Album Of The Week #103

The National 

Sleep Well Beast

Είναι απολύτως σάρκινοι οι χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει ο Matt Berninger σε κάθε δίσκο των National. Είναι άνθρωποι σε εφησυχασμό με τους «δαίμονές» τους, ρημάδια που τους κατατρώνε οι ενοχές. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για άνδρες που έχουν φτάσει στα όριά τους, πνίγονται στη στασιμότητα και βλέπουν όλους όσους τους αγαπούν, να απομακρύνονται από κοντά τους. Το συγκρότημα, βέβαια, δεν κάνει τα λάθη των καταραμένων ηρώων που ζουν στους μεθυσμένους στίχους του: οι National δεν θα επιτρέψουν σε κανένα «κτήνος» να τους κρατήσει στάσιμους. Σε πείσμα του, μάλιστα, αποφασίζουν να χτίσουν νέες διόδους επικοινωνίας με τους ακροατές, δίχως όμως να χάσουν τις σταθερές της ταυτότητάς τους.

Τέσσερα χρόνια μετά το σχεδόν αριστουργηματικό Trouble Will Find Me (2013), έχουμε λοιπόν ένα νέο μπουκέτο τραγουδιών, κατευθείαν από το καθαρτήριο των τσακισμένων ηρώων· και μαζί ένα σύνολο ποιημάτων που αντηχούν σε κάθε φθόγγο τους τη μεσόκοπη απελπισία των απανταχού αυτοκαταστοφικών. Το Sleep Well Beast είναι το πιο πειραματικό απ’ τα τελευταία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει οι National. Πραγματικά, τα drum machines χαράζουν τολμηρές πλεύσεις (“Empire Line”), ενώ τα synths φτιάχνουν έναν ηχητικό διάκοσμο (“I’ll Still Destroy You”) ικανό να χωρέσει το υπαρξιακό άγχος του Berninger, ο οποίος αποδεικνύεται ακόμα ικανός για συγκλονιστικά μονόστιχα σαν το «The day I die, the day I die, where will we be?». Μέσα σε ντουμανιασμένο λίβινγκ ρουμ με χοντρές κουρτίνες, οι National έχουν στήσει καπνισμένο διάλογο με τα φαντάσματα του Lou Reed και του Leonard Cohen, ενώ σε κομμάτια όπως το “Turtleneck” μπαίνουν περήφανα και στα χωράφια των Bad Seeds.

Ο δίσκος περιέχει στιγμές εσωστρεφείς όπως το “Nobody Else Will Be There” και το “Walk It Back” και γι’ αυτό ακριβώς η παραγωγή τις κρατάει ημιφωτισμένες. Πρόκειται για τραγούδια που συνομιλούν ψιθυριστά με τον ακροατή, με στίχους οι οποίοι τιμούν τη μελαγχολία και ενίοτε αγκαλιάζονται με την πιανιστική αύρα που κυριαρχεί στα “Born To Beg” και “Carin Αt Τhe Liquor Store”. Το μόνο απογοητευτικό είναι, ότι αυτή τη φορά, όσο οι National μαλακώνουν και όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο σκληραίνει η επιφάνεια του νέου τους δίσκου, αποκτώντας κάτι σαν άγρια κρούστα. Τα τραγούδια είναι δηλαδή δυσκολότερο να τα κουβαλήσεις μαζί σου και ο βυθός τους φαίνεται όλο και πιο θολός. Πουθενά δεν υπάρχει το θάμβος του Boxer (2007) ή έστω η ρομαντική μέθεξη του Trouble Will Find Me.

Το σίγουρο είναι πως μόνο τα λυσσασμένα ντραμς του ιδιοφυή  Bryan Devendorf στο “The Day I Die” και το υπέροχο “The System Only Dreams In Total Darkness” –στο οποίο οι Αμερικανοί βγάζουν ξανά τους U2 από μέσα τους– αρκούν για να μας θυμήσουν το ζητούμενο: ότι το πιο επικίνδυνο κτήνος για τα πετυχημένα συγκροτήματα, είναι ο «εφησυχασμός». Όσο λοιπόν οι National βγάζουν δίσκους σαν αυτόν, το κτήνος μπορεί να κοιμάται ακίνδυνο.

Από το Avopolis

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

mother!

Η πραγματικότητα είναι μια βολική συναίνεση, απ’ την οποία η ηρωίδα της ταινίας θα κάνει ένα βήμα προς το άγνωστο. Η δραματική αυτή κίνηση γεννάει ένα σύμπαν πιθανοτήτων πέρα από τα νοητικά της σύνορα. Ποιο είναι τελικά αυτό το υπερ-σύμπαν και ποια είναι η ψευδαίσθηση απ’την οποία δραπετεύει; Προδομένη απ’ τους μηχανισμούς της λογικής, η «μητέρα» αφήνεται στο σοκ του φόβου.

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή, όμως: το πρώτο μέρος της ταινία «μητέρα!» είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ ρεαλιστικής απειλής. Δυο παράξενοι επισκέπτες (ο Εντ Χάρις και η Μισέλ Φάιφερ) βρίσκονται στο κατώφλι του σπιτιού που ζει ένας ποιητής (Χαβιέ Μπαρδεμ) με την αρκετά νεότερη σύζυγό του (Τζένιφερ Λώρενς), οι οποίοι έχουν ξεκινήσει να χτίζουν τη δική τους Εδέμ. Η ειδυλλιακή καθημερινότητα του ζευγαριού είναι τελικά μια εύθραυστη βιτρίνα που θα σπάσει στη σύγκρουση με φιλικούς εισβολείς και με φυλές μετα-ανθρώπων. Ενώ αρχικά τα πάντα προμηνύουν έναν Πολανσκικό εφιάλτη (στην παράδοση της «Αποστροφής» και του «Μωρού της Ρόζμαρι»), η βαθμιαία πρόσβαση στον πυρήνα του φιλμ αποκαλύπτει την παράδοξη φιλοσοφία του. Το πεπρωμένο είναι ο «κακός» της ιστορίας. Αυτό που αλέθει ανθρώπινες ζωές στον βωμό μιας αόρατης αναγκαιότητας.

Από το μαθηματικό θρίλερ «π» μέχρι το δράμα εθισμού «Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», και από το ρομαντικό «The Fountain» μέχρι τον χορογραφημένο εφιάλτη του «Μαύρου Κύκνου», οι ήρωες του Αρονόφσκι λειτουργούν σαν Μεσσίες μιας νέας πραγματικότητας. Οι εμμονές του σκηνοθέτη συνηγορούν σε μια τέτοια ανάγνωση των προθέσεών του, καθώς τα πλάνα του διαθέτουν πάντοτε μια έξη στο διφορούμενο. Πρόκειται τελικά για στοχαστικό θρίλερ πέρα από κάθε ορθότητα; Για οικολογικό σχολιασμό; Για βλάσφημη θρησκευτική ονείρωξη; Πάνω απ’ όλα, είναι μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να απεικονίσει τον υπέρτατο σωματικό τρόμο: την απώλεια κάθε ελέγχου στο κορμί, τη βιοφυσική κατασκευή που ο άνθρωπος έχει τη συνήθεια να θεωρεί δική του. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό είχε η επιλογή του σκηνοθέτη να φιλμάρει τον εφιάλτη με τον φακό σχεδόν ταυτισμένο με το ανήσυχο βλέμμα της πρωταγωνίστριας, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τις συμφορές γύρω της όταν η ψευδαίσθηση αρχίσει να καταρρέει. Η ηρωίδα μοιάζει αβοήθητη και άρρωστη όσο περνάει η ώρα, αλλά τα συμπτώματα δεν αποκαλύπτουν τη φύση της ασθένειας. Ο περφεξιονιστής Αρονόφσκι, ωθεί την Τζένιφερ Λώρενς να ερμηνεύει την ηρωίδα σαν δελφίνι το οποίο έξαλλοι τουρίστες έβγαλαν απ’το νερό και το κρατάνε ψηλά για να βγάλουν μαζί του selfie. Έρμαιο μιας ιστορίας που το πλήθος ούτε καν θα αντιληφθεί.

Οι απρόοπτες αμυχές της στρωτής ιστορίας του πρώτου μέρους προκαλούν τις πιο αντιφατικές διαθέσεις, πριν έρθει η βαρβαρότητα του δεύτερου μέρους, όταν η αλλόκοτη ιστορία διασχίζεται από ζοφερή βία. Ο δαιμόνια αόρατος μηχανισμός του φιλμ, βάζει τον φιλόδοξο Δημιουργό και τη μητέρα Φύση να αλληλοσυγκρούονται σε μια παραβολή ηθικής, με φόντο το αλαφιασμένο ποίμνιο και με manual τις βάρβαρες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Πλάσματα με εκδικητική ταυτότητα και με τυφλή πίστη στον λόγο του ποιητή θα θολώσουν τα νερά ανάμεσα στο όποιο «καλό» και «κακό» και θα παίξουν κομβικό ρόλο στον ψυχο-λογικό γρίφο. Η τάξη του κόσμου αποδεικνύεται εύθραυστη. Κανένα συμπέρασμα δεν προλαβαίνει το προκαθορισμένο τέλος του αέναου κύκλου της ζωής. Μιλάμε για μια ταινία της οποίας η ταυτότητα σχεδόν δεν διακρίνεται ούτε στις επί μέρους λέξεις της. Φυσικά, κάποιος που έχει μελετήσει το καταστάλαγμα ταινιών όπως ο «Εξολοθρευτής «Άγγελος» του Μπουνιουέλ ή το «Μωρό της Μακόν» του Γκρίναγουει, μπορεί να θεωρήσει ευκολοχωνεμένη pop φιλοσοφία τούτη τη σχιζοφρενική φαντασίωση του Αρονόφσκι και να προσπεράσει, χωρίς να έχει καθόλου άδικο. Ωστόσο, ελάχιστες ταινίες πια είναι ικανές να προκαλέσουν ζωηρές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις και τοποθετήσεις, οπότε αυτές οι δημιουργίες, που μοιάζουν να ξεπηδούν σαν άγριο ζώο από το μυαλό ενός σκηνοθέτη, αξίζουν την προσοχή και τον παραπανίσιο έπαινό μας.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #102

Tori Amos

Native Invader

Στο 15ο της άλμπουμ, η πολυγραφότατη μούσα της πιανιστικής μπαλαντοποιίας κατεβαίνει για λίγο απ’ τον θρόνο της «θεότητας της αρμονίας» (σε περίοπτη θέση επάνω στο έντεχνα καμωμένο σύννεφό της) και αποφασίζει να κοιτάξει λίγο την κατάσταση των πραγμάτων.

Λευκή ανωτερότητα, αμοραλισμός και οικολογικά εγκλήματα μαστίζουν την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα ο γάμος της βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και χρειάζεται θεραπεία. Η Tori Amos μας κουράρει για το σύγχρονο, μαζικό τραύμα με 15 κεντημένα στο χέρι τραγούδια και ταυτόχρονα αυτοψυχαναλύεται για το συναισθηματικό τέλμα του γάμου της με τον Mark Hawley, ο οποίος παίζει κιθάρα και είναι σχεδιαστής ήχου. Πρόκειται για ένα σύνολο υψηλής εκφραστικότητας, που στοχεύει στο να μας ψιθυρίσει άβολες αλήθειες, όπως στο “Broken Arrow”, ή να μας παρασύρει, όπως στο ταξιδιάρικο “Cloud Riders”, το οποίο λοξοκοιτάει στο soft rock της δεκαετίας του 1970.

Η Tori Amos εκφράζει απτά συναισθήματα μέσω της αποδραστικής δύναμης της μουσικής της. Η εξημέρωση της θηλυκής pop είναι η διανοουμενίστικη κατάκτησή της. Στο φετινό Native Invader τραγουδάει ξανά σαν το εκλεπτυσμένο εξωγήινο πλάσμα που γνωρίσαμε κάποτε, παραμένοντας ακαταμάχητη ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του δίσκου –όπως π.χ. στο “Benjamin”. Στο “Climp” θυμάται ξανά την αφηγηματική της folk δεινότητα, ενώ στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του “Mary’s Eyes” μορφοποιεί τις αναμνήσεις απ’ τη μητέρα της. Στο δε “Up The Creek” διαθέτει ένα νεύρο που φαντάζομαι πως άνετα θα το διασκεύαζε ο παλιός αγαπημένος της Robert Plant, αν μονάχα ο Hawley δεν πείραζε την οργανική φύση του τραγουδιού.

Ο Hawley, λοιπόν, αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη του δίσκου καθώς εμπνέει παρηγορητικές μπαλάντες σαν το “Breakaway”, που μιλάει σε όλες τις ρομαντικές γλώσσες του κόσμου, το “Wildwood” –το οποίο σε στέλνει νοερά σε θολά τοπία της μνήμης– ή το “Chocolate Song”, που ξύνει με καθαρή εκφραστικότητα τις πληγές μιας φθαρμένης σχέσης («we used to make happy»). Από την άλλη, στις επιλογές του οφείλονται και οι αδυναμίες του άλμπουμ, είτε κοιτάξουμε το προβλέψιμο wah-wah της πεταλιέρας στο “Broken Arrow”, είτε τον αχρείαστο κατακλυσμό από fuzz κιθαρισμούς στο “Wildwood”.

Έτσι είναι ο έρωτας, όμως· παρά τα βαρίδια που μας φορτώνει, μας παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας. Το ίδιο νιώθουμε κι εμείς κάθε φορά που ένα νέο άλμπουμ της Tori Amos φτάνει στα χέρια μας: ένα αίσθημα ασφάλειας πως όλα θα πάνε καλά και πως, ακόμα και αν η πραγματικά σπουδαία στιγμή δεν έρθει ποτέ, θα μας συνδέει τουλάχιστον η ειλικρίνεια και τα τραγούδια θα σχηματίσουν μια ζεστή κουβέρτα για να μας προστατεύει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Blade Runner 2049

H ταινία Blade Runner που κατασκεύασε ο Ρίντλεϊ Σκοτ πριν από 35 χρόνια, άνοιξε μια τρύπα στη στρατόσφαιρα του sci-fi, με τρόπο που μόνο ο Κιούμπρικ είχε καταφέρει με την Οδύσσειά του (1968), όταν απεικόνισε το αστρικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Τα δάκρυα των ανθρωποειδών στο Blade Runner του 1982 χάνονταν στη βροχή και η φαντασία των θεατών υπερπηδούσε τους κινηματογραφικούς φραγμούς για να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε νερά, χάρη σε εκείνο το φουτουριστικό νουάρ πρωτοποριακής αισθητικής. Προτού δω το φιλμ του Ντένις Βιλνέβ, είχα αποφασίσει το κείμενό μου να μην υποπέσει σε τυχόν συγκρίσεις με το πρώτο Blade Runner. Κανένα σύγχρονο κινηματογραφικό εγχείρημα άλλωστε δεν θα μπορούσε να αναπαράξει εκείνο το φιλοσοφικό φιλμ, αγωνιώδους πλοκής. Όμως η έπαρση του κανακεμένου απ’ τον παγκόσμιο τύπο σκηνοθέτη και η πεποίθησή μου πως πρόκειται απλώς για ακραιφνή στυλίστα που παράγει χαζευτικό μα άψυχο σινεμά, με κάνει απλώς να θέλω να προπαγανδίσω τις αρετές του αυθεντικού, το οποίο στιγμάτισε οποιονδήποτε έζησε τις εποχές του Atari και της cyberpunk φαντασίας.

Εν αρχή ην η πλοκή, όμως: βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, όταν ένας νέος blade runner με το κωδικό όνομα “Κ” (ή αλλιώς KB36-37) ξεσκεπάζει ένα μυστικό που μπορεί να ταράξει την τάξη και την ασφάλεια του δυστοπικού νέου κόσμου. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Ντεκάρντ, του ήρωα της πρώτης ταινίας,  ο οποίος έχει παραμείνει εξαφανισμένος. Η αστυνομική πλοκή είναι γραμμική, δίχως δεύτερο επίπεδο, και αυτό που κλέβει τις εντυπώσεις είναι ο κινηματογραφικός διάκοσμος, εξαιτίας της φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίνκινς που αποτυπώνει τη βροχερή και πνιγηρή σκοτεινιά του Λος Άντζελες.

Η ταινία του Βιλνέβ είναι αριστοτεχνική σε εικαστικό επίπεδο και αξιοποιεί την αγριότητα του βιομηχανικού θορύβου που εντείνει τη μοναξιά, τα νεοκλασικά ερείπια που θυμίζουν μαυσωλείο ψυχών και το αχανές τοπίο, το οποίο έχει μετατραπεί σε χωματερή. Όμως, όσο περισσότερο παρατηρούμε το περιβάλλον του Blade Runner 2049, τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση πως όλα τα στοιχεία που το καθιστούν γοητευτικό αποτελούν μια δοσμένη με ακρίβεια ρέπλικα των συστατικών του πρώτου φιλμ. Τα υλικά του Ρίντλεϊ Σκοτ, δηλαδή, είναι το μόνο καύσιμο και εφόδιο για τη διαδρομή.
Οι όποιες καινές ιδέες έρχεται να συνεισφέρει αυτό το σίκουελ στη μυθολογία, αποτελούν και τα αδύνατα σημεία του. Κραυγαλέο παράδειγμα ο ρόλος του Τζάρεντ Λέτο, ο οποίος υποδύεται έναν μεσσιανικού τύπου παράφρονα με γυάλινα μάτια που εξαπολύει αφορισμούς και στίχους της Βίβλου (sic), με προσποιητό στόμφο, που θα ταίριαζε περισσότερο στο saga του Underworld. «Εταιρείες» με αμοραλιστικά κίνητρα, ανδροειδή με συνείδηση και οι νέον διαφημίσεις φορτώνουν τις 2,5 ώρες της ταινίας που έχει πειστεί πως είναι μεγαλειώδης επειδή φοράει βαριά φανέλα. Καμία αυτοψία στους χαρακτήρες, κανένα επιστημονικό σασπένς και μια εκνευριστική «υπόσχεση» για σίκουελ που υπόσχεται μελλοντική επανάσταση στο κλίμα του «Εξολοθρευτή».

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, με το πέτρινο ύφος του, κάνει ό,τι μπορεί για να αποκρυσταλλώσει τη μοναξιά της virtual σχέσης του με ψηφιακή σύντροφο και την άνιση μάχη με τη θνητή μνήμη, αλλά στερείται σκηνοθετικών οδηγιών καθώς ο Βιλνέβ ουδεμία σχέση έχει με ανάπτυξη χαρακτήρων: τον αφορούν μόνο οι cool μοντερνισμοί. Επίσης, ο Χάρισον Φορντ θα είχε σίγουρα τη διάθεση να δώσει πιστότητα και βάθος στον μοναχικό και αμίλητο χαρακτήρα του, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει με παρατεταμένο cameo. Το υπαρξιακό διαμέτρημα της ιστορίας χάνεται έτσι κάπου μέσα στην ευκολοχώνευτη πλοκή, και το φιλμ χάνει το στοίχημα γιατί βολεύεται στις εφαρμοσμένες τεχνικές του σασπένς, αντί να ποντάρει στο καλλιτεχνικό ένστικτο και στη σκεπτόμενη ψυχαγωγία.

Τέλος, αξίζει να σημειώσω πόσο μας έλειψαν τα ανεπανάληπτα μουσικά αναπτύγματα του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που εδώ έχουν αντικατασταθεί από πομπώδεις εκρήξεις και (τάχα μου) επιβλητικούς θορύβους στη διαπασών. Οι αυξημένες προσδοκίες δεν σημαίνουν αυστηρότητα, απλώς πηγάζουν από αγάπη για το αληθινό σινεμά, το οποίο σχεδόν ποτέ δεν έχει σχέση με το hype.

67tBl_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #101

Prophets of Rage

Η χημεία ανάμεσα στο μπάσο του Tim Commerford, στα ντραμς του Brad Wilk και στις βιρτουόζικες κιθάρες του Tom Morello, δημιούργησε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά σύνολα του σύγχρονου rock: τηv καταιγιστική rhythm section των Rage Against The Machine. Ο Morello χρησιμοποιούσε πάντα την ηλεκτρική του σαν όπλο στις οδομαχίες με τα όργανα της μηχανής, σαν disc jokey που έκανε σκρατς αλαφιασμένος, σαν τρελός επιστήμονας που εκστασιάζεται με τον ήχο της κιθάρας να βγαίνει με πιρουέτες απ’ τα ηχεία.

Η ιδέα να ανασυγκροτηθεί η τριανδρία σε ένα νέο rap-metal super group, με τον θρυλικό Chuck D και τον B Real στα φωνητικά, μας γέμισε αισιοδοξία. Ειδικότερα σε μια εποχή όπου το rock παρατηρεί τον κόσμο απ’ τη λήθη των κατεβασμένων MP3s και στέκει ανήμπορο να έχει παρεμβατικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όλα αυτά ενώ οι εφιαλτικές αμερικάνικες εκλογές του 2016 απλώνουν ακόμη βαριά τη σκιά του φασισμού στον Δυτικό κόσμο, με το soundtrack διαμαρτυρίας να απουσιάζει.

Όμως, ακόμα και με φόντο τον σύγχρονο ακτιβισμό του Black Lives Matter και τις Antifa κοινωνικές ομάδες να δίνουν τη μάχη ενάντια στη μετατροπή της Αμερικής σε δικτατορία «λευκής υπεροχής», οι Prophets Οf Rage μοιάζουν περισσότερο με μηχανή που παράγει εύκολα σλόγκαν για κατανάλωση, παρά με επικίνδυνο συγκρότημα, το οποίο θα πολεμήσει με και θα πολεμηθεί από την εξουσία.

Δύσκολα θα φανταστούμε δηλαδή μια πορεία χιλιάδων προς την Ουάσινγκτον να υποστηρίζεται μουσικά με κάποιο από αυτά τα 12 τραγούδια, τα οποία μοιάζουν με συρραφή από συνθήματα γραμμένα σε πλακάτ («Stand up and rise like the tide»), ενώ θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο: απ’ τον δίσκο να βρίσκουν τον δρόμο προς τις πορείες διαμαρτυρίας. «Everything is changed, yet nothing is changed» λέει ο Chuck D στο “Unfuck Τhe World” και το βιντεοκλίπ –σε σκηνοθεσία Michael Moore– μας δείχνει διαδοχικά τις προεδρικές ορκωμοσίες (Reagan, Clinton, Bush, Obama και Trump). Ένα μήνυμα ανασφαλές μέσα στην αμήχανη ιδέα του, παρά ώριμο σύνθημα συναγερμού.

Το σίγουρο είναι πως η στρατευμένη οργή των Prophets Οf Rage δεν θα έχει τον ίδιο συναισθηματικό αντίτυπο στους σημερινούς ακροατές, σε σχέση με εκείνο που άφησαν οι πρώιμοι δίσκοι των Public Enemy, των Cypress Hill και των Rage Against The Machine. Δεν υπάρχει πουθενά ένας αναρχικός ύμνος σαν το “Killing In The Name”, ούτε η αίσθηση του «CNN των γκέτο» που κάποτε κραύγαζε “Fight The Power”, κάνοντας ίσωμα την κοινωνία. Ακόμα και οι θεματικές σταθερές του B Real, στον οποίον οφείλεται το “Legalize Me”, έχουν εκφραστεί απείρως πιο πειστικά σε κομμάτια όπως το “I Wanna Get High”.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κιθαριστική μολότοφ του πρώτου δίσκου των Rage Against The Machine και 30 χρόνια μετά το εμβληματικό It Takes A Nation Of Millions To Hold Us Back, που έχρισε τον Chuck D ως την επαναστατική φωνή της γενιάς του, τα συνθήματα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, αλλά έχουν υποστεί φυσιολογική φθορά δια της επαναλήψεως: oι Rage Against The Machine θέλουν να καταστραφεί το σύστημα, ο Chuck μισεί την αστυνομία και ο B-Real επιθυμεί τη μαριχουάνα νόμιμη.

Στα καλά νέα, τα “Radical Eyes”, “Unfuck The World” και “Hands Up” θα έβρισκαν εύκολα τον δρόμο για έναν δίσκο των Rage Against The Machine. Το “Hail Τo Τhe Chief”, επίσης, υπογραμμίζει έξυπνα το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής σκυτάλης στον Mike Pence στην τερατωδία της νυν αμερικάνικης κυβέρνησης, ενώ το “Take Me Higher” ξεκινάει σαν μεταλλική διασκευή του “Fame” για να εξελιχθεί σε συνομωσιολογική προειδοποίηση για τις παράνομες παρακολουθήσεις του κράτους («Drones, they got ya tapped, they got ya phone»).

Μοναδικός κερδισμένος του εγχειρήματος είναι ο Morello, ο οποίος διεκδικεί τον τίτλο του πιο ευρηματικού κιθαρίστα της γενιάς του: κάποια σόλο εδώ, όντως μυρίζουν βενζίνη και δακρυγόνο. Είχε πολλά χρόνια να λάμψει το ταλέντο του σε ολοκληρωμένο δίσκο. Ας το παραδεχτούμε, πλέον, ότι η τσιριχτή μελαγχολία του αδικοχαμένου Chris Cornell δεν κούμπωσε ποτέ με το πυρακτωμένο funk του στους Audioslave. Σε φωνητικό επίπεδο, ο πάντα ικανός B Real συνεργάζεται άψογα με τον Chuck D –τουλάχιστον έκανε καλύτερη δουλειά απ’ ότι θα έκανε ο αλλοτριωμένος πλέον Flavor Flav.

Ο δίσκος μοιάζει με αποστειρωμένη και «φιλική» στο εφηβικό ακροατήριο εκδοχή της αφοπλιστικής ωμότητας ενός «Fuck you, I won’t do what you tell me», ενώ η παραγωγή του Brendan O’Brien περισσότερο θέλει να ικανοποιήσει τη στραβοχυμένη αδρεναλίνη του κοινού που θέλει να χτυπηθεί ομαδικά –αυτό που πιτσιρικάδες στα σχολεία λέγαμε «σχιζοφρένεια»– χωρίς να έχει τη δύναμη να κάνει τη λαοθάλασσα του Lollapalooza να πάρει αυθόρμητα φωτιά, όπως συνέβαινε παλιά. Δύσκολα δηλαδή ένα κομμάτι σαν το “Smashit” θα οπλίσει το χέρι ενός νέου για να ρίξει πέτρες στο αστυνομικό όχημα. Πιο πιθανό είναι να τον κατευθύνει στο κοντινότερο 1990s rock nostalgia partyγια να χορέψει με Beastie Boys και Red Hot Chili Peppers.

Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις για την επανάσταση. Οι Prophets Οf Rage ήταν μια ονειρεμένη ιδέα επίκαιρου συγκροτήματος, αλλά μάλλον το βιάστηκαν το υλικό τους και κατέληξαν να ακούγονται σαν support γκρουπ για το main act, το οποίο θα ξεκινήσει τη συναυλία με το “Guerrilla Radio”, που είναι το τραγούδι που περιμένουν όλοι. Άσε που ο δίσκος μας θύμισε το πόσο μας λείπει ο Zack De La Rocha. Κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι θα έκανε με το συγκεκριμένο υλικό, αν έβγαινε για λίγο απ’ την αυτοεξορία του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

120 Χτύποι το Λεπτό

68j120_2.jpg

Πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό μείγμα δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, πολιτικής καταγγελίας και αγνού μελοδραματισμού, με επίκεντρο την σαρωτική επιδημία του AIDS στο Παρίσι των αρχών του ’90 και της ακτιβιστικής οργάνωσης «Act Up». Η τρυφερή και έντιμη ταινία του Ρομπέν Καμπιγιό, μιλάει για αληθινούς ανθρώπους για αληθινές απώλειες και για αληθινά ζητήματα που καίνε ακόμα. Η αλήθεια είναι το σπαθί και η πανοπλία αυτού του δράματος που μας βάζει στις συνελεύσεις των μελών της Act Up, και μας ξεναγεί στην καρδιά του τι ακριβώς σημαίνει ακτιβισμός με παρεμβατική σημασία (δεν ήταν αστείοι Ατενίστας τα μέλη εκείνης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας). Η ασφυκτική μάχη με τις φαρμακευτικές εταιρείες και την κοινωνική προκατάληψη που έδιναν οι ήρωες της ταινίας περιγράφεται με ανάγλυφο τρόπο.

Η καρδιά παράγει 120 χτύπους το λεπτό όταν είμαστε σε αγωνία, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν αγωνιούμε για κάτι που αγαπούμε… Αυτό τυγχάνει να είναι και το μέτρημα των beat της house μουσικής που άνθιζε στις αρχές του 90 και έκανε τα πρώτα του βήματα στα gay club της εποχής. Ο Καμπιγιό κρατάει καλά το ρυθμό και αποτυπώνει πειστικά τον γυμνό φόβο, την καύλα, την απελπισία, το ανθρώπινο άγγιγμα και την οργή απέναντι στο καπιταλιστικό τέρας της φαρμακοβιομηχανίας. Όλα αυτά μέχρι που τα συναισθηματικά τραύματα γίνονται σωματικά, και οι στιγμές ηδονής κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτη την απώλεια.

68j120_3.jpg

Ο σκηνοθέτης ξέρει καλά τους ήρωές του. Είναι ένας απ’ αυτούς. Τους αφήνει να συγκρούονται, να πηδιούνται, να διαδηλώνουν στο gay pride και να πετάνε συμβολικά ψεύτικο αίμα στους εχθρούς. Η εξέλιξη του φιλμ είναι καλά δομημένη: από την θεωρητική προσέγγιση του αγώνα, στις μικρές συγκρούσεις και από τον δυνατό έρωτα στον αποχωρισμό. Οι «120 Χτύποι το Λεπτό» είναι μια επίκαιρη ταινία, όχι μονό γιατί η μάχη με το AIDS ακόμη δεν έχει κερδηθεί, αλλά γιατί οι δυναμικές των σημερινών ομάδων που ενώνονται για ένα κοινό σκοπό ώστε να τα βάλουν με τον Γολιάθ της πολιτικής, δεν διαθέτει πια το ίδιο πάθος, την ίδια πίστη και την ίδια αγωνία. Δεν έχει καν το ίδιο soundtrack. Αν θα μπορούσε να ήταν μισή ώρα πιο μικρή η ταινία για να τονώσει το νεύρο της αφήγησης; Σίγουρα θα μπορούσε. Αν θα μπορούσε να είναι πιο υπαινικτική στον χειριστικό μελοδραματισμό του τελευταίου μέρους; Αναμφισβήτητα. Όμως μια ταινία που σου χαρίζει μια ποιητική σκηνή όπως αυτή με το “Smalltown Boy” των Bronski Beat σε μια σκηνή διαδήλωσης, δεν μπορείς να την κακοκαρδίσεις.

68j120_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Το Αυτό

Υπάρχει λόγος που αυτή η κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου του Στίβεν Κινγκ έσπασε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ όλων των εποχών στις Η.Π.Α. για ταινία τρόμου. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες απόπειρες στην τηλεόραση και το σινεμά, να αποτυπωθεί ο επαρχιακός ονειρόκοσμος τεράτων και ανείπωτης απειλής (αυτός που δακτυλογραφεί μανιασμένα εδώ και δεκαετίες ο Κινγκ) το «Αυτό» έγινε σωστά.

Πρόκειται για ένα δράμα αλληγορικών διαθέσεων και σχεδόν κοσμικών διαστάσεων. Απείρως καλύτερο από την τηλεοπτική μίνι σειρά του 1990, το φιλμ του Άντι Μουσιέτι αποτελεί μια ψυχαγωγική εμπειρία τρόμου, πληθωρική και απόλυτα πιστή στο στυλιζάρισμά της. Επιπλέον τον σκηνοθέτη δικαιώνει απόλυτα η επιλογή να κρατήσει την «ενήλικη» περίοδο των ηρώων για τη δεύτερη ταινία το 2009. Έτσι καταφέρνει να μην υπερφορτώσει το φιλμ με τις λεπτομέρειες του θηριώδους βιβλίου, ούτε να στριμώξει σε δυο ώρες τον πλούτο φαντασίας που κατάφερε και χώρεσε σε αρκετές εκατοντάδες σελίδες ο Στίβεν Κίνγκ.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1989, στην κωμόπολη του Ντέρι, όπου μια ομάδα εφήβων θα αντιμετωπίσει έναν δαιμονικό και αιμοσταγή κλόουν, μια απόκοσμη οντότητα που τρώει τις ψυχές των παιδιών. Οι ιδέες του σκηνοθέτη μπορεί να μην καινούριες αλλά καταδεικνύουν τον πλούτο ενός άφθαρτου στον χρόνο κινηματογραφικού στυλ.

68jAyto_2.jpg

Η άριστα κινηματογραφημένη ιστορία ενηλικίωσης δανείζεται απ’ τον παιδικό ονειρόκοσμο του Σπίλμπεργκ και απ’ την ευαισθησία του «Στάσου Πλάι μου» (1986) του Ρομπ Ράινερ και «κουμπώνει» από άποψη μάρκετινγκ σε μια εποχή όπου αγκάλιασε το τηλεοπτικό “Stranger Things” που μοιράζεται πολλά σε επίπεδο αισθητικής. Οι παιδικές φοβίες και οι εφιάλτες απ’ την κόλαση (όσο πιο αναίτιοι τόσο το καλύτερο) θα θρέψουν τον δυσοίωνο ερχομό του φρικιαστικού κλόουν ο οποίος θα γίνει ο τραγικός κοινωνός των αρχέγονων φόβων μας. Ο νοσηρός Πένιγουαϊζ έρχεται για τις ψυχές αθώων παιδιών, οι οποίες καταδικάζονται να «επιπλέουν» στο φαντασιακό μαυσωλείο του.

Η καλή χρήση του ζωηρού περιβάλλοντος και η λεπτή δουλειά οπτικές λεπτομέρειες καθιστούν αυτή την ταινία μια πραγματική ανάσα στη σύγχρονη, mainstream ψυχαγωγία τρόμου. Η ρευστότητα της απειλής από τα βάθη του σκότους μεταμορφώνει την παρέα παιδιών σε αληθινούς ήρωες της διπλανής πόρτας, που καλούνται να υπερβούν τις παραισθητικές ενοράσεις, το bullying και τις δοκιμασίες στις οποίες σε βάζει το μυαλό όταν φοβάσαι το σκοτάδι.

Το «Αυτό» παραμένει αναίσχυντα ψυχαγωγικό, διαθέτει ανέλπιστη συνέπεια ύφους και τιμιότητας, ενώ ξεφεύγει απ’ τα στεγανά ενός b-movie με καλές προθέσεις. Ο φιλοσοφικός κορμός της ταινίας, όμως, μας ψιθυρίζει πως όσο σατανικός και να είναι ο κλόουν Πένιγουαϊζ, η Αμερική των ενηλίκων θα είναι πάντα βουτηγμένη στη βία, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό, την άγνοια και την κακοποίηση –δηλαδή είναι πολύ πιο τρομακτική.

68jAyto_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Kingsman: The Golden Circle

69jkingsm_2.jpg

H συνέχεια της εμπορικής επιτυχίας του Kingsman μπορεί να σας κάνει να αναρωτιέστε για ποιο λόγο είδατε αυτή την ταινία και γιατί χάσατε την ώρα σας – κάτι που δεν συνέβη με την πρώτη ταινία. Η σκηνοθεσία του Matthew Vaughn έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να αρέσει σε μεγαλύτερο κοινό: μεγαλύτερα σκηνικά, περισσότεροι σταρ, πιο πολλά τζεϊμσμποντικά γκάτζετ και άφθονη χορογραφημένη βία. Όμως η αίσθηση του «μπανάλ» και του διεκπαιρεωτικού, κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτό το παιδαριώδες κοκτέιλ ιστορίας ενηλικίωσης και κατασκοπικής περιπέτειας βρετανικής κοπής. Αμέσως μετά την αρχική σεκάνς της αυτοκινητικής καταδίωξης στο νυχτερινό Λονδίνο, όλα παίρνουν την κατηφόρα. Τα εμπνευσμένα σκηνικά, το σνομπ βρετανικό lifestyle, η σάτιρα στην αμερικανική μισαλλοδοξία και οι πολλές σινεφίλ αναφορές προσθέτουν μυρωδικά στο μείγμα, αλλά το στοιχείο της παρωδίας δεν απογειώνεται ποτέ ενώ η πλοκή είναι πιο ανάλαφρη και από ένα ποτήρι αφρώδους οίνου.

Στην πραγματικότητα η ταινία, κυρίως πουλάει εξυπνάδα παρά είναι αληθινά έξυπνη. Τούτο το σίκουελ προσπαθεί εντονότερα απ’ όσο χρειάζεται, προκειμένου να μας προσφέρει όσα νομίζει ότι ζητάμε. Έτσι, υπερ-φορτώνει την πλοκή με καρτουνίστικη βία και τοποθετεί τη δράση σε Αμερικάνικο έδαφος με το πρόσωπο του «κακού» να ενσαρκώνει η μοχθηρή Τζουλιάν Μουρ. Ο Χάρι του Κόλιν Φερθ επανέρχεται, αν και χαμένος στις πεταλούδες του, χωρίς μνήμη μέσα σε ένα λευκό κελί ενώ την παράσταση κλέβει ο ακομπλεξάριστος Έλτον Τζον που είναι παγιδευμένος για να ψυχαγωγεί την κλίκα της Τζούλιαν Μουρ.

Ο Χρυσός Κύκλος θα μπορούσε να ήταν μια απολαυστικά διασκεδαστική μπαλαφάρα, αν δεν άπλωνε το σύμπαν των Kingsman με νέους χαρακτήρες και μυστικές οργανώσεις και δεν χρησιμοποιούσε αχρείαστη υπερβολή στη δράση. Η κλασάτη βρετανική ειρωνεία του πρώτου φιλμ έπρεπε να φαρδύνει λίγο το κομψό κουστούμι της και να γίνει «κάζουαλ μπλέιζερ» για να φοριέται και λίγο απ’ το Αμερικάνικο κοινό που θα βρεθεί στα multiplex το πρώτο τριήμερο ανοίγματος. Επιπλέον ο Τσάνινγκ Τέιτουμ και η Χάλι Μπέρι δεν πείθουν στον ρόλο των “Statesman”, δηλαδή των Αμερικάνων ομολόγων των ultra cool κατασκόπων της πρώτης ταινίας.

Η μόνη ενδιαφέρουσα υποπλοκή είναι ο τρόπος που ο Αμερικάνος πρόεδρος (ο Bruce Greenwood σε ένα απολαυστικό κακέκτυπο του Τραμπ) καπηλεύεται την προπαγάνδα κατά των ναρκωτικών. Τι τα θες όμως… Τα καουμπόικα stunts, η πληθωρική πλοκή και η πηχτή δράση δεν κάθονται καλά στο μπλέντερ της μονταζιέρας και το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα οποιοδήποτε b-side του Elton John: έχει ωραίο ρυθμό, κρατάει πολύ, δεν σε συγκινεί παρά τα πολλά κουπλέ και δεν θες για κανένα λόγο να ακούσεις ξανά στο repeat.

69jkingsm_4.jpeg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #100

Alan Vega

IT

«Life is no joke, it’s days and nights of pure evil».

O υπέροχα παρανοϊκός ιεραπόστολος του ωμού punk των Suicide, ήταν πάντα το αυτοεξόριστο πλάσμα με συμπόνοια που εξαπέλυε εκδικητική μανία προς πάσα κατεύθυνση. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ της καριέρας του με τίτλο ΙΤ. Πρόκειται για μια δουλειά που ο Alan Vega ετοίμαζε περίπου 7 χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και συνεργάτιδα Liz Lamere· τελικά έμελλε να είναι μεταθανάτια.

Η κολασμένη αφήγηση του Elvis από την κόλαση ή, αν προτιμάτε, του Ritchie Valens από τη ζώνη των νεκρών ή το σατανικό alter ego του Dion –όπως θέλετε περιγράψτε τον Vega– δεν συστήνεται βέβαια για όλους. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή τους ορκισμένους fans που πίνουν νερό στο όνομα των Suicide, δεν ξέρω πόσοι ακροατές θα εκτεθούν από σύμπτωση σε αυτό το αμάλγαμα από ψυχωτικές φαντασιώσεις, ανίερους πόθους, τυφλή βία και φιλοσοφικά παραληρήματα κατά των δαιμόνων της αμερικάνικης ψυχής: είναι γεμάτο από αδηφάγα media, μισαλλόδοξη θρησκεία και πολεμικά ένστικτα. Το rock ‘n’ roll του Alan Vega βρίσκεται εδώ στην πιο βάρβαρη εκδοχή του και ο ίδιος, σαν ένας Hubert Selby Jr. σε παράκρουση, σκορπίζει τους αιμοσταγείς στίχους του σαν σάλια και ούρα μεθυσμένου προφήτη.

Ο Alan Vega επιδίδεται σε ένα rockabilly βγαλμένο κατευθείαν από το στόμα της τρέλας. Φωνάζει συνθήματα όπως «It’s doomsday, doomsday» και «America, America is killing its youth» σαν τα μισόλογα τα οποία μονολογεί ο ενοχλητικός ρακένδυτος τύπος που περπατάει δίπλα μας στο κέντρο της πόλης –και που είναι φανερό ότι έχει σαλτάρει, προ πολλού. Στο “Prayer”, φωνάζει «hallelujah», «meditation» και «war is over». Οι κραυγές του πατάνε σε industrial λούπες που μοιάζουν να ξέφυγαν από το ασκησιολόγιο των Skinny Puppy, με το drum machine να χτυπάει σαν σκουριασμένη πρόκα την τραχιά επιφάνεια των τραγουδιών, όσο τα κοφτερά synths δίνουν χώρο στις άναρθρες κραυγές του αλαφιασμένου πάστορα, την ώρα που καίει βιβλία και φτύνει στη μούρη το ποίμνιο.

Ο δίσκος δεν συντονίζεται λοιπόν σε κανέναν εξωγενή ρυθμό, παρά μόνο με τον δικό του, εσωτερικό –και γι’ αυτό πνίγεται τελικά στον industrial εμετό του. Οι εφιάλτες του έχουν νόημα μόνο σαν την καθαρτήρια κραυγή την οποία εξαπολύει κάποιος που βρίσκεται σε αγωνία και έκσταση καθώς βλέπει να πλησιάζει το φως στην άκρη του τούνελ. Το ακροατήριο είναι λογικό να γυρίσει την πλάτη στο IT και στην πυρακτωμένη οργή του. Αυτή όμως είναι η καλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να είχε αφήσει ο Alan Vega. Αμήν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

La La Land live in concert

71gLaLa_2.png

Η υπόσχεση του μουσικού εγχειρήματος με τίτλο «La La Land – live in concert» ήταν πως η λάμψη του φωταγωγημένου Χόλιγουντ, οι γοητευτικές μελωδίες του score και τα instant classic τραγούδια του δικαίως βραβευμένου με Όσκαρ Justin Hurwitz, θα αποκτήσουν ζωή μπροστά στους θεατές, χάρη σε μια 100μελή, ζωντανή ορχήστρα. Καθώς λοιπόν πήγαινα προς το Gazi Music Hall για να παρακολουθήσω την πρεμιέρα της παράστασης στην Αθήνα, ανυπομονούσα να δω την αναβίωση της κινηματογραφικής λάμψης, να ακούσω τη χλιδάτη jazz και να μοιραστώ άλλο ένα μικρό ραντεβού με τα όνειρα που μας χάρισε η υπέροχη ταινία του σκηνοθέτη Damien Chazelle.

71gLaLa_3.png

Άρχισα να έχω τις πρώτες αμφιβολίες φτάνοντας στο προαύλιο του χώρου, όπου πάνω απ’ την πόρτα έστεκε περήφανα η μαρκίζα της «Ταράτσας Του Φοίβου»: καμία ένδειξη για τη συναυλία της βραδιάς, ούτε καν κάποια αφίσα. Μου έκανε εντύπωση. Πώς μια τόσο ακριβή παραγωγή με μεγάλη ορχήστραδεν μερίμνησε να στολίσει την είσοδο με τους πρωταγωνιστές ή με ένα από τα αναγνωρίσιμα εικαστικά του φιλμ;

Στην ουσία, η «live in concert» φαντασμαγορία ήταν μια προβολή της ταινίας, με τη ζωντανή ορχήστρα –αποτελούμενη εξ ολοκλήρου από Έλληνες μουσικούς, τους οποίους συγκέντρωσε και κατηύθυνε ο Αλέξης Πρίφτης– να εκτελεί τα μουσικά κομμάτια σε άριστο συγχρονισμό με τα πλάνα και με τα φωνητικά της γλυκύτατης Emma Stone. Τα μάτια του κόσμου ήταν καρφωμένα στην οθόνη, ενώ η ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του έμπειρου μαέστρου Eric Oschner, έδινε μια ηχητική διάσταση που ξεπερνούσε τις Dolby surround δυνατότητες της πιο καλά εξοπλισμένης αίθουσας. Όσο όμως οι διάλογοι της ταινίας προχωρούσαν το τρυφερό love story στο video wall, η ορχήστρα, η χορωδία και η jazz ensemble περίμεναν το επόμενο κομμάτι του soundtrack ώστε να συμμετάσχουν ξανά, δικαιολογώντας έτσι το στοιχείο του «in concert».

71gLaLa_5.png

Τα δύο ζητήματα που οφείλουν λοιπόν να τεθούν από πλευράς κριτικής είναι α) ποιος ο λόγος ύπαρξης ενός τέτοιου σχεδίου, που περιοδεύει στον κόσμο και β) ποιοι είναι αυτοί που τελικά απήλαυσαν τη συγκεκριμένη προσπάθεια;

Για το πρώτο ερώτημα, η θετική ερμηνεία είναι πως η κλασική ψυχαγωγία του Broadway σπάνια εκφράζεται με κινηματογραφικά εργαλεία –οπότε οι εικόνες του La La Land έγιναν πρακτικά μια κάψουλα για να απολαύσουμε την ορχηστρική μουσική ζωντανά. Μια δεύτερη ερμηνεία είναι πως ίσως το πετυχημένο soundtrack δεν είχε τις πωλήσεις που θα άξιζε (σε μια άλλη εποχή θα πουλούσε εκατομμύρια αντίτυπα), οπότε ο συνθέτης βρήκε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το έργο του με έναν ακόμα τρόπο, ώστε να αρμέξει όσο μπορεί τα χρυσοφόρα μουρμουρίσματα που άφησε το “City Of Stars” σε χιλιάδες θεατές. Κλίνω προσωπικά στη δεύτερη ερμηνεία.

Όσο για το ακροατήριο και το ποιους θα άφησε ευχαριστημένους αυτό το θέαμα; Μια απάντηση θα ήταν ανθρώπους που γοητεύτηκαν από το αυτοκαταστροφικό jazz ειδύλλιο της ταινίας και τους αρέσει να ονειρεύονται με κάθε ευκαιρία κάτω από τις γεμάτες φεγγαρόσκονη σκηνές της, όπως εκείνη στο αστεροσκοπείο.

Μια άλλη απάντηση, όμως, θα ήταν πως απευθύνθηκε σε ανθρώπους που δεν θα τους ενδιέφερε ποτέ να παρακολουθήσουν το ρεσιτάλ μια ορχήστρας, δίχως μια pop αναφορά και δίχως την οσκαρική υπόσχεση φαντασμαγορίας. Ότι απευθύνθηκε δηλαδή σε ένα κοινό το οποίο, χωρίς τη συνοδεία επίκαιρων εικόνων για να χαζεύει, δεν θα το ενδιέφερε ποτέ η παράσταση μιας φιλαρμονικής και ποτέ δεν θα απολάμβανε τη ζωντανή jazz αν δεν τους τη σέρβιρε ένας λευκός γόης σαν τον Ryan Gosling –ακόμα και αν τον βλέπουν μόνο σε video wall.  Δυστυχώς κι εδώ, κλίνω προς τη δεύτερη εκδοχή.

71gLaLa_6.png

Από το Avopolis

Posted in Cinema, Music | Leave a comment

Logan Lucky

Όταν το 1989 ο 26χρονος Στίβεν Σόντερμπεργκ κέρδισε τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών με το ντεμπούτο του “Σεξ, Ψέματα και Βιντεοκασέτες”, δήλωσε ότι «από ‘δω και πέρα ακολουθεί μόνο κατηφόρα». Το τρομερό παιδί του indie Αμερικάνικου κινηματογράφου ξεκίνησε πρώτος στη γραμμή της αφετηρίας σε σχέση με τους υπόλοιπους (Λινκλέιτερ, Ταραντίνο κτλ) και όταν η γενιά της Miramax μεσουρανούσε σε βραβεία και εισπράξεις, αυτός έμεινε πίσω και χάθηκε σε εξαφανισμένα φιλμ (“Kafka”, “King of the Hill”, “Underneath” κτλ). Το άστρο του έλαμψε ξανά με το “Out Of Sight” (1998) για να βγει από την αφάνεια και να φτάσει ξανά στην κορυφή χάρη σε καλοφτιαγμένα crowd pleasers (“Traffic”, “Erin Brockovitch”) αλλά και υπέροχα προσωπικά φιλμ (“The Limey”, “Che”, “The Informant!”).

72jMovwr_2.jpg

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σόντερμπεργκ δήλωσε πως έφτασε σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και έπρεπε να αποσυρθεί απ’ τον κινηματογράφο. Ο πολυσχιδής σκηνοθέτης είχε χάσει τον προσανατολισμό του και παρά την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του πίσω απ’ τον φακό, οι ταινίες του δεν πετύχαιναν το σκοπό τους. Ταινίες όπως τα “Side Effects”, “Haywire” και “Contagion” δεν βρήκαν τον ρυθμό και το κοινό τους, ενώ ο σκηνοθέτης σπάνια έπιανε τη φλέβα της ταινίας που ήθελε να φτιάξει (“Magic Mike”). Η «αποχώρηση» από την ενεργό δράση μόνο καλό έκανε στον Σόντερμπεργκ, καθώς χωρίς άγχος παρέδωσε το θαυμάσιο “Behind the Candelabra” (2013) μια γλαφυρή βιογραφία του Λιμπεράτσε, πριν ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Φυσικά είναι ανόητο να μιλάμε για αποχώρηση καθώς τα χρόνια της απουσίας του ο Σόντερμπεργκ ήταν πιο ενεργός από ποτέ, καθώς σκηνοθέτησε το τηλεοπτικό δράμα “The Knick“, σχεδίασε το διαδραστικό crime story με τίτλο “Mosaic” που θα εμπλέκει τον θεατή, καθώς και το θρίλερ “Unsane” που γυρίστηκε εξολοκλήρου σε κάμερα iphone.  Όμως, κάπου εκεί ανάμεσα σκηνοθέτησε και το heist movie με τίτλο «Logan Lucky» που τον επαναφέρει στην αγαπημένη αφηγηματική φόρμουλα των “Ocean’s Eleven”.

To Logan Lucky είναι μια εξωφρενική ιστορία ληστείας, βουτηγμένη στην hillbilly πλευρά της Αμερικής και ειδικότερα στην πολυτραγουδισμένη επαρχία της West Virginia. Πρόκειται για μια πανέξυπνη country ιστορία για τους αφανείς blue-collar ήρωες της μετά Τραμπ εποχής. Όμως σε κάθε καλά μελετημένο πλάνο του φιλμ, ξεπηδάει το αγνό κινηματογραφικό fun, αυτό δηλαδή που σε κάνει να παραβλέπεις αναληθοφάνειες, που σε κάνει να θες να ρυθμίσεις το «φίλτρο ρεαλισμού» στο μηδέν, μόνο και μόνο γιατί θες να σε ρουφήξει η καλά δομημένη πλοκή. Οι ήρωες του Logan Lucky δεν έχουν σχέση με τους φωτογενείς ήρωες του Ocean’s Eleven. Η κακόμοιρη οικογένεια των Λόγκαν βασανίζεται από κακοτυχίες και χρειάζεται μια γερή μπάζα για να πιάσει την καλή. Ο Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί με παραπανίσια αυτοπεποίθηση τα κομμάτια του δαιμόνιου παιχνιδιού. Από τη μια βαδίζει στα μονοπάτια του Τζόελ και του Ίθαν Κοέν, με τους κακοποιούς ήρωες να διαθέτουν μηδενικό IQ, (αλλά με τρυφερότητα και χωρίς τον φιλοσοφημένο μισανθρωπισμό των αδερφών Κοέν) και από την άλλη τρέχει με χίλια στις δαιδαλώδεις στροφές του «είναι» και του «φαίνεσθαι» των καλοκουρδισμένων λεπτομερειών της ξεσαλωμένης πλοκής, στην παράδοση του Ντέιβιντ Μάμετ.

72jMovwr_3.jpg

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ είναι ο πρώην αθλητής του σχολείου που η ζωή τον προσπέρασε. Ο Άνταμ Ντράιβερ είναι ο καλόκαρδος αδερφός του που έχει χάσει το ένα του χέρι στο Ιράκ, αλλά παραμένει good ol’ boy. Για το μεγάλο σχέδιο στην ληστεία την ώρα που γίνονται οι αγώνες ταχύτητας, πρέπει να επιστρατευτεί ο ειδικός στις εκρήξεις – ένας ανέλπιστα αστείος και απολαυστικός Ντάνιελ Κρέγκ που ακόμα και το να αλατίζει το βρασμένο του αυγό το κάνει να φαίνεται αστείο. Είναι τελικά χαζοί και άτυχοι οι Λόγκαν ή είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας ένα τόσο δύσκολο σχέδιο; Η jazzy σκηνοθεσία του “Logan Lucky”, ο ρυθμός στο μοντάζ που βγάζει μάτια, η country φλέβα του Τζον Ντένβερ, η ανοιχτοί αυτοκινητόδρομοι, το φρενήρες σενάριο και το παζλ χαρακτήρων, δημιουργούν ένα γνήσια απολαυστικό χαρμάνι, που ακόμα και αν δεν διεκδικεί βραβεία πρωτοτυπίας, τουλάχιστον είναι πραγματικά έξυπνο (και το κυριότερο όχι εξυπνακίστικο). Επιπλέον διαθέτει κάμποσες σκηνές ανθολογίας με αποκορύφωμα την εξέγερση στη φυλακή με αφορμή τα βιβλία του Game Of Thrones. Η αποχή τελικά έκανε καλό στον Σόντερμπεργκ. Το ίδιο και σε εμάς ,γιατί συνειδητοποιήσαμε πόσο μας άρεσε το σινεμά του.

72jMovwr_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #99

Washed Out

Mister Mellow

Όσοι έχουν παίξει σαν DJ έστω για μία μέρα, σε οποιοδήποτε κλασάτο μπαρ, θα ξέρουν ότι υπάρχουν κάποια τραγούδια «καβάτζες», που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, έχουν τη δυναμική να ανεβάσουν τη διάθεση στη στιγμή, προκαλώντας ενστικτώδη λικνίσματα.

Δεν πρόκειται για ραδιοφωνικά hits, τα οποία φτιάχνουν θετική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αναγνωρισιμότητάς τους, αλλά για συνθέσεις που διαθέτουν ένα ιδιαίτερο crowd pleasing συστατικό: αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Hard To Say Goodbye” του κυρίου Washed Out, μέσα από τον φετινό, 3ο δίσκο του. Μη γελιέστε, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν εξαιρέσουμε τον Kid Loco, τον DJ Shadow και κάμποσους ακόμα, δεν είναι πολλοί όσοι έχουν πετύχει το «στολίδι» για καλοκαιρινά compilations, που κάποτε έβγαιναν σωρηδόν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, επώνυμα μαγαζιά και μουσικούς παραγωγούς.

Ο Washed Out μας συστήνεται λοιπόν ξανά ως «Mister Mellow» και επιμένει πως οι ανέμελες θερινές εποχές, όσες θυμίζουν κοκτέιλ και μαγιό, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Τα τραγούδια του, όμως, δεν προορίζονται για τα φτηνά ηχεία των θλιβερών μπιτσόμπαρων. Η μουσική του ακούγεται από την ηλιοφάνεια μέχρι το σούρουπο και δρα σε έναν υπόγειο, ιδιωτικό κόσμο, εκεί όπου νιώθουμε απελευθερωμένοι και σε απόλυτη επαφή με το σώμα μας, κάτω από τον ήλιο. Τα τραγούδια του θέλουν δηλαδή πρώτα να μας χαμογελάσουν και μετά να μας παρασύρουν.

Στο Mister Mellow, λοιπόν, ο Washed Out μας κάνει να ατενίσουμε τον έναστρο ουρανό με το “Floating By”, να χορέψουμε με το “Get Lost” και να αγαπηθούμε με τον «ανώνυμο κανέναν» στο “Million Miles Away”. Ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που ζητούν τη συμμετοχή και τη συναρμονία του ακροατή, ενώ ίπτανται χάρη σε πανάλαφρα ηλεκτρονικά αναπτύγματα, «κεντώντας» σε μοντέρνο soul καμβά. Πραγματικά, στο “I’ve Been Daydreaming My Entire Life” σου δημιουργείται μια ανίκητη προσδοκία να μπει ξαφνικά η φωνή της Sade –δεν συμβαίνει, αλλά δεν πειράζει καθόλου– ενώ το “Instant Calm” μας δείχνει περίτρανα ότι το lounge δεν είναι απλά το καταφύγιο των άμουσων.

Από την άλλη, το Mister Mellow δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με τα προηγούμενα άλμπουμ του Washed Out, χρησιμοποιεί όμως έξυπνα τα samples –και όχι εξυπνακίστικα– θρέφοντας έτσι την ανάγκη μας για «ώριμη» εξωστρέφεια,χωρίς μεθυσμένα ξεσαλώματα και απαίτηση για «μουσικάρες». Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μουσικό καρουσέλ, το οποίο σε επαναφέρει στο ίδιο σημείο του κύκλου, αλλά με διαφορετικές διαθέσεις κάθε φορά.

Ίσως το θετικό πρόσημο και η ζεν ευγνωμοσύνη στους χυμούς της μουσικής να μην πείσει τη χίπστερ κοινότητα, που αναζητά μονίμως αιχμηρά και «βρώμικα» ακούσματα ως πειστήριο αυθεντικότητας. Καλό πάντως θα ήταν να αγνοήσετε τέτοιες απαίδευτες φωνές. Η θαλπωρή της συναισθηματικής ηρεμίας που προσφέρει το Mister Mellow ελπίζω να αποτελέσει για όλους πάτημα για καλοκαιρινή νιρβάνα και εφόδιο για να πλάσουμε τους δικούς μας φαντασιακούς κόσμους.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)

Οι δρόμοι ενός δημοσιογράφου κι ενός εγκαταλελειμμένου μικρού κοριτσιού, σμίγουν κάπου στην Αμερική. Οι δυο τους επιστρέφουν μαζί στην Ευρώπη και βρίσκονται σε αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής. Το χρονικό της περιπλάνησής τους κινηματογραφείται με καθαρότητα και απίστευτα μοντέρνα ματιά από τον Βέντερς, ο οποίος δείχνει μια τρυφερότητα που σπανίως επανέλαβε έκτοτε. Αυτό το αρχετυπικό road movie του 1974 μοιάζει σχεδόν αυτοσχέδιο, όμως η πλανοθεσία μαρτυρά μεγάλη δεξιοτεχνία από τον Γερμανό πρωτοπόρο.

Ο Ριούντιγκερ Φόγκελερ υποδύεται τον Γερμανό δημοσιογράφο που είναι το alter ego του σκηνοθέτη. Ο ήρωας, ολότελα χαμένος στην χαοτική Αμερική, τραβάει φωτογραφίες πολαρόιντ για να καταγράψει το άγνωστο που τον περιβάλλει και που συνάμα τον συναρπάζει. Προτού ταξιδέψει για τη Γερμανία, η τυχαία γνωριμία του με το εννιάχρονο κορίτσι θα πυροδοτήσει τον υπαρξιακό συναισθηματισμό του Βέντερς. Η καριέρα του σκηνοθέτη ξεκίνησε με μια ανεκτίμητη low-budget τριλογία που συμπληρώθηκε με το Wrong Move” (1975) και το “Kings of the Road” (1976), ταινίες που διακατέχονται από μια μελαγχολική νοσταλγία για την αφιλόξενη πατρίδα και που παίζουν με τις διαχωριστικές γραμμές της Γερμανικής ανομίας και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

77bwim_2.jpg

Η ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά του ήρωα απέναντι στο αχανές αστικό τοπίο είναι αρχικά το όχημα του Βέντερς για να κάνει ένα σχόλιο σχετικά με τη δημιουργική αμηχανία που νιώθουν οι σκεπτικιστές διανοούμενοι Ευρωπαίοι όταν δοκιμάζουν την τύχη τους στην Αμερική. Στο μυαλό του ήρωα, μάχονται μεταξύ τους η γοητεία και η απέχθεια που του προκαλούν ο απρόσωπος καταναλωτισμός και το φάντασμα της ιστορίας. Ο τρόπος που ο ήρωας συνδέεται με την Polaroid του, θυμίζει τον τρόπο που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι με τα κινητά μας σήμερα, απαθανατίζοντας τα πάντα και βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό του βιώνουμε ανά πάσα στιγμή. Η ταινία αυτή ξεκίνησε τον αέναο διάλογο των εικόνων του Βέντερς με την ίδια την Αμερική, ο οποίος συνεχίστηκε με το αριστούργημα «Παρίσι, Τέξας» (1984). Ένα jukebox που παίζει Canned Heat, ένα κονσέρτο του Chuck Berry, ακόμα και η κηδεία του John Ford, όλα δίνουν χρώμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία σε 16 mm και στον ήπιο στοχασμό του Βέντερς, που με τον φακό του διασχίζει τους ανοιχτούς δρόμους, τα βενζινάδικα, τα περιθωριακά μοτέλ και τα καταγώγια κάτω απ’ τις γέφυρες.

77bwim_3.jpg

Η εναρκτήρια σεκάνς μας ξεγελά και μας πείθει πως η ταινία αφορά τον φωτογράφο σε υπαρξιακή κρίση που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Σύντομα όμως το κέντρο βάρους κλίνει προς την μικρή ηρωίδα που θα σωματοποιήσει την ψυχή του ταξιδιού. Η στιγμή που από ένα παράθυρο ξενοδοχείου, η μικρή Αλίκη νιώθει πως μπορεί να σβήσει τα φώτα του Empire State Building σαν γενέθλια κεράκια, η οπτική μας ταυτίζεται με τη δική της. Η ταινία πλέον είναι το δικό της ταξίδι.

Το αμερικάνικο σινεμά συνηθίζει να αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν άγουρα πλάσματα γεμάτα αθωότητα και σπανίως αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο Βέντερς αντιμετωπίζει την ηρωίδα του σαν πολύπλοκο και αυτόνομο ον, γεμάτο επιθυμίες που πασχίζει να απαγκιστρωθεί από τον έλεγχο τον μεγαλυτέρων. Επιπλέον αποφεύγει να περιγράψει την Αλίκη σαν ενήλικη φαντασίωση ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος. Η ανύπαντρη μητέρα της έχει ομολογήσει πως δεν την αγαπά και πως θέλει να την εγκαταλείψει. Όμως ο Βέντερς δεν κρίνει ηθικά τους ήρωες του ταξιδιού. Όλοι τους άλλωστε περιπλανιούνται στο χάρτη σαν ασήμαντες κουκκίδες.

Οι εκδηλώσεις φευγαλέας ευτυχίας, ξαφνικών θυμών, ακόμα και ενήλικης ζήλιας εξελίσσονται μελαγχολικά και σκηνοθετούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια όσον αφορά την έκφραση και τις προθέσεις.

77bwim_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #98

TLC

TLC

Δεν αναβιώνει εύκολα ένα γκρουπ ύστερα από 15 χρόνια σιωπής, ούτε από την τραγωδία του πρόωρου θανάτου ενός εκ των τριών μελών του, ούτε και από την κάκιστη υποδοχή του τελευταίου του άλμπουμ (3D, 2002). Πριν πάντως το τραγικό τέλος της ταλαντούχας Lisa “Left Eye” Lopes το 2002, οι TLC είχαν προλάβει να σαρώσουν τα charts με μια σειρά από πετυχημένα singles, ιδίως με την «αγία τριάδα» των “Scrubs”, “Waterfalls” και “Creep”. Σε αντίθεση όμως με τις Destiny’s Child ή τις En Vogue, εδώ έχουμε ένα reunion που κανείς δεν ζήτησε. Πώς να περιμένεις άλλωστε επανένωση, με δύο από τα τρία μέλη ενός φωνητικού R’n’B γκρουπ;

Ωστόσο βρέθηκαν αρκετοί fans για να χρηματοδοτήσουν τη δισκογραφική επιστροφή των TLC μέσω του Kickstarter, πιθανά με την ελπίδα ενός νέου super hit που θα μονοπωλήσει τα ερτζιανά και τα clubs για τα επόμενα χρόνια. Όμως η ακρόαση μέχρι τα μισά του δίσκου είναι απ’ τα πιο αποκαρδιωτικά πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, όχι μόνο αν έχει επενδύσει μερικά δολάρια, αλλά ακόμα κι αν ξόδεψε λίγα σεντς για να κατεβάσει τα νέα αυτά τραγούδια στη φορητή του συσκευή.

Τα πρώτα κομμάτια στο TLC είναι τόσο ανέμπνευστα και κιτς, όσο υπονοεί η γραφιστική του εξωφύλλου. Το πρώτο single “Way Back” είναι ένα παρωχημένο R’n’B νιαούρισμα με κουλές ιστορικές αναφορές στον Marvin Gaye και στον Michael Jackson –γιατί έτσι. To “It’s Sunny” είναι ένα ηλιόλουστo τίποτα, το οποίο χρησιμοποιεί sample από το κλασικό “Sunny” με τρόπο που θα έκανε τον Bobby Hebb να κρυφτεί από ντροπή. Το “Haters” ρίχνει ακόμα πιο χαμηλά το επίπεδο, όντας ένα αφόρητα girly τραγουδάκι για τις ανήλικες fans των Kardashians, ιδανικό για διαφήμιση παγωτού ή κάποιας σειράς μαγιό. Το “Perfect Girls” ολοκληρώνει αυτό που κάποτε θα λέγαμε «πρώτη πλευρά» με ένα ηθικό δίδαγμα του στυλ «αγάπησε αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη» και «κορίτσια, αξίζουμε το καλύτερο!» τυλιγμένο σε  europop νάυλον, ώστε να μη μυρίζουν τα συντηρητικά.

Μιλάμε δηλαδή για πλαδαρές συνθέσεις, τις οποίες ούτε ο R. Kelly δεν θα έσωζε στην παραγωγή: χαζά ξεπατικώματα και εκνευριστικές προχειράτζες, σε μια αρπαχτή ολκής από τη Rozonda “Chilli” Thomas και την Tionne “T-Boz” Watkins. Η βαθμολογία του δίσκου, ως εδώ, είναι 3 στα 10.

Αν όμως ο ακροατής έχει λίγη ακόμα υπομονή να προχωρήσει και μετά από εκείνο το σημείο, θα επιβραβευθεί με το “Start A Fire”, που χάρη στο mellow ακουστικό του ύφος και τις αρμονίες στα φωνητικά, έρχεται σαν φρέσκο αεράκι, κουβαλώντας νοσταλικό ύφος για τη δεκαετία του 1990 –όταν οι TLC έλαμψαν με τον μοσχοπουλημένο δίσκο CrazySexyCool. Το “American Gold” ακροβατεί με χάρη ανάμεσα στα πιο ενήλικα της Kate Perry και στα πιο corny της Alicia Keys, ενώ το “Scandalous” το διαπερνά μια ευπρόσδεκτη αίσθηση pop περιπέτειας και R’n’B αγωνίας. Επιπλέον, το “Aye Muthafucka” διαθέτει τη βρώμικη γκλαμουριά του Moulin Rouge, ενώ το “Joy Ride” έχει τη στόφα εκείνη της γνήσιας soul που παράγει αισιοδοξία.

Τελικά, λοιπόν, το δεύτερο μισό του δίσκου των TLC ανατρέπει (σχετικά) την αρχική απογοήτευση, οπότε διασώζεται και η βαθμολογία για το δίδυμο που καταγράφηκε ως το πιο πετυχημένο εμπορικά girl group, μαζί με τις Spice Girls. Όλα καλά μέχρι εδώ, αρκεί να μην πάρουν θάρρος και οι δεύτερες για ανάλογο comeback.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

“Από τις 4 στις 5”. Ξανά.

Παράξενο να παίρνεις δημοσιογραφική συνέντευξη από έναν άνθρωπο που θεωρείς με κάποιο τρόπο πατέρα σου. Κάπως έτσι νιώθω για τον Γιάννη Πετρίδη.

Οι άπειρες ώρες που έχουμε κουβεντιάσει για μουσική και σινεμά, οι ιστορίες που μου έχει διηγηθεί και οι δίσκοι που με έχει βάλει να ακούσω, έχουν διαμορφώσει το κριτήριό μου όσο τίποτα άλλο.

Η εκπομπή που άκουγα με ευλάβεια από μικρό παιδί, ξαναρχίζει στο 1ο Πρόγραμμα. Να είσαι καλά Γιάννη να την κάνεις για άλλα 20 χρόνια. Μπορείς;

Διαβάστε όλη την αποκλειστική συνέντευξη ΕΔΩ

Posted in Music | Leave a comment

Summer Movies We Love

Μια εναλλακτική λίστα 10 ταινιών που διαδραματίζονται καλοκαίρι…

Dazed and Confused (1993)

76w-1.jpg

School’s out for Summer. Κάποτε, το καλοκαίρι ξεκινούσε ακριβώς τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ δανείζεται τον τίτλο του τραγουδιού των Led Zeppelin για να αναπολήσει με αφοπλιστική τρυφερότητα τη δεκαετία του 70 και τα νεανικά hangover στο κατώφλι του κολεγίου. Ένα αλησμόνητο 24ωρο που χαράσσεται τη μνήμη σαν κατευόδιο στην εποχή της αθωότητας. Τα πάρτι θα πάψουν να είναι αθώα, οι παρέες θα αλλάξουν ανεπιστρεπτί και οι επιλογές ζωής θα αρχίσουν να χτυπάνε με μανία την πόρτα.

My Summer of Love (2004)

76w-2.jpg

Μια παράξενη φιλία και έλξη στην Αγγλική εξοχή από τον Πάουελ Παβλικόφσκι (“Ida”). Μια τρυφερή ιστορία κοριτσίστικης φιλίας μετασχηματίζεται σε ιστορία εμμονής και εξαπάτησης. Στις κλεφτές ματιές και τις υποσχέσεις της Έμιλι Μπλαντ κρύβεται μια μάχη ανάμεσα στην πίστη και την αγάπη. Απρόσμενα συγκλονιστικό φιλμ που εξερευνά τη σχέση ενός καλλιεργημένου και κακομαθημένου πλουσιοκόριτσου και ενός κοριτσιού από την επαρχία που λαχταρά να γεμίσει το κενό του δυσλειτουργικού και θρησκόληπτου περιβάλλοντός της.

Knife of Water (1962)

76w-3.jpg
Ένα φονικό παιχνίδι από ανθρώπους – πιόνια στη σκακιέρα. Ένα παντρεμένο ζευγάρι παίρνει στο αυτοκίνητό του έναν νεαρό φοιτητή που κάνει ωτοστόπ και τον προσκαλεί σε μια διήμερη κρουαζιέρα με το γιοτ τους. Μεταξύ των δύο ανδρών ξεσπάει ένας ψυχολογικός πόλεμος και έντονος ανταγωνισμός, με επίκεντρο τη γυναίκα. Το εξαιρετικό ντεμπούτο του Ρομάν Πολάνσκι διαθέτει μερικούς από τους πιο καλογραμμένους διαλόγους που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Point Break (1991)

76w-4.jpg
Αγαπημένη ταινία για όσους παθιάζονται με τα θαλάσσια σπορ και ειδικότερα το surf. Η περιπέτεια της Κάθριν Μπίγκελοου με τον νεοσσό Κιάνου Ριβς είχε την ατυχία να γνωρίσει πρόσφατα ένα ανεκδιήγητο ριμέικ. Όμως μετά από τόσα χρόνια, παραμένει απολαυστική και δροσερή. Μια εξασφαλισμένη διασκέδαση, παρά την παρωχημένη δράση σε κάποια σημεία και το βιντεοκλιπάτο στιλιζάρισμα.

Vicky Cristina Barcelona (2008)

76w-5.jpg
Η σεξουαλικά απελευθερωμένη Χριστίνα και η έξυπνη αλλά συνεσταλμένη φίλη της Βίκυ, κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στη Βαρκελώνη. Εκεί θα γνωρίσουν έναν ερωτύλο ζωγράφο. Το ελεύθερο πνεύμα του και το καλλιτεχνικό φούμαρο που σερβίρει με σαγηνευτική προφορά θα ξεμυαλίσει την Χριστίνα, μέχρι που η υστερική πρώην σύζυγος του ζωγράφου θα μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Η Σκάρλετ Γιόχανσον δεν ήταν ποτέ πιο χυμώδης, ο Χαβιέ Μπαρδέμ δεν ήταν ποτέ πιο πραγματικά γοητευτικός και η υπερεκτιμημένη Πενέλοπε Κρουθ ποτέ δεν ήταν πιο σέξι και πειστική. Ένας από τους καλύτερους Γούντι Άλεν και σίγουρα ο πιο καλοκαιρινός.

Summer with Monika (1953)

76w-6.jpg

Όταν ένας 19χρονος γνωρίζει την ρομαντική, τολμηρή Μόνικα, την ερωτεύεται αμέσως. Η επαναστατική της φύση τους ωθεί να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ζήσουν μόνοι τους το καλοκαίρι σε ένα νησί.  Εκεί η γοητευτική Μόνικα θα μείνει έγκυος και τα προβλήματα θα αρχίσουν για τον νεαρό. Η Μόνικα θέλει απλώς να περνάει καλά και να σκέφτεται το σήμερα. Τρυφερή αλλά και λεπτομερής σπουδή χαρακτήρων από τον μαέστρο Ίγκμαρ Μπέργκμαν.

Summer of Sam (1999)

76w-7.jpg

Το καλοκαίρι του 1969 κυλίστηκε στο αίμα από τον ψυχοπαθή serial killer με το όνομα Sam. O Σπάικ Λι δεν θέλει να κάνει ένα Zodiac ούτε ένα θρίλερ για να τρομάξει τον κόσμο. Προτιμά να ρίξει το βάρος στην παράνοια της εποχής, στα ιδρωμένα κορμιά, στις πύρινες ντίσκο, στη soul και (αλίμονο) στις φυλετικές διακρίσεις στο γκέτο. Σίγουρα άνισο το τελικό αποτέλεσμα, όμως αν δεχθείς τη σχιζοφρενική φύση του Summer Of Sam, σου ασκεί μια εθιστική γοητεία που μάλιστα αντέχει σε επαναληπτικές θεάσεις.

Plein soleil (1960)

76w-8.jpg

H ταινία «Γυμνοί στον Ήλιο» του Ρενέ Κλεμέντ, είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το οποίο διασκεύασε εξίσου καλά ο Άντονι Μιγκέλα το 1999 με τίτλο «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλει». Το αριστοτεχνικό φιλμ του Κλεμέντ με τον Αλέν Ντελόν στα καλύτερά του, αφηγείται την ιστορία του playboy Φελίπε τον οποίο ο Τομ Ρίπλει πρέπει να προσεγγίσει κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας του πρώτου στη Ευρώπη και να τον επαναφέρει στην Αμερική έναντι αμοιβής. Εξαιρετική φωτογραφία και καλοκαιρινά πλάνα που γοητεύουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταινία που δεν επιτρέπεται να μην έχει δει όποιος αγαπάει τον κινηματογράφο.

Suntan (2016)

76w-9.jpg

Το αγαπημένο και πολύπαθο Ελληνικό καλοκαίρι όπως δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ. Απόλυτα ρεαλιστικό σε αίσθηση, τρυφερό σε προσέγγιση μα αιχμηρό σαν μαχαίρι, το Suntan έχει στο επίκεντρο μια σκοτεινή ιστορία εμμονής, με φόντο το κάμπινγκ στην Αντίπαρο. Η μοναξιά του Χειμώνα στο νησί, ο μικρόκοσμος της ντόπιας κοινωνίας, οι κραιπάλες στη La Luna, τα νεανικά κορμιά στον ήλιο, το αντηλιακό στα γυμνά στήθη, το σεξ τις πρώτες πρωινές ώρες, η απελπισία, η σκατίλα των κρετίνων, το πάθος, η φρίκη. Εξαιρετική ταινία σε κάθε επίπεδο και άκρως κινηματογραφική δουλειά.

Friday the 13th (1980)

76w-10.jpg

Οφείλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι. Αυτό το φτηνό slasher movie, που έγινε μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί το ρεύμα το οποίο δημιούργησε 2 χρόνια νωρίτερα το Halloween του Κάρπεντερ, είναι ένα από τα ορόσημα του «φιλμ καλοκαιριού». Νεαροί σφαγιάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα-ένα τα πτώματα πέφτουν κάτω από το ματωμένο μαχαίρι του παράφρονα με τη μάσκα στο καλοκαιρινό κάμπινγκ. Φτηνιάρικο και προχειροφτιαγμένο φιλμ, που όμως απέκτησε τεράστια φήμη και γέννησε πολλά σίκουελ, τα οποία κρατάνε γερά μέχρι σήμερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #97

Beth Ditto
Fake Sugar
Η πληθωρική σαρώστρα των παθών επέστρεψε και πλέον είναι ελεύθερη να πατήσει στα πόδια της. Θεωρώ μάλιστα ότι η σόλο καριέρα της Beth Ditto έπρεπε να αρχίσει χρόνια πριν, καθώς πάντα είχα την αίσθηση ότι οι Gossip την κρατούσαν πίσω, οπότε δεν ξεδίπλωνε το ταλέντο της στο ακέραιο. 

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή της Ditto τα τελευταία χρόνια: παντρεύτηκε τον επί χρόνια καλύτερο φίλο της, λάνσαρε τη δική της γραμμή μόδας για extra large κυρίες και κυρίως απεγκλωβίστηκε από το electro punk συγκρότημά της, ώστε να ανοίξει φτερά προς όποια κατεύθυνση θέλει.

Με το αδιαπραγμάτευτο στυλ της, έχει αυτοχαρακτηριστεί «χοντρή, φεμινίστρια και λεσβία»: mια περιγραφή που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης στην αυθεντικότητα της έκφρασης. Και πράγματι, η πολυδιάστατη προσωπικότητά της διαφαίνεται ξεκάθαρα σε αυτόν τον πρώτο σόλο δίσκο της.

Αλλού, η Ditto γίνεται η μποέμ κολλητή με την οποία μοιράζεσαι τα πάντα, χωρίς τον φόβο ότι θα σε κρίνει. Αλλού γίνεται η αινιγματική ιέρεια του LGBTQ κινήματος, που θέλει να τους πάρει όλους ο διάολος. Αλλού φαντάζει ως έκφυλη performer, έτοιμη για ολονύχτια ερωτικά καλέσματα. Αλλού είναι η χαμογελαστή «προχώ» τύπισσα που κατέχει αυτό που δεν κατέχουν οι ανυποψίαστοι –και το μοιράζεται υπόγεια μαζί σου. Αλλού είναι το καλό πνεύμα της πόλης, που οι κρετίνοι θέλουν να κυνηγήσουν ως μάγισσα. Αλλού είναι ακούραστη pop diva μετά από άγριο μεθύσι, η οποία δεν έχει χάσει όμως την αξιοπρέπειά της, παρά το χαλασμένο γκλίτερ. Αλλού είναι το πανκιό που θέλει να ξεκινήσει μια εξέγερση με οδομαχίες και αλλού, πάλι, θέλει να αποδείξει πως είναι ένα τρυφερό κορίτσι, που κουβαλάει ακόμα την επαρχία στην καρδιά. Μαζί της, δηλαδή, δεν βγάζεις άκρη.

Το “Oo La La” είναι ένα electro-punk καλούδι που θα ζήλευαν οι Blondie, ενώ στο “We Could Run” η Beth Ditto βγάζει τη Stevie Nicks που κρύβει μέσα της. Στο τρυφερό “Fake Sugar” μιμείται τις μελωδικές γραμμές του Paul Simon, ενώ στο “Love In Real Life” μιλάει για τα προβλήματα μιας μακρόβιας σχέσης με τρόπο που θα έκανε την Annie Lennox να σηκώσει το ένα της φρύδι με ενδιαφέρον. Στο “Lover” εκφράζει την ερωτική αβεβαιότητα με τρόπο που θα το έκανε μια δυναμική synth-pop μπαλάντα της Cyndi Lauper, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Όμως κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Fake Sugar, το πραγματικά σπουδαίο τραγούδι δεν έρχεται ποτέ.

Tο άλμπουμ αφήνει τελικά μια ενοχλητική αίσθηση: σαν χαλίκι στο παπούτσι, το οποίο δεν μπορείς να αγνοήσεις, όσο και να το θες. Την αίσθηση δηλαδή ότι τα τραγούδια γράφτηκαν «συνειδητά» και όχι με εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την εκστατική dance pop του παρελθόντος ή το καψωμένο electro punk των Gossip.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ταλέντο της Beth Ditto δεν ξεδιπλώθηκε ακόμη στο ακέραιο. Ή μήπως τελικά οι Gossip δεν την κρατούσαν στ’ αλήθεια πίσω;

Από το Avopolis

Posted in 3 | Leave a comment

Έρωτες & Φιλίες (Love and Friendship)

Βρισκόμαστε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η χήρα Σούζαν Βέρνον, μια σαγηνευτική και χειραφετημένη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, καταφθάνει στην έπαυλη των πεθερών της, έχοντας στο μυαλό της ένα πανούργο σχέδιο για να εξασφαλίσει τον τέλειο γαμπρό γι’ αυτήν αλλά και για την άβγαλτη κόρη της.

Ο σκηνοθέτης Γουίτ Στίλμαν, φωταγωγεί υπέροχα τις υποτιμημένες πτυχές της γοητείας της Κέιτ Μπεκινσέιλ, η οποία δυστυχώς έχει αναλωθεί σε τριτοκλασάτα franchise δράσης και εκμεταλλεύεται άριστα ένα καστ με ονόματα όπως την Κλόι Σεβινί, τον Ξαβιέρ Σάμιουελ, αλλά και τον Στήβεν Φράι σε ένα σύντομο πέρασμα. Ο Στίλμαν είναι έμπειρος στο να αφηγείται ιστορίες νέων ανθρώπων που μπαίνουν σε λαμπερούς κόσμους που βρίσκονται σε παρακμή και δεν μπορούν να τους προσφέρουν πολλά, όπως το αστραφτερό clubbing στο The Last Days of Disco (1998), όμως φαίνεται πως ήταν γεννημένος να σκηνοθετήσει το σύμπαν της Τζέιν Όστιν και καταφέρνει να το μπολιάσει με χάρη και σωστές δώσεις κυνισμού.

78_2.jpg

Το Love & Friendship είναι η πιο λεπτοδουλεμένη ταινία του σκηνοθέτη. Πρόκειται για μια πανέξυπνη και γλυκόπικρη σατιρική δραμεντί που χρειάζεται περισσότερες από μια θεάσεις για να αφομοιώσει ο θεατής τις δεικτικές ατάκες και να απολαύσει την λεπτή ειρωνία στην ολότητά της. Το πνεύμα της Τζέιν Όστιν έχει τιμηθεί δεόντως στον κινηματογράφο από τον Ανγκ Λι («Λογική και Ευαισθησία» ) και τον Τζο Ράιτ («Περηφάνια και Προκατάληψη»), όμως εδώ το πνεύμα του τελευταίου μεταθανάτιου έργου της που κυκλοφόρησε, το «Λαίδη Σούζαν», χρησιμοποιείται σαν βάση για μια υπέροχη υπονόμευση των στερεοτύπων της ρομαντικής λογοτεχνίας και των αριστοκρατικών κοινωνικών δομών που απειλούνται από την ελευθεριότητα της ηρωίδας Σούζαν Βέρνον, η οποία αναστατώνει τον κόσμο με την ανεξαρτησία της και με τις ερωτικές φήμες που τη συνοδεύουν.

78_3.jpg

Η λεπτή κοινωνική κριτική της Βρετανίδας Όστιν, το μανιπιουλάρισμα χαρακτήρων μέσω του πνεύματος και της αόρατης ειρωνείας, αλλά και το όπλο της γυναικείας ομορφιάς χρησιμοποιούνται τόσο ανάλαφρα και τόσο αποτελεσματικά και κυρίως με αξιοθαύμαστη οικονομία. Το καλά δομημένο σενάριο πατάει σε μια συρραφή επιστολών, όπως δηλαδή και το βιβλίο. Ο Στίλμαν διασκεδάζει πολύ, (κι εμείς μαζί του) καθώς χορογραφεί το ανακάτεμα της τράπουλας των ρόλων, με όχημα την αινιγματική και σκανδαλώδη ηρωίδα. Η ταινία μοιάζει με δροσερό καλοκαιρινό αεράκι μέσα σε ένα καλοκαίρι που ο θεατής έχει ταλαιπωρηθεί από κάκιστες Γαλλικές κομεντί και Ιταλικές φαρσοκωμωδίες απ’ τα αζήτητα. Ακόμα περισσότερο όμως μοιάζει με ένα ανάλαφρο πάρτι που θα λάτρευε να παρεβρίσκεται ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ και να μειδιάζει με όσα υπέροχα συμβαίνουν.

Posted in Cinema | Leave a comment

Τζορτζ Ρομέρο (1940-2017)

Ξανακοιτώντας στο έργο μίας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του σινεμά του τρόμου…

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζορτζ Ρομέρο υπήρξε πρωτοπόρος σκηνοθέτης του φανταστικού. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1968, όταν με ελάχιστα χρήματα (περίπου 10.000 δολάρια) γύρισε την ασπρόμαυρη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», που γέννησε τα κινηματογραφικά ζόμπι όπως τα ξέρουμε σήμερα. Ο 29χρονος τότε Ρομέρο σημάδεψε ουσιαστικά την απαρχή του μοντέρνου σινεμά τρόμου.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν σε ένα κόσμο όπου, χωρίς καμία λογική εξήγηση, οι νεκροί έχουν σηκωθεί από τον τάφο τους και περπατάνε αναζητώντας ζωντανούς για να τους φάνε. Ήταν η εποχή που το κύμα της κοινωνικής αμφισβήτησης διογκώνονταν στην Ευρώπη και η Αμερική παρέμενε εγκλωβισμένη στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τις φοιτητικές εξεγέρσεις να μαίνονται εκεί. Η στιγμή της κυκλοφορίας της ταινίας, λοιπόν, ήταν καίρια. Η στιλάτη χρήση ενός μοντέρνου ρεαλισμού ακύρωνε τις παλιές συμβάζεις του κινηματογραφικού τρόμου και έφερνε στο κοινό μια νέα αίσθηση του σοκ. Τα φαντάσματα του σύγχρονου κόσμου έβγαζαν τις φθαρμένες μάσκες τους, για να αποκαλύψουν ένα στυγνό πρόσωπο.

78kzomb_1.jpg

Η αρχετυπική ταινία ζόμπι θεματολογίας έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί αποτέλεσε την τέλεια παραβολή για τον δυτικό κόσμο που εφησυχάζεται εύκολα και που ξέρει να κρύβει καλά την ξενοφοβία του. Μετά την «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για το σινεμά του φανταστικού. Η ατμόσφαιρα, το ασφυκτικό ασπρόμαυρο στη φωτογραφία και ο πανικός που μεγαλώνει με το λεπτό, έκαναν τον θεατή να νιώθει το σασπένς στο στομάχι. Ο Ρομέρο πέτυχε να μεταμορφώσει τον κόσμο που ζούμε σε ένα πάρκο θανάτου, χωρίς αιτίες και εξηγήσεις. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ σημαντική για την καλλιτεχνική και ψυχολογική εξέλιξη του σινεμά του τρόμου.

78kzomb_2.jpg

Ο Ρομέρο επέστρεψε στον αγαπημένο του κόσμο των απέθαντων, με το “Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών” (1978). Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη βρέθηκε αυτή τη φορά η σύγχρονη Αμερική της κατανάλωσης. Μια ομάδα επιζώντων, πολιορκημένη από ορδές ζωντανών νεκρών, έχει καταφύγει σε ένα εμπορικό κέντρο. Τα ζόμπι καραδωκούν απ’ έξω προσπαθώντας να μπουν στον ναό της κατανάλωσης καθώς αυτή δείχνει να είναι η μόνη αμυδρή ανάμνηση που τους συνδέει με την παλιά ζωή τους. Η υπέροχη ιδέα του Ρομέρο αναπτύχθηκε σε όλη την πολιτική της διάσταση χάρη στη θεαματική της βία και τη μαύρη σάτιρα.

78kzomb_3.png

Η πρώτη ταινία του 1968, είχε δημιουργήσει μια τόσο δυνατή βάση που μπορούσε να γεννήσει άπειρες συνέχειες. Ο Ρομέρο βέβαια σκηνοθέτησε μερικά σίκουελ αρκετά χρόνια αργότερα: το «Η μέρα των ζωντανών νεκρών» (“Day of the Dead” 1985), το «Η γη των ζωντανών νεκρών» (“Land of the Dead” 2005), το «Hμερολόγιο των νεκρών» (“Diary of the Dead” 2007) και το «Επιζώντας Από τους Απέθαντους» (“Survival of the Dead”, 2009). Καμία από αυτές τις ταινίες όμως δεν έφτασε το μεγαλείο των πρώτων δυο ταινιών. Η βλοσυρή ιστορία των ζόμπι έχει αντιγραφεί κατά κόρον, από υπερπαραγωγές αναψυχής (World War Z) μέχρι mainstream τηλεοπτικές σειρές (Walking Dead), όμως στα χέρια του Ρομέρο αποκτούσε πάντα μια ιδιότυπη υπαρξιακή διάσταση. Η απόλυτη φύση του κακού στα πρώτα δυο μέρη, η αντιρηγκανική βαρβαρότητα του τρίτου μέρους και η μακάβρια πολιτική σάτιρα των επόμενων, δεν είχε σχέση με στυλιζαρισμένους φόβους και τρεχαλητά επιβίωσης από φωτογενείς χαρακτήρες.

78kzomb_4.png

Η καριέρα του Ρομέρο ήταν σημαντική και έξω από τον κόσμο των ζωντανών νεκρών. Απολαυστικό είναι το «Καραντίνα: Ο Ουρανός Έβρεξε Θάνατο» (“The Crazies” 1973 ), όπου ο στρατός προσπαθεί να προλάβει την εξάπλωση ενός θανατηφόρου ιού. Εξαιρετική ταινία είναι το μελαγχολικό «Martin» (1978), με ήρωα ένα αγόρι που πιστεύει πως είναι βρικόλακας. Επιτυχία σε cult κοινό είχε γνωρίσει το «Οι μονομάχοι της ασφάλτου (“Knightriders” 1981) ενώ υποτιμημένο είναι το θριλεράκι Bruiser (2000). Φυσικά. ο Ρομέρο γνώρισε επιτυχία με τις δυο διασκευές του σε έργα του Στίβεν Κινγκ: το σπονδυλωτό Creepshow (1982) και το «Σκοτεινό Εγώ» (“The Dark Half“ 1993).

78kzomb_5.png

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #96

Saint Etienne

Home Counties

Ένας φόρος τιμής στο Λονδίνο μέσω φιλόξενης και αστικής pop; Ναι, θέλουμε!

Φυσικά οι Saint Etienne δεν θα μας προσέφεραν ποτέ μια συλλογή από τραγούδια τα οποία θυμίζουν εκείνη την αντιπαθητική euro trash προσποιητή ευφορία, που είναι βουτηγμένη στα συντηρητικά και μόνο ανέραστα χαμογελάκια μπορεί να προκαλέσει. Το βρετανικό συγκρότημα διαθέτει καθαρό καλλιτεχνικό μητρώο εφόσον δεν έχει πουλήσει ποτέ ψευτο-τσαχπινιές και συνεχίζει την έντιμη και αξιοπρεπέστατη πορεία του στα πιο ανθισμένα λιβάδια της ορθόδοξης pop. Τόσο λιτά.

Στον 9ο δίσκο τους, λοιπόν, οι Saint Etienne απογειώνουν ξανά τον μύθο τους σαν πρέσβεις της υγειούς, τραγουδιστικής κληρονομιάς τους. Το Home Counties πυροδοτεί ένα λάκτισμα της ικανότητάς τους να γράφουν ολοστρόγγυλα τραγούδια με μικρά κουπλέ και μεγάλη καρδιά. Το αφηγηματικό στυλ του δίσκου διαθέτει υψηλή ευαισθησία και στρώνει ένα μεσόρρυθμο χαλί για να παρελάσουν ραδιοφωνικές μνήμες. Οι Saint Etienne θυμούνται την εποχή που οι ήχοι της δεκαετίας του 1960 ήταν ακόμη φρέσκα, ζουμερά φρούτα και κάθε νέο μουσικό ερέθισμα καταγραφόταν έντονα στην ψυχή. Θυμούνται ακόμη την εποχή όπου οι προσωπικές στιγμές τυπώνονταν σε πολαρόιντ για να φυλαχθούν και δεν έκαναν βουτιά στην ινσταγκραμική κοινοκτημοσύνη αναμνήσεων.

Το “Something New” φέρνει στον νου τη μεσόκοπη κατάνυξη του Burt Bacharach και μας στέλνει στις swinging λονδρέζικες γειτονιές και σε εποχές που η pop μουσική ακουγόταν «ραδιοφωνική». Το “Take It All In”, πάλι, χαμογελάει και κάνει γκριμάτσες στον John Barry, ενώ τα πλήκτρα του “Whyteleafe” μας στέλνουν σε κάποιο ροδομάγουλο ρομάντζο της δεκαετίας του 1970, όσο το εθιστικό groove του “Dive” μας θυμίζει τις πιο λαμπρές στιγμές της διαστημικής disco. Επιπλέον, τα ονειρικά φωνητικά στο “Heather” ρίχνουν επιτέλους λίγη ζάχαρη στο άνοστο μοντέρνο chillwave και στο “Underneath The Apple Tree” ξυπνάει το θυμικό της Motown. Και τέλος,  μπορεί το “Out Of My Mind” να κουβαλάει όλη την αφέλεια του ντουνιά, αλλά νιώθεις υπέροχα που είσαι σε θέση να μοιράζεσαι την ίδια pop τσιχλόφουσκα με τη Sarah Cracknell.

Το Home Counties μπορεί να είναι πανάλαφρο σαν πούπουλο και ανώδυνο σαν καλοκαιρινό αεράκι, όμως διαθέτει μια λιτή μεγαλοπρέπεια, η οποία σπανίζει. Επιπλέον, η κομψότητα και η ανοιχτότητα της φωνής της Sarah Cracknell μου προσφέρουν μια χαρά για ζωή και μια ελαφράδα που στ’ αλήθεια μου έχει λείψει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment