Album of the Week #176

Backstreet Boys

DNA

Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν φταίνε τα μέλη ενός πετυχημένου γκρουπ απ’ τη γενιά της πάλαι ποτέ κυριαρχίας των boy bands για το απλούστατο γεγονός ότι μεγαλώνουν. Έχουν περάσει άλλωστε δύο γεμάτες δεκαετίες από την εποχή που το “Everybody (Backstreet’s Back)” έκανε θραύση –πλέον, οι Backstreet Boys αποτελούνται από 45άρηδες. Αυτό, όμως, είναι το λιγότερο άβολο στη φετινή τους επιστροφή.

Οι Backstreet Boys εκφράζουν σήμερα τον μεσόκοπο, παντρεμένο, βολεμένο τύπο που ρουφάει την κοιλιά του όταν συναντάει στον δρόμο τις fans με τα μισά του χρόνια. Τα μέλη τους είναι η προσωποποίηση κάθε πρώην ροδομάγουλης, καλοχτενισμένης φατσούλας που νομίζει ότι τα trendy αγορίστικα ρούχα θα ξεγελάσουν τον χρόνο. Ακόμη κι έτσι, πάντως, αν αυτή η δισκογραφική επιστροφή 6 χρόνια μετά το Ιn Α World Like This (2013) συνοδευόταν από 3-4 αξιοπρεπή τραγούδια και κάμποσα ακόμα με σκόρπιες έστω μελωδικές ιδέες, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι απαιτήσεις, άλλωστε, δεν είναι υψηλές για τέτοιους δίσκους.

Αλλά το DNA αποδεικνύεται ένα άκυρο καρουζέλ μη-τραγουδιών, απλωμένων με μία ενοχλητική ψευτο-R’n’B επιτήδευση. Άχαρο, άοσμο, επίπεδο και κούφιο σε επίπεδο παραγωγής. Σχεδόν κυλάει από μόνο του και αδιαμαρτύρητα, στη λήθη της ασημαντότητας. Δεν υπάρχει μέσα του ούτε μία μελωδία της προκοπής για να μπορέσεις να κρατηθείς. Συνοχή και συνάφεια υπό του μηδενός. Φαντάζομαι με θλίψη τους ωρομίσθιους παραγωγούς να έχουν πέσει απελπισμένα πάνω στην κονσόλα τους, μην έχοντας τίποτα να κάνουν για να συμβάλλουν στα κομμάτια.

Το “Chateau” είναι το τραγούδι που ακούς σε επανάληψη στην ουρά για τα τυριά του σούπερ μάρκετ –και σου δημιουργεί ανεξήγητο εκνευρισμό. Το “Passionate” είναι το τραγούδι που βρίσκουν «groovy» όσοι θα έβλεπαν με φανατισμό ένα ριάλιτι σόου με μπαρίστας, διαγωνιζόμενους για την καλύτερη κρέμα στον καπουτσίνο. To “Chances” θα το ακούει στα ακουστικά της μια γυναίκα γύρω στα 45, η οποία έχει καταπιεί όλα τα βιβλία αυτοβελτίωσης, την ώρα που θα κάνει τζόκινγκ με τη life coach της. Το “Νο Place” είναι ένας κατάλογος πόλεων που θα έκανε τον Justin Timberlake να κλείσει τα αυτιά του από «ετεροντροπή». Βρίσκω πάντως ότι το “Don’t Go Breaking My Heart” είναι ακόμα πιο αντιπαθητικό, καθώς ακούγεται σαν γαλανομάτικο ξεπατίκωμα του αγωνιώδους R’n’B του The Weeknd (τρομάρα του).

Το αραιό, σε σημεία μάλιστα άδειο, DNA είναι λοιπόν γεμάτο R’n’B κολπάκια, που νομίζεις ότι τα σκέφτηκαν το προηγούμενο απόγευμα, πριν την ηχογράφηση. Οι Backstreet Boys δεν φτιάχνουν καν μία ατμόσφαιρα για να εξασφαλίσουν μία ζώνη άνεσης με τον (ανήλικο, έστω) ακροατή. Ελάχιστη σημασία έχουν αυτά βέβαια, καθώς η περιοδεία στο Λας Βέγκας έχει ήδη κλείσει και οι τουρίστες μπορούν να προαγοράσουν τα εισιτήριά τους.

Η βαθμολογία του δίσκου θα ήταν 3 στα 10, αλλά μετά πρόσεξα τους στίχους στο “New Love”, όπου ο Nick Carter απαντάει στις κατηγορίες βιασμού που έγιναν εις βάρος του πριν 5-6 χρόνια («Who are you, the sex police? My sex ain’t got no rules»), σαν φλώρικο κακέκτυπο του R. Kelly. Αφαίρεση ενός βαθμού και δύο φάσκελα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Stories Behind the Songs #1

To τραγούδι «Το Χριστινάκι» κυκλοφόρησε το 1967, στον δίσκο «Τα Τραγούδια Της Καίτης Χωματά» από την Lyra. Γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση ένα χρόνο μετά, όταν κυκλοφόρησε στην «Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού. Πρόκειται για ένα ποίημα του Βασίλη Ρώτα που μελοποιήθηκε από τον Σπανό πάνω στην εποχή της μεγάλης δόξας του. Η τρυφερή ερμηνεία της Χωματά πάνω στην παιχνιδιάρικη μουσική, μας προδιαθέτει για ένα νοσταλγικό, καλοκαιρινό τραγούδι, προτού έρθει η τραγική κατάληξη στο τέλος. Μια νεανική απόδραση συμμαθητών που έμελλε να είναι μοιραία. Το ποίημα μιλάει για 12 αγόρια που κάνουν μια ζαβολιά παρασέρνοντας μαζί τους το όμορφο Χριστινάκι για βαρκάδα στα ανοιχτά της θάλασσας. Όμως η ανεμελιά τους. καθώς μαγεύονται από τη χάρη και το τραγούδισμα του κοριτσιού, σε συνδυασμό με την απειρία τους να κουμαντάρουν τη βαρκούλα στα βαθιά, τους οδηγεί σε ομαδικό πνιγμό.

Τι ακριβώς συνέβη όμως πάνω στο πλεούμενο αυτής της παράξενης ιστορίας;

Στα πονηρά τρίστιχα της γραφής του Ρώτα, κρύβεται μια άλλη ιστορία, πολύ πιο τρομερή, που θα είχε επάξια θέση ανάμεσα στα Murder Ballads του Nick Cave. Τα «Δώδεκα αγόρια της τάξης» που «ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη να κλέψουν τη Χριστήνη» οργάνωσαν μια ομαδική σεξουαλική αποπλάνηση του κοριτσιού στα ανοιχτά, εκεί που δεν θα την ακούει κανείς. Καθώς «το Χριστινάκι τραγουδά» με την «γλυκιά φωνή της» τα αγόρια «συμπαλεύουν» και «φιλί γυρεύουν» και ταυτόχρονα τους ζώνει μια «λαχτάρα», φυσικά ερωτική. Η βάρκα σύμφωνα με τον ποιητή, δεν είναι ανέμελη και γεμάτη τραγούδια, αλλά «ποθοπλάνταχτη» και «μες του έρωτα τα πάθη». Στο τέλος μάλιστα, οι ποιητής αποστασιοποιείται από την απόπειρα βιασμού καθώς λέει «Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες» (γιατί δεν το αξίζουν για την πράξη τους) και συνεχίζει λέγοντας «Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι, που ήτανε δώδεκα χρονών παρθένα».

Ο Σπανός χώρεσε στο τραγούδι τους 14 από τους 21 στίχους του Ρώτα. Στο πλήρες ποίημα, η αγνότητα της Χριστίνας ανάμεσα στα ξαναμμένα αγόρια φαίνεται πεντακάθαρα στους στίχους «Ποιος είδε πετροπέρδικα να παίζει με γεράκια». Επιπλέον, ο ποιητής προειδοποιεί διακριτικά την αθώα ηρωίδα λέγοντας «Χριστίνα, ο νους σου πού ΄ναι;», προφανώς όχι γιατί ήταν ονειροπόλα, αλλά γιατί ήταν αφελής. Φυσικά, η βάρκα είναι ακυβέρνητη στα κύματα γιατί «τα παιδιά ψάχνουν να βρουν της Χριστινιώς το στόμα» καθώς «χυμάνε» όλα μαζί επάνω της, πριν πνιγούν αβοήθητα.

Posted in Music | Leave a comment

Bazooka Live

59kBzk_3.jpg

Με αρετή και υπερηφάνεια, οι Bazooka απέδειξαν το Σάββατο στο Gagarin ότι είναι μια μπάντα φτιαγμένη από τα καλύτερα post-punk υλικά. Η εμφάνισή τους αυτή έπεισε και τους πιο απαιτητικούς ότι οι καλά ζυμωμένες new wave επιρροές που αναβλύζουν από τις ηχογραφήσεις, εκφράζονται άριστα και στο live. Επιτέλους ένα αληθινά κερδισμένο στοίχημα, από ένα συγκρότημα που θες να στολίσεις με κομπλιμέντα γιατί το αξίζει απόλυτα και όχι για την «τίμια προσπάθεια». Το φετινό τους άλμπουμ Zero Hits είναι ένα ανθισμένο μπουκέτο από εθιστικά τραγούδια. Και, ήδη από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής τους στο Gagarin, οι Bazooka έπαιζαν σαν να κουβαλούσαν το φορτίο των νέων τους τραγουδιών στους ώμους, θέλοντας να τα πετάξουν μανιασμένα προς το κοινό. Σαν να καίγονταν δηλαδή να επικοινωνήσουν το καινούριο τους υλικό: να το βγάλουν από το σύστημά τους, ακριβώς γιατί ήταν φρέσκο από τη φωτιά του φούρνου και έκαιγε ακόμη.

59kBzk_2.jpg

Είναι χάρμα οφθαλμών να παρατηρείς τους Bazooka να βρίσκονται σε φλογερό διάλογο με το κοινό τους μέσω περήφανων riff και πηγαίου χαβαλέ – άλλωστεέχουν κατακτήσει δικό τους κόσμο, το βλέπεις στα φωτισμένα πρόσωπα του ακροατηρίου. Τραγούδια όπως το “Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση”, το “Μέσα Στην Πόλη”, το “Βραδυνή Βάρδια” και το “Μόνος” ακούστηκαν στο Gagarin κοφτά, αδρά και ευθύβολα.

Οι Bazooka έπαιξαν και τραγούδησαν στακάτα τα νευρικά και αδάμαστα κομμάτια τους, με ανεπιτήδευτο τρόπο και με πατημένα γκάζια, χωρίς να προδίδουν την ανάγκη για μελωδίες. Είναι απολαυστικό να τους βλέπεις να χάνονται στις άναρθρες κραυγές του “Ζούγκλα” και στο μεταδοτικό sing-along του “Εξαϋλώσου”. Στο δε “Η Δική Σου Η Σειρά”, καθώς και στο διαβολεμένα έξυπνο “Κενό”, φάνηκαν τα πλεονεκτήματά τους (καλή αισθητική και γούστο), τσίτωσε η ενέργειά τους (αυτή τους περισσεύει) και έδειξαν ότι μπορούν να παίζουν μεστό, αντρικό rock, διατηρώντας την αγορίστικη αγνότητα· χωρίς ανούσια πόζα και χωρίς indie μιζέρια.

59kBzk_5.jpg

Ο κιθαριστικός πάταγος και η αντάρα των riffs ήταν εκεί και υπηρέτησαν τραγούδια σημερινά, με all-time διάθεση. Ο Ξάνθος Παπανικολάου δεν έκανε ούτε μία παραπανίσια επί σκηνής κίνηση: αντιθέτως, έδειξε ταγμένος στην ταχύτητα των τραγουδιών. Ο Γιάννης Βούλγαρης στα ντραμς με τα μαύρα του γυαλιά έδειξε ότι τον νοιάζει το star quality (και καλά κάνει), ενώ ο Βασίλης Ζελέπης με τον Άρη Ράμμο ήταν αλάνθαστοι και αποτελεσματικοί.

Ακόμη και τα τρία πνευστά που ανέβηκαν στη σκηνή –η τρομπέτα του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau και το τρομπόνι του Κώστα Κωστόπουλου– έριξαν λάδι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που θρέφει τους Bazooka. Και βοήθησαν στη γκρουβάτη ανάπτυξη των κομματιών χωρίς «βαλκανική» επιτήδευση, χωρίς boogie ευκολίες, αλλά με ψυχεδελική πώρωση, με πηχτό ηδονισμό και με ευπρόσδεκτο θράσος. Τέτοια στοιχεία συναντάς σε συγκροτήματα τα οποία ακόμα δεν έχουν αλλοτριωθεί και δεν έφτασαν στο άβολο σημείο που οι κριτικές βαφτίζουν ως «ωριμότητα».

59kBzk_6.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #175

21 Savage 

I Am > I Was

Μετά από μπόλικες κυκλοφορίες που περιλαμβάνουν EP, mixtapes και κάνα-δυο άλμπουμ, ο 21 Savage μπορεί άνετα να νιώθει «εκπληρωμένος». Άλλωστε διαθέτει μια ποιότητα στο μικρόφωνο. Ξέρει τι λέει, έχει ζήσει αυτά που αφηγείται, δεν έχει κάψει το μυαλό τουδιαθέτει guts, ωραίες ιδέες και υψηλότερη αισθητική από τη μέση καγκουριά του σημερινού αμερικανικού rap. Καθόλου άσχημα, αν συνυπολογίσουμε τη βαθιά παρακμή του περιβάλλοντος στο οποίο έζησε.

Ο τίτλος του δίσκου μας λέει ότι ο 21 Savage έχει σημειώσει προσωπική πρόοδο: νιώθει «καλύτερος» σε σχέση με εκείνο που ήταν κάποτε. Αυτή η αυτοπεποίθηση εκφράζεται σε ένα σύνολο κομματιών, το οποίο μπορεί να στέκει περήφανο για τις δυναμικές που αναπτύσσει με τους προγόνους της αληθινής rap κουλτούρας. Μοιάζει δηλαδή το I Am > I Was με άλμπουμ που βρίσκεται σε επαφή με τη black power σημειολογία και που νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη λομπίστικη κλίκα του Billboard, θέτoντας κάποια καλλιτεχνικά θέματα με μία σοβαρότητα παραπάνω.

Το ραπάρισμα του φιλόδοξου MC είναι επαναλαμβανόμενο και ομοιόμορφο. Η φωνητική του τεχνική είναι η εξής: τα λόγια του απλώνονται ρυθμικά σε ομόκεντρους κύκλους, με την τελευταία λέξη κάθε στίχου να επαναλαμβάνεται, ώστε να δώσει χώρο στον επόμενο στίχο –όπου πάλι η τελευταία λέξη θα επιστρέψει διπλή στον ακροατή. Όλα τα παραπάνω δένουν καλά με ένα απολαυστικό μενού από samples, με αποτέλεσμα ο πιτσιρικάς να πιάνει επάξια το momentum της καυτής σκηνής της Ατλάντα.

Ο 21 Savage αποφεύγει επίσης τα «ακριβά» ντουέτα, καθώς δεν παρουσιάζει συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στην κυριαρχία των superstar του χιπ χοπ. Αναπολεί όμως το το βίαιο παρελθόν που έχει αποκηρύξει στο “4L”, γίνεται συναισθηματικός στο “Letter 2 Μy Momma” και δείχνει οξυδέρκεια όταν αφηγείται ιστορίες στο “Asmr”. Σε πείθει με λίγα λόγια πως μιλάει βιωματικάσε όλα τα τραγούδια, χωρίς τις καρτούν-περιγραφές του Eminem και χωρίς τα ωμά βρισίδια των δήθεν γκάνγκστα. Θα μπορούσε βέβαια να αποφύγει μερικές κουραστικές μετριότητες όπως το “All My Friends” και το “Good Day”, αλλά δεν πειράζει στ’ αλήθεια.

Το I Αm > I Was είναι άλμπουμ που δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση και έχει μέσα του μια ανήσυχη γκάμα σκέψεων. Επιπλέον, με τον μαστουρωμένο νιχιλισμό του και την καλή ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στις στιγμές αδρεναλίνης και στη σκοτεινιά, ο 21 Savage δίνει μαθήματα περί αληθινού χιπ χοπ στον αλαζόνα Kanye.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #174

Bryan Ferry

Bitter Sweet

Η αγάπη του Bryan Ferry για το swing των παλιών big bands δεν αποτελεί μυστικό, αλλά ίσως και να γλυκάθηκε λίγο παραπάνω ο αιώνιος Δανδής απ’ το cameo που έκανε ως τραγουδιστής σε καμπαρέ, στην τηλεοπτική σειράBabylon Berlin του Τομ Τίκβερ. Όποια κι αν ήταν πάντως η αφορμή για τη δημιουργία του Bitter-Sweet, παραμένει απολαυστικό να τον ακούμε να διαπρέπει στο jazzy τερέν που ξεκίνησε να εξερευνά εντατικά με το As Time Goes By (1999) και στη συνέχεια με το The Jazz Age (2002).

Η «δαντελωτή» ματαιοδοξία που χαρακτηρίζει τον Ferry στο μικρόφωνο δεν έχει χάσει το ερωτικό της άγγιγμα, ακόμη κι αν τώρα πια υιοθετεί μια ψιθυριστή θλίψη στην έκφραση. Πλέον, η μούσα του δεν είναι η αγκαλιά των διαστημικών μοντέλων που κοσμούσαν τα εξώφυλλα των δίσκων του. Το μανιφέστο του ορκισμένου εργένη το έχει ολοκληρώσει –και το έχει τοποθετήσει στο ράφι. Σειρά έχει λοιπόν η ασφάλεια των τζαζ ενορχηστρώσεων, οι οποίες σιγοκαίνε σαν τζάκι.

Τραγούδια από τη δαφνοστεφανωμένη καριέρα των Roxy Music αλλά και από την προσωπική του διαδρομή, φοράνε εδώ τα «καλά» τους τζαζ ρούχα. Και όλα μαζί συμπληρώνουν ένα καθόλου αχρείαστο τελικά remake κάποιων λαμπρών στιγμών. Σαν το σαγηνευτικό “Alphaville” ή το καθηλωτικό “Reason Or Rhyme”· ακόμη και το “Sign Οf Τhe Times” από το The Bride Stripped Bare(1978), που εδώ μετασχηματίζεται σε βραδυφλεγές φλαμέγκο βγαλμένο από πυρετώδεις ονειρώξεις. Το δε “While My Heart Is Still Beating” από το κλασικό Avalon (1982) παράγει φρέσκους χυμούς, ενώ ξαφνιάζει ο εξωτικός μινιμαλισμός του “Zamba” από το Bête Noire (1987).

Η πληθωρική art pop του Δανδή δεν νιώθει πια την ανάγκη να αποπλανήσει τα θηλυκά του κόσμου, ούτε φέρνει στο προσκήνιο τη στυλιζαρισμένη γοητεία του χαρισματικού frontman (που υπήρξε). Τη σκυτάλη έχουν πάρει πλέον η ορχηστρική jazz και η καπνισμένη swing ατμόσφαιρα, σε τόση ακριβώς ποσότητα ώστε να αντέξεις δίχως να προγκήξεις από το άβολο αίσθημα νοσταλγίας. Αυτή τη φορά ο Bryan Ferry δεν κυκλοφορεί με λυμένη γραβάτα και επιμελώς ατημέλητο χτένισμα στα υποσχόμενα gala της πόλης. Κρατάει τη μπλαζέ μελαγχολία για τον ρόλο του παράνομου crooner και υποδύεται τον «περπατημένο» ερμηνευτή, ο οποίος είναι ακόμη ικανός να κάνει τις γυναίκες στο κοινό να δαγκώσουν με λαγνεία τα καλαμάκια των κοκτέιλ τους –και τους άντρες να ανασκουμπώνονται τσαλακώνοντας το ύφος τους, ώστε να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.

Ακόμη κι αν το Bitter-Sweet είναι τελικά ένα άλμπουμ ήσσονος σημασίας για τη δισκογραφία του Ferry, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πείσει για τις προθέσεις του χωρίς να μας φλομώσει στην εστέτ «τζαζίλα» και στις μεστωμένες μανιέρες του ρετρό.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Απολογισμοί

Γιατί πρέπει να μοιάσουμε στον Ρέντφορντ και όχι στον Ίστγουντ.

Οι απολογισμοί μιας ολόκληρης ζωής έχουν μερικά κοινά με τους μικρότερους, ετήσιους απολογισμούς της πρωτοχρονιάς. Η διαφορά είναι ότι στα ανώφελα new year’s resolutions έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα έχεις την ευκαιρία να τα κάνεις όλα καλύτερα στους επόμενους 12 μήνες. Όταν είσαι στη δύση της ζωής σου, γνωρίζεις ότι οι μεγάλες αποφάσεις έχουν παρθεί. Το bucket list έμεινε άδειο για όσους τόλμησαν ή γεμάτο για όσους έζησαν μέσα στα απωθημένα.

Προσωπικά, μόνο μέσα από το σινεμά και τη μουσική έχω μάθει να επικοινωνώ καλά. Με μια κινηματογραφική αναφορά λοιπόν, θα κάνω ένα σύνθετο resolution που λειτουργεί για κάθε πρωτοχρονιά και για κάθε απολογισμό ζωής. Φέτος, δυο παλαίμαχοι του Χόλιγουντ (τόσο παλιοί που θαρρείς ότι κάνουν ταινίες απ’ τον Μεσαίωνα) μας έδωσαν από έναν “τελευταίο ρόλο”. Δυο ταινίες για δυο ηλικιωμένα κινηματογραφικά icons που άτυπα ρίχνουν αυλαία στις καριέρες τους και διαβάζονται σαν farewell – ακόμη κι αν επιστρέψουν με κάτι καινούριο στο μέλλον.

 

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» υποδύεται έναν ευγενικό και χαμογελαστό ληστή. Πρόκειται για έναν ρομαντικό παράνομο με χρυσή καρδιά, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κλέβει τράπεζες γιατί ήταν κάτι που τον κρατούσε ζωντανό και γιατί δεν έμαθε να κάνει τίποτε άλλο.

Ο Κλιντ Ίστγουντ στο «The Mule» υποδύεται έναν βετεράνο στρατιωτικό που αναλαμβάνει να γίνει βαποράκι υπεράνω υποψίας που μεταφέρει εμπόρευμα με το φορτηγό του για ένα καρτέλ κοκαΐνης. Πρόκειται για έναν παράνομο που περιφρονεί τον κόσμο, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κάνει μια παράνομη δουλειά για να μη χρειαστεί να συνδεθεί ποτέ με άλλους ανθρώπους.

 

Ο Ρέντφορντ στα 82 του, έχει το τρυφερό βλέμμα που διαθέτουν όσοι δεν υπήρξαν σκατόψυχοι στα νιάτα τους.

Ο Ίστγουντ στα 88 του, έχει το βλέμμα περιφρόνησης που διαθέτουν όσοι δεν έχουν αγαπηθεί.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» ψάχνει να επικοινωνήσει με μια αγνή καρδιά που θα συντονιστεί με τους δικούς του παλμούς.

Ο Ίστγουντ «The Mule» αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν βαρίδια, νομίζει ότι όλοι πρέπει να τον ευγνωμονούν που τους αφήνει να μοιράζονται μαζί του το οξυγόνο.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» δεν έχει πατρικές συμβουλές να δώσει, δεν νιώθει δυνατός άνδρας, δεν νιώθει περήφανος πατριώτης, δεν αισθάνεται ότι ξέρει να διαχωρίζει το δίκαιο με το άδικο.

Ο Ίστγουντ «The Mule» υπακούει σε ηθικούς νόμους που έχει φτιάξει ο ίδιος και έχει μπόλικες συμβουλές να χαρίσει (πάντα με μια δόση macho νταλκά).

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» είναι ένας λευκός άνδρας που δεν αψηφά το κοινωνικό σύστημα, τους θεσμούς του κράτους ή τις μειονότητες. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει γύρω του, όπως άλλαζε την εποχή που αυτός ήταν νέος.

Ο Ίστγουντ «The Mule» είναι ένας λευκός άνδρας που το κοινωνικό σύστημα τον ξεβολεύει, οι γραπτοί νόμοι είναι εμπόδιο, ο κόσμος αλλάζει ερήμην του και δεν καταλαβαίνει γιατί χάθηκαν οι παλιές καλές μέρες (ειδικά όταν κοιτάζει μια συμμορία από λεσβίες γυναίκες σε μηχανές)

 

Τον Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» τον κυνηγάει ένας αστυνομικός που τον σέβεται. Ένας μάλλον βαρετός άνθρωπος που θα συνεχίσει την βαρετή ζωή του (Κέισι Άφλεκ). Ένας χαλαρός τύπος που δεν νιώθει ήρωας και φροντίζει την οικογένειά του χωρίς παλικαριές και αυταπάρνηση για το ιερό καθήκον.

Τον Ίστγουντ στο «The Mule» τον κυνηγάει ο κύριος Λευκή Αμερική (Μράντλει Κούπερ). Ο διάδοχος του σοφού σκληρού γέρου που έχει αρχές γιατί ξέρει να σέβεται τους βετεράνους. Ο πρώην πρωταθλητής στο Football κολεγίου με το σύνδρομο του Κάπτεν Αμέρικα, που νομίζει ότι αποτυχία ζωής είναι να ξεχνάς την επέτειο γάμου σου (επειδή οι γυναίκες τα θέλουν αυτά).

 

Στο μέτριο συνολικά «The Old Man & the Gun» υπάρχουν άνθρωποι με ιστορίες (όπως ο Τομ Γουέιτς), ωραία νοσταλγία και μικρές κινηματογραφικές αναφορές για να χαμογελάς για ώρες μετά τη θέαση.

Στο μέτριο συνολικά «The Mule», υπάρχει η νοικοκυρά σύζυγος που έκανε υπομονή, η στερεοτυπική κόρη που ήθελε τον μπαμπά παρών στο γάμο της, ώστε να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωή της (!) και οι Λατίνοι ναρκέμποροι είναι γεμάτοι απειλητικά τατουάζ, κοιτάζουν βλοσυρά και εξαπολύουν μόνο «cabrón» και «puta».

 

Εύχομαι σε κάθε απολογισμό χρονιάς (ή ζωής) να έχουμε το γήινο, γεμάτο κατανόηση και χιούμορ βλέμμα του Ρέντφορντ, που παρά τις χαμένες μάχες έμεινε καθαρό. Εύχομαι να μην καταλήξουμε με το σκληροτράχηλο και σας-φτύνω-στη-μούρη ύφος του Ίστγουντ. Να κρατήσουμε τα βιώματά μας για όσους μας αγαπούν, χωρίς διδάγματα και ανάγκη επιβεβαίωσης και να μη μοιράζουμε τριγύρω τη λαϊκή σοφία του γέρου που «δε μασάει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #173

Mitski

Be The Cowboy

Είναι περισσότερο με το φετινό της άλμπουμ, παρά με το Puberty 2 (2016), που η Mitski δείχνει ότι, αρκετά νωρίς στην καριέρα της, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, αλλά και μια μελωδική ψυχραιμία.

Η ποιότητα των τραγουδιών της έχει να κάνει με την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τις αρμονίεςμε τον μορφωμένο φεμινισμό στο υπόβαθρο (χωρίς το manual της πολιτικής ορθότητας) και με το βιωματικό στοιχείο (χωρίς υπερβολές και μανίες). Το υλικό της προκύπτει φτιαγμένο από αέρινα συστατικά, τα οποία στον πυρήνα τους διαθέτουν εξαιρετικές ιδέες· από αυτές που όσοι indie darlings μεγάλωσαν με τη μουσική που βγήκε μετά το 2000, θα σκότωναν να έχουν.

Έξυπνη, καλόγουστη και «κατεστραμμένη» με έναν οικείο και ενδιαφέρον τρόπο, η Mitski εκφράζει τον γοητευτικό της κυνισμό μέσα από αφηγήσεις για συναισθηματικά δυσλειτουργικές φιγούρες, ενώ τα περιπετειώδη πλήκτρα μαίνονται τριγύρω. Στην ουσία δημιουργεί δικούς της χαρακτήρες, σαν σεναριογράφος που υπογράφει τηλεοπτικούς πιλότους για το ΗΒΟ με hip, αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες στις μεγαλουπόλεις.

Η παράξενη τραγουδοποιός παίζει έξυπνα με τη μάτσο μυθολογία των «ισχυρών» και διαθέτει τον σαρκασμό που έχουν όλοι όσοι διαβαίνουν περήφανα τον μονόδρομο της μοναξιάς. Κάτι που φαίνεται σε στιγμές όπως το “Me Αnd My Husband” ή το “Why Didn’t You Stop Me?”, που αποτελούν σχόλιο για εσωστρεφείς ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μόνοι παρά τις ερωτικές τους σχέσεις (ειδικά μέσα σε εκείνες). Στο “Nobody”, πάλι, αλλά και στο “Pink Ιn Τhe Night”, φαίνεται να ανήκει στους μουσικούς στους οποίους αρκεί μία synth πλάτη για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μίας ζωής.

Το Be The Cowboy διαθέτει επικά μελοδράματα που χωράνε σε τραγούδια-μινιατούρες, για να μπορείς να τα ακούς στις προσωπικές σου στιγμές, μέσα στο ασφαλές κουκλόσπιτό σου, τότε που παίρνουν το πάνω χέρι οι ανασφάλειες και οι στεναγμοί. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια περήφανη στιγμή της σύγχρονης ανεξάρτητης pop, η οποία μαστίζεται από πυροτεχνήματα και κούφιες υποσχέσεις. Η Mitski έχει ικανότητα στην αφήγηση, παίζει στα δάχτυλα τους κανόνες της μετρονομίας και στο τέλος βγαίνει σπαθί προς τα έξω. Είναι σίγουρο ότι θα έχει μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Springsteen on Broadway

Αποτέλεσμα εικόνας για Springsteen On Broadway

Η τρυφερή βραχνάδα του Σπρίνγκστιν είναι μία από τις ψηλότερες βουνοκορφές στην οροσειρά της Αμερικάνικης μουσικής ιστορίας. Όπως η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, τα γυαλιά του Ρόι Όρμπισον, τα «Good-God» αγκομαχητά του Τζέιμς Μπράουν, τα «whoοo» του Μάρβιν Γκέι, η μοναξιά του Χανκ Γουίλιαμς και τα μαύρα ρούχα του Τζόνι Κας.

H παράσταση στο Broadway πιάνει απ’ την αρχή το νήμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινά απ’ τη γενέτειρα του Νιού Τζέρσεϊ. Ο Μπρους τραγουδάει και αφηγείται κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Η ειλικρίνειά του είναι που έχει συγκεντρώσει μια τεράστια κοινότητα πιστών που πίνουν νερό στο όνομα του.

Τον Σπρίνγκστιν όμως δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοι του ξεκινούν παγκόσμιες γιγαντοπεριοδείες  για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street band οικογένειας. Πρέπει να ξέρεις από χαμένες μάχες για να τραγουδάς αληθινά και πρέπει να έχεις συνηθίσει την απόρριψη για να έχεις αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο.

Ο Μπρους με εργαλείο μια κιθάρα, μαζί με την φυσαρμόνικα και το πιάνο, επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή.

To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στην τοξικότητα των ημερών και φωνή πολιτισμού μέσα στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ευχαριστούμε αφεντικό.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #172

Paul Weller

True Meanings

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller True Meanings

Δεν χωράει αμφιβολία πως μόνο «αληθινά νοήματα» μας έχει χαρίσει ο γνήσιος mod πατέρας, καθόλη τη μακρά καριέρα του. Όμως, τα τελευταία 10 χρόνια (από το 22 Dreams του 2008) αυτός ο διαβολεμένα όμορφος τραγουδοποιός μας έχει χαρίσει κι ένα ανίκητο σερί υπέροχων δίσκων.

Στο True Meanings, ο Paul Weller συνεχίζει να αποπνέει ζωντάνια και μια ζωτική ανάγκη για περιπέτεια. Τα τραγούδια του βάζουν κάτω εκατό φιλόδοξους τροβαδούρους· από εκείνους που αποσπούν για κάποιον λόγο τους διθυράμβους του μουσικού Τύπου και ποζάρουν με στόμφο, με την κιθάρα να κρέμεται ριχτή στον ώμο. Όμως ο Weller δεν έχει χρόνο για πόζα και ανοησίες. Σαν να έχει νικήσει τον χρόνο και, απαλλαγμένος πια από αυτό το άγχος, εξακολουθεί να ηχογραφεί μικρά θαύματα, παραμένοντας ανήσυχος.

Δεν υπάρχει νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες του κλασικού Songbook εδώ. Πρόκειται άλλωστε για έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον κολλήματα αναβίωσης, ούτε κόλλημα με την παράδοση –ούτε με τίποτα γενικά. Ο κύριος Weller κάνει άνετα σλάλομ ανάμεσα στο pub rock και στην ακουστική ψυχεδέλεια και ακροβατεί ανάμεσα στη folk που αναβλύζει «βρετανίλα» και στη soul του αμερικάνικου νότου. Η μουσική του παλέτα δεν ήταν τόσο παλλόμενη ούτε στα χρόνια της χυμώδους, νεανικής πώρωσης των Jam, ούτε καν στις soul περιπέτειες των Style Council.

Προσέξτε τα έγχορδα του “Old Castles”, τα οποία σε κόβουν σαν βούτυρο ή τη βελούδινη μελωδικότητα του “Aspects”, που σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια για να την εισπνεύσεις. Προσέξτε επίσης τη ζεστασιά του “Gravity”, το οποίο φέρνει στο μυαλό τον Richard Hawley (αλλά χωρίς την αυτερέσκεια) ή του “Wishing Well”, που θυμίζει Nick Drake (αλλά χωρίς την αυτολύπηση). Προσέξτε ακόμη τον τρυφερό φόρο τιμής “Bowie” («we all have to go, but letting go is thanking you»).

Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα άλλο παράδειγμα εκτοπίσματος σαν αυτό που παρουσιάζει ο Weller την τελευταία δεκαετία. Αναφέρομαι στην ειλικρίνειαστον ξάστερο λόγο και στη μελωδική ψυχραιμία. Στο True Meanings ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνη την ατόφια μελωδικότητα που σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια, μαζί με μια περήφανη βρετανικότητα την οποία ο Weller πάντα κουβαλάει. Η φόρμα του δίσκου είναι απαλή, η θερμοκρασία του είναι ρυθμισμένη σε ένταση «δωματίου» και οι προθέσεις του φωνάζουν για «αγκαλιά», χωρίς όμως ίχνος έντεχνης τρυφερότητας στο υπόστρωμα.

Τα νέα τραγούδια του Weller είναι λοιπόν ποτισμένα με την κληρονομιά που τον έθρεψε, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται ποικίλα και μοντέρνα. Ωραία γήινη μουσική, για καθημερινούς φθαρτούς (ή φθαρμένους) ανθρώπους.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment