Album Of The Week #111

Taylor Swift

Reputation

Ακόμη κι αν επιχειρήσουμε να βάλουμε σε τάξη τη σημειολογία της αισθητικής που καλλιεργεί μέσα στα χρόνια η Taylor Swift, η ανάλυση της εμπορικής της απήχησης είναι δύσκολη: το 6ο της άλμπουμ Reputation, είχε 400.000 προπαραγγελίες πριν τη μέρα κυκλοφορίας του· ένα νούμερο που θυμίζει ξεχασμένες εποχές της pop βιομηχανίας.

Η εκσυγχρονισμένη Barbie της νεανικής country σηκώνει πλέον για τα καλά το μπαϊράκι της σύγχρονης pop, η οποία έχει παραδοθεί στη smartphone αισθητική. Είτε βέβαια παριστάνει τη μοντέρνα Σταχτοπούτα, είτε ποζάρει σαν «darling» κάθε lifestyle εντύπου, η Taylor Swift παραμένει οχυρωμένη πίσω από μια αλάνθαστη στρατηγική προώθησης. Η διαφορά της όμως με τη Lady Gaga, είναι ότι αυτή δεν είναι «γεννημένη έτσι». Αντιθέτως, εκπροσωπεί το πιο συντηρητικό μοντέλο κατασκευασμένης σταρ: εκείνο που πατάει στην παράδοση της παραγωγής ειδώλων απ’ το στυγνό πρόσωπο της μουσικής βιομηχανίας. Οι μέρες έτσι της country pop τραγουδοποιίας είναι παρελθόν, αν και δεν θα λείψουν σε κανέναν, ούτε καν στις πιο φανατικές θαυμάστριές της, όσες την αποθέωναν από τότε. Και η ζαλιστική της άνοδος μοιάζει με αποκύημα της υγρής φαντασίωσης κάθε λογιστή ή δικηγόρου που δουλεύει σαν CEO σε παρακμάζουσα πολυεθνική δισκογραφική.

Δεν πρέπει πάντως να είμαστε κυνικοί και απορριπτικοί με το φαινόμενο Taylor Swift, για έναν απλούστατο λόγο: δεν συμβαίνει τυχαία μια τέτοια επιτυχία, ειδικά σε μια εποχή μεταμοντερνισμού, όπου όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί. Για να κατανοήσουμε τη δημοφιλία της, θα πρέπει να εντρυφήσουμε στην υπεροχή των application, που ωθούν το νεανικό κοινό να επενδύσει σε προϊόντα ψηφιακής pop. Πρέπει να ακούσουμε τη μουσική με τον ενθουσιασμό των εφήβων που σκρολάρουν το Facebook timeline τους με τέτοια ταχύτηταώστε κάθε «νέο» τραγούδι να καθιστά το αμέσως προηγούμενο «παλιό», όσο εκείνοι επικοινωνούν με memes, gifs και άλλα μονοσύλλαβα.

Τα τραγούδια του Reputation θέλουν τόσο λυσσαλέα να γίνουν απαραίτητα, ώστε ακούγονται σαν συνονθύλευμα εκκωφαντικών ρυθμών και ντελιριακών beat –αυτών που κυριαρχούν στην ατσαλάκωτη εποχή του David Guetta. Τη σκληρή δουλειά της παραγωγής αναλαμβάνουν ένα κάρο νοματαίοι, οι οποίοι στριμώχνονται στα credits, μα και άλλοι τόσοι, που δίνουν μάχη να χωρέσουν μαζί τους. Αγνοώντας, βέβαια, πως «μεγαλύτερο» και «ακριβότερο» δεν σημαίνει «καλύτερο», με αποτέλεσμα τα μπάσα στο woofer να τσιτώνουν για να καθίσει ο δίσκος πολλές βδομάδες στο No.1 του Billboard και να φάνε τα λυσσακά τους οι haters. Φυσικά, η ίδια η Swift έχει πολλά να ζηλέψει απ’ τις ομογάλακτες αδερφές της: δεν μπορεί να παράξει την υγρή R’n’B της Beyoncé, ούτε τους χυμούς της Katy Perry· δεν έχει τα παιχνιδίσματα της Britney Spears ή την απρόβλεπτη αλητεία της Miley Cyrus, δεν διαθέτει καν το αισθητήριο μόδας της Gwen Stefani.

Έτσι, τα τραγούδια της δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, αλλά πασχίζουν να παραμείνουν ζωντανά στα κοινωνικά media, πυκνώνοντας τον γύρω τους θόρυβο. Γι’ αυτό και η 27χρονη Αμερικανίδα σταρ στρέφει το ενδιαφέρον της στα media που την καταναλώνουν, στις δημόσιες κόντρες της (όπως με τον Kanye West) και σε όσες φήμες πλήττουν την υπόληψή της. Εξαπολύει λοιπόν όλη την αφέλεια του λευκού πλουσιοκόριτσου με τραπεζικό λογαριασμό που στενάζει υπό το βάρος των πολυπλατινένιων καταθέσεων, ενώ χρησιμοποιεί λέξεις όπως το «dat» στα σχόλιά της στο Instagram, σε φωτογραφίες celebrity φίλων από VIP clubs στο Beverly Hills.

Καλά όλα αυτά, όμως τα τραγούδια της ηχούν «άδεια»: αν τα γυρίσεις ανάποδα, δεν θα πέσει τίποτα κάτω. Για παράδειγμα, ακούγοντας το single “Look What You Made Me Do”, φαντάζεσαι πόσο καλύτερα θα έκανε το ρεφρέν του η Kelis ή η Fergie. Στο “Don’t Blame Me” κάνει ένα gospel πείραμα, στο “End Game” δέχεται τις επιθυμίες των promoters της να συνεργαστεί με τον Ed Sheeran, ενώ στο “I Did Something Bad” ρίχνει μπόλικη εφηβική ανεμελιά, με αστραφτερό γκλίτερ. Εάν πάντως πρόθεσή της ήταν να προσδιοριστεί ως κακό κορίτσι με στίχους όπως «I don’t trust nobody and nobody trusts me», έχει αποτύχει.

Οι καλύτερες στιγμές του Reputation είναι το “Delicate” και το “Gorgeous”, δυο όμορφα mid-tempo τραγούδια που θα μπορούσαν να είχαν πει οι Yazoo στη δεκαετία του 1980. Ακόμα κι αυτά, όμως, μπορούν να φέρουν ξαφνικό αέρα κανονικότητας μόνο σε κάποιο club του οποίου τα ηχεία μαστιγώνουν τα αυτιά εφήβων με γιαλαντζί hip hop και φτηνή reggaeton. Ας δεχτούμε απλά ότι η Taylor Swift είναι πια 27 χρονών και έβαλε σκοπό να το ρίξει έξω, φτάνει μόνο να μην «κατεβάσει» τον καπνό γιατί τη χαλάει. Το θέμα είναι αν εμάς μας αφορά αυτό το προβλέψιμο crazy night out μαζί της.

Από το Avopolis

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

Υπόθεση Γούντι Άλεν: Όλη η αλήθεια

Αυτή τη βδομάδα προβάλλεται στους κινηματογράφους η 46η ταινία του Γούντι Άλεν με τίτλο “Wonder Wheel”. Μαζί με το ετήσιο γουντιαλενικό ραντεβού στις αίθουσες, τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε και το ετήσιο πανηγύρι από κατηγορίες, κουτσομπολιό, παρασκήνιο και δημόσιες κινήσεις μικροπολεμικής που αφορούν στην προσωπική ζωή του σκηνοθέτη. Ειδικότερα φέτος, σε μια χρονιά που ένα φεμινιστικό ρεύμα ξεσκέπασε ένα σαθρό σύστημα γυναικείας εκμετάλλευσης στο Χόλιγουντ, ήταν επόμενο να βρουν χώρο και να ξεσπαθώσουν και κάθε λογής κουτσομπόλες σχετικά με τον «ανώμαλο» (!), και τον «παιδεραστή» (!!) που «παντρεύτηκε την κόρη του» (!!!) για να ανέβουν στο τρένο του hype. Πολλά site βρίσκουν χώρο για clickbait επικαιρότητας και πετάνε ανούσια άρθρα για την υπόθεση της προσωπικής ζωής του Γούντι Άλεν. Χιλιάδες υβριστικά σχόλια από χρήστες τον social media κατατάσσουν (χωρίς κανένα λόγο) τον Άλεν σε μια λίστα βιαστών, δίπλα στον Γουάινστιν. Η πρεμιέρα του “Wonder Wheel” ματαιώθηκε για να αποφύγουν οι συντελεστές τις επιθετικές ερωτήσεις στο κόκκινο χαλί. Τα screeners που στέλνονται στην ακαδημία για τα βραβεία δεν εμπεριέχουν πουθενά το όνομα του δημιουργού και μια στρατιά δημοσιογράφων υποκινούν επιθέσεις σε ηθοποιούς που δέχονται να συνεργαστούν με τον σκηνοθέτη – πρόσφατο παράδειγμα η Selena Gomez που έπαιξε την 47η ταινία του Άλεν, το “A Rainy Day in New York” που θα δούμε του χρόνου με πρωταγωνιστή τον Τζουν Λο. Όσο υπάρχει αυτό το παράξενο και νοσηρό κλίμα υστερίας και παραπληροφόρησης, αξίζει να θυμηθούμε τα αποδεδειγμένα γεγονότα, ώστε να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.

Η ταραγμένη σχέση του Άλεν και της Μία Φάροου ξεκίνησε το 1980. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ και καθ όλη τη διάρκεια της 12ετούς επαφής τους, ουδέποτε έζησαν στο ίδιο σπίτι. Επιπλέον ο Άλεν, δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαπαιδαγώγησή τους. Μέχρι το 1990 η σχέση των δυο είχε γίνει απολύτως τυπική και είχε περιοριστεί στην κινηματογραφική συνεργασία τους. Άλλωστε, η Μία πρωταγωνίστησε σε 12 ταινίες του σκηνοθέτη, όλες όσες δηλαδή κατάφερε να γυρίσει σε ισάριθμα χρόνια, μέχρι το 1992 και το υπέροχο “Husbands and Wives” που υπογράμμιζε με κάποιο τρόπο το τέλος της σχέσης. Ο Άλεν έδειχνε αφοσίωση μόνο στην Ντίλαν Φάροου την οποία υιοθέτησαν μαζί ως νεογέννητο το 1985, ενώ η Μια είχε αδυναμία στον Σάτσελ Φάροου τον οποίο γέννησε η ίδια το 1987. Η Μία απομάκρυνε με κάθε τρόπο τον Σάτσελ απ’ τον Γούντι και απέφευγε να τους αφήσει μαζί στον ίδιο χώρο. Ο παιδοψυχολόγος που κατέθεσε στη δίκη τους λίγα χρόνια αργότερα, είπε ότι ο Σάτσελ εμφάνιζε συμπτώματα παιδικής οργής όταν ο Άλεν ήταν μαζί τους, με επιθετικές κινήσεις γρατσουνιές και τσιρίγματα, κάτι που είναι συνήθως αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου απ’ τον ένα γονιό. Ο Γούντι Άλεν δεν είχε επαφή με κανένα από τα έξι παιδιά που η Μία είχε αποκτήσει με τον πρώην σύζυγό της, Αντρέ Πρεβέν, αν και ήταν εγκάρδιος μαζί τους, ειδικότερα με τον Μόουζες Φάροου, ο οποίος υιοθετήθηκε το 1980 όταν ήταν μόλις δυο ετών. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Γούντι με την Σουν-Γι Πρέβιν, έγινε μόλις το 1990, όταν η Φάροου ζήτησε απ’ τον Γούντι να συνοδεύσει την 20χρονη σε ένα παιχνίδι μπάσκετ. Η Σουν-Γι γεννήθηκε το 1970 και υιοθετήθηκε απ΄τη Μία και τον Πρεβέν όταν ήταν 7 χρονών. Καθόλη τη δεκαετία του ’80 ο Γούντι Άλεν δεν βρέθηκε ποτέ μόνος του στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.

57jjmv_1.jpg

Το κακό στην διάσημη δυσλειτουργική οικογένεια ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1992, όταν η Φάροου αντιλήφθηκε ότι ο 56χρονος τότε Άλεν και η 21χρονη Σουν-Γι είχαν ξεκινήσει να βλέπονται ερωτικά. Η Σουν-Γι ομολόγησε ότι έκαναν σεξ για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 1991, λίγο μετά τα γενέθλιά της. Η παράνομη σχέση είχε καταφέρει να μείνει κρυφή λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Έξι μήνες αργότερα απ’ το συμβάν, στα γενέθλια της επτάχρονης Ντύλαν, η Φάροου είχε γεμίσει το σπίτι με χαρτιά και σημειώσεις σε πόρτες και τοίχους, που έγραφαν ότι ο παιδόφιλος Γούντι Άλεν είναι ανεπιθύμητος στο σπίτι καθώς αφότου αποπλάνησε τη μία αδερφή, τώρα έχει βάλει στο μάτι και τη μικρότερη. Επαναλαμβάνω, ότι η η Ντύλαν ήταν μόλις 7, δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα και αυτό ήταν το πάρτι γενεθλίων της. Το καλοκαίρι του 1992, όταν ήταν πια φανερό πως δεν ήταν φευγαλέα αποπλάνηση, αλλά ο Άλεν και η Σουν-Γι είναι ζευγάρι, η Φάροου επιστράτευσε παιδοψυχολόγους και δικηγόρους για να τον χτυπήσει και τον φωτογράφιζε στα media «σατανικό», λέγοντας ότι είχε κάνει κόλαση τη ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Τα πράγματα έγιναν πολύ άγρια όταν ο Γούντι, για να σταματήσει τον αναμενόμενο κυκεώνα κίτρινου τύπου που τον ακολουθούσε, δήλωσε στη Σουν-Γι την πρόθεσή του να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί κανονικά. Λίγες βδομάδες αφότου η Φάροου έμαθε τα νέα γύρω απ’ τον επικείμενο γάμο, οργάνωσε συνάντηση με δικηγόρους και τους είπε πως η Ντύλαν παραπονέθηκε ότι ο Γούντι Άλεν την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά στη σοφίτα του σπιτιού της.

Για να υποστηρίξει την κατηγορία, η Φάροου αποφάσισε να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της Ντύλαν σε κάμερα. Για την ιστορία, η Φάροου χρειάστηκε τρεις μέρες μόνη της με την 7χρονη για να καταφέρει να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της μικρής. Η Ντύλαν, σύμφωνα με μάρτυρες, έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για τη διαδικασία και να προσπαθεί να επαναλάβει τα λόγια της μαμάς της. Επιπλέον, το τελικό αποτέλεσμα είχε μονταριστεί πολύ έντονα. Οι ειδικοί έκριναν ότι η βιντεοσκοπημένη ομολογία της Ντύλαν ήταν σκηνοθετημένη και καθοδηγούμενη απ΄τη μητέρα της. Δυο διαφορετικές ομάδες ειδικών σε περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης διεξήγαγαν 14μηνη εξονυχιστική έρευνα και δεν βρήκαν ούτε ένα στοιχείο κακοποίησης ή παράνομης συμπεριφοράς. Λίγες βδομάδες αργότερα, η Φάροου πήγε το θέμα ένα βήμα παραπέρα και δήλωσε ότι βρήκε ίχνη σεξουαλικής κακοποίησης και στον γιο της, τον Σάτσελ. Αυτές κατηγορίες δεν έφτασαν ποτέ στο δικαστήριο, καθώς τα γεγονότα χαρακτηρίστηκαν πολύ παρανοικά ακόμα και να να διερευνηθούν και η Φάροου τις απέσυρε.

Όλη η ιστορία γύρω από το «χαμένο 20λεπτο» κατά το οποίο η Ντύλαν κακοποιήθηκε στη σοφίτα, στηρίχθηκε μόνο στη δήλωση της νταντάς της. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα η συγκεκριμένη γυναίκα βρήκε την babysitter του Σάτσελ και της είπε ότι στην πραγματικότητα δεν άφησε την Ντύλαν απ’ τα μάτια της για περισσότερα από 2-3 λεπτά και ότι μετάνοιωσε πικρά που είπε αυτά τα πράγματα για «τον κύριο Άλεν που της φέρονταν πάντα τόσο καλά». Η babysitter του Σάτσελ μετέφερε τα λόγια αυτά στα media για να απολυθεί λίγες μέρες αργότερα απ’ την Φάροου. Στο μεταξύ, ο Μόουζες είχε ήδη αρχίσει να αποστασιοποιείται απ’ τη μητέρα του και να δηλώνει ότι όλη την υπόθεση την είχε ενορχηστρώσει εκείνη. Στην τρίωρη ομολογία του, ο Γούντι Άλεν αρνήθηκε κάθε κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης και μάλιστα χωρίς την παρουσία δικηγόρου υπεράσπισης. Ο Γούντι Άλεν έδωσε πρόσβαση στα πρακτικά και τις σημειώσεις της ψυχοθεραπείας του, όπου δεν βρέθηκαν ποτέ αναφορές σε ερωτικές επιθυμίες για ανήλικα κορίτσια ή έστω κάτι που να δείχνει ότι είχε οποιαδήποτε έλξη σε αγόρια. Επιπροσθέτως, ο Άλεν δέχτηκε να περάσει ανιχνευτή ψεύδους για την ιστορία. Το αποτέλεσμα τον έκρινε αθώο. Η Μία Φάροου αρνήθηκε να περάσει το ίδιο τεστ.

57jjmv_2.jpeg

Το παράξενο είναι ότι εν μέσω αυτού του χαμού, η Μία Φάροου ήθελε διακαώς να συνεργαστεί με τον Γούντι Άλεν για 13η φορά στην επόμενη ταινία του, στο “Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν” (1993). O ρόλος τελικά πήγε στην παλιά συνεργάτιδα και πιστή φίλη του Άλεν, στην Ντάιαν Κίτον, η οποία δεν είχε εμφανιστεί σε καμία από τις 12 τανίες του καθ όλη τη διάρκεια της σχέσης του με την Φάροου, εξαιτίας του βέτο που είχε ασκήσει η Μια καθώς την αντιπαθούσε. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, η Φάροου εμφανίστηκε στα γυρίσματα για να υποδυθεί την πρωταγωνίστρια, σε μια άβολη στιγμή για όλο το συνεργείο, προτού της δείξουν την πόρτα της εξόδου.

Όσον αφορά τη ζωή της Φάροου, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τέσσερα πράγματα: α) γνωρίζουμε ότι ο Ρομάν Πολάνσκι έχει κατηγορηθεί δίκαια για τον βιασμό ανήλικων κοριτσιών στη δεκαετία του 60. Η ίδια η Μία ήταν στο πλευρό του και μάλιστα κατέθεσε στο δικαστήριο προς υπεράσπισή του. Να θυμίσω ότι ο ο Πολάνσκι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης πέραν του Γούντι που της έχει δώσει αξιοσημείωτο ρόλο στο σινεμά με το «Μωρό της Ρόζμαρι». Ο Ρόναν Φάροου έγραψε τα άρθρα στους New York Times που πυροδότησαν όλη την φριχτή ιστορία σχετικά με τον Γουάινστιν, αλλά ουδέποτε αναφέρθηκε στο όνομα του Πολάνσκι. β) η Μία παντρεύτηκε τον Φρανκ Σινάτρα όταν ήταν 21 ετών. Ο Φράνκι ήταν 50 όταν άρχισαν να βγαίνουν. Η Σουν-Γι ήταν 20 όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Άλεν και αυτός ήταν 56. Οι κατηγορίες για «ανήθικη» σχέση παιδεραστίας, αν ευσταθούν για τον Άλεν, τότε θα πρέπει να «καίνε» και τον πρώτο σύζυγό της Μία. Μάλιστα η Φάροου είχε μεγάλο ιστορικό με σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους άνδρες, όπως τον Γιουλ Μπρίνερ ή τον Κερκ Ντάγκλας. γ) Ο αδερφός της Μία, ο Τζον Φάροου, πήγε στη φυλακή καθώς κρίθηκε ένοχος για τον βιασμό αγοριών μεταξύ 8 και 10 ετών. δ) H τραγουδοποιός Ντόρι Πρεβέν ήταν η πρώτη γυναίκα του Άντρε Πρεβιν (του πρώην συζύγου της Φάροου) και είχε γράψει ένα τραγούδι για τη Μία με τίτλο “Beware of Young Girls”. Το τραγούδι περιέγραφε τον τρόπο που ένα μικρό και φρέσκο κορίτσι παρίστανε τη φίλη της και τελικά της αποπλάνησε το σύζυγο. Οι στίχοι έλεγαν: «Beware of young girls who come to the door. Wistful and pale of 24. She was my friend, she was invited to my house. She admired my wedding ring, she sent us little silver gifts, oh, what a rare αnd happy pair she inevitably said, as she glanced at my unmade bed. She admired my unmade bed».

57jjmv_3.jpg

Το τέλος του τραγουδιού που μπορείτε να ακούσετε ΕΔΩ αφήνει μια πικρόχολη πρόβλεψη πως μια μέρα θα τον αφήσει κι αυτόν για κάποιον άλλον, όπως και τελικά έγινε. Οι ενοχές της Μία Φάροου για αυτή την προδοσία ήταν πολλές και στην αυτοβιογραφία της μιλάει εκτενώς και με εμμονή για την Ντόρι, την οποία αντιμετωπίζει ως πρότυπο. Αυτό το γεγονός δεν θα είχε μεγάλη σχέση με την ιστορία, εάν στον ίδιο δίσκο δεν υπήρχε μυστηριωδώς ένα τραγούδι με τον τίτλο “With My Daddy in the Attic”, που περιγράφει μια fiction ανατριχιαστική ιστορία ενός θύματος βιασμού απ’ τον πατέρα της στη σοφίτα…

Μετά το τέλος της διαμάχης, η Μία απαγόρευσε στον Γούντι να έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον Μόουζες, τη Ντύλαν και τον Σάτσελ, ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Σίμους και λίγα χρόνια μετά το άλλαξε για δεύτερη φορά σε Ρόναν. Η Μία Φάρρου υιοθέτησε άλλα 6 παιδιά μετά την υπόθεση, φτάνοντας συνολικά τα 15 παιδιά μέχρι σήμερα. Δεν έπαιξε σε καμία αξιοσημείωτη ταινία μετά το “Husbands and Wives”.

Κανείς δεν κατηγόρησε για παιδεραστία τον Άλεν πριν ή μετά τη Φάροου. Ο Γούντι και η Σουν-Γι τελικά παντρεύτηκαν το 1997 και μαζί υιοθέτησαν δυο παιδιά. Παραμένουν παντρεμένοι για είκοσι χρόνια. Παρ όλες τις κατηγορίες από την πλευρά της Μία Φάροου πως είναι πνευματικά καθυστερημένη και έτσι δέχεται εύκολα τους χειριστικούς τρόπους του Γούντι, η Σουν-Γι προχώρησε στις σπουδές της και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της το 2006.

57jjmv_4.jpg

Η υπόθεση βρήκε ξανά το δρόμο στη δημοσιότητα, με τη βράβευση του Άλεν με το βραβείο Cecil B. DeMille στις Χρυσές Σφαίρες, το 2004. Η Μία και ο Ρόναν επανέφεραν την υπόθεση στον τύπο σαν έκφραση διαμαρτυρίας για να θολώσουν το θετικό κλίμα απέναντι στον σκηνοθέτη και να αμαυρώσουν τη βραδιά, με συνεντεύξεις στο Vanity Fair και μια ανοιχτή επιστολή στους New York Times. Ένα μήνα μετά την επιστολή, ο απηυδισμένος Μόουζες έσπασε τη σιωπή του πήρε και πήρε θέση επίσημα υπέρ του Γούντι Άλεν. Συγκεκριμένα είπε: «Φυσικά ο Γούντι δεν επιτέθηκε σεξουαλικά στην αδερφή μου. Η μητέρα μου ήταν αυτή που μας μάθαινε να τον μισούμε γιατί μας έλεγε ότι διέλυσε την οικογένεια και ότι μας βίασε. Τον μισούσα για πολλά χρόνια εξαιτίας της. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι όλα τα έκανε για να εκδικηθεί το γεγονός ότι ερωτεύτηκε τη Σουν-Γι». Η σχέση του Μόουζες με τον Άλεν μετά απ’ αυτό, αποκαταστήθηκε.

Ένα απ’ τα πιο αστεία αλλά και σκοτεινά σημεία του άρθρου που δημοσίευσε το Vanity Fair, ήταν πως ο πραγματικός πατέρας του Ρόναν Φάροου δεν είναι άλλος από τον Φρανκ Σινάτρα. Η Μία δηλαδή, σε μια αδιανόητη κίνηση εντυπωσιασμού και νοσηρής εκδίκησης, παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Γούντι Άλεν τον απατούσε με τον πρώην σύζυγό της. Αυτό το θέμα φυσικά το έκρυβε όταν είχε το ρόλο της θιγομένης συζύγου στα δικαστήρια το 1993. Ο Σινάτρα μισούσε τον Γούντι Άλεν και φήμες λένε ότι προσφέρθηκε να βάλει τη μαφία να τον σκοτώσει επειδή πλήγωσε την παλιά αγαπημένη του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γούντι Άλεν είχε βασίσει το ρόλο του Lou Canova, ενός ξεπεσμένου crooner, στην ταινία “Broadway Danny Rose” (1984) στον Σινάτρα. Έτσι θα είναι πάντα, οι αληθινοί καλλιτέχνες θα έχουν για όπλο την ευφυΐα της τέχνη τους και οι ετερόφωτοι δορυφόροι τους, θα θρέφονται τρώγοντας τις σάρκες τους για πάντα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

To Νήμα

57wwNima_2.jpg

Το «Νήμα» είναι μια χειροποίητη και απαράμιλλη εμπειρία βιογραφικών σημείων και εύπλαστης μνήμης. Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (ή «The Boy» όπως τον γνωρίζουμε απ΄τη μουσική του καριέρα) με την βιρτουοζιτέ και την επιτήδευση ενός τζαζίστα βιογράφου, μιλάει για τις φοβίες, τις μάχες, τον βασανισμό και την πνευματική κληρονομιά μιας ηρωίδας με έντονη αντιδικτατορική δράση, η οποία κουβαλάει όλη την οργή και τα απωθημένα που αφήνει η μητρότητα. Σταδιακά λοιπόν μας τραβάει στον ιστό του ασυνείδητου μιας γυναίκας που βρίσκεται σε διαρκή ρήξη με το ρευστό περιβάλλον της. Το πετυχαίνει, όχι φυσικά με τη μέθοδο της άχαρης αναπαράστασης αναμνήσεων αλλά με κεντραρισμένα, κλειστοφοβικά πλάνα τα οποία κυκλώνουν δυστοπικοί ήχοι και αληθινά εφέ που αντιβαίνουν τους κανόνες της αφήγησης. Η φαινομενική αναρχία του μοντάζ και η παραμορφωμένη ματιά του φακού όμως, δεν οδηγεί τελικά σε κάτι ανοίκειο.

Το ταραγμένο σύμπαν του έργου εκφράζεται με εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς και με υποκειμενικές λήψεις, που περιορίζουν το κάδρο αλλά «ανοίγουν» την αντίληψη του θεατή. Το ρευστό μοντάζ κάνει τη μια σκηνή να χωνεύει την προηγούμενη. Ως αποτέλεσμα, ο φαντασιακός κόσμος του σεναρίου προβάλλει τον ψυχισμό μιας ηρωίδας που βασανίζεται από τους Οραματιστές (ρετροφουτουριστική αναφορά στους συνταγματάρχες της Χούντας), αγαπιέται από το μικρό της αγόρι, μεγαλοπιάνεται εξαιτίας αυτάρεσκων ψευτοδιανοούμενων της παριζιάνικης nouvelle vague, ψωνίζεται με την επανάσταση, γίνεται σοσιαλιστικό σύμβολο και φυλακίζεται στο μπουντρούμι του κορμιού της. Κάπου ανάμεσα στον αφρό της τέχνης, στο ανήσυχο πνεύμα και στο πέρασμα του χρόνου που ξεπεζεύει τα ιδανικά μας, ο θεατής αναζητά την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ξετυλίγουμε ένα κουβάρι εικόνων στους εφιάλτες μας. Το παθιασμένο όραμα του Αλέξανδρου Βούλγαρη προκρίνει η Σοφία Κόκκαλη, η οποία ερμηνεύει έξοχα την ηρωίδα, σαν να φοράει πολλές μάσκες αγωνίας στο πρόσωπό της.

Κάτω από τη φόδρα της ταινίας, φυσικά κρύβεται ένα ειλικρινές γράμμα αγάπης στην Ιωάννα Καρυστιάνη. Η ταινία δεν χαρίζεται στον βίο και τα έργα της αληθινής γυναίκας και ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καταγράψει τον πόνο που συνεπάγεται ένα τέτοιο ταξίδι με μηχανισμούς ενός φαντασιακού θρίλερ που θα οδηγήσουν σε ένα μικρό Rosebud (Κυκλάμινο). Το σκηνογραφικό στυλ μιας τόσο πολυμορφικής ιστορίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι αφαιρετικό, όμως η συνοχή και το νόημα δεν προδίδονται ποτέ, παρά τους υπερβολικoύς συμβολισμούς στο δεύτερο μέρος. Ποτέ δεν σε προδίδουν άλλωστε οι ταινίες που φτιάχνονται από δημιουργούς που νοιάζονται τόσο για τους ήρωές τους και παιδεύονται απ’ αυτούς.

57wwNima_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #110

Evanescence

Synthesis

 

Οι επικές μπαλάντες συμφωνικού ροκ που έγραψαν οι Evanescence, ήταν ο λόγος που ξέφυγαν απ’ τον σωρό της νεογοτθικής metal αφάνειας, φτάνοντας ως τα Grammy. Το συγκρότημα ευνοήθηκε βέβαια και απ’ το καλό timing, καθώς το ντεμπούτο Fallen (2003) κατάφερε να θρέψει μουσικά τις ολονύχτιες ταβανοθεραπείες μιας ρομαντικής γενιάς μαθητών, που δεν έδιναν δεκάρα για τις ασχήμιες στο προαύλιο του σχολείου, αλλά προτιμούσαν να χάνονται σε χαοτικές ζωγραφιές με έκπτωτους αγγέλους –πάντα με μαύρο στυλό στα οπισθόφυλλα των τετραδίων.

Τα τραγούδια εκείνα συστήνονται τώρα ξανά στο κοινό, σε πιο πομπώδεις εκτελέσεις, συνοδεία ορχήστρας, με νέες ενορχηστρώσεις επιμελημένες από τον David Campbell. Το Synthesis αποτελεί δηλαδή ένα επαναδούλεμα των πιο γνωστών τίτλων του αμερικάνικου γκρουπ, με γαρνιτούρα 2 καινούριες συνθέσεις.

Στην καλύτερη περίπτωση, τα τραγούδια των Evanescence θα έντυναν μουσικά μία μικρού μήκους ταινία για δύο ερωτευμένες έφηβες που αυτοκτονούν μαζί στο αγαπημένο τους νεκροταφείο, την οποία θα είχε σκηνοθετήσει μια πρωτοετής σπουδάστρια κινηματογράφου, που ασχολήθηκε σοβαρά με το σινεμά εξαιτίας της ερμηνείας του Μπράντον Λι στο Κοράκι. Στη χειρότερη πάλι περίπτωση, αποτελούν επένδυση για αυτοσχέδια βιντεάκια στο YouTube,  από συρραφές στατικών εικόνων με δακρυσμένους παλιάτσους, αιματοβαμμένες γοργόνες, λαβωμένα ξωτικά και κόκκινα ρόδα, πίσω από τζάμια με φόντο τη βροχή.

Η μελοδραματική οργή της Amy Lee βρίσκει χώρο να ξεχυθεί σ’ αυτές τις καινούριες ενορχηστρώσεις και το ένα κρεσέντο ακολουθεί το άλλο, σε μία πληθώρα από θεατρίζουζες ερμηνείες. Όμως τραγουδάει χωρίς μέτρο, σαν να θέλει να πείσει τους κριτές της επιτροπής ενός φανταστικού talent show. Η γενιά των emo μεγάλωσε και ούτε θέλει να κοιτάξει πίσω στις πρώτες της παιδικές αρρώστιες· η δε απουσία κιθάρας –ως εστέτ επιλογή– και το «συμφωνικό άλλοθι ωριμότητας» δεν ευδοκιμούν καθόλου σε ακροατές απομακρυσμένους πια από τα άγουρα νεανικά χρόνια.

Στο Synthesis, ακόμα και τα καλύτερα τραγούδια των Evanescence μοιάζουν με ιδανικές επιλογές για διαγωνισμούς ταλέντου, για όταν οι παίκτες καλούνται να πουν ένα «καλό ξένο». Το ορχηστρικό δηλαδή πανωφόρι που φοράνε κατάσαρκα το “Bring Me Τo Life” και το “My Immortal”, τους προσδίδει μια άβολη αίσθηση eurotrash. Θα έλεγα μάλιστα πως τα κάνει να μοιάζουν με αυτό που οι παρουσιαστές της εκάστοτε Eurovision χαρακτηρίζουν (με ενθουσιασμό) «καλή ροκ παρουσία».

Κάπως έτσι, το Synthesis είναι απ’ τα λίγα φετινά άλμπουμ που, μόλις τελειώσει, σου δημιουργεί την ανάγκη να βάλεις αμέσως να ακούσεις κάτι άλλο, μπας και σου φύγει γρήγορα η άσχημη γεύση.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Κ.Βήτα & Μιχάλης Δέλτα // DJ Set

Το συναισθηματικό αποτύπωμα που άφησαν οι Στέρεο Νόβα μετά τη διάλυσή τους, είναι ανυπολόγιστο. Κατά συνέπεια, είναι μεγάλος ο θόρυβος που ξεσπά γύρω από κάθε δημόσια, κοινή συνάντηση του Μιχάλη Δέλτα και του Κωνσταντίνου Βήτα. Ακόμα και η ανακοίνωση του διήμερου DJ set στα decks του club Stream, που τους επανένωσε 9 χρόνια μετά το live για τα γενέθλια της Lifo, σκόρπισε ενθουσιασμό· φανταστείτε λοιπόν τι έχει να γίνει σε μια πιθανή ανακοίνωση νέας δισκογραφικής συνεργασίας ή έστω κανονικής συναυλίας. Οι ίδιοι, πάντως, ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αν υπάρχει ουσιαστικός καλλιτεχνικός λόγος για κάτι τέτοιο.

Ο κόσμος που έδωσε το παρών σε αυτό το πάρτυ, ήθελε σαφώς να χορέψει και να διασκεδάσει. Ωστόσο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη επιθυμία όλων, ήταν να δουν τον Μιχάλη και τον Κωνσταντίνο στο ίδιο πλάνο: να τους χωρέσουν μαζί τα μάτια τους. Ας μην έπαιζαν ζωντανά τις αλησμόνητες ηλεκτρονικές μελωδίες τους, ας μην τραγουδούσαν τους ένδοξους στίχους τους. Η ιδέα πως οι δυο μουσικοί βρίσκονται στον ίδιο χώρο είναι γοητευτική· και δημιουργεί μια επιθυμία για «συμμετοχή» μέσω του χορού.

58kStereo_3.png

Την ατμόσφαιρα στο Steam φρόντισε να θερμάνει με εξαιρετικό στυλ και συνέπεια η Miss Fo. Οι deep house επιλογές της και οι παιχνιδιάρικες μίξεις, έδωσαν από νωρίς ιδανικό τέμπο. H Miss Fo μας χάρισε προσεγμένα αστικά beats, χωρίς συγκεκριμένο χρώμα, και συντόνισε τους καρδιακούς παλμούς των θεατών· πολλοί μάλιστα απ’ αυτούς, ίσως και να είχαν ξεχάσει πια τι σημαίνει να στοιβάζεται στα κλαμπ της πόλης.

Λίγο μετά τη 1, η πασίγνωστη μελωδία του “Νέα Ζωή 705” σημοτοδότησε την άνοδο των δύο βασικών ονομάτων στην κονσόλα. Ήταν μια τόσο/όσο εισαγωγή, η οποία άνοιξε τον δρόμο για ένα εξωστρεφές ηχοσύνολο, γεμάτο πυκνά, οριακά beat, από εκείνα που στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συναντούσες σε club όπως το +Soda, αλλά και στα πρώιμα πάρτι του King Size. Απελευθερωμένη house μουσική για την αθόρυβη ελίτ των νυχτόβιων πλασμάτων, αυτών που μπορούν και χορεύουν ακόμα στην καρδιά των διαβρωμένων αστικών κέντρων, αποφεύγοντας με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά των μπουζουκτζίδικων της Ιεράς Οδού και τις ντόπιες λαϊκές αγορές της mainstream μαζικής διασκέδασης, μέσω βίαιων ντεσιμπέλ και φτηνού αλκοόλ.

58kStereo_4.png

Ο Μιχάλης Δέλτα είχε άνετα τον ρόλο του frontman: ήξερε πότε να δώσει τον πλαμό, πότε να αφεθεί σε χορούς και πότε να τερματίσει την έντασηγια να ξεσηκώσει και τους τελευταίους θαμώνες. Ο Κ.Βήτα ήταν σαφώς πιο ντροπαλός, με μια ευγενική συστολή πάνω απ’ τον μίκτη, αν και στη διάρκεια της βραδιάς «λύθηκε» και σήκωνε ρυθμικά τη γροθιά του με αυτοπεποίθηση. Ακολούθησαν αρκετές ώρες γεμάτες acid house ευδαιμονία και τεταμένη space disco, που στις εποχές της ακμής της clubland θα ακούγονταν σαν μια ανέμελη διανυκτέρευση στον κήπο των απολαύσεων.

Το ντουέτο μας χάρισε ένα σφιχτό και μαστορεμένo DJ set με χρώμα, βάση και περισσευούμενη αδρεναλίνη. Οι πονηρές, «χειροποίητες» μίξεις σε κρατούσαν δέσμιο και σου έφερναν στο μυαλό την εποχή που το clubbing είχε διαφορετικό παρονομαστή και ο κόσμος εξυπηρετούσε διαφορετικές ανάγκες όταν υπάκουε σωματικά στην κλιμάκωση ανάλογων ρυθμών. Αυτή είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νοσταλγία και στην πολύτιμη ανάμνηση. Κάτι που νομίζω πως εκτίμησαν οι εγκεφαλικοί χορευτές της βραδιάς στο Steam, που ήταν πλέον στην ώριμη θέση να χορέψουν έξαλλα χωρίς να υπάρχει ανάγκη να καταρρεύσουν απ’ την κραιπάλη το ξημέρωμα.

Και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, ήταν Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί…

58kStereo_5.png

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #109

Billy Corgan
Ogilala
Ας το πάρουμε απόφαση: ο frontman που υπήρξε μία από τις βασικότερες πηγές έμπνευσης της δεκαετίας του 1990 και άφησε το στίγμα του στην Generation X γράφοντας ροκ τραγούδια που ζέσταναν την καρδιά μας, έχει χαθεί οριστικά. 

Ο Billy Corgan, ο οποίος έδωσε φωνή στη «μελαγχολία και στην αέναη θλίψη» της νιότης μας και όρισε ως σημείο βρασμού το ZERO για το εναλλακτικό rock, κατάντησε ο ίδιος να μας προκαλεί θλίψη και να συμπεριφέρεται σαν μηδενικό. Εκείνο όμως που δεν έχει εξαφανιστεί ολοσχερώς είναι το αδιανόητο ταλέντο του στην τραγουδοποιία· το Oceania (2012) και το Monuments Τo Αn Elegy (2014) που κυκλοφόρησε με το όνομα των Smashing Pumpkins ήταν αξιόλογοι δίσκοι, με ωραίο υλικό. Θα ήμουν λοιπόν άνετος με τον σημερινό Corgan αν ήταν απλά ένας εμμονικός «has been», ο οποίος γκρινιάζει για τα περασμένα μεγαλεία. Δυστυχώς, οι λόγοι που κάνουν δύσκολη την προσέγγιση του νέου σόλο δίσκου του, είναι σοβαρότεροι.

Τα τελευταία 20 χρόνια, μετά την τελευταία πραγματικά σπουδαία δουλειά του (Adore), ο Corgan θρέφει με παράλληλες δραστηριότητες την ανεπίκαιρη παράνοιά του. Να αφήσουμε στην άκρη τη χρηματοδότηση αγώνων wrestlingως εκκεντρικότητα, να αγνοήσουμε (με το ζόρι) τη new age ιστοσελίδα που είχε φτιάξει για θέματα αρμονίας ψυχής, σώματος και πνευματικής αφύπνισης. Να υποβιβάσουμε σε επίπεδο «κουτσομπολιού» τα παραληρηματικά ξεκατινιάσματα στο Twitter και τη σχέση του για ένα φεγγάρι με την Tila Tequila –το trash σελεμπριταριό που είχε εκφραστεί θετικά για τον Χίτλερ.

Πώς όμως να προσπεράσουμε ότι ο άνθρωπος έχει εξισώσει δημόσια τους διαδηλωτές στις προεκλογικές ομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ με την Κου Κλουξ Κλαν; Πώς να παραβλέψουμε ότι είναι τακτικός καλεσμένος στην αμφιλεγόμενη εκπομπή του ακροδεξιού Alex Jones, όπου μιλάνε για θεωρίες συνωμοσίας; Σε μία απ’ αυτές που άντεξα να δω 10 λεπτά, ο Corgan έκανε παραλληλισμό της Φάρμας των Ζώων με το …Matrix, μιλώντας για ελευθερία της σκέψης στη Nέα Tάξη Πραγμάτων. Για να ακούσεις πια με καθαρό μυαλό τα τραγούδια του, πρέπει να ρυθμίσεις στο mute τέτοιες άβολες σκέψεις.

Πού μας αφήνουν όλα αυτά ως προς το Ogilala;

Αφιέρωσα δύο παραγράφους στη ζωή του Corgan γιατί είναι αδύνατο να συγκεντρωθείς στα νέα του τραγούδια χωρίς να τον ακούς να σου ψιθυρίζει στο αυτί θεωρίες για τη συνωμοσία της κλιματικής αλλαγής, για τα επικίνδυνα εμβόλια, για την επίπεδη Γη ή για ό,τι άλλο του καίει τον εγκέφαλο. Αυτό το «Take me as I am» που τραγουδάει ικετευτικά στο “The Spaniards”, είναι το πιο ανέφικτο πράγμα που μπορεί πια να μας ζητήσει.

Αρχικά, μας συστήνεται ως William Patrick· ποιος αφυπνισμένος πνευματικά 50χρονος θέλει άλλωστε να αποκαλείται ακόμα Billy; Στη συνέχεια αποδεσμεύεται από ηλεκτρονικούς ήχους και κρουστά και επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο την ακουστική του πλευρά, στο ύφος που θα ακούγονταν οι R.E.M. σε unplugged διασκευές του Elton John. Η παραγωγή του Ogilalaανήκει στον Rick Rubin, ο οποίος αναδεικνύει στη μίξη τη φωνή του Corgan, χωρίς να την καλλωπίζει. Ο τραγουδοποιός αφήνει τις ρωγμές της φωνής του να φανούν, χωρίς ρετούς. Έχει διανύσει μια διαδρομή 30 χρόνων για να έχει ακομπλεξάριστη αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο. Παρά την αμεσότητα και την ειλικρίνεια του εγχειρήματος, όμως, ο Corgan είναι 20 χρόνια νεώτερος απ’ ό,τι θα ‘πρεπε για να κάνει ο Rubin μαζί του το κόλπο που έκανε με τον Johnny Cash. Όπως δεν του είχε βγει η shoegaze στροφή στο άλλο του σόλο άλμπουμ, το The Future Embrace (2005), έτσι δεν λειτουργεί και η ακουστική εκδοχή απ’ το σκαμνί του έμπειρου folk τροβαδούρου.

Βέβαια, τα ίδια τα τραγούδια δεν φταίνε καθόλου για την όποια αστοχία του δίσκου. Ο Corgan έχει στον οργανισμό του το ίδιο ένζυμο με τον Paul McCartney και τον Burt Bacharach, αυτό που έχουν δηλαδή οι άνθρωποι στων οποίων το κεφάλι συνωστίζονται χιλιάδες μελωδίες, που θέλουν να βγουν προς τα έξω. Εξακολουθεί να είναι καλός συνθέτης, να περιφρονεί μεγαλοπρεπώς τα κλισέ και να έχει μια ακαταμάχητη θηλυκότητα στον τρόπο με τον οποίον εκφράζεται. Και με τραγούδια όπως το “Processional” και το ”Aeronaut”, διατηρεί την ικανότητά του να μας ρίχνει, παρόλο που του τα έχουμε μαζεμένα.

Ο «artist formerly known as Billy Corgan» κάποτε μας έκανε να νιώθουμε ότι πετάμε πάνω από έναστρους ουρανούς με τις κιθάρες του Siamese Dream. Φέτος μας χαρίζει έναν δίσκο γεμάτο με γλυκά και καλοσυνάτα τραγούδια, όπως το “Shiloh”, στο οποίο βγάζει τον Nick Drake από μέσα του. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει όμως το γλυκό από το αδιάφορο, καθώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα βρεθεί κάποιος που θα ανατρέχει σε αυτά τα κομμάτια, ακόμα κι αν τα ευχαριστήθηκε σε πρώτη ακρόαση: το Ogilala θα αρέσει σε όλους αλλά θα εξατμιστεί σύντομα, ακόμη και στα αυτιά των πιο ορκισμένων αμετανόητων.

Τελικά, ισχύει το «The world is a vampire». Και θύμα του είναι ο Corgan, ο οποίος είχε τον κόσμο στα πόδια του και κατέληξε ημίτρελος και ταλαντούχος, εγκλωβισμένος σε ένα τηλεοπτικό reality δικής του κατασκευής, έρμαιο των εμμονών και του πολέμου που διαδραματίζεται μόνο στο κεφάλι του. Ελπίζω το επόμενο άλμπουμ να μην τον βρει να διαφημίζει στην τηλεόραση βιβλία με αποκαλύψεις για Νεφελίμ, αλλά να ξαναπιάσει τις κιθάρες του Gish και να τραγουδήσει με την πνιχτή και χαδιάρα φωνή του όσα βασανίζουν το υπέροχα παράξενο μυαλό που απολαμβάναμε πριν τη new age αυτοβελτίωση και τους εξωγήινους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Lucky

58yyLucky_1.jpg

Το Lucky είναι ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Πρόκειται για την πρώτη ταινία του έμπειρου, ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, ενός καρατερίστα που μπορεί να υποδυθεί πειστικά απ’ τον τον all American, φιλήσυχο οικογενειάρχη, μέχρι τον ψυχοπαθή της διπλανής πόρτας. Το Lucky είναι ταυτόχρονα και το ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο δευτεραγωνιστή Χάρι Ντιν Στάντον. Ο τελευταίος ρόλος που σφράγισε με κομψότητα μια τίμια και μακρά καριέρα την οποία ο Χάρι Ντιν έχτιζε σιωπηρά εδώ και δεκαετίες. Το αργό τέμπο αυτής της ανέλπιστα αισιόδοξης κινηματογραφικής μπαλάντας, θα ξενίσει μια μερίδα του κοινού που είναι μαθημένο να κρεμιέται απ’ την πλοκή. Δεν έχει καμία σημασία όμως αυτό ως προς την αντικειμενική αξία αυτής της γλυκιάς και ευρηματικής κωμωδίας.

58yyLucky_2.jpg

Το χιούμορ λάμπει πανηγυρικά σε αυτή την χαμηλοβλεπούσα δραμεντί. Η ταινία επικοινωνεί με ένα χιούμορ απρόβλεπτο, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται σε ίση ταχύτητα. Αυτά που συμβαίνουν όταν η μπαταρία του χιούμορ πέφτει, αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία. Όταν η αφήγηση αφήνεται με σιγουριά στις ήπιες, αμήχανες, καθημερινές στιγμές του Λάκι, πετυχαίνει μια περιστασικακή γεύση από σουρεαλισμό, αλλά και ένα υπόγειο φιλοσοφικό δέος, πολύ διακριτικό. Το δέος αυτό αφήνεται ελεύθερο να αρμενίσει και να καθίσει στην καρδιά του θεατή, σαν απρόοπτη και στοχαστική ενατένιση στο πνιγηρό συναίσθημα του θανάτου.

Ο Χάρι Ντιν Στάντον μας άφησε πλήρης ημερών, στα 91 του, χορτασμένος από εμπειρίες και ζωή. Όμως, το αναπόφευκτο τέλος τον τρομάζει, όπως ακριβώς τον μοναχικό ηλικιωμένο που τόσο υπέροχα υποδύεται. Η ρουτινιάρικη καθημερινότητά του στη μικρή κωμόπολη που ζει, περιλαμβάνει σταυρόλεξα, πρωινή γυμναστική, καφέ στο diner, τηλεπαιχνίδια γνώσεων και small talk με τους θαμώνες του τοπικού bar. Ο Λάκι, με στωικότητα στην έκφραση και την τρυφερότητα στα μάτια, θέλει να αντιμετωπίσει με ορθολογισμό το τέλος του. Δίχως απελπισία και πεσιμισμό. Με όπλο τη ρουτίνα και τις άδειες στιγμές που γεμίζουν τις μέρες του. Το αποτέλεσμα διακρίνεται από σπάνια κινηματογραφική απλότητα. Αυτό το χαμηλότονο και ελεύθερο ταξίδι αναζητεί ματιά ανάλογων προσόντων για να διανύσει τη μοναχική του διαδρομή μέσα στη θάλασσα των crowd pleasing ταινιών μαζικής κατανάλωσης.

58yyLucky_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #108

Carla Bruni
French Touch

Φανταστείτε ότι είστε καλεσμένοι σε δεξίωση που λαμβάνει χώρα στο μεγάλο σαλόνι μιας έπαυλης, στα γενέθλια ενός υπερήλικα μεγιστάνα (φανταστείτε το, μπορείτε).

Η κατανάλωση σαμπάνιας με σπάνια ορντέβρ, το χάζι στα φορέματα των νεαρών δεσποινίδων που συνοδεύουν τους καλεσμένους επιχειρηματίες και το χαμηλόφωνο small talk στα πηγαδάκια σταματάει απότομα: η όμορφη και κατά πολύ νεότερη σύζυγος του εορτάζοντα, η οποία έχει αρχίσει μαθήματα ορθοφωνίας και κιθάρας με τους πιο ακριβούς δασκάλους, θα δώσει ένα ρεσιτάλ, αποκλειστικά για τους παρευισκoμένους, με τα αγαπημένα της «ροκ» και «μοντέρνα» τραγούδια. Η υπομονή που θα δείξετε και τα γελάκια τα οποία θα πνίξετε όταν θα κάθεστε λίγα μέτρα πίσω από την πολυθρόνα του ευκατάστατου κυρίου –κι ενώ θα σας έρχεται ο καπνός από το πούρο που καπνίζει, περήφανος για το κορίτσι του– αποτυπώνουν την αίσθηση της ακρόασης αυτού του δίσκου.Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν υπήρξα ποτέ αρνητικά προκατειλημμένος με την καλλονή που γεννήθηκε για τον τίτλο της «πρώτης κυρίας»· η Carla Bruni μου είναι συμπαθής, καθώς δεν έχει τη μπίχλα πολλών εστεμμένων celebrities. Επιπλέον, το πρώτο της άλμπουμ Quelqu’un M’a Dit (2003), παραμένει ιδανικό για μελαγχολικά, Κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι.

Στον φετινό της τώρα δίσκο, η αυτοκρατορική σύζυγος διασκευάζει αγαπημένα της (λέμε τώρα) τραγούδια, ερμηνεύοντάς τα στα αγγλικά, με ένα κάποιο «γαλλικό άγγιγμα» στην έκφραση, όπως προμηνύει και ο τίτλος. Η Bruni θυμίζει εδώ καλοθρεμμένη γόνο για την οποία έχει προσχεδιαστεί ο τέλειος διπλωματικός γάμος, εκείνη όμως πιστεύει μέσα της ότι είναι αντισυμβατική και «προχώ», απλά γιατί έχει κάποια CD των Rolling Stones και των Depeche Mode τα οποία ακούει τις νύχτες και οι γονείς της δεν θα καταλάβουν ποτέ.

Στο French Touch, το πρώην μοντέλο τραγουδάει σαν να χαριεντίζεται ηδονικά σε μεταξωτά σεντόνια, ενώ ταυτόχρονα βαριέται του θανατά. Καλύπτει τις αδυναμίες της στα φωνητικά πίσω από εφαρμοσμένα τρικ, σαν την «καπνισμένη» βραχνάδα και τους υγρούς αναστεναγμούς· πάντα με ένα σαγηνευτικό χαμογελάκι σε κάθε φθόγγο και με ένα αχρείαστο κλείσιμο του ματιού σε κάθε συλλαβή. Μερικές «σατέν» διασκευές, όπως στο “Miss You” των Stones και στο “Highway Τo Hell” των AC/DC, μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για lounge συλλογές, από αυτές που μοιράζουν τα club της Ibiza με το δεύτερο κοκτέιλ σε θαμώνες που ευαγγελίζονται τις νερόβραστες chill-out και bossa nova εκτελέσεις. Άσε που πετάει κι ένα ξεκούδουνα χαριτωμένο «Mon amour tu me manques» στο “Miss You” («French Touch», να μην ξεχνιόμαστε).

Ωστόσο η Carla Bruni δεν έχει ιδέα τι λέει όταν τραγουδάει το “Stand Βy Your Man”, ενώ στην καλύτερη περίπτωση κάνει καραόκε στο “Moon River” του Henry Mancini. Δεν θα ήμουν τόσο αυστηρός αν με έπειθε ότι το διασκεδάζει λιγάκι, πιστεύω όμως ότι ακόμη και το αυθόρμητο γελάκι της στο “Perfect Day” του Lou Reed ήταν προσχεδιασμένο και γραμμένο στο χαρτί.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Καζαντζάκης

Ο τίτλος της ταινίας θα όφειλε κανονικά να είναι «Καζαντζάκης ο Μεγαλοπρεπής», καθώς η αισθητική και η σκηνοθετική ικανότητα του Γιάννη Σμαραγδή συγκρίνονται μόνο με αυτές των  αντίστοιχων δημιουργών των τούρκικων σήριαλ (τύπου “Σουλειμάν”) και με ανάλογες δημιουργίες του χείριστου είδους. Η ταινία ακολουθεί τα γεγονότα της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του Καζαντζάκη, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και φιλοδοξεί να ανασκευάσει όσα σημάδεψαν τη ζωή ενός ανήσυχου ανθρώπου, ο οποίος έγινε από νωρίς διάσημος στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ενώ κατάφερε να αφήσει πίσω του αρκετά σπουδαία βιβλία. Όμως οι 2 ώρες που διαρκεί το φιλμ είναι παντελώς ανέμπνευστες και αγγίζουν τα όρια της «προχειράντζας». Το στοίχημα της ταινίας είναι να εξερευνήσει το αόρατο πεδίο του βάρους της υπογραφής του παθιασμένου στοχαστή. Ο Σμαραγδής δεν φεύγει από τον στόχο του, αλλά το κάνει με ψευδοϊστορική αφέλεια, σε ένα έργο που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ξόδεμα ενέργειας.

60_2.jpg

Όσοι έχουν δει προηγούμενες δουλειές του Γιάννη Σμαραγδή («Ελ Γκρέκο», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι») γνωρίζουν καλά ότι τον διακρίνει μια επιδερμική προσέγγιση σε επίπεδο τηλεταινίας, με μπόλικη δόση αβάσιμης ματαιοδοξίας. Έτσι, οι σταθμοί στη ζωή του Καζαντζάκη υπογραμμίζονται με ένα άβολο χριστιανικό στυλ, του είδους που συναντάμε σε εκπαιδευτικές ταινίες για κατηχητικά. Οι σκηνές πλαισιώνονται με camp παρουσίες, όπως η καρικατούρα της Μελίνας Μερκούρη (η Ζέτα Δούκα σε αποκριάτικη αμφίεση Μελίνας) και η περσόνα του Άγγελου Σικελιανού (με εξαιρετικά φροντισμένο φρύδι, το οποίο ταιριάζει σε έκφυλο μπάρμπα και όχι σε καλλιεργημένο μεγαλοαστό). Το πανηγύρι κακογουστιάς συμπληρώνει η γειτόνισσα, που με ύφος αλαφροίσκιωτης χαρτορίχτρας, προειδοποιεί τον ήρωα να «μην πάει στην Κίνα».

Η πατριωτική ψυχαγωγία αγγίζει τα όρια της χασμωδίας και σαν να μην έφτανε αυτό ο Σμαραγδής ανακάλυψε ότι ο κόσμος του διαδικτύου προσφέρει εικόνες σε public domain. Αντί λοιπόν να κινηματογραφήσει ένα ταξίδι του τρένου ή τα ξωκλήσια της Κρήτης, δανείζεται εικόνες, θαρρείς από screensaver και από διαφημίσεις για τον τουρισμό. Σαφώς ανήθικη επιλογή που υπονομεύει το έργο και δεν σέβεται τι σημαίνει κινηματογραφική αισθητική. Για να καταλάβετε τι εννοώ, η αναζήτηση του Καζαντζάκη στην έρημο συνοψίζεται με ένα travelling πλάνο, δανεικό από κάτι σαν το National Geographic, με μια εικόνα του ήρωα να γονατίζει (που μπορεί να είναι στην ψιλή άμμο μιας παραλίας). Αυτό είναι το σινεμά; Πρόκειται τελικά για απόλυτη διηγηματική σύγχυση που απογειώνεται από την ενοχλητική τοποθέτηση προϊόντος. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το μέλι Αττική και κυρίως τα παξιμάδια Τσατσαρωνάκη είναι προϊόντα που η ταινία στα τρίβει στη μούρη, εξασθενίζοντας το δραματικό πυρήνα που όφειλε να έχει η βιογραφία ενός τόσο αξιοσημείωτου ανθρώπου.

60_3.jpg

Αναρωτιέμαι αν ο κύριος Σμαραγδής μπορεί να θεωρεί ότι μπορεί ένας ηθοποιός όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, να ερμηνεύει τον ήρωα από τα 16 του μέχρι τα 70 του, και ξαφνικά 3 χρόνια αργότερα (στα 73 του) να έχει το πρόσωπο του Στέφανου Ληναίου. Κανένας σεβασμός στους ηθοποιούς που μένουν ξεκρέμαστοι και εκτεθειμένοι με τόσο κακές επιλογές. Αυτή η κατακλυσμιαία επίδειξη άστοχων επιλογών του σκηνοθέτη στην προσπάθειά του να καλοπιάσει το κοινό, είναι γεμάτη εικόνες που δεν έχουν καν τη συναίσθηση της εφημερότητάς τους.

Παρόλη την τοποθέτηση προϊόντος, τις ψεύτικες εικόνες ερήμου και τρένων, τον υστερικό ψευδορομαντισμό στις σκηνές της Μόσχας, το ιστορικό φούμαρο στην περίοδο του Εμφυλίου, όλα θα ήταν καλύτερα αν δεν υπήρχε η ενοχλητική παράμετρος του μισογυνισμού. Οι γυναίκες του φιλμ στην καλύτερη περίπτωση φέρονται σαν προσωπικοί βοηθοί και δακτυλογράφοι των συζύγων τους. Γυναίκες που υπάρχουν μόνο και μόνο για να κοιτάνε τους άντρες τους με θαυμασμό στα μάτια, δίχως ανταμοιβή και χωρίς να εισπράττουν συναίσθημα. Η αναδρομή μέσα μια σειρά από αναμνήσεις δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Ο Σμαραγδής περιδιαβαίνει ανενόχλητος με θράσος «περισπούδαστου αδιάβαστου» που πατάει σε υπολογισμένες προσδοκίες, προσθέτοντας έτσι ένα ακόμα ένα αξιοθρήνητο φιλμ στην αχρείαστη φιλμογραφία του.

60_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Happy End

60ttt_1.jpg

Ο μέγας δημιουργός Μίκαελ Χάνεκε εστιάζει με πειθώ και με σκηνοθετική ακρίβεια στους χαρακτήρες μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Ένα ατύχημα σε κάποιο έργο της κατασκευαστικής  εταιρείας η οποία τους ανήκει, θα σταθεί η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι από μυστικά και ψέμματα. Ο Χάνεκε, έχοντας υπογράψει κάμποσα αριστουργήματα στην καριέρα του, καταπιάνεται με ένα ήπιας δυναμικής σενάριο, που θα μπορούσε να κινηματογραφήσει και ο Γούντι Άλεν (στα πιο δραματικά του). Η κατάμαυρη ειρωνεία επάνω στην ανασφάλεια, στις εμμονές και στην αλλοτρίωση της έκπτωτης μεγαλοαστικής τάξης, είναι η πρώτη ύλη για μια βαθιά πεσιμιστική και ουσιαστικά πολιτική ταινία. Με υπομονή και σεμνότητα, ο Χάνεκε κινηματογραφεί ήρωες αληθινούς και σάρκινους. Με ψύχραιμη μελαγχολία αφουγκράζεται την απελπισία στις επιλογές και την ψυχολογική δοκιμασία των ηρώων του. Μπορεί το Happy End να μην αγγίζει τα μπεργκμανικά ύψη της «Λευκής Κορδέλας», να μην έχει την αιχμηρή επιφάνεια του «Κρυμμένου» και να μην είναι τόσο διεισδυτικό όσο η «Δασκάλα του Πιάνου», όμως ο 75χρονος Γερμανοαυστριακός δημιουργός επανέρχεται στο γνήσια μισανθρωπικό και ασφυκτικό φιλμικό του σύμπαν, ακόμα και με τη μορφή της ανάλαφρης ηθογραφίας.

Το υπαρξιακό αδιέξοδο, η υπόκωφη κατάθλιψη, τα κληροδοτημένα «γονεϊκά» αμαρτήματα, οι ψηφιακές εικόνες βίας, το φαίνεσθαι των περήφανων αστών, ο στραγγαλισμός της ελεύθερης σκέψης, το παράνομο sexting, ο ευτελισμός των ιδανικών και οι οικογενειακές σχέσεις που έχουν χτιστεί στο ψέμα, όλα βρίσκονται στο μικροσκόπιο του δημιουργού, ο οποίος για πρώτη φορά μοιάζει να θέλει να δώσει μια μικρή ελπίδα στους ήρωές του. Τα αμίλητα κάδρα του φιλμ λένε όσα άλλοι σκηνοθέτες χρειάζονται σκηνές μακράς διάρκειας με voice over. Aυτό που στα χέρια έτερου σκηνοθέτη θα ήταν ένας κατακλυσμός από εύκολους εκβιασμούς, εδώ είναι παραταγμένο με αρχοντιά και σοφία. Από την εποχή του “Benny’s Video” ο Χάνεκε έδειξε ότι ήξερε πως να αντικρίσει κάθε φορά την τεχνολογία. Όσον αφορά όμως το Happy End, πρέπει να πούμε συγχαρητήρια στον άνθρωπο που του έδειξε το Snapchat. Του χρωστάμε χάρη.

60ttt_2.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #107

Stereophonics

Scream Above The Sounds

Χωρίς τίποτα απολύτως το εναλλακτικό, οι Ουαλοί παίζουν την ηρωική και «

Φαίνεται ίσως δύσκολο να το πιστέψουμε, αλλά στα ξεκινήματά τους οι Stereophonics ήταν μοντέρνο συγκρότημα, με cuttin’ edge και πυγμή.

Βέβαια, εξίσου δύσκολο είναι να ξαναπιστέψουν όσοι ακροατές έχουν εγκαταλείψει πια το τρένο τους, ότι εν έτει 2017 το συγκρότημα δεν ηχεί καθόλου παρωχημένο και βαρετό. Το νέο άλμπουμ Scream Above Τhe Soundsδεν διαθέτει απολύτως τίποτα εναλλακτικό –και, όχι, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Επίσης, δεν διακυβεύονται πολλά σε επίπεδο «δράματος» και ο δίσκος είναι ακριβώς ό,τι θα χαιρόταν μια cool, σύγχρονη μαμά να ακούει στα ακουστικά του ο ανήλικος γιος της. Όχι, ούτε αυτό είναι απαραίτητα κακό.

Θεωρώ ότι ο σημαντικότερος λόγος που οι Stereophonics δεν έχουν πνιγεί στο βόλεμα και στην προβλεψιμότητα, παραμένοντας μια μπάντα συγκινητική, είναι η φωνή του Kelly Jones. Είναι εντυπωσιακό το πόσο ωραία και άνετα τραγουδάει ο Jones. Οι ερμηνείες του διαθέτουν την ευγένεια ενός ανθρώπου που έχει ακόμα τη διάθεση να «τα χώσει»: η φωνή του έχει αρρενωπότητα, μα και μια ικεσία ταυτόχρονα. Ο άλλος σημαντικός λόγος είναι ότι το γκρουπ εκμεταλλεύεται την εμπειρία του, μένοντας ταγμένο στη δουλειά και στην ενορχήστρωση και όχι στο κυνήγι της εύκολης, κολλητικής μελωδίας.

Το “All In One Night” προκαλεί εκείνη τη μοναχική μελαγχολία μετά το hangover που προκαλούσε και η παλιότερη αγαπημένη επιτυχία τους, το “Maybe Tomorrow”. Η γκρουβάτη αναπόληση του “What’s All The Fuss All About”, με τα παρατεταμένα πνευστά, καθώς και το τρυφερό “Geronimo” –το οποίο θα υπέγραφαν δίχως δεύτερη σκέψη οι Waterboys– είναι τραγούδια που μας θυμίζουν ότι το rock ‘n’ roll μπορεί να είναι απλή υπόθεση, όπως ένα (ημι)έξαλλο ξεφάντωμα με παιδικούς φίλους, χωρίς δράματα και δεύτερες σκέψεις.

Πίσω όμως από τα «κολεγιακά κουσούρια» του παρεΐστικου rock, τα κομμάτια του Scream Above Τhe Sounds είναι τεχνικώς οργανωμένα: πουθενά δεν υπάρχει στις ηχογραφήσεις μία έστω και φευγαλέα ένδειξη ότι το συγκρότημα δεν «σοβαρολογεί». Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που συνδέει με κάποιο τρόπο τους Stereophonics με την «άλλη σοβαρή μπάντα απ’ την Ουαλία» τους Manic Street Preachers. Άλλωστε και τα δυο συγκροτήματα είχαν από έναν αδικοχαμένο ντράμερ.

Οι Stereophonics παίζουν την ηρωική και «αγορίστικη» μουσική τους με το σθένος 20άρηδων και μας πείθουν να ξεχάσουμε την ηλικία τους. To ανάλαφρο “Caught By The Wind” και το εμψυχωτικό “Cryin’ In Your Beer” εξυπηρετούν ένα συνολικό, συνεκτικό όραμα, ωραία εκτελεσμένο, που τουλάχιστον φτιάχτηκε με σκληρή γυμναστική στον στίβο των συναυλιών και όχι με new age βότανα ευεξίας και μάσκες ομορφιάς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Το Οριάν Εξπρές και ο Ηρακλής Πουαρό

Η παράξενη και σκοτεινή υπόθεση φόνου που εξελίσσεται στο ακινητοποιημένο εξαιτίας του χιονιά, Οριάν Εξπρές, έμεινε στην ιστορία ως μια από τις κορυφαίες ιστορίες που γέννησε η φαντασία της Άγκαθα Κρίστι. Το έγκλημα στο μυθικό τρένο με προορισμό το Καλέ, αποτέλεσε έναν από τους πιο δύσκολους γρίφους που έλυσε ο Ηρακλής Πουαρό. Ο Βέλγος ντετέκτιβ αναβιώνει φέτος στον κινηματογράφο από τον Κένεθ Μπράνα, ο οποίος τον υποδύεται και ταυτόχρονα σκηνοθετεί την λαβυρινθώδη ιστορία δολοφονίας ενός παράνομου επιχειρηματία, μέσα στο πολυτελές τρένο. Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έστω έχουν δει την παλιότερη εκδοχή του Σίντνει Λιούμετ, θα γνωρίζουν ότι μια τέτοια ιστορία προσφέρεται για all-star cast στη διανομή των ρόλων. Ο σκηνοθέτης επιστρατεύει την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ουίλεμ Νταφόε, την Τζούντι Ντεντς, τον Τζόνι Ντεπ και την Μισέλ Φάιφερ για να δώσει λάμψη και φωτογένεια στο κομψό μυστήριο που αναπτύσσεται ανάμεσα σους ετερόκλητους χαρακτήρες.

62bAgatha_1.jpg

Ο Μπράνα δεν επιχειρεί μια ριζοσπαστική διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος και προσεγγίζει παραδοσιακά το υλικό του, απευθυνόμενος (δυστυχώς) στη γενιά που γνώρισε τον Σέρλοκ Χολμς μέσα από τις ταινίες του Γκάι Ρίτσι. Από την προηγούμενη ταινία του άλλωστε, την «Σταχτοπούτα», μας έδειξε τις προθέσεις του να κατασκευάσει την τέλεια οικογενειακή ιστορία, από αυτές που βλέπονται για πολλά χρόνια το μεσημέρι των Χριστουγέννων μετά το φαγητό, δίπλα στο δέντρο με τα δώρα. Ως αποτέλεσμα, το σασπένς δεν χτίζεται πειστικά μέσα στη γενικότερη προσπάθεια για «κλασικά εικονογραφημένα». Η μεγαλομανία και η «Σαιξπηρόπληκτη» (αν μου επιτρέπεται η λέξη) αυταρέσκεια που χαρακτηρίζουν κάθε ερμηνεία της καριέρας του Κένεθ Μπράνα, ευτυχώς παραμερίζονται σχετικά εδώ, αν και η ψωνισμένη πλευρά του (αυτή που τον κάνει αρεστό σε φοιτήτριες δραματικών σχολών) βρίσκει το δρόμο της προς την επιφάνεια, ιδιαίτερα στην τελευταία σκηνή της λύσης του μυστηρίου.

Ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε άλλους 5 ηθοποιούς που ερμήνευσαν τον αριστοκράτη Βέλγο ντετέκτιβ με το προσεγμένο μουστάκι, την παλιομοδίτικη ευγένεια, την εμμονή στη συμμετρία και την πίστη του στη φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Austin Trevor

62bAgatha_3.jpg

Ο πρώτος ηθοποιός που ενσάρκωσε τον Πουαρό ήταν ο Όστιν Τρέβορ, ο οποίος έπαιξε σε τρεις Βρετανικές παραγωγές της δεκαετίας του 1930 – στο “Alibi” (1931), στο “Black Coffee” (1931) και το “Lord Edgware Dies” (1934), από τα ομώνυμα μυθιστορήματα της θείας Άγκαθα. Εξαιρετικά δυσεύρετες ταινίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος πλέον, αλλά γοητευτικές με τον τρόπο τους.

Tony Randall

62bAgatha_4.jpg

Η ιστορία του “The Alphabet Murders” (1965) αφορούσε μια σειρά δολοφονιών στο Λονδίνο όπου τα θύματα δολοφονούνταν με βάση τα αρχικά του ονόματός τους. Η ταινία προβλήθηκε και στην Ελλάδα με τον τίτλο “Μεσάνυχτα στο Πικαντίλι”. Ο η θοποιός Τόνι Ράνταλ πλησίασε με στυλ και με κωμική φλέβα όλα τα γοητευτικά στερεότυπα της εικόνας του Ηρακλή Πουαρό.

Albert Finney

62bAgatha_5.jpg

Την πρώτη και αξεπέραστη κινηματογραφική διασκευή του “Murder on the Orient Express” έκανε ο Σίντνει Λιούμετ το 1974. Ο Άλμπερτ Φίνεϊ είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο του εκκεντρικού Βέλγου. Το  Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (ή “Φόνος στο Όριεντ Εξπρές”) ήταν τεράστια εμπορική επιτυχία που έφτασε μέχρι τα όσκαρ, με ένα φανταστικό cast: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Σων Κόνερι, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Λωρέν Μπακόλ, και Άντονι Πέρκινς. Αγέραστο φιλμ με υποδειγματικό μοντάζ και στυλ.

Peter Ustinov

62bAgatha_6.jpg

Αν ο Άλμπερτ Φίνεϊ δόξασε στη μεγάλη οθόνη τον Ηρακλή Πουαρό, ο Πίτερ Ουστίνοφ αγκάλιασε το ρόλο χάρη σε μια σειρά εξαιρετικών ταινιών, με πρώτη και καλύτερη το «Έγκλημα στο Νείλο» που γυρίστηκε το 1978. Το φιλμ ήταν βασισμένο στο “Death on the Nile”, ένα από τα πιο καλογραμμένα και εμπνευσμένα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Ο Ουστίνοφ αγάπησε τον ρόλο του Πουαρό, έδωσε σωματικά χαρακτηριστικά στον ντετέκτιβ και τον υπηρέτησε σε άλλες δυο καλές ταινίες. Το «Έγκλημα στο Νείλο» ακολούθησε με σχετική επιτυχία η διασκευή του “Evil Under the Sun” το 1982, με τον ελληνικό τίτλο “Δύο Εγκλήματα Κάτω από τον Ήλιο”, και το “Appointment with Death” του 1988 που προβλήθηκε με το όνομα “Ραντεβού με το Θάνατο”. Στο μεταξύ ο Ουστίνοφ πρόλαβε και επανέλαβε τον ρόλο σε τρεις διόλου ευκαταφρόνητες τηλεταινίες του BBC: το “Thirteen at Dinner” (1985), το “Dead Man’s Folly” (1986) και το “Murder in Three Acts” (1986).

David Suchet

62bAgatha_7.jpg

Όσο καλοί και να ήταν οι προηγούμενοι ηθοποιοί, ένα είναι το βέβαιο: οι εκφράσεις, οι εμμονές, τα σωματικά τικ, οι συνήθειες, η προφορά, οι εκκεντρικότητες και όσα απαρτίζουν την λατρεμένη περσόνα του τετραπέρατου Ηρακλή Πουαρό, θα μείνουν για πάντα στην ιστορία μέσω της εικόνας του Ντέιβιντ Σάτσετ. Ο Βρετανός ηθοποιός ενσάρκωσε τον Πουαρό σε 70 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς “Agatha Christie’s Poirot”. Πρόκειται στην ουσία για ένα έργο ζωής, που κράτησε από το 1989 μέχρι το 2013 και που κάλυψε άπαντες τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι με ήρωα τον Πουαρό. Εβδομήντα διαχρονικές και καλογυρισμένες τηλεταινίες υψηλής αισθητικής που μπορεί κανείς να βλέπει ξανά και ξανά, όσο χρόνια κι αν περάσουν.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Ατέλειωτα Χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι

 

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #106

Robert Plant

Carry Fire

Τα καλά νέα που έρχονται με το Carry Fire δεν αφορούν απλώς την ποιότητα του περιεχομένου του, αλλά κυρίως το ότι ο Robert Plant συνεχίζει να κυκλοφορεί καλή μουσική λίγο πριν τα 70 του χρόνια, με την όρεξη ενός 20χρονου που μόλις ανακαλύπτει τη χαρά της μουσικής και τις απέραντες δυνατότητες της μελωδίας.

Η ιστορία έχει κατατάξει πλέον τους Led Zeppelin εκεί που τους αξίζει, απ’ τη στιγμή που τα μνημειώδη τους άλμπουμ αφέθηκαν ελεύθερα στην ιονόσφαιρα. Όσα βιβλία και άρθρα ήταν να γραφτούν γι’ αυτούς, γράφτηκαν. Η καταξίωση ήρθε με το παραπάνω. Ο Plant εξακολουθεί λοιπόν πεισματικά να αντιστέκεται στη στείρα παλαιοντολογία και να αρνείται αμύθητες αμοιβέςγια την επανασύνδεσή τους. Δεν νιώθει άνετα να αναμασά το φορτίο του παρελθόντος με πρακτικές νοσταλγίας και δεν θέλει να ακούγεται σαν ανθρώπινο juke-box για γιγαντοπεριοδείες της μεσόκοπης καραφλοχαίτης. Προτιμά να εμπνέεται από τα Ομιχλώδη Όρη του Τόλκιν, να διασχίζει μουσικά τις ανοιχτές πεδιάδες των Μεσοδυτικών Πολιτειών, να ατενίζει τις φυτείες του Μισισίπι, να εξερευνά τη folk παράδοση που κρύβουν τα Απαλάχια, να σαγηνεύεται από τα blues της ερήμου.

Αυτός είναι ο 11ος προσωπικός δίσκος του Χρυσού Θεού του ροκ της δεκαετίας του 1970, χωρίς να μετράω το άλμπουμ με την Alison Krauss και τα δύο συνεταιρικά με τον Page. Τον Plant συνοδεύει εδώ το συγκρότημα Sensational Space Shifters, το οποίο ήταν μαζί του και στο εξαιρετικό Lullaby Αnd… The Ceaseless Roar (2014). To Carry Fire προσφέρει μια αναζωογονητική βουτιά στα σπλάχνα της βρετανικής folk και των αμερικάνικων blues, για ένα κοινό που θέλει «ακούσει» και όχι να «θαυμάσει».

Ο Plant ερμηνεύει με την καρδιά του τραγούδια όπως το “New World” και το “Bones Οf Saints” και τα απολαμβάνει, δεν τα απογειώνει με κραυγές και πόζες απ’ την ανθολογία του φωτογενούς μύθου του. Ακούστε τον πόσο ανθρώπινα και αλάνθαστα διασκευάζει το “Bluebirds Over Τhe Mountain” παρέα με τη διακριτική συμμετοχή της Chrissie Hynde στα φωνητικά, ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1958 απ’ τον Ersel Hickey. Η ποικιλόμορφη και ζεστή εξερεύνησή του τον στρέφει σε κρυφές πτυχές της μουσικής που τον ανέθρεψε –όσο μακριά από το American Songbook γίνεται.

Τραγούδια όπως το “Bone Of Saints” ανασύρουν μάλιστα κεφάλαια της ιστορίας του rock ’n’ roll που πολύ θα ήθελαν να ήξεραν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να τα ερευνήσουν. Ακούστε επίσης την jazzy χαλαρότητα του “A Way With Words”, την ακαταμάχητη εσωτερικότητα του “Season’s Song” ή την ηλεκτρονική αισθητική του “Keep It Hid”… Μπορεί τα τραγούδια του νέου αυτού άλμπουμ στο σύνολό τους να είναι λιγότερο ευδιάκριτα και τολμηρά από εκείνα του Mighty Rearranger (2005), του καλύτερου κατά τη γνώμη μου post-Zeppelin δίσκου του Plant. Αλλά όσο υπάρχει υλικό καμωμένο με αγάπη, τα γαλόνια στο συρτάρι είναι παγίδα επανάπαυσης· και όσο υπάρχει αληθινό αίσθημα περιπέτειας, όλα τα Hall Of Fame του κόσμου μοιάζουν με μαυσωλεία, τα οποία βιάζονται να βάλουν ταφόπλακα στη δημιουργικότητα. Ελπίζω πραγματικά ο Plant να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει όσο πιο μακριά γίνεται το ταξίδι του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Dream Syndicate – Live

62nDreamsnd_5.jpg

Με τα υπαρξιακά άγχη και την κρίση ηλικίας χλευασμένα και πεταμένα στο καλάθι των αχρήστων, οι Dream Syndicate επέλεξαν την Αθήνα ώστε να ολοκληρώσουν την περιοδεία για το φετινό, υπέροχο άλμπουμ που τους επανένωσε μετά από δεκαετίες. Αυτό που παρουσίασαν ήταν πολύ παραπάνω από μία ακόμη συναυλία: ήταν κανονικό boost ενέργειας, για όσους λόγους μπορεί να φανταστεί κανείς –ένα μουσικό αντίδοτο στη σημερινή μετριότητα (αρχικά τη δική μας). Στις ζωντανές τους εκτελέσεις, τα τραγούδια τους διατήρησαν όλη την τραγανή αίσθηση, τη στακάτη δομή και την ξεκάθαρη ενέργειά τους. Από το “Halloween” και το “The Circle” μέχρι το “80 West” και το “Filter Me Through You”, ο ήχος τους ήταν προσανατολισμένος σε αυτό το πιστό, αφοσιωμένο στις αξίες του rock συστατικό, το οποίο τους έχει κάνει τόσο αγαπητούς. Πάντα με alternative αγνότητα, αλλά και με μια συγκινητική «κανονικότητα» στο παίξιμο και στη συμπεριφορά.

Δυόμιση ώρες έμεινε στη σκηνή του Fuzz η παρέα του Steve Wynn και μας έκαναν να νιώθουμε ότι δεν το χόρτασαν καλά-καλά οι ίδιοι και ότι θα έπαιζαν ευχαρίστως άλλο τόσο. Αυτό που στην ουσία δέσποζε, βέβαια, ήταν η αίσθηση ότι δεν αναζητούν καμιά επιβεβαίωση. Ήταν απλά ακμαίοι και τρυφεροί μεταξύ τους και κατάφεραν να ρολάρουν ενστικτωδώς, σαν ορκισμένοι rockers που δεν έχουν καμία ανάγκη να νιώσουν μέρος μιας εστέτ ηλεκτρικής κοινότητας.

Οι Dream Syndicate δεν χρειάζονται τα πολτοποιημένα ντεσιμπέλ της μεγάλης αρένας για να ακουστούν τεράστιοι, ούτε και περιόρισε τον μύθο τους το Fuzz. Η εμφάνισή τους έφερε παλαιορομαντικό αέρα, τον οποίο εισέπνευσε μονορούφι ένα κοινό που δεν πήρε τα μάτια του από πάνω τους και έτσι δεν είχε την ανάγκη να σηκώσει το smartphone για να καταγράψει βιντεάκια τα οποία δεν θα ξαναδεί ποτέ. Τους άκουγες να παίζουν το περιπετειώδες “Forest For The Trees”, το γκρουβάτο “That’s What You Always Say” και το φετινό, αχαλίνωτο “Glide” και –χωρίς να το καταλάβεις– είχες σχηματισμένο ένα διάπλατο χαμόγελο. Μέσα δε στο “Boston” έκαναν κι ένα συγκινητικό tribute στον Tom Petty διασκευάζοντας το “Refugee”, που με έκανε να χειροκροτήσω πολύ. Η εξοντωτική setlist περιλάμβανε διπλό encore, στο οποίο έλαμψε το “John Coltrane Stereo Blues”.

Η συναυλία ήταν ένα αληθινό, μικρό δώρο, μα και μια τεράστια πιστοποίηση για το ίδιο το συγκρότημα, πως είναι αναλλοίωτο απ’ τον χρόνο. Τα τραγούδια του αδιαφιλονίκητου αριστουργήματος The Days Οf Wine Αnd Roses (1982), πραγματικά παλιώνουν σαν το καλό κρασί: ενώ λειτουργούν ως δικλείδες πολιτισμικών αναφορών, δεν καπελώνονται ποτέ από εκείνες. Ο Steve Wynn είπε ότι σύντομα θα ξεκινήσουν να δουλεύουν ένα ακόμα άλμπουμ, για του χρόνου. Βρίσκονται σε ντουζένια έμπνευσης οι Dream Syndicate. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, δηλώνω εντυπωσιασμένος.

62nDreamsnd_6.jpg

Posted in Music | Leave a comment

Η μυθολογία γύρω απ’ το ιστορικό Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης

Σκονισμένοι τοίχοι, κάτοικοι φαντάσματα και παρατημένοι πίνακες σε τοίχους τους οποίους δεν βλέπει το φως της ημέρας. Έτσι ξεχρέωναν πολλοί τα νοίκια τους ώστε να έχουν έναν χώρο να εργάζονται. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του Chelsea Hotel, που βρίσκεται στο έλεος των συμφερόντων κληρονόμων και επενδυτών. Κάποτε, ήταν ο Thomas Wolfe και ο Sid Vicious που έδιναν τον παλμό στο θρυλικό ξενοδοχείο, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί κάπου ανάμεσα στην 7η και στην 8η λεωφόρο του Μανχάταν σαν ουτοπική εστία μιας ανώνυμης κομμούνας.

Το Chelsea άνοιξε τις πόρτες του το 1884 και γέμισε με συγγραφείς, μουσικούς και ποιητές. Μετά το 1910, προσωπικότητες όπως ο Μαρκ Τουέιν, αλλά και οι εκφραστές των αναπτυσσόμενων underground καλλιτεχνικών κινημάτων, έβρισκαν καταφύγιο στα δωμάτιά του. Κι σπό τη δεκαετία του 1940 και μετά, θα αποτελούσε φυσικό σπίτι για όλους τους ασυμβίβαστους καλλιτέχνες. Μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη ιδεών, με χρυσές και μαύρες σελίδες στη διαδρομή του: το τελευταίο σύνορο των αντισυμβατικών μυαλών και τη no man’s land όλων όσων ένιωθαν αταίριαστοι με την εποχή τους, ακόμα και στη δεκαετία του 1960.

68jjChels_2.png

Προσωρινοί και μόνιμοι θαμώνες του υπήρξαν μουσικοί, punks και rockers, ηθοποιοί, ποιητές, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, μπίτνικς και χίπηδες. Τα ανήσυχα πνεύματα έβρισκαν μια περίεργη ανεξαρτησία εκεί: το μέρος τους πυροδοτούσε μια ανεξήγητη έμπνευση και όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν σε κάποιο «υποσχόμενο» διαμέρισμά του, κάθε βράδυ. Κάποιος δηλαδή θα ήξερε κάποιον, ο οποίος θα ήξερε κάποιον που θα είχε εξασφαλίσει δωμάτιο για διαμονή. Οι θαμώνες στα πάρτι πίσω από τις κλειστές ή τις ανοιχτές πόρτες στο Chelsea έχουν διηγηθεί μυθικές ιστορίες και πολλές φήμες έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα· τόσες, ώστε κάνουν το Playboy Mansion να μοιάζει με κοσμικό κέντρο οικογενειακών εκδηλώσεων. Γιατί το ξενοδοχείο δεν φιλοξενούσε απλώς party animals, αλλά avant-garde ποιητές, αταξινόμητες φυσιογνωμίες, ξεπεσμένα celebrities, καταπιεσμένους καλλιτέχνες, εγκληματίες, εκκεντρικούς, μποέμ, διανοούμενους, πόρνες και φιλόσοφους.

Εκεί συνέβαιναν επίσης μερικά από τα after parties πολλών punk συγκροτημάτων, μετά τις  εμφανίσεις τους στο club CBGB. Οι καθημερινές ιστορίες του 12όροφου ξενοδοχείου περιείχαν ποταμούς από ναρκωτικά, καθημερινή performance art στους διαδρόμους, ποίηση, μουσική, σεξουαλικά έκτροπα, αλλά και βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, υλικές καταστροφές και θλιβερά overdoses, με ανθρώπους σε κώμα. Πέρα όμως από τη ρουτίνα των τυχαίων πυροβολισμών, των μυστήριων κλοπών και το μόνιμο άρωμα της μαριχουάνας στους διαδρόμους, έχουν καταγραφεί και περίεργες μαρτυρίες. Πολλοί λ.χ. έβλεπαν το φάντασμα του Thomas Wolfe στους διαδρόμους ή άλλων αγνώστων μορφών, που περιφέρονταν τις νύχτες. Χημικές παρενέργειες ή μεταφυσικά φαινόμενα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο χώρος ασκούσε περίεργη επιρροή. Πολλοί πήγαιναν για να γίνουν κάποιοι άλλοι, μσ ακόμα περισσότεροι πήγαιναν εκεί απλά για να βρουν τον εαυτό τους.

68jjChels_3.png

You can check out any time you like, but you can never leave

@ O Bob Dylan παντρεύτηκε τη Sara Lownds κατά τη διάρκεια των 3 χρόνων που έμενε στο ξενοδοχείο, από το 1961 έως το 1964 –μάλιστα ο πρώτος του γιος, ο Jesse, γεννήθηκε εκεί. Στο δωμάτιο 211, το 1966, ο Dylan έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Blonde On Blonde. Τις εμπειρίες του από εκείνη την περίοδο θα τις μετέφερε στο τραγούδι “Sara”, 10 χρόνια μετά.

@ Η star του Andy Warhol με το όνομα Viva εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο το 1963. Στα 25 χρόνια που έμεινε εκεί έκανε 2 γάμους.

@ Ο Leonard Cohen ήταν από τους μόνιμους κάτοικους του Chelsea και περιέγραψε κάπως έτσι την αγάπη του για το ξενοδοχείο: «I love hotels to which, at four a.m., you can bring along a midget, a bear and four ladies, drag them to your room and no one cares about it at all». Στον 5ο όροφο, είχε μια σύντομη ερωτική σχέση λίγων ωρών με την Janis Joplin, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του κτιρίου.

@ Η Janis Joplin ανεβοκατέβαινε με το ασανσέρ και φιλούσε αδιακρίτως όποιον έμπαινε μέσα.

@ Ο Jack Kerouac, ο Allen Ginsberg και ο William S. Burroughs ήταν μερικοί από τους μπιτ συγγραφείς που είχαν σαν σπίτι τους το ξενοδοχείο, με μόνες τους αποσκευές τα σημειωματάρια ή τις  γραφομηχανές τους. Κανείς τους δεν πλήρωνε ποτέ ενοίκιο. Ο Burroughs έγραψε το Γυμνό Γεύμα στο Chelsea.

@ O Jack Kerouac είχε εκεί ένα one-night stand με τον Gore Vidal, το οποίο μνημονευόταν από πολλούς για χρόνια ως σπουδαία στιγμή και για τους δυο.

@ Ο cult κινηματογραφιστής Harry Smith συγκατοικούσε για ένα διάστημα με τον Allen Ginsberg στο ξενοδοχείο.

68jjChels_4.jpg

@ Υπήρχαν ένοικοι που συγκατοικούσαν με αλιγάτορες, φίδια και μαϊμούδες στα δωμάτιά τους.

@ Η σχεδιάστρια μόδας Betsey Johnson πήγε να κοιμηθεί στο ξενοδοχείο αμέσως μόλις χώρισε τον John Cale το 1969 και έμεινε εκεί 8 μήνες.

@ Η Betsey Johnson σχεδίασε μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου τα κοστούμια της cult ταινίας Ciao Manhattan, την εποχή που έμενε εκεί σαν καλεσμένη των Velvet Underground.

@ Ο Rufus Wainwright έγραψε το 2ο άλμπουμ του Poses (2001) στο ξενοδοχείο. Στο δωμάτιό του έμενε ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν και η Κλόε Σεβινί.

@ Η Patti Smith έζησε εκεί από το 1959 μέχρι το 1962 με τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe, ο οποίος έδινε στον ιδιοκτήτη έργα του, αντί να πληρώνει ενοίκιο.

@ Στις 12 Οκτωβρίου του 1978, η Nancy Spungen θα βρεθεί νεκρή από  μαχαιριές στη μπανιέρα της στο διαμέρισμα 100, στο οποίο συζούσε με τον σύντροφό της και μπασίστα των Sex Pistols, Sid Vicious. Ο δολοφόνος μέχρι σήμερα δεν έχει συλληφθεί. Το χρονικό καταχρήσεων αυτοκαταστροφής και θανάτου εξιστορεί η ταινία Sid & Nancy (1986) του Alex Cox, καθώς και το ντοκιμαντέρ Who Κilled Nancy?. Ο Vicious αυτοκτόνησε τον επόμενο χρόνο με μια θανατηφόρα δόση ηρωίνης. Ορδές από punks μαζεύονταν για χρόνια προσπαθώντας να μείνουν στο δωμάτιο 100, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να το γκρεμίσουν και να το διαμορφώσουν διαφορετικά για να αποφύγουν τους παρανοϊκούς που έφταναν για να αυτοκτονήσουν εκεί.

68jjChels_5.png

@ Ο Άρθουρ Κλάρκ έγραψε το βιβλίο 2001: A Space Odyssey (1968) στο δωμάτιο που έμενε. Για ένα μεγάλο διάστημα, πριν εγκαταλείψει την Αμερική, ο Stanley Kubrick ζούσε κι αυτός μόνιμα στο Chelsea Hotel.

@ Ο Andy Warhol σκηνοθέτησε το ιστορικό ντοκουμέντο Chelsea Girls (1966), διάρκειας 3,5 ωρών. Το art house πείραμα παρατηρούσε τα κορίτσια του Factory να κυκλοφορούν απλά και να συμπεριφέρονται όπως θέλουν στους χώρους του Chelsea.

@ Ο Dee Dee Ramone σερνόταν ανάμεσα στα δωμάτια του ξενοδοχείου για μεγάλο διάστημα, σαν ένοικος ή σαν επισκέπτης. Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλο Chelsea Horror Hotel έγραψε για τις εμπειρίες του. Οι διασκεδαστικές ιστορίες του περιείχαν σκοτεινά οράματα, παραισθησιογόνα trip και σκηνές τρόμου μέσα σε απειλητικά δωμάτια.

@ Υπάρχουν μαρτυρίες πως ο ποιητής Dylan Thomas, μετά από πολλές νύχτες αϋπνίας, ήπιε 18 (!) συνεχόμενα ποτήρια ουίσκι στο μπαρ του ξενοδοχείου και έπεσε σε κώμα.

@ Ο συγγραφέας Arthur Miller ζούσε μεγάλα διαστήματα στο ξενοδοχείο. Το δωμάτιό του ήταν χώρος εργασίας και πολλών ειδών «πειραματισμών». Εκεί μέσα έγραψε σειρά από θεατρικά έργα. Σε μια συνέντευξή του περιέγραψε τη διαμονή του στο ξενοδοχείο ως εξής: «This hotel does not belong to America. There are no vacuum cleaners, no rules and shame…it’s the high spot of the surreal». Έχουν γραφτεί μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν δει τη Marilyn Monroe σε απίστευτες σκηνές ζηλοτυπίας στην είσοδο, όπου απειλούσε να βάλει φωτιά αν δεν κατέβει ο Miller, ο οποίος είχε κλειδωθεί για μέρες στο δωμάτιό του.

68jjChels_6.jpg

@ Η Μadonna τράβηξε τις φωτογραφίες του βιβλίου της Sex στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.

@ Ο σχεδιαστής μόδας Charles James βρήκε ανεξήγητο θάνατο το 1978, μετά από διαμονή 14 χρόνων στο ξενοδοχείο.

@ Η αστυνομία μπήκε σε ένα πάρτι που εξελισσόταν για 4 μέρες, με το ίδιο τραγούδι να ακούγεται στη διαπασών. Έπαιζε σε επανάληψη για 4 εικοσιτετράωρα και κανείς απ’ όσους βρίσκονταν στο δωμάτιο δεν το άλλαζε.

@ Ο μετέπειτα γκουρού του punk rock κινήματος και συγγραφέας Ντάνι Φιλντς διοργάνωσε εκεί ένα μυθικό πάρτι τη μέρα της δολοφονίας του JFK, για να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Πολλές είναι οι ιστορίες που λέγονται για όσα περίεργα εκτυλίχθηκαν εκείνη τη βραδιά. Ένα από τα πιο σίγουρα γεγονότα, είναι ότι εκεί ο Warhol γνώρισε τη Nico, η οποία θα γινόταν ηγετική μορφή του Factory.

@ Εκεί έζησε ο Ίθαν Χοκ μετά τη διάλυση του γάμου του με την Ούμα Θέρμαν, για να ξεπεράσει το διαζύγιο. Ο Χοκ είχε σκηνοθετήσει την ταινία Chelsea Wallsλίγα χρόνια πριν, η οποία διαδραματίζονταν στο ξενοδοχείο.

68jjChels_7.png

@ Ο συγγραφέας Τσάρλς Τζάκσον (The Lost Weekend) αυτοκτόνησε στο δωμάτιό του το 1968. Στο Chelsea συχνά πήγαιναν άνθρωποι μόνο και μόνο για να αυτοκτονήσουν. Πολλές είναι οι περιπτώσεις ατόμων που έφταναν στο ξενοδοχείο και πηδούσαν από τα μπαλκόνια, χωρίς καμία εξήγηση.

@ Εκεί κατέφευγαν πολλές βραδιές ο Robert De Niro Sr. (πατέρας του γνωστού ηθοποιού) με τον Τένεσι Ουίλιαμς. Εκεί πήγαινε και ο Jim Morrison όταν ήθελε να απομονωθεί από τις υποχρεώσεις με τους Doors, ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ για να γνωρίσει κόσμο, η Φρίντα Κάλο για να ζωγραφίσει, ο Σαμ Σέπαρντ για να γράψει, ο Ντένις Χόπερ όταν δραπέτευε απ’ το Χόλυγουντ, ο Lou Reed, ο Frank Zappa και αμέτρητοι ακόμα επώνυμοι.

Σήμερα το θρυλικό ξενοδοχείο κατακλύζεται από περίεργους τουρίστες, γιάπηδες και τυχαίους περαστικούς. Εκεί που ο Jimi Hendrix δοκίμαζε τα πιο πολλά και καινούρια ναρκωτικά, υπάρχει απαγορευτικό καπνίσματος στην είσοδο.

68jjChels_8.png

6 Tραγούδια που μιλούν για το Chelsea Hotel

O Bob Dylan στο τραγούδι ”Sara” του 1976 τραγουδάει:

«I can still hear the sound of the Methodist bells,  I’d taken the cure
and had just gotten through Staying up for days in the Chelsea Hotel 
Writing Sad-Eyed Lady of the Lowlands for you»

Ο Leonard Cohen έγραψε το τραγούδι “Chelsea Hotel No 2”, που μιλούσε για τη σχέση του με την Janis Joplin στο δωμάτιο 104, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του ξενοδοχείου. Οι στίχοι είναι πολύ αναλυτικοί.

«I remember you well at the Chelsea Hotel, you were talking so brave and so sweet giving me head on the unmade bed while the limousines wait in the street».

Η Joni Mitchell στο ”Chelsea Morning” περιγράφει ένα υπέροχο πρωινό:

Woke up, it was a Chelsea morning and the first thing that I heard
aas a song outside my window and the traffic wrote the words
It came ringing up like Christmas bells and rapping up like pipes and drums

Η Nico σε μία από τις πρώτες σόλο προσπάθειές της τραγουδάει στο “Chelsea Girls”:

Here’s Room 506 It’s enough to make you sick. 
Bridget’s all wrapped up in foil You wonder if she can uncoil.
Here they come now See them run now
Here they come now Chelsea Girls
Here’s Room 115 Filled with S&M queens
Magic marker row. You wonder just high they go.

Ο Ryan Adams έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Love Is Hell κατά τη διαμονή του στο ξενοδοχείο. Στο αυτοβιογραφικό τραγούδι “Hotel Chelsea Nights”, αναφέρει:

In fact I’m tired of living in this hotel
With the snow and the rain falling through the sheets
And I’m tired of 23rd Street
Strung out like some Christmas lights
Out there in the Chelsea nigh

Το άλμπουμ Song For Survivors του Graham Nash περιέχει το “The Chelsea Hotel” με τους υπέροχους στίχους:

Down at the Chelsea Hotel, with poetry and paintings.
The walls are still holding memories of people who fell, down through the years, fighting their fears.
ill vanish before the city’s merchant greed,
Wreckers will wreck it, and in its stead. More lofty walls will swell
This old street’s populace. Then who will know
About its ancient grandeur, marble stairs, Its paintings, onyx-mantels, courts, the heirs
Of a time now long ago?

Από το Avopolis

Posted in Article | Leave a comment

“Room 237” & “Kubrick’s Odyssey”: Οι συνωμοσίες γύρω απ’ το πρόσωπο και το σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ

Τα δυο επίμαχα ντοκιμαντέρ για το σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πέραν του ότι είναι ιδιαιτέρως διασκεδαστικά, σε βυθίζουν με ασυνήθιστο τρόπο στα δαιδαλώδη κρυμμένα νοήματα των ταινιών του ανεπανάληπτου auteur. Τα γεωμετρικά πλάνα του περφεξιονιστή Κιούμπρικ βρίθουν από μυστικά και συμβολισμούς, που είτε υπάρχουν μόνο για τα μάτια των συνωμοσιόπληκτων, είτε είναι ικανά να προκαλέσουν παρανοϊκά trivia (μερικά σου καίνε τον εγκέφαλο, είναι η αλήθεια).

62zStanl_2.jpg

Το πρώτο από αυτά και σαφώς πιο ερασιτεχνικό ως προς την κατασκευή του, είναι το Kubrick’s Odyssey με τον συμπληρωματικό τίτλο: Secrets Hidden in the Films of Stanley Kubrick. Πρόκειται για μια υποκειμενική τοποθέτηση του Jay Weidner, ο οποίος αναλύει και τεκμηριώνει πειστικά τη διάσημη ιστορία συνωμοσίας που θέλει τα πλάνα της προσελήνωσης του Apollo 11 το 1969 να είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, μέσα στα studio της NASA. Το φιλμ εξηγεί πως το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος γεννήθηκε μέσα από μια πενταετή συνεργασία του Κιούμπρικ με τη NASA, πάντα με την προστασία της Αμερικάνικης κυβέρνησης. Η μυστική συμφωνία ξεκίνησε το 1964, όταν οι Αμερικάνοι έβλεπαν ότι θα έχαναν την κούρσα του πρώτου ανθρώπου στο Φεγγάρι από του Ρώσους.

Το φιλμ αναλύει με απολαυστικό τρόπο τη θεωρία πως η Λάμψη του 1980, είναι στην πραγματικότητα η απολογία του Κιούμπρικ για τη σκευωρία της επανδρωμένης αποστολής στη Σελήνη και πως στην ουσία πρόκειται για ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα του σκηνοθέτη για πράγματα που δεν μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά. Ο αφηγητής/ερευνητής έχει τόσο πάθος για την αποκάλυψη της «αλήθειας» και κάνει περήφανα ένα νοηματικό σλάλομ ανάμεσα σε τρελά trivia, παράξενους γρίφους και κάμποσους παρανοϊκούς μύθους, χρησιμοποιώντας τις υπερβατικές εικόνες του Κιούμπρικ.

62zStanl_3.jpg

Το Room 237 του Rodney Ascher είναι σαφώς πιο καλή δουλειά και αποτελεί must-see όχι μόνο ως αξιοπερίεργο, αλλά και σαν προσεγμένο ντοκιμαντέρ. Το φιλμ εστιάζει στη Λάμψη και τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από το κλασικό θρίλερ (δυο-τρεις είναι μάλιστα τόσο εύστοχες, ώστε σε κάνουν να σηκωθείς όρθιος). Μια σειρά από «ειδικούς» (λέγοντας «ειδικοί», εννοούμε: φαντασιόπληκτοι, geeks, ορκισμένοι θαυμαστές του σκηνοθέτη και ρασκοσυλλέκτες συνωμοσιών) εξερευνούν άλυτους γρίφους και εκθέτουν ορισμένα φιλμικά αινίγματα που προκύπτουν από τη γραμμική και την «ανάποδη» ανάγνωση της ταινίας. Επιπλέον, οι μελετητές του Κιούμπρικ υπογραμμίζουν προσεκτικά τοποθετημένες παραλείψεις του σκηνοθέτη στα πλάνα, σε μια χορταστική έξαρση νουμερολογίας και σε έναν παροξυσμό συνωμοσιολογίας.

Το παζλ των άλυτων νοημάτων οδηγεί μόνο σε περισσότερες ερωτήσεις. Για παράδειγμα, το περίφημο εφιαλτικό δωμάτιο του Overlook Hotel ονομάστηκε “237” (από “217” που ήταν στο βιβλίο) γιατί η ταινία δίνει μυστικές πληροφορίες για το ολοκαύτωμα (2x3x7=42), για να αποκαλύψει έμμεσα την ενοχή του Κιούμπρικ για την κατασκευή των πλαστών εικόνων του Apollo (237 χιλιάδες μίλια είναι η απόσταση της Σελήνης με τη Γη); Ή μήπως το “Room” είναι αναγραμματισμός του “Moon Νο”; Από εκεί και μετά, αρχίζει το χάος… Δεν θέλω όμως να αναφερθώ στις αληθινά ανατριχιαστικές «αποκαλύψεις», γιατί κάτι τέτοιο θα βλάψει την απόλαυση της πρώτης θέασης.

62zStanl_4.jpg

Το σινεμά του Κιούμπρικ είναι ανεξάντλητο και το ίδιο και η μυθολογία που το συντροφεύει. Σύντομα βγαίνει μάλιστα κι άλλο ντοκιμαντέρ με τίτλο SK13, από τον κινηματογραφιστή Tony Zierra. Τα αρχικά S και Κ είναι του ίδιου του σκηνοθέτη και το 13 αφορά τη δέκατη τρίτη και τελευταία ταινία του, το Eyes Wide Shut. Αν και το SK13 είναι πιθανό να μη σταθεί σε συνωμοσίες, οι θεωρίες γύρω από το Eyes Wide Shut παραμένουν ανεξερεύνητες. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι η ταινία έμεινε ανολοκλήρωτη καθώς ο Κιούμπρικ το βράδυ πριν πεθάνει δούλευε ακόμα στο μοντάζ: είναι η μοναδική ταινία μαζί με τον “Σπάρτακο” (1960) στην οποία δεν είχε τον απόλυτο έλεγχο του τελικού φιλμ (για άλλους λόγους φυσικά). Γνωστό είναι επίσης ότι, 4 μέρες πριν τον θάνατό του, ο Κιούμπρικ είχε δείξει σε δυο executives της Warner ένα cut της ταινίας και είχε σκοπό να μικρύνει τη διάρκειά της. Φήμες λένε λοιπόν ότι υπάρχουν σκηνές που κόπηκαν, αν και το studio αρνείται την ύπαρξή τους.

Πολλά έχουν γραφεί έκτοτε. Είναι η ταινία μια απόπειρα του Κιούμπρικ να ξεσκεπάσει τη δράση μυστικών αιρέσεων από την εποχή του Ροκφέλερ; Τι έδειχναν οι άφαντες σκηνές που δεν υπήρχαν στο σενάριο; Τι σημαίνουν οι αναφορές στον Μάγο του Οζ; Υπάρχουν εξηγήσεις για τον ερμητικό τρόπο ζωής του σκηνοθέτη; Υπάρχουν αναγραμματισμοί; Ακόμα και να μην ισχύει τίποτα απ’ τα παραπάνω, το μόνο σίγουρο είναι ότι η δύναμη των εικόνων του κιουμπρικικού σύμπαντος είναι σαρωτική και το εκτόπισμα του έργου παραμένει ανυπολόγιστο.

O James Kirby, κατά κόσμον Caretaker, υπογράφει τη μουσική του Room 237. Έχει κυκλοφορήσει ένα album από instrumental συνθέσεις, με τίτλο An Empty Bliss Beyond This World που βασίζεται στη Λάμψη. To παρακάτω τραγούδι είναι αρκετά τρομακτικό από μόνο του. Σε αυτό ο Caretaker σαμπλάρει το βαλς από τον καταραμένο χορό της ταινίας (από το 1928;) και έχει τα δικά του κρυμμένα μυστικά.

Από το Avopolis

Posted in Cinema | Leave a comment

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού

Η σύμπραξη του ξεχωριστού ύφους γραφής του Ευθύμη Φιλίππου και της δυσοίωνης βιρτουοζιτέ του Γιώργου Λάνθιμου, εξακολουθεί με κάθε νέα ταινία να αρνείται να κάνει έκπτωση χάριν καλοπιάσματος των mainstream θεατών, όσων αντιμετωπίζουν καχύποπτα οτιδήποτε τα βάζει με τις κατασταλτικές δυνάμεις της ανώδυνης ψυχαγωγίας. Ο αναγνωρισμένος παγκόσμια πλέον σκηνοθέτης εξακολουθεί να αναπτύσσει τις προβληματικές του σε «διεθνή γλώσσα» και τα καταφέρνει. Αποταυτισμένος πια από  τις weird wave εξαλλοσύνες των άμοιρων ανταγωνιστών του, τους οποίους μας άφησε πίσω του (και τι να τους κάνουμε), με τη νέα ταινία του εξερευνά τη ματαιότητα και το βάρος μιας συναισθηματικής επιλογής. Ο ήρωας είναι ένας χειρούργος που μάχεται χωρίς ελπίδα το πεπρωμένο της οικογένειάς του, από τη στιγμή που ένα αγόρι του ζητά μια ανείπωτη θυσία. Ο Λάνθιμος διαθέτει απεριόριστη εμπιστοσύνη στην κάμερα, έτσι ώστε να φωτίσει έναν έφηβο χαρακτήρα, βαθιά ψυχωτικό, ο οποίος περικυκλώνει τη ζωή του επιστήμονα. Ένα λάθος του γιατρού είχε κοστίσει τη ζωή του πατέρα του αγοριού και το χρέος πρέπει να ξεπληρωθεί με τη μορφή μιας αρχέγονης κατάρας. Ένα μέλος της οικογένειάς του θα πρέπει να πεθάνει.

Είναι φανερό ότι η σκηνοθετική γραφή του φιλμ, αντλεί από το οπλοστάσιο του σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ· τα μαγνητικά τράβελινγκ στους εσωτερικούς χώρους του ξενοδοχείου φέρνουν στο μυαλό τους διαδρόμους του ξενοδοχείου της «Λάμψης». Όμως το σινεμά του Χάνεκε είναι αυτό που πραγματικά εμπνέει το δημιουργικό δίδυμο, ειδικά στον τρόπο που δίνουν μορφή αρχαίας τραγωδίας σε αυτή την ιστορία εμμονής και ενοχής. Η χειρουργική ακρίβεια των πλάνων θα πυροδοτήσει εντάσεις, εσωστρέφεια και παρατεταμένη καχυποψία. Η λαιμητόμος της τιμωρίας του γιατρού –με τη μορφή της στυγερής κατάρας- τοποθετούν την οικογένειά του ως έρμαιο στο «συμβολικό» αίτημα του ψυχωτικού νέου, σαν πράξη δικαιοσύνης.63c_2.jpeg

Θεωρώ πως υπάρχουν δυο σοβαρά αφηγηματικά προβλήματα στην ταινία. Το πρώτο είναι ότι η συμβολική τιμωρία λειτουργεί ρεαλιστικά, σαν ασφυκτική αντίστροφη μέτρηση πριν το θάνατο κάποιου μέλους της οικογένειας. Για να δεχθούμε ως θεατές μια τέτοια απόκοσμη τιμωρία σε πλαίσιο ρεαλιστικό, που σημαίνει ότι ο μικρός ήρωας διαθέτει την εξώκοσμη δύναμη να επεμβαίνει στη μοίρα, θα πρέπει η σκηνοθεσία να είναι σε άλλο επίπεδο – μόνο σαν μπρεχτικό δοκίμιο στα χέρια ενός Λαρς Φον Τρίερ θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αυτό. Ο Λάνθιμος είναι σκηνοθέτης αξιώσεων αλλά ακόμη δεν έχει βρεθεί εκεί ως auteur. Αν πάλι, παραβλέψουμε την οφθαλμοφανή αμφιβολία του ρεαλισμού του ευρήματος, και το αντιμετωπίσουμε σαν μοντέρνα πλαστογράφηση του Ευριπίδη, τότε το ύφος της ταινίας θα όφειλε να είναι λεπτό σαν ξυράφι για να αφήσει συγκινησιακό αποτύπωμα, όπως ο «Κρυμμένος» του Χάνεκε. Η προσέγγιση εδώ είναι φιλοσοφική αλλά καθόλου ανθρωπολογική (όπως στο σινεμά του Χάνεκε) κάτι που αφαιρεί σε αμεσότητα.

63c_3.jpg

Το δεύτερο ουσιαστικό πρόβλημα είναι η αδιαφορία του σκηνοθέτη για το ζήτημα της ηθικής. Ο Λάνθιμος παρατάει την ηθική πλευρά της ενοχής και της δικαίωσης, ακριβώς τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε πλήρως την ιντριγκαδόρικη ιδέα του. Το παιχνίδι τιμωρού και τιμωρημένου, δεν λειτουργεί σαν συμβολική εξομάλυνση του τραύματος, ούτε καν σε πλαίσιο παραβολής γύρω απ’ την αυτοδικία, όπως έκανε το «Ακρωτήρι του Φόβου» του Σκορσέζε. Ο φακός δείχνει να μην έχει οίκτο για τους ήρωές του και να υιοθετεί τον πικρό τόνο των συμπεριφορών που εξερευνά, από το νεκροφιλικό σεξ μέχρι την ύπουλη φιλία. Φυσικά, ο δαιμόνια έξυπνος σκηνοθέτης, με μια προσέγγιση ανοιχτά φιλοσοφική, φυτεύει άβολα ερωτήματα για το δράμα των ανύπαρκτων δεσμών αγάπης εντός της οικογένειας, όπως είχε κάνει στον «Κυνόδοντα». Η οικογενειακή θαλπωρή μοιάζει με ταριχευμένο ζώο, χωρίς στίγμα κοσμικής ζωής και αλήθειας. Ο Λάνθιμος ασχολείται για άλλη μια φορά αποτελεσματικά με την επίπλαστη ψευδαίσθηση των ευτυχισμένων δεσμών και σε αυτό συμβάλλει ο εξαιρετικός Κόλιν Φάρελ και η Νικόλ Κίντμαν η οποία μετά το Eyes Wide Shut, παίζει στην δεύτερη ταινία ενός άριστου απόφοιτου της σχολής Κιούμπρικ (η πρώτη ήταν το «Birth» του Τζόναθαν Γκλέιζερ.

Η ταινία έχει μια αδιευκρίνιστη ακαμψία όσο πλησιάζουμε στην τελευταία σκηνή και ποτέ δεν φτάνει στο επίπεδο του σπαραγμού που αρμόζει στο θέμα. Οι μεταπτώσεις των ηρώων από ψυχαναλυτικής άποψης οδεύουν στην αυθαιρεσία. Όμως τελικά ο Λάνθιμος εξαιτίας της επινοητικότητάς του και των αριστουργηματικών του γεωμετρικών του κάδρων, πετυχαίνει την ταύτιση και την αποστροφή τη στιγμή ακριβώς που πρέπει.

63c_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

The Gospel according to Kendrick

Blessed are the arrogant: for theirs is the kingdom of their own company.

Blessed are the superstars: for the magnificence in their light we understand better our own insignificance.

Blessed are the filthy rich: for you can only truly own what you give away, like your pain.

Blessed are the bullies: for one day they will have to stand up to themselves.

Blessed are the lies: for the truth can be ackward. 

Image may contain: 2 people, people on stage

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #105

Liam Gallagher

As You Were

Είναι μάλλον αχρείαστη η μιλιταριστική προσταγή του τίτλου (στον στρατό σημαίνει: «επιστρέψτε σε αυτό που κάνατε πριν την προσοχή»), καθώς κανείς δεν χτυπάει πια προσοχές όταν μπαίνει στο δωμάτιο η πρώην θεότητα του brit rock της δεκαετίας του 1990.

Η έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Liam Gallagher δεν οφείλεται πάντως στο ότι έχει ξεφτίσει ο θρύλος των Oasis: μια απλή υποψία επανένωσής τους, μπορεί ακόμα να σπείρει κύματα ενθουσιασμού και προσμονής σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που αντιμετωπίζεται με χλευασμό είναι η αλαζονική του μεγαλοθυμία, οι αστεία ματαιόδοξες δηλώσεις του και η αίσθηση «κατινιάς» που συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνισή του. Αυτό είναι το πρώτο του σόλο άλμπουμ, καθώς οι Beady Eye (με τους οποίους κυκλοφόρησε 2 δίσκους) διαλύθηκαν κάτω απ’ το βάρος των μεγάλων προσδοκιών. Αν θέλουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο του ξεκίνημα με τη δική του φαρμακερή γλώσσα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, μετά το 2ο διαζύγιό του και με 4 παιδιά να θρέψει (από 4 διαφορετικές μητέρες), χρειαζόταν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν το κοινό του τον ίδιο (sorry lad).

Δίχως αμφιβολία, ο Liam Gallagher δεν διαθέτει την ικανότητα του αδερφού του στη δημιουργία στρογγυλών μελωδιών και crowd-pleasing τραγουδιών, ικανών να απογειώνουν συναυλίες χάρη στο μαζικό sing-along στην αρένα. Όμως ήταν η δική του φωνή πίσω από τη μηχανή που κινούσε το όχημα των Oasis, η οποία κάποτε κατάφερε να παρασύρει ένα έθνος και να χαράξει μουσικά μια ολόκληρη γενιά. Κι έτσι, το As You Were είναι ποτισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με την υπερβολική αυτοπεποίθηση του Liam, ο οποίος νιώθει υπέρλαμπρος rock star και θέλει πάση θυσία να το πιστέψουμε κι εμείς.

Και τελικά, το υλικό του δεν είναι καθόλου άσχημο. Ρυθμικά τραγούδια όπως το “Bold” και το “Come Back To Me”, αν και ελαφρώς άτολμα, είναι απολαυστικά και γεμάτα ενέργεια. Αυτή θα μπορούσε πράγματι να ήταν μια ντουζίνα κομματιών που γράφτηκαν την εποχή του (What’s The Story) Morning Glory? (1995) και απλά δεν στάθηκαν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήξουν εκεί.

Φυσικά υπάρχουν οι αναμενόμενες μπιτλικές μελωδίες, όπως το “Universal Gleam” και ο παραδοσιακά ξεπατικωμένος John Lennon στο “Paper Clown”. Πρόκειται για ωραία τραγούδια, που όμως δεν έχουν τη δύναμη να πετάξουν αγκαλιά με τη Λούσι σε Διαμαντένιους Ουρανούς, όπως νομίζουν, αφού η εμμονή του Liam με τους Beatles μοιάζει πλέον σχεδόν παρωχημένη: στο “I Get By” τραγουδάει «I’m about to fall stone cold, Helter Skelter», ενώ στο “Chinatown” μας θυμίζει ότι «happiness is still a warm gun» (sic). Πίσω από τις επιφανειακά ανάλαφρες ιδέες, πάντως, υπάρχουν κάποιες ευφυείς εκλάμψεις με ωραία δομή και διακριτική μελαγχολία, όπως το“When I’m In Need” ή το “Greedy Soul”, στο οποίο η φωνή του απλώνεται στα ηχεία και αποτυπώνεται στα καλύτερά της.

Πραγματικά, ο άνθρωπος τραγουδάει υπέροχα, ίσως καλύτερα από ποτέ. Από την άλλη, η μανία με την tabloid παραφιλολογία και ο χουλιγκανίστικος κωλοπαιδισμός που κουβαλάει, δεν μας επιτρέπει να πάρουμε στα σοβαρά το απολογητικό αμένσιωτο προς τον αδερφό του στο “For What It’s Worth”, ειδικότερα όταν αντιμετωπίζουμε στίχους τύπου «Let’s leave the past behind with all our sorrows / I’ll build a bridge between us and I’ll swallow my pride». Είναι κρίμα να αναλώνεται σε μικροπολεμική με την ίδια του την κληρονομιά ο Liam Gallagher, γιατί, αν αποτινάξει τη μιντιακή περσόνα του, είναι ικανός να μας χαρίσει υπέροχα μελωδικά, όσο και ψυχεδελικά ταξίδια.

Θα περιμένουμε.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment