Remember

Posted in Cinema on May 15, 2016 by InfluencesOnly

22222222.jpg

Ο σκηνοθέτης Ατόμ Εγκογιάν, υπέγραψε μια ταινία, στην καρδιά της οποίας καιροφυλακτεί μια σεναριακή ανατροπή. To Remember είναι μια ταινία με twist, οπότε σε αυτό το κείμενο δεν θα υπάρξει κάτι που θα την προδώσει. Ωστόσο ανήκει στις ταινίες που είναι καλύτερα να τις παρακολουθήσεις πρώτα και μετά να διαβάσεις κάτι γι’ αυτές. Άλλωστε ο αντίκτυπος των συναισθημάτων της είναι σπουδαιότερος από την ίδια. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται ήρωες αληθινοί και σάρκινοι, με όχημα τον υπέροχο Κρίστοφερ Πλάμερ, που υποδύεται έναν ηλικιωμένο παραδομένο στο ψυχοφθόρο ρελαντί μιας ασθμαίνουσας ζωής σε γεροντική άνοια. Ο Εγκογιάν, με περίσσια υπομονή και σεμνότητα, δεν λοξοδρομεί ούτε στιγμή από την γραμμική αφήγηση, αποφεύγει κάθε υπερβολή και δεν κλίνει στις ευκολίες του θρίλερ. Αντίθετα εστιάζει στις ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την καταρράκωση ιδεολογιών και μνήμης. Ιδέες πάνω στις οποίες μεγαλούργησε σε διανοητικά παζλ κοινωνικού ρεαλισμού, όπως το Adjuster (1991), το Exotica (1994) και το Γλυκό Πεπρωμένο (1997), με τρόπο σαφώς πιο αριστοτεχνικό.

33333333.jpg

Το Remember ανήκει στις ταινίες που δεν διεκδικούν την άμεση προσοχή του θεατή με βαρυσήμαντους συμβολισμούς αλλά διαθέτουν την υπομονή του «παλαιού» σινεμά που κατά βάση, δεν συναντάς εύκολα. Ο δρόμος για την εύρεση του βασανιστή του Άουσβιτς γίνεται μέσα από μια χαμηλοβλεπούσα αφήγηση, χωρίς μελοδραματικά ξεστρατίσματα. Αυτό που στα χέρια άλλου σκηνοθέτη θα ήταν ένας κατακλυσμός από διδακτισμούς, εδώ είναι παραταγμένο με αρχοντιά και σοφία. Λες και ο καταχωνιασμένος ανθρωπισμός του Εγκογιάν ξεσπάθωσε και πήρε ξανά τα ηνία από τις «παραγγελιές» για studio (The Captive 2014) και τις ασημαντότητες (Devil’s Knot 2013) στις οποίες είχε εγκλωβιστεί τελευταία.

Ο σκηνοθέτης, με εξαιρετική οικονομία στα πλάνα, αφουγκράζεται τις κινήσεις, το ικετευτικό ύφος του ήρωα και την δοκιμασία της αφοσίωσης, σε ένα ταξίδι που γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Ο φακός, με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών, παρατηρεί την άνιση μάχη με την ασθμαίνουσα μνήμη, το νεφελώδη αυτοσκοπό του ταξιδιού και το πένθος για την εκλιπούσα σύζυγο που επανέρχεται βασανιστικά. Το τέλος του road trip αυτοδικίας, του επιφυλάσσει τη «ρήξη» με όσα ορίζουν το πλαίσιο της ταυτότητας και της ιδεολογίας. O κεντρικός ήρωας, ο Zev, έχει τελικά για προορισμό του την μετωπική σύγκρουση με το κακοποιό πεπρωμένο.

4444444.jpg

 

Από το Movieworld

Album Of The Week #53

Posted in Music on May 15, 2016 by InfluencesOnly

Sivert Høyem

Lioness

91a

Όσο οφείλουμε να μην έχουμε αυταπάτες για το καλλιτεχνικό εκτόπισμα του Sivert Høyem (ο άνθρωπος δεν κάνει γκελ σε κανένα ευρωπαϊκό, πόσο μάλλον αμερικάνικο, κοινό), άλλο τόσο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στον καινούριο δίσκο του υπογράφει μια σειρά από τίμια, στρογγυλά, κιμπάρικα ροκ τραγούδια, τα οποία δεν είναι δύσκολο να συμπαθήσεις.

Πραγματικά, πρόκειται για ένα άλμπουμ γεμάτο ικανοποιητικές μελωδίες και φιλόξενα τραγούδια «βελούδινης» εκτέλεσης. Το εναρκτήριο “Sleepwaking Man“, για παράδειγμα, είναι ένα εξαιρετικό στιγμιότυπο με προσεγμένα γυαλισμένη παραγωγή, που αφήνει τη σκουριά και τη ραγάδα να φανούν διακριτικά μέσα από την άριστη χρήση κιθάρας, πνευστών και εγχόρδων. Το δε καλογραμμένο “Fool Τo Your Crown” είναι ικανό να ερεθίσει όσους διαθέτουν το ένζυμο του sing-a-long σε κλειστούς, συναυλιακούς χώρους.

Έχω πάντως την αίσθηση ότι ο Høyem περισσότερο «παριστάνει» παρά αισθάνεται αυτά που λέει –και επιπλέον πως είναι υπέρ το δέον ερωτευμένος με τον ήχο της φωνής του. Γνωρίζει όμως τα ατού που διαθέτει και φροντίζει να τα αναδείξει. Μεταμορφώνεται έτσι «έξυπνα» σε ό,τι επιλέγει κάθε φορά και δίνει σε όλους εκείνο που θέλουν. Στο “It Belongs To Me“, λ.χ., γίνεται ο folk τραγουδοποιός που αφηγείται ιστορίες από καρδιάς σε θεατές οι οποίοι αναπολούν, με χαρμολύπη στο βλέμμα. Στο “V-O-I-D” γίνεται ο ημιφωτισμένος ρόκερ που έχει εντρυφήσει στους Tindersticks και στον Nick Cave και φιλοδοξεί να στοιχειώσει τα νυχτερινά όνειρα όσων τρελαίνονται να ακούνε πεσιμισμιστικά «ροκάκια», πίνοντας μπύρες.

Είναι καλό και υγιώς επαγγελματικό άλμπουμ το Lioness του Sivert Høyem, ο οποίος πάει ένα βήμα πιο πέρα εδώ αυτά που έκανε με τους Madrugada. Η δουλειά του στα επίπεδα της παραγωγής, η φροντισμένη απλότητα των τραγουδιών του και φυσικά η αρσενική, πλούσια, βαρύτονα υγρή φωνή του, αυξάνουν τον δείκτη στο αισθαντικό ποτενσιόμετρο. Δεν πετάς στ’ αλήθεια κανένα από τα τραγούδια του δίσκου. Ο λατρεμένος στην Ελλάδα τραγουδοποιός (όπως έδειξαν τα πρόσφατα, απανωτά sold-out) καταφέρνει έτσι και δεν αφήνει πολλές αντιστάσεις, παρουσιάζοντας ένα εύληπτο αποτέλεσμα με λεπτές, «καταραμένες» υφάνσεις στον πυρήνα κομματιών όπως το θλιμμένο “Oh, Spider” ή το “Silences“, που κλείνει περήφανα το δίσκο.

Μπορεί λοιπόν τα τραγούδια του να μην έχουν τη δύναμη να κινήσουν βουνά με τη θεματική τους, αλλά τουλάχιστον δεν πατάνε σε ψυχεδελικά τρικ και σε ανέραστους πειραματισμούς. Με κατανοητή δομή και με ζυγισμένη καταχνιά στην ατμόσφαιρα, καταφέρνουν να παρακινήσουν εκείνη τη μύχια παρόρμηση μέσα μας να ταξιδεύουμε με κλειστά τα μάτια, τις στιγμές στις οποίες τα τραγούδια μάς λένε ιστορίες. Έστω κι αν πρόκειται για αφηγήσεις που προεξοφλούν την ασφάλεια του happy end, για να μη νιώσουμε κάποιον περιττό κίνδυνο και μας ταράξει.

Από το Avopolis

Album Of The Week #52

Posted in Music on April 26, 2016 by InfluencesOnly

Ray LaMontagne – Ouroboros

Με κάνει να νιώθω περήφανος ο Ray LaMontagne. Περήφανος γιατί η μουσική του είναι φτιαγμένη με δικά μου υλικά και με διαθέσεις και συστατικά που σιγόβραζαν μέσα μου για χρόνια. Περήφανος γιατί μου υπενθυμίζει με τον πιο τρυφερό και ευγενικό τρόπο γιατί αγαπώ το rock, σε μια 15ετία στην οποία μπορεί να θαυμάζω πολλά πράγματα, αλλά δεν αγαπώ σχεδόν τίποτα. Μου θυμίζει τι ήχο θα ήθελα να είχαν τα άλμπουμ που θα ήθελα να είχα μαζί μου, αν ξέμενα ναυαγός στο έρημο νησί.

Τα 8 τραγούδια που απαρτίζουν τον 6ο προσωπικό δίσκο αυτού του εξαιρετικού μουσικού, μου ανοίγουν διάπλατα τα πτερύγια των πνευμόνων για βαθιές εισπνοές, ειδικά σε αυτό το ντουμάνι που σε κάνει να εισπνέεις ο δίσκος. Ο Ray LaMontagne μοιράζεται το διοξείδιο του άνθρακα στο στούντιο μαζί με τον Jim James των My Morning Jacket και, αφού κάνουν ολονύχτιες ακροάσεις στοUmmagumma των Pink Floyd, πατάνε το rec στην κονσόλα.

Στο παρελθόν, ο LaMontagne εξερεύνησε με χάρη και πειθώ τη χειρωνακτική γοητεία του κλασικού αμερικάνικου rock, σε κάθε της έκφραση. Φέτος αποφασίζει λοιπόν να κάνει μια βαθιά ψυχεδελική βουτιά στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και να ανασύρει από τον πάτο ιδέες και διαθέσεις, καμωμένες από τη στόφα μιας χρυσής εποχής, η οποία έφυγε ανεπιστρεπτί. Όλα αυτά χωρίς διάθεση να ξαμολήσει χίπικη διάρροια προς πάσα κατεύθυνση, ούτε να χαθεί στα ψυχοτροπικά, σαν ξεσαλωμένο φρικιό. Ο Ray LaMontagne γυαλίζει με τρυφερότητα τις bluesy επιρροές που μιλούν για σπαταλημένες αγκαλιές, τα groovy μοτίβα των τροβαδούρων όταν δεν έχουν ξεμεθύσει ακόμα, τον ερωτισμό ανδρών με τα χέρια λερωμένα από άμμο και χώμα, τους απόηχους από τους παράνομους της βρώμικης country.

Το οκτάλεπτο “Homecoming” στην έναρξη του Ouroboros είναι ένα μεγαλόπρεπο, ανοιχτόκαρδο, ημιφωτισμένο τραγούδι για ρομαντικούς loners εξόριστους από το Nashville, που γράφτηκε κάτω από τη δύση του τεξανού ήλιου. Θα ακολουθήσουν άλλα 3 ώριμα, ανεβασμένα, συναισθηματικά πάμπλουτα, ψυχεδελικά blues κομμάτια, για προχωρημένους νεανίες και εστέτ ώριμους ακροατές –για θεωρητικούς που νιώθουν λαϊκοί και λαϊκούς που αντιλαμβάνονται ενστικτωδώς την ποιότητα γύρω τους.

Το 2ο μέρος του δίσκου σε πιάνει από τους ώμους με στυλ αγκαλιάς ενός παλιόφιλου και σου λέει, «όλα θα πάνε καλά, μη μασάς». Το συγκροτούν 4 αρχοντικά κομμάτια που κοιτούν χαμηλά, με πηγαία μελωδικότητα και χωρίς καθόλου πρωταγωνιστικές φιλοδοξίες, όπως το υπέροχα «πινκφλοϋντικό» instrumental με τίτλο “A Murmuration Οf Starlings”. Μετά την ακρόαση τουOuroboros θα θες να μείνεις μόνος σου, παρέα με το θρόισμα των φύλλων, σε ένα φθινοπωρινό παγκάκι.

Με κάνει λοιπόν να νιώθω περήφανος ο Ray LaMontagne. Περήφανος που μπορώ και συνυπάρχω μαζί του σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς καθημερινούς ανταγωνισμούς και ανώφελες τραγωδίες. Θα τον κρατήσω στη μνήμη μου, στο “Wouldn’t Ιt Make Α Lovely Photograph” που κλείνει τον δίσκο,  να τραγουδάει: «You’re never going to hear this song on the radio». Οι playlists των ερτζιανών της πόλης είναι απασχολημένες για τέτοια πράγματα.

Απο το Avopolis 

 

Knight Of Cups

Posted in Cinema on April 26, 2016 by InfluencesOnly

Once there was a young prince whose father, the king of the East, sent him down into Egypt to find a pearl. But when the prince arrived, the people poured him a cup. Drinking it, he forgot he was the son of a king, forgot about the pearl and fell into a deep sleep.

‘The Hymn of the Pearl’

Στην αυτοβιογραφία του, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ έγραφε: «δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ο χρόνος, ενώ είναι δίχως όρια με την πρώτη ματιά, αποτελεί μια φυλακή». Το συνειδητό του ανθρώπου αναζητά το άπειρο και φυσικά αποτυγχάνει μένοντας με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Ακόμα και να εκπληρωθούν οι επιθυμίες, η επίγνωση ότι ο χρόνος ζωής είναι πεπερασμένος, κλείνει την πόρτα σε κάθε συναίσθημα πληρότητας. Το αδικαίωτο συνειδητό ρίχνει σκιά σε κάθε εφήμερη απόλαυση. Μετά από την πιο εκστατική,  διονυσιακή παραζάλη στον αστερισμό του Vanity Fair, ο άνθρωπος κυριεύεται από έναν θνητό γνωστικισμό που κάνει τις σαρκικές και υλικές απολαύσεις να καταρρέουν. Το να γνωρίζουμε ότι είμαστε lost souls που κουτρουβαλάμε μεταξύ μας είναι η αρχή μιας κάποιας αναζήτησης. Το να μη το γνωρίζουμε καθόλου, είναι καθαρή απελπισία.Το σινεμά που κάνει ο Τέρενς Μάλικ εξερευνά αυτή ακριβώς την αναζήτηση. Το συνολικό έργο του είναι υπερβατικό, πληθωρικό και φιλόδοξο σε ιδέες, όμως πάντα καταλήγει στη ραχοκοκαλιά της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει άλλος δημιουργός κινηματογραφικών εικόνων σήμερα που να είναι πρώτα φιλόσοφος, μετά καλλιτέχνης και έπειτα σκηνοθέτης. Η νέα ταινία του με τίτλο Knight Of Cups, σε υποβάλει με τη φωτογραφία του, σε υπνωτίζει με το εσωτερικό της διάλογο, σε βάζει στο υπογάστριό του των εικόνων του χάρη στο εκτόπισμα της θεολογικής και υπαρξιακής αφήγησης που επιχειρεί.

1.jpg

Το Knight of Cups είναι η νέα φιλμική προσθήκη στην «Κιρκεγκαρντική»  τριλογία του Μάλικ (μαζί με το The Tree of Life και το To the Wonder) και όπως η ανάλογη τριλογία του Μπέργκμαν  (το Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη, το Χειμωνιάτικο φως και τη Σιωπή), οι πρόσφατες ταινίες του έχουν μια κοινή θεματική γραμμή: την υπαρξιστική αναζήτηση της ανθρώπινης «χάρης» και «πληρότητας» μέσα από ενοχές, τραύματα και απελπισία. Όσα δεν μπορούν να καταγράψουν τόμοι βιβλίων φιλοσόφων, ψυχολόγων και βίοι αγίων, μπορεί να πει ο Μάλικ με την πιο απλή παρατήρηση γνώριμων καταστάσεων της ζωής κρατώντας μια steady cam που ελίσσεται σε διαδρόμους και δωμάτια, καταγράφοντας  κινήσεις, και συμμετέχοντας (χωρίς να παρεμβαίνει) ψάχνοντας με αγωνία τη θεϊκή παρέμβαση. Η ποίηση της εικόνας σε γονατίζει με το μεγαλείο και τη «χάρη» που τη διακατέχει. Το αέρινο voice over σε καλεί να οικειοποιηθείς τις σκόρπιες εμπειρίες του ταλανισμένου ήρωα που εικονογραφεί ο σκηνοθέτης. Σε δυο ώρες κινηματογραφικής κατάνυξης, ο Μάλικ τιθασεύει το φως και αναζητά την «τέλεια εικόνα». Μέσα από το ελλειπτικό μοντάζ, τροφοδοτεί με εικόνες το υποσυνείδητό μας και προσπαθεί να ιχνογραφήσει μια εξελισσόμενη μυθοπλαστική αντανάκλαση της ηδονιστικής ματαιοδοξίας που επισκιάζει το Χόλυγουντ.

222.jpg

Το σινεμά του Μάλικ στέκει υπεράνω κριτικής και ανάλυσης και λειτουργεί πέρα από τις φιέστες βραβείων και την κορπορατική λογική του σύγχρονου σινεμά. Αγγίζει περιοχές του ψυχισμού που ξεφεύγουν από τη παρατήρηση των συναδέλφων του. Είναι μια συμφωνία κλασσικής μουσικής, ένα υπαρξιακό δοκίμιο που γράφτηκε από τη σύμπραξη φιλοσόφων των περασμένων αιώνων, ένα γλυπτό που διασώθηκε στους αιώνες, ένας πίνακας ζωγραφικής, μια κινηματογραφική εμπειρία που λιβανίζει το απόλυτα ενάρετο. Θα ακουστούν αντιρρήσεις, θα υπάρξει αμηχανία, ακόμα και εχθρότητα. Δεν πειράζει. Κάπου ανάμεσα στον υπαρξιακό διαλογισμό του Κιούμπρικ, την οραματική περιπλάνηση των ηρώων του Αντονιόνι, τον λυρισμό που βρίσκει στο θρήνο του Κισλόφσκι, την θρησκευτική αναζήτηση του Ντράγερ, την αφαιρετική σοφία του Νίκολας Ρεγκκαι την κοσμοθεωρία του Μπρεσόν, ο μεγάλος Μάλικ υπέγραψε μια δίωρη προσευχή που αγγίζει τους θεατές με τις οραματικές του εικόνες και τον συμπαγή, φιλοσοφικό της λόγο.

3222.jpg

Ο σιωπηλός ήρωας που υποδύεται ο Κρίστιαν Μπέιλ έχει παγιδευτεί ανάμεσα σε έναν κόσμο που δεν ανήκει και στα θραύσματα της μνήμης του. Ένας Δον Ζουαν σε υπέροχα ονειροτόπια ή ένας Θωμάς Ακινάτης που ταλανίζεται σε μια βουβή κόλαση; Τρομαγμένος με την ιδέα της δέσμευσης και την οικειότητα, χαμένος στο δίπολο μητέρας/πόρνης, ο ήρωας απεχθάνεται οτιδήποτε τον κάνει να νιώθει πλήξη και χάνεται σε έναν ηδονιστικό τρόπο ζωής στην πορεία του να βρει την απόλυτη ενσάρκωση της ομορφιάς/ευτυχίας (pearl). Στην αναζήτησή του χάνεται και αποκοιμιέται σε δανεικές απολαύσεις και αξόδευτες ευκολίες, ξεχνώντας το μαργαριτάρι, χαμένος σε μια Χριστιανική οδύσσεια της ψυχής ενός ήρωα που δεν αγαπάει αλλά που θέλει να ζήσει την εμπειρία της αγάπης. Η μνήμη και πίστη διασταυρώνονται στο μυαλό ενός ήρωα που μοιάζει βγαλμένος από τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου και πνευματικό ψυχοπαίδι της φιλοσοφίας του Κίρκεγκαρντ. Ο ήρωας αισθάνεται τις γυναίκες σαν το δρόμο προς τον Θεό και την πνευματική λύτρωση. Παγιδευμένος στον σολιψισμό του, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγματικότητα, ανήμπορος να διαχωρίσει τον εαυτό του με τον κόσμο, το προσωρινό και το αιώνιο.

4222.jpg

Το Knight Of Cups είναι μια ταινία που αδυνατεί να προσγειωθεί. Πρόκειται τελικά για μια βαθύτερων διαστάσεων δημιουργία, που φιλοδοξεί να συνταιριάσει το αδιαπραγμάτευτο φιλοσοφικό της όραμα με την απίστευτη καλλιτεχνική διεύθυνση, ώστε να μπορεί με ευκολία να διαρρηγνύει τα αινίγματα που θέτει, μέσα από μια οπερετική ιχνιλάτηση της βουβής πραγματικότητας που επικρατεί στον κόσμο του εύκολου σεξ, των εντυπώσεων και της επιφανειακής χλιδής. Όμως ο σκοπός της είναι να αποκρυπτογραφήσει το μυαλό ενός ήρωα που χορεύει μέσα στο σκοτάδι της ψυχής του.

6444.jpg

Από το Movieworld

Ο Εκλεκτός της Νύχτας

Posted in Cinema on April 20, 2016 by InfluencesOnly

 

Αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε εναλλακτικό σινεμά επιστημονικής φαντασίας, συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα από νέους τρόπους διαχείρισης των αρχέγονων φόβων μας και εξακολουθεί να διυλίζεται μέσα από φρέσκιες ιδέες αφήγησης. Η ταινία Midnight Special σφραγίζει τον ερχομό ενός στυλίστα σκηνοθέτη που φέρνει σε απόλυτη σύμπνοια την τεχνική και το συναίσθημα. Πρόκειται για ένα γενναίο θρίλερ φαντασίας που εξερευνά σύνθετα συναισθηματικά τερέν, ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας, όπως το καθήκον της πατρότητας και την κινητήρια δύναμη της πίστης.

Ο ιδιαίτερα ταλαντούχος αφηγητής, Τζεφ Νίκολς στο παρελθόν είχε σκηνοθετήσει το «Καταφύγιο» (Take Shelter) , στο οποίο το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζονταν με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Οι τελολογικές ανησυχίες του ήρωα που υποδύονταν ξανά ο Μάικλ Σάνον (ηθοποιός φετίχ του), απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονταν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Στο Mud χαρτογράφησε μια ιδιαίτερη περσόνα με τον Μάθιου Μακ Κόναχι στο ρόλο του εγκαταλελειμμένου παρία προσγειώνοντας κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Η νέα του ταινία είναι ένα ιδιοφυές μελόδραμα  με ισχυρό συναισθηματικό αντίκτυπο που έχει στόχο να αφηγηθεί με πειθώ και σαφήνεια, μια φαινομενικά στρωτή ιστορία που ξεδιπλώνει αργά τα μυστικά της και μας κάνει συνένοχους σε γεγονότα που δεν δένουν αρχικά, αλλά κουμπώνουν μετά τα μέσα της ταινίας.

Όσα αρχικά δείχνουν μια ιστορία απαγωγής στην καρδιά της Americana, μετατρέπονται σε ταξίδι με αυτοσκοπό ένα συμπαντικής σημασίας ραντεβού με λάφυρο έναν 8χρονο που το κράτος θέλει να χρησιμοποιήσει μέσω συντεταγμένων πολέμου και που η θρησκεία θέλει να καπηλευτεί για να καλύψει την μεσσιανική ανάγκη του ποιμνίου (ο Σαμ Σέπαρντ είναι ξανά εμβληματικός στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που εμφανίζεται σαν προφήτης). Ένας αναλυτής θα τοποθετηθεί από το FBI για να εντοπίσει τα ίχνη του μικρού Άλτον, ο οποίος έχει απαχθεί και είναι στο δρόμο με τον βιολογικό του πατέρα και έναν συνερό του. Στο ρόλο του αναλυτή βρίσκεται ο ολοένα ανερχόμενος Άνταμ Ντράιβερ, ο οποίος παραμένει ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ηθοποιούς της γενιάς του (φέτος θα τον δούμε στις ταινίες του Τζιμ Τζάρμους και του Μάρτιν Σκορσέζε).

2.jpg

Από την εξωγήινη μελαγχολία του “Starman”, του Τζον Κάρπεντερ μέχρι την τρυφερότητα που μπόλιασε ο Σπίλμπεργκ στις εξωγήινες αγωνίες μας στις“Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου”, ο Τζεφ Νίκολς αποτίει φόρο τιμής σε ένα «αθώο» σινεμά του φανταστικού, που άνθισε στη δεκαετία του 70 και του 80. Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από ένα κλασικό folk κομμάτι που ηχογράφησε οLead Belly στα μέσα στης δεκαετίας του 30. Το τραγούδι διασκεύασαν οιCreedence Clearwater Revival και η δική τους εκδοχή χρησιμοποιήθηκε στη σπονδυλωτή κινηματογραφική μεταφορά του Twilight Zone το 1983, μια ταινία που πιστεύω ότι σίγουρα θα είχε απολαύσει ο σκηνοθέτης όταν ήταν νεότερος.

Χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του Νίκολς, η οπτική του θεατή ανοίγει διακριτικά, προσπερνάμε τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και με τη βοήθεια των αέρινων παραινέσεων του ηλεκτρονικού soundtrack αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων. Είναι όσο στυλίστας χρειάζεται χωρίς να υπερβαίνει τα όρια του εντυπωσιασμού (το αυτοκίνητο χωρίς φώτα πορείας στον αχανή αυτοκινητόδρομο του Τέξας είναι μια υπέροχη σκηνή) αλλά όταν ξεμένει από καύσιμα βρίσκει καταφύγιο στη σιγουριά της Σπιλμπεργκικών μοτίβων της εποχής του E.T.

Το Midnight Special χλευάζει τις multiplex ευκολίες της ψυχολογικής αγωνίας και παραμερίζει το θέαμα για να σταθούμε στις ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν του αποκαλυπτικού αρχιτεκτονικού οράματος στο φινάλε.

3.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #51

Posted in Music on April 15, 2016 by InfluencesOnly

Κ Βήτα

Ομόνοια

Omonoia K.BHTA lp sm still

Όλοι έχουμε τους ποιητές μας. Το ζητούμενο είναι να βρεις αυτόν που νιώθεις ότι σου απευθύνεται.

«Άσε με να δω τον κόσμο από τα μάτια σου», είναι τα εναρκτήρια λόγια στο τραγούδι “Αυλή“. Η ικετευτική τρυφερότητα του στίχου περιγράφει την ουσία της σχέσης κάθε ακροατή με το έργο του Κωνσταντίνου Βήτα, εδώ και 25 χρόνια δισκογραφίας. Το νέο του άλμπουμ είναι ένα ακόμα παράθυρο στον τρόπο με τον οποίον μοιάζει ο κόσμος (μας) στα μάτια του, αυτή τη φορά με θέα τη στρογγυλή πλατεία στο κέντρο της πόλης.
Η 9η ολοκληρωμένη σόλο δουλειά του Κ.ΒΗΤΑ (χωρίς συλλογές, EP, συνεργασίες και soundtrack) είναι ένα γενναίο δώρο δοσμένο από καρδιάς. Ένα μουσικό εργαλείο απαραίτητο και όχι απλά ευπρόσδεκτο, που μας εξωθεί και πάλι σε νυχτερινές πτήσεις πάνω από αστικούς χάρτες. Μπας και καταφέρει να εξημερώσει κάποιο πνιγηρό συναίσθημα μοναξιάς και διώξει λίγη απ’ την ασχήμια τριγύρω.

Οι ηχητικές υφές της Ομόνοιας έχουν ως αφετηρία τα πλήκτρα και έρχονται σε αλληλουχία με την αστική αποξένωση, το τραύμα της απόρριψης και τη δύναμη της αγάπης. Τα τραγούδια είναι επιμελημένα, διαθέτουν ακτινοβολία και διεισδύουν σαν φρέσκος αέρας στα πνευμόνια. Είναι μουσικά ιντερλούδια για ανθρώπους που προτιμούν να εξαφανίζονται σε πολυσύχναστους δρόμους, που οχυρώνονται πίσω από την ασφάλεια των ακουστικών τους στα μέσα μαζικής μεταφοράς, που θεωρούν την ποίηση αυστηρά προσωπική υπόθεση, που δεν κοινοποιούν τις ιστορίες τους, που χάνονται στα νεφελώματα της αγάπης, που ατενίζουν ατέλειωτα χρυσάνθεμα, που κάθονται μόνοι τους σε εξώστες κινηματογράφων και μάχονται σε προσωπικές συμπληγάδες.

Ο δίσκος ξεκινάει με ένα “Τρίκυκλο” –από εκείνα που θέλουμε να καβαλήσουμε και να διασχίσουμε ένα πρωινό τον κόσμο. Ακολουθεί μια αγκαλιά τραγούδια που συνθέτουν ένα οικοδόμημα ικανό να σε αναζωογονήσει με την ενέργειά του ή να σε ρίξει σε συναισθηματικούς καιάδες. Τα κρυστάλλινα synths στα “Ντιζέζ“, “Τρεμολόρα” και “Επίπεδη Πίκλα” δεν πασχίζουν να μας πετάξουν σε ιδρωμένες πίστες, αλλά να συντονιστούν με τους καρδιακούς μας παλμούς. Για να θυμηθούμε λίγο τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικού κριτηρίου, σε μια εποχή κατά την οποία η ποπ κουλτούρα μυρίζει πλαστικό και βιομηχανική κατανάλωση.

Πιθανότατα η Ομόνοια είναι ο καλύτερος δίσκος του Κ.ΒΗΤΑ από την εποχή της Άγριας Χλόης (2004). Όχι όμως πως δεν έχει μικρά προβλήματα: τα παραμορφωμένα φωνητικά στο “Απέραντο Άσπρο” φτιάχνουν μια αχρείαστη κρούστα, η οποία σε αποξενώνει από τη ζεστή καρδιά του τραγουδιού, ενώ “Το Όνομά Σου Είναι Αγάπη” φλερτάρει υπέρ το δέον με τα έντεχνα ραδιόφωνα της πόλης. Αλλά όλες οι αναλύσεις καταρρέουν μπροστά στην ευέλικτη εκφραστικότητά του Κωνσταντίνου –για παράδειγμα στη “Συνεδρία“, που αντλεί από την ενορχηστρωτική ευφυΐα της Laurie Anderson– και στην αμεσότητά του στο μικρόφωνο, όπως διακρίνεται στον “Απόφοιτο” (εναεναεναεναενα…) στο “Βέβαιο Τέλος” και κυρίως στα υπέροχα “Μεσάνυχτα“. Η μουσικότητα στην ψυχή αυτών των στιγμών αποτυπώνεται πολιτισμένη και ευγενής, μια ζωντανή αντανάκλαση του δημιουργού τους. Πρόκειται για τραγούδια φτιαγμένα για να ντύσουν τα μοντάζ αναπόλησης που παίζουμε καμιά φορά στο μυαλό μας, απαλύνοντας εκείνες τις μικρές συρραφές προσωπικών αναμνήσεων.

Όμως διακριτικό αποκορύφωμα του δίσκου, θεωρώ ότι είναι το “Νόμιζα Πως Ξέρω“. Ένα τραγούδι με ανάγλυφη μελωδία που υγραίνει τα μάτια, έχοντας τον ακροατή για καρτερικό συμπάσχοντα, «υποχρεώνοντάς» τον να την εμπιστευτεί. Αυτό ακριβώς καταφέρνει και ο Κ.ΒΗΤΑ, καθώς συνεχίζει την κάθετη εξέλιξή του: μας κάνει να τον εμπιστευόμαστε και να ακουμπάμε πάνω στη μουσική του τις μύχιες ανασφάλειές μας. Μεγαλώνει όμορφα, χωρίς να ξοδεύεται δημιουργικά και πλέον επιτρέπει στο φως να παρεισφρήσει στις μελωδίες του. Εκτίθεται άφοβα (απλώς ντροπαλά) μπροστά μας, καθώς απ’ το μυαλό του περνάει η ιδέα πως η απέραντη μοναξιά είναι υπόθεση που μπορεί να κερδηθεί και πως η αγάπη ίσως να μη φαντάζει απ’ την αρχή σαν καμένο χαρτί. Αν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο καλλιτεχνικό βλέμμα με το δικό του στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια, είναι κάτι που πρέπει να συζητήσουμε πολύ σοβαρά.

Όλοι έχουμε λοιπόν τους ποιητές μας. Προσωπικά, επιλέγω να έχω τον Κωνσταντίνο.

Απο το Avopolis

 

Album of the Week No 50

Posted in Music on April 4, 2016 by InfluencesOnly

Η γυναίκα-σύμβολο της υγιώς σκεπτόμενης soul νιώθει καλά και το εκφράζει απλά και μετωπικά με τους στίχους «I’ve got friends and I’ve got family, I’ve got help from all the people who love me» στο εναρκτήριο κομμάτι “Take Us Back” –με τον Benjamin Booker να διαχειρίζεται το ηλεκτρικό funk γύρω από τη φωνή της. Πριν μερικές δεκαετίες, η Mavis Staples ανύψωνε πνευματικά και πολιτικά ζητήματα σε τραγούδια με παρεμβατική σημασία για κάθε εποχή, όπως το “I’ll Take You There”. Στα 76 της χρόνια, πλέον, έχει τη διάθεση να υποδεχθεί καλόκαρδα μουσικούς που την εκτιμούν, σαν μουσαφίρηδες στο δίσκο της, σε 12 ρεφρενάτα τραγούδια. Δεν πετάς κανένα.

O Ben Harper δίνει χρώμα και σαρκική ενέργεια στον οικουμενικό ρυθμό του “Love Αnd Trust”, τραγούδι που φέρνει στο μυαλό την κλασάτη μελωδικότητα του “Respect Yourself” των Staple Singers. Η Mavis άλλωστε δεν έχει χάσει την ικανότητά της να δημιουργεί απολαυστική ατμόσφαιρα και στιλάτη αύρα, συστατικά τα οποία εμφυσούσε και στα θρυλικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Staples στη δισκογραφική εταιρεία Stax –οι νεότεροι ας αναζητήσουν το Be What You Are (1972), το Respect Yourself (1973) ή το Pass It On (1976).

Η παραγωγή του Livin’ On A High Note εστιάζει στη φωνή της Mavis, η οποία ακόμη διαθέτει καθαρότητα και μάχιμο νατουραλισμό. Η ανυψωτική τζαζ στο “If It’s Α Light” και το βουτηγμένο στο bourbon “Dedicated”, έχουν κάτι από εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την κοινωνική soul του παρελθόντος. Τα «δοξασμένα» είδη αναβιώνουν όμως εδώ με περήφανο και πολιτισμένο στυλ. Η Νότια soul συναντά τον ακτιβισμό στο “Action” (με τη βοήθεια των tUnE-yArds), το κομψό rhythm & blues παράγει ώριμα λικνίσματα στο “Don’t Cry” (με τη βοήθεια του M. Ward), ενώ η παρακαταθήκη των gospel αναδύεται διακριτικά στο “High Note”. Ακούστε επίσης τις πολύτιμες συμβουλές ζωής στο “Tomorrow” και χαρείτε με τη θετική τους σκέψη, είτε αισθάνεστε ότι προέρχονται από μιατρυφερή Big Mama, είτε από έναν αξιόλογο φορέα της παράδοσης.

Κρατήστε για το τέλος τη gospel αγνότητα του θρησκευτικού περιεχομένου “Jesus Lay Down Beside Me”, τραγούδι που υπογράφει ο μεγάλος θαυμαστής της Nick Cave. Μετά δε το τέλος της ακρόασης του δίσκου, είναι σίγουρο ότι θα αντηχεί για ώρα στα αυτιά σας ο ακουστικός, country blues φόρος τιμής σε μια ομιλία του Martin Luther King, ονόματι “MLK Song”. Θα το απολαύσετε το Livin’ On A High Note, ακόμα κι αν δεν ανήκετε στους σκαπανείς της μαύρης μουσικής.

Από το Avopolis

Η Αυγή της Δικαιοσύνης / Η Δύση του σινεμά των υπερηρώων

Posted in Cinema on April 4, 2016 by InfluencesOnly

Το «πολύ κακό για το τίποτα» είναι ένα καλοπροαίρετο συμπέρασμα για την φασαριόζικη, ψηφιακή εξτραβαγκάντζα που έστησε ο ZackSnyder, τοποθετώντας τον Batmanκαι τον Superman ως αντιπάλους. Πολύ φοβάμαι ότι το αποτέλεσμα δεν είναι μια τρύπα στο νερό, αλλά μια μαύρη κηλίδα στη σύγχρονη ιστορία των mainstream blockbuster, και ένα κενό στην καρδιά όσων αγαπούν το σινεμά, ακόμα και αν την αντιμετωπίζουν ως ψυχαγωγία και μόνο.

Το Batman v Superman είναι το επιδειξιομανές, κακόφωνο follow-up του “Man of Steel”,του reboot δηλαδή της ιστορίας του Superman που είχε σκηνοθετήσει με ανάλογη υπερφίαλη αυτοπεποίθηση ο Snyder πριν τρία χρόνια. Αν προσπεράσει κάποιος θεατής τις αναστολές απέναντι στην επιθετικά φιλοχρήματη, κορπορατική λογική της συνάντησης δυο υπερηρώων, μπορεί καλοπροαίρετα να περιμένει τουλάχιστον μια απολαυστική περιπέτεια, με όχημα την κατακλυσμική επίδειξη δυνάμεων και τη διαχρονική γοητεία των δυο ηρώων της comic/pop κουλτούρας. Η ανώδυνη διασκέδαση όμως δεν είναι εύκολο στοίχημα να κερδηθεί και δεν είναι συνώνυμη της «no-brainer κατανάλωσης». Η αθωότητα στην αφήγηση κερδίζεται μέσα από εμβάθυνση στις αξίες του ψυχαγωγικού σινεμά και δεν συνάδει με fastfood πρακτικές.

111.jpg

Σε τούτο το πολυδιαφημισμένο γερό χαρτί της Warner δεν έχουμε να κάνουμε με ένα rollercoaster, που θα εκμεταλλευτεί δημιουργικά τον συγκερασμό της πολύχρωμης και αισιόδοξης, μεσσιανικής περσόνας του ιπτάμενου ανθρώπου με την γκρίζο υπόκοσμό του Γκόθαμ και τον τραυματισμένο ψυχικά Άνθρωπο-Νυχτερίδα. Τα αντικείμενα φετίχ που αποτέλεσαν τον διάκοσμο και τη μοναξιά των λατρεμένων υπερ-ηρώων (η μπατ σπηλιά, η μπλε κάπα, ο κρυπτονίτης, το μπατ μομπίλ) και ο ψυχισμός πίσω από τον Clark Kent και τον Bruce Wayne, θα ενθουσίαζαν έναν ονειροπόλο, καλλιτέχνη-αφηγητή αλλά εδώ αφήνουν παγερά αδιάφορο έναν θρασύ τεχνοκράτη που φιλμάρει με την ταχύτητα και το θράσος ενός ξεσαλωμένου gamer. Με το ίδιο σχεδόν «αγορίστικο» θράσος που έχει εμφυσήσει (ο παντελώς misguided) Jesse Eisenberg στο ρόλο του Lex Luthor– μια από τις ατυχέστερες απεικονίσεις villain στο σινεμά του είδους, όπου με πανωφόρι τις σκόρπιες ατάκες, επιπέδου «Νίτσε του φτωχού», καλύπτει το κενό που χάσκει στην ανάπτυξη του χαρακτήρα. Αντί ενός ιδιοφυούς παράφρονα, έχουμε να κάνουμε με ένα κακομαθημένο παιδάκι που παίζει πόλεμο με δυο κουκλάκια-υπερ-ήρωες να δει ποιο θα νικήσει.

Ο κύριος Snyder ξοδεύει ενέργεια, χιλιάδες αχρείαστα CGI εφέ και τόνους χρημάτων, για να αφηγηθεί βιαστικά μια (μισοψημένη στο χαρτί) πλοκή που δεν τον ενδιαφέρει καθόλου, για μια ιστορία κυβερνητικών μυστικών γύρω από τον Λευκό Πορτογάλο. Όταν τα αναγκαία κακά της πλοκής και της ανάπτυξης χαρακτήρων (έτσι σκέφτονται οι αριστούχοι των major studios, μη γελιέστε) παραμεριστούν, είναι που αρχίσει το αληθινό ξόδεμα, το αληθινό ξεσάλωμα ειδικών εφέ και το παρανάλωμα εκρήξεων και μαχών. Ο Snyder δεν έχει καμία αίσθηση οικονομίας στο κάδρο καθώς κάνει κάθε σεκάνς να ασφυκτιά από ψηφιακά εφέ, ακόμα και όταν δεν χρειάζεται (λίγο ακόμα και θα βλέπαμε animation), ολισθαίνει σε αχρείαστα slowmotion, σε αποθεωτικές λήψεις όταν δεν συντρέχει λόγος και κάνει τα πάντα να μοιάζουν απρόσωπα και απόμακρα. Η ταινία δεν νοιάζεται να βάλει την θεατή στο σύμπαν της. Προσπαθεί να του πάρει τα αυτιά με το σαματά και να του τρίψει στη μούρη όση έκρηξη αντέχει να βλέπει το μάτι για δυόμιση ώρες, για να μην προλάβει να σκεφτεί – πόσο μάλλον να αισθανθεί.

2222.jpg

Το αποτέλεσμα Batman v Superman είναι υδροκέφαλο, βαρυκόκαλο στις δυόμιση ώρες του, αγέλαστο πλην μιας-δυο στιγμών και μάλιστα ενώ πλατειάζει απελπιστικά, σου αφήνει την αίσθηση ότι ξεπετάει τα πάνα στο διάβα του (αληθινό επίτευγμα το τελευταίο). Στο αποκορύφωμα της ταινίας, σε μια λυσσαλέα μάχη με το υπερ-τέρας Doomsday (κάτι σαν Γκόλεμ σε στεροειδή, που μοιάζει με συρραφή όσων έχουμε δει σε δεκάδες άλλες ταινίες της σειράς) την παράσταση κλέβει η WonderWoman. Η Gal Gadot σε ρόλο υπερφυσικής αμαζόνας με χαρακτηριστικά μιλιταριστικής ονείρωξης, στο λιγοστό χρόνο που διαθέτει, μας θυμίζει που έγκειται η απόλαυση ενός σούπερ ήρωα επί της οθόνης. Ίσως δεν ήταν δύσκολο να κλέψεις την παράσταση όταν ανταγωνίζεσαι έναν BenAffleck στην πιο άνευρη και βαριεστημένη ερμηνεία του (και έχω δει το Gigli), έναν Henry Cavill που αν και φιλότιμος, νοιώθει αβοήθητος καθώς κοιτάει το κενό σε πράσινο φόντο στα γυρίσματα και δεν υπάρχει σκηνοθέτης να του πει τι να κάνει, αλλά και οσκαρούχους ηθοποιούς (Jeremy Irons, Holly Hunter και Amy Adams) που δεν αρνήθηκαν το παχυλό paycheck για ένα ρόλο ρουτίνας.

Χιλιάδες θεατές, κυρίως ανήλικοι – πολλοί από αυτούς θα παίζουν νοερά με χειριστήριο κονσόλας καθώς θα βλέπουν τις μάχες πιθανότατα να βρουν πράγματα που θα τους ενθουσιάσουν σε αυτή την αχρείαστη προσθήκη στην μυθολογία των κομικάδων. Όμως αυτή είναι μόνο η αρχή του νήματος που θα οδηγήσει σε ένα τεράστιο “DC Extended Universe” στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ο Zack Snyder θα σκηνοθετήσει το “Justice League: Part One” το 2017 και το“Justice League: Part Tow” το 2019 με τις προσθήκες του Aquaman (Jason Momoa), του Flash (Ezra Miller) και του Cyborg (Ray Fisher). Φυσικά η Wonder Woman έχει τη δική της soloταινία το 2017. Στο μεταξύ στο άλλο στρατόπεδο μαχών, στο επερχόμενο  Captain America  3 θα εμφανίζεται ο νέος Spiderman (?) με τη μορφή του Tom Holland. Ο άνθρωπος αράχνη θα έχει το δικό του rebootτο 2017 ( τρίτο μετά τον Tobey Maguire και τον Andrew Garfield). Όλοι μαζί θα εμφανιστούν στο επερχόμενο Avengers 3 και φανταζόμαστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουν στον τελικό την Justice League και όποιος ήρωας επιζήσει να κερδίσει έπαθλο μια reboot τριλογία χρηματοδοτούμενη από την Marvel.333.jpg

Πέρα από τα αστεία, ο Steven Spielberg είχε προβλέψει ότι με τόσο βιαστικό άρμεγμα της μυθολογίας των υπερ-ηρώων, το είδος θα πεθάνει όπως το Γουέστερν. Κανείς από τους λογιστές και δικηγόρους που διαχειρίζονται τα project δεν ενστερνίζεται τη λογική ενός σκηνοθέτη που θα ολοκληρώσει την 5η περιπέτεια του Indiana Jones, σε βάθος 38 ετών από την πρώτη, αλλά επιμένουν στην fastselling λογική, προσλαμβάνοντας yesmen σαν τον Snyder. Αυτό είναι πλέον το εμπορικό σινεμά. Καμία ταινία δεν τελειώνει. Καμία δεν αφήνει μια κατακλείδα. Όλες κλείνουν με μεγάλα αποσιωπητικά που υπόσχονται συνέχειες. Το κινηματογραφικό έργο ως έννοια υποβιβάζεται σε επεισόδιο. Η σκηνοθετική σφραγίδα ανάμεσα σε καλλιτέχνες που εξυπηρετούν ένα όραμα παύει να υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια σκυτάλη ανάμεσα σε αναλώσιμους τεχνίτες, που εξυπηρετούν ένα ευρύτερο marketing plan.

Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ότι η αφίσα του “Superman” που είχε σκηνοθετήσει ο Richard Donner το 1979 έλεγε «θα πιστέψετε ότι ένας άνθρωπος πετάει». Τριάντα επτά χρόνια μετά και με τη διαθέσιμη σημερινή τεχνολογία, ο σημερινός Supermanδεν είναι τόσο πειστικός ήταν ο κινηματογραφικός πρόγονός του. Πραγματικά, με κάποιο παράξενο τρόπο, ο φετινός Superman δεν σε πείθει καν ότι μπορεί να πετάξει.

end of article.jpg

Από το Movieworld

Album of the Week No 49

Posted in Music on April 2, 2016 by InfluencesOnly

Kanye West

The Life Of Pablo

Επτάμισι. Αυτός είναι ο πραγματικός αριθμός του 7ου άλμπουμ του rap πρέσβη της αυταρέσκειας, 8ου αν συνυπολογίσουμε το συνεταιρικό Watch The Throne με τον Jay-Z (2011). Αυτή είναι, επίσης, και η δίκαιη βαθμολογία του δίσκου. Κάτι που θα έκανε έξαλλο τον Kanye, καθώς θεωρεί ότι το Life Of Pablo είναι 30 στα 10.

Σε μια «φελινική» αναλογία, τα τελευταία 2 χρόνια ο Kanye West αντιμετώπιζε δημιουργικά και υπαρξιακά αδιέξοδα ανάλογα με εκείνα του ήρωα της ταινίας (1963). Κάπου ανάμεσα σε καλά χτισμένες προσδοκίες, στην αλόγιστη μυθοποίηση γύρω από ασημαντότητες που σέρνει το σελεμπριταριό και πάνω στη λεπτή (λευκή) γραμμή που χωρίζει το αυτόκλητα είδωλα με τις έκπτωτες ιδιοφυΐες, ο Kanye δεν διστάζει να ακολουθήσει διαφορετικό δημιουργικό δρόμο. Για ακόμα μία φορά, λοιπόν, οχυρώνεται πίσω από ένα άλλο προσωπείο, λιγότερο τραχύ και επιθετικό από εκείνο του Yeezus. Και, κάπως έτσι, μας συστήνει τον κύριο Pablo.

Μετά από ένα μεγαλομανές παιχνίδι με τα media και αφού ζύγισε πολλούς υποψήφιους τίτλους (So Help Me God, SWISH, Waves), ο Kanye χαρακτήρισε αυτό το παράδοξα ημιτελές έργο –το οποίο δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ σε φυσικό CD ή βινύλιο– ως «album for life». Και αυτή θα είναι η μόνη αναφορά του παρόντος κειμένου στην παρανοϊκή περσόνα του ράπερ στα social media και στο φτηνό reality πανήγυρι στο οποίο έχει μετατρέψει τη ζωή του: το αφήνω σε εκείνους που δεν αγαπούν τη μουσική και δεν έχουν μάθει να την ακούνε με τα αυτιά.

Το blueprint για το Life Οf Pablo διαβάζεται με όρους αρχιτεκτονικής για τον εφιάλτη του. Κάπου μέσα σε αυτό το παράξενο opus από 18 νεφελώδη ορνιθοσκαλίσματα και παρανοϊκά ιντερλούδια, αναπτύσσεται η αφιλτράριστη εκφραστικότητα του πιο κακόφημου και δοξασμένου μουσικού στην Αμερική της τελευταίας 15ετίας. Ο Kanye ραπάρει με νηπιακές αερολογίες ενός κακομαθημένου 8χρονου και χτίζει μοτίβα με την εμπειρία ενός 68χρονου παραγωγού που έχει γεννήσει ρεύματα για περισσότερες από μία γενιές (οπότε τον κάνεις 38χρονο).

Ο δίσκος βρίθει από ανολοκλήρωτες ιδέες και είναι εμφανώς ημιτελής, σε βαθμό που αισθάνομαι ότι είναι σχεδιασμένος έτσι. Samples ύψιστης πυροτεχνουργίας και παχύρρευστα beats που πατάνε σε ολότελα παλαβές ρίμες, οι οποίες θυμίζουν tweets που έμειναν μισοτελειωμένα εν βρασμό ψυχής. Ένα μεταμοντέρνο gospel παραλήρημα να δοξάζει την κωλοπαιδίστικη συμπεριφορά, τον αναίτιο μισανθρωπισμό και τον καγκουρίστικο φαλλοκρατισμό. Προσέξτε επίσης την αντίστιξη της υγρασίας στην παραγωγή του καταπληκτικού “Famous” –μπλέκει τα φωνητικά της Rihanna με την αύρα της Nina Simone, σε συνδυασμό με το πικάρισμα στην Taylor Swift. Ο Kanye West προτιμά να τον βλέπουμε σαν προβληματικό μαλάκα που ραπάρει ανορθόγραφα: νιώθει ασφάλεια σε αυτό το σημείο. Δεν θα τολμούσε να τον αντιμετωπίσουν σαν ακούραστο σύζυγο (όπως ακούγεται στο”FML”), σαν γιο γεμάτο ενοχές (στο υπέροχο “Wolves“), σαν κάλπικο εκμεταλλευτή (στο εξομολογητικό “Real Friends“) ή σαν απόντα πατέρα (στο “Father Stretch My Hands, Pt. 2“). Προτιμά να εκφράζεται σαν αποτυχημένος γελωτοποιός που του τέλειωσαν τα αστεία και ολισθαίνει σε χοντροκομμένες ατάκες για να γελάνε οι κρετίνοι: «Now if I fuck this model/And she just bleached her asshole/And I get bleach on my t-shirt/And I feel like an asshole».

Το άλμπουμ είναι ένα επιθετικό υβρίδιο από τα καλύτερα και τα χειρότερα που απαρτίζουν το φαινόμενο West: η βιογραφία του κυρίου Pablo γράφεται μέσα από ένα νιχιλιστικό μανιφέστο μεγαλομανίας και βωμολοχίας. Μόνο ο Kanye θα ζωγράφιζε μια αυτοπροσωπογραφία με τεχνικές αγιογράφου, σε γκροτέσκο βιομηχανικά χρώματα. Όμως, αντιθέτως με τις ασυμμάζευτες διαστροφές του My Beautiful Dark Twisted Fantasy (2010), την πνιγηρή κατήφεια του 808’s & Heartbreaks (2008) και το όξινο, πωρωμένο σύμπαν του Yeezus (2013), η ιδιοφυΐα του στο The Life Of Pablo διαφαίνεται στις πιο old-school στιγμές. Από το εναρκτήριο “Ultralight Beam” και το “Low Light“, που χτίζουν την ατμόσφαιρα μιας ψηφιακής μαύρης εκκλησίας, μέχρι το “Fade”, το οποίο κλείνει τον δίσκο με ένα κολλάζ από «πλάτες» που οι ρεμιξολόγοι του κόσμου μας δεν διανοούνται να δημιουργήσουν –είτε από ανικανότητα, είτε από αντιεμπορικότητα– ο δίσκος περιέχει ευρηματικά δείγματα αυτοέκφρασης όπως το “Highlights” και το “Waves“, πασπαλισμένα με τεχνητό gloom & doom. Αλλά περιέχει και ασημαντότητες, πνιγμένες στην επιτήδευση.

Ακόμα και το πλήθος καλεσμένων (ανάμεσά τους, ο Frank Ocean και ο Kendrick Lamar), δεν μπορεί να μας κάνει να αφεθούμε για ένα ολόκληρο λεπτό στη μουσική, χωρίς κάτι να μας αποσπά για να μας τρίψει στη μούρη τη διαταραγμένη, ελαττωματική εικόνα που αυτή τη φορά μάχεται με αδικαιολόγητο στόμφο ο West: εκείνη του κυρίου Pablo. Ελπίζουμε το επερχόμενο 8½ να είναι το αριστούργημα που θα μείνει στη ιστορία και όχι το φιάσκο το οποίο διαγράφεται στον ορίζοντα.

Από το Avopolis

I See Crazy People

Posted in Cinema on April 1, 2016 by InfluencesOnly

Δέκα ταινίες για δέκα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα.

Ιδιαίτερη αφορμή δεν χρειάζεται για το παρακάτω άρθρο. Ρίξτε μια ματιά στους  ανθρώπους γύρω σας. Κάθε λογής ψυχολογικό σύμπτωμα θα το συναντήσετε σε συνεργάτες, σε γείτονες και σε γνωστούς.

Ευκαιρία να θυμηθούμε 10 κινηματογραφικούς ήρωες που κουβαλάνε και από ένα διαφορετικό σύνδρομο πέρα από ποιότητα και genre. Από τη λίστα εξαιρούνται οι κάθε λογής ψυχωτικοί και serial killers από το σινεμά του τρόμου ως προφανείς επιλογές.

1) Διατροφικές Διαταραχές
Ταινία: The Machinist

The Machinist.jpg

Αν και η θεοσκότεινη ατμόσφαιρα της ταινίας προσέδιδε μια κάποια γοητεία στο τελικό αποτέλεσμα, ο Christian Bale μάλλον θα έχει μετανιώσει για τη δοκιμασία που υπέβαλε τον εαυτό του ώστε για να παίξει σε αυτό το μεσαίου βεληνεκούς θριλεράκι που δεν μακροημέρευσε στη μνήμη των θεατών. Ο ήρωας Trevor Reznik (αναγραμματισμός-αναφορά στον Trent Reznor) δεν έχει κοιμηθεί για ένα χρόνο και έχει ξεχάσει τη γεύση του φαγητού με αποτέλεσμα να ζυγίζει όσο ένα φτερό. Ταινία που θαρρείς πως είναι βγαλμένη από διήγημα του Stephen King, αλλά από εκείνα που γράφει για πλάκα στη διάρκεια ενός απογευματινού καφέ.

2) Μονομανείς Ψευδαισθήσεις
Ταινία: The Assassination of Richard Nixon

The Assassination of Richard Nixon.jpg

O Sam δεν είναι ο συνηθισμένος δυσλειτουργικός χαρακτήρας. Μπορεί και να χρειαζόμασταν περισσότερους σαν και δαύτον τριγύρω. Απλά λειτουργεί σε λίγο διαφορετική συχνότητα από τους γύρω του. Τα ιδανικά του προδίδονται από τους εργοδότες, η εμπιστοσύνη του από την πρώην οικογένειά του και οι αξίες του από τον περίγυρό του. Ο Sam παγιδεύεται στη δυσλειτουργία του και μπαίνει σε άρνηση σε σχέση με την εγκατάλειψη από τη γυναίκα του. Γίνεται δυσάρεστος στο περιβάλλον του και αποφασίζει να κάνει κάτι που έχει σημασία για να δικαιώσει τις προδομένες αξίες του: αποφασίζει να δολοφονήσει τον πρόεδρο. Ο μόνος που μπορεί να τον καταλάβει είναι ο συνθέτης John Williams, τον οποίο έχει ως μέντορα και στον οποίο εξομολογείται μέσω επιστολών τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του. Ο Sean Penn παίζει εκπληκτικά ξεπατικώνοντας τον De Niro στο King Of Comedy και το Taxi Driver ταυτόχρονα.

3) Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας
Ταινία: The Beaver

The Beaver.jpg

Λίγο καιρό μετά τα ξεκαρδιστικά τηλεφωνικά ξεσπάσματα του Mel Gibson στη Ρωσίδα σύζυγό του που μας χάρισαν πολλές ώρες γέλιου, ο ξεπεσμένος star υποδύεται (αξιοπρεπέστατα είναι η αλήθεια) έναν καταθλιπτικό οικογενειάρχη που αντί να δώσει τέλος στη ζωή του, αποφασίσει να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά από το περιβάλλον του μιλώντας μέσα από ένα γούνινο κάστορα που έχει εφαρμόσει στο αριστερό του χέρι. Σταδιακά η προσωπικότητά του εξαφανίζεται ολοκληρωτικά και εξουσιάζεται απόλυτα από το προσκολλημένο κουκλάκι σε μια απελπισμένη προσπάθεια να επικοινωνήσει. Θα μπορούσε να ήταν ένα ενδιαφέρον πείραμα κοινωνικού σινεμά με ανορθόδοξη ματιά στην καταθλιπτική μανία, αν η Jodie Foster δεν τα χάλαγε στη σκηνοθεσία, ειδικά στο τελευταίο μελοδραματικό μέρος.
 
4) Αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας
Ταινία: Punch Drunk Love

Punch Drunk Love.jpg

Ο ξενέρωτος Adam Sandler αποπροσανατόλισε για λίγο το κοινό από τις προθέσεις του σκηνοθέτη PTA, ο οποίος επιχείρησε μια σπουδή σε κια μοντέρνα διαταραχή και όχι μια κωμωδία καταστάσεων ή μια ρομαντική κομεντί, έστω κάπως παρανοική. Ο «Monsieur Hulot on drugs» ήταν μια σπάνια περίπτωση που μια ταινία καταφέρνει να αφομοιώσει τις λεπτομέρειες αυτής της παθογενούς συμπεριφοράς, ενός διαταραγμένου αλλά ακίνδυνου ανθρωπάκου με συσσωρευμένο στρες και ισχυρές δόσεις ψυχαναγκαστικού πανικού.
 
5) Διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή
Ταινία: Falling Down

Falling Down.jpg

Έχω την αιρετική εντύπωση ότι ο ψυχάκιας ήρωας που υποδύεται ο Michael Douglas στο μίνι αριστούργημα του (επίσης ψυχάκια) Joel Schumacher δεν είναι καθόλου παρανοϊκός και ότι άδικα κατηγορήθηκε η ταινία ως μοντέλο σύγχρονου μικροαστικού φασισμού. Ένα ακραίο μποτιλιάρισμα είναι η αφορμή για να σαλτάρει ο ήρωας του Falling Down και να αρχίσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας στη μεγαλούπολη, όχι με ιδεολογικό υπόβαθρο αλλά καθαρά απέναντι στους εκνευριστικούς συνανθρώπους και τους αδιανόητους επιβεβλημένους κανόνες που είναι ικανοί να σου καταστρέψουν τη μέρα. Όσον αφορά τη σκηνή στα Mc Donalds, ανήκει στην ανθολογία του σινεμά των 90’s.

6) Ψυχική παράνοια
Ταινία: Spider

Spider.jpg

Πρόκειται για το πιο ακέραιο, γεωμετρικά ισορροπημένο και χειρουργικά ακριβές πορτραίτο χαρακτήρα από την πιο πρόσφατη περίοδο του έργου του David Cronemberg. Ένα ψυχαναλυτικό κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της παρανοϊκής συμπεριφοράς και μαζί ένα αρρωστημένο ψυχόδραμα πάνω στην τερατογέννεση ενός τραυματισμένου παιδικού ψυχισμού. Η ερμηνεία του Ralph Fiennes στέκεται δίπλα σε αυτή του Jeremy Irons στο Dead Ringers (ΟΙ Διχασμένοι) του ίδιου σκηνοθέτη.

7) Μετατραυματικό στρες
Ταινία: Shutter Island

Shutter Island.jpg

Ψυχροπολεμικά πειράματα στο ανθρώπινο μυαλό, σκοτεινές συνομωσίες των Ναζί και ανθρώπινα πειραματόζωα σε ένα απομονωμένο άσυλο για επικίνδυνους εγκληματίες. Ένα απομακρυσμένο ακρωτήρι του φόβου γίνεται το ιδανικό σκηνικό για ένα ραφιναρισμένο σκορσεζικό θρίλερ με μορφή σινεμασκόπ εφιάλτη που δουλεύει ψιλοβελονιά τις διδαχές του μετρ Χίτσκοκ. Ψευδαισθήσεις ενός λοβοτομημένου μυαλού ή σαδιστική παγίδα που στήνεται πάνω στην εύθραυστη ισορροπία ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να υπερβεί το τραύμα;

8) Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους
Ταινία: π

_Α.jpg

Κλεισμένος σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα, ο μαθηματικός Max Coen ξεκλειδώνει τα μυστικά του σύμπαντος με τους άπειρους δεκαδικούς του π, αποκρυπτογραφώντας κάθε φυσικό φαινόμενο με μορφή μαθηματικού αλγόριθμου. Το αυξημένο στρες, η επαναληπτικότητα στις κινήσεις, τα χημικά του εγκεφάλου, οι καταπιεσμένοι ψυχαναγκασμοί, η αγοραφοβία και κάθε λογής αντικοινωνικά σύνδρομα εξαιτίας παραπανίσιου IQ, σκάνε στον εγκέφαλό του με τη μορφή εγκεφαλικής βόμβας όταν διαπράττει την ύβρη, με ένα αποτέλεσμα ισάξιο ισχυρής λοβοτομής,  Σκεπτόμενο, no-budget μαθηματικό θρίλερ που διατηρεί τη δύναμή του.

9) Διασπαστική διαταραχή ταυτότητας
Ταινία: Clean Shaven

Clean Shaven.jpg

Η πιο ακραία και πεσιμιστική καταγραφή της παρανοικής σχιζοφρένειας στο σινεμά έγινε με εκείνο το πρωτόλειο φιλμ του Lodge Kerrigan με τίτλο Clean Shaven. Κάπου ανάμεσα στον εκκωφαντικό ραδιοφωνικό preacher, τους αυτοτραυματισμούς και την ακατέργαστη ωμότητα, κρύβεται ένα πορτραίτο ενός φρενοβλαβούς με πολλές κακές ιδέες. Η πιο άσχημη από αυτές είναι όταν θέλει να βγάλει (κυριολεκτικά) από το κεφάλι του τις κακές σκέψεις…

10) Σχιζοειδής Διαταραχή Προσωπικότητας
Τανία: Lars and the Real Girl

Lars and the Real Girl.jpg

Μετά από πολλές απογοητεύσεις και ανύπαρκτη ερωτική ζωή, ο Lars αποφασίζει να κάνει γυναίκα των ονείρων του μια πλαστική κούκλα την οποία αγοράζει και παρουσιάζει στον περίγυρο, σαν αληθινό πρόσωπο που έχει ερωτευτεί. Ο Ryan Gosling παίρνει πάνω του αυτό το quirky δραματάκι που γλύτωσε από τα νύχια του Hollywood και δεν έγινε κωμικό όχημα για ηθοποιούς τύπου Steven Carrel με αστεία επιπέδου 40 Year Old Virgin, αλλά ένα βαθύτερο και στοχαστικό σχόλιο στη μοναξιά και τα όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και επίπλαστης ευτυχίας.

Από το Movieworld

Ο Bowie του σινεμά.

Posted in Cinema, Music on March 17, 2016 by InfluencesOnly

Το αστρικού μεγέθους (με κάθε έννοια) πολιτισμικό εκτόπισμα του Ντέιβιντ Μπόουι ήταν φυσικό να ακουμπήσει και την τέχνη του κινηματογράφου μέσα από σποραδικές εμφανίσεις σε ταινίες. Το φλερτ του καλλιτέχνη με το σινεμά ήταν πάντα διακριτικό και η παρουσία του δεν καπέλωνε ποτέ το οργανικό σύνολο των ταινιών στις οποίες συμμετείχε. Παρακάτω, θυμόμαστε μερικούς από τους βασικότερους σταθμούς μιας αθόρυβης αλλά αξιομνημόνευτης καριέρας

«THE MAN WHO FELL TO EARTH» (1976)

Please find attached the file(s) you requested. Any further correspondence should be addressed to stills.films@bfi.org.uk ----- SOURCE CREDIT - "British Film Institute" Reproduction of this image requires the appropriate copyright clearance. In making this image available, the bfi confers no licence to use or copy the image. All copyright clearance is the responsibility of the user. In consideration for making this image available, the user hereby agrees to indemnify the bfi against any claim or liability arising from the use of this image. The information service of the bfi National Library may be able to carry out copyright ownership research on your behalf. Fax +44 (0) 20 7436 0165 for details of services and costs. British Film Institute 21 Stephen Street London W1T 1LN Tel +44 (0) 20 7255 1444 http://www.bfi.org.uk/ -----

Ένα εξωγήινο android, «πέφτει» στη Γη σε αναζήτηση νερού για να σώσει από την καταστροφή τους δικούς του, πίσω στον πλανήτη του. Στην πορεία όμως θα εθιστεί στις καταχρήσεις, στις απολαύσεις και στην… ανθρωπότητα.  Ο ρόλος τού Μπόουι με το μεγαλύτερο cult status που εσωκλείει όλα τα χαρακτηριστικά του Ziggy και την μαγνητική πρώτη εποχή της δισκογραφίας του. Τα jump cuts και η ανορθόδοξη ματιά του Βρετανού  Nicolas Roeg (σκηνοθέτησε και τον Mick Jagger στο υπέροχα σουρεαλιστικό Performance). Το παρανοημένο μοντάζ χαρτογραφεί μια διανοουμενίστικη, sci-fi άσκηση ύφους. Παρόλο που η ταινία περιέχει διαστημόπλοια και υψηλή τεχνολογία, πρόκειται στην ουσία για ένα δράμα αλληγορικών διαστάσεων που ίπταται πάνω από το έδαφος, που βάζει στο ψυχεδελικό του  εύθραυστη ύπαρξη που έρχεται σε επαφή με τη δική του θνητότητα και πνευματικό αδιέξοδο.

«LABYRINTH» (1986)

Ο βασιλιάς των δαιμονίων σε τούτο το ολότελα ξεπερασμένο παραμύθι φαντασίας που λιβανίζει την αισθητική της δεκαετίας του 80. Η συλλογική συνεργασία του δημιουργού του Muppets,  Jim Henson, του George Lucas της φήμης των Star Wars και ο Terry Jones των Monty Python member Η Τζένιφερ Κόνελι αναζητεί τον αδελφό της μέσα σε ένα δαιδαλώδες, ονειρικό περιβάλλον. Ο Μπόουι υποδύεται τον Τζάρεθ, τον δαιμόνιο βασιλιά που ζητάει από το μικρό κορίτσι να επιβιώσει από τη δοκιμασία σε έναν επιθετικό λαβύρινθο, ενώ τον σαγηνεύει η επιμονή και το κουράγιο της.

 «BASQUIAT» (1996)

Για κάποιον που υποδύθηκε τόσο εκκεντρικούς ρόλους, παραδόξως ο Μπόουι ήταν σε μεγάλη φόρμα όταν αναλάμβανε ρόλους αληθινών προσώπων. Στην βιογραφία του καλλιτέχνη Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, υποδύεται με συγκρατημένο, γλυκό και μετρημένο τρόπο, τον φίλο του, Andy Warhol. Το ανεξάρτητο ταινιάκι του Julian Schnabel (Πριν Πέσει η Νύχτα) εξερευνά την περίοδο που ο street artist βρέθηκε υπό την προστασία του pop icon της δεκαετίας του 60. Ενώ ο Warhol έχει απεικονιστεί σαν απόμακρη και παράξενη φιγούρα σε άλλε ταινίες (Factory Girl, 54) αυτή είναι η μοναδική φορά που κάποιος τον εξανθρωπίζει και βγάζει την τρυφερή και εσωστρεφή πλευρά του «μέντορα» της pop κουλτούρας.

«ABSOLUTE BEGINNERS» (1986)

Στην καρδιά της δεκαετίας του 80, το μιούζικαλ φάνταζε απελπιστικά ξεπερασμένο και μπορούσε να σταθεί μόνο μέσα από αναχρονισμούς. Η νυχτερινή ζωή του Λονδίνου της δεκαετίας του 1950 ήταν στο επίκεντρο της ιστορίας. Την ανασύσταση του σκηνικού φιλοτέχνησε με ιδιοφυή τρόπο ο Τζούλιαν Τεμπλ. Ο Μπόουι είναι τουλάχιστον απολαυστικός στο ρόλο ενός αδίστακτου ατζέντη που προσπαθεί να πλανέψει με όνειρα επιτυχίας τον φέρελπι 19χρονο φωτογράφο που ζει ένα αγνό ειδύλλιο με ένα μοντέλο. Παρά την εισπρακτική αποτυχία της ταινίας, το ομώνυμο τραγούδι σημείωσε τεράστια απήχηση.

THE LAST TEMPTATION (1988)

H αξεπέραστη μέχρι σήμερα, υπαρξιακή εποποιία του μεγαλύτερου Αμερικάνου σκηνοθέτη του 20ου αιώνα, βασίστηκε στις πνευματικές αγωνίες του Καζαντζάκη και αφηγήθηκε το βιβλικό δράμα με το πάθος ενός οσιομάρτυρα πίσω από την κάμερα. Ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν παράξενη αρχική επιλογή για τον ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Σε μια σύντομη και περιεκτική σκηνή με τον Ιησού, ο Πιλάτος ξεκινάει ένα σύντομο μονόλογο με στωικότητα απέναντι στον καταδικασμένο και με αμφισημία απέναντι στην επίγνωση της επίγειας εξουσίας του. Ο Σκορσέζε σκηνοθετεί τον Μπόουι στατικά, δίνοντάς του το ηγεμονικό βάρος των βιβλικών δημιουργιών του κλασικού Χόλυγουντ. Η ερμηνεία του Μπόουι κάνουν τον Πιλάτο, σχεδόν συμπαθητική φιγούρα, που συνθλίβεται αξιοπρεπώς κάτω από τις άχαρες ανάγκες μιας βάρβαρης δικαιοσύνης.

«JUST A GIGOLO» (1978)

Μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, ένας Πρώσος αξιωματικός επιστρέφει στο Βερολίνο και ανήμπορος να εργαστεί, μετατρέπεται σε ζιγκολό σε οίκο ανοχής, κάτω από την επήρεια μιας βαρόνης, την οποία υποδύεται η Μάρλεν Ντίτριχ. Ο Μπόουι μετάνιωσε που συμμετείχε σε αυτή την πλαδαρή ηθογραφία εποχής του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Χέμινγκς. Η δράση τοποθετείται στο Βερολίνο που αποτέλεσε σανατόριο για τον τραγουδιστή, εκείνη την εποχή που ηχογραφούσε τον δίσκο, ‘Heroes’. Το άτυχο φιλμ πάσχει από πολλά προβλήματα στην ανάπτυξη της δραματουργίας και αφήνει να πάει χαμένη η λάμψη των πρωταγωνιστών του.

«MERRY CHRISTMAS MR. LAWRENCE» (1983)

Ο ίδιος ο Μπόουι θεωρούσε τούτη ως τη σημαντικότερη στιγμή της κινηματογραφικής του καριέρας, μάλλον επειδή ο Ναγκίσα Όσιμα τον εμπιστεύτηκε σαν πρωταγωνιστή σε αυτή την ιστορία ενός Νεοζηλανδικής καταγωγής  αξιωματικού σε Ιαπωνικό στρατόπεδο αιχμαλώτων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια χρονιά που ο Μπόουι με το album Let’s Dance εξαπέλυε την πιο μετωπική του pop επίθεση στη δισκογραφία, υποδύθηκε τον πιο ήπιων τόνων και συγκρατημένο χαρακτήρα του, με σπάνια πειθώ και αυτοκυριαρχία στην οθόνη. Ο Μπόουι εμφανίστηκε στην σπουδαία αυτή ταινία, με εκφραστική δεινότητα που άφησε εποχή, κυρίως για τη σκηνή ανθολογίας με το φιλί του προς τον Ρίτσι Σακαμότο.

 «THE HUNGER» (1983)

Ένας τσελίστας που αγάπησε παράφορα ένα απέθαντο βαμπίρ, πάσχει από μια σπάνια ασθένεια στο αίμα που επιταχύνει ραγδαία το γήρας. Ο Μπόουι σαν αιμοδιψής δανδής μας χαρίζει τα πιο cool και ατμοσφαιρικά τερτίπια του σε αυτή την υπερ-στυλάτο, υπερ-μοντέρνο και υπερ-ηδονιστικό cult διαμάντι του Τόνυ Σκοτ.  Από την υπέροχη έναρξη της ταινίας Με τους Bauhaus να τραγουδούν «Undead, undead, undead»,  υφαίνεται ένας μακάβρια ερωτικός ιστός ανάμεσα στον Μπόουι, την Susan Sarandon και την Κατρίν Ντενέβ. Ένας συτλιστικός στοχασμός στην ματαιότητα της μακροζωίας με τον Μπόουι να επικοινωνεί άριστα στην οθόνη την pop μακαβριότητα.

 «THE PRESTIGE» (2006)

 

Υπέροχη επιλογή στο κάστινγκ αυτής της υποτιμημένης ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν, που τοποθετεί τον Ντέιβιντ Μπόουι στο ρόλο ενός από τους σημαντικότερους και πιο συναρπαστικούς φυσικούς στην ιστορία της επιστήμης. Το βλέμα του Μπόουι είναι πιο αινιγματικό από ποτέ, στις λίγες αλλά καθοριστικές σκηνές που κοσμεί αυτή την σκοτεινή ιστορία εμμονής και πάθους που οδηγεί σε έναν αδιανόητο γρίφο. Χάρμα οφθαλμών ο Μπόουι, ειδικότερα στον τρόπο που διαχειρίζεται με σιωπές την κατακτημένη, παραπανίσια γνώση.

Από την ειδική έκδοση του περιοδικού SONIK με αφιέρωμα στον David Bowie.

12798823_10153978236221499_3902970229272842476_n

cover

Capture1

Capture.2JPG

 

Τα Remake που πρέπει να συμβούν!

Posted in Cinema on March 17, 2016 by InfluencesOnly

Το «ξαναζεσταμένο φαγητό» είναι μονόδρομος για το σύγχρονο Χόλυγουντ που εδώ και χρόνια έχει στερέψει από φρέσκες ιδέες. Δεκάδες remake ρίχνονται στην αγορά κάθε χρόνο με σκοπό να διασώσουν τους τζίρους των major εταιρειών. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε υποστεί εκατοντάδες αχρείαστα remake και reboot, ανάμεσά τους πολλά «τέρατα», με το άνοστο Poltergeist, το ανεκδιήγητο Wicker Man ή το απαράδεκτο Straw Dogs να μου έρχονται πρώτα στο μυαλό. Ποιος πραγματικά χρειάζονταν το remake ενός Robocop ή ενός Total Recall όταν οι αυθεντικές ταινίες δεν έχουν γεράσει ακόμα, ενώ φέτος για κάποιο λόγο κάποιοι πίστευαν ότι χρειαζόμασταν ξαναγυρισμένο το Point Break.

Το πολύπαθο είδος του θρίλερ έχει υποστεί τα χειρότερα, με σωρεία κακών συνεχειών και reboot, πράγμα που έχει μια λογική αν αναλογιστούμε την παράδοση και την κουλτούρα των φτηνών slasher movies, αλλά ποιο νοσηρό μυαλό του Χόλυγουντ αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το remake του αξεπέραστου αριστουργήματος Don’t Look Now (1973) ή ποιος παραγωγός πραγματικά πιστεύει ότι θα προσθέσει κάτι με το remake του An American Werewolf in London (1981);
Μια ματιά στις mainstream επερχόμενες Αμερικάνικες κυκλοφορίες, φανερώνουνπερισσότερες από 100 κυκλοφορίες στα επόμενα 3 χρόνια, που ανήκουν στις κατηγορίες remake, reboot, sequel και spin-off.

Υπάρχουν συνέχειες που θα περιμένουμε πάντα με ενδιαφέρον, όπως οι 5η περιπέτεια του Indiana Jones που ανακοινώθηκε για το καλοκαίρι του 2009, μερικά remake που πιθανότατα να είχε ενδιαφέρον μια νέα ανάγνωση στην ιστορία τους όπως το The Magnificent Seven, αλλά και μερικές παντελώς αψυχολόγητες επιλογές, όπως το remake του Ben Hur (!) το φετινό καλοκαίρι.

Ένα έξυπνο και πετυχημένο remake δεν πρέπει να λειτουργεί πράξη οικονομικής απελπισίας του studio αλλά σαν ένας τρόπος να «ξαναζήσουν» παλιότερες ταινίες που δεν είχαν άμεση εμπορική απήχηση αλλά απέκτησαν cult υστεροφημία. Σαν μια ωραία διασκευή ενός άγνωστου παλιού τραγουδιού που θα του δώσει «ζωή» και θα κάνει μέρος του κοινού να αναζητήσει το αυθεντικό…

Αντί μιας ανάλυσης στην επικαιρότητα και όσων θα έρθουν, ακολουθεί μια εξοντωτική λίστα από 40 σχεδόν ταινίες με τυχαία σειρά, που έχουν δει ελάχιστοι και που ένα καλό σημερινό remake από το Χόλυγουντ, όχι μόνο κακό δεν θα τους έκανε, αλλά μπορεί και να το χρειάζονται για να ξαναζήσουν. Καλά B-movies, κάμποσο sci-fi και αρκετός τρόμος μαζί με campy και trashy ταινίες που είτε λάτρεψε το υποψιασμένο κοινό, είτε χάθηκαν σε κινηματογράφους της συμφοράς και στα τελευταία ράφια με βιντεοκασέτες. Ας ελπίσουμε ότι κάποιοι διορατικοί executives στο Χόλυγουντ θα ψωνίσουν από αυτό το καλάθι.

Targets (1968)
Σκηνοθεσία Peter Bogdanovitch

Targets (1968).jpg

Ο Boris Karloff στον πιο ρεαλιστικό ρόλο της καριέρας του στο ντεμπούτο του Bogdanovitch. Στο επίκεντρο ένας ηθοποιός ταινιών τρόμου και ένας ελεύθερος σκοπευτής που σκορπάει το θάνατο στα drive-in. Κοφτερό σαν λεπίδι, σινεφίλ θρίλερ με σχόλιο για την πραγματική βία και την φρίκη επί της οθόνης.

Primer (2004)
Σκηνοθεσία Shane Carruth

Primer (2004).jpg

Το Inception κόστισε 160 εκατομμύρια δολάρια για να γίνει. Το Primer κόστισε γύρω στις 7 χιλιάδες (!) … και το συναγωνίζεται στα ίσια. Αυτό το no budget, σκεπτόμενο διαμάντι είναι ένα από τα καλύτερα sci-fi θρίλερ που έγιναν την τελευταία δεκαπενταετία και διαθέτει ένα από τα πιο πρωτότυπα και εγκεφαλικά σενάρια που έχουν γραφτεί. Τα ίχνη του πρωτοεμφανιζόμενου τότε σκηνοθέτη είναι σπάνια, πράγμα που δίνει μεγαλύτερη cult διάσταση στην ταινία. Ένα ακατέργαστος γρίφος που βροντοφωνάζει για remake.

Seconds (1966)
Σκηνοθεσία John  Frankenheimer

Seconds (1966).jpg

 

Ένας μεσήλικας ανακαλύπτει μια σκοτεινή εταιρεία που του δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσει το θάνατό του και να ξαναρχίσει τη ζωή του στο σώμα ενός νεότερου άνδρα. Μετά από χρονοβόρα προετοιμασία  θα μετατραπεί σε έναν άλλον. Όμως όταν θα ανακαλύψει ότι η ειδυλλιακή ζωή που του προσέφεραν δεν είναι αυτό που φαντάζονταν. Ο Rock Hudson σε ένα εξαιρετικής κλάσεως θρίλερ στην παράδοση του Twilight Zone, που υποτιμήθηκε εγκληματικά στην εποχή του.
Class of 1984 (1984)
Σκηνοθεσία Mark L. Lester

Class of 1984 (1984).jpg

 

Ακατάσχετη βία, ναρκωτικά, βιασμοί και gory σκηνικό επικρατεί στο αριστουργηματικό exploitation των 80’s που γνώρισε ένα φρικαλέο σίκουελ το 1990. Το πιο βίαιο σχολείο που έχουμε δει ποτέ, υπέροχοι «κακοί», ο Alice Cooper στο τραγούδι τίτλων. Ένα γερό update με το εκπαιδευτικό σύστημα του νέου αιώνα και έχουμε ένα διασκεδαστικό «b-movie waiting to happen».

They Live (1988)
Σκηνοθεσία John Carpenter

they live (1988).jpg

Οι εξωγήινοι ελέγχουν το μυαλό των ανθρώπων. Ο ήρωας Rowdy μπορεί να διακρίνει ποιος είναι γήινος και ποιος όχι μόνο μέσα από τα ειδικά μαύρα γυαλιά που φοράει. Κλασσικό b-movie που περιέχει μια αψυχολόγητη σκηνή διαρκείας που πλακώνονται οι δυο ήρωες για 20 ολόκληρα λεπτά! Αλλά πλακώνονται old school, σε στυλ WWF, ρίχνουν μπουνιές, κλωτσιές  πετάνε κάδους κτλ… Ο Kurt Russell εναντίον διαστημικών τεράτων, και πιο cool από ποτέ.

The Warriors (1979)
Σκηνοθεσία : Walter Hill

The Warriors (1979).jpg

 

Ίσως είναι ιερό τέρας για τους λάτρεις του cult, αλλά πρόκειται για μια από τις πιο trashy ταινίες που όμως είναι τόσο ατμοσφαιρική που δεν το σκέφτεσαι ούτε δευτερόλεπτο. Η γεωγραφική οριοθέτηση του αιματηρού πολέμου των συμμοριών στη Νέα Υόρκη κόβει την ανάσα και το ενδυματολογικό στυλ της καθεμιάς είναι σημείο αναφοράς ακόμη… Φανταχτεροί gangsters, kung-fu brothers και bad ass chicks στο καστ…

Killer Clowns from Outer Space (1988)
Σκηνοθεσία : Stephen Chiodo

Killer Clowns from Outer Space (1988).jpg

Με τον επεξηγηματικό τίτλο της (στην παράδοση του Ed Wood) αυτή η παραγνωρισμένη ταινία αφηγείται την εισβολή εξωγήινων που σκοτώνουν φιλήσυχους πολίτες για τον απλό λόγο του ότι κανείς δεν τους παίρνει στα σοβαρά. Ο λόγος είναι ότι έχουν την όψη Κλόουν. Ποιος δεν εμπιστεύεται άλλωστε ένα κλόουν…  Βέβαια κανείς δεν δείχνει απορημένος που στη μικρή πόλη καταφθάνουν συνέχεια ορδές από κλόουν από το πουθενά, ενώ δεν υπάρχει τσίρκο κοντά. Πίτες από ναπάλμ, φονικά ποπ κόρν και απειλητικά μπαλόνια.
The Stuff (1985)
Σκηνοθεσία Larry Cohen

The Stuff (1985).png

Ένα ελαφρώς παρανοημένο σχόλιο στην καταναλωτική κοινωνία οπού όλοι τρελαίνονται για ένα νέο προϊόν που λέγεται “The Stuff” και είναι πολύ νόστιμο. Υποτίθεται ότι μπορείς να φας απεριόριστες ποσότητες χωρίς να παχύνεις ποτέ. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πως πρόκειται για μια εξωγήινη ουσία άκρως εθιστική που μετατρέπει αυτόν που την τρώει σε ζόμπι. Πεντανόστιμο….!!!

Faster, Pussy-Cat! Kill! Kill! (1965)
Σκηνοθεσία : Russ Meyer

Faster, Pussy-Cat! Kill! Kill! (1965).jpg

“Honey, we don’t like nothing soft. Everything we touch is hard.” Η αποθέωση του πλούσιου μπούστου επί της οθόνης. Το στυλ του Russ Meyer μπορεί να μην αντικατασταθεί ποτέ αλλά αυτή η παλαβή ταινία με τις αξέχαστες στρίπερς και τις -ολίγον psycho- go-go dancers είναι πολύ μπροστά από την εποχή της. Ελπίζουμε πως ο Tarantino (λάτρης της ταινίας) θα επιχειρήσει το remake που θέλει χρόνια να κάνει.

Dead and Buried (1981)

Σκηνοθεσία Gary Sherman

Dead and Buried (1981).jpg

Ένας φωτογράφος συναντάει μια όμορφη κοπέλα στη παραλία, η οποία προσφέρεται να φωτογραφηθεί γυμνή. Ενώ το κάνει επιτίθεται από ένα μάτσο χωρικούς που τον καίνε ζωντανό. Ο σερίφης που εξερευνεί την υπόθεση παρατηρεί ότι με τον καιρό οι επιθέσεις πολλαπλασιάζονται. Όμως με ένα περίεργο τρόπο τα θύματα εμφανίζονται μέρες μετά να κυκλοφορούν μια χαρά στη πόλη…

The Wiz (1978)
Σκηνοθεσία : Sidney Lumet

The Wiz (1978).jpg

Πολλοί ήταν αντίθετοι στην ιδέα να γίνει η «μαύρη» εκδοχή του Μάγου του ΟΖ στη δεκαετία του  70 και πίστευαν πως η Diana Ross ήταν μεγάλη για να παίξει τη Dorothy. Η ταινία είναι υπέροχη και διαθέτει μια soulful ατμόσφαιρα συνδυασμένη με camp ομορφιά. Καιρός να γίνει μια νέα εκδοχή με τη Beyonce τον Kanye West και πολλούς ακόμη super star. Προσέξτε τον Michael Jackson στο ρόλο του συμπαθέστατου σκιάχτρου.

A Bucket of Blood (1959)
Σκηνοθεσία Roger Corman

A Bucket of Blood (1959).jpg

Ένας νεαρός με καλλιτεχνικές ανησυχίες νιώθει φθόνο για τους καλλιτέχνες που συναντάει. Για να καλύψει τα ίχνη της γάτας της σπιτονοικοκυράς του, την οποία σκότωσε άθελά του την καλύπτει με γύψο. Όλοι εκθειάζουν το «αντικείμενο», τον θεωρούν ταλαντούχο γλύπτη και θέλουν να δουν περισσότερα. Έλα όμως που δεν έχει ταλέντο και πρέπει να βρει παρόμοιους τρόπους για να παρουσιάσει «γλυπτά»! Η πρώτη ύλη για ένα σημερινό ανατριχιαστικό θρίλερ χωρίς την ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε νοοτροπία του Corman.

Heavy Metal (1981)

Σκηνοθεσία Gerald Potterton

Heavy Metal – (1981).jpg

Συρραφή από μικρές ψυχεδελικές ιστορίες πάνω στη μάχη του καλού και του κακού. Το πιο τρελό animation που έγινε ποτέ με αδιανόητη ατμόσφαιρα για την εποχή του. Με τα σημερινά μέσα του IMAX και του 3D, με μια ομάδα από καλούς σκηνοθέτες και μια νέα updated εκδοχή των φανταστικών ιστοριών, το Heavy Metal  θα έκανε το Sin City να μοιάζει με βιντεοταινία. Ο David Fincher έχει προσπαθήσει κατά καιρούς να κάνει το remake.

Re-Animator (1985)
Σκηνοθεσία Stuart Gordon

Re-Animator (1985).jpg

Εφιαλτικό θρίλερ της δεκαετίας του 80 με ιατρικά πειράματα από έναν αξέχαστο τρελό επιστήμονα που ακόμη και σήμερα είναι τρομακτικά. Υποτιμημένο θρίλερ που σκονίζονταν στα ράφια των video club του κόσμου, γνώρισε μερικά μέτρια σίκουελ και επιβάλλεται να το εφεύρουν από την αρχή για βάλουν μια τάξη στη γενιά που τρομάζει με τη γελοιότητα των Saw και των found footage ταινιών.
Barbarella (1968)
Σκηνοθεσία Roger Vadim

Barbarella (1968).jpg

Η μάχη μιας υπερσεξουαλικής γκόμενας με το «κακό» του Durand-Durand. Το απόλυτο πάντρεμα του camp και του sci-fi. Η Jane Fonda (σε ένα ρόλο που θα πήγαινε γάντι στην Scarlett Johansson σήμερα) σε ένα πανηγύρι φτηνής φαντασίας, πολύχρωμων πολέμων, τριπαρισμένων σκηνών δράσης και ασυνήθιστων τεράτων. Ο ορισμός του guilty pleasure.

Eating Raoul  (1980)

Σκηνοθεσία Paul Bartel

Eating Raoul (1980).jpg

Αριστούργημα από την κόλαση που δυστυχώς κανείς δεν έχει δει. Το αναρχικό πνεύμα του Paul Bartel μετά από 30 χρόνια μπορεί να αναβιώσει. Διαθέτει διεστραμμένη φαντασία με σεξ και φόνους, με ένα ζευγάρι που στην προσπάθειά του να ανοίξει ένα ρεστοράν διαπράττει μια σειρά από εγκλήματα. Σκοτεινό και μακάβρια αστείο. Αναρωτιέμαι αν μια τόσο αμοραλιστική ιστορία θα έβρισκε απήχηση σε μια νέο-συντηρητική γενιά από moviegoers.
Heathers (1989)
Σκηνοθεσία Michael Lehmann

Heathers (1989).jpg

Ταινία σταθμός για τη νεανική κουλτούρα των σχολείων και το κυνήγι του popularity. Οι Christian Slater και Winona Ryder στου πρώτους σχεδόν ρόλους τους σε αυτό το Indie νεορομαντικό θρίλερ με θέμα την εφηβική ψυχολογία. Όλο και μειώνονται οι ταινίες με κεντρική ιδέα το «high school sucks» και η νέα γενιά έχει ανάγκη από μια νέα Veronica. Το είδος «anti-teen movie» το έχει συνθλίψει ο συντηρήσιμος των multiplex. Τέτοιους ρόλους θα έπρεπε να παίζει σήμερα η Kristen Steward.

Silent Running (1972)
Σκηνοθεσία Douglas Trumbull

Silent Running (1972).png

Η βασική επιρροή πίσω από το WALL-E, ακόμα και πίσω από το Avatar.  Όσοι το έχουν δει καταλαβαίνουν. Ο σκηνοθέτης (σχεδιαστής πολλών από τα εφέ του 2001: A Space Odyssey) δημιούργησε μια μεγαλεπήβολη οικολογική ιστορία φαντασίας με ρομπότ, φουτουριστικά σκηνικά και μοναχικούς αστροναύτες με ηθικά διλλήματα. Όμως τα ξεπερασμένα ειδικά εφέ και τα παλιομοδίτικα (;) ρομπότ αδικούν μια από τις πιο όμορφες ταινίες του είδους.

Attack of the 50 Ft. Woman (1958)
Σκηνοθεσία Nathan Juran

Attack of the 50 Ft. Woman.png

Δεν μπορείς παρά να αγαπήσεις μια ταινία που η αλκοολική και ζηλιάρα σύζυγος εκτίθεται σε ραδιενέργεια και γίνεται «50 feet tall»! Θα εκδικηθεί έτσι τον άπιστο άντρα της και την ερωμένη του. Τα εφέ της ασπρόμαυρης ταινίας του 1958 δεν βλέπονται πια και θα είχε πολύ ενδιαφέρον μια τόσο πρωτότυπη ιστορία εκδίκησης σήμερα. Έχει γίνει ένα ριμέικ στα 90’s με τη Daryl Hannah αλλά είναι μάλλον δυσέυρεστο.

The Hidden (1987)

Σκηνοθεσία Jack Sholder

The Hidden (1987).jpg

 

Το Hidden θα μπορούσε να ήταν μια από τις δημοφιλέστερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας αλλά έμεινε… hidden. Ένας ψυχοπαθής εξωγήινος εισβάλει σε σώματα ανθρώπων και σπέρνει τον πανικό και το θάνατο. Τα ξεπερασμένα ειδικά εφέ δεν θα το αφήσουν ποτέ να έχει μια δεύτερη ευκαιρία να γίνει η απάντηση στο Terminator. Ταινία με μικρό αλλά φανατικό κοινό που ακόμη απαιτεί δικαιοσύνη.

The Lost Boys (1987)
Σκηνοθεσία Joel Schumacher

The Lost Boys (1987).jpg

Στην εποχή του παροξυσμού των βαμπίρ, το Lost Boys μπορεί να γεννηθεί ξανά από τις στάχτες του. Από τις πρώτες ταινίες που έπαιξαν με το μύθο των βρικολάκων και την εφηβική αδρεναλίνη. Σκοτεινό και ρομαντικά αιματηρό. Ένα καλό remake πιθανότατα να έσπαγε τα ταμεία σήμερα.
Basket Case (1985)
Σκηνοθεσία Frank Henelotter

Basket Case (1985).png

 

Μια απόλυτα αρρωστημένη low-budget κωμωδία με δυο σιαμαίους δίδυμους. Μόνο που ο ένας είναι κανονικός και ο άλλος είναι ένα γλοιώδες ανατριχιαστικό πράγμα που ζει σε ένα κουτί που ο άλλος κουβαλάει μαζί του. Οι δυο τους κυνηγούν να εκδικηθούν τους γιατρούς που τους χώρισαν. Υψηλής ποιότητας χαμηλή αισθητική της grindhouse γενιάς ταινιών που χρειάζεται φρεσκάρισμα.

Ginger Snaps (2000)
Σκηνοθεσία John Fawcett

Ginger Snaps (2000).jpg

Δυο αδελφές πλησιάζουν τη δύσκολη εφηβεία και έχουν σκεφτεί να αυτοκτονήσουν μαζί. Όταν η μια δαγκώνεται από ένα λυκάνθρωπο αλλάζει συμπεριφορά και απομακρύνεται από την αδερφή της. Ταυτόχρονα αφυπνίζεται σεξουαλικά και αναπτύσσει σκοτεινές εμμονές. Σύγχρονο horror flick που στη μετά-Twilight εποχή μπορεί να βρει το κοινό της.

Two-Lane Blacktop  (1971)
Σκηνοθεσία Monte Hellman

Two-Lane Blacktop (1971).jpg

Δεν έχουν εμφανιστεί ποτέ ξανά στο σινεμά οι μουσικοί James Taylor και Dennis Wilson που στην ταινία του Hellman κάνουν ένα road trip στους αυτοκινητόδρομους της Αμερικής. Στον απόηχο του Easy Rider και του Five Easy Pieces, το Two-Lane Blacktop δεν έφτασε ποτέ τη φήμη των άλλων ταινιών της εποχής και για δεκαετίες ήταν εξαφανισμένο. Μια νέα «βελτιωμένη και επαυξημένη» εκδοχή της ταινίας θα ήταν πολύ επίκαιρη στη νέα δεκαετία.

2.000 Maniacs! (1964)
Σκηνοθεσία Herschell Gordon Lewis

2.000 Maniacs! (1964).png

Έξι άνθρωποι είναι καλεσμένοι να λάβουν μέρος σε μια γιορτή μιας Αμερικάνικης πολιτείας του Νότου που οργανώνουν οι ντόπιοι. Όμως πρόκειται για εκδίκηση για τον εμφύλιο πόλεμο και ο σκοπός είναι να τους σκοτώσουν έναν-έναν! Ταινία εκδίκησης με ήρωες που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την εφιαλτική μικρή πόλη.

 

Myra Breckenridge (1970)

Σκηνοθεσία Michael Sarne

Myra Breckenridge (1970).jpg

H Myron θα κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλλου και θα πάει στο Χόλυγουντ όπου θα συστήνεται ως Myra.Εκεί θα βρει το alter ego της, θα διεκδικήσει την περιουσία του πλούσιου θείου της, θα συναντήσει αλλόκοτους χαρακτήρες και θα μπλέξει με τη νυμφομανή φίλη του θείου της που είναι manager. Μέσα στο χάος και την παραφροσύνη η χυμώδης Raquel Welch παίζει ανέμελα το ρόλο της και είναι μέσα στη καλή χαρά!

Surf Nazis Must Die (1987)
Σκηνοθεσία Peter George

Surf Nazis Must Die (1987).JPG

Ο τίτλος της ταινίας θα μπορούσε να είναι τραγούδι των Dead Kennedys. O εγγονός μιας σκληροτράχηλης γιαγιάς δολοφονείται από νέο-ναζί surf punks! Η αιματοβαμμένη εκδίκηση που θα ακολουθήσει είναι για γέλια σε αυτό το trashy D-movie αλλά με λίγη φροντίδα μπορεί να γίνει μια σούπερ κωμωδία τρόμου.

Long Weekend (1978)

Σκηνοθεσία  Colin Eggleston

Long Weekend (1978).jpg

Παραγνωρισμένο αριστούργημα που δεν είδε κανείς για πολλά χρόνια. Ένα ζευγάρι ξεφέυγει για ένα Σαββατοκύριακο στη φύση και η αδιευκρίνιστη απειλή έρχεται από παντού. Ο κίνδυνος παραμονεύει σε ήχους και στη σιωπή της φύσης. Κρύβεται κάτι στο δάσος; Υπόδειγμα αριστοτεχνικού τρόμου.
The Changeling (1980)
Σκηνοθεσία Peter Medak

The Changeling (1980).jpg

Ο George C Scott στο ρόλο ενός μουσικού που μετά το χαμό της γυναίκας του και της κόρης του σε ατύχημα μετακομίζει σε μια μεγάλη έπαυλη. Κάτι φαίνεται να υπάρχει όμως στο σπίτι… Αγαπημένο θρίλερ του Μάρτιν Σκορσέζε που αξίζει ένα σοβαρό ριμέικ.

 

Night Moves (1975)

Σκηνοθεσία Arthur Penn

Night Moves (1975).jpg

 

Ο ιδιωτικός ντεντέκτιβ Harry Moseby αναλαμβάνει να εξερευνήσει την υπόθεση μιας χαμένης ηθοποιού. Η λύση του μυστηρίου θα ξεδιπλωθεί στην παράδοση του Black Dahlia σε ένα σπουδαίο θρίλερ με άριστο σασπένς. Λιγότερο γνωστή ταινία του Penn με τον Gene Hackman σε μεγάλη φόρμα.

 

Reckless (1984)
Σκηνοθεσία James Foley

Reckless (1984).jpg

Απίστευτα κλισέ ερωτικό  μελόδραμα που δεν είχε την απήχηση του Ghost ή του To Gun. Ο φτωχός πλην τίμιος αθλητής, η πλούσια και με ευαίσθητη καρδιά μαζορέτα και ο κρετίνος γκόμενός της εμπόδιο. Ένας παράνομος νεανικός έρωτας που με σωστό casting και ένα δυνατό soundtrack θα έσπαγε ταμεία… Εν δυνάμει χρυσορυχείο αυτό το remake.
The Devil’s Nightmare (1971)
Σκηνοθεσία Jean Brismée

The Devil’s Nightmare (1971).jpg

Μια νύχτα σε ένα σκοτεινό κάστρο του Βελγίου, όπου 7 ταξιδιώτες μετά από ένα ατύχημα θα αναγκαστούν να περάσουν τη νύχτα και θα σαγηνευτούν από την sexy Erika Blanc. Εκεί θα δουν το διάβολο αυτοπροσώπως. Ταινία για τα drive-in αλλά που λειτουργεί άψογα.

Miracle Mile (1986)

Σκηνοθεσία Steve De Jarnatt

Miracle Mile (1986).jpg

Ένας μουσικός γνωρίζει  μια σερβιτόρα και αμέσως γοητεύεται από αυτήν. Λίγο πριν το πρώτο του ραντεβού λαμβάνει ένα τηλεφώνημα που του λέει πως σύντομα θα ξεσπάσει πυρηνικός πόλεμος. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αν ήταν αληθινό τηλεφώνημα ή φάρσα αντιλαμβάνεται το σταδιακό ξέσπασμα του πανικού γύρω του, ενώ ψάχνει τον υποσχόμενο έρωτά του. Το σενάριο της μικρής ανεξάρτητης ταινίας είναι προορισμένο για μεγάλο blockbuster.
Hush…Hush, Sweet Charlotte (1964)
Σκηνοθεσία Robert Aldrich

Hush…Hush, Sweet Charlotte (1964).jpg

 

Και μόνο που βλέπεις τη Bette Davis να παίζει σαν υστερική και να τρελαίνεται σε κάθε σκηνή και περισσότερο είναι απόλαυση. Υστερικό μελόδραμα και camp όσο δεν πάει και βίαιο για την εποχή του είναι αυτή η ταινία που ήταν πολύ πιο μπροστά από το “What Ever Happened to Baby Jane?”. Ρόλος-ευκαιρία για κάθε γυναίκα ηθοποιό που έχει περάσει τα 50 και έχει αποθέματα τόλμης μέσα της.

Ladyhawk (1984)
Σκηνοθεσία Richard Donner

Ladyhawk (1984).jpg

 

Ας ξεχάσουμε το βαρετό Rutger Hauer, τη γελοία μουσική των Alan Parsons Project (ο Jerry Goldsmith θα ήταν απασχολημένος τότε) και την κιτς ατμόσφαιρα. Αυτό το ρομαντικό έπος με σπαθιά και μάγους είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Μεσαιωνική φαντασία με ιππότες και κατάρες που σήμερα θα έσπαγε ταμεία. Δυστυχώς, ο Ridley Scott πριν μια δεκαετία είχε την «έμπνευση» να ασχοληθεί με τον Ρομπέν των Δασών και όχι με αυτό τον μύθο.

Straight Time (1978)
Σκηνοθεσία Ulu Grosbard

Straight Time (1978).jpg

Ίσως να πρόκειται για την πιο υποτιμημένη ταινία του Αμερικάνικου κινηματογράφου της δεκαετίας του 70.  Το Straight Time θα έπρεπε να είχε την φήμη του Dog Day Afternoon ή του Bonnie & Clyde. Γνώρισε εισπρακτική αποτυχία και έμεινε για χρόνια άφαντο. Ο Dustin Hoffman στο ρόλο του παθιασμένου με τις ληστείες εγκληματία  που το σύστημα οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Μεγάλη ταινία που αξίζει να αναστηθεί με μια νέα απόπειρα.  Ο ρόλος που ο Edward Norton γεννήθηκε να παίξει.

The Toxic Avenger (1984)
Σκηνοθεσία Michael Herz & Lloyd Kaufman

The Toxic Avenger (1984).jpg

Ο Melvin είναι ένας outsider της μικρής πόλης που ζει. Όταν όμως πέσει σε βαρέλια με τοξικά απόβλητα, θα μετατραπεί σε…. κάτι σαν αποκρουστικό super hero. Ίσως αυτό το obscure και κακόγουστο, no brainer movie να μην είναι για όλα τα γούστα. Όμως ανήκει στη μεγάλη παράδοση των φτηνών θρίλερ των 50’s και είναι ο ορισμός των απόλυτα cult ταινιών που… είναι τόσο κακές που τελικά είναι υπέροχες!

Από το Movieworld

Never-changing stories (#6)

Posted in Never-changing stories on March 9, 2016 by InfluencesOnly

0011

Σκόρπιες μνήμες, φαντάσματα σε νάρκη και ψηφιακά κατάλοιπα.

Κοιτάζω πίσω απ’ το χοντρό γυαλί που μας χωρίζει.

Φοράω ένα άβολο κολάρο που με ματώνει στις σιδερένιες άκρες.

Πιο πίσω, καραδοκεί μια υπόσχεση, σαν λιβάδι απάτητο.

Το παρατηρώ, είναι ανάγλυφο κι ακαλλιέργητο.

Με διάκοσμο πιο αγνό κι από ένα κατάλευκο, δαντελένιο σατέν.

Ντύνομαι βαριά για να κρύψω κάτι μώλωπες που με ντροπιάζουν.

Στο τέλος του δρόμου, με περιμένει μια καρτ ποστάλ.

Από αυτές που προορίζνονται για ευτυχισμένους τουρίστες.

Έχω δανεικές αναμνήσεις από κινούμενες εικόνες και μελωδίες.

Μέσα σ’ αυτές, κάποιοι μου λένε ότι αξίζει να την αγοράσω.

Δεν ξέρω τι ψιθυρίζουν μεταξύ τους και γιατί κρυφογελάνε μετά.

Νομίζω ότι πρώτη φορά διασχίζω αυτή τη γειτονιά.

Album Of The Week #48

Posted in Music on March 4, 2016 by InfluencesOnly

Rihanna

Anti


Πέρασε καιρός από τότε που το εργασιομανές κορίτσι της pop μας απασχόλησε δισκογραφικά. Το κενό κάλυπτε η μακροημέρευση των επιτυχιών της, που παραμένουν γευστικές τσίχλες στο στόμα εκατομμυρίων και η ερωτική χίμαιρα που συνοδεύει το brand του ονόματός της. Η επιστροφή της Rihanna, τρία χρόνια μετά το Unapologetic (2012) καθυστέρησε πολύ, αφενός εξαιτίας προβλημάτων στην παραγωγή του δίσκου και αφετέρου εξαιτίας κακής συνεννόησης σε θέματα προώθησης, από την αμφιβόλου ποιότητος, υπηρεσία streaming TIDAL του Jay Z.

Στο album Anti, δεν θα βρεθεί ένα hit όπως το “Diamonds” ή το “Love the Way You Lie”, αλλά η Rihanna δεν ξεχνάει τον ρόλο της καλής hitmaker, με το “Work” που συνεργάζεται/χαριεντίζεται με τον Drake. Ωστόσο η 28χρονη δεν καίγεται να περιχαρακώσει την εικόνα της σαν τραγουδοποιός μεγάλων επιτυχιών. Αντιθέτως, βασίζεται στα ποικιλόμορφα vibes αντί για τα εκκολαπτόμενα singles, τα οποία θα στρογγυλοκάθονταν στον θρόνο των charts. Τολμάει λοιπόν να εκφραστεί στο τερέν της ψυχεδελικής soul, με ένα μπουκέτο από «υγρά» τραγούδια – άλλα ανθισμένα, άλλα όχι.

Το Anti είναι εκσυγχρονισμένο και ξεπερνάει την ρουτίνα της disco pop. Ανάμεσα σε λυγερές μελωδίες, η Rihanna ικανοποιεί την ερωτική ευδαιμονία των ακροατών (κάθε φύλου). Παριστάνει τη βασίλισσα του πάρτι που χαριεντίζεται απρόθυμα με καλογυμνασμένα αρσενικά, όντας ελαφρώς μαστουρωμένη, ελαφρώς ντυμένη και με το ένα μάτι στη τελευταία σεξουαλική πόζα που πόνταρε για δημοσιότητα στο Instagram.

Η Rihanna παρουσιάζει εδώ με πολλά πρόσωπα: σαν χειραφετημένη diva, σαν ψωλογητεύτρα της γειτονιάς, σαν κορίτσι γεννημένο για υποσχόμενα gala, σαν soul ερμηνεύτρια, σαν χυμώδες fashion icon και σαν αέρινη τσούλα με attitude. Καλά όλα τα παραπάνω, αλλά δεν θα σήμαιναν τίποτα αν δεν κατευθύνονταν από το προφίλ της «ανανεωτικής soul».

Από το πλούσιο σε ελέη “Desperado“, την ηλεκτρονική pop του “Needed Me“, την ύπουλα ερωτική ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Weeknd στο “Woo” και το synth-rock  στο “Kiss It Better “, ο δίσκος περιέχει ιδέες λαμπρές, που υπερβαίνουν τις συμβάσεις της κονσόλας. Εκεί όμως που η Rihanna διαφοροποιείται, είναι ότι μπορεί να πει μια μπαλάντα όπως το άψογο Love On The Brain, ανακατεύοντας το ύφος του Sam Cooke και της Alicia Keys με doo-wop πινελιές και αμέσως μετά να μεταπηδήσει σε ένα κομμάτι των Tame Impala όπως το “Same Ol’ Mistakes“.

Μπορεί τελικά η Rihanna να μην έχει μάθει ακόμα να εννοεί όσα τραγουδάει (μικρή είναι ακόμη παρά τα 8 album που έχει κυκλοφορήσει) αλλά τουλάχιστον προσφέρει υγρή, ολονύκτια disco pop, για διαφυλετικά λικνίσματα, σε σοκολατένιο περιτύλιγμα.

Από το Avopolis

Ένα πλάνο αρκεί

Posted in Cinema on March 4, 2016 by InfluencesOnly

Η κάμερα μπορεί να αφηγηθεί ολόκληρες ιστορίες με ένα cut και μπορεί σε ένα πλάνο να εσωκλείσει κόσμους ολόκληρους. Πιο πρόσφατο παράδειγμα, αυτό του Βερολινέζικου θρίλερ, Victoria. Η ταινία του Σεμπάστιαν Σίπερ είναι ένα μονοπλάνο 138 λεπτών. Ενώ τίποτα πρωτότυπο δεν συμβαίνει σεναριακά, η ιστορία αφορά μια νεαρή και ολίγον αφελή Ισπανίδα που γνωρίζει σε ένα μπαρ μια παρέα τεσσάρων Γερμανών, οι οποίοι θα την παρασύρουν σε μια παράνομη ιστορία ληστείας. Οι λεπτομέρειες στο στήσιμο, η χορογραφία των ηθοποιών και ο συντονισμός κίνησης είναι που κάνουν αυτό το μονοπλάνο, όπως και τις μεγάλες λήψεις με steadycam, να μένουν στην ιστορία του σινεμά και να προκαλούν ειδικό δέος στους φετιχιστές του κινηματογραφικού κάδρου.

Μεγάλης διάρκειας traveling χρησιμοποιούν κατά κόρον κλασικοί auteur όπως ο Ταρκόφσκι, ο Αντονιόνι και ο Μπέλα Ταρ. Όμως τα παραπάνω είναι αισθητικές επιλογές που διαπερνά όλο το έργο των δημιουργών. Ανάλογη τεχνική χρησιμοποιούν πολλοί σκηνοθέτες όπως ο Γκάσπαρ Νόε στα μισανθρωπικά μανιφέστα του, ο Τζον Γου στα άγρια πιστολίδια με μαυροφορεμένους άντρες ή ο Γκας Βαν Σαντ σε σκηνές «βάδην» πίσω απ’ την πλάτη του ηθοποιού. Ανεπανάληπτη ήταν η χρήση του μονοπλάνου από τον Στάνλει Κιούμπρικ στις αξέχαστες διαδρομές πίσω από τις ρόδες του ποδηλάτου, στους στοιχειωμένους διαδρόμους του ξενοδοχείου της Λάμψης.

Το Victoria που προβάλλεται αυτή τη βδομάδα στους κινηματογράφους δεν είναι η πρώτη ταινία που αποτελείται από ένα συνεχές πλάνο, χωρίς cut. Στο παρελθόν, τη συγκεκριμένη ψευδαίσθηση είχε στήσει αριστοτεχνικά ο Άλφρεντ Χίτσκοκ στον θρίλερ δωματίου Η Θηλιά (1955). Ο Αλεξάντερ Σοκούροφ επανέλαβε το εγχείρημα με τη Ρωσική Κιβωτό (2002) και πιο πρόσφατα ο Αλεχάντρο Ινιαρίτου με το Birdman (2014).

Παρακάτω ακολουθούν δυο μικρές λίστες. Μια με τα καλύτερα πλάνα που ξεκίνησαν μια ταινία και μια με τα καλύτερα πλάνα μακράς διαρκείας που βρίσκονται μέσα σε ταινία και που απαιτούν ακροβατικά του οπερατέρ και τεχνική ευρηματικότητα στην καλλιτεχνική διεύθυνση.

 

Τα καλύτερα εναρκτήρια πλάνα

 

1) Touch of Evil (1958)

Του Orson Welles

Το εναρκτήριο πλάνο του θρίλερ Touch Of Evil αποτέλεσε αρχέτυπο για αμέτρητους μεταγενέστερους σκηνοθέτες. Από την τοποθέτηση του εκρηκτικού μηχανισμού στο αυτοκίνητο μέχρι την τελική έκρηξη, παρακολουθούμε μια «χειροποίητη» αριστοτεχνική λήψη που πυροδοτεί μια αντίστροφη μέτρηση στο μυαλό του θεατή. Το studio παραγωγής αμήχανο με το αισθητικό αποτέλεσμα, έβαλε τους τίτλους αρχής να πέφτουν πάνω στη σκηνή αποδυναμώνοντας την. Αυτή είναι η αυθεντική εκδοχή.

 

2) Boogie Nights (1997)

Του Paul Thomas Anderson

Το έπος του κατά κόσμον PTA πάνω στην άνοδο και τη πτώση ενός porn star, ήταν γεμάτο δανεικά και αγύριστα πλάνα από το σινεμά του «δάσκαλου» Σκορσέζε. Όμως το τρίλεπτο πλάνο του Boogie Nights μας βουτάει στη glam ατμόσφαιρα των τελών της δεκαετίας του 70. Η κάμερα λικνίζεται και μας αποκαλύπτει έναν ηδονιστικό τρόπο ζωής, το μόνιμο hangover των ηρώων και την αστραφτερή υπερβολή της disco.

 

3) The Player (1992)

Του Robert Altman

Tο εναρκτήριο 8λεπτο πλάνο της δηλητηριώδους σάτιρας του Άλτμαν θέλει να μας βάλει στον κόσμο του Χόλυγουντ. Ένα συνηθισμένο ηλιόλουστο πρωινό που όλα φαίνονται να είναι καλά και όλοι είναι απορροφημένοι στον μικρόκοσμό τους. Από το γενικό θα καταλήξουμε στο μερικό και όλο το ματαιόδοξο οικοδόμημα βιομηχανίας θα απειληθεί από ένα απειλητικό ανώνυμο σημείωμα. Έρχονται κρεμάλες…

 

4) Bonfire of Vanities (1990)

Του Brian De Palma

Ο απόλυτος χειριστής των μεγάλης διάρκειας πλάνων με steadycam είναι ο Ντε Πάλμα. Οι ταινίες του περιέχουν μερικές από τις πιο περίτεχνες λήψεις. Το ξεκίνημα του Snake Eyes ήταν ένα 20λεπτο (!) μονοπλάνο – από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που έχουμε δει σε μοντέρνο b-movie. Εδώ έχω βάλει το πιο λογικό σε διάρκεια αλλά πολύ εντυπωσιακό ξεκίνημα του Bonfire Of Vanities. Να ήταν και η υπόλοιπη ταινία το ίδιο ενδιαφέρουσα…

 

Τα καλύτερα μονοπλάνα μέσα σε ταινία

 

1) Goodfellas (1990)

Του Martin Scorsese

Το μονοπλάνο του Μάρτιν Σκορσέζε στο αριστούργημα Goodfellas πρέπει να διδάσκεται σε σχολές σκηνοθεσίας. Ο ήρωας Henry Hill μπαίνει στο θρυλικό club Copacabana από την πίσω πόρτα. Συμπεριφέρεται σαν να του ανήκει το μέρος, τον χαιρετούν όλοι και σαγηνεύει τη γυναίκα που συνοδεύει. Η κάμερα είναι μεθυσμένη από τη παραζάλη της χλιδής και ελίσσεται μέσα από διαδρόμους για να καταλήξει στο πρώτο τραπέζι. Απολαμβάνουμε μονορούφι το μεθυστικό παιχνίδι γοητείας και επίδειξης κοινωνικού status. Μέσα σε δυο λεπτά είμαστε συμμέτοχοι στον κόσμο βίας που απολαμβάνει τα προνόμια της νύχτας. Μεγαλείο.

2) Sono Y Cuba (1964)

Του Mikhail Kalatozof

Το κρυφό διαμάντι της δεκαετίας του 60 με τίτλο I Am Cuba είναι μια από τις σπουδαιότερες κινηματογραφικές δημιουργίες όλων των εποχών. Ξεχασμένο στα αζήτητα για δεκαετίες, το κρυφό διαμάντι του Ρώσου κινηματογραφιστή Mikhail Kalatozof κατηγορήθηκε σαν ταινία προπαγάνδας αλλά περιέχει μερικές από τις πιο εκθαμβωτικές σεκάνς που είδαμε ποτέ στο σινεμά. Το συγκεκριμένο μονοπλάνο είναι ικανό να προκαλέσει ναυτία ακόμα και στους πιο έμπειρους οπερατέρ. Η κάμερα αψηφά τη βαρύτητα και τους φυσικούς νόμους κανονικά.

3) Children Of Men (2006)

Του Alfonso Cuarón

Το δυστοπικό όραμα του Κουαρόν είναι αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο και περιέχει δύσκολες και σύνθετες σκηνές σε μια μετά-αποκαλυπτική εποχή που δεν γεννιούνται πια άνθρωποι. H συγκεκριμένη “πολεμική” σκηνή, με τη χρονική της ακρίβεια και τη λεπτομέρεια στην καλλιτεχνική της διεύθυνση σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα.

4) Atonement (2007)

Του Joe Wright

Μπορεί το πικρό ερωτικό δράμα του στυλίστα σκηνοθέτη να βασίζονταν σε μια στιβαρή ερωτική ιστορία αλλά πάτησε λίγες περισσότερες νάρκες ακαδημαϊσμού απ’ όσες θα έπρεπε για να μείνει κλασικό. Όμως η συγκεκριμένη σκηνή διαρκείας που κατέγραψε το πολεμικό μέτωπο είναι ισάξια ενός Ντέιβιντ Λιν.

Από το Movieworld

Οι μουσικές ταινίες του Martin Scorsese: Από το Woodstock στο Vinyl

Posted in Cinema on March 2, 2016 by InfluencesOnly

vinyl4.jpg

O Martin Scorsese, μοντάρει τα πάθη, τις εξάρσεις βίας, τις μικρότητες, τις προδοσίες και τα ακραία συναισθηματικά breakdowns ενός μικρόκοσμου που μπλέκεται γύρω από την American Century Records, ένα label που είναι έτοιμο να ξεπουληθεί σε Γερμανούς επενδυτές οι οποίοι γυρεύουν να πιάσουν την καλή στην «κουλτούρα των νέων».

Ο 73χρονος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης γνωρίζει σε βάθος τη μουσική ιστορία και ανήκει σε μια γενιά που ανδρώθηκε με την έκρηξη του rock, έζησε τη Βρετανική εισβολή, γνώρισε σε βάθος το πατροπαράδοτο blues, γοητεύτηκε από τη μαύρη μουσική και παρακολούθησε από κοντά τη σκυτάλη στα μουσικά ρεύματα. Η ενασχόληση του Scorsese με τη σκηνοθεσία της σειράς Vinyl και η συνεργασία του με τον Mick Jagger στην παραγωγή, κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν, καθώς πέρα από μακροχρόνιο σχέδιο ζωής, το Vinyl ολοκληρώνει μια βαθιά σχέση του σινεμά του Marty με την ιστορία της αμερικάνικης μουσικής.

Η καριέρα του Scorsese ξεκίνησε επαγγελματικά όταν ανέλαβε να οργανώσει το θηριώδες, πολύωρο μοντάζ της ταινίας Woodstock, που προβλήθηκε το 1970. Οι πιο αξιομνημόνευτες σεκάνς σε αυτό το ντοκιμαντέρ είναι προϊόν δικής του δουλειάς στο studio, και έτσι άνοιξαν οι πόρτες για τη μεγάλη καριέρα του με τουςΚακόφημους Δρόμους το 1973. Στην γκανγκστερική ταινία «γειτονιάς» που αποτέλεσε πρότυπο για εκατοντάδες μεταγενέστερες ταινίες του είδους. Με έναsoundtrack που ξεχείλιζε από την οργιαστική pop του Phil Spector, στην πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, ο Robert De Niro μπαίνει σε ένα μπαρ με τους ήχους του “Jumping Jack Flash” των Stones. Ήταν η αρχή μιας πνευματικής συνεργασίας με τους Stones που θα κορυφωθεί 25 χρόνια αργότερα με το ντοκιμαντέρ, Shine A Light και θα περάσει στο φετινό Vinyl.

Στο σινεμά του Σκορσέζε τα τραγούδια έχουν το ρόλο σχολίου στη δράση και είναι οργανικά μέρη του σεναρίου. Το μοντάζ και η αφήγηση στις ταινίες του, πατούσαν πάνω στους ρυθμούς της μουσικής, πολύ πριν το video clip γίνει ιδέα.

scorsese_TheBigShave.jpg

Η πρώτη σπουδαστική δουλειά του Scorsese ήταν το εξάλεπτο μικρού μήκους φιλμ με τίτλο The Big Shave (1967), όπου ένας άνδρας ξυρίζεται μπροστά τον καθρέφτη του υπό τους ήχους του “I Can’t Get Started” του Bunny Berigan, μέχρι που το πρόσωπό του αρχίζει και αιμορραγεί ακατάπαυστα. Από εκείνο το πρωτόλειο φιλμ μέχρι τη σκηνή που ο ήρωας του Vinyl αναθεωρεί όλη τη ζωή του και αναγεννιέται από την πτώση του υπό τους ήχους των New York Dolls μεσολαβεί ένα σινεμά που συνήθως βαδίζει χέρι με χέρι με τη ροκ μυθολογία.

Η σχέση του Martin Scorsese με τη μουσική μέσω των ταινιών του, απογειώθηκε με το μνημειώδους σημασίας φιλμ The Last Waltz, το οποίο στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον ατυχέστατο τίτλο: «Ραντεβού με τ’ αστέρια της Ποπ». Το Last Waltz κατέγραψε την συναυλία που έδωσε το συγκρότημα The Band με σκοπό να είναι η τελευταία της καριέρας του, ανήμερα των Ευχαριστιών στο Σαν Φρανσίσκο.

scorsese_TheLastWaltz.jpg

Ο frontman Robbie Robertson και η μπάντα πλαισιώθηκαν από φίλους, συνοδοιπόρους και ανθρώπους που τους επηρέασαν, σε ένα κονσέρτο που σχεδόν άθελά του έμελλε να αποτελέσει έναν επικήδειο του rock. Τη σκηνή με τους Band μοιράζονται ο Eric Clapton, ο Neil Diamond, ο Bob Dylan, ο Neil Young, ο Ringo Starr, ο Dr. John, o Van Morrison, ο Ronnie Wood των Stones και οι θρυλικές φωνές των Staple Singers. Το μοντάζ πατινάρει ανάμεσα σε ανορθόδοξες συνεντεύξεις, σε εξαιρετικές γωνίες λήψης των μουσικών και εστιάζει στη σκηνή και στην οργανική χημεία της rhythm section, σε μια αξεπέραστη κινηματογράφηση για ροκ ντοκουμέντο. Η συγκλονιστική ερμηνεία του “The Weight” που κλείνει τη συναυλία αποτελεί έναν επίλογο της χρυσής εποχής του Rock n‘ Roll που βαπτίστηκε αυθόρμητα στις λάσπες της αγάπης και της αρμονίας στο Woodstock και ενηλικιώθηκε βίαια με το αιματοβαμμένο τέλος της εποχής της αθωότητας, με το φόνο στη συναυλία στο Altamond. Η συναυλία των Band πραγματοποιήθηκε το 1976 αλλά η ταινία του Scorsese προβλήθηκε δυο χρόνια αργότερα και θεωρείται το καλύτερο μουσικό ντοκιμαντέρ όλων των εποχών.

Ο Robbie Robertson των Band, ήταν φίλος του Scorsese (κάποτε έμεναν και στο ίδιο διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη) και για τα επόμενα χρόνια θα επιμελούνταν σχεδόν όλα τα soundtrack των ταινιών του. Από το bar rock του The Color Of Money (1986) με τα κομμάτια του Clapton και του Warren Zevon να κοσμούν τον κόσμο των τζογαδόρων στο μπιλιάρδο, μέχρι τους ξεχασμένους θησαυρούς που ακούγονται στο Gangs Of New York.

scorsese_GoodFellas.jpg

Η στιγμή όμως που η χρήση της μουσικής από τον Scorsese άγγιξε τη στρατόσφαιρα σε επίπεδο σύλληψης και δεξιοτεχνίας ήταν στο χωρίς προηγούμενο και επόμενο Goodfellas (1990). Ειδικά σε δυο σκηνές –άξιες να διδάσκονται για πάντα σε σεμινάρια για σκηνοθέτες και μοντέρ- φαίνεται η ενσωμάτωση του rock στις κινηματογραφικές εικόνες. Η πρώτη είναι όταν το “Layla” ντύνει μια σκηνή όπου αποκαλύπτεται ένα ποταμός από πτώματα που άφησε στο διάβα της το ξεκαθάρισμα της ιταλικής μαφίας. Η δεύτερη είναι η σκηνή που ο Robert De Niro, σιωπηλός σε ένα bar, αποφασίζει ότι ήρθε η ώρα να σκοτώσει έναν συνεργάτη του. Το “White Room” των Creamακούγεται σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που ο μάστορας της υποκριτικής αλλάζει το βλέμμα του, με τρόπο που υπονοεί τη δαιμόνια σκέψη του. Πέντε χρόνια μετά το Goodfellas, ήρθε η ταινία-καταπέλτης Casino (1995), όπου με ασθματικούς ρυθμούς πολυβόλου, για τρεις καταιγιστικές ώρες, με ένα pop, rock ή blues κομμάτι ανά 30 δευτερόλεπτα σχεδόν, ο Scorsese βομβάρδισε την οθόνη αντλώντας από το οπλοστάσιο της pop κουλτούρας.

Μια από τις λιγότερο γνωστές αλλά αξιόλογες δουλειές του Scorsese ήταν η σειρά ντοκιμαντέρ The Blues (2003) όπου μαζί με άλλους σκηνοθέτες (Clint Eastwood, Mike Figgis κ.α.) εξερεύνησαν από μια πτυχή της παράδοσης του αμερικάνικου blues. Η συμβολή του Scorsese ήταν το Feel Like Going Home και αναφέρονταν στο Blues που προέρχεται από τα βάθη της Αφρικής.

scorsese_GeorgeHarrison.jpg

Όσον αφορά στην ενασχόληση του Scorsese με το ντοκιμαντέρ, ανάμεσα στα πολυδάπανα σχέδιά του, μας έχει χαρίσει δυο προσωπογραφίες-μαμούθ που αποτελούν ύψιστο δείγμα του είδους. Στο George Harrison: Living In the Material World εξερευνά τη ζωή του George Harrison, από τα παιδικά του χρόνια στο Λίβερπουλ μέχρι και το θάνατό του, μεταθέτοντας την ευθύνη της αφήγησης στο θλιμμένο βλέμμα όσων άφησε πίσω του και στις ψυχολογικές αποχρώσεις της συμπεριφοράς του. Η παράθεση γεγονότων και πληροφοριών γίνεται με τον ακριβή υπολογισμό ενός ιστορικού αναλυτή, χάρη στη δαιμονιώδη κι εμπνευσμένη σκηνοθεσία και την ανάπτυξη της ιστορίας που αρχίζει και τελειώνει συμμετρικά με τον Harrison να ποζάρει πίσω από όμορφα λουλούδια. Πίσω από τους σπονδυλωτούς σταθμούς της καριέρας του «ήσυχου» Beatle και το χαζευτικό μοντάζ υπάρχει μια πρόθεση του Scorsese να βρει μια ακόμη βερσιόν της ανθρωποκεντρικής ιστορίας που είχε πάντα στο μυαλό του, μέσα από υπαινικτικές ματιές στη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του που του ταράζουν τη μονόχνοτη φύση του.

Ακόμα πιο σπουδαίο όμως είναι το Dylan: No Direction Home, όπου με ζωτικές λεπτομέρειες καλύπτεται πλήρως το φάσμα του ψυχισμού και του μύθου ενός Μεσσία της folk, με κομβικό σημείο την ηλεκτρική στροφή του το 1966. Σε τέσσερις χορταστικές ώρες, ο Scorsese φωτίζει τα πρώτα χρόνια της δισκογραφίας ενός πλανητικού καλλιτέχνη, ο οποίος ανταγωνίζεται σε μέγεθος και χρόνο την ιστορία του ροκ την ίδια. Ο σκηνοθέτης, σαν διαβασμένος εικονοκλάστης, τεμαχίζει τα γεγονότα περνώντας από το ένα ιστορικό συμβάν στο επόμενο, σε μια αναδρομή στη ζωή ενός καλλιτέχνη που η μουσική υφήλιος πίνει νερό στο όνομά του.

scorsese_ShineAlight.jpg

Πιο πρόσφατη προσθήκη είναι το Shine A Light, και την «ήσυχη» σκηνοθεσία του Martin σε ένα άψογο κονσέρτο των Rolling Stones. Ο Jagger και ο Richards δεν ήθελαν άλλο ένα live ντοκιμαντέρ για τους ίδιους, εκτός αν το σκηνοθετούσε ο Ιταλοαμερικάνος θρύλος. Το Shine A Light πιθανότατα να μην είναι η ταινία που θα ήταν αν γυρίζονταν τριάντα χρόνια νωρίτερα, ωστόσο παραμένει η πιο προσεγμένη και λιγότερο «τηλεοπτική» σε ύφος καταγραφή της performance μιας μπάντας που ζει και αναπνέει στο σανίδι για πέντε δεκαετίες. Ένα κινηματογραφικό ντοκουμέντο που σε φέρνει σε απόσταση αναπνοής με όσα στοιχειοθετούν και απογειώνουν ένα show των Stones.

Απο το Movieworld

Album Of The Week #47

Posted in Music on February 24, 2016 by InfluencesOnly

Suede

Night Thoughts

326f21d2

 

Στις αρχές του 2013, μία από τις μεγάλες αγγλικές δόξες που επιβίωσε αξιοπρεπώς του κακού χαμού της Britpop στη δεκαετία του 1990, επανήλθε μετά από αποχή 13 ετών. Η κυκλοφορία που σηματοδότησε την επιστροφή των Suede, το Bloodsports, έτυχε αμήχανης αποδοχής και επισκιάστηκε από ένα άλλο, μεγαλύτερης εμβέλειας comeback album –το The Next Day του David Bowie. Ήταν ένα πλήγμα στο γόητρο και στην ούτως ή άλλως μελαγχολική καρδιά του συγκροτήματος. Τρία χρόνια μετά, το Night Thoughts είναι το sequel αυτής της δεύτερης καριέρας των Suede και τυγχάνει να επισκιάζεται ξανά από την επιστροφή και τον άδικο χαμό του Bowie. Όμως, ακόμα και αυτές οι συγκυρίες, προσδίδουν ένα ελάχιστο βάρος στην καθοριστική επιρροή του αθάνατου Δούκα στη εν γένει παρουσία και μουσική των Suede.

Χωρίς διάθεση υπερβολής, το Night Thoughts ίσως να είναι το καλύτερο και πληρέστερο σε διαθέσεις άλμπουμ των Suede, από την εποχή του Dog Man Star (1994). Σχεδόν ανέλπιστα, το γκρουπ μας σερβίρει μια τίμια και υπερ-στολισμένη εξτραβαγκάντσα, με τις ηλεκτρικές εξάρσεις να βρίσκονται σε πλήρη σύμπνοια με την πλειάδα εγχόρδων που κοσμούν τον δίσκο. Το Night Thoughts καταφέρνει και επαναφέρει τη σκοτεινή θεατρικότητα στην οργανική χημεία της μουσικής του συγκροτήματος, με τρόπο που τους απογειώνει στα μελωδικά ύψη της νιότης τους –και της δικής μας. Απαρτίζεται από τα νεανικά όνειρα που συνθλίφτηκαν κάτω από το βάρος του μεσόκοπου άγχους (όσα δηλαδή περιγράφονται σε τραγούδια όπως το “When You Are Young”), από μια υπέροχα γλυκόπικρη αποτίμηση χαμένων προσωπικών μαχών, αλλά και από μια αποθέωση της υγιούς νοσταλγίας.

Ενώ τα ορχηστικά μέρη ανθίζουν, ο Brett Anderson συνεχίζει την εμμονή του με το ψυχόδραμα χωρίς να αφήνει πολλά περιθώρια για αντιστάσεις, ειδικότερα σε  μικρά διαπολιτισμικά δράματα όπως το “Pale Snow“, το “Tightrope” και το σπαρακτικά ικετευτικό “I Don’t Know How To Reach You“. Τραγούδια υψηλής εκφραστικότητας με παχιά περιγράμματα, ολοστρόγγυλα και αφοσιωμένα στο κυνήγι της αλάνθαστης μελωδίας.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει μια σειρά από καλά «κομμένα» singles, που θα αποτελούσαν άριστη προσθήκη σε κάθε best of συλλογή, κάθε καλής βρετανικής μπάντας μετά το 1990 –όπως π.χ. το “Outsiders” ή το “Like Kids“. Παρόλα αυτά, σε κομμάτια όπως το “No Tomorrow” με τις glam αναθυμιάσεις μιας pre-punk  εποχής, διαφαίνεται ότι οι Suede αντιμετωπίζουν σαν πρότυπη τη σχέση τους με τους ακροατές. Έτσι, τα νέα τραγούδια περιχύνουν με ατμοσφαιρικό ημίφως τα χυμώδη και αστερολουσμένα, εξωστρεφή δράματα που οι Suede έχουν δίκαια κάνει κτήμα τους. Τελικά, το φάντασμα του Bowie μπορεί να μειδιάσει με ικανοποίηση, παρά την αέναη χαλάστρα στα πάρτι επιστροφής τους.

Από το Avopolis

Το σινεμά του Γούντι Άλεν (Μέρος 1ο)

Posted in Cinema on February 24, 2016 by InfluencesOnly

Οδηγός σε όλα όσα δεν χωράνε σε ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η 45ή (!!) ατιτλοφόρητη ακόμα ταινία του Woody Allen μέσα σε 47 (!!!)χρόνια σκηνοθετικής καριέρας, αγοράστηκε από το Amazon Studios και θα προβληθεί φέτος το Καλοκαίρι. Τα μόνα πράγματα που γνωρίζουμε γι αυτή είναι ότι πρόκειται για μια ρομαντική κομεντί εποχής, που διαδραματίζεται κάπου στη δεκαετία του 30 και το cast θα απαρτίζουν ο Steve Carell, ο Jesse Eisenberg, η Parker Posey και η Kristen Stewart. Ό,τι και να πουν οι κυνικοί πάντα θα αποτελεί ευχάριστη η είδηση ότι τηρείται το ετήσιο ραντεβού μας με τον 80χρονο πλέον δημιουργό. Ας είναι πάντα καλά να το τηρεί.
Είναι μια ευκαιρία για μια πρόχειρη καταγραφή πραγμάτων που ο λατρεμένος σκηνοθέτης επιμένει επιδεικτικά να αγνοεί. Είτε στα μεγάλα του έργα (Crimes and Misdemeanors, Radio Days, Manhattan) ή ακόμα στα λιγότερο πετυχημένα του (Scoop, The Curse Of Jade Scorpion) υπάρχουν τα μόνιμα ζητήματα με τα οποία ο ίδιος, από νεύρωση και εμμονή επιλέγει να ασχολείται με τον δικό του τρόπο.
Δεν πρόκειται για μια ανάλυση από το 44 έως το 1 για κάθε μια για τις ταινίες του ιδιοφυούς δημιουργού που αρχικά ήθελα να κάνω, αλλά μια λίστα με τα 10 πράγματα που επιμένουν πεισματικά να ξεφεύγουν από το ραντάρ του Woody (και που μεταξύ μας, είναι κάτι που οι φανατικοί του δεν θέλουμε να αλλάξει ποτέ).

1) Η Αμερικάνικη Επαρχία

1.jpg

Σε μια ατάκα στο Annie Hall, o Woody Allen αναφέρει : Don’t you see the rest of the country looks upon New York like we’re left-wing, communist, Jewish, homosexual pornographers. Αν είναι πραγματικά έτσι, τότε πως βλέπουν οι κάτοικοι της Νέα Υόρκης τον υπόλοιπο κόσμο; Μάλλον γεμάτο φανατικούς της Χριστιανοδεξιάς, αμόρφωτους, ρηχούς και ομοφοβικούς. Όπως ακριβώς τους βλέπει ο Woody στο Whatever Works με εκπρόσωπό τους την Evan Rachel Wood, η οποία ξεφεύγει από την hillbilly καθημερινότητά της, έρχεται στη πόλη για να διδαχθεί κυνικά μαθήματα ζωής και μισανθρωπικής σοφίας από τον Larry David. Οι αρρώστια των αξιών του Νότου μπορούν να βρουν γιατρειά στη Νέα Υόρκη που κατακλύζεται από αμέτρητους ήρωες της φιλμογραφίας του Woody, εκεί όπου το αστικό περιβάλλον είναι πνευματική ασπίδα και λειτουργεί σαν «δωμάτιο πανικού» από τους βουνίσιους και τα απειλητική άγνοια στους αγρούς.

2) Οι Μάυροι

2.jpg

Στη προσπάθειά του να εξερευνήσει τα προτερήματα και τις αδυναμίες της upper-middle-class ελίτ της Νέας Υόρκης, ο Woody ποτέ δεν μπόρεσε – ή μάλλον δεν νοιάστηκε – να ενσωματώσει στις ιστορίες του τη μαύρη κοινότητα, που όπως και να το κάνουμε κατακλύζει την καλλιτεχνικό κόσμο του Μανχάταν. Μοναδικές εξαιρέσεις η μαύρη πόρνη που ο ήρωας έσερνε μαζί του στο Deconstructing Harry, η οποία εκπροσωπούσε υποτίθεται όλο το bitch-from-the-ghetto attitude, και ο Chiwetel Ejiofor στο Melinda And Melinda που υποδύονταν έναν τζαζίστα και είχε τη μορφή που θα έδινε σε μια τέτοια περσόνα, κάθε “λευκό” κοσμοπολίτικο μυαλό. Ένας τύπος τόσο  προσιτός στον μέσο λευκό και τόσο ακίνδυνος, που κάνει τον Poitier να μοιάζει με γκάνγκστερ.

3) Το Ροκ

3.jpg

Η Νέα Υόρκη λειτουργούσε πάντα σαν εμπροσθοφυλακή για την ανάπτυξη και τη διαιώνιση των μουσικών ρευμάτων. Ήταν η Μέκκα της pop, φιλοξένησε πρώτη τη Βρετανική εισβολή, ήταν η μήτρα του Αμερικάνικου punk, και γέννησε το hip-hop σε προάστια όπως το  Brooklyn. Στον κόσμο του Woody Allen όμως η μουσική σταμάτησε κάπου στο 1940. Η απέχθειά του στη μοντέρνα μουσική φαίνεται από την ειρωνεία του για το Fillmore East στο Annie Hall και από τη δυσφορία του που η Dianne Wiest τον σέρνει σε ένα rock club στο Hannah And Her Sisters, αλλά και από το προσωνύμιο Scumbag X που έχει ο γιός του που ακούει punk στοHollywood Ending. Για τον ίδιο το punk είναι απλά αστεία παρατσούκλια και ακόμα και η post-bop ή η fusion jazz του Miles Davis είναι αιρετικά δείγματα μοντερνισμού σε σχέση με την καθαρόαιμη jazz με κλαρινέτο και το swing που είναι η «αληθινή μουσική».

4) Όλα τα κινηματογραφικά genre

4.jpg

Ο Allen δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του για το σινεμά του Ingmar Bergman και του Fellini. Επίσης δεν έκρυψε ποτέ την απέχθειά του για οτιδήποτε δεν υπογράφει κάποιος από τους μέντορές του. Το σύγχρονο ανεξάρτητο σινεμά, τα παραδοσιακά είδη και η τεχνολογική εξέλιξη της γλώσσας του κινηματογράφου ουδέποτε τον απασχόλησαν καθώς είτε είμαστε στο 1975 είτε στο 2015, για τον Woody η μέθοδος κινηματογράφησης και η γλώσσα αφήγησης είναι ίδια και απαράλλακτη. Ο κόσμος γύρω του τρέχει με χίλια αλλά η γουντιαλενική αισθητική δεν αλλάζει ούτε ως προς τη κατασκευή αλλά ούτε και ιδεολογικά. Σαν να ήταν φτασμένος δημιουργός από το 1976 και για τα επόμενα 50 χρόνια θα διαιώνιζε τις παρατηρήσεις του για ένα κόσμο, πάντα με τα ίδια εναρκτήρια ζενερίκ.

5) Η ζωή αν δεν είσαι καλλιτέχνης

5.jpg

Μόνο αν κάποιος ήρωας έχει νέο βιβλίο στα σκαριά ή παλεύει να εκθέσει τη νέα του συλλογή, δικαιούται μια θέση στην προνομιούχα ελίτ των βασανισμένων διανοούμενων που είναι εγκλωβισμένοι σε προβληματικούς γάμους και σε αδιέξοδες σχέσεις. Αν ο ήρωας δεν ανεβάζει ένα νέο θεατρικό έργο ή δεν σκηνοθετεί νέα ταινία, ή δεν είναι ηθοποιός ή γενικά αν δεν συναναστρέφεται με συγγραφείς και καλλιτέχνες, δεν δικαιούται συμμετοχή στα υπαρξιακά βασανιστήρια ενός midlife crisis. Ακόμα και οι ηθοποιοί που τον υποδύονται στις ταινίες του (o Owen Wilson στο Midnight in Paris, o Kenneth Branagh στοCelebrity, ο Josh Brolin στο You Will Meet A Tall Dark Stranger, ο Larry Davidστο Whatever Works, o John Cusack στο Bullets Over Broadway, ο Will Ferrell στο Melinda and Melinda και πάει λέγοντας) δεν εξαιρούνται από τον κανόνα της καλλιτεχνικής ιδιότητας του νευρωτικού τραυλίσματος και των λογοτεχνικών αναφορών σε διανοούμενους του περασμένου αιώνα. Στο σινεμά του, η τέχνη καταναλώνεται από καλλιτέχνες.

 6) Η Ευρώπη

6.jpg

Οι μέρες που οι μόνη του αναφορά στην Αγγλία ήταν κάτι φευγαλέο για τον Shakespeare ή εκείνο το : “I didn’t know he was dead, I thought he was British”στο Shadows and Fog πέρασαν. Το Match Point χαρακτηρίστηκε ως η μεγάλη επιστροφή του Woody Allen στις επιτυχίες και ήταν η πρώτη ταινία που αποχωρίστηκε απόλυτα τη Νέα Υόρκη για να μετακομίσει τις νευρώσεις του και τα ηθικά διλλήματα του στο βροχερό Λονδίνο. Το Vicky Cristina Barcelona με όλο το φλογερό Ισπανικό ρομάντζο (sic) δέχτηκε τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους κριτικούς. Το Midnight In Paris είναι η μεγαλύτερή του εισπρακτική επιτυχία εδώ και δεκαετίες και το To Rome With Love διαδραματίζεται στην αιώνια Ιταλική πόλη. Αντί όμως μιας διεισδυτικής ματιάς στις μεγάλες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η αντίληψη του Woody Allen στην Ευρώπη δεν ξεπερνάει σε ουσία τους τουριστικούς οδηγούς που πωλούνται σε αφελείς τουρίστες που περιδιαβαίνουν τα αξιοθέατα με τις φωτογραφικές μηχανές. Δεν είναι ταξιδιώτης της Ευρώπης ο Woody Allen ούτε αισθάνεται κάτι γι’ αυτές τις χώρες. Απλά φιλμάρει τον πύργο του Άιφελ, το Big Ben και τα αξιοθέατα που φιγουράρουν σε κάθε τουριστικό σποτ σαν Αμερικάνος που αποφάσισε να βγει από το comfort zone της Ανατολικής ακτής επειδή γοητεύτηκε από την ιστορία των μεγάλων αστικών κέντρων της Ευρώπης.

7) Οι Γυναίκες

7.jpg

Μπορεί ελάχιστοι άντρες σκηνοθέτες να έχουν καταφέρει να σκιαγραφήσουν τόσο ενδιαφέροντες γυναικείους ρόλους όσο αυτός. Ειδικά στο Alice, το Another Woman, το Hannah and Her Sisters, το Interiors, το September αλλά και την υποτιμημένη ερμηνεία της Samantha Morton στο Sweet & Lowdown. Το παράδοξο βρίσκεται στο γεγονός πως στο σύνολο του έργου του οι γυναικείοι ρόλοι είναι οι πολλαπλές αντανακλάσεις του γυναικείου φύλου που προβάλει ο ίδιος σύμφωνα με τις κατηγορίες που τις έχει κατατάξει. Δεν έχει καμία ταύτιση μαζί τους και αρνείται να καταλάβει τα πως και τα γιατί του γυναικείου ψυχισμού. Τις αντιλαμβάνεται ως ρήξη ή ως τρόπαια. Τις απεχθάνεται γιατί δεν πατάνε στα δικά του επίπεδα διανόησης και τον σαγηνεύουν σαν μέσο εξισορρόπησης των δικών του νευρώσεων. Η συγκαταβατική σύζυγος, η γεροντοκόρη, η νεαρή αμαρτία, το άλλο του μισό, η άπιαστη γκόμενα, η φιλόδοξη καλλίτεχνις, η bimbo, η ψευτοδιανούμενη, η wannabe νύφη… συμπληρώνουν τις Γουντιαλενικές ηθογραφίες.

8) Το Los Angeles

8.jpg

Ενώ οι ταινίες του είναι γεμάτες από φολκλόρ σκηνικά, ερωτύλους Ευρωπαίους, Νεοϋορκέζους καλλιτέχνες, ανασφαλείς εραστές, φοβικούς πρωταγωνιστές, ρηχούς αριστοκράτες  και τζαζ μουσικούς, ο κόσμος της βιομηχανίας του κινηματογράφου απουσιάζει παντελώς. Ίσως γιατί οι εκφραστές του έχουν την ατυχία να εδρεύουν στην Καλιφόρνια. Λογικά ο Woody Allen θα ξέρει ότι υπάρχει αυτό το μέρος που λέγεται Hollywood και που παράγει όλες αυτές τις ταινίες που ο ίδιος δεν θα δει ποτέ οπότε απαξιώνει κάθε αναφορά σε αυτό το μέρος εκτός από την ατάκα του Mighty Aphrodite «Oh My God! This is worse than California» ή όταν στο Annie Hall περιγράφει το L.A. ως: «I don’t want to move to a city where the only cultural advantage is being able to make a right turn on a red light». Η απέχθειά του για την τηλεόραση εκφράστηκε μέσα από εκείνο το «In California, they don’t throw their garbage away – they make it into TV shows» και οι αναφορές των ταινιών του σε εκείνο το μέρος τελειώνουν κάπου εκεί.

9) Η Οδήγηση

9.jpg

Εξαιρετικά φοβικός ο ίδιος σε αμέτρητα πράγματα όπως τα ύψη, η πολυκοσμία, τα αεροπλάνα, τα μικρόβια, δεν θα μπορούσε ποτέ να καθίσει πίσω από το τιμόνι και να οδηγήσει σαν ενήλικας. Δεν είναι καθόλου άνετος και σαν συνοδηγός ακόμη. Τα αυτοκίνητα και τα μέσα μεταφοράς γενικότερα, σχεδόν απουσιάζουν από τις ταινίες του και οι ήρωες νιώθουν πιο άνετα όταν περπατούν στα πεζοδρόμια. Ίσως να είναι άλλο ένα μποϊκοτάζ στην Καλιφορνέζικη νοοτροπία ή μια ακόμη αποδόμηση του macho αρσενικού που η προσωπικότητά του αντανακλάται στην οδήγηση.

10) Η Βία

10.jpg

Μπορεί το κωμικό και το τραγικό στοιχείο του λόγου να υπερτερούν σε σχέση με την  περιγραφικότητα του κάδρου και οι ιδέες να έχουν το πάνω χέρι από την πλοκή και τις λεπτομέρειες της αφήγησης, όμως ακόμα και στα μυστήρια (Manhattan Murder Mystery), τις ιστορίες φόνου (Crimes And Misdemeanors) ή τις πιο σκοτεινές ιστορίες του (Cassandra’s Dream) η βία είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή ανώδυνη. Το αντισημιτικό χιούμορ χρησιμοποιείται σαν κυματοθραύστης με αποτέλεσμα οι αναφορές στο ολοκαύτωμα να γίνονται τα μόνιμα punchlines και οι εγκληματίες είναι σχεδόν γραφικοί (Bullets Over Broadway). Η βία δεν είναι συχνό φαινόμενο στη Νέα Υόρκη του Woody Allen και συμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για να προκαλέσει περεταίρω ηθικά σταυροδρόμια στον ψυχισμό των ηρώων. Συχνά έχει τη βάση της στον ενοχικό καθολικισμό και δηλώνει ή όχι την απουσία Θεού. Οι βίαιες προθέσεις είναι απόρροια συγκρουόμενων διλλημάτων και επιλογών ζωής. Ποτέ σαν αναπόσπαστο στοιχείο μιας αστικής καθημερινότητας.

Από το Movieworld

Album Of The Week #46

Posted in Music on February 22, 2016 by InfluencesOnly

SIA

This Is Acting

H «τσαρτόπληκτη» ποπ της τελευταίας δεκαετίας κατακλύζεται από την αθόρυβη παρουσία της Sia. Τα καλούδια που έχει φτιάξει, αποτέλεσαν πνοή ανανέωσης στο μεταμοντέρνο R’n’B, αυτό που έχει τις ρίζες του στην electro-pop της δεκαετίας του 1980 και είναι μπολιασμένο με έξυπνο φεμινισμό. Η 40άχρονη Αυστραλέζα, αφού υπόγραψε σουξέ για τη Beyoncé και τη Rihanna, δοκίμασε τη γεύση της τεράστιας σόλο επιτυχίας με το προπέρσινο hit “Chandelier“, μπαίνοντας στα παπούτσια των μοσχοπουλημένων pop icons. Υποδύθηκε λοιπόν τη ντίβα των media και βγήκε από το ασφαλές αλλά άχαρο «παρασκήνιο» της βιομηχανίας, το οποίο φαντάζει πλέον με μηχανή παραγωγής τετράλεπτων πυροτεχνημάτων.

Η ιδέα μάλιστα πίσω από το νέο της άλμπουμ προήρθε από αυτή τη φευγαλέα ενσάρκωση. Τα υλικό του This Is Acting ήταν δηλαδή προορισμένο για άλλες ερμηνεύτριες, οι οποίες τελικά το απέρριψαν. Πρόκειται για την ακρίβεια για τραγούδια που δεν χώρεσαν στα άλμπουμ της Kate Perry, της Adele ή της Christina Aguilera. Η ιδιαιτερότητα αυτών των «lost hits» προσδίδει στο σύνολο την ταυτότητα ενός σύγχρονου «σχολίου» πάνω στο πώς φτιάχνονται οι επιτυχίες, αλλά και στο τι σημαίνει σήμερα να είσαι pop star.

Η Sia αντιμετωπίζει αυτά τα ορφανά blockbusters σαν μια πληθωρική, νέα καλλιτεχνική πλατφόρμα. Από την πιανιστική κάθαρση του “Bird Set Free” μέχρι τη μελισματική soul του “Alive“, καταφέρνει και δημιουργεί πολύχρωμα τραγούδια, τα οποία σε καλούν να περιηγηθείς μέσα τους και να ψάξεις να κρατηθείς από τα ρεφρέν τους. Πραγματικά, πρόκειται για μια γνήσια έκφραση του «υποψιασμένα glamorous».

Η αυτόφωτη star πατάει στις δυνατότητες της κονσόλας έχοντας επίγνωση των περιορισμών της φωνής της, καταθέτοντας πλουμιστές ιδέες, με ποικιλομορφία στην αισθητική και με μια παραπανίσια «ειλικρίνεια» στην αυτοέκφραση. Μπορεί ένας εκπαιδευμένος ακροατής να φανταζόταν τραγούδια όπως το “Cheap Thrills” ή το “Move Your Body” ν’ αποκτούν διαφορετική δυναμική αν έπεφταν στα χέρια του επιτελείου της Miley Cyrus και της Kylie Minogue (αντίστοιχα), πάντως η προσωπικότητα της Sia διώχνει κλωτσηδόν κάθε υποψία generic αισθητικής.

Αυτό που απομένει είναι ένα σύγχρονο και καλλιεργημένο σύνολο τραγουδιών που όταν δεν τα ακούει κανείς, πεθαίνουν από μοναξιά. Ειδικά το “Footprints”, ένα καλοκαιρινό καλούδι που στάζει δροσιστικούς χυμούς ή το “One Million Bullets”, που παρουσιάζει στο μικρόφωνο μια γυναίκα με αυτοπεποίθηση, η οποία δεν ψάχνει αφορμές για να ξεβρακωθεί.

Από το Avopolis

Anοmalisa

Posted in Cinema on February 20, 2016 by InfluencesOnly

Οι εικόνες που παράγει το animation μπορούν να κοντράρουν στα ίσια, τις καμωμένες από σάρκα και αίμα εικόνες του παραδοσιακού κινηματογράφου. Αρκεί να συντρέχουν σοβαροί καλλιτεχνικοί λόγοι για την αισθητή αυτή επιλογή, όταν φυσικά μιλάμε για ενήλικη θεματολογία. Ο συναρπαστικός και ανήσυχος δημιουργός, Charlie Kaufman, αποταυτισμένος από την ανάγκη για meta πειραματισμούς και από μοντερνίζουσες ανησυχίες πάνω στον δημιουργό και τη σχέση του εσωστρεφούς καλλιτέχνη με το ιδιοσυγκρασιακό έργο και το βαθύστομο σκοτάδι που καλύπτει την καταθλιπτική ψυχή του, κάνει μια ταινία ανέλπιστα στρωτή, ταπεινή και από καρδιάς.

Έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την εποχή που ο Kaufman υπέγραψε μια από τις σπουδαιότερες και πιο γενναίες ταινίες που κατασκευάστηκαν από auteur, την περασμένη δεκαετία. Το Synecdoche, New York (2008) ελάχιστοι είδαν και ακόμα πιο λίγοι αγάπησαν στην εποχή του, όμως το Anomalisa ενδέχεται να συναντήσει ευρύτερο κοινό, παρά το ανάλογο σάστισμα που αναμένεται να αφήσει στους αποδέκτες. Χρηματοδοτημένο από το  Kickstarter, το βιωματικό (αλλοίμονο) project με τίτλο Anomalisa που γέννησε το υπέροχα δυσοίωνο μυαλό του Kaufman, χρησιμοποιεί ανθρώπινες μαριονέτες σε stop-motion τεχνική.

1.jpg

Ο ήρωας της ταινίας είναι ο Μάικλ, ένας συγγραφέας βιβλίων – εγχειριδίων για αυτοβελτίωση και την επαγγελματική καταξίωση,  λίγο πριν μια διάλεξή του θα φτάσει στα όριά του. Η αποξένωση από τον περιβάλλοντα κόσμο θα φτάσει σε αβάσταχτο σημείο ενώ ο κλιμακούμενος σολιψισμός του θα τον βυθίσει σε ένα πνιγηρό συναίσθημα απελπισίας. Ο Μάικλ είναι ένας άνθρωπος που φανερά έχει επωμιστεί ρόλους που δεν ήθελε ποτέ να σηκώσει, όπως πατέρας, σύζυγος και επαγγελματίας-πρότυπο. Η κυνική οπτική του, τον αναγκάζει να αντιμετωπίσει την ανθρωπότητα σαν αναγκαίο κακό και μονότονη αναγκαιότητα. Θα συναντήσει σε μια πράξη απελπισίας την παλιά του αγάπη και θα περάσει τη βραδιά με μια θαυμάστριά του. Ο Μάικλ αντιμετωπίζει τους ανθρώπους γύρω του σαν σωσίβια και αντίβαρα. Οι άνθρωποι γύρω του ακούγονται με την ίδια φωνή. Απαράλλακτες και αδιαχώριστες μορφές που ξύνουν την ανοιχτή πληγή της μοναξιάς. Το Anomalisa δείχνει μια εμμονή στη λεπτομέρεια που θα δοκιμάσει τους ανυπόμονους με την πλοκή. Ιδίως στις αμήχανες στιγμές και στα embarrassing, αόρατα περιστατικά που σπανίως ο κινηματογραφικός φακός κοντοστέκεται. Η πλοκή είναι από μόνη της μικρή, ασήμαντη και όχι τόσο άξια να επικοινωνηθεί. Όπως ακριβώς είναι και οι ήρωες που γεννάει και το μυαλό του Kaufman. Πρόκειται άλλωστε για δημιουργό που αντιμετωπίζει του ήρωες του όπως ακριβώς τους αντιλαμβάνεται: σαν πονεμένους, αξιαγάπητους και βαρετούς ταυτόχρονα.

3.jpg

Στη φωνητική ερμηνεία βρίσκεται ο David Thewlis ο οποίος δίνει ρεσιτάλ διακριτικότητας και ουσιαστικής εκφραστικότητας. Πρόκειται για φωνητικό επίτευγμα ισάξιο με αυτό της Scarlett Johannsson στο περσινό Her του πρώην συνοδοιπόρου του Kaufmann, του Spike Jonze. Εξαιρετική είναι και η Jennifer Jason Leigh, ειδικά όταν δίνει μια ακαπέλα ερμηνεία στο “Girls Just Want to Have Fun” της Cyndi Lauper.

Όμως τελικά το animation αν και γοητευτικό, δεν προσθέτει στον δυναμικό πυρήνα των στιλιστικών αγωνιών του σκηνοθέτη/σεναριογράφου και στις μελετημένες μεταπτώσεις του ήρωα. Ίσως μια ζωντανή ερμηνεία του Thewlis σε φυσικό διάκοσμο θα αποτύπωνε καλύτερα τα μεσόκοπα σύνδρομα της συναισθηματικής παραίτησης και τις αστικές νευρώσεις με τις οποίες φλερτάρουμε όλοι. Η προσεγμένη δουλειά στο voice over τονίζει τα αυτοκαταστροφικά, καμικάζι love affair που πυροδοτεί άτακτα ο Μάικλ και το animation υπογραμμίζει την αθόρυβη συμπόνια του σκηνοθέτη. Όμως θεωρώ πως η σάρκινη ηθοποιία θα έδινε χώρο για εξερεύνηση πάνω στο άυλο bonding του ήρωα με όσα κρατούν δέσμια την δυσλειτουργική φύση του, που ενισχύουν τη διαταραχή του και χαρτογραφούν την ψυχοφθόρα κάθοδο στον μικρό θάνατο που φέρνει κάθε συναισθηματική ήττα, σε αυτούς που νιώθουν τον κόσμο ολόκληρο βαρύ στους ώμους τους.

4.jpg

Από το Movieword

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,001 other followers