Αναχώρηση για Παρίσι 15:17

Έχετε παρατηρήσει ότι έχει γίνει πλέον κανόνας, οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα να δείχνουν στους τίτλους τέλους τα πρόσωπα των πραγματικών ηρώων; Στην ταινία «The 15:17 to Paris» δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι τρεις Αμερικάνοι ήρωες που βρέθηκαν στο τρένο Thalys #9364 με προορισμό το Παρίσι είναι παρόντες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, καθώς ο Κλιντ Ίστγουντ είχε την φαεινή (όσο και ανόητη) ιδέα να μη χρησιμοποιήσει επαγγελματίες ηθοποιούς, αλλά να βάλει τους ίδιους να παίξουν τον εαυτό τους.

Ο Ίστγουντ συνεχίζει το σερί ταινιών που εξυμνούν τον μέσο Αμερικάνο που ξεπερνάει τον εαυτό του για το γενικότερο καλό, μετά το ακραία μιλιταριστικό «American Sniper» και το μελοδραματικό «Sully» (πάλι καλά που δεν είχε τότε την ιδέα να βάλει τον αληθινό πιλότο να παίξει στο “Sully” και προτίμησε τον Τομ Χανκς).

Στο «The 15:17 to Paris» βλέπουμε τον Άντονι Σάντλερ, τον Άλεκ Σκαρλάτος και τον Σπένσερ Στόουν, τρία παιδιά που κινήθηκαν ηρωικά και απέτρεψαν μια τρομοκρατική επίθεση, αφοπλίζοντας έγκαιρα έναν φανατικό Ισλαμιστή που είχε σκοπό να αιματοκυλίσει ένα τρένο. Αναμφίβολα πρόκειται για πράξη ανδρείας και αυταπάρνησης, που δίκαια έκανε τον τότε πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ να τους παρασημοφορήσει με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής. Θα καταλάβετε θέλετε δεν θέλετε το πόσο δίκαιο ήταν, καθώς στο τέλος της ταινίας βλέπουμε ολόκληρη την ομιλία του Ολάντ από τηλεοπτική κάλυψη, λες και έπρεπε να δούμε το δελτίο ειδήσεων εκείνης της ημέρας για να βεβαιωθούμε για το πόσο σπουδαίο ήταν όλο αυτό.

Πρόκειται για την πιο απροβλημάτιστη και φτηνή σε συναίσθημα ταινία της μακράς φιλμογραφίας του Ίστγουντ και ο συναγωνισμός για κάτι τέτοιο είναι μεγάλος. Ο Κλιντ νομίζει ότι πρωτοπορεί και ότι κάνει ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που ενσωματώνει τη φόρμα της παραδοσιακής μυθοπλασίας. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει είναι ένα κακοστημένο docudrama για τους λάτρεις του Τραμπ. Προσοχή, όχι για τους Ρεπουμπλικάνους γενικά, αλλά για τους θαυμαστές του Τραμπ. Ενα αντίστροφο «celebrity rehab» που αντί για αποτοξινωμένους «has beens» βλέπουμε τα role models της διπλανής πόρτας να αναβιώνουν τη στιγμή της δόξας τους, με λεξιλόγιο λίγο πιο φτωχό από τις Καρντάσιαν και με μια ενοχλητική μοιρολατρία να διαπερνάει το φιλμ. Από την πρώτη στιγμή ο Ίστγουντ υπερθεματίζει στην ιδέα πως αυτά τα τρία παιδιά ήταν προορισμένα εκ γενετής από μια ανώτερη δύναμη να κάνουν αυτή την πράξη.

46tmvw_2.jpg

Στο πρώτο μέρος της ταινίας βλέπουμε μια αναδρομή στα παιδικά χρόνια των ηρώων, όταν η πίστη τους στον Θεό ήταν σπουδαιότερη από την δημόσια εκπαίδευση ή από την εκπαίδευση γενικότερα. Οι γονείς τους στράφηκαν στο Χριστιανικό σχολείο και τα παιδιά αγαπούσαν από πολύ νωρίς τα όπλα και τις σφαίρες. Μεγάλωσαν σωστά, μας υπογραμμίζει ο Κλιντ, όπως πρέπει να μεγαλώνει ένα παιδί δηλαδή: να κοιμάται με το αληθινό τουφέκι πάνω απ’ το παιδικό του κρεβάτι και να προσεύχεται με φόντο τη σημαία. O Σπένσερ Στόουν είναι αυτός που παίρνει πάνω του το μεγαλύτερο βάρος της (ανύπαρκτης) ιστορίας από τους τρεις. Τον βλέπουμε να βρίσκει την υγειά του στην αγνή πειθαρχεία του Αμερικάνικου στρατού. Όπως αφήνει να εννοηθεί ο σκηνοθέτης, αν αυτά τα παιδιά οπλοφορούσαν, όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω τους θα ένιωθαν ασφαλείς. Μια πολιτικά ξεκάθαρη και «περήφανη» στήριξη της ιδέας της οπλοκατοχής.

Στο δεύτερο μέρος του έργου, βλέπουμε χωρίς λόγο τους τρεις παιδαράδες να μην λένε τίποτα, να μην κάνουν τίποτα και να περιφέρονται άσκοπα στα τουριστικά αξιοθέατα της Ρώμης και του Άμστερνταμ. Ο Κλιντ βλέπει μια παρέα από «γαμώ τα παιδιά», εγώ βλέπω τρεις κάγκουρες με σελφοκόνταρο. Τρεις νεαρούς που σε δυο ώρες κινηματογραφικού χρόνου δεν μπορούν να πουν δυο προτάσεις της προκοπής στη σειρά.

Ο σκηνοθέτης δεν τους επιτρέπει καν να βρίσουν στο ελάχιστο. Φυσικά, άλλωστε οι αιώνιοι φαντάροι στην ηλικία των 20’s όταν διακοπάρουν στην Ευρώπη μόνοι τους δεν πετάνε ούτε «fuck». Αυτό μάλλον θα έριχνε την μετοχή της εθνικής υπερηφάνειας στον κόσμο που θα πήγαινε στο σινεμά να τους θαυμάσει.
Κάπου μέσα στις αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας σκηνές των διακοπών, ο Ίστγουντ ρίχνει και σχόλια ειρωνικού εθνικισμού, βάζοντας έναν αγενή τουριστικό ξεναγό να χλευάζει τους Αμερικάνους που θεωρούν ότι ο στρατός τους εξανάγκασε σε ήττα τον Χίτλερ.

Η ταινία, ίσως να λειτουργούσε σαν χορηγούμενο διαφημιστικό για τον στρατιωτικό τρόπο ζωής, και θα μπορούσε να προβάλλεται για πάντα στα ΚΨΜ των στρατοπέδων, σε νεοσύλλεκτους ΕΠΟΠ και σε απόστρατους που καθαρίζουν τα όπλα στη βιτρίνα του σπιτιού τους. Πιθανότατα μπορεί και να τονίσει την αυτοπεποίθηση του κάθε white trash του Αμερικάνικου Νότου, που έχει ανάγκη να νιώσει ότι γεννήθηκε για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Ίσως κάποτε να είναι αυτός που θα έχει την τιμή σκοτώσει κάποιον ύποπτο, μελαμψό τύπο. Ο καλός Θεός ας προσέχει τους παλικαράδες εκεί έξω και ας τους φωτίσει όταν θα σηκώσουν το όπλο τους για να σημαδέψουν. Να’σαι καλά κύριε Ίστγουντ, μας υποχρέωσες.

46tmvw_1.jpg
Από το Movieworld
Advertisements
Posted in Cinema | Leave a comment

Black Panther

Το καλό timing είναι το παν όσον αφορά το λανσάρισμα ενός προϊόντος στην αγορά. Όσοι μελετούν τη βιομηχανία του θεάματος, καταλαβαίνουν ότι η εποχή μας είχε ανάγκη έναν μαύρο υπερήρωα. Έτσι λοιπόν, το “Black Panther” διαθέτει το πλεονέκτημα του «επίκαιρου» marketing plan. Φυσικά, ανάλογο “correct” πλεονέκτημα είχε και η Wonder Woman, απλά εκείνη η ταινία της Πάτι Τζένκινς ήταν εμπνευσμένη σε κάθε επίπεδο και αποτελεί τιμή και καμάρι στο genre των χάρτινων ηρώων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η εποχή του ακτιβισμού μέσω hashtags (απ’ το #OscarsSoWhite μέχρι το #MeToo), η εποχή των επιθέσεων σε ταινίες με επιχείρημα το whitewashing (“Ghost in the Shell”, “Annihilation” κ.α.) και η εποχή των συζητήσεων για το αν θα πρέπει να υποδυθεί μια γυναίκα τον James Bond (ήμαρτον), χρειάζονταν διακαώς έναν Αφροαμερικανό ήρωα για να θρέψει τις ενοχές της. Όχι επειδή είναι φυσικό κι επόμενο οι ταινίες με μαύρους action heroes να ξεπεράσουν την ρετσινιά του blaxploitation και να παίξουν επί ίσοις όροις στο mainstream, αλλά γιατί είναι «το σωστό» σε αυτή τη φάση, σύμφωνα με τις έρευνες σε δείγματα κοινού που συμβουλεύονται οι executives του Χόλιγουντ.

Πέρα από τις συνθήκες που έστρωσαν το έδαφος για το Black Panther, η ταινία καθαυτή χρησιμοποιεί με ευρηματικό τρόπο το Αφρικανικό περιβάλλον της γενέτειρας του ήρωα, αλλά οι αρετές της σταματούν εκεί. Η ιστορία φέρνει τον ήρωα Τ’Τσάλα στο θρόνο της Γουακάντα, ενός υπερβολικά ανεπτυγμένου κρατιδίου σε επίπεδο τεχνολογίας, πιστό όμως στην αρχαία παράδοση και τις μυστικιστικές δοξασίες της φυλής. Ο νέος βασιλιάς αποφασίζει να εκδικηθεί για το χαμό του πατέρα του, όταν του χαλάει τα σχέδια ο Έρικ Κιλμόνγκερ, ο κακός της ιστορίας που αμφισβητεί την μετριοπαθή εξουσία του και διεκδικεί το θρόνο για να βάλει σε εφαρμογή τα πολεμοχαρή σχέδιά του για να αιματοκυλίσει τον κόσμο. Ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν μπαίνει στη στολή του Μαύρου Πάνθηρα και ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν είναι ο σκοτεινός του αντίλαλος μέσα στην άτρωτη στολή του Κιλμόνγκερ.

Από κεκτημένο φιλελεύθερο ενθουσιασμό, πολλοί Αμερικάνοι μίλησαν για την καλύτερη ταινία που έβγαλε ποτέ η Marvel. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ξαναζεσταμένη συνταγή που δεν αποκλίνει ούτε μια στιγμή απ’ τα χιλιοειπωμένα. Προβλέψιμη έκβαση δράσης, μέτρια χορογραφημένες μάχες, αίσθημα καθήκοντος, ατομικές φιλοδοξίες εναντίον συλλογικής αφοσίωσης, πράξεις ανδρείας και πεντακάθαρα μηνύματα, σε ένα ηθικά προσεγμένο κοκτέιλ για όλες τις ηλικίες (και φυλές) του κόσμου. Η σκηνοθεσία του Ράιαν Κούγκλερ αδιαφορεί για τους ηθοποιούς – ο Μάρτιν Φρίμαν περιφέρεται χωρίς να ξέρει τι ρόλο έχει και τι να κάνει τα χέρια του. Όσο για το βολικό άλλοθι περί πολιτικών μηνυμάτων, στα οποία πολλοί θα βρουν εκπαιδευτικές αλληγορίες περί Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μάλκομ Χ, θα πρότεινα στους γονείς να δείξουν στα παιδιά τους το «Do The Right Thing» (1989). Στην τρυφερή εφηβική ηλικία το είδαμε κι εμείς και πολλά περισσότερα καταλάβαμε και νιώσαμε. Άσε που δεν στερηθήκαμε καθόλου σε ψυχαγωγία, παρόλο που εκείνο το φιλμ του Σπάικ Λι δεν είχε CGI.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #117

Django Django

Marble Skies

Mε το ομώνυμο ντεμπούτο τους (2012), οι Django Django μας συστήθηκαν ως μία μπάντα που σου ανοίγει την καρδιά. Για να τους ευχαριστηθείς, δεν χρειαζόταν να νιώθεις μέρος κάποιας hip κοινωνίας, ούτε να βρισκόσουν στο target group μιας μαζικής, ραδιοφωνικής κουλτούρας. Με τον νέο του δίσκο, το βρετανικό συγκρότημα συνεχίζει να φτιάχνει ευπρόσδεκτα τραγούδια, τα οποία θέλουν να διαβούν τις διάπλατα ανοιχτές πόρτες των ακροατών χωρίς να τα κακοκαρδίσει κανείς. Το καταφέρνουν σε κάποια σημεία, με κόστος όμως κάμποσα περισσευούμενα κομμάτια πλήξης, που ξεδιπλώνονται αναιμικά στα αυτιά μας. Το Marble Skies δεν έχει να δώσει καμιά ελπιδοφόρα απάντηση στη γκρίνα γύρω απ’ το πόσο ομοιογενή ακούγονται τα καινούρια σχήματα της pop, εξαιτίας των ευκολιών της τεχνολογίας. Πρόκειται για ένα κράμα ελαφρότητας και ειρωνείας, το οποίο πατάει επάνω σε μελωδίες που δεν πρόλαβαν ποτέ να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια.

Σαφώς και είναι αγνοί και καλόγουστοι οι Django Django και διαθέτουν ευφυές attitude. Αγαπάνε την ψυχεδελική pop των 1960s, αλλά με νεοκυματικά synths είναι μεγαλωμένοι. Δυστυχώς, όμως, σε πολλά σημεία, το ψυχαγωγικό τους όραμα ακούγεται νωθρό, σαν αποκύημα της αμαρτωλής μουσικής βιομηχανίας των αρχών της δεκαετίας του 1980. Αυτή η προβλεψιμότητα τους αδικεί, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Surface Τo Air”, όπου συμμετέχει η Rebecca Taylor στα φωνητικά. Πρόκειται για ένα κομμάτι που θαρρείς ότι το έγραψαν με αποκλειστικό σκοπό να βρεθούν με το ζόρι στο εξώφυλλο του Rolling Stone.

Στις μεσόρυθμες στιγμές τους είναι που ακούγονται πιο ελκυστικοί. Το “Champagne” έχει ενδιαφέρον electro-funk κορμό, ενώ το “Fountains”, που κλείνει τον δίσκο, είναι περιπετειώδες. Στις καλές στιγμές ανήκει και το “Tic Tac Toe”, όπου οι Django Django ακούγονται σαν συγκρότημα της σχολής των New Romantics που αναγκάστηκε να γράψει το θέμα μιας τηλεοπτικής σειράς γουέστερν. Η αλήθεια είναι πως τα στολίζουν πολύ τα τραγούδια στο Marble Skies, καθώς έχουν προσέξει λεπτομερώς πολλές γωνίες και καμπύλες σε επίπεδο παραγωγής. Δεν ξεπετάνε τίποτα, πράγμα βεβαίως ευπρόσδεκτο στην εποχή που η DIY αντίληψη περί «φτωχού πλην τίμιου» αρχίζει και γίνεται κατεστημένο. Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι το άλμπουμ θα βρει γυρισμένες τις πλάτες του κοινού στο οποίο στόχευε ώστε να γίνει κοινωνός της φάσης του. Ας μη βιαστούμε πάντως να εγκαταλείψουμε το τρένο των Django Django. Πιστεύω ότι έχουν καλούς δίσκους μπροστά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Μορφή του Νερού

Για να επιστρέψει ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο στο προσωπικό του σινεμά, χρειάστηκε άλλο ένα «τέρας». Μετά τον αριστουργηματικό «Λαβύρινθο του Πάνα», ο Μεξικανός σκηνοθέτης μας κάνει δώρο άλλη μια ταινία μέσα από την καρδιά του. Αν ο Ντελ Τόρο είχε μπει σε εκείνο τον αξέχαστο «Λαβύρινθο» για να βρει στην άκρη του νήματος την παιδική αθωότητα και την καλοσύνη, στη «Μορφή του Νερού» προσπαθεί να δώσει σχήμα στη ρευστή φύση του έρωτα. Από την εποχή του «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, έχουμε να δούμε σκηνοθέτη που να ταυτίζεται σχεδόν αυτοβιογραφικά με τα «τέρατα» και να διαχειρίζεται τους ανθρώπους που τα περιβάλλουν σαν απειλή προς την αγνή φύση τους. Στην καρδιά τους ταινίας (που χτυπάει πραγματικά δυνατά) βρίσκεται μια μοναχική και μουγκή καθαρίστρια που δουλεύει σε ένα κρυφό κυβερνητικό εργαστήριο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Εκεί θα αναπτύξει μια τρυφερή σχέση στοργής με ένα αμφίβιο πλάσμα το οποίο έχει υποστεί φριχτά βασανιστήρια.

Η αλληγορία του φιλμ είναι προφανής και οι ιδέες του απτές και ξάστερες. Δεν υπάρχει κάτι το αμφίσημο ή αινιγματικό στην πλοκή της ταινίας. Η τρυφερή πρωταγωνίστρια ξέρει καλά πως είναι να νιώθεις σαν τερατόμορφο πλάσμα και δεν αντιμετωπίζει το αιχμάλωτο τέρας με φόβο. Του προσφέρει αυγά για να καταβροχθίσει, του δίνει ελπίδα όταν δεν υποφέρει από σαδιστικούς βασανισμούς και στο τέλος το ερωτεύεται, μέσα σε ένα (κυριολεκτικό) ωκεανό αγνών συναισθημάτων. Συνένοχοι στη διάσωση του πλάσματος από την καλόκαρδη καθαρίστρια, θα είναι ο μοναχικός γείτονάς της και η Αφροαμερικανίδα συνάδελφός της, που την νοιάζονται πολύ.

47mvw_2.jpg

Ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο ξαναβρήκε σε αυτή την αλλόκοτη ερωτική ιστορία την αγάπη του για το κλασικό σινεμά του φανταστικού. Κάτι ξύπνησε το fan boy μέσα του, που ήταν βουτηγμένο στο sci-fi, τα σκοτεινά κόμικ και τα γοτθικά θρίλερ. Ευτυχώς άφησε πίσω του προσωρινά τον εμπορικό κατασκευαστή του «Blade II», του «Hellboy» και του «Pacific Rim» και μπήκε ξανά στον προσωπικό του κόσμο, σε αυτόν που έλαμψε σαν αμετανόητος στυλίστας με τη «Ράχη του Διαβόλου». Κάθε πλουμιστό κάδρο της «Μορφής του Νερού» είναι βγαλμένο από τα όνειρα ενός ενθουσιώδους παραμυθά. Κάθε σκηνή είναι πλασμένη στη φαντασία ενός μαριονετίστα. Άριστος ρυθμός, γεωμετρικά πλάνα και φωτογραφία που κρατιέται με το ζόρι να μη πεταχτεί έξω απ’ το πανί της οθόνης.

Ο Ντελ Τόρο μπορεί να είναι λαϊκός αφηγητής, ρομαντικός εικονοκλάστης, εμπορικός παραγωγός και τίμιος αναβιωτής των b-movies της ψυχροπολεμικής υστερίας ταυτόχρονα. Δεν καταφέρνει ωστόσο να απαλλάξει τους θεατές από μια άβολη αίσθηση… «Αμελί». Η δραματουργία σε πολλές στιγμές προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια και οι εικόνες είναι ντυμένες στην τρίχα, σε βαθμό που δεν σε αφήνουν να διακρίνεις αληθινές οσμές και να δεις τη σιλουέτα τους. Παρακολουθώντας την ταινία με τα ξεκάθαρους «διαβόλους» και τους φανερούς «αγίους», μπορείς να ρυθμίσεις το IQ στο μηδέν και να ακουμπήσεις μόνο σε πρωτοεπίπεδες αισθήσεις. Έτσι όμως ξεχνάς την ευεργετική επίδραση ενός ερωτικού δράματος που στοχεύει μετωπικά στουςς αισθητήριους μηχανισμούς. Μικρό το κακό, ειδικά όταν τα παραμύθια είναι αγνά και άκακα, σαν μικρά παιδιά που δεν σου πάει η καρδιά σου να τα μαλώσεις.

47mvw_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Simple Men

There is no such thing as adventure. There’s no such thing as romance. There’s only trouble and desire.
When you desire something you immediately get into trouble. And when you’re in trouble you don’t desire anything at all.

Ο Hal Hartley μπορεί να θεωρηθεί με ευκολία ως ο πατριάρχης της ανήσυχης πλευράς της ανεξάρτητης σκηνής του αμερικάνικου σινεμά. Έσκασε σαν κομήτης την εποχή που το alternative rock και το VHS μεσουρανούσαν. Ως δημιουργός, διέθετε χαρισματική ματιά και το στυλ του ξεχώριζε από κάθε κινηματογραφιστή της γενιάς του. Ο Hartley κατάφερε και έφτιαξε έναν απόλυτα προσωπικό κόσμο από μοναχικούς ήρωες, τους έριξε σε ιστορίες με μινιμαλιστική δράση, τους έδωσε κοφτό και πανέξυπνο διάλογο από επαναληπτικές ατάκες που έδιναν μια χαμηλόφωνη εκκεντρικότητα στο εκάστοτε genre, είτε ήταν η ρομαντική κομεντί “The Unbelievable Truth” (1990) είτε το οικογενειακό δράμα “Trust” (1991), είτε η κατασκοπική περιπέτεια Amateur (1994). Η σπάνια ιδιοσυγκρασία και η μοναδικότητα του στυλιζαρίσματος βρίσκονται σε καλλιτεχνική κορύφωση στο “Simple Men” (1992). Η ιστορία της ταινίας αφορά δύο αδέλφια, τον Bill και τον Dennis, οι οποίοι καταζητούνται από την αστυνομία. Η αινιγματική περσόνα του πατέρα τους και μια προδοσία από την πρώην γυναίκα του Bill, τους κάνει να δεχθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός από μπελάδες και πόθους και αναγκάζονται να φύγουν εξόριστοι. Στον δρόμο θα σταματήσουν σε ένα απομακρυσμένo Diner, όπου ο Bill θα ερωτευτεί την ιδιοκτήτρια.

Όπως κάθε σημαντικός καλλιτέχνης, έτσι και ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης, παρόλο που αποτελούσε την επιτομή του cool, αντλούσε έμπνευση απ’ την παράδοση. Ο εκκεντρικός τρόπος ερμηνείας των ηθοποιών και το αποστασιοποιημένο ύφος με το οποίο εκστόμιζαν τις ατάκες τους, θυμίζει τον Bresson. Η εφευρετικότητα του μοντάζ, φέρνει στο μυαλό την πρώτη χρυσή εποχή του Godard. Αυτός ήταν και ο λόγος που χρησιμοποιούσε μια μικρή ομάδα από ηθοποιούς σε κάθε ταινία. Οι ηθοποιοί που μοιράζονταν τους ρόλους του και αποτελούσαν τον «ολιγομελή θίασο Hartley» ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι στην ιδιοσυγκρασία των ταινιών του.

Στο “Simple Men” η χορογραφία των μηχανικών κινήσεων των ηθοποιών, η απόλυτη γεωμετρία στο χειροποίητο πλάνο, το κοφτό μοντάζ, ο ελλειπτικός διάλογος που μοιάζει να τρέχει σε δύο χρόνους και το εναλλασσόμενο πινγκ-πόνγκ ατάκας που τείνει σε συχνές επαναλήψεις, αποτελούν τις σκηνοθετικές επιλογές που κάνουν το έργο αψεγάδιαστο και ανθεκτικό στη φθορά του χρόνου. Ακόμα και στην εποχή της πλαστικής 3D τεχνολογίας, τα διεισδυτικά κοντινά και τα γεωμετρικά μετρημένα πλάνα του Simple Men είναι χάρμα οφθαλμών. Οι ήρωές του παλεύουν με τις λανθάνουσες φιλοδοξίες τους και το αίσθημα αποξένωσης. Υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης και ματαιοπονίας στο έργο του. Η γλώσσα γίνεται το εργαλείο που τα παραπάνω νοήματα που αντιπαρατίθενται με την αλληλεπίδραση των ηρώων. Ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια των καταστάσεων δεν τον αφορά. Τον αφορούν οι ήρωες και η ακεραιότητα της συναισθηματικής ευφυΐας τους.

Ο Hartley κινηματογραφεί με στέρεα και στατικά πλάνα. Υποδεικνύει το που θα στρέψει το βλέμμα του ο θεατής. Σε αυτό θυμίζει έναν άλλο πρωτοπόρο της ανεξάρτητης σκηνής του Αμερικάνικου σινεμά, τον Jim Jarmusch. Όμως αντίθετα με την ποιητική και αφηρημένη ματιά του Jarmusch, τα πλάνα του Hartley είναι πιο χορογραφημένα. Ο διάλογος είναι ελλειπτικός και βαθυστόχαστος μέσα στη χαλαρότητα και το μπλαζέ ύφος και συνήθως διακόπτεται από τους μοναχικούς ήχους μιας ηλεκτρικής κιθάρας στο soundtrack.Συχνά οι ήρωες στρέφουν το βλέμμα μακριά από τον συνομιλητή τους όταν του απευθύνονται. Παίρνουν αντίθετες στάσεις και τα βλέμματα είναι απαθή. Καμιά φορά βλέπουμε το ύφος και τις αντιδράσεις μόνο αυτού που ακούει και σχεδόν πάντα τα close-up στα πρόσωπα και η κίνηση των σωμάτων αλληλοσυμπληρώνεται. Οι no-budget περιορισμοί μετατρέπονται στο αισθητικό πλεονέκτημα.

48sMvw_3.PNG

Σαν γνήσιο πνευματικό παιδί του Godard, ο Hartley θα αποδομήσει τη γραμμική αφήγηση για χάρη του εγκεφαλικού σχολιασμού. Θα στήσει ολόκληρες σκηνές από μια «μερική οπτική» της δράσης, οι γωνίες λήψεις θα περιορίσουν τις πληροφορίες για τον χώρο και η εικόνα με τον λόγο θα συγχρονιστούν. Όμως οι δυο σκηνοθέτες έχουν και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον πομπώδη παρεμβατικό λόγο και την ποιητική διαλεκτική του Godard, ο Hartley προσδίδει ξεκάθαρα κίνητρα στους ήρωες, τους βάζει σε γνώριμο πλαίσιο δράσης και κάνει τον θεατή να οικειοποιηθεί τις αγωνίες τους. Ο Hartley συντονίζει τη δράση με την αντίδραση ενώ ο Godard αδιαφορεί για τα πλάνα αντιδράσεων, ο Hartley βλέπει οικογενειακό τραύμα εκεί που ο Godard βλέπει ταξική φθορά, ο Hartley εκφράζει ανησυχίες εκεί που ο Godard μιλάει προφητικά.

Ο Hartley δεν έγινε το icon που θα έπρεπε να γίνει. Οι πιο πολλές ταινίες του δεν μπορούν καν να βρεθούν σε DVD. Δεν μπορούσε να γίνει media whore σαν τον Kevin Smith ή να απορροφηθεί από το mainstream σαν τον Richard Linklater. Απέφυγε τα media και από ίνδαλμα χάθηκε στην αφάνεια και τους πειραματισμούς. Θα ήταν κανονική παραφωνία σε μια σύγχρονη κινηματογραφική πραγματικότητα όπου αντιπροσωπευτικό δείγμα ανεξάρτητου σινεμά θεωρείται το Little Miss Sunshine ή το Juno. Είναι πολύ διαφορετικός για να μιλήσει στη γενιά του YouTube και πολύ σπάνιος ακόμα και για τους σινεφίλ θεατές που “πιάνουν” τους Coen. Όμως μια ταινία σαν το Simple Men δεν είναι προϊόν της εποχής της. Έχει μια διαχρονική και παγκόσμια ποιότητα που οι επαναληπτικές θεάσεις της, 26 χρόνια μετά, κάνουν όλο και πιο φανερή. Το Simple Men προσπερνά τα εφήμερα trend και παραμένει ο ορισμός του μοντέρνου, του hip, του quirky, του προχωρημένου και του… post everything.

Ο ήρωας που υποδύεται ο Martin Donovan σε έναν παροξυσμό πανικού και οργής θα φωνάξει ότι δεν αντέχει την ησυχία. Στο επόμενο πλάνο οι ήρωες θα επιδοθούν σε ένα ξεκούρδιστο χορευτικό νούμερο πάνω στο Cool Thing των Sonic Youth. Στο ίδιο πλάνο θα παρεμβληθούν ο Bill και η Kate όπου θα τους δούμε σε έναν χορό σαγήνης, δισταγμού και υπόγειου φλερτ. Ας φανταζόματε ότι θα χορεύουμε για πάντα, παρέα με τους ήρωες, σε αυτή την αιώνια σκηνή.

Posted in Cinema | Leave a comment

Call Me by Your Name

Η ιστορία του «Call Me by Your Name» διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1983, σε μια ηλιόλουστη έπαυλη της Λομβαρδίας στη Βόρεια Ιταλία, μέσα σε καταπράσινους κήπους και ανθισμένα λουλούδια. Ένα πανέμορφο σκηνικό, τόσο σαγηνευτικό που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ακόμη κι ένα παραμύθι. Ο Αμερικάνος καθηγητής Όλιβερ, που κάνει την πρακτική του στην Αρχαιολογία, θα φτάσει ζαλισμένος απ’ το jet lag, στο σπίτι του καθηγητή Ιστορίας Πέρλμαν και της μεταφράστριας συζύγου του, Ανέλα. Ο 17χρονος γιος τους, ο Όλιβερ, θα αναλάβει χρέη βοηθού στη μελέτη του Αμερικάνου, ο οποίος θα περάσει έξι βδομάδες σε αυτό το σπίτι. Μικρό διάστημα, αρκετό όμως για να χωρέσει μια μικρή ζωή.

O σκηνοθέτης Λούκα Γκουαντανίνο δολιχοδρομεί επάνω σε μια ιστορία άγουρου σκιρτήματος και  εξερεύνησης, τονίζοντας τη μοναχική μέθεξη των ηρώων, οι οποίοι νιώθουν πλήρως ελεύθεροι στο θέρετρο που τους περιβάλλει. Οι ήρωες διαβάζουν τους κλασικούς κάτω απ’ τον ήλιο, δροσίζονται με φρούτα, περιφέρονται ανέμεσα σε έπιπλα αντίκες, συζητούν τρώγοντας στον κήπο και κάνουν βόλτες στην πόλη με ποδήλατα. Τα πάντα είναι τόσο όμορφα (και εννοώ ΟΜΟΡΦΑ).

Grow up. See you at midnight”

Ο σκηνοθέτης επιδεικνύει χαζευτική σκηνοθετική ωριμότητα, καθώς δεν υποκύπτει σε καμία μεγέθυνση, δεν επιτρέπει καμία επιτηδευμένη μελαγχολία και δεν πατάει σε καμία «φιλολό» παγίδα που θα υπονόμευε την τιμιότητα των συναισθηματικών κραδασμών των ηρώων του. Εδώ, ο έρωτας δεν συνοδεύεται με εγκεφαλικές παλίρροιες. Το ανέλπιστο δέσιμο των δυο ανθρώπων υπογραμμίζουν τα ανάγλυφα τραγούδια του Sufjan Stevens, τα οποία υγραίνουν τα μάτια και έρχονται σε πλήρη χημική ένωση με τις συναισθηματικές αντιδράσεις μας, με τρόπο που ξεμπροστιάζουν όλα τα γλυκερά soundtrack του Χόλιγουντ.

Τα φροντισμένα κάδρα και η διακριτική παρατήρηση τους, σε υποχρεώνουν να τα εμπιστευτείς. Η παρατήρηση της γλώσσας του σώματος έρχεται σε φυσική αλληλουχία με τις νευρώσεις της ενηλικίωσης, με τις ανάγκες του σώματος και με την ήπια τρυφερότητα των ανθρώπων που έχουν μάθει να συμπεριφέρονται σαν να μην είναι το επίκεντρο του κόσμου.

How you live your life is your business. But remember, our hearts and our bodies are given to us only once.

Το “Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου” ακούγεται σαν το πιο αφοπλιστικό αίτημα μεταξύ δυο εραστών που θέλουν να χαθούν ο ένας μέσα στον άλλον. Είναι και ο τίτλος μιας ταινίας για δυο ανθρώπους που θέλουν να ανταποκριθούν στα πιο επείγοντα αισθήματά τους. Ένας γοητευτικός άνδρας με τη δύναμη να μπαίνει σε ένα δωμάτιο και να το φωτίζει και ένα αβέβαιο αγόρι, εξημερωμένο ως προς τη ερωτική χίμαιρα της εφηβείας. Δυο ήρωες σε ένα παράνομο affair, αποταυτισμένο από περιττές queer ταμπέλες.

Η ταινία είναι ένα συναισθηματικό οικοδόμημα, ικανό να σε γκρεμοτσακίσει σε συναισθηματικούς καιάδες. Μια ερωτεύσιμη μπαλάντα, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω» σου, αλλά και τις πληγές που άφησαν οι αδικαίωτοι έρωτες. Αυτοί που σε άλλες ηλικές μας στοιχειώνουν, ενώ μετά από χρόνια μοιάζουν με γλυκιά ανάμνηση.

O Τζέιμς Άιβορι (Τα Απομεινάρια Μιας Μέρας) έκανε εξαιρετική δουλειά στην διασκευή του βιβλίου, παραμερίζοντας το παρελθόν και το μέλλον των ηρώων και εστιάζοντας στο ουσιαστικό παρόν. Το στόρι εξανθρωπίζει κάθε υποψία gender bender ψυχοδράματος και εστιάζει στην αθωότητα, δίχως να ηθικολογεί. Το φιλμ προσπερνάει τις εφήμερες ηδονές και τα χιλιοειπωμένα επάνω στις bi-curious επιλογές, για να μας κάνει να «συμμετάσχουμε». Μας χαρίζει και εκείνη τη σκηνή με το λογύδριο του πατέρα του Όλιβερ για να έχουμε να πορευόμαστε – μια σκηνή ανθολογίας που θες να ανοίξεις μια αγκαλιά να την κρατήσεις εκεί για πάντα. Καθ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο θεατής νιώθει ότι βαδίζει «μαζί» με τους ήρωες. Νιώθει όσα περνάνε από την καρδιά τους. Νιώθει τα κίνητρα πίσω από τις επιλογές τους. Πάμε πάλι. Με το Call Me by Your Name, ο θεατής «νιώθει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Phantom Thread

Στο αόρατο σημείο όπου βάλλονται οι πνευματικές ισορροπίες και μάχονται οι σχέσεις εξουσίας με τις σχέσεις προστασίας, ανθίζει το εκλεκτό σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον. Από το “Hard 8” (με τη σχέση του παλαίμαχου Sydney με τον νεαρό τζογαδόρο), το “Boogie Nights” (με τη σχέση του προικισμένου πορνοστάρ Ντερκ Ντίγκλερ και του σκηνοθέτη) και φυσικά από τη σαρωτική εποποιία του “There Will Be Blood” (με τον μεταλλωρύχο και τον τοπικό θρησκόληπτο ιερέα) μέχρι το “The Master” (με την πνευματική αντιπαλότητα ενός ψευδοπροφήτη αυτοβελτίωσης και του άγουρου πρωτοπαλίκαρου), η τόλμη των εικόνων του σκηνοθέτη είναι αδιαφιλονίκητη. Στο “Phantom Thread”, ο αμοραλισμός που σακατεύει την ψυχή του ήρωα κινηματογραφείται με εργαλείο την υψηλή ραπτική του μοντάζ. Τα κρυφά νοηματικά περάσματα είναι καλυμμένα με τα πιο ποιοτικά υφάσματα…

Ένας από τους λόγους που ο Πολ Τόμας Άντερσον βγαίνει θριαμβευτής με την 8η ταινία του, είναι ο περίτεχνα γραμμικός τρόπος με τον οποίο κατασκευάζει ένα αψεγάδιαστο μα καθόλα δυσοίωνο ψυχογράφημα αυτοκυριαρχίας και επιβολής. Ο PTA αφηγείται με αυτοσυγκράτηση μια ταινία εποχής για τον κόσμο της μόδας στο Λονδίνο της δεκαετίας του ‘50, που σε άλλα χέρια θα ήταν αφορμή για να ικανοποιήσουν τα υγρά τους όνειρα οι ενδυματολόγοι που θέλουν να βουτήξουν στους κορσέδες και τα τούλια, με «ρομαντικές» ιστορίες που πνίγονται στον ακαδημαϊσμό και ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουσα» πόζα. Όμως ο Άντερσον αδιαφορεί για το παρασκήνιο της ακριβής κοπτοραπτικής και εστιάζει αλλού το ενδιαφέρον του. Πού ακριβώς όμως;

49n_2.jpg

Ο σκηνοθέτης αναζητάει αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ξεφορτωθούν τα βαρίδια περασμένων ζωών και να επιβληθούν στα πάθη του παρόντος. Είναι πολλές οι λεπτομέρειες που θα πρέπει να αναλογιστεί κάποιος ώστε να μπορέσει να εκτιμήσει την ταινία στην ολότητά της. Στο “Phantom Thread”, η παρακμή είναι βραδύκαυστη και προκαλείται από απραγματοποίητους πόθους και ανίκητες ανάγκες. Επιπλέον, το στυλιζάρισμα πατάει στις μύτες, σε μια ψιθυριστή, υπνωτική σχεδόν αφήγηση και σε ένα άβολο αίσθημα ιδιωτικότητας. Αυτό υπογραμμίζεται με την παρατήρηση του κάδρου, τη συνωμοτική γλώσσα του σώματος και το ηχητικό μιξάζ που συλλέγει λόγια από τα σημεία που δεν εξελίσσεται η δράση – μια τεχνική που ο Άντερσον έμαθε από τον μέντορά του, Ρόμπερτ Άλτμαν. Όλες οι πραγματικές εκρήξεις συμβαίνουν εκτός κάδρου. Η αλαζονικές συμπεριφορές και οι μικρές ψυχολογικές πτώσεις, αφήνουν μόνο απόηχους. Το ίδιο και οι ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα. Το φιλμ είναι γεμάτο με ερωτήματα-νάρκες και ιδέες που δύσκολα αφομοιώνονται με την πρώτη θέαση. Ίσως αυτός ο υψηλός δείκτης απαιτήσεων και υπαινιγμού ιδεών να αποδειχθεί ο λόγος που η ταινία θα σκοντάψει στη συνείδηση του μέσου θεατή και της Ακαδημίας των Όσκαρ, παρά τις 6 υποψηφιότητες.

49n_3.jpg

Ο κύριος Γούντκοκ ζει κάτω από την επιτήρηση της αδελφής του και παλεύει με τα φαντάσματα της μνήμης, μέσα σε έναν αεροστεγώς κλεισμένο κόσμο που έφτιαξε ο ίδιος. Αυτό που αναζητάει στο πρόσωπο κάθε όμορφου μοντέλου, είναι κάτι περισσότερο από συντροφικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι καν η εύρεση μιας Μούσας. Βλέπουμε τον περιζήτητο ράφτη να τρέχει για να γλυτώσει από τους δαίμονές της κοσμικής πραγματικότητας και η αόρατη κλωστή του τέλειου φορέματος του δείχνει τον προορισμό. Όμως αδυνατεί να ξεφύγει από το τελεσίδικο πεπρωμένο. Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις βρίσκεται σε σπάνια ερμηνευτική κορύφωση, με τον τρόπο που κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από το δέρμα του ήρωά του. Τι υπέροχη αυλαία σε μια τόσο αξιοθαύμαστη φιλμογραφία χωρίς «λίπος» και άστοχες επιλογές.

Το “Phantom Thread” είναι ένα κονσέρτο δωματίου με τρία έγχορδα. Μπορεί κάποιος να δει τα ψυχαναλυτικά-φροϊδικά υποστρώματα του τριγώνου χαρακτήρων. Κάποιος άλλος μπορεί να δει μια ρομαντική ιστορία (όσοι δεν βλέπουν το “Vertigo” του Χίτσκοκ ως θρίλερ αλλά ως μια ρομαντική ταινία). H τελική ενδοφλέβια ένεση του σκηνοθέτη στον ψυχαναλυτικό κορμό του σεναρίου είναι το «δείπνο αγάπης», ένα παράδοξα πορνοδιαστροφικό rosebud και ταυτόχρονα ένας συμβολισμός του αέναου βασανισμού του ήρωα που θα παραμείνει για πάντα χαμένη ψυχή, αλλά ίσως να βρήκε πια την ευτυχία και να νιώθει άνετα πια μέσα στα καλοραμμένα ρούχα του. Αν αυτός νιώθει ευτυχής όταν φτάνει μια μπουκιά πριν τον θάνατο, τότε ποιος μπορεί να τον διαψεύσει;

49n_4.JPG

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #116

Jef Maarawi

Comfort Food

Από τα μελαγχολικά, βροχερά βράδια που έθρεψαν το Once Part Οf Α Whole Ship των Egg Hell (2014), μέχρι τη σπιτική θαλπωρή του φετινού Comfort Food, δεν έχουν αλλοιωθεί τα στοιχεία που κάνουν τη μουσική του Jef Maarawi απολαυστική.

Το ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό του ύφος, βρίσκει δρόμο μέσα από τραγούδια με γήινα χρώματα, τα οποία πάση θυσία θέλουν να διατηρούν το βλέμμα μας σκυθρωπό. Τον ακούς δηλαδή να κραυγάζει με όλη τη δύναμή του ανάμεσα στις ασύμμετρες jazzy εκρήξεις του “Reverend Jones” ή να «ψυχεδελίζεται» ξυπόλητος σε folk μονοπάτια στο ομώνυμο “Comfort Food” και τον αισθάνεσαι κάπως δικό σου άνθρωπο.

Ο δίσκος έχει όλες τις αρετές που θα περίμενε κανείς από τη ντόπια σκηνή της ανεξάρτητης pop: ευπρεπή ατμόσφαιρα και πίστη στη στρογγυλή μελωδία. Διακρίνεις ξεκάθαρα πίσω από τα ρεφρέν την τραγανή αμεσότητα των Coralτην ελευθερία έκφρασης του Father John Misty, ακόμα και την οξυδέρκεια των Eels. Ο Maarawi διαθέτει τετράγωνη λογική και κοιτάζει σε συγκεκριμένο ορίζοντα. Συνεπαρμένος και ο ίδιος από τις δυνατότητες του δημιουργικού του ενστίκτου, μας συνεπαίρνει κι εμάς σε πολλά σημεία.

Το Comfort Food καταφέρνει εύκολα να ευθυγραμμιστεί με τις δικές μας ανάγκες απόλαυσης, καλώντας μας να ταιριάξουμε τη καθημερινή μας διάθεση με τις τρυφερές του μελωδίες. Σαν ικανός μουσικός, ο Maarawi βολοδέρνει με αυτοπεποίθηση στα αγαπημένα του μονοπάτια. Το μόνο ζήτημα είναι πως αυτά τα μονοπάτια δεν είναι κρυφά και αθέατα, δεν βγάζουν σε άγνωστα σημεία, ούτε εγκυμονούν κινδύνους τις νύχτες. Αντιθέτως, είναι πολυσύχναστα από brit pop τραγουδοποιούς και χιλιοπατημένα από εκατοντάδες indie συγκροτήματα, τα οποία μοιράζονται την ίδια τετράγωνη λογική και κοιτάζουν στον ίδιο συγκεκριμένο ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Maarawi θα βρει τον δρόμο του σε ακροατές που δηλώνουν αστοί και ταγμένοι βιβλιοφάγοι, όσους ξέρουν πάντα τι λένε, αλλά μπορούν και σέβονται τα ελαφριά και τα φαινομενικώς ασήμαντα. Η συνετή και τρυφερή φωνή του θα τους συντροφεύσει στο μελαγχολικό daydreaming που τόσο έχουν ανάγκη, ιδιαίτερα σε κομμάτια σαν το καλόκαρδο “Coming Going” ή το εσωστρεφές “LA”.

Δίσκοι όπως το Comfort Food μπορούν να προσδώσουν περιεχόμενο και coolness στην εντροπία της 30something απόδρασης μέσω της βιωματικής pop και μπορούν να μιλήσουν σε όλες τις ερωτικές γλώσσες του κόσμου. Ένα πιο προσεκτικό αυτί, όμως, θα ακούσει ταυτόχρονα χιλιάδες τέτοιες φωνές από αμέτρητες (ψηφιακές κυρίως) μεριές, με αποτέλεσμα να μην ξέρει πού να πρωτοστραφεί και πού να πρωτακουμπήσει. Και πράγματι, το Comfort Food δεν έχει τόση δύναμη για να φωνάξει πιο δυνατά από τον ομοιογενή θόρυβο και να τον καπελώσει. Ας όψεται λοιπόν η αγάπη και η ειλικρίνεια με την οποία έχει ηχογραφηθεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Φοίβος Δεληβοριάς – Μαρίνα Σάττι Live @ Passport

50bDelSt_2.pngΑνακάτεμα μουσικής από διαφορετικές κουλτούρες, γιουσουρούμ ετερόκλητων ήχων, ένωση δύο κόσμων και πολλά άλλα τέτοια όμορφα υπoσχόταν στη σκηνή του PassPort Κεραμεικός η συνεργασία του Φοίβου Δεληβοριά και της Μαρίνας Σάττι με τις Fonés. Ωστόσο, η τουριστική περιήγηση σε διαφορετικά στυλ και το εύκολο ανακάτεμα τραγουδιών με εκ διαμέτρου αντίθετες καταβολές, δεν αρκούν για μια αξιομνημόνευτη παράσταση. Το κλείσιμο δηλαδή του ματιού δεν φτάνει, ειδικά όταν πρόκειται για συνεργασίες-στοιχήματα. Χρειάζεται δουλεμένη χημεία για να προκύψουν ενδιαφέρουσες επιμειξίες, ενώ το γεφύρωμα των αντιθέσεων προϋποθέτει πηγαία έμπνευση.

Το πρώτο πάντως μέρος κύλησε αναμενόμενα ψυχαγωγικά, έχοντας σαν βάση τη νοσταλγική αναπόληση της Αθήνας της δεκαετίας του 1980 στην οποία έχει βουτήξει λυτρωτικά τον τελευταίο καιρό ο Δεληβοριάς, με θαυμαστά αποτελέσματα είναι η αλήθεια, όπως το εξαιρετικό άλμπουμ Καλλιθέα (2015). Από το περιγραφικό “Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι” που άνοιξε τη βραδιά και τη γλυκιά “Πέρα Χώρα”, μέχρι τη σαρκαστική “Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα” και τον θηλυκό ύμνο της “Γυναίκας Του Πατώκου”, τα τραγούδια ζέσταναν τον χώρομε την ανεπαίσθητη αμηχανία του Δεληβοριά στις εισαγωγές να μην επηρεάζει ούτε στο ελάχιστο τη συνολικά καλή διάθεση. Ο τρελός Ισπανόφωνος ειρμός στο “Hijo De Puta” πάντα θα προκαλεί γέλιο, το “Bolero” πάντα θα παρασύρει το κοινό σε sing-along και ο βιογραφικός “Φώτης” θα είναι πάντα μια τρυφερή οικογενειακή ανάμνηση. Το χαριτωμένο tribute στα Ημισκούμπρια με το γαλλοθρεμένο ψευδο-ρομάντζο “Je Suis Bossu” και η καλλιθεώτικη περιήγηση του “Ξένου” θα ήταν ωστόσο τα τελευταία καλά μαντάτα της βραδιάς.

50bDelSt_5.png

Τα πρώτα βαρίδια στις τσέπες της παράστασης φάνηκαν νομίζω από τα άχαρα δεύτερα φωνητικά της Νεφέλης Φασούλη και την αβέβαιη πόζα της στο μικρόφωνο. Όχι πως η νεαρή τραγουδίστρια δεν διαθέτει αξιόλογη φωνή, κάθε άλλο. Όταν όμως η Δυτική, μελισματική soul του “Who’s Loving You” και η ανατολίτικη, ρεμπέτικη σαγήνη της “Μισιρλού” εναλλάσσονται στο καπάκι, με το πάτημα θαρρείς ενός διακόπτη, τότε υποψιάζεσαι ότι η Φασούλη δεν κλίνει πουθενά με την καρδιά της –απλά τη νοιάζει να τα λέει ωραία.

Η αναλογική γοητεία του Φοίβου Δεληβοριά, η καλά δεμένη μπάντα που τον συνοδεύει και η φυσικότητα στην πρόζα έμειναν από καύσιμα τη στιγμή της εμφάνισης της Μαρίνας Σάττι και των «Φωνών» που την πλαισιώνουν. Η Σάττι, σαν μπροστάρισσα των πολυφωνικών Spice Girls των Βαλκανίων, έδειξε μπόλικη «μικρομέγαλη» αυτοπεποίθηση. Κοιτούσε με το ένα μάτι στο Bollywood, με το άλλο στη Θράκη. Πατούσε με το ένα πόδι στη Μικρά Ασία, με το άλλο στη Βουλγαρία. Όλα σερβιρισμένα σαν άπαχος χυμός, που μόλις βγήκε απ’ το μπλέντερ.

50bDelSt_8.png

Είτε λοιπόν το φόντο έδειχνε κάποια κολομβιάνικη φιέστα, είτε ένα παραδοσιακό πανηγύρι στη Θράκη, η πόζα στη σέλφι έμενε ίδια. Τουριστικές βόλτες σε ολόκληρες κουλτούρες, με μόνο εφόδιο το χαμογελάκι, για τους θεατές που θέλουν τραγούδια περιπετειώδη, μα τους αρέσει στα κρυφά και η Έφη Θώδη –για παραφράσω την ειρωνεία του Τζίμη Πανούση στον “Νεοέλληνα”. Ένα καλύτερο tribute απ’ αυτό έκανε στον εκλιπόντα Τζιμάκο ο Δεληβοριάς, όταν τραγούδησε τον νιχιλιστικό ύμνο “Γυφτάκι”. Και ήταν τα δικά του greatest hits, όπως ο “Καθρέφτης”, το “Αυτή Που Περνάει” (σε μια ανέλπιστη, σχεδόν disco ενορχήστρωση) και το “Θέλω Να Σε Ξεπεράσω” που επανέφεραν τον ρυθμό και τις υγιείς ανάσες στη βραδιά.

Πιστεύω ότι τα μπλουζ της αμερικάνικης βαμβακοφυτείας και το “Τι Σε Μέλλει Εσένανε Από Που Είμαι Εγώ” σε ευθεία παράταξη, προκαλούν κύματα ευδαιμονίας μόνο σε ακροατές που νιώθουν πως είναι πολίτες του κόσμου, αλλά κατά βάθος τους λείπει το χωριό. Δεν το εννοώ υποτιμητικά. Υπάρχει ωστόσο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στις αισθήσεις και στα συναισθήματα που γεννάει η ζωντανή μουσική. Αν η Σάττι φύγει από το κυνήγι των αισθήσεων, αν βρει τα βήματά της ακουμπώντας στωικά σε μια πορεία χωρίς πυροτεχνήματα και εντυπωσιασμούς, τότε κι εγώ θα σπάσω μια κούπα για τα λόγια που ‘πα και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια. Μέχρι τότε, θα θυμάμαι το πόσο στριμωγμένο και ερμητικά μόνο του έμεινε το ρεπερτόριο του Δεληβοριά σε τούτη ζωντανή σύμπραξη.

50bDelSt_12.png

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #115

Migos

Culture II

Τα 3 αλάνια που απαρτίζουν τους Migos, ενώ δείχνουν ράπερ των σκιών, είναι στην πραγματικότητα πολύ επιδραστικά στο αμερικανικό mainstream και δικαίως περηφανεύονται γι’ αυτό, συμπεριφερόμενα σαν να «ελέγχουν τη φάση». Πρόκειται για διορατικούς bros, οι οποίοι είναι πράγματι σε θέση να πάνε το πράγμα μπροστά, χωρίς μάλιστα να προσπαθήσουν πολύ. Το 3ο τους άλμπουμ παίρνει τη σκυτάλη από εκεί όπου την άφησε το περσινό Culture και μας σερβίρει 24 κομμάτια, απολύτως ταγμένα στην υπερβολή.

Οι Migos γιορτάζουν στη μούρη μας την κατακτημένη χλιδή, κουβαλώντας τον αέρα του αμφισβητήσιμου και του παράνομου. Το Culture II δεν είναι καθόλου ευχάριστος δίσκος, μάλλον επειδή το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ η ψυχαγωγία. Είναι μουτρωμένος και τεταμένος δίσκος, που γιορτάζει τις δάφνες της επιτυχίας με έναν πολύ δραματικό τρόπο. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως τα 105 λεπτά του γίνονται εξαντλητικά όταν ακούς μόνο για τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα φιρμάτα ρούχα, τα ακριβά ρολόγια που έχουν αποκτήσει και τα ναρκοδόλαρα που έχουν ‘κονομήσει οι Migos. Με την επίδειξη της ευμάρειας ως γαλόνι να αγγίζει τα όρια του ενοχλητικού, η αλήθεια είναι πως μπορούν και προσφέρουν ωραίο groove, ιδίως σε κομμάτια σαν το “Bad Bitches Only”, που διαθέτουν «πνεύμα» και αποδραστική δύναμη.

Οι καλοζωισμένοι ναρκέμποροι έχουν old school μουσική παιδεία και η state-of-the-art παραγωγή τούς κάνει να ξεχωρίζουν από τις σφηκοφωλιές του gangsta. Τραγούδια μάλιστα όπως το “Culture National Anthem” και το “Narcos” αποτελούν ένα στοχευμένο μείγμα μουσικής με ακατάβλητη μαχητικότητα. Οι ίδιοι δείχνουν να «γλεντάνε» και να λοιδορούν το σύγχρονο καλογυαλισμένο χιπ χοπ: «ποιος Kanye και ποιος Jay-Z» φαίνεται να μορφάζουν με κάθε τους τραγούδι. Σαν οπλαρχηγοί της δικής τους αυτοκρατορίας από hos, thugs, και bitches, οι Migos ξεδίνουν στιχουργικά με τις αλητήριες απόψεις τους περί καπιταλισμού και σε αυτό συνδράμουν φιλικά προσκείμενοι rappers και διαθέσιμες μίνι ντίβες, όπως η Nicki Minaj.

Δεν νιώθεις ωστόσο τίποτα ακούγοντας το Culture II. Απλά υποβάλλεσαι σε αρκετά σημεία χάρη στο τεχνολογικό downtempo και ίσως σαστίζεις σε πολλά άλλα, εξαιτίας της σκοτεινής μουντίλας και του δυστοπικού πλαισίου της φάσης του. Όταν τελειώνει πάντως η ακρόασή του, δεν το αναζητάς ξανά, παρότι μένεις με μια αίσθηση πλήρους κάλυψης.

Aπο το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Disaster Artist

50ggMv_3.jpgΗ περίπτωση του Τόμι Γουάιζο έχει γίνει πλέον πασίγνωστη. Πρόκειται για ένα αληθινό μυστήριο του αμερικάνικου κινηματογράφου, για έναν παρία του Χόλιγουντ, δίχως ίχνος ταλέντου, με ανεξήγητη οικονομική άνεση, με πάθος για φήμη και με αθεράπευτο ψώνιο να γίνει auteur.

Ο Τόμι Γουάιζο κατάφερε μετά από χρόνια περιπετειών να ολοκληρώσει μια ταινία, το Room, το οποίο θεωρείται ίσως το χειρότερο φιλμ του αμερικάνικου σινεμά. Το Room κόστισε 6 εκατομμύρια για να φτιαχτεί, αλλά, όπως έγραψαν πολλοί, μοιάζει να κόστισε 60 δολάρια. Το best seller με τίτλο The Disaster Artist περιέγραφε τις εμπειρίες του συμπρωταγωνιστή Γκρεγκ Σεστέρο, δίπλα στον Γουάιζο, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αυτής της ανεκδιήγητης κακοτεχνίας. Απαράδεκτη σκηνοθεσία, κάκιστες ερμηνείες και φριχτές ερωτικές σκηνές. Ο ίδιος ο Γουαζίζο δεν αποκάλυπτε την καταγωγή του, ούτε την ηλικία του, ούτε τίποτα απ’ το παρελθόν του, ενώ ήταν παθολογικός ψεύτης, οξύθυμος, ονειροπαρμένος και δεν ήξερε τι έκανε στο πλατό.

Ο Τζέιμς Φράνκο είδε μια ευκαιρία εκμετάλλευσης στον cult θρύλο της ταινίας που διαιωνίζεται μέσα από μεταμεσονύχτιες προβολές. Διασκεύασε λοιπόν το βιβλίο, μεταμορφώνοντας τον εαυτό του για να αποδώσει το στυλ, την προφορά και τις κουλαμάρες του Γουάιζο, έχοντας παρτενέρ τον αδερφό του, Ντέιβ Φράνκο, στον ρόλο του Σεστέρο. Το «Disaster Artist» θέλει να είναι ένας φόρος τιμής στη «χειρότερη ταινία όλων των εποχών», όμως το τελικό φιλμ δεν έχει να πει τίποτα παραπάνω απ’ τα προφανή. Αν ανήκετε σε αυτούς που σκάνε στα γέλια με την «καμμενιά» του Room, ίσως να διασκεδάσετε με την ανεκδοτολογική πλευρά του φιλμ και τη μίμηση της παρανοϊκής περσόνας του ξεσαλωμένου και ατάλαντου auteυr.

O Τζέιμς Φράνκο είναι καλός εδώ, γιατί υποδύεται κάποιον που δεν έχει καθόλου ταλέντο και όραμα. Είναι ειρωνικό το ότι ο ίδιος ο Φράνκο, έχει στα τελικά στάδια άλλες 4 ταινίες που έχει σκηνοθετήσει και που θα βγουν στο 2018. Η καριέρα του ως σκηνοθέτης, μετράει γύρω στις 15 ταινίες και αναρίθμητα ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους που έχουν δει μια χούφτα άνθρωποι και έχουν παιχτεί στα πιο μικρά φεστιβάλ του κόσμου, αποσπώντας μόνο κακές κριτικές. Είναι προφανές ότι ο Φράνκο δεν έχει στόχο να αυτοσαρκαστεί, σαν συνάδελφος του Γουάιζο, που τους έχει τυφλώσει το ίδιο φως της βιομηχανίας του θεάματος και έτσι να σχολιάσει τη ματαιοδοξία του Χόλιγουντ. Όταν ο Τιμ Μπάρτον σκηνοθετούσε τη ζωή του Εντ Γουντ, έκανε ένα σχόλιο στο τι θεωρούμε καλό και κακό σινεμά και έκανε μια αντιπαραβολή της δικής του αφοσίωσης στη σκηνοθεσία, σε σχέση με την φαινομενική προχειρότητα των χάρτινων σκηνικών του Εντ Γουντ (κάτι που φάνηκε στην υπέροχη σκηνή της ταινίας με τον Όρσον Γουέλς).

Ο Τζέιμς Φράνκο θέλει να βγάλει γέλιο εις βάρος του Γουάιζο και όχι να σαρκάσει τα όρια του ψώνιου και τη φύση του cult καλλιτεχνικού έργου. Δεν τον νοιάζει τι καθιστά κάτι τόσο κακό που φτάνει σε σημείο να γίνεται ελκυστικό, ούτε νοιάζεται καθόλου για το τι συμβαίνει στο κεφάλι αυτού του ανθρώπου, και αν πρόκειται για παρανοϊκό ονειροπόλο ή για αξιολάτρευτο παράδοξο. Ο αμοραλισμός του Φράκο φάνηκε στις Χρυσές Σφαίρες, τη στιγμή που ο Γουάιζο πήγε να πει μια ατάκα στο μικρόφωνο για να δεχτεί ένα άκομψο στοπ. Αναλογιστείτε μόνο αν ο Ρίκι Τζερβές θα έκανε κάτι τέτοιο στον Καρλ Πίλκινγκτον.

Αν θέλετε να δείτε ένα ουσιαστικό σχόλιο στη ματαιοδοξία ενός καλλιτεχνικού ψώνιου και αν θέλετε να απολαύσετε πηγαίο χιούμορ μέσα από στιγμές embarrassment, αναζητήστε το Life On The Road με τον χαρακτήρα του Ντέιβιντ Μπρεντ (The Office) σε βρετανική περιοδεία.

50ggMv_4.JPG

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #114

Black Rebel Motorcycle Club

Wrong Creatures

Οι μέρες που οι Black Rebel Motorcycle Club τραγουδούσαν “Red Eyes And Tears” (2001) και έμοιαζαν με cool συγκρότημα, φαντάζουν τρομερά μακρινές. Είναι σχεδόν μνήμες μιας άλλης γενιάς. Στον 8ο δίσκο τους Wrong Creatures, πατάνε σε ένα μονόχορδο «rawk» για να επικοινωνήσουν. Αυτή όμως η στάμπα της ρέμπελης αλητείας πάνω τους, δεν ξεγελάει κανέναν: πλέον νοιάζονται απλά να παράξουν ορθόδοξη, έγκριτη rock, που θα γίνει αποδεκτή στα πιο λαϊκά ραδιόφωνα. Αρκεί να μην ακουστούν «λιγότεροι» των προσδοκιών. Δεν κάνουν καν τον κόπο να ξανοίξουν λιγάκι το εύρος του ήχου τους.

Μέσα σε τούτο το ντελίριο κιθαριστικής προβλεψιμότητας, ο δίσκος τολμάει και κάνει στροφή στη ματαιοδοξία, κυρίως με το “Echo”, στο οποίο αντιγράφουν τα στιλιζαρισμένα και φωτογενή τραγούδια των U2. Όμως, τελικά, το “Echo” ακούγεται σαν ροκ σιγκλάκι που παίζουν οι Snow Patrol την ώρα που παριστάνουν τους U2 μπροστά στον καθρέφτη. Γενικά, οι Black Rebel Motorcycle Club χαϊδολογούνται και παινεύονται αρκετά, ενώ το υλικό του δίσκου εκθέτει πλήρως την κούρασή τους σε επίπεδο τραγουδιών και χαρακτήρα. Την κατάσταση δεν βοηθάει ούτε η σκονισμένη americana του “Haunt”, η οποία θα κάνει τους ακροατές του Sivert Høyem να χαμογελάσουν συγκαταβατικά και κάποιους μιλένιαλς, αμερικανολιγούρηδες ακροατές που μεγάλωσαν με indie, να τους πουν «παιχταράδες».

Όταν ακούς εμφανώς αδύναμα τραγούδια όπως το “King Of Bones” (ο Billy Idol αυνανίζει τους Raveonettes) ή τη συντηρητικότατη ψυχεδέλεια του “Ninth Configuration”, δεν έχεις παρά να απογοητευτείς. Ούτε καν τα riffs τους δεν είναι πραγματικά πιασάρικα, ενώ μια αίσθηση αχρείαστου machismo δείχνει κυρίαρχη παντού. Αν βέβαια καταφέρει κανείς να ξεπεράσει το θολό κλίμα σε τραγούδια όπως το “Spook”, ίσως διασκεδάσει μαζί τους σε διάφορα ροκ μπαρ με στριμωγμένο κόσμο.

Οι Black Rebel Motorcycle Club έφτιαξαν κάποτε ένα «μπλαζέ», «υγρό» και «γκαραζοβρώμικο» στιλ που αρχικά επιβραβεύτηκε με την αποδοχή των κριτικών και ενός κοινού που ήταν πολύ μικρό για να ξέρει τι θα πει «μπλαζέ», «υγρό» και «γκαραζοβρώμικο». Στο Wrong Creatures ακούγονται διψασμένοι για την υπερεπιτυχία που θα τους ανυψώσει στο επιτελείο των ισχυρών, εκείνων που σχεδιάζουν περιοδεία με 30 σταθμούς στις σημαντικότερες πολιτείες των Η.Π.Α. Δυστυχώς, όμως, η έλλειψη στοιχειώδους αδρεναλίνης αυτού του un-happening συγκροτήματος, θα απομακρύνει τους γνώστες του alternative.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Three Billboards Outside Ebbing, Missouri

Όπως ακριβώς μας προϊδεάζει ο τίτλος του φιλμ, λίγο έξω απ’ το Έμπινγκ, στην πολιτεία του Μιζούρι, υπάρχουν τρεις παλιές πινακίδες, η μια δίπλα στην άλλη, οι οποίες είναι στη διάθεση του καθενός για να διαφημίσει ή να δηλώσει ό,τι θέλει. Επάνω στις φθαρμένες αφίσες και τα ξυσμένα χαρτόνια στην επιφάνεια των πινακίδων, μια μητέρα θα αναρτήσει την αλήθεια που της τρώει την ψυχή. Η αστυνομία άλλωστε είναι ανεπαρκής για να διεξάγει έρευνα για να βρει τον ένοχο για τη δολοφονία και τον βιασμό της κόρης της.

Ο «ανεξάρτητος» Αμερικάνικος κινηματογράφος είναι γεμάτος από γλυκόπικρα δράματα, οικογενειακές ελεγείες και εγκληματικές μπαλάντες που διαδραματίζονται στην επαρχιακή Αμερική. Αυτή εδώ όμως αποφεύγει με μαεστρία τις συμβάσεις ων περισσότερων, που τείνουν να γέρνουν στο νεο-γουέστερν. Αυτό οφείλεται κυρίως στη θεατρική εμπειρία του Βρετανού σκηνοθέτη, Μάρτιν Μακ Ντόνα (της φήμης του υπέροχου “In Bruges”).

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι θαυμάσια στον ρόλο της μεσήλικης, χωρισμένης ηρωίδας που ζει με τον έφηβο γιο της και που ψάχνει απεγνωσμένα για μια φωνή λογικής στον μικρόκοσμό της. Η ηρωίδα κοντράρεται μετωπικά με την τοπική εξουσία και τον βαθύ συντηρητισμό του «χωριού». Το βλέμμα της ανήκει σε μια δυναμική γυναίκα, που όμως κρατιέται με όλες τις δυνάμεις της για να μη λυγίσει. Οι αντιδράσεις και οι εναλλαγές στην ψυχολογία του σερίφη (ένας στιβαρός Γούντι Χάρελσον) και του ρατσιστή, οξύθυμου βοηθού του (σε εξαιρετική φόρμα ο Σαμ Ρόκγουελ) ιχνηλατούνται κάτω από παχιές στρώσεις κοινωνικής ειρωνείας, διακριτικής βίας και δραματικών εντάσεων.

51eeMvw_2.jpg

Η μισαλλοδοξία, η ιδιοτέλεια και η προκατάληψη κυριαρχούν στο Έμπινγκ. Όμως μη γελιέστε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ανθρωποκεντρική ιστορία που θα μας κάνει να ταυτιστούμε με τον δίκαιο αγώνα μιας γυναίκας που θα δικαιωθεί κοινωνικά ή νομικά μέσα σε έναν κατακλυσμό μελοδραματικών κλισέ που θέλουν να μας κάνουν να βουρκώσουμε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διεισδυτική ματιά στους μηχανισμούς που πυροδοτούν το νοιάξιμο, την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια.

Η ταινία ρίχνει φως στην βουβή απελπισία μιας γυναίκας που καλείται να συγκεράσει τις απαιτήσεις του μητρικού ρόλου, το προκλητικό midlife crisis του κρετίνου πρώην συζύγου και την ρατσιστική ανοησία των ξεβρασμένων white trash χαρακτήρων, που ζουν την άσκοπη ρουτίνα τους χωρίς ιδανικά και αξίες. Πόση οργή αιτιολογεί η θλίψη και πόσοι νόμοι που αντιφάσκουν μεταξύ τους, συγκρούονται με την κοινή λογική; Άβολα ερωτήματα που θα προκαλούσαν το πέτρινο μειδίαμα της άφοβης ηρωίδας και που θα της όπλιζαν με μολότοφ το χέρι. Σε αυτές τις τρεις πινακίδες θα γραφτεί μια μικρή εποποιία, με τη μορφή μιας οργισμένης καμπάνιας ενός ανθρώπου.

51eeMvw_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

The Post

Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ ακολουθεί τα κρίσιμα γεγονότα του 1971, όταν ο υπάλληλος του υπουργείου Αμύνης, Ντάνιελ Έλσμπεργκ, έκανε υπέρβαση καθήκοντος και υπέκλεψε τα περίφημα Pentagon Papers: μια εκτενέστατη έρευνα για την εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ, που θα είχε ολέθριες συνέπειες για τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Ήταν η εποχή που η Washington Post προσπαθούσε να ορθοποδηδήσει ενώ βρισκόταν κάτω απ’ τη βαριά σκιά των New York Times, με την εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ να προσπαθεί δειλά να αρθρώσει λόγο σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο εκδοτών. Την εποχή εκείνη οι «Times» δημοσίευσαν ένα καυτό άρθρο σχετικά με μια απόρρητη έκθεση του Πενταγώνου, που προκάλεσε το μένος του Λευκού Οίκου. Όταν αυτές οι χιλιάδες σελίδες της έκθεσης έφτασαν στα χέρια του διευθυντή της «Post», του Μπέντζαμιν Μπράντλι, άρχισε μια εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στους επενδυτές, στους νομικούς συμβούλους, στους συντάκτες του πολιτικού ρεπορτάζ και στη διεύθυνση της εφημερίδας. Άλλωστε ο εκδοτικός όμιλος ετοιμάζονταν να εισαχθεί στο χρηματιστήριο και το μέλλον του θα ήταν δύσκολο μετά τη μετωπική σύγκρουση με τις εντολές του Νίξον. Η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ όφειλε να αναλάβει τις σκληρές αποφάσεις για πρώτη φορά στη ζωή της.

52mv_2.jpg

Η μάχιμη δημοσιογραφία σε άνιση μάχη με το χρόνο και με τα όρια της ίδιας της ηθικής της. Το αίσθημα καθήκοντος σε αντιδιαστολή με τα αχαρτογράφητα δικαστικά νερά μια «εθνικής προδοσίας». Ο πατριωτισμός ως το είδωλο στον κυρτό καθρέφτη της αναζήτησης της αλήθειας. Αυτές ήταν μάλλον οι ιδέες που έκαναν τον Στίβεν Σπίλμπεργκ να σταματήσει το post production της sci-fi περιπέτειας Ready Player One, για να ξεκινήσει να δουλεύει αυτή την ταινία, τον Φεβρουάριο του 2017. Σε 10 μόλις μήνες η ταινία ήταν στις αίθουσες και το αποτέλεσμα καταδεικνύει ένα φιλμ που μοιάζει να χρειάστηκε χρόνια ολόκληρα για να φτιαχτεί στην κάθε του λεπτομέρεια. Το The Post κατασκευάστηκε με τους πυρετώδεις ρυθμούς που οι ήρωες έτρεχαν να προλάβουν το τυπογραφείο στα θορυβώδη γραφεία της Washington Post.

Με μια αδιανόητη βιρτουοζιτέ, ο Σπίλμπεργκ αντλεί από τις πρακτικές του πολιτικού θρίλερ για να ρίξει φως στα κίνητρα των δημοσιογράφων και των εκδοτών. Χρησιμοποιεί τις πιο αγνές μεθόδους του ψυχολογικού δράματος, χωρίς να γίνεται χειριστικός και χωρίς να χρωματίζει με γκρίζα χρώματα τους «κακούς» και τους ανήθικους. Κυρίως όμως, αναπλάθει ένα ιστορικό ντοκουμέντο μιας εποχής της κλασικής δημοσιογραφίας που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Περισσότερο απ’ όλα τα προηγούμενα, το The Post είναι ένα ερωτικό γράμμα στην αξία της έντυπης δημοσιογραφίας, στις μηχανές του τυπογραφείου, στις μακέτες, στη διανομή του πρωινού φύλλου και στη δύναμη του τυπωμένου χαρτιού, που θα μπορούσε να ανοίξει στα δυο την αυθαίρετη εξουσία του κράτους.

52mv_3.jpg

Θεωρώ πως οι ερμηνείες δεν ήταν ποτέ το μεγάλο ατού του Σπίλμπεργκ, ειδικότερα στους δεύτερους και τρίτους ρόλους που πλαισιώνουν τον ήρωα που συνήθως κουβαλάει την ταινία στους ώμους του. Εδώ, όχι μόνο διανθίζει την αφήγηση με δεκάδες αξιοσημείωτους ρόλους, αλλά τους απογειώνει όλους, χάρη σε ένα υποδειγματικό μοντάζ – μακράν το καλύτερο της χρονιάς. Ιδιαίτερα η Μέριλ Στριπ στη σκηνή ενός τηλεφωνήματος που καλείται σε λίγα δευτερόλεπτα να χαράξει την στρατηγική της εφημερίδας με κίνδυνο να την καταστρέψει, είναι μαγική. Ο αγώνας με το ρολόι, το φιλτράρισμα της χαοτικής απόρρητης έκθεσης, η απόφαση της μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, το σκοτεινό lobbying, αλλά και το καθήκον στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, χρειάζονται μια στιβαρή σκηνοθεσία για να βρουν πρώτα και να κουνήσουν στη θέση του το παμφάγο κοινό που ζητά ψυχαγωγικά θεάματα. Ο Σπίλμπεργκ επιλέγει να μην κάνει υπαρξιακό στοχασμό στις έννοιες, ούτε κανένα «εστέτ» καταγγελτικό σινεμά. Επιλέγει σοφά να αφηγηθεί με τα πιο απλοϊκά και δημοφιλή μέσα, μέσω του αγνού μελοδράματος και του παλιομοδίτικου ιδεαλισμού. Θέλει η ταινία του πρωτίστως να «αρέσει» ώστε να δημιουργήσει συσχετισμούς με το παρόν και αυτό είναι το καλύτερο κωλοδάχτυλο στον Ντόναλντ Τραμπ.

Το Post έρχεται για να ρυμοτομήσει την εποχή που τα fake news έχουν θολώσει το τοπίο και που η δημοσιογραφία καλείται να σταθεί στο ύψος της. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που ένας (άλλος) παράφρονας κάθεται στην καρέκλα του προέδρου. Ο Σπίλμπεργκ το πετυχαίνει, με ένα αριστούργημα, εντελώς Αμερικάνικο στη σκέψη αλλά αφοπλιστικά οικουμενικό, χάρη στην λιτή του εκτέλεση και το πηγαίο συναίσθημα. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως, είναι πως κάνει μια αληθινά και ουσιαστικά φεμινιστική ταινία, μέσω της καλλιγραφίας του χαρακτήρα που υποδύεται η Μέριλ Στριπ. Η δημοσιογραφία υπηρετεί αυτούς που κυβερνιούνται και όχι τους κυβερνώντες μας λέει στην κατακλείδα του The Post. Αναρωτιέμαι, κοιτάζοντας τα θλιβερά εξώφυλλα των ξεπουλημένων εφημερίδων της εποχής μας, ποιος θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο σήμερα.

52mv_4.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #113

Ο βασικότερος λόγος που μας κέρδισε με το καλημέρα η Jessie Ware, ήταν γιατί κατάφερε να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στη ντελικάτη soul της Sade και στην πολιτισμένη pop της Corinne Bailey Rae. Με τον νέο της όμως δίσκο, ακούγεται σαν μια αποχρωματισμένη εκδοχή της Alicia Keys. Πραγματικά, στο “Alone” και στο “Stay Awake, Stay For Me” ο μελοδραματισμός της τελευταίας παίρνει νοερά το πάνω χέρι, αλλά χωρίς εκείνο το αυθεντικά δραματικό στοιχείο της σύγχρονης soul ντίβας. Οι μελωδίες στο Glasshouse προσποιούνται τις συναισθηματικά φλογισμένες, μα το πολύ-πολύ να σε κάνουν να αλλάξεις σταυροπόδι: ποτέ δεν θα σηκωθείς.

Με μια προσεκτικότερη πάντως ακρόαση του δίσκου, νιώθω πως η Αγγλίδα τραγουδοποιός περιδιαβαίνει τον μουσικό της κήπο με σοβαροφάνεια, χαρίζοντας μόνο προσποιητά χαμόγελα. Αυτό άλλωστε την κάνει ιδιαίτερα θελκτική στα λευκά ακροατήρια που συχνάζουν σε αποψάτα wine bar, όπως και σε όσους χρειάζονται μια χαλαρωτική μουσική ανάσα στα αυτοκίνητά τους, καθώς ανεβαίνουν τη Δευτέρα το πρωί την πηγμένη στην κίνηση Βασιλίσσης Σοφίας.

Το περιεχόμενο του Glasshouse με άφησε πολύ διχασμένο. Σίγουρα τo πρόσχαρο “Your Domino” θα το αγκαλιάσουν περήφανα όσοι μεγάλωσαν με την pop των Saint Etienne, δυστυχώς όμως το “Selfish Love” θα συγκινήσει μόνο το ώριμο κοινό που βρίσκει κάποια «μαγεία» στο αργεντίνικο σκέρτσο των Gottan Project. Ακούγοντας την Jessie Ware να αγκαλιάζει όλα τα στερεότυπα της γαλανομάτας R’n’B στο “First Time” και να χαϊδεύεται με την ανώδυνη folk του Ed Sheeran στο “Sam” (ναι, του Ed Sheeran), φοβάμαι ότι, προκειμένου το όνομά της να συνεχίζει να παίζει στο «χρηματιστήριο» των charts, είναι ικανή να ερμηνεύει σούπες κατά βούληση. Για παράδειγμα το “Finish What We Started” θα ήταν τραγούδι τέλους οποιασδήποτε νεανικής, δακρύβρεχτης ρομαντικής κομεντί της δεκαετίας του 1990, από αυτές που διεκδικούν πρωτεία αφέλειας.

Από αρχαιοτάτων χρόνων, ο δρόμος της μελαγχολικής, γυναικείας soul είναι στρωμένος με δίσκους-διαμάντια, οι οποίοι κάνουν την έντεχνη κατάθλιψη να ακούγεται σαν ανοργασμικό καπρίτσιο. Με το ντεμπούτο της Devotion(2012), η Jessie Ware έδειχνε ότι είχε τα προσόντα να μπει σε αυτό το πάνθεον. Όμως το 3ο της άλμπουμ είναι φτιαγμένο μόνο από εγγυημένα βασικά υλικά για όλη την οικογένεια –σε καμία περίπτωση με τα εκλεκτά κερυκεύματα που καθιστούν την R’n’Β σπουδαία.

Πάλι καλά που η 33χρονη δημιουργός εξακολουθεί και τραγουδάει μεστά και στέρεα και το κυριότερο: που δεν πιστεύει ότι όλοι κρεμόμαστε από τα χείλη της. Ίσως να πρόκειται για το υγιέστερο «ενήλικο» mainstream της εποχής της –στρωτά τραγούδια, φιλικός ήχος και ευχέρεια στα επικοινωνιακά τρικ. Είναι προς τιμήν της ωστόσο ότι εξακολουθεί να τραγουδάει ανθρώπινα, σε μια εποχή που η φρίκη του auto tune απειλεί με λοβοτομή το pop ακροατήριο.

Αν μια γενιά νέων κοριτσιών και αγοριών έθρεψε τα αδιέξοδα ερωτικά σκιρτήματα με ταβανοθεραπεία συνοδεία Adele κι εξέφρασε την αυτολύπησή της με τη μπλαζέ μελαγχολία της Lana Del Rey, τότε το Glasshouse είναι δίσκος για τις μαμάδες αυτών των παιδιών. Δεν το λέω υποτιμητικά. Τα ρολαριστά  τραγούδια του δίσκου μπορούν κι ακούγονται ακαταμάχητα στις μητέρες των σημερινών εφήβων, καθώς διαθέτουν την αύρα του «αξιόπιστου» και δεν βρίσκεις τίποτα χτυπητό να τους προσάψεις. Σχεδόν ορκίζεσαι δηλαδή ότι γράφτηκαν με αυτήν τη λογική, να μη βρεθεί κανείς να τα κατηγορήσει για ανεπάρκεια. Δεν έχουν κανένα cuttin’ edge, βέβαια, αλλά το ακροατήριο στο οποίο η Jessie Ware έχει στρέψει πια την προσοχή της, μάλλον δεν το χρειάζεται.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Molly’s Game

53yy_2.jpg

Η πένα του Άαρον Σόρκιν μας έχει χαρίσει σημαντικότατες τηλεοπτικές σειρές, όπως το προεδρικό δράμα “The West Wing” και το “Newsroom” που τρύπωνε στα παρασκήνια της μάχιμης τηλεοπτικής δημοσιογραφίας. Δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του: ο αγνός, προοδευτικός ιδεαλισμός του και η ικανότητά του στον έντονο διάλογο γρήγορης ταχύτητας. Από την εποχή του “A Few Good Men” κιόλας, ο Σόρκιν έδειξε ότι μπορούσε να κοσμήσει με αξέχαστες ατάκες τους ήρωές του («You Can’t Handle the Truth») που μάχονταν το κακό και τη διαφθορά. Στην δεκαετία που διανύουμε, ο πολυγραφότατος Σόρκιν καταπιάστηκε με πρωτοπόρους της τεχνολογίας όπως ο Μάρκ Ζούκεμπεργκ στο Social Network και τον Στιβ Τζομπς στην ταινία “Jobs” και φέτος αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα καθήκοντα του σκηνοθέτη, για να αφηγηθεί μια ιστορία τζόγου, εξαπάτησης και δικαστικού σασπένς.

Η ηρωίδα που μοιράζει το παιχνίδι στο “Molly’s Game” είναι μια έξυπνη και χειραφετημένη γυναίκα, που αποφασίζει να πιάσει την καλή διοργανώνοντας VIP παιχνίδια πόκερ στα οποία παίρνουν μέρος επιχειρηματίες, σταρ του Χόλιγουντ, αθλητές και πολιτικά πρόσωπα. Η Μόλι, ποντάρει στην αφηνιασμένη ανάγκη των αντρών να επιδείξουν χρήμα, στην αδρεναλίνη της τράπουλας και στην αίσθηση υπεροχής και γλαμουριάς που σου δίνουν τα πριβέ παιχνίδια με ανθρώπους εξουσίας. Η Μόλι είναι μια γυναίκα που δεν τρομάζει από τον macho κόσμο των ανδρών και τους στέλνει πίσω στη γυναίκα τους κλαίγοντας. Τα βάζει με γκάνγκστερ, παίζει στα δάχτυλα τα αρσενικά που είναι επιρρεπή στα πάθη και νιώθει δυνατή ακόμα κι όταν τρώει ξύλο από μαφιόζους. Όμως η ίδια δεν θέλει να πληγωθεί κανείς και κρατάει τα παιχνίδια σε πολιτισμένο επίπεδο.

53yy_3.JPG

Σε επίπεδο αφηγηματικό, ο Σόρκιν κάνει σλάλομ με ένα φλογερό voice-over της Τζέσικα Τσαστέιν η οποία εδώ παρουσιάζεται πιο σέξι από ποτέ. Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας όπου μαθαίνουμε το παρελθόν της σαν επαγγελματία σκιέρ είναι καταιγιστική και οι ρυθμοί δεν πέφτουν ούτε στιγμή για τις επόμενες δυο ώρες. Η χρήση του voice-over αντλεί τα εργαλεία που εφηύρε ο Σκορσέζε με το “Goodfellas” και συνέχισε να αναπτύσσει με το “Casino”, μια τεχνική που έχει κοπιαριστεί κατά κόρον στο σύγχρονο σινεμά. Η φωνή της ηρωίδας δεν μας λέει απλά την ιστορία της, αλλά σχολιάζει τα δρώμενα. Κομπιάζει στις λεπτομέρειες, αλλού δίνει έμφαση, αλλού μας λέει ψέμματα και κυρίως δίνει πνοή στο κάδρο που μας υποδεικνύει που να κοιτάξουμε χάρη στο freeze frame και το γρήγορο μοντάζ που συναγωνίζεται την ταχυλογία των ηρώων. Ο Σόρκιν δεν εμπιστεύεται τις σιωπές. Αντιθέτως αφήνει τον καλογραμμένο διάλογο να ανθίσει και ο θεατής καλείται να αφομοιώσει γρήγορα τις πληροφορίες, τον έξυπνο σαρκασμό και την αγωνία στον προφορικό λόγο. Μοναδική παραφωνία της ταινίας είναι η αφελής εξερεύνηση της σχέσης της Μόλι με τον πατέρα της (ο Κέβιν Κόσντνερ στον ρόλο του Κέβιν Κόστνερ) που καταλήγει σε μια βιαστική «ψυχανάλυση του φτωχού» σε ένα παγκάκι στο Σέντραλ Παρκ.

Η ταινία είναι από την κορυφή έως τα νύχια ραμμένη για την ηρωίδα, όμως ο Ίντρις Έλμπα είναι ο κλασικός Σορκινικός ήρωας της ιστορίας (στην παράδοση του προέδρου Μπάρτλετ στο “The West Wing”) με την κριτική σκέψη, την καθαρή συνείδηση και την ηθική σύγκρουση στις γκρίζες ζώνες των ιδεών του σύγχρονου, προοδευτικού, εγγράμματου ανθρώπου. O Σόρκιν έδωσε επιτέλους στο Πόκερ την ταινία που του αξίζει (μην ακούσω για το “Rounders”) και εκμεταλλεύτηκε τα υλικά της απληστίας, του γκλάμουρ και του γλυκού εθισμού στο εύκολο χρήμα. Φυσικά δεν «τζογάρει» πουθενά και δεν τραβάει την ιστορία του σε αχαρτογράφητες περιοχές, εκεί όπου ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» σνίφαρε ζεστό χρήμα και θα έφτανε στην αυτοκαταστροφή. Δεν πειράζει όμως. Οι νηφάλιοι κινηματογραφιστές δεν κάνουν ποτέ στραβοπατήματα γιατί δεν ρισκάρουν, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

53yy_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #112

Sia

Everyday Is Christmas

Η γιορτινή περίοδος με τον ισχυρότερο ψυχαναγκαστικό αντίκτυπο στους ανθρώπους είναι ταυτισμένη με οικογενειακή θαλπωρή, χιλιάδες λαμπιόνια, γλυκά και χαμογελαστά πρόσωπα γύρω από γεμάτα τραπέζια. Τα Χριστούγεννα, όμως, δεν είναι μόνο υπόθεση κουραμπιέδων και δώρων γύρω απ’ το στολισμένο δέντρο. Αντίστοιχα, τα ορφανά της Barbra και του Franky αλωνίζουν κάθε χρόνο το χριστουγεννιάτικο ρεπερτόριο, με τη βουλιμία που πέφτει ο δικός μας Πέτρος Γαϊτάνος στους πασχαλινούς ύμνους. Έτσι, η σαμπανιζέ μουσική που συνοδεύει τους χριστουγεννιάτικους στολισμούς και τις ημέρες του Δεκέμβρη, κατακλύζεται από γκλαμουράτους crooner που τραγουδάνε την Άγια Νύχτα (στη χειρότερη περίπτωση) και από υπέρλαμπρες διασκευές της Motown ή του Phil Spector (στην καλύτερη). Κανείς όμως δεν έχει πια ανάγκη τις ετήσιες εκτελέσεις σε χριστουγεννιάτικα standards από ερμηνευτές της συνομοταξίας του Michael Bublé ή του Josh Groban.

Η Sia έχει διαφορετική αισθητική και προσεγγίζει αλλιώς τη χριστουγεννιάτικη ευδαιμονία. Μέσω μιας παραγωγής που αξιοποιεί όλα τα τρικ τα οποία φέρνουν συνειρμικά «τρίγωνα-κάλαντα» στο μυαλό, η Αυστραλή τραγουδοποιός προκρίνει την εξωστρέφεια της γιορτινής μουσικής με ενδιαφέρον στυλ, διατηρώντας τα απαραίτητα επίπεδα σάχλας που οπωσδήποτε χρειάζονται οι καλοστολισμένες ρεβεγιόν. Έτσι, πετυχαίνει να αποδώσει την αίσθηση της ελεγχόμενης χριστουγεννιάτικης κραιπάλης (που είναι προαπαιτούμενο των ημερών), αλλά χωρίς να τη συνοδεύει με εξαλλοσύνες και απρόβλεπτα, ακραία συναισθήματα. Επιπλέον, μπολιάζει με θέρμη και αγαπησιάρικη διάθεση τις απλοϊκές μελωδίες της, ώστε να πετύχει την εντύπωση της ασφάλειας και του υγιούς ξεφαντώματος που νιώθουμε πλάι στα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Το Every Day Is Christmas θα θρέψει λοιπόν ιδανικά τις στιγμές που ένα κορίτσι με γιορτινά κερατάκια πάνω απ’ το κεφάλι θα φλερτάρει ένα αγόρι με λυμένη τη γραβάτα, στους διαδρόμους κάποιου ξενέρωτου χριστουγεννιάτικου πάρτι πολυεθνικής. Τραγούδια όπως το “Puppies Are Forever” θα συνοδεύσει τους αυτοσχέδιους στολισμούς στο μικρό, ενοικιαζόμενο διαμέρισμα κάποιου νέου ζευγαριού που αδιαφορεί για τη μπαναλαρία των μεγάλων δέντρων με φάτνη. Το “Sunshine” θα είναι ό,τι πρέπει για να συνοδεύσει ένα σπιτικό brunch με τα γιορτινά leftovers της προηγούμενης βραδιάς. Το “Snowman” και το “Every Day Is Christmas” μπορεί να μην είναι τραγούδια μεγάλων αξιώσεων, απευθύνονται όμως σε ανθρώπους που δεν γιορτάζουν την έλευση του θείου βρέφους, αλλά αντιμετωπίζουν τις γιορτές σαν απαραίτητη ανάπαυλα αγάπης.

Έχουν αόρατες προσωπικές στιγμές αυτές οι μέρες των γιορτών, με όλη την αναίτια μελαγχολία και τους απολογισμούς που κουβαλάνε. Σε εκείνα τα γκρίζα σημεία έκρινε η Sia ότι υπήρχε η έλλειψη ενός ενήλικου soundtrack και φρόντισε να το καλύψει με τον τρόπο της. Και πολύ καλά έκανε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

U2 – Songs Of Experience

H εμπειρία και η αθωότητα συνυπήρχαν στην καρδιά της μουσικής των U2, απ’ την εποχή της άγουρης οργής του Boy κιόλας (1980). Όπως και το δίπολο του μάχιμου Προτεσταντισμού και του ενοχικού Καθολικισμού, την εποχή που υιοθετούσαν το προφίλ του μεσσιανικού αγγελιοφόρου με την ψηλοτάκουνη μπότα και την ιρλανδική σημαία στα χέρια, στη δεκαετία του 1980. Όπως, αναλόγως, μάχονταν έπειτα μεταξύ τους, στη δεκαετία του 1990 πια, η ειρωνεία και η καμουφλαρισμένη οδύνη.

Ξεκίνησα να γράφω μια επαινετική κριτική στο 14ο άλμπουμ των U2, κυρίως γιατί εξακολουθούν να προκαλούν λυτρωτική ανύψωση χάρη στα φωταγωγημένα τους ρεφρέν. Αλλά και γιατί αρνούνται να γίνουν συγκρότημα των greatest hits, κρατώντας σε υψηλά επίπεδα την ξεχωριστή αρχιτεκτονική κάθε δίσκου, στη μετα-Brian Eno εποχή τους. Επιπλέον, τα τραγούδια τους  ακόμα διαθέτουν τη θετική αύρα που σε κάνει να μην αντιμετωπίζεις τον διπλανό σου ως απειλή που προσπαθεί να σου κλέψει τον χώρο στο μετρό, τη σειρά σου στην όποια αναμονή ή γενικώς το οξυγόνο.

Έχω αγαπήσει τους U2, ακριβώς γιατί δεν διέθεταν ποτέ τον δικό μου κυνισμό. Πάντα άλλωστε προτιμούσα ο αγαπημένος μου frontman να κάνει λομπίστικες χειραψίες με πολιτικούς στον ελεύθερό του χρόνο, παρά να κλωτσάει φωτογράφους στα μούτρα. Δεν είναι θέμα ηθικής, είναι θέμα «αθωότητας». Προτιμώ δηλαδή να βλέπω τα μέλη της μπάντας να έχουν οικογενειακούς δεσμούς μεταξύ τους, παρά να πετάνε τηλεοράσεις απ’ τα μπαλκόνια ξενοδοχείων με τις γκρούπις να χασκογελάνε. Δεν είναι θέμα συντηρητισμού, είναι θέμα «εμπειρίας».

Ακούγοντας καλά το Songs Of Experience, ωστόσο, η επαινετική κριτική μετατράπηκε σε κείμενο οργής. Τα πρώτα singles χαροποίησαν μόνο τους τεχνοκράτες των δισκογραφικών, όσους προσπαθούν να πιάσουν τους «οικονομικούς στόχους της χρονιάς», όπως βέβαια και τους επενδυτές των royalties και τους μάνατζερ.

Το “Get Out Of Your Own Way” δεν είναι παρά ένα ξαναζεσταμένο “Beautiful Day”, το οποίο ταιριάζει σε καμπάνιες εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και όχι στον δίσκο του συγκροτήματος που έριξε κάποτε τα τσιμέντα του Red Rock, που τέντωσε στα άκρα τον πειραματισμό στο μουσικό φάσμα που απασχολεί το ραδιόφωνο, που επανεφηύρε τον ήχο του ολοκληρωτικά τρεις φορές. Τα πρώτα δευτερόλεπτα του “Blackout” ξυπνούν μνήμες της φρενίτιδας του “Fly”, προτού προσγειωθεί σε χαμηλοτάβανο ροκάκι των FM, με ανώδυνα σχόλια περί επικαιρότητας («democracy is flat on its back») και στίχους που προσποιούνται πως έχουν την ευφυΐα του Paul Simon. Το “You’re The Best Thing About Me” περιγράφει τον αθώο έρωτα με την ανεμελιά της Motown, αλλά δίνεται με την πόζα ενός έμπειρου τραγουδιστή, ο οποίος ξέρει ακριβώς ποια κίνησή του θα ξεσηκώσει την αρένα. Το “Love Is Bigger Than Anything In Its Way” κάνει όλες τις προβλέψιμες μανούβρες μιας ανθεμικής μπαλάντας, ώστε το στάδιο να γεμίσει αναπτηράκια.

Πουθενά λοιπόν δεν έβρισκα ίχνη του περήφανου εκείνου new wave που αγνοούσε τη βρωμιά του punk και λοξοκοιτούσε στην πνευματική κληρονομιά του David Bowie. Μέσα μου, ο έμπειρος ακροατής εντόπισε όλα τα συμπτώματα μιας μεγαλομανούς παραγωγής σε πάνοπλα στούντιο, ενός «μεγαλύτερου απ’ τη ζωή» συγκροτήματος που, αν δεν κατακλύσει τα ραδιόφωνα, θα πέσει να πεθάνει από μοναξιά. Δυστυχώς, οι U2 ανταγωνίζονται σήμερα τη μηχανή προώθησης της Taylor Swift και τα μη-αλκοολούχα ποτά που σερβίρει το μαγαζί των Coldplay.

Ωστόσο το Songs Of Experience δεν είναι το σίκουελ του προ τριετίας Songs Of Innocence (εκείνο το άλμπουμ που πολλοί δεν άκουσαν καν, απλά γιατί τους την έσπασε που το βρήκαν ένα πρωί στο iPhone). Είναι το δεύτερο μισό, που συμπληρώνει ένα άλμπουμ φτιαγμένο σε δύο μέρη. Αν οι U2 έκαναν αλλεπάλληλα sessions με στρατιές παραγωγών μέσα σε 3 χρόνια για να καταλήξουν σε μια τελική version, δικαιούται κι ένα κείμενο κριτικής να έχει τρία και τέσσερα drafts διαφορετικών απόψεων. Πάμε πάλι, επομένως, με τα αυτιά της αθωότητας αυτή τη φορά.

Στο “Love Is All We Have Left” ακούς τον Bono να κηρύττει μηνύματα αγάπης φιλτραρισμένα στο auto tune, σαν αστρικός πάστορας. Το “Lights Of Home” διαθέτει μια γκρουβάτη μελωδία, που εύκολα θα ευοδωθεί στα πλήθη και που μετά από ένα δεξιοτεχνικό σόλο να χαϊδεύει τα αυτιά θα καταλήξει στο συμπλήρωμα του “Iris” απ’ το Songs of Innocence: η κατακλείδα του συνεχίζει το «Free yourself to be yourself, If only you could see yourself». Κατόπιν, ο Kendrick Lamar σε ρόλο παρανοϊκού ιεροκήρυκα μάς εισάγει στο εκρηκτικό “American Soul”, δίδυμο αδερφάκι της glam εποποιίας του “Volcano” απ’ τον προηγούμενο δίσκο. Και το αλαφιασμένο mantra του Bono στα δύο αυτά κομμάτια μας λέει ρυθμικά: «you and I are rock and roll». Στο “Summer Of Love”, πάλι, ακούς ένα συγκρότημα επί δεκαετίες βουτηγμένο σε στουντιακές αλχημείες να μας αποπλανεί με ένα ανθρώπινο και τρυφερό riff, το οποίο σκάει απ’ τα ηχεία σαν καλοκαιρινό αεράκι. Ένας σαγηνευτικός ρυθμός, που συμπληρώνει την ονειροπόληση του “California, There’s No End To Love”. Όσο για το “13” στο φινάλε του άλμπουμ, είναι μια πιανιστική διασκευή στο “Song For Someone”.

Έχουμε έτσι ένα παζλ στα χέρια μας, από τραγούδια που κουμπώνουν και που κοιτάνε σε καθρέφτη.

H σημειολογία του Songs Of Experience συμπληρώνει εμμονές οι οποίες κρατάνε απ’ το ταραγμένο Δουβλίνο των 1970s και διαπερνούν τα σαράντα κύματα που έχει διαβεί το συγκρότημα μέσα στα χρόνια. Τα παιδιά των μελών στο εξώφυλλο –είναι η κόρη του Edge και ο γιος του Bono– έχουν αμφότερα την πληγωμένη καθαρότητα του αγοριού με το κράνος στο War (1983). Δεν είναι επομένως εντελώς τυχαίο που το υπέροχο “Red Flag Day”, με τις πυκνές κιθάρες και τα δεύτερα φωνητικά του Edge, ανοίγει διάλογο με τις μουσικές θεματικές του War, θίγοντας ζητήματα που πολύ θα ήθελαν να κατέχουν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να ανοίξουν βιβλία. Διάολε, μέσα από τόση εμπειρία χειραγώγησης του κοινού, οι U2 δείχνουν εδώ να διαθέτουν μια άφθαρτη αθωότητα. Ακόμα και το επιμελώς ακατέργαστο “Showman” σηκώνει αναθυμιάσεις απ’ τον αυθορμητισμό παλιών fan darlings, όπως το “Party Girl”.

H δε κριτική μου είχε γίνει ξανά θετική μετά τις απανωτές ακροάσεις του “Little Things”. Αυτό το ψυχόδραμα σου ξυπνάει τον συναισθηματικό αντίκτυπο των στιγμών που βρέθηκες σε τρελές εξομολογήσεις, σε αποφάσεις ζωής και ξαφνικές παρορμήσεις να αφήσεις τη δουλειά σου, να μεταναστεύσεις, να πάρεις τηλέφωνο μέσα στη νύχτα τον έρωτα της ζωής σου –και πάει λέγοντας. Στο τέλος, όμως, η εμπειρία πήρε ξανά το πάνω χέρι, όταν συνειδητοποίησα ότι το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, το “Book Of Your Heart”, είναι bonus track δίπλα σε κάτι αχρείαστα remix.

Οι U2 που αγάπησα, τις εποχές που χάνονταν στην έρημο του Joshua Tree(1987), όταν είχαν μόνο μουσικές φιλοδοξίες, θα έβγαζαν αυτό το τραγούδι πρώτο-πρώτο εκεί έξω· και όποιος ήθελε, θα ακολουθούσε. Για τούτο δε το «έξτρα» τραγούδι θα έκαναν έγκλημα οι 9 στις 10 hip μπάντες μετά το 2000, ώστε να λανσάρουν την καριέρα τους. Μετά από τόσα αρμονικά λόγια περί αγάπης στα manual αυτοβελτίωσης, έρχονται στίχοι τύπου «I don’t belong to you, Love is what we choose to do, Υou don’t belong to me, It’s not that easy». Εδώ είναι οι U2 που είχα ερωτευτεί, σήμερα όμως αρνούνται να εντάξουν στην track sequence το συγκεκριμένο τραγούδι, μη τυχόν και αποξενώσουν τα πιτσιρίκια που «κατεβάζουν» στις ψηφιακές πλατφόρμες… Μη τυχόν και δεν ακουστούν επίκαιροι –αυτή η καταραμένη εμμονή, που τους κάνει να γεμίζουν στάδια με «αθώα» αυτιά και τους έχει καταστήσει αντιπαθείς στα μάτια των «έμπειρων».

Η κριτική μου πήρε λοιπόν αρνητικό πρόσημο στο τέλος. Δυστυχώς, ο στόμφος και ο ναρκισσισμός για τον οποίον έχουν κατηγορηθεί οι Ιρλανδοί (κυρίως από εκείνους που καραδοκούν στα σκοτάδια σαν ελεύθεροι σκοπευτές, ψοφώντας για αποδόμηση των «πουλημένων»), παίρνει κεφάλι.

Υπάρχει ένα καλό τελευταίο άλμπουμ μέσα στους U2, αντάξιο των πιο ένδοξων ημερών τους. Πιστεύω όμως ότι δεν θα το βρουν ποτέ, γιατί τους απασχολεί η αναζήτηση της ποπ μελωδίας που θα τους κρατήσει στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Φυσικά, στο τέλος της 4ης δεκαετίας της ζωής τους, η συνθετική φλέβα δεν θα μπορούσε να αναβλύζει τους ίδιους χυμούς με τότε: ο Bono έχει ακόμη την έμφυτη τάση να υποκύπτει σε μεγέθυνση και να είναι ερωτευμένος με την ίδια τη φωνή του, ενώ το εύστροφο μυαλό του Edge παράγει ακόμη δειγματολόγια από περιπετειώδη κιθαριστικά μοτίβα. Η ψυχική τους ευαισθησία είναι λοιπόν που τους κρατά όρθιους.

Θα ήθελα πολύ να τους πω ότι το «Βιβλίο της Καρδιάς» μας θα γέμιζε και χωρίς τις στρατιές ακριβών παραγωγών, με συνεργασίες από Adele μέχρι Beyoncé στο βιογραφικό τους. Αλλά δεν θα με άκουγαν. Θα με κάλυπτε η βοή απ’ τις εκατό χιλιάδες τσιρίδες που έχουν κάθε μέρα στα αυτιά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #111

Taylor Swift

Reputation

Ακόμη κι αν επιχειρήσουμε να βάλουμε σε τάξη τη σημειολογία της αισθητικής που καλλιεργεί μέσα στα χρόνια η Taylor Swift, η ανάλυση της εμπορικής της απήχησης είναι δύσκολη: το 6ο της άλμπουμ Reputation, είχε 400.000 προπαραγγελίες πριν τη μέρα κυκλοφορίας του· ένα νούμερο που θυμίζει ξεχασμένες εποχές της pop βιομηχανίας.

Η εκσυγχρονισμένη Barbie της νεανικής country σηκώνει πλέον για τα καλά το μπαϊράκι της σύγχρονης pop, η οποία έχει παραδοθεί στη smartphone αισθητική. Είτε βέβαια παριστάνει τη μοντέρνα Σταχτοπούτα, είτε ποζάρει σαν «darling» κάθε lifestyle εντύπου, η Taylor Swift παραμένει οχυρωμένη πίσω από μια αλάνθαστη στρατηγική προώθησης. Η διαφορά της όμως με τη Lady Gaga, είναι ότι αυτή δεν είναι «γεννημένη έτσι». Αντιθέτως, εκπροσωπεί το πιο συντηρητικό μοντέλο κατασκευασμένης σταρ: εκείνο που πατάει στην παράδοση της παραγωγής ειδώλων απ’ το στυγνό πρόσωπο της μουσικής βιομηχανίας. Οι μέρες έτσι της country pop τραγουδοποιίας είναι παρελθόν, αν και δεν θα λείψουν σε κανέναν, ούτε καν στις πιο φανατικές θαυμάστριές της, όσες την αποθέωναν από τότε. Και η ζαλιστική της άνοδος μοιάζει με αποκύημα της υγρής φαντασίωσης κάθε λογιστή ή δικηγόρου που δουλεύει σαν CEO σε παρακμάζουσα πολυεθνική δισκογραφική.

Δεν πρέπει πάντως να είμαστε κυνικοί και απορριπτικοί με το φαινόμενο Taylor Swift, για έναν απλούστατο λόγο: δεν συμβαίνει τυχαία μια τέτοια επιτυχία, ειδικά σε μια εποχή μεταμοντερνισμού, όπου όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί. Για να κατανοήσουμε τη δημοφιλία της, θα πρέπει να εντρυφήσουμε στην υπεροχή των application, που ωθούν το νεανικό κοινό να επενδύσει σε προϊόντα ψηφιακής pop. Πρέπει να ακούσουμε τη μουσική με τον ενθουσιασμό των εφήβων που σκρολάρουν το Facebook timeline τους με τέτοια ταχύτηταώστε κάθε «νέο» τραγούδι να καθιστά το αμέσως προηγούμενο «παλιό», όσο εκείνοι επικοινωνούν με memes, gifs και άλλα μονοσύλλαβα.

Τα τραγούδια του Reputation θέλουν τόσο λυσσαλέα να γίνουν απαραίτητα, ώστε ακούγονται σαν συνονθύλευμα εκκωφαντικών ρυθμών και ντελιριακών beat –αυτών που κυριαρχούν στην ατσαλάκωτη εποχή του David Guetta. Τη σκληρή δουλειά της παραγωγής αναλαμβάνουν ένα κάρο νοματαίοι, οι οποίοι στριμώχνονται στα credits, μα και άλλοι τόσοι, που δίνουν μάχη να χωρέσουν μαζί τους. Αγνοώντας, βέβαια, πως «μεγαλύτερο» και «ακριβότερο» δεν σημαίνει «καλύτερο», με αποτέλεσμα τα μπάσα στο woofer να τσιτώνουν για να καθίσει ο δίσκος πολλές βδομάδες στο No.1 του Billboard και να φάνε τα λυσσακά τους οι haters. Φυσικά, η ίδια η Swift έχει πολλά να ζηλέψει απ’ τις ομογάλακτες αδερφές της: δεν μπορεί να παράξει την υγρή R’n’B της Beyoncé, ούτε τους χυμούς της Katy Perry· δεν έχει τα παιχνιδίσματα της Britney Spears ή την απρόβλεπτη αλητεία της Miley Cyrus, δεν διαθέτει καν το αισθητήριο μόδας της Gwen Stefani.

Έτσι, τα τραγούδια της δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, αλλά πασχίζουν να παραμείνουν ζωντανά στα κοινωνικά media, πυκνώνοντας τον γύρω τους θόρυβο. Γι’ αυτό και η 27χρονη Αμερικανίδα σταρ στρέφει το ενδιαφέρον της στα media που την καταναλώνουν, στις δημόσιες κόντρες της (όπως με τον Kanye West) και σε όσες φήμες πλήττουν την υπόληψή της. Εξαπολύει λοιπόν όλη την αφέλεια του λευκού πλουσιοκόριτσου με τραπεζικό λογαριασμό που στενάζει υπό το βάρος των πολυπλατινένιων καταθέσεων, ενώ χρησιμοποιεί λέξεις όπως το «dat» στα σχόλιά της στο Instagram, σε φωτογραφίες celebrity φίλων από VIP clubs στο Beverly Hills.

Καλά όλα αυτά, όμως τα τραγούδια της ηχούν «άδεια»: αν τα γυρίσεις ανάποδα, δεν θα πέσει τίποτα κάτω. Για παράδειγμα, ακούγοντας το single “Look What You Made Me Do”, φαντάζεσαι πόσο καλύτερα θα έκανε το ρεφρέν του η Kelis ή η Fergie. Στο “Don’t Blame Me” κάνει ένα gospel πείραμα, στο “End Game” δέχεται τις επιθυμίες των promoters της να συνεργαστεί με τον Ed Sheeran, ενώ στο “I Did Something Bad” ρίχνει μπόλικη εφηβική ανεμελιά, με αστραφτερό γκλίτερ. Εάν πάντως πρόθεσή της ήταν να προσδιοριστεί ως κακό κορίτσι με στίχους όπως «I don’t trust nobody and nobody trusts me», έχει αποτύχει.

Οι καλύτερες στιγμές του Reputation είναι το “Delicate” και το “Gorgeous”, δυο όμορφα mid-tempo τραγούδια που θα μπορούσαν να είχαν πει οι Yazoo στη δεκαετία του 1980. Ακόμα κι αυτά, όμως, μπορούν να φέρουν ξαφνικό αέρα κανονικότητας μόνο σε κάποιο club του οποίου τα ηχεία μαστιγώνουν τα αυτιά εφήβων με γιαλαντζί hip hop και φτηνή reggaeton. Ας δεχτούμε απλά ότι η Taylor Swift είναι πια 27 χρονών και έβαλε σκοπό να το ρίξει έξω, φτάνει μόνο να μην «κατεβάσει» τον καπνό γιατί τη χαλάει. Το θέμα είναι αν εμάς μας αφορά αυτό το προβλέψιμο crazy night out μαζί της.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Υπόθεση Γούντι Άλεν: Όλη η αλήθεια

Αυτή τη βδομάδα προβάλλεται στους κινηματογράφους η 46η ταινία του Γούντι Άλεν με τίτλο “Wonder Wheel”. Μαζί με το ετήσιο γουντιαλενικό ραντεβού στις αίθουσες, τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε και το ετήσιο πανηγύρι από κατηγορίες, κουτσομπολιό, παρασκήνιο και δημόσιες κινήσεις μικροπολεμικής που αφορούν στην προσωπική ζωή του σκηνοθέτη. Ειδικότερα φέτος, σε μια χρονιά που ένα φεμινιστικό ρεύμα ξεσκέπασε ένα σαθρό σύστημα γυναικείας εκμετάλλευσης στο Χόλιγουντ, ήταν επόμενο να βρουν χώρο και να ξεσπαθώσουν και κάθε λογής κουτσομπόλες σχετικά με τον «ανώμαλο» (!), και τον «παιδεραστή» (!!) που «παντρεύτηκε την κόρη του» (!!!) για να ανέβουν στο τρένο του hype. Πολλά site βρίσκουν χώρο για clickbait επικαιρότητας και πετάνε ανούσια άρθρα για την υπόθεση της προσωπικής ζωής του Γούντι Άλεν. Χιλιάδες υβριστικά σχόλια από χρήστες τον social media κατατάσσουν (χωρίς κανένα λόγο) τον Άλεν σε μια λίστα βιαστών, δίπλα στον Γουάινστιν. Η πρεμιέρα του “Wonder Wheel” ματαιώθηκε για να αποφύγουν οι συντελεστές τις επιθετικές ερωτήσεις στο κόκκινο χαλί. Τα screeners που στέλνονται στην ακαδημία για τα βραβεία δεν εμπεριέχουν πουθενά το όνομα του δημιουργού και μια στρατιά δημοσιογράφων υποκινούν επιθέσεις σε ηθοποιούς που δέχονται να συνεργαστούν με τον σκηνοθέτη – πρόσφατο παράδειγμα η Selena Gomez που έπαιξε την 47η ταινία του Άλεν, το “A Rainy Day in New York” που θα δούμε του χρόνου με πρωταγωνιστή τον Τζουν Λο. Όσο υπάρχει αυτό το παράξενο και νοσηρό κλίμα υστερίας και παραπληροφόρησης, αξίζει να θυμηθούμε τα αποδεδειγμένα γεγονότα, ώστε να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.

Η ταραγμένη σχέση του Άλεν και της Μία Φάροου ξεκίνησε το 1980. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ και καθ όλη τη διάρκεια της 12ετούς επαφής τους, ουδέποτε έζησαν στο ίδιο σπίτι. Επιπλέον ο Άλεν, δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαπαιδαγώγησή τους. Μέχρι το 1990 η σχέση των δυο είχε γίνει απολύτως τυπική και είχε περιοριστεί στην κινηματογραφική συνεργασία τους. Άλλωστε, η Μία πρωταγωνίστησε σε 12 ταινίες του σκηνοθέτη, όλες όσες δηλαδή κατάφερε να γυρίσει σε ισάριθμα χρόνια, μέχρι το 1992 και το υπέροχο “Husbands and Wives” που υπογράμμιζε με κάποιο τρόπο το τέλος της σχέσης. Ο Άλεν έδειχνε αφοσίωση μόνο στην Ντίλαν Φάροου την οποία υιοθέτησαν μαζί ως νεογέννητο το 1985, ενώ η Μια είχε αδυναμία στον Σάτσελ Φάροου τον οποίο γέννησε η ίδια το 1987. Η Μία απομάκρυνε με κάθε τρόπο τον Σάτσελ απ’ τον Γούντι και απέφευγε να τους αφήσει μαζί στον ίδιο χώρο. Ο παιδοψυχολόγος που κατέθεσε στη δίκη τους λίγα χρόνια αργότερα, είπε ότι ο Σάτσελ εμφάνιζε συμπτώματα παιδικής οργής όταν ο Άλεν ήταν μαζί τους, με επιθετικές κινήσεις γρατσουνιές και τσιρίγματα, κάτι που είναι συνήθως αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου απ’ τον ένα γονιό. Ο Γούντι Άλεν δεν είχε επαφή με κανένα από τα έξι παιδιά που η Μία είχε αποκτήσει με τον πρώην σύζυγό της, Αντρέ Πρεβέν, αν και ήταν εγκάρδιος μαζί τους, ειδικότερα με τον Μόουζες Φάροου, ο οποίος υιοθετήθηκε το 1980 όταν ήταν μόλις δυο ετών. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Γούντι με την Σουν-Γι Πρέβιν, έγινε μόλις το 1990, όταν η Φάροου ζήτησε απ’ τον Γούντι να συνοδεύσει την 20χρονη σε ένα παιχνίδι μπάσκετ. Η Σουν-Γι γεννήθηκε το 1970 και υιοθετήθηκε απ΄τη Μία και τον Πρεβέν όταν ήταν 7 χρονών. Καθόλη τη δεκαετία του ’80 ο Γούντι Άλεν δεν βρέθηκε ποτέ μόνος του στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.

57jjmv_1.jpg

Το κακό στην διάσημη δυσλειτουργική οικογένεια ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1992, όταν η Φάροου αντιλήφθηκε ότι ο 56χρονος τότε Άλεν και η 21χρονη Σουν-Γι είχαν ξεκινήσει να βλέπονται ερωτικά. Η Σουν-Γι ομολόγησε ότι έκαναν σεξ για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 1991, λίγο μετά τα γενέθλιά της. Η παράνομη σχέση είχε καταφέρει να μείνει κρυφή λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Έξι μήνες αργότερα απ’ το συμβάν, στα γενέθλια της επτάχρονης Ντύλαν, η Φάροου είχε γεμίσει το σπίτι με χαρτιά και σημειώσεις σε πόρτες και τοίχους, που έγραφαν ότι ο παιδόφιλος Γούντι Άλεν είναι ανεπιθύμητος στο σπίτι καθώς αφότου αποπλάνησε τη μία αδερφή, τώρα έχει βάλει στο μάτι και τη μικρότερη. Επαναλαμβάνω, ότι η η Ντύλαν ήταν μόλις 7, δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα και αυτό ήταν το πάρτι γενεθλίων της. Το καλοκαίρι του 1992, όταν ήταν πια φανερό πως δεν ήταν φευγαλέα αποπλάνηση, αλλά ο Άλεν και η Σουν-Γι είναι ζευγάρι, η Φάροου επιστράτευσε παιδοψυχολόγους και δικηγόρους για να τον χτυπήσει και τον φωτογράφιζε στα media «σατανικό», λέγοντας ότι είχε κάνει κόλαση τη ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Τα πράγματα έγιναν πολύ άγρια όταν ο Γούντι, για να σταματήσει τον αναμενόμενο κυκεώνα κίτρινου τύπου που τον ακολουθούσε, δήλωσε στη Σουν-Γι την πρόθεσή του να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί κανονικά. Λίγες βδομάδες αφότου η Φάροου έμαθε τα νέα γύρω απ’ τον επικείμενο γάμο, οργάνωσε συνάντηση με δικηγόρους και τους είπε πως η Ντύλαν παραπονέθηκε ότι ο Γούντι Άλεν την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά στη σοφίτα του σπιτιού της.

Για να υποστηρίξει την κατηγορία, η Φάροου αποφάσισε να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της Ντύλαν σε κάμερα. Για την ιστορία, η Φάροου χρειάστηκε τρεις μέρες μόνη της με την 7χρονη για να καταφέρει να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της μικρής. Η Ντύλαν, σύμφωνα με μάρτυρες, έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για τη διαδικασία και να προσπαθεί να επαναλάβει τα λόγια της μαμάς της. Επιπλέον, το τελικό αποτέλεσμα είχε μονταριστεί πολύ έντονα. Οι ειδικοί έκριναν ότι η βιντεοσκοπημένη ομολογία της Ντύλαν ήταν σκηνοθετημένη και καθοδηγούμενη απ΄τη μητέρα της. Δυο διαφορετικές ομάδες ειδικών σε περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης διεξήγαγαν 14μηνη εξονυχιστική έρευνα και δεν βρήκαν ούτε ένα στοιχείο κακοποίησης ή παράνομης συμπεριφοράς. Λίγες βδομάδες αργότερα, η Φάροου πήγε το θέμα ένα βήμα παραπέρα και δήλωσε ότι βρήκε ίχνη σεξουαλικής κακοποίησης και στον γιο της, τον Σάτσελ. Αυτές κατηγορίες δεν έφτασαν ποτέ στο δικαστήριο, καθώς τα γεγονότα χαρακτηρίστηκαν πολύ παρανοικά ακόμα και να να διερευνηθούν και η Φάροου τις απέσυρε.

Όλη η ιστορία γύρω από το «χαμένο 20λεπτο» κατά το οποίο η Ντύλαν κακοποιήθηκε στη σοφίτα, στηρίχθηκε μόνο στη δήλωση της νταντάς της. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα η συγκεκριμένη γυναίκα βρήκε την babysitter του Σάτσελ και της είπε ότι στην πραγματικότητα δεν άφησε την Ντύλαν απ’ τα μάτια της για περισσότερα από 2-3 λεπτά και ότι μετάνοιωσε πικρά που είπε αυτά τα πράγματα για «τον κύριο Άλεν που της φέρονταν πάντα τόσο καλά». Η babysitter του Σάτσελ μετέφερε τα λόγια αυτά στα media για να απολυθεί λίγες μέρες αργότερα απ’ την Φάροου. Στο μεταξύ, ο Μόουζες είχε ήδη αρχίσει να αποστασιοποιείται απ’ τη μητέρα του και να δηλώνει ότι όλη την υπόθεση την είχε ενορχηστρώσει εκείνη. Στην τρίωρη ομολογία του, ο Γούντι Άλεν αρνήθηκε κάθε κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης και μάλιστα χωρίς την παρουσία δικηγόρου υπεράσπισης. Ο Γούντι Άλεν έδωσε πρόσβαση στα πρακτικά και τις σημειώσεις της ψυχοθεραπείας του, όπου δεν βρέθηκαν ποτέ αναφορές σε ερωτικές επιθυμίες για ανήλικα κορίτσια ή έστω κάτι που να δείχνει ότι είχε οποιαδήποτε έλξη σε αγόρια. Επιπροσθέτως, ο Άλεν δέχτηκε να περάσει ανιχνευτή ψεύδους για την ιστορία. Το αποτέλεσμα τον έκρινε αθώο. Η Μία Φάροου αρνήθηκε να περάσει το ίδιο τεστ.

57jjmv_2.jpeg

Το παράξενο είναι ότι εν μέσω αυτού του χαμού, η Μία Φάροου ήθελε διακαώς να συνεργαστεί με τον Γούντι Άλεν για 13η φορά στην επόμενη ταινία του, στο “Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν” (1993). O ρόλος τελικά πήγε στην παλιά συνεργάτιδα και πιστή φίλη του Άλεν, στην Ντάιαν Κίτον, η οποία δεν είχε εμφανιστεί σε καμία από τις 12 τανίες του καθ όλη τη διάρκεια της σχέσης του με την Φάροου, εξαιτίας του βέτο που είχε ασκήσει η Μια καθώς την αντιπαθούσε. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, η Φάροου εμφανίστηκε στα γυρίσματα για να υποδυθεί την πρωταγωνίστρια, σε μια άβολη στιγμή για όλο το συνεργείο, προτού της δείξουν την πόρτα της εξόδου.

Όσον αφορά τη ζωή της Φάροου, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τέσσερα πράγματα: α) γνωρίζουμε ότι ο Ρομάν Πολάνσκι έχει κατηγορηθεί δίκαια για τον βιασμό ανήλικων κοριτσιών στη δεκαετία του 60. Η ίδια η Μία ήταν στο πλευρό του και μάλιστα κατέθεσε στο δικαστήριο προς υπεράσπισή του. Να θυμίσω ότι ο ο Πολάνσκι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης πέραν του Γούντι που της έχει δώσει αξιοσημείωτο ρόλο στο σινεμά με το «Μωρό της Ρόζμαρι». Ο Ρόναν Φάροου έγραψε τα άρθρα στους New York Times που πυροδότησαν όλη την φριχτή ιστορία σχετικά με τον Γουάινστιν, αλλά ουδέποτε αναφέρθηκε στο όνομα του Πολάνσκι. β) η Μία παντρεύτηκε τον Φρανκ Σινάτρα όταν ήταν 21 ετών. Ο Φράνκι ήταν 50 όταν άρχισαν να βγαίνουν. Η Σουν-Γι ήταν 20 όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Άλεν και αυτός ήταν 56. Οι κατηγορίες για «ανήθικη» σχέση παιδεραστίας, αν ευσταθούν για τον Άλεν, τότε θα πρέπει να «καίνε» και τον πρώτο σύζυγό της Μία. Μάλιστα η Φάροου είχε μεγάλο ιστορικό με σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους άνδρες, όπως τον Γιουλ Μπρίνερ ή τον Κερκ Ντάγκλας. γ) Ο αδερφός της Μία, ο Τζον Φάροου, πήγε στη φυλακή καθώς κρίθηκε ένοχος για τον βιασμό αγοριών μεταξύ 8 και 10 ετών. δ) H τραγουδοποιός Ντόρι Πρεβέν ήταν η πρώτη γυναίκα του Άντρε Πρεβιν (του πρώην συζύγου της Φάροου) και είχε γράψει ένα τραγούδι για τη Μία με τίτλο “Beware of Young Girls”. Το τραγούδι περιέγραφε τον τρόπο που ένα μικρό και φρέσκο κορίτσι παρίστανε τη φίλη της και τελικά της αποπλάνησε το σύζυγο. Οι στίχοι έλεγαν: «Beware of young girls who come to the door. Wistful and pale of 24. She was my friend, she was invited to my house. She admired my wedding ring, she sent us little silver gifts, oh, what a rare αnd happy pair she inevitably said, as she glanced at my unmade bed. She admired my unmade bed».

57jjmv_3.jpg

Το τέλος του τραγουδιού που μπορείτε να ακούσετε ΕΔΩ αφήνει μια πικρόχολη πρόβλεψη πως μια μέρα θα τον αφήσει κι αυτόν για κάποιον άλλον, όπως και τελικά έγινε. Οι ενοχές της Μία Φάροου για αυτή την προδοσία ήταν πολλές και στην αυτοβιογραφία της μιλάει εκτενώς και με εμμονή για την Ντόρι, την οποία αντιμετωπίζει ως πρότυπο. Αυτό το γεγονός δεν θα είχε μεγάλη σχέση με την ιστορία, εάν στον ίδιο δίσκο δεν υπήρχε μυστηριωδώς ένα τραγούδι με τον τίτλο “With My Daddy in the Attic”, που περιγράφει μια fiction ανατριχιαστική ιστορία ενός θύματος βιασμού απ’ τον πατέρα της στη σοφίτα…

Μετά το τέλος της διαμάχης, η Μία απαγόρευσε στον Γούντι να έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον Μόουζες, τη Ντύλαν και τον Σάτσελ, ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Σίμους και λίγα χρόνια μετά το άλλαξε για δεύτερη φορά σε Ρόναν. Η Μία Φάρρου υιοθέτησε άλλα 6 παιδιά μετά την υπόθεση, φτάνοντας συνολικά τα 15 παιδιά μέχρι σήμερα. Δεν έπαιξε σε καμία αξιοσημείωτη ταινία μετά το “Husbands and Wives”.

Κανείς δεν κατηγόρησε για παιδεραστία τον Άλεν πριν ή μετά τη Φάροου. Ο Γούντι και η Σουν-Γι τελικά παντρεύτηκαν το 1997 και μαζί υιοθέτησαν δυο παιδιά. Παραμένουν παντρεμένοι για είκοσι χρόνια. Παρ όλες τις κατηγορίες από την πλευρά της Μία Φάροου πως είναι πνευματικά καθυστερημένη και έτσι δέχεται εύκολα τους χειριστικούς τρόπους του Γούντι, η Σουν-Γι προχώρησε στις σπουδές της και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της το 2006.

57jjmv_4.jpg

Η υπόθεση βρήκε ξανά το δρόμο στη δημοσιότητα, με τη βράβευση του Άλεν με το βραβείο Cecil B. DeMille στις Χρυσές Σφαίρες, το 2004. Η Μία και ο Ρόναν επανέφεραν την υπόθεση στον τύπο σαν έκφραση διαμαρτυρίας για να θολώσουν το θετικό κλίμα απέναντι στον σκηνοθέτη και να αμαυρώσουν τη βραδιά, με συνεντεύξεις στο Vanity Fair και μια ανοιχτή επιστολή στους New York Times. Ένα μήνα μετά την επιστολή, ο απηυδισμένος Μόουζες έσπασε τη σιωπή του πήρε και πήρε θέση επίσημα υπέρ του Γούντι Άλεν. Συγκεκριμένα είπε: «Φυσικά ο Γούντι δεν επιτέθηκε σεξουαλικά στην αδερφή μου. Η μητέρα μου ήταν αυτή που μας μάθαινε να τον μισούμε γιατί μας έλεγε ότι διέλυσε την οικογένεια και ότι μας βίασε. Τον μισούσα για πολλά χρόνια εξαιτίας της. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι όλα τα έκανε για να εκδικηθεί το γεγονός ότι ερωτεύτηκε τη Σουν-Γι». Η σχέση του Μόουζες με τον Άλεν μετά απ’ αυτό, αποκαταστήθηκε.

Ένα απ’ τα πιο αστεία αλλά και σκοτεινά σημεία του άρθρου που δημοσίευσε το Vanity Fair, ήταν πως ο πραγματικός πατέρας του Ρόναν Φάροου δεν είναι άλλος από τον Φρανκ Σινάτρα. Η Μία δηλαδή, σε μια αδιανόητη κίνηση εντυπωσιασμού και νοσηρής εκδίκησης, παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Γούντι Άλεν τον απατούσε με τον πρώην σύζυγό της. Αυτό το θέμα φυσικά το έκρυβε όταν είχε το ρόλο της θιγομένης συζύγου στα δικαστήρια το 1993. Ο Σινάτρα μισούσε τον Γούντι Άλεν και φήμες λένε ότι προσφέρθηκε να βάλει τη μαφία να τον σκοτώσει επειδή πλήγωσε την παλιά αγαπημένη του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γούντι Άλεν είχε βασίσει το ρόλο του Lou Canova, ενός ξεπεσμένου crooner, στην ταινία “Broadway Danny Rose” (1984) στον Σινάτρα. Έτσι θα είναι πάντα, οι αληθινοί καλλιτέχνες θα έχουν για όπλο την ευφυΐα της τέχνη τους και οι ετερόφωτοι δορυφόροι τους, θα θρέφονται τρώγοντας τις σάρκες τους για πάντα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment