Album Of The Week #65

Posted in Music on September 16, 2016 by InfluencesOnly

Nick Cave & The Bad Seeds – Skeleton Tree

Από τα πρώτα του δισκογραφικά βήματα, ο Nick Cave έτεινε να εκθέτει απεγνωσμένα τις θνητές του αγωνίες. Προσομοίαζε την εμπειρία του θανάτου στη μουσική του ή έστω την προσέγγιζε εγκεφαλικά και τελικά τη μετουσίωνε σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα –αυτό που του υπαγόρευαν κάθε φορά οι προβολές της φαντασίας του. Άλλοτε σε φαντασιόπληκτα αφηγήματα σαν τις «φονικές μπαλάντες», άλλοτε με την ενορατική σοφία των πολλών αριστουργηματικών τραγουδιών που έχει αφήσει πίσω του.

Ο Cave μπορεί λοιπόν κατά βούληση να ακούγεται ρομαντικός ή μελωδικός, περιπαικτικός ή απειλητικός. Αλλά στον 16ο δίσκο του, η μοίρα τον φέρνει να δεσμεύεται από συγκεκριμένα βιώματα και να βρίσκεται σε αληθινό θρήνο. Ξαφνικά, το θανατικό και η απώλεια είναι πεδίο απάτητο για τον τραγουδοποιό. Πλέον δεν μπορεί να υποδυθεί τον υπερταλαντούχο μποέμ ή τον καμένο ποιητή και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακουστεί σοφός, πλήρης και στιβαρός. Οι πνιγηρές ιστορίες του –όσες μας έχουν ρίξει κατά καιρούς σε ψυχικά τάρταρα– απογυμνώνονται από την ανάγκη ψυχαγωγίας και παράνοιας: περιβάλλουν πλέον τον ακροατή με μια ασφυκτική, βαθιά λυπηρή αίσθηση. Το αληθινό συναίσθημα του μουσουργού κατορθώνει μάλιστα και ξεπερνάει τέτοιες ανέξοδες περιγραφές, αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, τα σπουδαία τραγούδια απουσιάζουν από το Skeleton Tree.

Τα τραγούδια του δίσκου σηματοδοτούν μια σπαταλημένη προοπτική. Ένα πρόωρο φινάλε· μία αδιέξοδη λύπη. Ο Cave τραγουδάει μελωδίες που μοιάζουν σαν να τις έχει συλλάβει σε ντουμανιασμένο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και χωρίς φώτα, αγκαλιά με τη Βίβλο, με λίγες φωτογραφίες και πολλά μπουκάλια κρασί. Και τις τραγουδάει σαν να έχει καταπιεί το σκοτάδι. Όμως χωρίς το reality value γύρω από τον θάνατο στην οικογένειά του και χωρίς το συμπληρωματικό φιλμ One More Time With Feeling (το οποίο δεν έχω δει), τα τραγούδια στέκουν αδύναμα. Ορισμένα, μάλιστα, ανήκουν στα περισσότερο αξιολησμόνητα που μας έχει χαρίσει την τελευταία 20ετία.

Μπορεί έτσι τα “Girl In Amber” και “Jesus Alone” να χαρτογραφούν ένα πορτραίτο θλίψης, όμως στίχοι όπως το «with my voice I’m calling you» δεν αφήνουν αντάξιο συγκινησιακό αποτύπωμα. Μπορεί τα αέρινα bleeps στο “Rings Of Saturn” να θέλουν να χτίσουν μια υποφερτή κατοικία για τους νικημένους από τον θάνατο, υπάρχει όμως η αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Τα κομμάτια του Skeleton Tree ξεκίνησαν να γράφονται σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά στην πορεία απόκτησαν χαρακτήρα επιτάφιας συνοδείας. Σίγουρα εξυπηρετούν την ανάγκη του Cave να επικοινωνήσει τον χαμό του ανήλικου γιου του, με τον μόνο τρόπο τον οποίον διαισθάνεται αποδοτικό: με το να γίνει δηλαδή ο ίδιος ένα καλλιτεχνικό όχημα και να κατατάξει σε τραγούδια το δυσβάστακτο κενό που αφήνουν οι αγαπημένοι όταν φεύγουνnothing really matters when the one you love is gone»). Με συνεργάτη τον  Warren Ellis, ακολουθεί τον δρόμο της ευγένειας και της κομψότητας –όπως ο Sufjan Stevens με το περσινό Carrie & Lowell– και δεν τραγουδάει σαν «καμένος» από τη μοίρα, μα ως ένας άνθρωπος που θέλει να εξωραΐσει τη λύπη του και να την περάσει στην αιωνιότητα. Αν μη τι άλλο το αξίζει. Και ας μην έγραψε αντάξιο τραγούδι.

Από το Avopolis

Album Of The Week #63

Posted in Music on September 10, 2016 by InfluencesOnly

Nada Surf – You Know Who You Are


Κάπου στο 8ο κομμάτι του You Know Who You Are, ο ήρωας του τραγουδιού παίρνει μια λάθος στροφή και χάνει τον δρόμο του. Αυτό είναι και το συναισθηματικό ναδίρ του δίσκου: τίποτα δεν ακούγεται δυσμενέστερο και τίποτα δεν θα πάει πιο στραβά.

Έχουν κάνει κάμποσα πράγματα οι Nada Surf στην 20ετή τους καριέρα. Έχουν υπάρξει οne-hit wonders στη δεκαετία του 1990 (με το “Popular”). Έχουν καταταχθεί στα αποκαΐδια της έκρηξης του alternative rock εκείνης της δεκαετίας. Έχουν φτιάξει ένα καλοδεχούμενο από την κριτική comeback album. Έχουν κάνει δίσκο με διασκευές. Έχουν προσθέσει έξτρα κιθαρίστα στη σύνθεσή τους. Με λίγα λόγια, θα πρέπει να διαθέτουν κάμποσες εμπειρίες ζωής, οπότε με τίποτα δεν δικαιολογείται αυτή η αναιμική συλλογή άνευρων κιθαροτράγουδων, τα οποία δεν επικοινωνούν τίποτα ανήσυχο και στερούνται συναισθηματικής ραγάδας.

Αυτό που ακούγεται εδώ είναι το μεσόκοπο ροκ όπως το αντιλαμβάνονται εκείνοι οι τύποι που έχουν μετακομίσει στο ήσυχο προάστιο, που έχουν δυο παιδιά και που δεν ξεμυτίζουν στον ήλιο χωρίς λάδι με 50 βαθμούς προστασία, που μετράνε εμμονικά τις θερμίδες σε κάθε γεύμα και που τις νύχτες αποκοιμιούνται από νωρίς μπροστά στην τηλεόραση. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι οι καινούριοι Nada Surf γίνονται η επιτομή της κανονικότητας. Μετουσιώνουν δηλαδή σε μουσική τη φιλοσοφία ζωής του «πάρε μια ζακέτα κι αχρείαστη να ‘ναι».

Δεν είναι πάντως εύκολο να φτιάξεις ένα άλμπουμ γεμάτο στανταρισμένα τραγούδια σε ρεφρενάτο power pop στιλ, με στίχους πεισματικά ανθρώπινους και κανονικούς. Επιπλέον, είναι προς τιμήν τους που δεν έχουν την ανάγκη να νιώσουν ότι αποτελούν μέρος ενός «σήμερα» το οποίο κατατρέχεται από τον ψυχαναγκασμό των trends. Θα ακούσετε έτσι και τη ραστώνη του Tom Petty στο You Know Who You Are και την αυταρέσκεια των Death Cab For Cutie, αλλά και τον στιλπνό επαγγελματισμό των Soul Asylum. Μάλιστα, τα γλυκόπικρα φωνητικά του Matthew Caws είναι πιο easy-going από ποτέ: δεν θα βρείτε ούτε παραφωνίες, ούτε ηχητικές αβλεψίες.

Πρόκειται στην ουσία για έναν δίσκο ο οποίος απολαμβάνει τη βελούδινη χροιά και την καλοσωριστική αίσθησή του, θέλοντας να σε κάνει να εξοικειωθείς με το περιβάλλον του, μα και να ακούγεται ολόκληρος –χωρίς διαβαθμίσεις και χωρίς να αλλάζει ποτέ ταχύτητα στο συναίσθημα. Για πόση όμως ώρα μπορείς να οδηγείς με τρίτη στον αυτοκινητόδρομο για να μην πουντιάσουν τα παιδιά στο πίσω κάθισμα, πανάθεμά με;

Από το Avopolis

Sully

Posted in Cinema on September 7, 2016 by InfluencesOnly

1sully (2).jpg

Τον Ιανουάριο του 2009, μια ανθρώπινη ιστορία διάσωσης γράφτηκε στον αέρα της Νέας Υόρκης. Υπεύθυνος για το λεγόμενο «θαύμα του ποταμού Χάντσον» ήταν ο πιλότος Σάλι ο οποίος την πιο δύσκολη στιγμή της ζωή του πήρε μια κρίσιμη απόφαση και με μια θαρραλέα πρωτοβουλία έριξε το αεροπλάνο στον ποταμό Χάντσον. Κανείς από τους 155 επιβάτες δεν έχασε τη ζωή του – πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που ο έμπειρος πιλότος είχε να σκεφτεί και να πράξει ανάλογα. Η ιστορία του Sully από μόνη της προσφέρει όλο το πακέτο για μια πρώτης τάξεως ανθρωπιστικής παραβολής που υμνεί την αυταπάρνηση, το ανθρώπινο ιδεώδες και την έμφυτη αλληλεγγύη σε ακραίες στιγμές κινδύνου.

Ο παλαίμαχος Κλιντ Ιστγουντ επέλεξε να είναι αυτή η ιστορία της 35ης ταινίας που  σκηνοθετεί, θέλοντας να υμνήσει με τρυφερότητα έναν αγνό ήρωα της διπλανής πόρτας. Ευπρόσδεκτη αλλαγή πλεύσης μετά το κατάπτυστο μιλιταριστικό μανιφέστο του American Sniper στο οποίο θριάμβευσε εμπορικά παραδίδοντας μαθήματα «υγειούς εθνικισμού». Ο Κλιντ επέστρεψε στις ανθρώπινες ιστορίες που κρατάνε περήφανα τη σκυτάλη της ηρωικής αμερικάνικης ιστορίας, με πιο εμφανές σημείο αναφοράς, το σινεμά του Τζον Φορντ, και στο πρώτο μισό της ταινίας τα καταφέρνει περίφημα. Προσέχοντας πολύ το ύφος της σκηνοθεσίας και κρατώντας στο μεγαλύτερο μέρος χαμηλούς τους τόνους στον ηρωισμό και τα ηθικοπλαστικά διδάγματα, ο Ίστγουντ θέλει ως γνήσιος πατριώτης να μιλήσει για την φωτεινή πλευρά του τραύματος της 11ης Σεπτεμβρίου και σαν συντηρητικός άνθρωπος να θέσει τεχνοφοβικά ερωτήματα πάνω στο αέναη σύγκρουση «ανθρώπου και κομπιούτορα».

2sully (1).jpg

Ο Σάλι και κατ’ επέκταση ο Κλιντ (όπως έδειξε πιο πρόσφατα στο Trouble With The Curve) δεν θέλει να ξέρει τι λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί. Τον ενδιαφέρει το ανθρώπινο gut. Το σθένος και η ανδρεία σε στιγμές αντιξοότητας. Ως γνήσιος αντιφρονών της προεδρίας του Ομπάμα, ο Ίστγουντ δεν χάνει ευκαιρία να υπογραμμίσει την αντιπαλότητά του στην πρόσφατη οκταετία των Δημοκρατικών – ένας μετανάστης ταξιτζής διαμαρτύρεται για τους πολέμους που έχει μπλέξει η χώρα του (!) και ένα σπίτι μένει ανοίκιαστο γιατί η οικονομία έχει βουλιάξει (!!). Η χώρα χρειάζεται ήρωες και ανθρώπους που θα προσπεράσουν το σύστημα του κράτους και τους νόμους των πολυεθνικών συμφερόντων για να κάνει το «σωστό».

Ο Σάλι αναπτερώνει την πίστη μας στον άνθρωπο και τον χαμένο ιδεαλισμό και ιδανικότερος ηθοποιός από τον Τομ Χανκς δεν θα μπορούσε να βρεθεί για να γλυκάνει και να εξανθρωπίσει το τρυφερό μήνυμα του Ίστγουντ. Ισορροπημένος και τίμιος, ο Χανκς μπολιάζει με καθαρότητα το βλέμμα του ήρωά του (την καθαρότητα που έχουν οι άνθρωποι μετά από μια ηλικία όταν δεν έχουν υπάρξει σκατόψυχοι στα νιάτα τους). Ο ηθοποιός αποφεύγει τις ερμηνευτικές παγίδες που βρίσκουμε στο σινεμά του Ζεμέκις και δημιουργεί έναν αξιομνημόνευτο λαϊκό ήρωα που βασανίζεται από εφιάλτες και από τύψεις ενώ θα έπρεπε να χαθεί στην έπαρση και να καταπιεί τη δημοσιότητα.

Δεν ξέρω αν το Sully έχει να πει κάτι σε σκεπτόμενους και ανήσυχους θεατές που δεν θέλουν τις ταινίες να τους «αρέσουν» που θέλουν στρογγυλά, πρωτοεπίπεδα μηνύματα και δεν μπορούν να αγαπήσουν ταινία δίχως ηθικό δίδαγμα. Όλο το παραπάνω ισχύει άλλωστε για το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Ίστγουντ. Ωστόσο το λαϊκό και εύκολο σινεμά θα χρειάζεται πάντα και έχει τη δύναμη να συγκινεί, όσο ο δημιουργός του διαθέτει αγνά κίνητρα και δεν σκέφτεται βραβεία και box office.

Μοιράζεται όμως ο Κλιντ Ίστγουντ τα αγνά κίνητρα του ήρωά του; Ας το σκεφτούμε για λίγο. Ο Σάλι θέλει να μένει στη σκιά, δεν θέλει να τον προσκυνούν ούτε θεωρεί ότι είναι ο καλύτερος πιλότος στον κόσμο. Δεν έκανε μια πράξη ηρωισμού για να στρέφεται ο κόσμος γύρω του και παρόλο που έσωσε ψυχές, βλέπει την αυτοπεποίθησή του να συρρικνώνεται. Σε μια σκηνή της ταινίας ο ήρωας διασχίζει τροχάδην της Times Square και από πάνω του φαίνεται ένα τεράστιο billboard με την γιγαντιαία, επιβλητική αφίσα του Κλιντ Ίστγουντ, η φιγούρα του οποίου  γεμίζει το πλάνο της πόλης. Μίλησε κανείς για ταπεινότητα;

Από το Movieworld

3sully.jpg

Album Of The Week #62

Posted in Music on August 20, 2016 by InfluencesOnly

Maxwell – blackSUMMERS’night

Για να ξεκινήσουμε να μιλάμε για τον Maxwell, θα πρέπει να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως έχουμε να κάνουμε με τον αθόρυβο ανανεωτή του κουρασμένου soul τοπίου, το οποίο μοιάζει πνιγμένο στη γλίτσα των application και της εφηβικής ταχύτητας.

Μιλάμε για έναν αιρετικό της macho υπεροχής του αρσενικού R’n’B, που δεν εστιάζει στην υπεροχή της περήφανης γενετήσιας ζώνης και δεν έχει πολλά να μοιραστεί με τα τεστοστερονούχα αγόρια της επικαιρότητας. Για έναν θιασώτη του άφοβου R’n’B, που διαθέτει αρετή και γνώση. Βλέπετε, τα φροντίζει στωικά τα άλμπουμ του ο 43χρονος Νεοϋορκέζος: τα δουλεύει σε βάθος, τα γεμίζει τολμηρά jazzy στοιχεία, τους προσδίδει πολιτισμικές αναφορές που θέλουν ψάξιμο. Ο άνθρωπος έχει άλλη ρητορική και αντικρίζει τα πράγματα υπό το δικό του πρίσμα, από τον πρώτο του κιόλας δίσκο πριν 20 χρόνια –το Urban Hang Suite.

Εδώ ο Maxwell ακούγεται αγέρωχα παλιομοδίτικος, χωρίς όμως να είναι στερεοτυπικός. Θέλει να αφήσει αποτύπωμα δημιουργού, αλλά αισθάνεται και την ανάγκη του καλού νυχτερινού ραδιοφώνου. Διαθέτει όραμα για την επέκταση της R’n’B παλέτας, μα εκτιμάει και τη soul της κρεβατοκάμαρας. Κοινώς, σέβεται ποικιλοτρόπως τον Al Green και τους Earth, Wind Αnd Fire. Και είναι κι αυτό το falsetto του, το οποίο παραμένει αχτύπητο καθώς τυλίγεται γύρω από την πολύχρωμη jazz των συνθέσεων και τη soul παραγωγή.

Ο μυσταγωγικός ζεν soulman δικαιώνει λοιπόν φέτος το φιλόδοξο όραμα της τριλογίας που άρχισε το 2009 με το BLACKsummers’night και συνεχίζεται φέτος με το blackSUMMERS’night (τα κεφαλαία γράμματα μεταφέρονται προοδευτικά στις τρεις λέξεις του τίτλου). Ο νέος δίσκος πατάει στην αφαιρετική soul των 1970s και στους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς, διαθέτοντας ένα easy flow, που σε κάνει αβίαστα φίλο του.

Από το εναρκτήριο κιόλας “All Τhe Ways Love Can Feel” γίνεται αντιληπτό ότι ο Maxwell είναι ο μόνος ζωντανός καλλιτέχνης που μπορεί να αποδώσει tribute στον Prince. Τα επίπεδα των φωνητικών του τα αισθανόμαστε σαν στρώσεις από μετάξι πάνω σε σαγρέ επιφάνεια, λίγο πριν μεταμορφωθεί σε μαλακό βελούδο –αποτελεί λοιπόν πρότυπο χλιδάτης σαγήνης, η οποία συνδυάζεται με κομψότητα και ουσία. Το δε μεσόρυθμο groove των τραγουδιών δημιουργεί υγρή διάθεση, αλλά και αληθινά αισθήματα. Κι όλα αυτά μέσα από groove πνευστά, διακριτικά έγχορδα και δουλεμένα keyboards, που ιονίζουν την ατμόσφαιρα και σε κρατούν σε εγρήγορση.

Το blackSUMMERS’night δεν βασίστηκε στις επιθετικές πρακτικές του digital marketing και δεν είναι φτιαγμένο με προθέσεις να κόψει την ανάσα. Είναι αντίθετα σταθερά προσανατολισμένο στον δικό του κομψό διάκοσμο και του αρκεί να νιώσει ότι αποτελείς μέρος του. Ο ακραιφνής σπεσιαλίστας της φινετσάτης soul βασίζεται εδώ στην ευαισθησία, στην τρυφερότητα και στο μυαλό του. Μας χαρίζει λοιπόν ένα δώρο, πλουμιστό και αγέρωχο μέσα στην αυτοπεποίθηση της παραγωγής του, καθότι είχαμε χρόνια να ακούσουμε τόσο μετεξελιγμένη, απολαυστική soul με ηλεκτρονικό υπόβαθρο και τόσο καλά δεμένη γύρω από τη rhythm section –και μάλιστα στην «οικονομική» διάρκεια των 40 λεπτών.

Για να ξεκινήσουμε λοιπόν να μιλάμε για τον Maxwell, θα πρέπει να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως μιλάμε για SOUL. Με κεφαλαία γράμματα.

Από το Avopolis

Album Of The Week #61

Posted in Music on August 10, 2016 by InfluencesOnly

Paul Simon – Stranger To Stranger

Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς γίνεται ν’ ακούγεται τόσο ακμαίος συνθετικά και ερμηνευτικά ο Paul Simon στο 13ο προσωπικό του άλμπουμ, συνεχίζοντας το σερί των υπέροχων δίσκων που ξεκίνησε το 1972. Πρόκειται για έναν μουσικό ο οποίος συναντά την έμπνευση παρορμητικά. Δεν υπήρξε πάντα δημιουργικός, ήταν όμως πάντοτε παραγωγικός, απρόβλεπτος και φρέσκος. Το νέο του «μορφωμένο» δημιούργημα συνδυάζει ψυχαγωγία και περίσκεψη.

Ακούγοντάς το, το Stranger To Stranger σε συμπαρασύρει σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς ανταγωνιστικές οικονομίες, καθημερινή πάλη και αναίτια ζόρια. Σου ανεβάζει μερικά επίπεδα το coolness και σε κάνει να πιστεύεις ξανά στους αυτόφωτους, στους αυθεντικά δημιουργικούς (όχι δηλαδή σε αυτούς που θεωρούν τα start-up και την «υγιή επιχειρηματικότητα» ως μέτρο αξίας) και σε εκείνους που συμπεριφέρονται με τρόπο ο οποίος προκαλεί μειδιάματα στους κυνικούς. Με λίγα λόγια, σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια.

Ο κύριος Simon επιμένει να μην τρώει από τα έτοιμα. Βασίζεται γερά στην παράδοση της ποίησής του (ακούστε τι λέει το στόμα του στο ομώνυμο “Stranger Τo Stranger”) και ρυθμίζει σε θερμοκρασία δωματίου τραγούδια όπως το “Proof Of Love”, τα οποία είναι βουτηγμένα στην κληρονομιά που τον έθρεψε ενώ ταυτόχρονα ακούγονται τραγανά και επίκαιρα. Το νέο του άλμπουμ είναι πολυκύμαντο. Οριακά μοιάζει μάλιστα με ντεμπούτο, έτσι όπως συνδυάζει τον ορθόδοξο πειραματισμό με κλασικότροπη folk και με vintage μελωδικότητα, χρωματισμένη με λαχούρια.

Δαιδαλώδης αλλά ταυτόχρονα προσιτός, ο παλαίμαχος Νεοϋορκέζος επανατοποθετεί την έννοια του «προοδευτικού» στις ρίζες της. Έχοντας θρέψει έναν σωρό γενιές από τροβαδούρους, αντιμετωπίζει ακόμα το στούντιο σαν μια μεγάλη σειρά δυνατοτήτων και κατευθύνσεων. Ευτυχώς, η εμπειρία του τον προστατεύει από το να χαθεί σε λαβυρίνθους, όμως μέσα στον δίσκο αυτόν συμβαίνουν τόσα πολλά προς αφομοίωση, που δεν είμαι σίγουρος ότι ξεμπλέκεις αν δεν έχεις διάθεση για πλήρη δέσμευση μαζί του.

Ακόμα πάντως και για όσους δεν διατίθενται να ξεκλειδώσουν τις πίστες των πολιτισμικών/μουσικών αναφορών του μεγάλου τραγουδοποιού ώστε να προχωρήσουν στο επόμενο level, ο δίσκος θα φροντίσει να πετύχει τα προσδοκόμενα με το τελευταίο κομμάτι: ένα ερωτικό γράμμα στη Νέα Υόρκη, που φέρνει βούρκωμα περηφάνειας στα μάτια. Πολύ καθαρό, έντιμο και απαλλαγμένο από έπαρση και αστική τοξικότητα.

New York will always be his home…

 

Από το Avopolis

 

Album Of The Week #60

Posted in Music on July 22, 2016 by InfluencesOnly

Gwen Stefani – This Is What The Truth Feels Like

Περί «αληθείας» γίνεται λόγος στον τίτλο του δίσκου της συμπαθέστατης Gwen Stefani. Ας μιλήσουμε για «αλήθειες» λοιπόν. Πάνε 12 χρόνια από το Love.Angel.Music.Baby., που πήγε να λανσάρει την αποχωρήσασα των No Doubt ως αυτόφωτη pop star, της οποίας η λάμψη παρεμποδίζονταν από τα μέλη του συγκροτήματος –οπότε ήταν καιρός να μείνει μόνη στη σκηνή.

Εκείνο το δισκογραφικό εγχείρημα πέτυχε φευγαλέα, χάρη στο φωτογενές στυλ της Αμερικανίδας ερμηνεύτριας, στις χαρούμενες αναμνήσεις τσιχλόφουσκας από τα ζαχαρωμένα 1980s και στις στιλιστικές παραινέσεις, όπως π.χ. τις καρτουνίστικες μαζορέτες ή εκείνο το γκρουπ από υπερκινητικές Κινεζούλες που την πλαισίωναν. Η «αλήθεια», πάντως, είναι ότι η Gwen Stefani δεν κατάφερε να εξαργυρώσει τα όποια εύσημα απόκτησε επί No Doubt ως εστέτ αλητήρια τύπισσα με attitude, ενώ ποτέ δεν έγινε δεκτή από το mainstream R’n’B ακροατήριο, αν και το προσπάθησε πολύ.

Η «αλήθεια» είναι, βέβαια, πως η Gwen Stefani είχε περισσότερες περγαμηνές για να γίνει fashion icon και φωταγωγημένος μαϊντανός των κόκκινων χαλιών, παρά διάδοχος της Kylie Minogue. Έχοντας κατά νου αυτόν τον περιορισμό, όπως και τις λιγοστές φωνητικές της δυνατότητες, η παραγωγή του καινούριου της δίσκου περπατάει πάνω στη λεπτή εκείνη γραμμή που χωρίζει την αυτόνομη ποπ σύνθεση από το εξαρτώμενο από την εικόνα διαφημιστικό προϊόν. Όμως πάνε 10 χρόνια από την εποχή του “Hollaback Girl” κι ένα τέτοιο hit single δεν υπάρχει εδώ.

Η παραγωγή είναι «υστερική»: κάνει θόρυβο για να ξεχωρίσει ανάμεσα στον θόρυβο, μπας και τσιμπήσει έφηβους clubbers. Ακόμα πάντως και μετά από γιαλαντζί ποπ μπαλάντες και τα τσίγκινα beats λαϊκής νοοτροπίας, ίσως να προέκυπτε μία clean-cut ποπ που να μην ήταν καταγέλαστη. Όμως το υλικό δεν προσφέρεται για ιδιωτικές ακροάσεις και είναι εν τέλει χρήσιμο μόνο για τριζάτα, φρέσκα remixes, με τραγούδια ελαφρώς δευτεροκλασάτα. Τα κομμάτια εδώ είναι τόσο επίπεδα, ώστε καίγονται κατευθείαν αν ξεφύγουν από την πίστα και βγουν στο φως.

Η «αλήθεια» είναι, επίσης, πως η Gwen στα 46 της παριστάνει τη ναζιάρα μπουμπού, χωρίς να θέλει να χάσει τη βολή της ποθητής και της στιλάτης. Μια σημειολογία που εδώ και χρόνια καλλιεργεί αυτό το κορίτσι στο αμερικανικό mainstream, σαν κριτής του The Voice, σαν «ska milf» και σαν πληγωμένη πρώην του Gavin Rossdale. Αν καταφέρει λοιπόν κανείς να ξεπεράσει τη δοκιμασία της ροζ/ένρινης ερμηνείας, θα αντιμετωπίσει ένα κύμα πηχτής ανοησίας σε τραγούδια όπως το “You’re My Favorite” και το “Make Me Like You”. Ακόμα και οι καλές στιγμές, όπως το “Red Flag” και το “Naughty”, μοιάζουν με λοβοτομημένη girly pop.

Αν τα παραπάνω δεν σας έπεισαν, δοκιμάστε να δείτε το βιντεοκλίπ του “Used To Love You” με τη φωνή στο mute και παρακολουθείστε αυτές τις «τάχα μου» μούτες θλίψης, απογοήτευσης, νοσταλγίας και θυμού που εναλλάσσει η Gwen Stefani σε κοντινό μονοπλάνο. Σαν ατάλαντη ηθοποιός, η οποία προορίζεται για καθημερινή σαπουνόπερα. Αν πιστεύετε ότι μπορεί να βρεθεί «αλήθεια» σε μια τέτοια οντισιόν, καλή τύχη με αυτόν τον δίσκο.

Από το Avopolis

Money Monster

Posted in Cinema on July 21, 2016 by InfluencesOnly

1money.jpg

Η νέα σκηνοθετική απόπειρα της Τζόντι Φόστερ μπορεί να μην αγγίζει τα ύψη του σινεμά της παράδοσης του μεγάλου Sidney Lumet (θαρρώ πως η ταινία της πάτησε υφολογικά με το ένα πόδι στο καταγγελτικό αδιέξοδο του Dog Day Afternoon και με το άλλο στην οργισμένη μιντιακή σάτιρα του Network) αλλά τουλάχιστον προσφέρει μια στρωτή, γάργαρη ψυχαγωγία με καλή αίσθηση ρυθμού, με το αποτέλεσμα να μοιάζει εντιμότερο και ρεαλιστικότερο σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του οικονομικού συστήματος, από την οσκαρική περσινή έκπληξη του Big Short.

Η Julia Roberts υποδύεται μια τηλεοπτική παραγωγό που κρατάει γειωμένο τον τσαρλατάνο τηλεπαρουσιαστή μιας εκπομπής με θέμα τις μεταπτώσεις του Dow Jones. Ο Clooney χαρίζει γενναιόδωρα την σπιρτάδα του και το αλάθητο σχεδόν ένστικτό του στον τρόπο που εναλλάσσει την κωμωδία με το δραματικό στοιχείο, στον Lee Gates, έναν τηλεοπτικό πλασιέ χρηματικής ελπίδας και κούφιας ενημέρωσης, ήρωα για το ρεμπουμπλικάνικο κοινό του FOX news. Ο εγωπαθής τηλεαστέρας με τις άκρες στη Wall Street δίνει τη λάθος πληροφορία και ένα αγανακτισμένος πολίτης που εξαπατήθηκε (τον οποίο υποδύεται ο πάντα εξαιρετικός Jack O’Connell) διεισδύει στο στούντιο σε μια ατσούμπαλη απόπειρα διαμαρτυρίας και απρογραμμάτιστης ομηρίας. Φυσικά, η συμπαθέστατη Αμερικανίδα ηθοποιός δεν φιλοδοξεί να αφήσει εποχή με αυτή τη screwball κωμική περιπέτεια, μπολιασμένη με οργή κατά της μηχανής. Οι σκηνές αγωνίας δεν παράγουν αξιόλογο σασπένς και το κοινωνικό «κατηγορώ» της ταινίας σκοντάφτει στο φινάλε σε στερεότυπα διεφθαρμένων γιάπηδων και αδικοχαμένων, ανώνυμων θυμάτων του συστήματος, με την σχηματική εξιλέωση του ήρωα να υπογραμμίζεται κάπως ενοχλητικά στην κατακλείδα του τέλους.

2money.jpg

Φανταστείτε τους εργασιομανείς ήρωες του τηλεοπτικού Newsroom σε κλειστοφοβικό διάκοσμο δανεισμένο από το Mad City του Γαβρά και έχετε μια εικόνα για την πρώτη ύλη της ζουμερής ιστορίας, που δικαιολογημένα έκανε την Jodie Foster να θέλει να την διηγηθεί με τον τρόπο της. H Foster δεν έχει το craft να χτίσει την ιστορία και ρίχνοντας μας με τα μούτρα στο ζουμί της πλοκής, νομίζει ότι μας απαλλάσσει από περιττές λεπτομέρειες που δεν μας αφορούν. Οι ήρωες πέφτουν αζύμωτοι στα βαθιά μιας πλοκής που κουβαλάει οριακές διαπραγματεύσεις, εναλλαγές στην ηθική ματιά και υπέρβαση ρόλων, με τον θεατή να μην έχει προλάβει να νιώσει πολλά για κανέναν από τους ολοζώντανους και ταλανιζόμενους ήρωες μιας ζοφερής ιστορίας.

Χωρίς να χολοσκάει για λεπτομέρειες (πως γίνεται να μπεις σε ένα πλατό καναλιού εθνικής εμβέλειας; ) και για περιττές σοβαροφάνειες, η Foster κάνει όλες τις σωστές επιλογές στην εκτέλεση. Χρησιμοποιεί στακάτο μοντάζ, μπολιάζει με νεύρο και ενέργεια τα πλάνα και εμπιστεύεται τους πρωταγωνιστές της περισσότερο από τις ατάκες στις σελίδες του σεναρίου: την αγέλαστη γοητεία εν μέσω παραλογισμού του Clooney (πάντα πίστευα ότι θα ήταν υπέροχος σαν άλλος Leslie Nielsen στις κωμωδίες των Zucker/Abrahams) την πειθώ της Julia Roberts και την τσαντισμένη αβεβαιότητα του O’Connell.

Το Money Monster έχει τελικά την δύναμη των κλασικότροπων κοινωνικών περιπετειών του συντηρητικού Χόλυγουντ (έστω από τη ματιά Δημοκρατικών), όσες ενστάσεις και να έχεις με όσα συμβαίνουν, τα αφήνεις στην άκρη γιατί παρασύρεσαι από την απόλαυση της αφήγησης και όσες αντιρρήσεις και να σου προκαλούν οι απιθανότητες του σεναρίου, μετά την θέαση της ταινίας έχουν γίνει καπνός, απλά γιατί πέρασες χάρμα.

3money.png

Από το Movieworld

Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας (The BFG)

Posted in Cinema on July 21, 2016 by InfluencesOnly

To περίφημο “the stuff that dreams are made of” είναι μια σταθερή εμμονή στο Σπιλμπεργικό σύμπαν, εδώ και σαράντα χρόνια. Ο μεγάλος Αμερικάνος αφηγητής χειρίζεται με δεμένα τα μάτια το genre της ονειρόπλαστης περιπέτειας και παραμένει άφταστος δεξιοτέχνης στον τρόπο που καλλιεργεί εικόνες με εφιάλτες και ονειρότοπους, με τον τρόπο που τα καταγράφει η αθώα, παιδική ματιά – όσο πιο τραυματισμένη από την έλλειψη οικογενειακής θαλπωρής τόσο το καλύτερο. Προς τιμήν του, ο Σπίλμπεργκ έχει αφηγηθεί κάμποσες φαντασιόπληκτες εξτραβαγκάντζες όπου ο θεατής (ανεξαρτήτου ηλικίας) δεν νιώθει ασφαλής και προστατευμένος με τρόπο Ντισνεϊκό, με ελάχιστα στραβοπατήματα όπως στην περίπτωση του The Lost World (1997). Το σενάριο της ταινίας είχε δουλέψει η (εκλιπούσα από το 2015) Melissa Mathison, η οποία είχε υπογράψει και το E.T.: The Extraterrestrial (1982). Πρόκειται για μια ιστορία όπου ένα μικρό κορίτσι συναντά έναν καλοσυνάτο γίγαντας που παγιδεύει τα όνειρα (που μοιάζουν με πολύχρωμες πυγολαμπίδες) ανάμεσα σε ανεπιθύμητους εφιάλτες, για να τα εμφυσήσει σε μοναχικές, παιδικές καρδιές τις νύχτες, με την τρομπέτα του, πριν γυρίσει στην Γιγαντοχώρα με τους μόνιμα πεινασμένους και μοχθηρούς γίγαντες που λαχταρούν να καταβροχθίσουν ανθρώπους και επιδίδονται σε bulling στον αγαθό γίγαντα.

1gig.jpg

Στο BFG τα καρυκεύματα του παραμυθιού, ο Σπίλμπεργκ μπορεί να τα δανείζεται από μια πολυδιαβασμένη ιστορία του Ρόαλντ Νταλ (του συγγραφέα του «Ματίλντα» και του «Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο της Σοκολάτας») όμως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία βγαλμένη από θεματικό πάρκο της Disneyland ούτε με ένα «χάρτινο» animation που θα κάνει babysitting ώστε να αφήσουν ανενόχλητοι οι γονείς τα παιδιά τους για δυο ώρες. Ο συνδυασμός live action ερμηνειών και computer animation είναι απολαυστικός. Τα ανθρώπινα αποτυπώματα είναι φανερά στην κατασκευή του φιλμ. Ειδικότερα η ερμηνεία του Mark Rylance είναι «ορατή» καθώς πίσω από τον BFG ακούς μια καρδιά που χτυπάει, έτη φωτός μακριά από το φασαριόζικο σύμπαν της Marvel και της άψυχες φανφάρες της σχολής του Michael Bay. Οι συσπάσεις στο πρόσωπο του γίγαντα απεικονίζουν όλη την αγαθοσύνη και την τρυφερότητα του ντουνιά. Ο Σπίλμπεργκ απολαμβάνει την παιδαριώδη πλοκή και παράγει τρυφερό χιούμορ μέσα από μια ολόκληρη γλώσσα από υπέροχους αναγραμματισμούς και απολαυστικά γλωσσικά λάθη του καλοκάγαθου γίγαντα. Την μικρή Sophie υποδύεται με σχετική πειθώ η Ruby Barnhill, χωρίς να είναι υπερβολικά γλυκερή ή να παριστάνει την υπέρ του δέοντος αξιολάτρευτη.

2gig.jpg

Ο Σπίλπεργκ κάνει σινεμά και σε όποιες συνθήκες και να βλέπεις το φιλμ, ακόμα και μέσα από ένα smartphone, είναι αδύνατον να μην νιώσεις ενστικτωδώς την μυρωδιά του ποπ κορν να τυλίγεται γύρω από τη γνώριμη αίσθηση του αναπαυτικού βελούδινου καθίσματος. Εκεί είναι η διαφορά του «σκηνοθέτη» με τον «τεχνίτη εικόνων». Η διαφορά του «δημιουργού» με τον «συντονιστή των οπερατέρ». Παρόλη την αφηγηματική δεινότητα όμως και τις μικρές δόσεις μαγείας στην εικόνα, δεν πρόκειται για μια από τις δυνατές δουλειές του Σπίλμπεργκ. Η ιστορία δεν ανθίζει ποτέ και τελικά δεν αναβλύζει η φαντασία ενός σκηνοθέτη που έχει θρέψει τα κινηματογραφικά όνειρα τριών γενιών, τουλάχιστον. Το τελικό αποτέλεσμα δεν φιλοδοξεί να σκάψει βαθύτερα, όπως είχε κάνει για παράδειγμα το “Where the Wild Things Are” του Spike Jonze, για να δούμε σε βάθος την μελαγχολία πέρα από την πολύχρωμη επιφάνεια του συλλέκτη παιδικών ονείρων. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλήρες crowdpleaser αλλά η φιλοδοξία του σταματάει εκεί. Πρόκειται για μια ταινία με μεγάλη καρδιά και για μια γιγαντιαία επίδειξη φιλμοκατασκευής. Όμως, στις επί μέρους λεπτομέρειες, οι άνισες και αμήχανες στιγμές (οι φυσαλίδες στο ποτό που προκαλούν αέρια στο Μπάκιγχαμ) είναι εμφανείς. Τελικά, ακόμα και όταν πρόκειται για θεόρατους γίγαντες, την αλήθεια την βρίσκεις κοιτώντας στις μικρές λεπτομέρειες.

3gig.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #59

Posted in Music on July 20, 2016 by InfluencesOnly

Pet Shop Boys – Super

Οι δύο πατέρες της ηλεκτρονικής ποπ, επιμένουν να είναι συνεπείς στις μονολεκτικά τιτλοφορούμενες κυκλοφορίες τους, να παίζουν εκκωφαντικά εκμεταλλευόμενοι τις τεχνολογικές δυνατότητες και να αδιαφορούν σαν σνομπ εστεμμένοι για τα σχόλια που θα αποσπάσει ο μαθουσαλισμός τους. Οι Pet Shop Boys αντλούν ακόμα ικανοποίηση όταν βλέπουν τα πόδια ορδών από ανήλικους ακροατές να πασχίζουν να προλάβουν τα καταιγιστικά beats τα οποία παράγουν.

Όμως έχουν να κυκλοφορήσουν πλήρη δίσκο (ως αίσθηση) από την εποχή του Very (1993) –κι ας προηγήθηκε το ενδιαφέρον Electric το 2013. Πίσω από το acid house και την ηλεκτρισμένη space disco του Super, θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει μια ιδέα που θα επιτύγχανε ένα πιο διαχρονικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, ο Neil Tennant και ο Chris Lowe καταπιάνονται εδώ με μια ξαναμμένη αναπόληση: τι σήμαινε να είσαι 20άρης στη δεκαετία του 1980 και του 1990, τα ανέμελα βράδια στα gay club της εποχής, τις ηδονιστικές νύχτες σε πάρτι όπου παρευρισκόταν οποιοσδήποτε ήταν «κάποιος». Σε αυτό το τερέν είναι άλλωστε πρωταγωνιστές ήδη από την εποχή που μεσουρανούσαν με τη μπλαζέ υπεροχή του “West End Girls”.

Αλλά το Super φαίνεται να βαράει ανελέητα πάνω σε έναν επίμονο, παχύ, αυτάρεσκο, ρυθμό. Τουλάχιστον, βέβαια, το ντουέτο το κάνει με την άνεση που έχουν βετεράνοι αθλητές όταν κάνουν τον γύρο του θριάμβου. Το δικαιούνται, άλλωστε είναι οι τροπαιούχοι της βρετανικής χορευτικής κουλτούρας. Όμως κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει τον νέο τους δίσκο να φαντάζει ναρκωμένος, παρόλη την ξέφρενη διάθεση που χτίζει γύρω από τα τραγούδια ο παραγωγός Stuart Price. Δεν σου δημιουργεί ανάγκη το Super, δεν δένεται με το μέσα σου. Όχι γιατί περίμενες κάτι από τους Pet Shop Boys ως παραγόμενη –νέα– αξία, απλώς είναι περίεργη η αίσθηση να λειτουργεί το σώμα, αλλά ο νους να μη βρίσκει κάτι και για εκείνον.

Οι Tennant & Lowe έχουν αφενός καταγράψει χιλιόμετρα επιτυχιών, αφετέρου δεν υπάρχουν πια οι disco που θα φιλοξενήσουν τις album versions αυτού του δίσκου. Δεν υπάρχει πια η εκτόνωση του ecstasy, δεν υπάρχει πια γνήσια acid house. Δεν υπάρχει δηλαδή το υπέδαφος που έκανε ακόμα και τις πιο κιτς μελωδίες τους να διαμορφώνουν την club όψη της electro κουλτούρας. Οι δύο τους είναι οι άνθρωποι που «ήταν εκεί» όταν ξεκινούσαν τα electro pop ντουέτα στη Βρετανίας. Κι αν κάτι τους κρατά εδώ ακόμα και σήμερα, είναι κυρίως ότι δεν διεκπεραιώνουν μια ρουτινιάρικη δισκογραφική υποχρέωση με κάθε τους επιστροφή, όπως ας πούμε οι Depeche Mode ή οι New Order.

Στο μεγαλύτερο λοιπόν μέρος του Super, αναπαριστούν τους κώδικες της ηλεκτρονικής ποπ με έναν αλάνθαστο τεχνικά και αισθητικά τρόπο. Η περφεξιονιστική μανία φτάνει σε πυρετώδεις εντάσεις, υπάρχουν μάλιστα στιγμές στις οποίες η ευφυία τους χαμογελάει, κάνοντας ηχητικές γκριμάτσες: το διασκεδαστικό “Happiness”, το σαρδόνιο “Twenty-Something”, το μελοδραματικό “The Dictator Decides” (μοιάζει να βγήκε από το Violator των Depeche Mode) και το υπνωτιστικό “Inner Sanctum”. Τραγούδια που αποτελούν σωτήρια αντιπρόταση απέναντι στην τσίγκινη χορευτική ποπ που έχει τυραννικά σφετεριστεί τα αμερικανικά charts των mid-’10s, πηγάζουσα από εξελιγμένα apps. Σε όλη όμως την υπόλοιπη διάρκειά του, το Super απλώς δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ενός brand τόσο βαθιά ριζωμένου στην καρδιά.

Ως κορυφαία έτσι στιγμή μένει το “Pop Kids”: ένας συναισθηματικός φόρος τιμής στη δεκαετία του 1990, ο οποίος αποπνέει νοσταλγία και τρυφερότητα με μια αισθαντικότητα που ευαγγελίζεται το πόσο σημαντική είναι η χωνεμένη ποπ κουλτούρα, πώς δένει ζωές και πώς γεννάει τις πιο ζωτικές αναμνήσεις. Προσωπικά, όμως, μου λείπει το συστατικό που θα έκανε τους Pet Shop Boys απαραίτητους στο 2016. Να με συμπαθάτε, αλλά δεν μου φτάνουν οι τρεις φορές που πάτησα repeat σε έναν δίσκο, όταν οι δημιουργοί του με έκαναν στο παρελθόν να πέφτω αυτιστικά στις λούπες τους, δίχως αύριο.

Από το Avopolis

Everybody Wants Some!!

Posted in Cinema on July 12, 2016 by InfluencesOnly

Μπορεί και καταφέρνει με ένα ρημαδοτρόπο ο Richard Linklater και κάνει τις ζωές μας ταινία. Ακόμα και αν ελάχιστα κοινά βιώματα (ως προς την εποχή και την κουλτούρα) με τους ήρωες του Everybody Wants Some!! την νέα του ταινία δηλαδή, η οποία θεωρείται πνευματικός απόγονος (και όχι sequel) του αλησμόνητου Dazed and Confused (1993). Θεωρώ ότι το Everybody Wants Some!! έχει λιγότερα κοινά με εκείνη την κλασική stoner-δραμεντί που χαρτογραφούσε με τρυφερότητα μια αξέχαστη «ολονυχτία» σχολικής αποφοίτησης και περισσότερα με τον χειροποίητο animated φιλοσοφικό διαλογισμό του Waking Life (2001). Η νέα ταινία ενός από τους συνεπέστερους και πιο συναρπαστικούς ανεξάρτητους κινηματογραφιστές της γενιάς του Sundance, είναι στην ουσία της μια σπουδή πάνω στη μνήμη, μια γλαφυρή αναπαράσταση αναμνήσεων και ταυτόχρονα ένα γλυκόπικρο love letter στην γενιά βρέθηκε έχοντας στα χέρια της μεγαλύτερη πολιτισμική κληρονομιά απ’ όση μπορούσε να διαχειριστεί (την ζορισμένη δεκαετία του 70 μέσα σε χιλιάδες ρεύματα και τάσεις, η ιστορία δούλευε υπερωρίες) και βρισκόταν εν αγνοία της στην αυγή της πιο άχαρης και ανταγωνιστικής εποχής, στα 80’s.

1some.jpg

Το Everybody Wants Some!! δανείζεται ξανά τον τίτλο του από την rock μυθολογία – από ένα τραγούδι των Van Hallen (ενώ ο πνευματικός προκάτοχος δανείστηκε τον τίτλο τραγουδιού των Led Zeppelin). Αυτή τη φορά, ο χρόνος μετράει τρία εικοσιτετράωρα πριν το ξεκίνημα της εβδομάδας και από την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς. Δεν υπάρχει πλοκή φυσικά, υπάρχει μια αφήγηση όμως. Το σενάριο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά διαθέτει σπάνιο εσωτερικό ρυθμό που σε αγκιστρώνει. Ο Linklater κινηματογραφεί βιωματικά και σε «εμπλέκει» στο κάδρο. Τον ενδιαφέρει να νιώσεις το «μαζί». Το πετυχαίνει με τον πιο ανέλπιστα γοητευτικό τρόπο επιτυγχάνοντας την πιο χαζευτική, αληθινή, πετυχημένη και λειτουργική ανασύσταση εποχής που έχουμε δει στο σινεμά τα τελευταίες δεκαετίες – χωρίς υπερβολή. Ο Σεπτέμβρης του 1980 ξεπηδάει γάργαρος, ζωντανός και ιδρωμένος από την οθόνη, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και με απόλυτο νατουραλισμό σε χρωματισμούς, σε ιδιοσυγκρασία και σε έκφραση. Σαν ένα ψηφιακά αναπαλαιωμένο ντοκουμέντο που έμεινε σε κάποιο ντουλάπι και αναπαλαιώθηκε σε digital κόπιες.

2some.png

Ο Linklater μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του αριστουργηματικού Boyhood (2014) επιστρέφει με μια από τις πιο διακριτικές και βιωματικές ταινίες που έχει υπογράψει ποτέ. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια παρέα από κολεγιόπαιδα αλλά η διεισδυτική ματιά του μας παίρνει από το χέρι και πάει την αφήγηση πιο βαθιά. Οι ήρωες δεν είναι τα στερεότυπα ενός Breakfast Club (ο γκόμενος, η bimbo, ο σπασίκλας και η συνεσταλμένη). Οι χαρακτήρες είναι σάρκινοι και ο σκηνοθέτης τους κρατάει εντός κάδρου. Από τον άτυπο πρωταγωνιστή Jake Bradford (Blake Jenner), τον αθώο Billy Autrey (Will Brittain) τον μυστακοφόρο weirdo Jay Niles (Juston Street) τον μαστουρωμένο Willough (Wyatt Russell) και των ώριμο σε ηλικία Glenn (Tyler Hoechlin). Ο φιλοσοφημένος ηδονιστής Finnegan (Glen Powell) όμως είναι η αληθινή αποκάλυψη.

Πέρα από την αποδεδειγμένη από την εποχή του Slacker (1991) δεινότητα του Linklater στο διάλογο, το κερδισμένο στοίχημα έρχεται από τις πλουμιστές και ευφάνταστες επιλογές στο soundtrack. Από τους Van Halen και τους  Blondie με το “Heart of Glass”, στους Cars, τους Cheap Trick, στο “Pop Muzik” των M και στο “My Sharona” των Knack. Ανάμεσα σε ξεσαλωμένα πάρτι και νυχτερινά club, την disco και το punk να μεσουρανούν, το hip hop να γεννιέται και το new wave να έρχεται σαρωτικό, όλα με διάκοσμο την country καρδιά του νότιου Τέξας. Η πραγματικά αριστουργηματική σκηνή ανθολογίας έρχεται η ομήγυρη, τραγουδάει σύσσωμη το Rapper’s Delight των Sugarhill Gang. Μια σαγηνευτική σκηνή, παιχνιδιάρικης βιρτουοζιτέ σε μια σκηνή που παγώνει ο χρόνος και όλα είναι εφικτά και ευοίωνα. Μια σκηνή που σε κάνει να σκας από τη ζήλια που δεν βρίσκεσαι στο αμάξι αλλά η ανεμελιά και το coolness ποτίζουν τις αισθήσεις. Εκεί όμως που πραγματικά η ταινία κερδίζει το στοίχημα, είναι το ότι κάνει τόσο γοητευτικό το αντρικό male bonding, που αποθεώνει το buddy bullshit, το ατέρμονο κυνήγι της γκόμενας και κάνει θελκτική την ιδέα των αγοριών που πάνε να παρατάρουν για να τα ισοπεδώσουν όλα με το drive τους, για να διατηρήσουν τη βαθιά ποτισμένη με μπίρα, παράδοση.

3some.jpg

Η εμμονή με την έννοια του περάσματος του χρόνου εξακολουθεί να βγάζει τον καλύτερο δημιουργικό εαυτό του Linklater. Όμως οι ταινίες του είναι προορισμένες να βλέπονται για πάντα. Χρειάστηκαν δυο χρονικές αποστάσεις 9 ετών για να ολοκληρωθεί η τριλογία (Before Sunrise, Before Sunset, Before Midnight), χρειάστηκαν 12 χρόνια για να καταγραφεί ρεαλιστικά το πέρασμα το χρόνου στην ενηλικίωση του Boyhood. Χρειάστηκαν 23 χρόνια για να κλείσουν οι παρτίδες με το Dazed & Confused. Ο χαρακτήρας του Matthew McConaughey σε εκείνη την ταινία είχε κάνει για τα κορίτσια το αξέχαστο σχόλιο : “I get older, they stay the same age”. Αυτό ακριβώς μοιάζει ταιριαστό για να περιγράψει τη μεγαλύτερη επιτυχία των ταινιών του Linklater. Θα μας βρίσκουν 12 ή 23 χρόνια μετά και θα ξαναζούμε δίπλα στους αγέραστους ήρωες, θα τους ζηλεύουμε και θα τους απεχθανόμαστε από την αρχή και θα μοιραζόμαστε κοινές μνήμες. Αυτή είναι άλλωστε και η δύναμη του «προσωπικού σινεμά».

4somr.jpg

Απο το Movieworld

Τηλεόραση: Το νέο «παλιό Χόλυγουντ»

Posted in Cinema on July 10, 2016 by InfluencesOnly

Είναι σχεδόν αδύνατον να γίνει μια καταγραφή των νέων σειρών με επεισόδια-πιλότους, έτοιμα να πάρουν το πράσινο φως για να δοκιμαστούν στο κοινό. Είναι εξίσου αδύνατον να γίνει μια παρουσίαση στις δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) σειρές που βρίσκονται σε εξέλιξη, που περιμένουν ανανέωση για την σαιζόν 2016-17 ή που περιμένουν το τέλος τους.

Το content το οποίο παράγουν οι Αμερικάνικοι τηλεοπτικοί σταθμοί πλέον είναι ανυπολόγιστο και το επίπεδο ποιότητας είναι τρομερά υψηλό. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η «τεχνική» των γυρισμάτων για τις δραματικές σειρές που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν διαφέρουν πουθενά σε σχέση με τις κινηματογραφικές παραγωγές. Το μέγεθος των παραγωγών και ακόμα περισσότερο η γλώσσα της σκηνοθεσίας είναι απαράλαχτη με την mainstream κινηματογραφική ματιά που παράγει το Χόλυγουντ. Ο τρόπος είναι απολύτως ίδιος, επομένως, όρος «τηλεταινία» έχει πάψει εδώ και χρόνια να αποτελεί προσβολή για τις κινηματογραφικές ταινίες.

1article.jpg

Αυτό έκανε πολλούς να μιλάνε (εύστοχα) για την χρυσή εποχή της τηλεόρασης πριν μια δεκαετία περίπου, μια κατάσταση που ζούμε ακόμα και που απογειώθηκε στην μετά-Sopranos εποχή. Πλέον μιλάμε μια ισοδύναμη βιομηχανία με τεράστια ζήτηση και υπερπροσφορά εργασίας. Αυτή τη στιγμή μόνο ανάμεσα σε εκατοντάδες σειρές, μια θέση στον ήλιο μόνο μέσα στο 2016 διεκδικούν μεγάλες παραγωγές όπως τα: “Divorce”, “Shots Fired”, “Atlanta”, “The Crown”, “11.22.63”, “Luke Cage”, “The Night Manager”, “War And Peace”, “Hap & Leonard”, “The Young Pope” και “Vice Principals”. Οι νικητές στην κούρσα δείχνουν να είναι τα “Preacher”, “Billions”, “The OA”, “Westworld”, “The Get Down”, “Taboo”, “UnReal” και “Bloodline”. Σειρές με χιλιάδες εργαζόμενους που απαιτούν χιλιάδες ώρες θέασης.

Τα περισσότερα άρθρα στέκονται σε μια ανάλυση στα οικονομικά στατιστικά και στην άνθηση του υλικού από κανάλια όπως το HBO, το Showtime, το NBC, το ABC, το CBS, το Fox ή το Starz, που είναι μερικά από τα δυνατότερα Networks στην Αμερικάνικη τηλεόραση. Όμως σπάνια γίνεται λόγος για τον ρόλο του σκηνοθέτη σε αυτά τα «ανθηρά» τηλεοπτικά χρόνια. Αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να ξεκινήσει καθότι πλέον οι σκηνοθέτες δεν έχουν καμία θέση στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο. Οι τηλεοπτικές σειρές ανήκουν στον παραγωγό , ο οποίος έχει τον ρόλο του δημιουργού και παίρνει το “Created By…” credit στους τίτλους αρχής κάθε σειράς. Για παράδειγμα το Mad Men άνηκε στον Matthew Weiner και το Game of Thrones ανήκει στους David Benioff και D. B. Weiss.

2article.jpg

Και με τους σκηνοθέτες τι γίνεται;

Δεν έχει απολύτως καμία σημασία αν ο σπουδαιότερος εν ζωή σκηνοθέτης, ο Martin Scorsese σκηνοθέτησε το πρώτο επεισόδιο του Vinyl ή αν οι προερχόμενοι από Όσκαρ Steve McQueen και Katherine Bigelow θα σκηνοθετήσουν τα επερχόμενα “Codes of Conduct” και “Mogadishu, Minnesota”αντίστοιχα ή αν ο δεξιοτέχνης Guillermo del Toro θα υπογράψει επεισόδιά του “Carnival Row”. Η αισθητική κάθε σειράς είναι ενιαία, απαράλαχτη και από βδομάδα σε βδομάδα περνιέται μια σκυτάλη στην πλοκή, από τον έναν σκηνοθέτη στον επόμενο. Οι ενιαίες σεκάνς που μπορεί να εκτείνονται σε δυο ή περισσότερα επεισόδια, σκηνοθετούνται από πολλαπλούς σκηνοθέτες, οι οποίοι όχι μόνο δεν επιτρέπεται να αφήνουν κάποιο δημιουργικό αποτύπωμα, αλλά δεν μπορούν καν να καθοδηγήσουν στοιχειωδώς τους ηθοποιούς καθώς οι χαρακτήρες χτίζονται σε βάθος χρόνων. Ο σκηνοθέτης στο σημερινό τηλεοπτικό τοπίο προσλαμβάνεται για να κάνει τα απολύτως απαραίτητα και πλέον είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην δημιουργική διαδικασία.

Οι επικεφαλής των HBO, Showtime και ABC, λειτουργούν με τρόπο ανάλογο τον προέδρων των studio της «Χρυσής εποχής» του Χόλυγουντ, στη δεκαετία του 30 και στις αρχές της δεκαετίας του 40. Η προσοχή σήμερα είναι στραμμένη υπερβολικά στους παραγωγούς, ακόμα περισσότερο στους σεναριογράφους και ενίοτε και στους ηθοποιούς. Οι παραγωγοί των δραματικών τηλεοπτικών σειρών είναι οι νέοι David O. Selznick της εποχής μας και οι μεγάλοι σταθμοί τα νέα Metro-Goldwyn-Mayer Studios. Ζούμε την εποχή όπου ο σεναριογράφος υπέγραφε δεκάδες σενάρια με τη βδομάδα (είτε ήταν γουέστερν, είτε νουάρ, είτε κωμωδίες) και οι σκηνοθέτες έψαχναν πλατό να προσληφθούν.

3article.jpg

Η επένδυση ταλέντου των μεγάλων καναλιών γίνεται σε σεναριογράφους. Όλοι πλέον αναζητούν τη χρυσή φωνή στους αφηγητές, σε αυτούς που θα απλώσουν την αρχική ιδέα σε 13 ωριαία επεισόδια το χρόνο, σε αυτούς που θα αναπτύξουν συναρπαστικούς χαρακτήρες και θα τους γράφουν τις ατάκες τους για πέντε ή περισσότερα χρόνια και σε αυτούς που θα εφεύρουν τα καλύτερα cliffhangers. Από την άλλη πλευρά, οι ηθοποιοί που θα γίνουν ένα με τον χαρακτήρα τους για πολλά χρόνια και θα μεγαλώνουν μαζί του, δημιουργούν ένα πολύ σύνθετο star system.

Το σινεμά είναι υπόθεση σκηνοθέτη, όμως στο τηλεοπτικό τοπίο, οι σκηνοθέτες πλέον προσλαμβάνονται καθαρά για βιοπορισμό. Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε δυο επεισόδια της ίδιας σειράς και είναι αδύνατον να διακρίνεις το ποιος είναι πίσω από την κάμερα κάθε φορά. Ακόμα και αν πρόκειται για σκηνοθέτες με απολύτως διαφορετικές κινηματογραφικές καταβολές. Το στυλ μιας σειράς χωνεύει την προσωπικότητα των δημιουργών. Μπορεί ο ίδιος σκηνοθέτης να πορεύεται σκηνοθετώντας ένα επεισόδιο της σειράς The Americans, μετά να σκηνοθετεί ένα επεισόδιο του Homeland και μετά να υπογράφει ένα επεισόδιο του House Of Cards και να υιοθετεί απόλυτα στο στυλ των επεισοδίων της προηγούμενης και της επόμενης βδομάδας.

4article.jpg

Η περίπτωση της Nicole Kassell είναι μια τέτοια, η οποία πρόσφατα σκηνοθέτησε επεισόδιο του “Vinyl”, του “Better Call Saul”, του “American Crime”, του “Rectify”, του “The Killing” και του “Leftovers” μεταξύ άλλων. Η Nicole Kassell είχε ξεχωρίσει πριν μια δεκαετία στο Sundance με την ταινία “The Woodsman”, ένα εξαιρετικό και τολμηρό, χαμηλόφωνο δράμα με τον Kevin Bacon. Παρόλα τα Indie Spirit Awards που απέσπασε, δεν έχει καταφέρει έκτοτε να χρηματοδοτήσει το επόμενο βήμα της και είναι ένα πρόσωπο που στη δεκαετία του 70 ή του 90 πιθανότατα θα χάριζε ανεξάρτητα διαμάντια στο σινεμά. Από την άλλη βλέπεις παλιότερους σκηνοθέτες που είχαν προσωπικό κόσμο στο σινεμά τους όπως τον στυλίστα John Dahl (της φήμης του Last Seduction) να μην καταφέρνουν να ορθοποδήσουν σαν αυτόνομοι δημιουργοί και να «βρίσκουν δουλειά» σε τηλεοπτικές σειρές όπως το “Justified” και το “The Affair”.

Στον παραπάνω συλλογισμό, φυσικά δεν χωράνε εξαιρέσεις όπως το νέο Twin Peaks που σκηνοθέτησε ο David Lynch και θα δούμε το 2017 ούτε την ατιτλοφόρητη ακόμα σειρά που έφτιαξε για λογαριασμό του Amazon ο Woody Allen και θα δούμε το φθινόπωρο. Αυτές είναι εξαιρέσεις όπου μεγάλοι δημιουργοί βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ευελιξία του μέσου και αποφεύγουν την δυσκίνητη κινηματογραφική διανομή. Η Τηλεόραση δεν είναι το νέο σινεμά. Είναι το νέο «παλιό Χόλυγουντ». Και όπως συνέβη με εκείνα τα αριστουργήματα του 30, το αποτέλεσμα καμιά φορά είναι συναρπαστικό. Αρκεί να έχουμε τη νηφαλιότητα να ξέρουμε τι λέμε.

5article.jpg

Απο το Movieworld

Album of the Week #58

Posted in Music on July 5, 2016 by InfluencesOnly

James Blake – The Colour In Anything

Η δισκογραφία του James Blake αποτελεί ένα μικρό songbook του τι σημαίνει να είσαι μελαγχολικός νέος και αταξινόμητη ψυχή στον 21ο αιώνα. Μοιάζει με μια συλλογή από non-singles, προορισμένη να μετεωρίζεται πάνω από διψασμένα για ταύτιση αυτιά. Ο εξαιρετικός μουσικός έζησε από τα γεννοφάσκια του την ηλεκτρονική avant-garde σκηνή του Λονδίνου και έμαθε να μιξάρει με μαεστρία τους downtempo dubstep ρυθμούς. Χρησιμοποιεί δε ακόμα και τη gospel αφήγηση, βασιζόμενος σε πιανιστικές μπαλάντες (αυτή την ικανότητα διέκριναν και τον τσάκωσαν οι παραγωγοί της Beyoncé και του Frank Ocean).

Το νέο του άλμπουμ είναι μια λυρική λιτανεία, η οποία, μέσα σε 76 (εξοντωτικά και ελαφρώς φλύαρα) λεπτά, τον βρίσκει να επανέρχεται στα καραμελωμένα synths και στις αφηρημένες μελωδίες, για να φτάσει την έκφρασή του ως τραγουδοποιός σε νέα επίπεδα θλιμμένης ματαιοδοξίας. Μια συνταγή, όμως, που καταλήγει ύποπτη. Γιατί μπορεί από τη μία η μουσική του Blake να αποτελεί πέλαγος ταξιδιάρικης ευδαιμονίας με πλοηγό τη μοναξιά, αλλά αυτό το λαβωμένο στυλ στα φωνητικά –τα οποία είναι η κινητήριος δύναμη της επιτηδευμένης μελαγχολίας– έχει πλέον κάνει «φωλιά» στη μουσική του.

Ακούγοντας ξανά και ξανά το The Colour In Anything, αισθάνομαι ότι το θλιμμένο περίβλημα στην «ατμόσφαιρα» είναι το στιλιστικό ζητούμενο. Ο James Blake ψάχνει με αγωνία να βρει την άκρη του νήματος. Οποιουδήποτε νήματος. Διαθέτει ζωντάνια, πειστικότητα, αισθητική υπεροχή και στιλ κομψό και ευγενές. Η αστική θλίψη σε ένα άμουσο ψηφιακό περιβάλλον είναι το στοιχείο που θα εμφυσήσει τελικά την πάλλουσα ψυχή στα νέα του τραγούδια. Ξεδιπλώνει βέβαια και κάμποσα ζοφερά, ιεροτελεστικά ιντερλούδια, πνιγμένα στη μελαγχολία –με highlight τη συνεργασία με τον Bon Iver “I Need Α Forest Fire” και το “Love Me In Whatever Way”. Θέλει πάση θυσία να βρει το ανθρώπινο στοιχείο σε μια ηλεκτρονική πραγματικότητα, αλλά επικοινωνεί με αλγόριθμο.

Οι αυτιστικές λούπες στιγμών όπως το “Radio Silence”, το “Choose Me” και το “Timeless”, σιγοβράζουν εσωτερικά, ξεπερνώντας τις συμβάσεις της (ντε και καλά) «μουντής» ατμόσφαιρας του trip hop. Η hi-tech φιλοσοφία της αποστειρωμένης no-brainer electronica και η ανακυκλούμενη ποπ ελάχιστα κοινά έχουν με αυτόν τον μουσικό, ο οποίος έσκασε στη ζωή μας σαν αξιοπερίεργο. Τα auto tune φωνητικά του έχουν κάτι από την τραγικότητα του Antony Hegarty και την τρυφερότητα ενός μαύρου soulman, δημιουργώντας έτσι μια anti-pop περσόνα.

Όμως, όσο η μουσική του James Blake «κατατάσσεται» και «περιγράφεται», τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες απορρόφησής της από κάθε καινούριο ακροατή. Όχι πως δεν αγάπησα αυτόν τον δίσκο. Απλώς νομίζω πως μόνο τουρίστες μπορούμε να νιώσουμε στην εγκεφαλική παλίρροια που συμβαίνει στο μυαλό του. Ο James Blake θέλει να δει χρώμα παντού, αλλά εγώ βλέπω μόνο ένα: το γκρίζο σταχτί.

Από το Avopolis

Florence: Φάλτσα Σοπράνο

Posted in Cinema on July 3, 2016 by InfluencesOnly

1florence.jpg

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Στήβεν Φρίαρς, βαφτισμένος στην παράδοση της μυθοπλασίας και πιστός υπηρέτης της απολαυστικής αφήγησης σε όποιο genre και να δοκιμαστεί, επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα «άπιαστο» ρομάντζο από πολλαπλές ματιές. Αρχικά από τη ματιά της προστατευόμενης από τον ρεαλισμό, φαντασμένης μεγαλοκληρονόμου που κολυμπάει σε έναν ωκεανό ματαιοδοξίας και κοσμοπολίτικης αγάπης για την υψηλή τέχνη. Μετά τα μισά της ταινίας το δραματουργικό βάρος γέρνει προς τη ματιά του αιώνιου μνηστήρα της, που ζει κάθε της βήμα, σαν σύντροφος, σαν αδερφός, σαν προστάτης αλλά και σαν οπορτουνιστής προστατευόμενος ο ίδιος. Ο Φρίαρς φιλοδοξεί να ανασκευάσει την εικόνα της Φλόρενς σαν αποσπασμένο μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης περί οικειοποίησης της ποιοτικής τέχνης από την προνομιούχα μπουρζουαζία και τις αυταπάτες που επιλέγουμε για να πορευτούμε.

2florence.jpg

Πέρα από μια βιαστική αποδόμηση της Φλόρενς ως μια παράφωνη ξιπασμένη, η ταινία μας κάνει να σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια γυναίκα με εμμονές και λατρεία για το «ωραίο» που έζησε τη ζωή της αρνούμενη να υπάρξει «γήινη» και αυτό ήταν που την έκανε γοητευτική. Μια παντελώς ατάλαντη σοπράνο που τόλμησε να σηκώσει μπαϊράκι στην κοινή λογική και το αισθητήριο του κόσμου και να ζήσει με δίψα για το χειροκρότημα. Η ταινία προφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Αυτό που λειτουργεί καλά είναι η ντελικάτη και φροντισμένη ανασύσταση εποχής παρά τα πταίσματα «χαριτωμενιάς» στην προσπάθεια.

Η Μέριλ Στριπ πιθανότατα θα αποσπάσει την 20η υποψηφιότητα της για όσκαρ σε 40 χρόνια καριέρας με αυτή την ερμηνεία. Όμως πέρα από τη ντελικάτη και σκαμπρόζικη προσέγγιση στο ρόλο της, η αλήθεια είναι πως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και στα ευφάνταστα ερμηνευτικά της τερτίπια, χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας κατά φαντασία σταρ η οποία ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στους κοσμικούς κύκλους που ταύτισαν με μοσχομυριστά αρώματα και τα πανάκριβα εισιτήρια με την Όπερα.

3florence.jpg

Αυτός που κερδίζει όμως το στοίχημα των προσδοκιών είναι ο Χιου Γκραντ, ο οποίος με οικονομία στην έκφραση και σωστές δόσεις δράματος και κωμωδίας καταφέρνει και υποδύεται τον σύζυγο της Φλόρενς σε πολλαπλά επίπεδα. Σαν playboy που στο απόγειο της προικοθηρίας του βρήκε καταφύγιο στην περιουσία της Φλόρενς, σαν δαιμόνιο μάνταζερ που ξέρει τα κόλπα της βρωμοδουλειάς, σαν αληθινό φίλο που στέκεται πρωτίστως στα δύσκολα, σαν σύζυγο με διπλή ζωή, αλλά και σαν στυλοβάτη σύντροφο που δίνει όλο του τον εαυτό για την αγαπημένη του.

4florence.jpg

Είναι αδύνατο να μην γοητευτείς από τη σχέση των δυο ηρώων, την τόσο φωταγωγημένα ματαιόδοξη Φλόρενς και τον ζεν πρεμιέ σύντροφό της με την σπιρτάδα στο μάτι και τις δημόσιες σχέσεις στα κοσμοπολίτικα στρώματα. Όμως το σενάριο κάνει λιγότερα απ’ όσα πρέπει για να αναδείξει την τραγικότητα της ιστορίας, να σχολιάσει την σαρκοφάγα ματαιοδοξία, τα τσακισμένα όνειρα, τα απωθημένα που αφήνει το πέρασμα του χρόνου, την ζωή σε άρνηση. Ο Φρίαρς ποντάρει όλα του τα χαρτιά στο βαρύ πυροβολικό της Στριπ αντί να αναδείξει περισσότερο μια παράδοξη ιστορία τραγικότητας και υπερβολής. Τελικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να καλοπιάσει το ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους. Η δραματουργία προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια και δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Όλα είναι ιδωμένα κάτω από ένα μόνιμο «χαμογελάκι» και δεν μπορούν όμως να αφήσουν ουσιαστικό συγκινησιακό αποτύπωμα γιατί η πανηγυρική επικράτηση της ελαφράδας μοιάζει και η μοναδική λύση στα αδιέξοδα – στην παράδοση crowd pleasing ταινιών όπως το King’s Speech.

Όμως στην καρδιά της ιστορίας, υποβόσκει ένα ερωτικό δράμα που στοχεύει μετωπικά στις αισθητήριους μηχανισμούς. Η φιλόμουση Φλόρενς δεν ξεπερνάει την ηδυπάθεια και τον ναρκισσισμό και ανεβαίνει στη σκηνή του Carnegie Hall για να εκτεθεί. Αν οι δημιουργοί της ταινίας δεν αυτοθαυμάζονταν για την κομψότητα και την εκλεκτικότητά τους και δεν χαριεντίζονταν στις δάφνες της «φιλολογικής» βιρτουοζιτέ τους θα είχαμε μια βιογραφική δραμεντί εποχής που θα έγραφε ιστορία και θα ήταν σημείο αναφοράς με την υπέροχα παράδοξη ιστορία που αφηγείται. Αντ’ αυτού έχουμε μια ευχάριστη κωμωδία με δραματικές παραινέσεις που θα κάνει τους θεατές να φύγουν με ένα πλατύ χαμόγελο από τα θερινά – αφού έχουν σκουπίσει και μερικά πνιχτά δάκρυα στην διάρκειά της θέασης. Ας είναι, η Φλόρενς τελικά το άξιζε το χειροκρότημά της.

6florence.jpg

Από το Movieworld

Buddy cop movies we love

Posted in Cinema on June 25, 2016 by InfluencesOnly

Η κωμωδία δράσης Nice Guys η οποία συνεχίζει να προβάλλεται στους κινηματογράφους, επαναφέρει το ξεχασμένο μα άκρως λαοφιλές και διασκεδαστικό είδος του Buddy Cop Movie. Ταινίες με εκρήξεις, κυνηγητά και εύστοχες ατάκες με «αρσενικό χιούμορ και ηθικά διδάγματα μέσα από ποταμό δράσης, που συνήθως αντάλλασσαν μεταξύ τους οι γοητευτικοί ήρωες μπάτσοι που μέσα από τις αντιθέσεις τους δημιουργούσαν ένα γοητευτικό και εκρηκτικό δίδυμο.

Ακολουθεί μια αναδρομή σε 10 από τις σημαντικότερες ταινίες του εμπορικού Αμερικάνικου genre, χωρίς σειρά αξιολόγησης.

The Other Guys (2010) 

(Will Ferrell & Mark Wahlberg)

The Other Guys (2010).jpg

Παραγνωρισμένη κωμωδία που αναδεικνύει την ανέλπιστη χημεία μεταξύ Ferrel και Wahlberg. Ένα εξαιρετικό δείγμα διδύμου μπάτσων, με έντονη τη δοσολογία παρωδίας του είδους και με εξαιρετικό timing στην κωμωδία ανάμεσα σε έναν awkward και ατσούμπαλο πρώην νταβατζή που μυστηριωδώς έχει τρελή πέραση στις γυναίκες και σε έναν φιλόδοξο αστυνομικό που θέλει να σταυρώσει υπόθεση. Ειδική μνεία στον Μάικλ Κίτον στο ρόλο του επιθεωρητή με τις συχνές αναφορές στους TLC.

Freebie and The Bean (1974) 

(James Caan & Alan Arkin)

Freebie and The Bean.jpg

O Freebie και ο Bean είναι δυο επιθεωρητές που έχουν σκοπό ζωής να πιάσουν τον Red Meyers, έναν τοπικό μεγαλοαπατεώνα. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να κάνουν το San Francisco ίσιωμα. Από τα χέρια του υποτιμημένου auteur, Richard Rush έρχεται αυτό το χαοτικό buddy cop ταινιάκι που όρισε το είδος για πολλά χρόνια. Ο Arkin υποδύεται έναν Μεξικανό μπάτσο και στην ερμηνεία του συγκεντρώνει τόσα ρατσιστικά κλισέ για τους Μεξικάνους και τόσα ομοφοβικά σχόλια που φαντάζουν απίθανο να είχαν βρει το δρόμο τους σε ένα σημερινό σενάριο.

Miami Vice (2006) 

(Jamie Foxx & Colin Farrell)

Miami Vice (2006).jpg

O μάστορας των «νυχτερινών» αστυνομικών ταινιών και των ατμοσφαιρικών υποθέσεων από βασανισμένα αρσενικά στην υπηρεσία του νόμου ή στα γρανάζια του εγκλήματος, ο Michael Mann είχε ξεκινήσει την καριέρα του από την τηλεοπτική σειρά «Οι Σκληροί του Μαϊάμι» στη δεκαετία του 80. Μετά την καταξίωση και αριστουργήματα όπως Heat και Insider, ο Mann όχι μόνο δεν αποκλήρωσε το τηλεοπτικό του παρελθόν αλλά το επισκέφτηκε ξανά, περήφανα και με φρέσκια ματιά. Αποθέωση της πόζας, της στυλιζαρισμένης βίας και του ατμοσφαιρικού σασπένς που προδίδεται μονάχα από τα υπερφορτωμένα ψηφιακά πλάνα.

Die Hard with A Vengeance (1995)

(Bruce Willis & Samuel L. Jackson)

Die Hard with A Vengeance (1995).jpg

Ο John McClane ακολουθούσε σόλο καριέρα στην άκρως απολαυστική σειρά ταινιών «Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει», την εποχή που ο Bruce Willis ήταν ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους σταρ. Όμως στο δεύτερο σίκουελ, με τίτλο Die Hard with A Vengeance μοιράστηκε τους σαρκασμούς και τον τσαμπουκαλεμένο χαβαλέ του με τον Samuel L. Jackson. Η απίθανη χημεία μεταξύ τους και η εμμονή με τα ρατσιστικά σχόλια του McClane που έκαναν έξαλλο τον Jackson, είναι από τα πιο απολαυστικά πράγματα σε μια περιπέτεια που χωλαίνει μόνο στο τελευταίο μέρος της και την χάρτινη και αγεωγράφητη δράση.

Τraining Day (2001)

Denzel Washington & Ethan Hawke 

Τraining Day (2001).jpg

Αν και δεν διαθέτει ίχνος χιούμορ, το Τraining Day ανήκει δικαιωματικά στις buddy cop ταινίες που άφησαν το αποτύπωμά τους την προηγούμενη δεκαετία. Μια από τις λίγες φορές που ο Denzel Washington δεν είναι σε correct ρόλο – αντίβαρο στο λευκό οικογενειακό πρότυπο του Hanks, και αντ’ αυτού ερμηνεύει έναν βρώμικο μπάτσο που θέλει να σκληραγωγήσει και να διαφθείρει έναν rookie. Καλογυρισμένο δράμα του Antoine Fuqua με ελαφρώς σχηματική πλοκή και εύκολα ηθικά διδάγματα, το οποίο απογειώνει η  χημεία του Ethan Hawke με τον Washington στα κακόφημα πεζοδρόμια του L.A.

The Naked City (1948)

(Barry Fitzgerald & Don Taylor)

The Naked City (1948).jpg

Πιθανότατα άγνωστο στο ευρύ κοινό, το  “The Naked City” του Jules Dassin επηρέασε σωρεία αμερικάνικων σειρών όπως το “Law & Order” αλλά και τον Michael Mann. Γυρισμένο στη Νέα Υόρκη με εξαιρετική δόση ρεαλισμού στα όρια του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, το φιλμ έχει στο επίκεντρό του τον ντετέκτιβ Dan Muldoon (Barry Fitzgerald) που συνεργάζεται με τον νεότερό του Jimmy Halloran (Don Taylor) σε μια υπόθεση στυγερής δολοφονίας. Πρωταγωνιστής της ταινίας όμως είναι η ίδια η Νέα Υόρκη σε μια απεικόνιση που σίγουρα ενέπνευσε μετέπειτα τον Μάρτιν Σκορσέζε.

Lethal Weapon (1987)

(Mel Gibson & Danny Glover)

Lethal Weapon (1987).jpg

Ίσως το καλύτερο δείγμα αστυνομικής κωμωδίας, σε έναν διαχρονικά απολαυστικό συνδυασμό του Mel Gibson στο ρόλο του αυτοκαταστροφικού και ολίγον μανιακού αστυνόμου Riggs και τον Danny Glover στον ρόλο του οικογενειάρχη Murtaugh. Εξαιρετικό χιούμορ και παλιομοδίτικη δράση σε μια αποθέωση της αισθητικής των αστυνομικών ταινιών της δεκαετίας του 80, το Φονικό Όπλο είναι κατά βάθος ένα πολύ σκοτεινό θρίλερ με ήρωες που μάχονται τη μαύρη πλευρά τους. Ένα ακόμα σίκουελ θα ήταν καλοδεχούμενο.

48 Hrs (1982)

(Nick Nolte & Eddie Murphy)

48 Hrs (1982).jpg

Η γενική αντίληψη είναι πως το “48 Hrs.” ήταν το όχημα για να λανσάρει την καριέρα του νεαρού Eddie Murphy. Όμως δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι αυτή ήταν η πρώτη ταινία που έκανε το crossover στο mainstream κοινό, βασιζόμενος στη θεματική του Blaxploitation: ένας μαύρος πρώην κατάδικος που πέρασε στην πλευρά του νόμου και οπλοφορεί στους δρόμους. Η χαρισματική περσόνα Murphy και ο έξοχα βαρύς Nolte δημιουργούν ένα έξοχο δίδυμο ανταγωνιστών/συνεργατών στην ταινία του Walter Hill, που προκαλούν γέλιο χωρίς να παίζουν κωμικά και είναι σκληροί χωρίς να μιλούν τη βίαιη  γλώσσα του πεζοδρομίου.

Midnight Run (1988) 

(Robert De Niro & Charles Grodin)

Midnight Run (1988).jpg

Ένας κυνηγός κεφαλών, ο Jack Walsh (Robert De Niro) είναι στην αναζήτηση ενός λογιστή της μαφίας με το παρατσούκλι “The Duke” τον οποίο πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή.  Για να εισπράξει την αμοιβή του, ο Walsh θα πρέπει να ταξιδέψει με τον Duke. Άριστο κινηματογραφικό δίδυμο με υποδειγματικό timing και υψηλή κλάση ψυχαγωγίας στη σκηνοθεσία του (εξαφανισμένου πια) Martin Brest. O De Niro πραγματικά λάμπει σε αυτό το κυνηγητό και απολαμβάνει με την καρδιά του να ξεστομίζει ατάκες όπως “here come two words for you: Shut the fuck up”

Turner & Hooch (1989)

(Tom Hanks) 

Turner & Hooch (1989).jpg

Δύσκολα κάποιος θα διαφωνήσει για το πόσο απολαυστική ήταν η πρώτη περίοδος της καριέρας του Tom Hanks με ταινίες όπως το Big και το Bachelor Party. Στο Turner & Hooch ξεδίπλωσε ίσως για τελευταία φορά με ακομπλεξάριστο τρόπο την κωμική του φλέβα στο ρόλο του μπάτσου που θα συνεργαστεί με το πιο σαλιάρικο σκυλί στον κόσμο για να ανιχνεύσουν έναν δολοφόνο. Τα σάλια του Hooch και η απελπισία στο βλέμμα του Turner όταν δεν μπορεί να κοντρολάρει τον μεγαλόσωμο σκύλο είναι το selling point αυτής της κωμωδιούλας που γνώρισε τεράστια εισπρακτική επιτυχία πατώντας με τον τρόπο της στο αρχέτυπο των buddy cop movies.

Από το Movieworld

Ημέρα Χασμωδίας

Posted in Cinema on June 23, 2016 by InfluencesOnly

2day (1).jpg

Ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή όπου σκατόψυχοι παίχτες των στούντιο όπως ο Ρόλαντ Έμεριχ και ο Μάικλ Μπέι μπήκαν στο παιχνίδι του Χόλυγουντ για να σαρώσουν τα φράγκα, λιβανίζοντας τον νόμο του «size does matter». Το 2016 οι δημιουργοί/φελλοί των multiplex, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τερατώδεις προϋπολογισμούς για να εκσπερματώσουν πάνω στους θεατές με τα άβολα 3D γιαλιά, τα πανάκριβα ανοσιουργήματά τους όπως το σίκουελ της Ημέρας Ανεξαρτησίας. Το σινεμά του Έμεριχ έχει κατακτήσει μετά βαΐων και κλάδων το box office της mainstream κινηματογραφίας με την επιθετικότητα και την έπαρση που έχει δείξει σε ταινίες-τερατογεννέσεις του σινεμά καταστροφής, όπως το «Μετά την Επόμενη Μέρα» (2004) και το «2012» (2009), ενώ παράλληλα ο Μάικλ Μπέι έχει ήδη υπογράψει τα επόμενα δυο Transformers. Είναι ανίκητοι…

Ετούτο το αισχρά φιλοχρήματο και ψυχροπολεμικό ταινιάκι, πατάει πάνω στο υπόβαθρο της εξωγήινης απειλής, το οποίο κυριαρχούσε στο φτηνό (μα απολαυστικότατο) sci-fi των 50’s, εκεί όμως λειτουργούσε σαν αλληγορία για τον κομμουνισμό. H εξωγήινη απειλή πλέον έχει περιοριστεί σε μια σχηματική πλοκή για να αναδειχθούν χαρακτήρες παλληκαράδων που θεωρούν cool μια σέλφι μπροστά στην αστερόεσσα ή περηφανεύονται για τα γαλόνια του μπαμπά τους από το Βιετνάμ. Η ταινία περιέχει τους πιο αδιάφορους και χάρτινους κεντρικούς χαρακτήρες. O Liam Hemsworth και η Maika Monroe υποδύονται το πιο εκνευριστικό και αδιάφορο ζευγάρι, ο βαριεστημένος Jeff Goldblum είναι παντελώς αχρείαστος σε έναν all around ρόλο ειδήμονα με επιστημονικές θεωρίες και λύσεις στα προβλήματα του κόσμου και ο Bill Pulman σπαταλάει το χρόνο του σε ρόλο απορυθμισμένης καρικατούρας.

3day.jpg

Επιπλέον οι κλοπές από άλλα φιλμ είναι τόσο ανέμπνευστες στα όρια της προχειράντζας. Η σχέση του Jessie Usher με τον Liam Hemsworth στις αστείες αερομαχίες με τόνους πυρομαχικών είναι ένας κακόγουστος απόηχος του Top Gun ενώ η σχέση πατέρα-γιου μεταξύ Judd Hirsch και Jeff Goldblum είναι μια απέλπιδα προσπάθεια κοπιαρίσματος του Indiana Jones and the Last Crusade (μην τα ρωτάτε).

Πρόκειται για μια κατακλυσμιαία επίδειξη κακογουστιάς, πνιγμένη στο χάος των εντυπώσεων, με τσίγκινα τρισδιάστατα εφέ που δεν έχουν καν τη συναίσθηση της εφημερότητάς τους. Ο Έμεριχ μας τρίβει στη μούρη το μαύρο σκοτάδι της ψυχής του κάνοντας τα απολύτως απαραίτητα σε ένα κουρασμένο και επίπεδο πλαίσιο διάθεσης με την πλοκή να αγγίζει αστεία επίπεδα και τα άλματα της λογικής στις υποπλοκές να προσβάλλουν ασύστολα τη νοημοσύνη του θεατή. Η πατριωτική ψυχαγωγία αγγίζει τα όρια της χασμωδίας, από έναν πρωτομάστορα του ανεγκέφαλου σινεμά, ο οποίος προσθέτει ακόμα ένα αξιοθρήνητο φιλμ στην αχρείαστη φιλμογραφία του.

Η Ημέρα ανεξαρτησίας είναι μια μικρή ταφόπλακα στο σινεμά του φανταστικού, στις ταινίες καταστροφής και στο λαϊκό, ψυχαγωγικό σινεμά. Στα είδη κινηματογράφου δηλαδή με τα οποία μεγαλώσαμε και αγαπάμε ιδιαιτέρως. Γι’ αυτό και πρέπει να μην δείξουμε καμία επιείκεια. Λιθοβολήστε τούτο το σκουπίδι και στείλτε το πίσω στη μήτρα που το ξέβρασε.

4day.png

Από το Movieworld

Album Of The Week #57

Posted in Music on June 20, 2016 by InfluencesOnly

Brian Eno – The Ship

Η καλλιτεχνική έκφραση του Brian Eno παραμένει ξάστερη και αδιαπραγμάτευτα συνειδητοποιημένη ως προς τις πηγές έμπνευσης και τις πολιτισμικές αναφορές. Στο καινούριο του αυτό άλμπουμ, ο ρηξικέλευθος μουσικός για κάποιον λόγο κοιτάζει με δέος το ναυάγιο του Τιτανικού (εξού και ο τίτλος) και νιώθει πιλότος πάνω σε όχημα με πλευρική θέα στα στρατιωτικά τραγούδια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Ταυτόχρονα κάνει ένα «διαβασμένο» σχόλιο με βάση τη συγκινητική ambient, ως προς τη δυστοπική γραφειοκρατία του κυβερνοχώρου.

Όλα τα παραπάνω εκφράζονται υπόγεια, σε ηχητικά τόπια που στοχεύουν στο ασυνείδητο σε τόσο πολλαπλά επίπεδα, ώστε δεν τα συνειδητοποιείς καν.  Ακόμα και οχυρωμένος πίσω από την κονσόλα, ο Eno επιμένει να ατενίζει αλλόκοτους σχηματισμούς αστεριών, να εξημερώνει τους άυλους φόβους μας –αυτούς που μας κάνουν να κοιτάμε το ταβάνι τη νύχτα– και να μας βυθίζει στα μαλακά.

Η αυτοσχεδιαστική μελωδικότητα του The Ship έρχεται 4 χρόνια μετά το LUX και έχει ως βάση δύο μελωδικά σχήματα (ας μην τα αποκαλέσω τραγούδια), το “The Ship” και το “Fickle Sun”. Αμφότερα, δεν πατάνε σε οικείες ρυθμικές δομές, αλλά λειτουργούν σαν ψηφιακοί ανυψωτές της φαντασίας, προσδίδοντας δημιουργική ανάταση στον ακροατή που θα αφεθεί στον μικρόκοσμό τους. Σαν προηγμένο λογισμικό που παράγει ambient μουσική, προορισμένη να ζει αποκλειστικά στον δικό της χώρο και χρόνο· σαν αστρικό αντικείμενο που ίπταται στο διάστημα και εκπέμπει σήμα ζωής, χωρίς απαραίτητα να ψάχνει αποδέκτη.

Η «μουσική για αεροδρόμια» που εξακολουθεί να παράγει ο εγκέφαλος του Eno, δεν έχει καθόλου πρωταγωνιστικές φιλοδοξίες και είναι ευφυής με νόμους κινηματογραφικού σασπένς. Στα ανοιχτά τοπία του The Ship θα βρούμε ένα ποίημα –ασύμμετρη συρραφή από σκόρπια λόγια, σε αφήγηση του ηθοποιού Peter Serafinowicz– με πυλώνες το δέος απέναντι στο ψηφιακό hacking και το ιστορικό ναυάγιο του Τιτανικού. Η έκπληξη έρχεται στο τέλος, με τη βελούδινη διασκευή του “I’m Set Free” των Velvet Underground, ενός τραγουδιού που είχε εμπνεύσει δημιουργικά τον Eno στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Το The Ship δεν είναι το σημείο για να αρχίσει κάποιος να έρχεται σε επαφή με τις ηλεκτρονικές εξερευνήσεις του Eno  (έχει κάνει πολύ σημαντικότερες δουλειές), αλλά λειτουργεί σαν installation πολλαπλών ηχητικών διαστάσεων, που εισβάλει σαν bug στον οργανισμό και επηρεάζει τους νευρώνες του εγκέφαλου, διαμορφώνοντας αυτό που αδόκιμα αποκαλούμε «μουσική αντίληψη».

Από το Avopolis

Δύο ισπανικές ταινίες

Posted in Cinema on June 15, 2016 by InfluencesOnly

Σχεδόν 5.000 θεατές παρακολούθησαν το «Truman» και άλλοι 1.000 παρακολούθησαν το «Με Απόκρυψη». Ελάχιστα τα εισιτήρια σε μια καταπιεσμένη αγορά από σωρό ταινιών. Ο κακός προγραμματισμός έχει σαν αποτέλεσμα να κονταροχτυπιούνται σε ελάχιστες αίθουσες δυο ταινίες που διεκδικούν το ίδιο κοινό και τελικά καμία να μην βρίσκει πολλούς αποδέκτες.

Οι δυο αυτές ταινίες εκπροσωπούν δυο από τα πρόσωπα του Ισπανικού σινεμά. Το «Τρούμαν» είναι ένα σπουδαίο και λεπτοκεντημένο ανθρωποκεντρικό δράμα ενώ το «Με Απόκρυψη» είναι μια περιπέτεια που πατάει στους μηχανισμούς του σασπένς.

truman 2.jpg

Στο Τρούμαν, ο ήρωας της ταινίας (Χουλιάν) δέχεται ανέλπιστα μια επίσκεψη από τον παλιό του φίλο (Τομάς, όμως η εκ νέου συνάντησή τους μετά από πολλά χρόνια, θα είναι και η τελευταία τους, καθώς ο Χουλιάν (υπέροχος στο ρόλο του ο Ρικάρντο Ντάριν) έχει διαγνωστεί με καρκίνο και είναι κοντά στο θάνατο. Ο Χουλιάν έχει αποφασίσει να μην συνεχίσει τις χημειοθεραπείες και να επενδύσει το χρόνο του στον σκύλο του και σε όσα τον ευχαριστούν. Αντί να ταλαιπωρηθεί σωματικά και ψυχικά, σε πείσμα όλων επιλέγει να μην παλέψει για μια μικρή παράταση ζωής αλλά για διευθετήσει τη μεγαλύτερή του αγωνία: να βρει ιδανικά χέρια για να αφήσει τον σκύλο του. Οι δυο φίλοι θα περάσουν λίγες μέρες μαζί και σε χαλαρούς ρυθμούς θα αναπτύξουν ξανά ένα ισχυρό αρσενικό bonding.

Το προδιαγεγραμμένο τέλος αντιμετωπίζεται χωρίς βαρύγδουπο δράμα και δακρύβρεχτα ξεστρατίσματα από τον σκηνοθέτη Σεσκ Γκάι, ο οποίος με λεπτούς χειρισμούς, με διακριτικές παραινέσεις δράματος, με σωστές δόσεις γήινου χιούμορ και δίχως εκβιαστικούς μελοδραματισμούς εμβαθύνει πραγματικά στους ήρωές του. Πρόκειται για μια τίμια σπουδή πάνω στη συμφιλίωσή μας με το «τέλος» και τον αποχωρισμό με όσα μας κρατούν ζωντανούς.

truman 1.jpg

Οι δυο πρωταγωνιστές, ο Ρικάρντο Ντάριν και ο Χαβιέ Καμάρα υποδύονται δυο ήρωες αληθινούς και σάρκινους, παραδομένους στο ψυχοφθόρο ρελαντί μιας ασθμαίνουσας ζωής. Ο σκηνοθέτης κατάφερε με απλά εργαλεία να ανοίξει τους κινηματογραφικούς μας ορίζοντες με ένα αέρινο δράμα και να μιλήσει με παρατεταμένες σιωπές και αμήχανες κοινωνικά στιγμές σε ένα φιλμ που ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της φιλίας, όχι με άξονα το αμερικάνικο buddy bullshit αλλά ως μια εξελισσόμενη σχέση κατανόησης και συμβιβασμού.

Το Τρούμαν φαντάζει νοηματικά πλουσιότερο από οποιοδήποτε άλλο δράμα με αδάπανα αποφθέγματα περί «θανάτου». Ειδική μνεία στη σκηνή τέλους και το φευγαλέο βλέμμα του σκύλου (Τρούμαν) στο φινάλε που με έκοψε στα δυο – μια σκηνή που θα κρατήσω για πάντα.

El Desconocido 1.jpg

Η άλλη Ισπανική ταινία που βρίσκεται στον αντίποδα των Χολιγουντιανών παραγωγών σασπένς και καταστροφής είναι το «Με Απόκρυψη». Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Κάρλος, ένα τραπεζικό στέλεχος και πάτερ φαμίλιας που ξεκινά τη μέρα του πηγαίνοντας τα παιδιά του στο σχολείο. Καθώς οδηγεί, δέχεται μια ανώνυμη κλήση στο κινητό τηλέφωνο όπου μια άγνωστη φωνή τον πληροφορεί πως υπάρχει βόμβα κάτω από το κάθισμά του και ότι έχει λίγες ώρες διορία να μαζέψει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.

Ο σκηνοθέτης, Ντάνι Ντε Λα Τόρε θέλει να δουλέψει εδώ και τώρα στο Χόλυγουντ και να σκηνοθετεί μεγάλους star σε δαπανηρά, εμπορικά σχέδια. Ο βήχας και η αγάπη για το mainstream αμερικάνικο σινεμά δεν κρύβονται και επιπλέον δεν είναι κάτι μεμπτό. Αντιθέτως, πρόκειται για όνομα που θα σκηνοθετούσε με πάθος και έμπνευση Αμερικάνικα ανοσιουργήματα όπως το «Phone Booth» αν έπεφταν στα χέρια του.

El Desconocido 2.jpg

Η διαχείριση της δράσης στους δρόμους της Μαδρίτης γίνεται με δουλεμένη σπιρτάδα και φρενήρες μοντάζ που κάνει σλάλομ σε ανατροπές αλλά δεν ολισθαίνει σε απιθανότητες της σχολής του Fast & Furious. Πρόκειται για μια περιπέτεια που κρατάει τη ματιά του θεατή εγκλωβισμένη εντός του αυτοκινήτου. Μια περιπέτεια που προσφέρεται και για θιασώτες της ανώδυνης ψυχαγωγίας αλλά και για όσους δεν απορρίπτουν τις καλοβαλμένες περιπέτειες του είδους. Ο Ντάνι Ντε Λα Τόρε ενσωματώνει και το ηθικοπλαστικό, σοσιαλιστικό δίδαγμα που κάνει σωστή χρήση των αληθινών χαρακτήρων με επικεφαλής τον Λουίς Τοσάρ να κρατά με εντυπωσιακό τρόπο το ερμηνευτικό «τιμόνι».

Το «Με Απόκρυψη» είναι ένα κινηματογραφικό καλούδι που δεν απαιτεί σοβαρή επένδυση αλλά προσφέρει σοβαρού τύπου ψυχαγωγίας που δεν απαιτεί από τον θεατή να ρυθμίσει το I.Q. του στο μηδέν για να το απολαύσει.

Από το Movieworld

Album Of The Week #56

Posted in Music on June 10, 2016 by InfluencesOnly

PJ Harvey – The Hope Six Demolition Project

Για να ξέρουμε τι λέμε, η PJ Harvey έχει ανοιχτό εισιτήριο με τη σπουδαιότητα. Το ζητούμενο είναι πότε αποφασίζει να το εξαργυρώνει. Είναι ο τελευταίος ζωντανός, θηλυκός, καλλιτεχνικός μύθος, έχοντας κατακτήσει το στάτους που της αναλογεί. Είναι η σπουδαιότερη rock storyteller της γενιάς της και η ικανότητα να ταρακουνήσει την πραγματικότητά σου ενυπάρχει στο κύτταρό της. Από τον ωμό punk ερωτισμό του Rid Of Me (1993) και την τραχιά αστική ποίηση του Stories From The City, Stories From The Sea (2000), στις έντεχνες και άσφαιρες συνεργασίες με τον John Parish και στην αδικαίωτη εξιδανίκευση των διδαγμάτων της βρετανικής ιστορίας στο Let England Shake (2011).

To 9ο άλμπουμ της κυλάει ήπια και πολιτισμένα, όχι πολύ τσαντισμένο και ελαφρώς μισόκαρδο. Ο δίσκος λειτουργεί σε περιβάλλον επικαιρότητας, με φόντο τις θηριωδίες της εξουσίας και τους κοινωνικούς κραδασμούς που σταδιακά έγιναν σεισμοί στην ιστορία που γράφεται σήμερα. Η Polly Jean είναι λοιπόν σε θέση να οργίζεται από την απόσταση ασφαλείας που έρχεται με την ηλικία (η οποία σημαίνει νηφαλιότητα στην παρατήρηση, αλλά μαζί και κούραση), ξορκίζοντας την προσφυγική καταστροφή και τους ξεριζωμούς. Το καύσιμο της διαδρομής είναι ο θόρυβος των εξελίξεων και της γεωπολιτικής σκακιέρας της Ευρώπης.

Όμως αυτά δεν μεταβολίζονται ποτέ σε λυτρωτική εκτόνωση και σε τραγούδια με σοβαρή υπόσταση. Στο The Hope Six Demolition Project η PJ Harvey μιλάει για εμπόλεμες συγκρούσεις χωρίς κάποιον σφοδρό συναισθηματισμό, ικανό να αφήσει αποτύπωμα. Είναι βέβαιο ότι δεν ήθελε να υπογράψει το δικό της ανθεμικό “People Have The Power” για να αφυπνίσει τις μάζες. Μοιάζει όμως να θέλει να λειτουργήσει ως συνεκτικός κρίκος ανάμεσα σε ανήσυχους ακροατές που στοχάζονται σχετικά με μια Ευρώπη σε ελεύθερη πτώση, εξαιτίας της κερδοσκοπίας και της διατήρησης της εξουσίας.

Αναρωτιέμαι, ωστόσο. Ποιον έχει στόχο αυτό το concept album, πέρα από ορισμένους «Αντιπολεμίστας», οι οποίοι συνδιαλέγονται σε κουβέντες πλήρεις σε πολιτισμικές αναφορές; Τους 40άρηδες που την ακολουθούν ακόμα και ενημερώνονται από editorial απόψεων; Τους 50άρηδες που ψάχνουν ξανά την άκρη του νήματος μέσα από «ψαγμένους» δίσκους, για να κάνουν γαργάρα τα χαμένα «ενεργά» χρόνια; Τους μορφωμένους μεγαλοαστούς που ψάχνουν για rock άλλοθι; Τους φοιτητές ανθρωπιστικών σπουδών που έχουν ανάγκη να νιώθουν μέρος κάποιας κοινωνικής ομάδας; Τους hipsters με τις γκουγκλαρισμένες γνώσεις; Τους punks αμφισβητίες, οι οποίοι ανακάλυψαν τα κοινωνικά δίκτυα; Τις φεμινίστριες που ψάχνουν για ιέρειες;

Νομίζω τελικά ότι δεν απευθύνεται πουθενά, παρά μόνο σε όσους έχουν υπομονή να χαριστούν σε ένα μέτριο άλμπουμ. Τελικά, δηλαδή, αυτή η ωρίμανση μέσω ώριμου και «διαβασμένου» ακτιβισμού είχε επίπτωση στην ανισότητα του νέου δίσκου της Polly Jean.

Για κάθε υπέροχο και εθιστικό “The Orange Monkey”, έρχεται έτσι ένα έντεχνο και ανοργασμικό “A Line Ιn The Sand” και σε πετάει έξω. Η ίδια δείχνει μάλιστα να αντιμετωπίζει τις ιδέες πίσω από τα νέα της τραγούδια ως αποκυήματα του πολιτικού περιβάλλοντος: o άνθρωπος στα γρανάζια της μοίρας και έρμαιο προαποφασισμένων πολιτικών από κέντρα αποφάσεων όπως το Ministry Of Social Affairs ή το Ministry Of Defence. Στα τραγούδια της περιγράφει εικόνες και ιστορίες από το Αφγανιστάν και το Κόσοβο, την Ουάσιγκτον, τον παραπόταμό του Ανακόστια και τα μνημεία του Βιετνάμ, με εμβόλιμες αναφορές στους Ινδιάνους και στους κατατρεγμένους του αραβικού κόσμου. Όμως οι μελωδίες αλλοτριώνονται και τα τραγούδια δεν ακούγονται ποτέ ολοκληρωμένα: λείπει εκείνη η ισορροπία νοητικής και μελωδικής διαύγειας, η οποία δένει τα σημαντικά καλλιτεχνικά έργα. Η PJ Harvey δεν ξέρει αν γράφει δοκίμια ή παραβολές. Δεν καταλαβαίνουμε αν κάνει μελοποιημένα ρεπορτάζ ή απευθύνεται στο ποίμνιο.

Το πράγμα άρχισε βέβαια να διαφαίνεται από την εποχή που ηχογραφούσε το άλμπουμ στο Λονδίνο, σε δεδομένο χρονικό πλαίσιο και με εκλεκτούς καλεσμένους σε ρόλο παρατηρητή της διαδικασίας, έξω από το τζάμι του στούντιο. Ένα μόρφωμα installation και DYI μεθοδολογίας –κάτι σαν τις new age μητέρες που αποφεύγουν το μαιευτήριο και γεννούν στο σπίτι, για να έρθει το έμβρυο σε επαφή με τους χτυποκάρδι της μητέρας που κοιλοπόνεσε και όχι με θερμοκοιτίδα. Σαν η ίδια να αποξενώθηκε από τις παραδοσιακές μεθόδους ηχογράφησης, που θα την απομάκρυναν από τα πρωτογενή αισθήματα απέναντι στα παγκόσμια ζητήματα για τα οποία θα τραγουδούσε.

Το The Hope Six Demolition Project πίστευε ότι διέθετε τη στόφα που έχει δώσει σπουδαία πολιτικά άλμπουμ στη μουσική ιστορία, αλλά θεωρήθηκε από τον μέσο όρο της παγκόσμιας κριτικής ως ένα μετριότατο σύνολο. Δίκαια. Αυτή τη φορά, το εισιτήριο της PJ Harvey για τη σπουδαιότητα έμεινε στο συρτάρι.

Από το Avopolis

Υπόθεση: Άγνωστο DNA

Posted in Cinema on June 5, 2016 by InfluencesOnly

 

Ο τίτλος της ταινίας “Serial Killer 1” είναι δανεισμένος από το προσωνύμιο που οι Παριζιάνοι ντεντέκτιβ έδιναν στον πρώτο ύποπτο της έρευνάς τους. Ήταν τα πρώτα χρόνια που οι εγκληματολογικές έρευνες χρησιμοποιούσαν την μέθοδο εξακρίβωσης στοιχείων μέσω δείγματος DNA. Η Γαλλική παραγωγή κινείται ανάμεσα σε ένα πρωτόλειο τεχνολογικά επεισόδιο του CSI και σε την σπουδή χαρακτήρων που είχε φιλοτεχνήσει ο Αμερικάνος  μάστορας των serial killer movies, o David Fincher στο αριστουργηματικό Zodiac.

1agonia.jpg

Ο ύποπτος της ταινίας είναι ο Guy Georges, γνωστός και ως το κτήνος της Βαστίλης, που ήταν υπεύθυνος για μια σειρά αποκρουστικών σεξουαλικών εγκλημάτων και επιθέσεων σε δεκάδες γυναίκες που είχε σοκάρει το Παρίσι. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Frédéric Tellier εναλλάσσει με αριστοτεχνικά τα φλασμπάκ της πολυετούς καταδίωξης με σκηνές της ένορκης δικαστικής διαδικασίας. Αν βρισκόμασταν σε ένα περιβάλλον ταινιών όπως Dirty Harry ή Death Wish, αυτοί οι φιλεύσπλαχνοι και ιδεολόγοι δικηγόροι θα ήταν ενοχλητικά εξογκώματα ενός ενοχλητικού συστήματος δικαίου που παρεμποδίζει την απόδοση δικαιοσύνης. Όμως το L’affaire SK1 αποδεικνύεται πολύ σοφότερο από τα προαναφερθέντα ρατσιστικά θριλεράκια του παλαιοκομματικού Χόλυγουντ και στέκεται στην γραφειοκρατία και τον εσωτερικό ανταγωνισμό των ντεντέκτιβ που παρεμποδίζουν την ευρηματική έρευνα και στοιβάζουν σε σωρούς από αρχεία κάθε ελπίδα δικαίωσης και λύτρωσης στο τέλος των ερευνών.

2agonia.jpg

Ο Raphael Personnaz ερμηνεύει υποτονικά αλλά με πειθώ τον εμμονικό ντετέκτιβ που βυθίζεται σε μια αέναη έρευνα.

Η ταινία θα μπορούσε να εξαντληθεί στην απεικόνιση σπονδυλωτών περιστατικών γύρω από τη βάρβαρη δράση του ψυχωτικού δολοφόνου αλλά παρατάει την ιντριγκαδόρικο ιδεαλισμό πάνω στη φύση του «κακού» και την ιδέα της μεταμέλειας τη στιγμή ακριβώς που αρχίζουμε να την αντιλαμβανόμαστε. Ο κινηματογραφιστής στρέφει άλλου το ενδιαφέρον του και συγκεκριμένα στα πρακτικά των ερευνών και τα αντικρουόμενα ευρήματα, με πανωφόρι την εξομάλυνση της ψυχικής οδύνης του ερευνητή που θέλει να βρει την άκρη ενός αξεδιάλυτου κουβαριού. Φυτεύει βέβαια κάποια άβολα ερωτήματα για το δράμα της χαμένης προσωπικής ζωής για χάριν του καθήκοντος.

3agonia.jpg

Αν και η ταινία δεν φτάνει ποτέ στο επίπεδο της υποβλητικότητας που αρμόζει στο θέμα, δεν καταφέρνει να προκαλέσει ταύτιση με τους χαρακτήρες. Μάλλον δεν προλαβαίνει καθότι παρασύρεται πολύ από την αστυνομική έρευνα. Η προσέγγιση είναι ανθρωπολογική και το ύφος αρκούντος «αμερικανόφερτο» αλλά στοχαστικό. Φαίνεται Τα γεωμετρικά, υποφωτισμένα καδραρίσματα και προσεκτική χρήση των ιστορικών λεπτομερειών λειτουργούν αλλά αφήνουν μετέωρη μια αντιπαλότητα φιλοσοφική πάνω στη μεταμέλεια του ψυχοπαθούς. Την γκρίζα ζώνη που αρχίζει ο άνθρωπος και σβήνει το κτήνος.

Ο σκηνοθέτης πλευρίζει το θέμα του με ψυχαγωγική οικονομία, στήνει όμως ένα λεπτομερές και υπερφορτωμένο από στοιχεία αστυνομικό noir, οι ήρωες του οποίου χρειάζονταν λίγη δουλεια παραπάνω.

Ευκαιρία να θυμηθούμε που έχουμε ακουμπήσει το dvd του Zodiac.

4agonia.jpg

Από το Movieworld

Το Κάλεσμα 2

Posted in Cinema on June 3, 2016 by InfluencesOnly

1con.jpg

Από την εναρκτήρια σεκάνς που μνημονεύει τα γνωστά γεγονότα που ενέπνευσαν το Amityville Horror, στην οποία η «δαιμονολόγος» Λορέιν Γουόρεν κινείται στον τόπο ενός εγκλήματος ξαναζώντας τους αποτρόπαιους φόνους από το point of view του δολοφόνου, φαίνεται ότι ο δημιουργός Τζέιμς Γουάν (“Insidious”, “Saw”) δεν νοιάζεται καθόλου για «βιντεοκλιπίτικες» λύσεις και εφηβικά “boo!” αλλά αντιμετωπίζει τον τρόμο και την παράδοση των horror movies σαν υψηλή τέχνη.

Αυτή τη φορά η δράση μεταφέρεται στις εργατικές κατοικίες του βόρειου Λονδίνου (με τη βοήθεια των Clash στο soundtrack και εικόνες της Θατσερικής Αγγλίας), όπου η απειλή ενός ηλικιωμένου φαντάσματος σε ένα σπίτι, αναστατώνει την μητέρα και τα παιδιά της. Στα απειλητικά πλάνα του φιλμ, οι ήρωες αντικρίζουν έντρομοι την γκροτέσκα γεροντική φιγούρα που κάθεται στην πολυθρόνα του σπιτιού. Οι αγωνίες τους, μαζί με τις δικές μας, σύρονται στο υπόβαθρο της στρωτής μα καθόλα δυσοίωνης ιστορίας που μας παρασύρει μαζί τους σε μια σταδιακή βύθιση μας στις δικές μας εμμονές και φόβους – το μεγάλο επίτευγμα κάθε σπουδαίας ταινίας τρόμου.

2con.jpg

Η αδιέξοδη καταδίωξη από βουβές παρουσίες και νοσηρά πνεύματα (εξαιρετική σε σύλληψη η σατανική μορφή με το παρουσιαστικό καλόγριας) καταγράφεται με υπομονή, αλλά και με ολισθήματα σε εύκολες λύσεις (βιαστικό και μέτριο το φινάλε της επικράτησης επί του δαίμονα). Η κάμερα φωτίζει και σκιάζει διαδοχικά τις ανήμπορες να αντιδράσουν μικρές κόρες και διαχειρίζεται με κινηματογραφική γνώση τον ξέφρενα αναβλύζοντα τρόμο. Η ταινία μας φοράει κολάρο τους αρχέγονους φόβους μας με ένα τρόπο που μοιάζει με τελετουργικό στολισμό. Κοφτά απειλητικά πλάνα με εσωτερική ενέργεια που σε κάνουν να γδαρθείς από την ακανθώδη απειλή από «αυτό που είναι εκεί αλλά δεν το βλέπεις».

Από τη στιγμή που οι μεταφυσικές δραστηριότητες εντός της οικίας των Χότζον αποκτούν καθημερινή συχνότητα, οι εφιάλτες-παραισθητικές ενοράσεις της Λορέιν Γουόρεν, την εξορίζουν από την θνητή φύση της και την κάνουν διώκτη του κακού και ικανή να ξεκλειδώσει το μυστήριο.  Όμως εκεί έγκειται το μεγάλο πρόβλημα του φιλμ. Το διερευνητικό κομμάτι στην ιστορία απουσιάζει. Δεν μαθαίνουμε ποτέ κάτι παραπάνω για το γέρικο φάντασμα στην πολυθρόνα ή για την ταυτότητα της απόκοσμης καλόγριας. Ως θεατές δεν ικανοποιούμε την περιέργειά μας ενώ γνωρίζουμε ότι καταναλώνουμε «αληθινά γεγονότα» εξαρχής. Έτσι, η ταινία δεν διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στα all-time classics του είδους, ενώ θα μπορούσε, γιατί τα νοσηρά φαντάσματα στις μεγάλες ταινίες του είδους, πάντα οι σκηνοθέτες τα υπαινίσσονταν. Η έκθεσή τους στα μάτια μας απαιτεί ένα κάποιο μέτρο. Αντιθέτως ο Γουάν δεν νοιάζεται να δώσει πειστικές απαντήσεις και γι’ αυτό παρατραβάει τις μεταφυσικές ακρότητες με κάθε ευκαιρία.

3con.jpg

Το Conjuring 2 είναι μια έξυπνη ταινία που όμως βασίζεται σε απλοϊκά τρικ του σινεμά του τρόμου. Διαθέτει οξύνοια στη σκηνοθεσία η οποία όμως βασίζεται αισθητικά στην θορυβώδη σοβαροφάνεια του σύγχρονου νέο-συντηρητικού τρόμου (η απειλή θα διασπάσει την οικογένεια, η εκκλησία είναι σωτήριο καταφύγιο). Πρόκειται για ένα στυλιζαρισμένο πάντρεμα του γράν γκινιόλ και του γοτθικού τρόμου με απόκοσμες φιγούρες και μακάβριες εικόνες. Ο Γουαν συστήνει και διαχειρίζεται τα νοσηρά πνεύματα και τους νόμους της αντιύλης με τρόπο που κλείνει το μάτι σε ταινίες όπως τον «Εξορκιστή» (1973), το Changeling (1980) και το Poltergeist (1982).

Το ατυχές είναι πως η ταινία βασίζεται τόσο πολύ στα παραδοσιακά κλισέ με αποτέλεσμα η καλοχωνεμένη παράδοση της horror και goth μυθολογίας στο τέλος να αποτελεί βαρίδιο και ο σκηνοθέτης να μην νοιάζεται να κάνει την υπέρβαση. Το Conjuring 2 είναι εμφανές πως δεν μπορεί να ξεφύγει από το στεγανό του προσεγμένου b-movie. Στο τέλος όμως δεν μένει καμία ελπίδα για τις καταραμένες ψυχές και καμία ελπίδα και για τους ήρωες οι οποίοι γίνονται κοινωνοί των ανείπωτων φόβων μας, αυτών που έχουμε πλέξει στη φαντασία μας στα σκοτάδια.

4con.jpg

Απο το Movieworld