνια καλύτερο φίλο της, λάνσαρε τη δική της γραμμή μόδας για extra large κυρίες και κυρίως απεγκλωβίστηκε από το electro punk συγκρότημά της, ώστε να ανοίξει φτερά προς όποια κατεύθυνση θέλει.

Με το αδιαπραγμάτευτο στυλ της, έχει αυτοχαρακτηριστεί «χοντρή, φεμινίστρια και λεσβία»: mια περιγραφή που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης στην αυθεντικότητα της έκφρασης. Και πράγματι, η πολυδιάστατη προσωπικότητά της διαφαίνεται ξεκάθαρα σε αυτόν τον πρώτο σόλο δίσκο της.

Αλλού, η Ditto γίνεται η μποέμ κολλητή με την οποία μοιράζεσαι τα πάντα, χωρίς τον φόβο ότι θα σε κρίνει. Αλλού γίνεται η αινιγματική ιέρεια του LGBTQ κινήματος, που θέλει να τους πάρει όλους ο διάολος. Αλλού φαντάζει ως έκφυλη performer, έτοιμη για ολονύχτια ερωτικά καλέσματα. Αλλού είναι η χαμογελαστή «προχώ» τύπισσα που κατέχει αυτό που δεν κατέχουν οι ανυποψίαστοι –και το μοιράζεται υπόγεια μαζί σου. Αλλού είναι το καλό πνεύμα της πόλης, που οι κρετίνοι θέλουν να κυνηγήσουν ως μάγισσα. Αλλού είναι ακούραστη pop diva μετά από άγριο μεθύσι, η οποία δεν έχει χάσει όμως την αξιοπρέπειά της, παρά το χαλασμένο γκλίτερ. Αλλού είναι το πανκιό που θέλει να ξεκινήσει μια εξέγερση με οδομαχίες και αλλού, πάλι, θέλει να αποδείξει πως είναι ένα τρυφερό κορίτσι, που κουβαλάει ακόμα την επαρχία στην καρδιά. Μαζί της, δηλαδή, δεν βγάζεις άκρη.

Το “Oo La La” είναι ένα electro-punk καλούδι που θα ζήλευαν οι Blondie, ενώ στο “We Could Run” η Beth Ditto βγάζει τη Stevie Nicks που κρύβει μέσα της. Στο τρυφερό “Fake Sugar” μιμείται τις μελωδικές γραμμές του Paul Simon, ενώ στο “Love In Real Life” μιλάει για τα προβλήματα μιας μακρόβιας σχέσης με τρόπο που θα έκανε την Annie Lennox να σηκώσει το ένα της φρύδι με ενδιαφέρον. Στο “Lover” εκφράζει την ερωτική αβεβαιότητα με τρόπο που θα το έκανε μια δυναμική synth-pop μπαλάντα της Cyndi Lauper, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Όμως κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Fake Sugar, το πραγματικά σπουδαίο τραγούδι δεν έρχεται ποτέ.

Tο άλμπουμ αφήνει τελικά μια ενοχλητική αίσθηση: σαν χαλίκι στο παπούτσι, το οποίο δεν μπορείς να αγνοήσεις, όσο και να το θες. Την αίσθηση δηλαδή ότι τα τραγούδια γράφτηκαν «συνειδητά» και όχι με εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την εκστατική dance pop του παρελθόντος ή το καψωμένο electro punk των Gossip.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ταλέντο της Beth Ditto δεν ξεδιπλώθηκε ακόμη στο ακέραιο. Ή μήπως τελικά οι Gossip δεν την κρατούσαν στ’ αλήθεια πίσω;

Από το Avopolis

Posted in 3 | Leave a comment

Έρωτες & Φιλίες (Love and Friendship)

Βρισκόμαστε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η χήρα Σούζαν Βέρνον, μια σαγηνευτική και χειραφετημένη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, καταφθάνει στην έπαυλη των πεθερών της, έχοντας στο μυαλό της ένα πανούργο σχέδιο για να εξασφαλίσει τον τέλειο γαμπρό γι’ αυτήν αλλά και για την άβγαλτη κόρη της.

Ο σκηνοθέτης Γουίτ Στίλμαν, φωταγωγεί υπέροχα τις υποτιμημένες πτυχές της γοητείας της Κέιτ Μπεκινσέιλ, η οποία δυστυχώς έχει αναλωθεί σε τριτοκλασάτα franchise δράσης και εκμεταλλεύεται άριστα ένα καστ με ονόματα όπως την Κλόι Σεβινί, τον Ξαβιέρ Σάμιουελ, αλλά και τον Στήβεν Φράι σε ένα σύντομο πέρασμα. Ο Στίλμαν είναι έμπειρος στο να αφηγείται ιστορίες νέων ανθρώπων που μπαίνουν σε λαμπερούς κόσμους που βρίσκονται σε παρακμή και δεν μπορούν να τους προσφέρουν πολλά, όπως το αστραφτερό clubbing στο The Last Days of Disco (1998), όμως φαίνεται πως ήταν γεννημένος να σκηνοθετήσει το σύμπαν της Τζέιν Όστιν και καταφέρνει να το μπολιάσει με χάρη και σωστές δώσεις κυνισμού.

78_2.jpg

Το Love & Friendship είναι η πιο λεπτοδουλεμένη ταινία του σκηνοθέτη. Πρόκειται για μια πανέξυπνη και γλυκόπικρη σατιρική δραμεντί που χρειάζεται περισσότερες από μια θεάσεις για να αφομοιώσει ο θεατής τις δεικτικές ατάκες και να απολαύσει την λεπτή ειρωνία στην ολότητά της. Το πνεύμα της Τζέιν Όστιν έχει τιμηθεί δεόντως στον κινηματογράφο από τον Ανγκ Λι («Λογική και Ευαισθησία» ) και τον Τζο Ράιτ («Περηφάνια και Προκατάληψη»), όμως εδώ το πνεύμα του τελευταίου μεταθανάτιου έργου της που κυκλοφόρησε, το «Λαίδη Σούζαν», χρησιμοποιείται σαν βάση για μια υπέροχη υπονόμευση των στερεοτύπων της ρομαντικής λογοτεχνίας και των αριστοκρατικών κοινωνικών δομών που απειλούνται από την ελευθεριότητα της ηρωίδας Σούζαν Βέρνον, η οποία αναστατώνει τον κόσμο με την ανεξαρτησία της και με τις ερωτικές φήμες που τη συνοδεύουν.

78_3.jpg

Η λεπτή κοινωνική κριτική της Βρετανίδας Όστιν, το μανιπιουλάρισμα χαρακτήρων μέσω του πνεύματος και της αόρατης ειρωνείας, αλλά και το όπλο της γυναικείας ομορφιάς χρησιμοποιούνται τόσο ανάλαφρα και τόσο αποτελεσματικά και κυρίως με αξιοθαύμαστη οικονομία. Το καλά δομημένο σενάριο πατάει σε μια συρραφή επιστολών, όπως δηλαδή και το βιβλίο. Ο Στίλμαν διασκεδάζει πολύ, (κι εμείς μαζί του) καθώς χορογραφεί το ανακάτεμα της τράπουλας των ρόλων, με όχημα την αινιγματική και σκανδαλώδη ηρωίδα. Η ταινία μοιάζει με δροσερό καλοκαιρινό αεράκι μέσα σε ένα καλοκαίρι που ο θεατής έχει ταλαιπωρηθεί από κάκιστες Γαλλικές κομεντί και Ιταλικές φαρσοκωμωδίες απ’ τα αζήτητα. Ακόμα περισσότερο όμως μοιάζει με ένα ανάλαφρο πάρτι που θα λάτρευε να παρεβρίσκεται ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ και να μειδιάζει με όσα υπέροχα συμβαίνουν.

Posted in Cinema | Leave a comment

Τζορτζ Ρομέρο (1940-2017)

Ξανακοιτώντας στο έργο μίας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του σινεμά του τρόμου…

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζορτζ Ρομέρο υπήρξε πρωτοπόρος σκηνοθέτης του φανταστικού. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1968, όταν με ελάχιστα χρήματα (περίπου 10.000 δολάρια) γύρισε την ασπρόμαυρη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», που γέννησε τα κινηματογραφικά ζόμπι όπως τα ξέρουμε σήμερα. Ο 29χρονος τότε Ρομέρο σημάδεψε ουσιαστικά την απαρχή του μοντέρνου σινεμά τρόμου.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν σε ένα κόσμο όπου, χωρίς καμία λογική εξήγηση, οι νεκροί έχουν σηκωθεί από τον τάφο τους και περπατάνε αναζητώντας ζωντανούς για να τους φάνε. Ήταν η εποχή που το κύμα της κοινωνικής αμφισβήτησης διογκώνονταν στην Ευρώπη και η Αμερική παρέμενε εγκλωβισμένη στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τις φοιτητικές εξεγέρσεις να μαίνονται εκεί. Η στιγμή της κυκλοφορίας της ταινίας, λοιπόν, ήταν καίρια. Η στιλάτη χρήση ενός μοντέρνου ρεαλισμού ακύρωνε τις παλιές συμβάζεις του κινηματογραφικού τρόμου και έφερνε στο κοινό μια νέα αίσθηση του σοκ. Τα φαντάσματα του σύγχρονου κόσμου έβγαζαν τις φθαρμένες μάσκες τους, για να αποκαλύψουν ένα στυγνό πρόσωπο.

78kzomb_1.jpg

Η αρχετυπική ταινία ζόμπι θεματολογίας έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί αποτέλεσε την τέλεια παραβολή για τον δυτικό κόσμο που εφησυχάζεται εύκολα και που ξέρει να κρύβει καλά την ξενοφοβία του. Μετά την «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για το σινεμά του φανταστικού. Η ατμόσφαιρα, το ασφυκτικό ασπρόμαυρο στη φωτογραφία και ο πανικός που μεγαλώνει με το λεπτό, έκαναν τον θεατή να νιώθει το σασπένς στο στομάχι. Ο Ρομέρο πέτυχε να μεταμορφώσει τον κόσμο που ζούμε σε ένα πάρκο θανάτου, χωρίς αιτίες και εξηγήσεις. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ σημαντική για την καλλιτεχνική και ψυχολογική εξέλιξη του σινεμά του τρόμου.

78kzomb_2.jpg

Ο Ρομέρο επέστρεψε στον αγαπημένο του κόσμο των απέθαντων, με το “Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών” (1978). Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη βρέθηκε αυτή τη φορά η σύγχρονη Αμερική της κατανάλωσης. Μια ομάδα επιζώντων, πολιορκημένη από ορδές ζωντανών νεκρών, έχει καταφύγει σε ένα εμπορικό κέντρο. Τα ζόμπι καραδωκούν απ’ έξω προσπαθώντας να μπουν στον ναό της κατανάλωσης καθώς αυτή δείχνει να είναι η μόνη αμυδρή ανάμνηση που τους συνδέει με την παλιά ζωή τους. Η υπέροχη ιδέα του Ρομέρο αναπτύχθηκε σε όλη την πολιτική της διάσταση χάρη στη θεαματική της βία και τη μαύρη σάτιρα.

78kzomb_3.png

Η πρώτη ταινία του 1968, είχε δημιουργήσει μια τόσο δυνατή βάση που μπορούσε να γεννήσει άπειρες συνέχειες. Ο Ρομέρο βέβαια σκηνοθέτησε μερικά σίκουελ αρκετά χρόνια αργότερα: το «Η μέρα των ζωντανών νεκρών» (“Day of the Dead” 1985), το «Η γη των ζωντανών νεκρών» (“Land of the Dead” 2005), το «Hμερολόγιο των νεκρών» (“Diary of the Dead” 2007) και το «Επιζώντας Από τους Απέθαντους» (“Survival of the Dead”, 2009). Καμία από αυτές τις ταινίες όμως δεν έφτασε το μεγαλείο των πρώτων δυο ταινιών. Η βλοσυρή ιστορία των ζόμπι έχει αντιγραφεί κατά κόρον, από υπερπαραγωγές αναψυχής (World War Z) μέχρι mainstream τηλεοπτικές σειρές (Walking Dead), όμως στα χέρια του Ρομέρο αποκτούσε πάντα μια ιδιότυπη υπαρξιακή διάσταση. Η απόλυτη φύση του κακού στα πρώτα δυο μέρη, η αντιρηγκανική βαρβαρότητα του τρίτου μέρους και η μακάβρια πολιτική σάτιρα των επόμενων, δεν είχε σχέση με στυλιζαρισμένους φόβους και τρεχαλητά επιβίωσης από φωτογενείς χαρακτήρες.

78kzomb_4.png

Η καριέρα του Ρομέρο ήταν σημαντική και έξω από τον κόσμο των ζωντανών νεκρών. Απολαυστικό είναι το «Καραντίνα: Ο Ουρανός Έβρεξε Θάνατο» (“The Crazies” 1973 ), όπου ο στρατός προσπαθεί να προλάβει την εξάπλωση ενός θανατηφόρου ιού. Εξαιρετική ταινία είναι το μελαγχολικό «Martin» (1978), με ήρωα ένα αγόρι που πιστεύει πως είναι βρικόλακας. Επιτυχία σε cult κοινό είχε γνωρίσει το «Οι μονομάχοι της ασφάλτου (“Knightriders” 1981) ενώ υποτιμημένο είναι το θριλεράκι Bruiser (2000). Φυσικά. ο Ρομέρο γνώρισε επιτυχία με τις δυο διασκευές του σε έργα του Στίβεν Κινγκ: το σπονδυλωτό Creepshow (1982) και το «Σκοτεινό Εγώ» (“The Dark Half“ 1993).

78kzomb_5.png

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #96

Saint Etienne

Home Counties

Ένας φόρος τιμής στο Λονδίνο μέσω φιλόξενης και αστικής pop; Ναι, θέλουμε!

Φυσικά οι Saint Etienne δεν θα μας προσέφεραν ποτέ μια συλλογή από τραγούδια τα οποία θυμίζουν εκείνη την αντιπαθητική euro trash προσποιητή ευφορία, που είναι βουτηγμένη στα συντηρητικά και μόνο ανέραστα χαμογελάκια μπορεί να προκαλέσει. Το βρετανικό συγκρότημα διαθέτει καθαρό καλλιτεχνικό μητρώο εφόσον δεν έχει πουλήσει ποτέ ψευτο-τσαχπινιές και συνεχίζει την έντιμη και αξιοπρεπέστατη πορεία του στα πιο ανθισμένα λιβάδια της ορθόδοξης pop. Τόσο λιτά.

Στον 9ο δίσκο τους, λοιπόν, οι Saint Etienne απογειώνουν ξανά τον μύθο τους σαν πρέσβεις της υγειούς, τραγουδιστικής κληρονομιάς τους. Το Home Counties πυροδοτεί ένα λάκτισμα της ικανότητάς τους να γράφουν ολοστρόγγυλα τραγούδια με μικρά κουπλέ και μεγάλη καρδιά. Το αφηγηματικό στυλ του δίσκου διαθέτει υψηλή ευαισθησία και στρώνει ένα μεσόρρυθμο χαλί για να παρελάσουν ραδιοφωνικές μνήμες. Οι Saint Etienne θυμούνται την εποχή που οι ήχοι της δεκαετίας του 1960 ήταν ακόμη φρέσκα, ζουμερά φρούτα και κάθε νέο μουσικό ερέθισμα καταγραφόταν έντονα στην ψυχή. Θυμούνται ακόμη την εποχή όπου οι προσωπικές στιγμές τυπώνονταν σε πολαρόιντ για να φυλαχθούν και δεν έκαναν βουτιά στην ινσταγκραμική κοινοκτημοσύνη αναμνήσεων.

Το “Something New” φέρνει στον νου τη μεσόκοπη κατάνυξη του Burt Bacharach και μας στέλνει στις swinging λονδρέζικες γειτονιές και σε εποχές που η pop μουσική ακουγόταν «ραδιοφωνική». Το “Take It All In”, πάλι, χαμογελάει και κάνει γκριμάτσες στον John Barry, ενώ τα πλήκτρα του “Whyteleafe” μας στέλνουν σε κάποιο ροδομάγουλο ρομάντζο της δεκαετίας του 1970, όσο το εθιστικό groove του “Dive” μας θυμίζει τις πιο λαμπρές στιγμές της διαστημικής disco. Επιπλέον, τα ονειρικά φωνητικά στο “Heather” ρίχνουν επιτέλους λίγη ζάχαρη στο άνοστο μοντέρνο chillwave και στο “Underneath The Apple Tree” ξυπνάει το θυμικό της Motown. Και τέλος,  μπορεί το “Out Of My Mind” να κουβαλάει όλη την αφέλεια του ντουνιά, αλλά νιώθεις υπέροχα που είσαι σε θέση να μοιράζεσαι την ίδια pop τσιχλόφουσκα με τη Sarah Cracknell.

Το Home Counties μπορεί να είναι πανάλαφρο σαν πούπουλο και ανώδυνο σαν καλοκαιρινό αεράκι, όμως διαθέτει μια λιτή μεγαλοπρέπεια, η οποία σπανίζει. Επιπλέον, η κομψότητα και η ανοιχτότητα της φωνής της Sarah Cracknell μου προσφέρουν μια χαρά για ζωή και μια ελαφράδα που στ’ αλήθεια μου έχει λείψει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

O Κύκλος (The Circle)

H ψηφιακή απειλή απέναντι στην ιδιωτικότητα και η ιντερνετική δυστοπία σαν καταπέλτης των ανθρώπινων αξιών, δεν θα μπορούσαν να κινηματογραφηθούν τόσο άνοστα και τόσο ενοχλητικά, όσο στην ταινία «The Circle» με την Έμα Γουότσον και τον Τομ Χανκς.

Η ταινία προσπαθεί να αρθρώσει λόγο απέναντι τους κινδύνους των social media που καταπίνουν τις εργασιακές αξίες και θολώνουν τα όρια της ανθρώπινης ηθικής, αλλά το αποτέλεσμα είναι πιο άχρηστο και από παλιό λογισμικό που έχει χρόνια να γίνει update και οι μεγαλοστομίες του ακούγονται πιο κούφιες και από το χειρότερο inspirational speech σε επαρχιακό TEDx. To πλαδαρό φιλμάκι μοιάζει με teen movie η οποία μετασχηματίστηκε σε κάτι σοβαρότερο, όταν οι συντελεστές είδαν επεισόδια του Black Mirror. Το σενάριο πήρε στα σοβαρά τον εαυτό του και αντί να καταπιαστεί με τα χτυποκάρδια στα θρανία μεταξύ φοιτητών που φιλοδοξούν να στήσουν την τέλεια start-up company, κάνει καταγγελία στους αμοραλιστές της ψηφιακής τεχνολογίας.

79hcircl_2.jpg

Μια ταλαντούχα και φιλόδοξη digital manager (Γουότσον) βρίσκει την ιδανική δουλειά σε μια εταιρεία που εμπορεύεται νέες πλατφόρμες στα social media και ρηξικέλευθες πρακτικές στο internet. Το ένα motivational speech μετά το άλλο από έναν γκουρού που θυμίζει άξιο απόγονο του Στιβ Τζομπς (δεν ξέρω πως έμπλεξε ο Χανκς με αυτό το ρολάκι) θα την μυήσουν στην #ilovemyjob νέα πραγματικότητα, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει κάτι από σέκτα Σαϊεντολογίας και λίγο από Καλιφορνέζικο κολέγιο με ενθουσιώδεις geeks, απ’ αυτούς που και τον ύπνο τους περνάνε κώδικα. Η ηρωίδα σαστίζει και σαγηνεύεται ταυτόχρονα μέσα στη δίνη της εργασιομανίας, πάντα με «θετική ενέργεια», ανάμεσα σε νέους achievers που ορκίζονται στην τεχνολογία. Φυσικά η ίδια είναι χειρότερη από τους εμπνευστές της απάτης (δεν είναι και μεγάλη έκπληξη ποιος είναι ο κακός) καθώς δεν έχει καν τη λογική να αντιδράσει στην 24ωρη παρακολούθησή της από κάμερες σε Live feed. Τουλάχιστον οι τεχνοκράτες είχαν κίνητρο να κερδίσουν πολλά χρήματα. Αυτή όμως, πως μπορεί να είναι τόσο αφελής και να στερείται αξιοπρέπειας;

Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την παραβίαση κάθε ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου με μικροκάμερες που υποτίθεται θα εξαλείψουν το ψέμα και την απάτη, ώστε κανείς να μην κρύβεται από τα χιλιάδες «κινητά» μάτια που μεγάλου αδερφού. Θέματα σοβαρά και με πολύ ζουμί. Όμως η μπανάλ κινηματογράφιση, οι γελοιότητες στην πλοκή, το νερόβραστο συναίσθημα και φυσικά το ανόητο ξεμπρόστιασμα των υπευθύνων στο τέλος, κάνουν το σύνολο να μοιάζει με απογοητευτική σάτιρα με φιλοσοφία νηπιαγωγίου. Έχετε νιώσει την απελπισία μπροστά στο λάπτοπ όταν ένα πρόγραμα δεν ανοίγει γιατί έχει χτυπήσει ο σκληρός δίσκος; Αυτή είναι η πικρή γεύση που αφήνει αυτή η ταινία μετά το τέλος της ενώ έχεις πληρώσει εισητήριο.

79hcircl_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που δεν διαθέτει καν χαρακτήρα ώστε να χαρακτηριστεί απλά «τεχνοφοβική». Το Circle δεν απλά μια αποτυχημένη προσπάθεια, καθώς δεν έχει σαφείς προθέσεις, ούτε σοβαρά ερωτήματα είναι σε θέση να προσφέρει. Πρόκειται για μια απίστευτη σπατάλη χρόνου και ταλέντου. Αν το “Social Network” είναι οι Tool στο Glastonbury, το Circle είναι οι Μέλισσες στα MAD Awards. Εκεί που οι ταινίες κατασκευάζονται με δουλειά και προσπάθεια, το Circle έγινε με βάση οδηγίες από ένα “how to direct a movie” video στο you tube και οι δημιουργοί του όταν τελείωσαν πάτησαν «save» και «upload». Προσπεράστε αυτό το σκουπίδι και διαγράψτε το κι απ’ τον κάδο ανακύκλωσης.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

3 Women

Picture

Πίσω από το ψηλό κορμί της και την ευγενική μορφή της Ε. κρύβεται μια βαθειά ριζωμένη αβεβαιότητα για το πώς ο κόσμος την αντιλαμβάνεται και τη βλέπει. Από μικρή της ασκούσαν γοητεία τα έντονα χρώματα σε ρούχα και έπιπλα. Είχε ανάγκη να εκφράζει με χρώματα το πώς ένιωθε, όπως κάποια κωμικά sitcom που χρειάζονται το laugh track για να σου θυμίζουν το σημείο που πρέπει να γελάσεις. Η κλίση της στις ξένες γλώσσες δεν της έχει φανεί πουθενά χρήσιμη, όμως πάντα ήθελε να είχε γεννηθεί Γαλλίδα. Η Ε. όταν βγαίνει έξω φοράει πάντα ένα μακρύ κεντημένο φουλάρι και πάντοτε νιώθει την ίδια παράλυση επιλογών σχετικά με το ποτό που θα επιλέξει να παραγγείλει. Έχει μια περιέργεια για τα ζώα, ιδίως τα πολύ μικρά αλλά όχι με τη σαχλή εμμονή των φιλόζωων. Προτιμάει να ξεχνιέται καθώς τα παρατηρεί να παίζουν και να χαμογελάει. Η Ε. έχει ελάχιστα κοσμήματα, όμως είναι όλα αγαπημένα και έχουν μια ιστορία από πίσω τους – άλλωστε τα έχει αγοράσει όλα μόνη της. Θα ήθελε να μπορεί να χορεύει αλλά δεν νιώθει καθόλου ευλύγιστη. Η τρυφερότητα και η καλοσύνη της μπλοκάρουν όταν προσπαθεί να συμπεριφερθεί ερωτικά, νιώθει σχεδόν εκτεθειμένη αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να δείξει εμπιστοσύνη. Δεν έχει σκοτεινές φαντασιώσεις. Στο μυαλό της, οι εραστές κυλιούνται με αργές κινήσεις σε σατέν υφάσματα. Θέλει να κάνει κάτι για να βελτιώσει τη γκρίζα ατμόσφαιρα του διαμερίσματος του κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερου συντρόφου της, ο οποίος είναι συγγραφέας – χωρίς να έχει εκδώσει τίποτα- και που έχει σχεδόν μόνιμα ένα τσιγάρο στα χείλη του. Από θαύμα δεν έχει κάψει το απεριποίητο και άγριο μούσι του. Όλοι συμφωνούν πως την έχει δεδομένη αλλά αυτή στωικά παραμένει στο πλάι του για χρόνια και δεν χολοσκάει να διεκδικήσει συναισθηματική ανταπόδοση. Τις νύχτες, για να την πάρει ο ύπνος, φτιάχνει με τη φαντασία της το μικρό πέτρινο σπίτι που θέλει κάποτε να αποσυρθεί.

Εδώ και λίγα χρόνια η Ζ. έχει μετακομίσει στο daydreaming των βορείων προαστίων, αφήνοντας πίσω της το ταλαιπωρημένο κέντρο. Θα έπρεπε να είναι πολύ τσαντισμένη με την απόφαση των γονιών της αλλά για κάποιο λόγο δεν έχει οργή μέσα της για κανέναν. Η Ζ. πάντα ζούσε σε μια δική της διάσταση αλλά δεν ήταν ποτέ weirdo. Είναι ισορροπημένη και οργανωτική αλλά ταγμένη στον κόσμο της απειθαρχίας. Αν είχε πλήρη συνείδηση των ικανοτήτων της θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας -ή μάλλον της περιέργειας- που ασκούσε σε όσους είχαν την υπομονή να ασχοληθούν μαζί της. Όχι άδικα, καθώς έχει έναν ολότελα δικό της τρόπο να βλέπει τα πράγματα που μοιάζει καμιά φορά ανησυχητικός. Δεν έδινε ποτέ δεκάρα για τα trend της μόδας, ούτε θα δώσει ποτέ. Αν και ξέρει να μαγειρεύει πολλά -κυρίως παραδοσιακά- φαγητά, το διαιτολόγιό της θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από φρούτα. Η Ζ. είναι από τους ανθρώπους που ελέγχουν απόλυτα τις αντοχές και τις δυνάμεις τους. Είναι παράξενο που μπορεί να κοιμηθεί 13 ώρες και να μείνει ξύπνια για τρεις νύχτες με την ίδια άνεση. Κανένας άνδρας δεν την έχει κοιτάξει ποτέ στα μάτια για να της πει ερωτικά λόγια. Αν και έχει καλοσχηματισμένο κορμί, τίποτα πάνω της δεν θυμίζει αυτό που εκλαμβάνουμε ως «όμορφο». Ελάχιστα την αφορά να βρει ερωτική χημεία με κάποιον ή τουλάχιστον έτσι λέει σε όλους. Είναι άλλωστε από αυτές τις γυναίκες που ζουν διαρκώς και με άνεση μονόπλευρους και ανομολόγητους έρωτες χωρίς να ξέρει κάτι διαφορετικό. Όσο υψηλή ευαισθησία κι αν έχει σε θέματα αισθητικής, άλλη τόση ανοχή έχει στην ανθρώπινη ασχήμια. Αν υπήρχε μια δουλειά που θα έκανε με πάθος θα ήταν να γράφει παραμύθια ή να διακοσμεί κοινόχρηστους χώρους. Ενώ δεν της φαίνεται καθόλου, αγαπάει τα μεγάλα και φαντασμαγορικά θεάματα όπως την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχει βαρεθεί το ποδήλατο με το οποίο κινείται εδώ και χρόνια αλλά δεν έχει χρόνο και χρήματα να πάρει μηχανή. Μπορεί όμως και να το αναβάλει γιατί κατά βάθος φοβάται την ταχύτητα και το ρίσκο.

Υπήρξε μια εποχή που η Σ. άνοιγε τη πόρτα της και έβγαινε έξω χωρίς να το σκεφτεί και πάντα έβρισκε τον τρόπο να καταλήγει στα μέρη που τα ενδιαφέροντα πράγματα θα συνέβαιναν. Δεν υπήρξε ποτέ party animal ή rock’n’roll queen και δεν κυνηγούσε ποτέ τον φωτεινό προβολέα. Είχε όμως το έμφυτο χάρισμα να βρίσκεται στο μέρος που θα φιλοξενούσε το πιο ενδιαφέρον συμβάν της πόλης, να επιλέγει ενστικτωδώς τα αυθόρμητα κοσμικά events και να είναι παρούσα σε περιστατικά που θα γεννούσαν τους πιο παράδοξους αστικούς μύθους. Πλέον, τίποτα δεν τη συνδέει με εκείνο το κορίτσι που χόρευε σαν τρελό στα αλαφιασμένα rave πάρτι στα χωράφια της Αττικής. Ήταν πάντα χαρισματική η Σ. Και διατηρεί ακόμη τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Με το ανεπαίσθητο χαμογελάκι της μπορούσε εύκολα να γοητεύσει οποιονδήποτε. Κοιτούσε τα πράγματα με λαχτάρα, σαν να θέλει να αποθηκεύσει τις εικόνες. Στη πραγματικότητα δεν κρατούσε πολλά στη μνήμη της και ακόμη λιγότερα ένιωθε πραγματικά. Από μικρή είχε μια ανεξήγητη σχέση αγάπης με τη Μαφάλντα γιατί έβρισκε μια τραγικότητα στο σκίτσο της. Αν της δίνονταν η ευκαιρία να ζήσει κάπου στο εξωτερικό θα επέλεγε το Τόκυο. Ο Ασιατικός κώδικας αισθητικής κούμπωνε με ένα μεταφυσικό τρόπο μέσα της. Συνήθως επιλέγει να πίνει κάποιο κοκτέιλ, με βάση το αν τη γοητεύει το χρώμα του ή το ποτήρι που σερβίρεται και όχι απαραίτητα η γεύση του. Η Σ επένδυσε όλο της το “είναι” σε έναν άνθρωπο μέχρι που ήρθε η τραυματική πρόσκρουση. Η πτήση προσγειώθηκε ανώμαλα στο έδαφος μετά από μια εξαετία γεμάτη κενά αέρος και ακραίες καιρικές συνθήκες. Από τότε, η Σ. είναι μόνη της και έχει περάσει ολόκληρες βδομάδες κλειδωμένη σπίτι της. Πλέον, σπάνια βγαίνει από το εξοπλισμένο και hi-tech διαμέρισμά της. Έχει δυο laptop και ένα i-pad. Η ώρα είναι περασμένες τρεις. Μέσα στη νύχτα η Σ. μετράει τα dm σβήνει παλιά private messages, ταξινομεί τα email στο inbox, κάνει update στο λογισμικό και μετράει τα αναπάντητα sms της ημέρας. Κάποτε, τέτοια ώρα, μετρούσε τ’ άστρα.

 

*Οι φωτογραφίες είναι από την ομώνυμη ταινία του Robert Altman

Posted in Interlude | Leave a comment

The Beguiled – Η Αποπλάνηση

Η σεξουαλικότητα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου στην νέα ταινία της Σοφία Κόπολα, η οποία διασκευάζει ένα ξεχασμένο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ στον κεντρικό ρόλο του στρατιώτη που βρίσκει άσυλο σε ένα σχολείο θηλέων οικότροφων. Εκείνη η έντεχνη ηθογραφία του τεχνίτη Σίγκελ, αποτελούσε ένα σχόλιο στη Δύση της σεξουαλικής απελευθέρωσης που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια και ελάχιστη σχέση έχει με την φετινή δηλητηριώδη αλληγορία.

Η Κόπολα αφήνει το «καλό» ή το «κακό» να φωτιστούν σαν ένα αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Οι σεξουαλικές δυνατότητες διαστρέφουν τη φύση των ηρώων. Η Νικόλ Κίντμαν χρωματίζει τα δρώμενα και η Κρίστεν Ντάνστ κοντράρεται με την μητριαρχική πειθαρχεία. Δίπλα τους, ο Κόλιν Φάρελ ερμηνεύει τον ελκυστικό και σαστισμένο άνδρα (δίχως την macho σοβαροφάνεια του Ίστγουντ). Ο έκπτωτος στρατιώτης γίνεται ανθρώπινο πιόνι σε μια σκακιέρα που δεν αντιλαμβάνεται. Η αρσενική του φύση άγεται και φέρεται, εκμεταλλευόμενη τη γυναικεία φιλοξενία. Λες και είναι ο «κακός» της ιστορίας που θα ταράξει τα θεμέλια της θηλυκής αδελφότητας. Οι γυναίκες θα είναι οι μεσσίες μια θυσίας, που παραπέμπει σε ευνουχισμό.

80za_2.jpg

Η απατηλά απλοϊκή ιστορία αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα τη φιλοσοφική της οδό. Η «επιθυμία» γίνεται παράδοξο που αποκτά τοξική υπόσταση και είναι ο αστάθμητος παράγοντας που διαρρηγνύει τα τοιχώματα των ψευδο-φεμινιστικών αντιλήψεων. Σαν αποτέλεσμα, η ψευδαίσθηση της αδελφότητας καταρρέει, επειδή τόλμησε το ανήκουστο: να ξεστρατίσει στα μονοπάτια του πόθου και να «αποπλανηθεί». Η «θηλυκή συνείδηση» όμως τελικά γίνεται ισχυρότερη, θωρακίζοντας την προκατάληψη που την κρατάει ενωμένη.

Η Σοφία Κόπολα κινηματογραφεί λακωνικά μια σκοτεινή αντανάκλαση του πιο σκληρού προσώπου της μητριαρχίας, χωρίς το εστέτ ύφος που κλείνει δυνατά την πόρτα στο πρόσωπο του θεατή. Μπορεί κανείς να βυθιστεί στο φιλμ ή απλά να το παρατηρεί, εξαιτίας της νωχελικής εξέλιξης των γεγονότων. Η «πλοκή» άλλωστε εξελίσσεται ανάμεσα στις σκηνές. Τα σημεία της δράσης δηλαδή που θα φώτιζε το ψυχαγωγικό Χόλιγουντ, «συμβαίνουν» αμέσως μετά το cut και λίγο πριν το ξεκίνημα της επόμενης σκηνής. Πρόκειται τελικά για ένα φιλμ που απευθύνεται σε θεατές που δεν διστάζουν όταν οι χρόνοι της ταινίας δεν είναι στα μέτρα τους, ούτε απορούν εάν δεν κατανοούν μια στρωτή πλοκή και που αποβλέπουν στις ταινίες ως αξίες.

80za_3.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #95

Big Boi

Boomiverse

Χρειάζεται αρκετή τόλμη και δουλειά ώστε το «σκοτεινό μισό» των OutKast να βρει τα πατήματα μιας σόλο καριέρας, ξεφεύγοντας από τη μεγάλη σκιά που ακόμη ρίχνει το (προσωπικό) Speakerboxxx (2003) και το Stankonia (2001), τα οποία κυκλοφόρησαν όταν το θρυλικό ντουέτο διέπρεπε στον χώρο του hip hop. Κανείς δεν θα το παραδεχθεί ανοιχτά, αλλά η φωτογένεια και η ευρηματικότητα του πολυσχιδούς Andre 3000, αυξάνει λίγο περισσότερο τις απαιτήσεις για κάθε δισκογραφικό βήμα του Big Boi. Στο Boomiverse, όμως, ο έμπειρος ράπερ καταφέρνει περήφανα και αφήνει το στίγμα του στην εποχή της πρωτοκαθεδρίας του Kendrick Lamar.

Το νέο άλμπουμ του Big Boi είναι πλούσιο σε ελέη και πατάει με αυτοπεποίθηση στα ηλεκτρονικά bleeps, με 12 τραγούδια που εκπέμπουν σοβαρές δονήσεις. Το αυτάρκες σύνολο δεν περιέχει περιττές συνεργασίες για τη μαρκίζα, ούτε άστοχα ιντερλούδια για εντυπωσιασμό και υπερβολική διάρκεια, ώστε να πλαδαρέψει σε ύφος: αντιθέτως, ο δίσκος καταφέρνει και δεν υστερεί καθόλου σε groove. Οι space disco εκφάνσεις του “Mic Jack”, η ακαταμάχητη μελωδικότητα του “Get Wit It” –με τον εμβόλιμο Snoop Dogg να απογειώνει το κομμάτι– και η «βρώμικη» ταχυλογία των Killer Mike & Jeezy στο “Kill Jill” αποτελούν τις καλύτερες στιγμές. Επιπλέον, οι λεκτικές μανούβρες του περιπετειώδους “Order Οf Operations” επιβάλλουν επαναλήψεις στην ακρόαση, ενώ η εξαιρετικά φροντισμένη παραγωγή του “Chocolate”, με το πυρωμένο beat και τα ρομποτικά φωνητικά, θα έκαναν τη Missy Elliott να μειδιάσει με ικανοποίηση.

Ο Big Boi δεν έχει λοιπόν ανάγκη να παριστάνει τον μάγκα «γειτονιάς» και δεν χρειάζεται εξάρσεις εφηβικού μισογυνισμού ή gangsta κλισέ για να θολώσει τα νερά. Έχει εμπιστοσύνη στο υλικό του. Μπορεί ο δίσκος να μην κάνει το πέρασμα στο ευρύ κοινό, αλλά ο στυλιστικός πλουραλισμός και η τέχνη στην παραγωγή (τα εύσημα πάνε ιδίως στους Organize Noize) σώζουν ακόμα και αδύναμες στιγμές σαν το “In Τhe South”, το οποίο δοξάζει την κληρονομιά του Pimp C· ή το “All Night”, που φέρνει κατά νου κάτι από τον «γουέστερν ραπ» πειραματισμό του αποτυχημένου Idlewild (2006).

Το Boomiverse προδίδεται μόνο από κάποιες στιγμές εδώ κι εκεί στις οποίες βουτάει στην κληρονομιά της δεκαετίας του 1980 και σε κάμποσες εύκολες λύσεις στην παραγωγή (σε κομμάτια όπως το “Freakanomiks”). Ίσως δηλαδή τέτοιες επιλογές να ακουστούν ολίγον «συνηθισμένες», σε ένα σύνολο που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικεί το credit του «φρέσκου», με αποτέλεσμα πολλοί πιτσιρικάδες να θυμηθούν ότι αυτό που ακούνε είναι το «ραπ του μπαμπά».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Heat-Wave: 10 περιπτώσεις στις οποίες ο καύσωνας «χτύπησε» τη μεγάλη οθόνη

Διανύουμε την πιο ζεστή βδομάδα του χρόνου. Μια καλή λύση για τον καύσωνα και τις θερμοκρασίες που πιθανότατα θα «γλύψουν» τους 46 βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα, είναι το home cinema, με το κλιματιστικό για μοναδικό σύμμαχο.

Ακολουθεί μια λίστα από ταινίες στις οποίες οι υψηλές θερμοκρασίες όρισαν την ατμόσφαιρα, τις πράξεις και την ψυχολογία των ηρώων. Ταινίες που αγαπήσαμε και στις οποίες ο καύσωνας αποτελούσε βασικό στοιχείο στη σκηνοθεσία και την πλοκή…

Rear Window (1954)

81tMvw_2.jpg

Έχοντας μια σταθερή οπτική, που κρατάει τον θεατή καθηλωμένο μαζί με τον ήρωα (Τζέιμς Στιούαρντ) ο οποίος βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, ο Χιτς δημιουργεί ένα ολόκληρο σύμπαν από χαρακτήρες σε εκείνη την αξέχαστη αυλή που έβλεπαν τα παράθυρα των πολυκατοικιών. Η υπερβολική ζέστη είναι ο λόγος που αναγκάζονται οι ένοικοι να κρατάνε τα παράθυρα ανοιχτά και να είναι εκτεθειμένοι στους γείτονες. Πέρα από τη δημιουργία ενός πανούργου σασπένς, που παραδόξως εντείνει η απουσία δράσης, η πιο δαιμόνια παράμετρος της ταινίας είναι το ηδονοβλεπτικό σχόλιο, τόσο για τον ήρωα όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.

12 Angry Men (1957)

81tMvw_3.jpg

Δώδεκα ένορκοι κλείνονται σε ένα δωμάτιο για να καταδικάσουν με συνοπτικές δοκιμασίες ένα αγόρι που κατηγορείται ότι διέπραξε μια δολοφονία. Όμως, ο προοδευτικός χαρακτήρας του Peter Fonda είναι αυτός που την τελευταία στιγμή σπέρνει το σπόρο της αμφιβολίας και σπάει την ομοφωνία. Η κουφόβραση στη Νέα Υόρκη είναι αφόρητη και η ζέστη πυροδοτεί τις ηθικές συγκρούσεις. Kλειστοφοβικό δράμα, διορατικά σκηνοθετημένο από τον Σίντνευ Λιούμετ ως προς τις συνθήκες κλειστοφοβίας, με δώδεκα ερμηνείες απίστευτου νεύρου και με τους ανεμιστήρες να μη βοηθάνε καθόλου.

Body Heat (1981)

81tMvw_4.jpg

Εν μέσω αφόρητου καύσωνα, θα δημιουργηθεί ένας παράνομος δεσμός ανάμεσα σε μια παντρεμένη femme fatale και σε έναν σχετικά αφελή δικηγόρο. Η Kathleen Turner θα υποδυθεί μια απίστευτα ερωτική και επικίνδυνη γυναίκα που θα παρασύρει την δικηγόρο (William Hurt) στο έγκλημα πάθους. Ένα από τα πιο καυτά και «ιδρωμένα» film noir που έγιναν ποτέ και μαζί μια ταινία ορόσημο για τον στυλιζαρισμένο ερωτισμό της δεκαετίας του 1980.

Do The Right Thing (1989)

81tMvw_5.jpg

«I have today’s forecast: HOT!» ήταν τα λόγια του DJ Love Daddy (τον υποδύονταν ο Samuel Jackson) στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας – βόμβα μολότωφ, που σκηνοθέτησε ο Spike Lee. O υπερβολικός καύσωνας εντείνει τις συγκρούσεις στο γκέτο και πυροδοτεί την φυλετική βία. Ποτέ άλλωτε η διεύθυνση φωτογραφίας δεν κατέγραψε τόσο ζωντανά την άβολη αίσθηση της αφόρητης ζέστης μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η κάψα, οι Public Enemy, η θορυβώδης γειτονιά, η πιτσαρία των Ιταλοαμερικάνων, οι αντικρουόμενες διδαχές του Malcom X και του Martin Luther King και το ρατσιστικό πάθος, βρίσκονται σε θερμοκρασία βρασμού, πράγμα που θα οδηγήσει στη σοκαριστική κορύφωση του φινάλε.

Falling Down (1993)

81tMvw_6.png

Οι απόψεις ακόμα διίστανται σχετικά με το εάν ο ήρωας που υποδύεται ο Michael Douglas στο απίθανο δραματάκι αστικής παράνοιας του Joel Schumacher, είναι παρανοϊκός ή ανθρώπινο θύμα μιας «κακής στιγμής». Πάντως, το Falling Downκατηγορήθηκε ως ταινία-πρότυπο σύγχρονου μικροαστικού φασισμού. Ένα ακραίο μποτιλιάρισμα εν μέσω αφόρητης ζέστης και ένα χαλασμένο air condition είναι η αφορμή για να σαλτάρει ο ήρωας και να ξεκινήσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, προς κάθε εκνευριστικό άνθρωπο και κάθε κανόνα που μπορεί να σου καταστρέψει τη μέρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκηνή έκρηξης θυμού στα McDonald’s είναι σχεδόν κλασική.

Οι Απέναντι (1981)

81tMvw_7.jpg

Η πόλη σιγοβράζει τα βράδια του Αυγούστου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων γεφυρώνουν τα ανομολόγητα πάθη. Ο νεαρός ήρωας της ταινίας είναι γνωστός σαν το «Φάντασμα». Ένας απόμακρος παρατηρητής σε μια σκληρή πόλη από αφιλόξενους αυτοκινητόδρομους, φλιπεράδικα, πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές. Κλεισμένος στο δωμάτιο του, παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του την άγνωστη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Ο Γιώργος Πανουσόπουλος κινηματογραφεί με υπέροχο στυλ και διακριτικότητα, την ερωτική ενηλικίωση ενός ήρωα που θέλει να δει τη «γυμνή αλήθεια» της ζωής και να έρθει σε επαφή με κάτι «πραγματικό». Την περιπέτεια δηλαδή που δεν έζησε ποτέ και τις αόρατες στιγμές που παίρνει μαζί του κάθε πρωί το φως του ήλιου στον ουρανό της Αττικής.

Barton Fink (1991)

81tMvw_8.jpg

Για κάθε σοβαρό καλλιτέχνη, το «συγγραφικό μπλοκ» είναι η κόλαση. Τίποτα δεν σε προϊδεάζει όμως για την υπαρξιακή κόλαση στην οποία βουτάει ο διανοούμενος σεναριογράφος με το όνομα Barton Fink, σε ένα δωμάτιο ενός ξεχασμένου απ’ το Θεό ξενοδοχείο στο Χόλυγουντ, με τις ταπετσαρίες στον τοίχο να ξεκολλάνε απ’ τη ζέστη. Το σενάριο μιας φτηνοταινίας με θέμα έναν παλαιστή θα μετατραπεί σε υπαρξιακή Νέμεσις για τον αγαθό συγγραφέα (John Turturro) με τον αινιγματικό γείτονα (John Goodman) να ανοίγει τις πύλες της κολάσεως στο δρόμο προς τη «φλεγόμενη» λύτρωση του δημιουργικού μυαλού. Κάπου ανάμεσα στη “Λάμψη”, τον “Ένοικο” και το “Eraserhead”, το αριστούργημα των αδελφών Coen κλείνει θριαμβευτικά το μάτι με την αινιγματική ατάκα «I’ll show you the life of the mind».

Το Σπιρτόκουτο (2002)

81tMvw_9.jpg

Ένα ασφυκτικό διαμέρισμα που βράζει απ΄ το λιοπύρι θα χωρέσει όλη τη μικροαστίλα και την ενδοοικογενειακή λεκτική βία. Ο πάτερ φαμίλιας, η νοικοκυρά και τα τέκνα τους, θα βρεθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο με τα λεκτικά πυρά να εκτοξεύονται ακατάπαυστα. Ένας ποταμός από χυδαίες βρισιές και ασχήμιες μέσα στους τέσσερις τοίχους, συνθέτουν το πολυσυζητημένο ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη, ο οποίος σκηνοθετεί με γνήσιο μισανθρωπισμό και μπόλικη οργή τους ήρωές του να σβήνουν κάτω από σκληρές συνθήκες ζέστης.

The Day the Earth Caught Fire (1961)

81tMvw_10.jpg

Αντιπροσωπευτικό δείγμα ψυχροπολεμικής φαντασίωσης και ψυχαγωγικού θρίλερ αγωνίας μαζί, το “The Day the Earth Caught Fire” κουβαλάει ένα απλοϊκό αλλά διαχρονικό μήνυμα για την καταστροφική ανθρώπινη φύση που προκαλεί τη θεία δίκη. Δυο ταυτόχρονες πυρηνικές δοκιμές από Ρωσία και Αμερική, προκαλούν ανεξίτηλη ζημιά στην περιστροφή τη Γης, με ολέθριο αποτέλεσμα στις κλιματικές συνθήκες. Τίμιο θρίλερ στην παράδοση του “The Day the Earth Stood Still” με την κατάσταση συναγερμού της ακραίας ζέστης να αξιοποιείται κινηματογραφικά, παρά την χαμηλού κόστους παραγωγή.

Dog Day Afternoon (1975)

81tMvw_11.jpg

Ίσως το κορυφαίο heist movie του σύγχρονου Αμερικάνικου κινηματογράφου. Ταινία-ωρολογιακή βόμβα με τον Al Pacino σε σπάνια υποκριτική κορύφωση. Το σχέδιο δεν πάει καλά και οι τρεις ληστές εγκλωβίζονται μέσα στην τράπεζα κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους. Η ζέστη δημιουργεί πανικό και επηρρεάζει και τους περαστικούς που ανταποκρίνονται στην ιαχή “Attica!, Attica!”. Ένα κοινωνικό μανιφέστο με φινάλε-σοκ που σήμερα δεν υπήρχε περίπτωση να χρηματοδοτήσει μεγάλο στούντιο.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #94

 

Perfume Genius

No Shape

«Είμαι εδώ. Πόσο παράξενο…»

Με αυτά τα τρυφερά λόγια προς τον “Alan” κλείνει τον νέο του δίσκο ο Perfume Genius. Λίγο νωρίτερα του έχει πει: «Έχεις προσέξει ότι κοιμόμαστε τις νύχτες; Όλα είναι καλά».

Τα στοιχεία και τα υλικά με τα οποία μπορεί να ζήσει κανείς χαρούμενος, τελικά είναι πολύ απλά. Ακούγοντας στη σειρά τους δίσκους του Mike Hadreas, είναι σαν να παρακολουθείς την επούλωση των πληγών του, σε αληθινό χρόνο: από τη lo-fi εσωστρέφεια του Learning (2010) και την ωμή εξομολόγηση του Put Your Back N 2 (2012), μέχρι το λυτρωτικό, δημιουργικό ξέσπασμα του Too Bright (2014). Κάθε δίσκος του είναι μια μελαγχολική γιορτή για τσακισμένα αισθήματα και πνιγμένους πόθους.

Στην 4η δημιουργία του, ο Perfume Genius δικαιώνει το όνομα του αρώματός του και μας χαρίζει (περί δώρου πρόκειται άλλωστε) ένα πολυπρισματικόάλμπουμ, το οποίο αποτελείται από τραγούδια δύσπεπτης art pop. Τραγούδια δηλαδή λουσμένα στην αστερόσκονη, μα και στο χώμα. Με τους μώλωπες του κορμιού σε ανοιχτή θέα και με μια ορατή μελαγχολία στην καρδιά, το No Shape καταφέρνει πολλά περισσότερα από μια προσωπική αυτοθεραπεία: μπορεί να ρουφάει τους δικούς μας πόνους και τα κρίματα, και ύστερα τα εξαϋλώνει σε έναν δικό του κόσμο.

Στο πονεμένο θυμικό των δημιουργιών του ο Perfume Genius μας δίνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Ο δίσκος διαθέτει στρογγυλές γραμμές και τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ανατρεπτική υπεροχή, με μια παραγωγή που αξιοποιεί θαυμάσια τόσο τα synths, όσο και τα έγχορδα. Όμως σε κάθε βήμα του δίσκου, διακυβεύονται σοβαρές ψυχικές μεταπτώσεις. Το μουσικό δάπεδο αποτελείται τη μία από κρύο τσιμέντο και την άλλη από ροζ βελούδο. Το αίμα διαδέχεται τα υγρά σώματος. Τη συναισθηματική τρυφερότητα διαδέχεται η σωματική βία. Οι queer ονειρώξεις και τα πνιγηρά αδιέξοδα καιροφυλακτούν στους στίχους, με τον Hadreas να πασχίζει να αναδυθεί από τους glam λαβύρινθους που έφτιαξε ο ίδιος για να χαθεί μέσα τους.

Το No Shape ακούγεται λοιπόν με την ίδια άνεση με την οποία θα απολάμβανες τη γλυκιά ερμηνεία μιας μούσας μαζί με τον πολυπρόσωπο θίασό της. Ειδικά στο “Run Me Through”, όπου η μεγαλοπρέπεια και ο αφηγηματικός πλούτος αποκτούν αξία ανεκτίμητη, σε μια εποχή που η pop προσπαθεί να υποβιβάσει τα πάντα στην οθόνη του smartphone.

Ο 35χρονος μουσικός παραμένει έτσι ένας darling της καλαισθησίας, ο οποίος μάχεται τους δαίμονες που ταλανίζουν το μυαλό του ενώ αυνανίζεται μπροστά στο πόστερ του Ziggy. Οι επιρροές του είναι άλλωστε πολλές και διάσπαρτες και ανεβάζουν τον πήχη της ψυχαγωγικής αξίας: στο “Just Like Love” αναπολεί την Kate Bush, στο “Go Ahead” θυμάται τον Prince, ενώ στο “Wreath” τιμάει τους Talk Talk. Και, παρότι δεν είναι ερμηνευτής ολκής, παράγει σεισμικό μέταλλο σε κάθε φθόγγο, καταφέρνοντας να βρεθεί σε κοντινή, γήινη επαφή με τον ακροατή. Ακούστε το κρεσέντο στο “Slip Away”, την ανάπτυξη του “Sides”, τα έγχορδα του ονειρικού “Every Night”, το R’n’B στυλιζάρισμα του “Die 4 You” ή τη σινεμασκόπ πανδαισία του “Choir”, η οποία σε στέλνει κατευθείαν σε ξεχασμένα όνειρα καστροφαντασίας.

Η κλασική αρμονία, οι ασχήμιες του παρελθόντος, οι βεβαιότητες που μας πρόδωσαν, η παραβιασμένη ηθική, μαζί με όλα όσα ανακλαδίζουν την ψυχή μας, «είναι εδώ». Στο ακέραιο και χωρίς σχήμα. Χάρη σε ένα μουσικό ταλέντο που βρίσκεται στην πλήρη ωριμότητά του και, αντί να περιφέρει το δράμα του, προτιμά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να τον αγαπήσει ξανά. Πόσο παράξενο…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Πέντε ταινίες για το τέλος του κόσμου

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία με τη συνοδεία pop corn να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα του «τέλους του κόσμου». Όμως, όλα όσα δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό «σκηνοθετών» όπως οι Ρόναλντ Έμεριχ, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Μάικλ Μπέι, βρίσκονται στον πυρήνα των 5 παρακάτω ταινιών εσχατολογικού προβληματισμού, που χειρίζονται το ζήτημα του «τέλους του κόσμου» με παράδοξο τρόπο. Σε αυτές τις ταινίες, το τέλος των ημερών δεν συνδέεται με καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Είναι ταινίες που δεν μιλούν για τον τρόμο απέναντι στις καταστροφές, αλλά θέτουν ως μεγαλύτερο ανθρώπινο φόβο την απώλεια του ελέγχου της μοίρας…

Melancholia (2011)

82smvw_2.jpg

Η κατάθλιψη και η οργή σε σχέση με την τιμωρία και την κάθαρση αντανακλούνται ποικιλότροπα στο πλούσιο έργο του πιο διάσημου προβοκάτορα του ευρωπαϊκού σινεμά. Όμως στο Melancholia, ο von Trier καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ένα επίπονο διανοητικό παζλ-μονόδρομο για το συμφιλιωτικό φινάλε μιας αυτοεξορισμένης από την πληροφορία και την τεχνολογία μπουρζουαζίας με τη λύτρωση από τον αδιόρατο ψυχικό πόνο της. Ο φακός του Δανού διχάζεται ανάμεσα στην ηδονή του να τιμωρεί βάναυσα τις γυναικείες φιγούρες στο έργο του (ψυχαναλυτική επέκταση της προσωπικότητάς του) και στην ταύτισή του με την απόγνωση που νιώθουν. Μετά το στοχασμό στα Dogville και Mandelray, τις ψυχαναλυτικές φανφάρες του Antichrist, τον ιδεολογικό εξπρεσιονισμό του Europa και τον συναισθηματικό εκβιασμό του Dancer In The Dark, είναι ανέλπιστη η διακριτικότητα του Melancholia. Ο von Trier παρατηρεί το μικρό γενεαλογικό ψηφιδωτό χαρακτήρων που σκαρφίστηκε, σε μια ζεστή τελετή γάμου όπου η ετοιμόρροπη ισορροπία της νύφης καταρρέει αργά και επίπονα. Η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση των ηρώων. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί ο άγνωστος αστέρας, μετράει αντιστρόφως ανάλογα με την εξυγίανση (ή τη συμφιλίωση) της νύφης με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μελαγχολικοί, κυνικοί και αποξενωμένοι αλλά στην καρδιά της «ρήξης» υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: η μελαγχολία είναι η αντανάκλαση μιας παθολογικά άρρωστης κοινωνίας. Η νόσος του μυαλού θα μετουσιωθεί σε ένα κακοποιό πεπρωμένο.

The Last Wave (1977)

82smvw_3.jpg

Αυτό που έκανε ξεχωριστό σκηνοθέτη τον Πίτερ Γουίαρ, ήταν η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ασυνήθιστες συνθήκες και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Σε αυτή την παράξενη ταινία των τελών της δεκαετίας του 1970, ο Γουίαρ υπέγραψε την πιο αθόρυβη ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου χωρίς ίχνος των συμβάσεων της επιστημονικής φαντασίας που ήταν στο απόγειό της τότε. Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλειν υποδύεται έναν οικογενειάρχη που θα κληθεί να βρει την άκρη του νήματος ενός αρχέγονου μυστικού μέσα από μια άνιση εμπλοκή με το άγνωστο. Η μοντέρνα καθημερινότητα θα συγκρουστεί με αρχαία πνεύματα που κατέχουν τα μελλούμενα, με κοσμικές προφητείες και με αρχαίους αντίλαλους από τις φυλές των ιθαγενών και των μυστήριων δοξασιών των μάγων τους. Όπως πάντα στις ταινίες του Γουίαρ, τα στοιχεία της φύσης θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ειδικότερα το νερό με τη μορφή καταιγίδας, πλημμύρας και καταστροφικού τσουνάμι. Τα κοσμογονικά οράματα προειδοποιούσαν για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός κύκλου ζωής. Πάντοτε οι αλλόκοτες παραβολές του Γουίαρ, εξελίσσονται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει και τον τρόπο του να αποκαλύπτει όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων. Η φιλοσοφία του αόρατου φόβου δεν διεκδικεί την άμεση προσοχή του θεατή αλλά τελικά καταφέρνει και τον περικυκλώνει, η αντίδραση μοιάζει με το δέος στα μάτια του πρωταγωνιστή στην τελευταία σκηνή που εξατμίζονται όλες οι προκαταλήψεις και οι αμφιβολίες όταν αντικρίζει το καταστροφικό παλιρροιακό κύμα να έρχεται.

Last Night (1998)

82smvw_4.jpg

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι από τον Καναδά το έχουν δει ελάχιστοι, αλλά πρόκειται για ένα άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών. Στην ταινία του Ντον Μακ Κέλαρ, ο κόσμος γνωρίζει από καιρό ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί τα μεσάνυχτα και ο καθένας έχει λίγες ώρες για να ξοδέψει με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Δεν υπάρχει κατάσταση συναγερμού γιατί το αναπόφεκτο έχει γίνει γνωστό από καιρό. Ο Καναδός σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Παρατηρεί λίγους χαρακτήρες και μελετά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τελευταία τους μέρα πάνω στη Γη. Μια πικρή ελεγειακή ταινία με ολοκληρωμένη δομή τραγωδίας, αλλά με σπάνια τρυφερότητα που φέρνει δάκρυα. Με την σπονδυλωτή αφηγηματική όψη ιστοριών που διασταυρώνονται με ήρωες που σύρονται υποχρεωτικά στο κατώφλι ενός είδους Αποκάλυψης, είτε παθαίνοντας ανοσία στην καταστροφολογία, είτε γιορτάζοντας, είτε διαπράττοντας βανδαλισμούς είτε πραγματοποιώντας σεξουαλικές φαντασιώσεις, είτε απλά ψάχνοντας να αγαπηθούν την ύστατη ώρα. Το κερδισμένο στοίχημα είναι οτι το κρεσέντο εκπλήρωσης αναγκών κλέβει τη παράσταση από το βαρυσήμαντο φινάλε κάθε ζωντανής ύπαρξης. Ο Μακ Κέλαρ χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, η προοπτική του ανοίγει διακριτικά, προσπερνάει τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και αποξένωσης και αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων που έμειναν αθέατες και ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής.

Take Shelter (2012)

82smvw_5.jpg

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Until The End Of The World (1989)

82smvw_6.jpg

Τοποθετημένο χρονικά στο μακρινό έτος του 1999, το φιλμ του Βιμ Βέντερς έχει το επίκεντρο της ιστορίας μια γυναίκα που μετά από ένα ατύχημα, θέλει να μεταβεί στο Παρίσι για να μεταφέρει εκεί τα χρήματα μιας ληστείας. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει τη βοήθεια ενός κυνηγημένου από την CIA, ο οποίος διαθέτει μια συσκευή που ανιχνεύει τα όνειρα και τις σκέψεις του μυαλού. το οποίο θα ανακαλυφθεί από τον ήρωα μέσα από μη γραμμικά μονοπάτια. Το τέλος του κόσμου θα συνδεθεί άμεσα με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου αλλά και με ζητήματα ηθικής και τεχνολογίας. Η αδυναμία του ανθρώπου να νοιώσει και να επικοινωνήσει, θα τιμωρηθεί κάτω από το βάρος μιας αόρατης αναγκαιότητας με τη μορφή πυρηνικής απειλής. Η βασική νοηματική παράμετρος της ταινίας είναι πως οι αναλύσεις και οι υπολογισμοί της συντέλειας δεν ανήκουν στους αστρονόμους αλλά στους ψυχαναλυτές. Ο Βέντερς βλέπει με συγκρατημένη περιφρόνηση τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια σειρά αντιδράσεων και πρακτικών που ορίζουν το πλαίσιο της μοναξιάς τους. Μπορεί τον Γερμανό σκηνοθέτη κατά καιρούς να τον έχουμε αγαπήσει, να τον έχουμε αποκηρύξει, να τον έχουμε αποθεώσει και ενίοτε να τον έχουμε βαρεθεί, αλλά η ματιά του παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Την ταινία κοσμούσε ένα υπέροχα πληθωρικό soundtrack με τραγούδια του Nick Cave, των U2, των R.E.M. και των Talking Heads, του Lou Reed και του Elvis Costello μεταξύ πολλών άλλων.

Aπό το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #93

Gorillaz

Humanz

Μετά το hangover της ποδοσφαιροποιημένης britpop αντιπαλότητας μεταξύ Oasis και Blur, ο Damon Albarn είχε ανάγκη να αποδράσει με όχημα μια αόρατη μπάντα, στην οποία έδωσε ψηφιακή εικόνα και πνοή ο Jamie Hewlett. Οι Gorillaz έγιναν έτσι ένα ακόμη μουσικό προσωπείο για τον Albarn, ο οποίος το αξιοποίησε στο έπακρο με σκοπό να τεντώσει τις ηλεκτρονικές του εμμονές και να γυμνάσει το soul ένστικτό του, επεκτείνοντας παράλληλα την pop εκλεκτικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Από το 2ο κιόλας άλμπουμ (Demon Days, 2005), μάλιστα, το virtual σχήμα αγκάλιασε περήφανα το mainstream. Στη συνέχεια, το Plastic Beach (2010) ήταν μια διαδραστική εμπειρία ιδιωτικών ακροάσεων, η οποία συνδύαζε φιλόδοξες αναζητήσεις σε widescreen καμβά, ενώ το The Fall (2011) συνέχισε τη multimedia εμπειρία με video που λύσσαγαν να γίνουν meme και με τραγούδια που προτιμούσαν να ντύνουν installations.

Μια επταετία αργότερα, με τις σχέσεις μεταξύ των «εγκεφάλων» Albarn & Hewlett να έχουν και πάλι εξομαλυνθεί, οι Gorillaz επιστρέφουν με το Humanz. Μετά από ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ και ένα θριαμβευτικό reunion με τους Blur, ο Albarn βάλθηκε να ηχογραφήσει έναν περιπετειώδη δίσκο, ετοιμάζοντας στο μεταξύ –στο μυαλό του– και την επιστροφή των The Good The Bad And The Queen (του χρόνου). Ως εκ τούτου, είναι λογικό το Humanz να τον βρίσκει με άδειο ντεπόζιτο και είναι επόμενο ότι δεν διαθέτει τη φρεσκάδα να εξερευνήσει τη μεταμοντέρνα nu-soul της φουτουριστικής εποχής που φαντασιώνεται. Ο Albarn βρίσκεται εδώ σε δημιουργικό ντελίριο, ακολουθώντας τον καλπάζοντα οίστρο του από το ένα side project στο άλλο, αντί να πέφτει βουλιμικά στο «soul searching» που τόσο ένδοξα τον έχει τοποθετήσει στο βάθρο του ευφυέστερου εκπροσώπου της σνομπ, κωλοπαιδίστικης νεολαίας που γέννησε την έκρηξη της βρετανικής pop.

Στο σύνολό του, το άλμπουμ διακατέχεται από ένα άγχος να ακουστεί μοντέρνο: πασχίζει να πείσει για την πρωτοπορία του στην έκφραση και για το πόσο εύγευστα είναι τα πολύχρωμα κοκτέιλ ήχων τα οποία σερβίρει. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν ακριβό mixtape, πηγμένο στις «φιλικές συμμετοχές», με την κανονική εκδοχή να περιέχει 20 τραγούδια (η special edition έχει άλλα 6, που καλά έκαναν και δεν χώρεσαν στην κανονική διάρκεια).

Οι Gorillaz του Humanz δεν είναι πια οι προβοκάτορες της pop κουλτούρας· δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ένα βολεμένο groove. Δεν μας δείχνουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, αλλά μοιάζουν με nerds που έφαγαν κόλλημα με τα smartphone apps και τα 360ο video. Η άβολη αίσθηση των επίπεδων τραγουδιών, τα χαοτικά ιντερλούδια και η θάλασσα από συνεργασίες, υπονομεύει κάθε σκόρπια έμπνευση εδώ κι εκεί. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες που περνάνε από τον δίσκο δεν θα έβρισκαν ποτέ τον δρόμο τους στο σαλόνι του λευκού, μεσοαστικού ακροατηρίου –εκείνου που θέλει να παραμείνει hip και μετά τα 40 και στα πάρτυ γάμου (ή στα reunions) ξεδίνει με το “Song 2” των Blur. Όμως η ευεργετική του σημασία σταματάει κάπου εκεί, καθώς το αποτέλεσμα θυμίζει τις μινιμαλιστικές απόπειρες του Prince στη δεκαετία του 1980, με πολλά καρυκεύματα από τη χορευτική σκηνή του Detroit να καλύπτουν την άνοστη γεύση και τη μελαγχολική pop του Albarn να χρησιμοποιείται σαν ασπίδα γνησιότητας απέναντι στη συνολική μπαναλαρία των synths.

Πραγματικά, το “Let Me Out” με το ραπάρισμα του Pusha T και τις παρεμβολές της Mavis Staples είναι φτιαγμένο για να ακούγεται σε καγκουρομάγαζα με ολόλευκο εσωτερικό και black light με λέιζερ να δημιουργεί εφέ για χορό –η δε εστέτ παρουσία της Grace Jones πνίγεται στην αποπροσανατολισμένη παραγωγή του “Charger”. Ο δίσκος σώζεται εν τέλει με τραγούδια όπως το “Andromeda” και το “Momentz”, με τους De La Soul να δείχνουν την υψηλή τους κλάση. Προσωπικά, πάντως, πάτησα το repeat μόνο στο “Sex Murder Party”, όπου ο Jamie Principle και ο Zebra Katz ρυθμίζονται άριστα. Άκρως απολαυτικό είναι όμως και το “Hallelujah Money”, με την παραμορφωμένη crooner πόζα του Benjamin Clementine.

Θα επιστρέψουν κάποια στιγμή οι Gorillaz, να είστε σίγουροι. Αλλά ελπίζω να το κάνουν με μεγαλύτερη χάρη και με λιγότερο αποστασιοποιημένη πόζα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η θαυμαστή καριέρα του κυρίου Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Με μια λιτή ανακοίνωση, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έκανε σαφές ότι θα αποχωρήσει από την ενεργό δράση, μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηθοποιός έχει κάνει ανάλογη δήλωση, καθώς πάντα μας έδινε να καταλάβουμε ότι δεν τον αφορά καθόλου η κινηματογραφική ζωή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οσκαρούχος σταρ εγκατέλειψε την κινηματογραφία και ασχολήθηκε για χρόνια με την …ξυλουργική και την υποδηματοποιία, όμως αυτή τη φορά η απόφαση φαίνεται τελεσίδικη. Σε ηλικία 60 ετών, πλέον, ο Ντέι Λιούις έχει δικαιώσει τον ρόλο του ερημίτη. Έχοντας διανύσει μια αξιοζήλευτη καριέρα 35 ετών, είναι εντυπωσιακό να αναλογιστούμε ότι ο Βρετανός ηθοποιός έχει κάνει μόλις 20 κινηματογραφικούς ρόλους. Η εκλεκτικότητά του τον αντάμειψε με 3 βραβεία Όσκαρ ανδρικού ρόλου, σε 5 συνολικά υποψηφιότητες -ένα πραγματικά σπουδαίο ρεκόρ.

82wwMv_1.jpg

Μετά από σκόρπιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και μερικά κινηματογραφικά περάσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι θεατές είδαν για πρώτη φορά το άστρο του να λάμπει το 1985, όταν ερμήνευσε έναν αφελή υπερόπτη στο “Δωμάτιο Με Θέα” του Τζέιμς Άιβορι και έναν σκληροτράχηλο gay στη θατσερική Αγγλία, στο επαναστατικό “Ωραίο Μου Πλυντήριο” του Στίβεν Φρίαρς. Ο διάσημος κριτικός Roger Ebert είχε γράψει εκείνη τη χρονιά: «βλέποντας αυτές τις δυο ερμηνείες δίπλα-δίπλα, είναι σαν να επιβεβαιώνεται το θαύμα της υποκριτικής. Το γεγονός πως ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να παίξει αυτούς τους δυο ανθρώπους, είναι μαγικό».

82wwMv_2.jpg

Έχοντας ξεχωρίσει από μια φουρνιά σπουδαίων Άγγλων ηθοποιών, όπως ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τιμ Ροθ, ο Ντέι Λιούις έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εξοντωτικές προετοιμασίες για κάθε ρόλο, στο πνεύμα των μεγάλων ηθοποιών της «Μεθόδου», από την πρώτη εποχή που ηγείτο ο Μάρλον Μπράντο μέχρι τη δεύτερη γενιά της δεκαετίας του 1970, με κορυφαίο εκφραστή τον Ντε Νίρο. Ο Ντέι Λιούις επέμενε π.χ. να μάθει τσεχοσλοβάκικα για την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” (1989) και να ζήσει στο δάσος μόνος του, για τον χαρακτήρα του στον “Τελευταίο Των Μοϊκανών” (1992) του Μάικλ Μαν. Η πρώτη καταξίωση ήρθε το 1989 με το δίκαιο Όσκαρ για την ταινία “To Αριστερό Μου Πόδι”, στην οποία υποδυόταν τον Κρίστι Μπράουν, έναν καλλιτέχνη που υπέφερε από εγκεφαλική παράλυση. Να σημειωθεί εδώ πως την εποχή που ο Ντέι Λιούις ερμήνευε τον ήρωα με αναπηρία, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει ακόμα μανιέρα ως συντομότερος δρόμος προς τα βραβεία από τους σύγχρονους ηθοποιούς του Χόλυγουντ. Όπως ακριβώς και η επιλογή του Ντε Νίρο να πάρει 30 κιλά για το “Οργισμένο Είδωλο” είχε έρθει πολύ πριν τα συχνά «φουσκώματα» των μεταγενέστερων, που λιμπίζονταν βραβεία και αναγνώριση.

Η μεγαλύτερη ικανότητα του Ντέι Λιούις ήταν να υποδύεται καταραμένους χαρακτήρες που ταλανίζονται από αβάσταχτα πάθη έχοντας την επίγνωση πως η καθαρτήρια λύση θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μετά από αυτούς. Το πάθος του ηθοποιού έλαμψε σε δύο καθοριστικές ταινίες για την καριέρα του. Αρχικά αξίζει να θυμηθούμε τη διάσταση της πνευματικότητας την οποία έδωσε στη ρωμαλέα ορμή του ήρωά του στον “Τελευταίο Των Μοικανών” (1992), καθώς στάθηκε καταλυτική για το (συνήθως) macho σύμπαν των αρσενικών ρόλων του Μάικλ Μαν. Όμως η πιο λεπτοδουλεμένη και σύνθετη ερμηνεία του ήρθε στα “Χρόνια της Αθωότητας” του Μάρτιν Σκορσέζε. Εκεί ήταν όπου ξεδίπλωσε την τεχνική του, στον ρόλο ενός ανθρώπου που διχάζεται ανάμεσα στους μύχιους πόθους του και στις ταξικές απαιτήσεις που καλείται να εκτελέσει.

82wwMv_3.jpg

Το μελαγχολικό ρομάντζο του Σκορσέζε παραμένει η καλύτερη ταινία «εποχής» της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα “Απομεινάρια Μιας Ημέρας” της ίδιας χρονιάς, σε ακηνοθεσία του Τζέιμς Άιβορι -ο οποίος και είχε λανσάρει την καριέρα του Ντέι Λιούις. To 1993 o ηθοποιός μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά για τον ρόλο του στο λαϊκό ιρλανδικό ψυχόδραμα “Εις το Όνομα του Πατρός”. Μια βίαιη και ενοχική σχέση πατέρα-γιου στην καρδιά των οδομαχιών στο Δουβλίνο και του πολιτικοποιημένου αιματοκυλίσματος του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν για τον Ντέι Λιούις, αποδείχθηκαν αποτυχίες και η σχέση του με το σινεμά κλονίστηκε έτσι σοβαρά. Από τη μία δεν έγινε δεκτό με θετικά σχόλια το δράμα εποχής “Crucible” με θέμα το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα και από την άλλη το “The Boxer” του Σέρινταν ήταν μία απο τις πιο αδιάφορες προσθήκες στο δοξασμένο σινεμά των βιοπαλαιστών μποξέρ. Το τελικό αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, δεν φάνηκε αντάξιο της εντατικής προετοιμασίας και της αφοσίωσης του ηθοποιού.

82wwMv_4.jpg

Αν η δεκαετία του 1980 ήταν το breakthrough και η δεκαετία του 1990 ήταν το φλερτ με το Χόλυγουντ, τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ήταν αυτά της μεγαλομανίας, αποτελούμενα από 4 εμβληματικούς και «μεγαλύτερους απ’τη ζωή» χαρακτήρες. Πρώτος στη σειρά ο Bill “The Butcher” του χειροποίητου passion project του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο Gangs of New York (2002). Ο Ντέι Λιούις πήρε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον Ντε Νίρο και ερμήνευσε τον αυταρχικό εθνικιστή που εξουσιάζει τη Νέα Υόρκη με πάθος που ξεπηδούσε από την οθόνη. Πέντε χρόνια μετά, ερμήνευσε τον Ντάνιελ Πλέινβιου, στο «κιουμπρικικής» σύλληψης έπος του Πωλ Τόμας Άντερσον “Θα Χυθεί Αίμα” (There Will Be Blood). Στο πρόσωπο του ήρωα εκφράστηκε η γέννηση του καπιταλιστικού πνεύματος και ο θρησκευτικός πόλεμος, στοιχεία που αμφότερα χάραξαν τον ψυχισμό της Αμερικής. Οι υπερτονισμένες εικόνες του Άντερσον και η μανιασμένη υπερβολή του Ντέι Λιούις, μας χάρισαν μια υπέροχη ταινία, η οποί χαιρετίζεται ως μία από τις 10 καλύτερες του αιώνα που ζούμε. Ακολούθησε ο ονειρικός στοχασμός του Nine (2009), που δοκίμασε έναν φόρο τιμής στο φελινικό “8 ½” μέσα από μια συρραφή διαφορετικών σεκάνς και μετά ήρθε η προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν το 2012, δια χειρός Στήβεν Σπίλμπεργκ. Μια προσεγμένη και άρτια προσέγγιση ενός οξύνοου και δίκαιου ανθρώπου, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας.

82wwMv_5.jpg

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η 8η ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον με τίτλο “Phantom Thread”, η οποία προορίζεται για τα Χριστούγεννα του 2017. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως σχετίζεται κάπως με τον κόσμο της μόδας στη δεκαετία του 1950. Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης, πάντως, δεν έχει κάνει ποτέ στραβοπάτημα. Περιμένουμε λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την τελευταία ερμηνεία ενός μεγάλου ηθοποιού, του οποίου οι επιλογές (όπως και οι μη-επιλογές), αλλά και το έργο του, θα μείνουν για πάντα στην κινηματογραφική ιστορία.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment