Album Of The Week #82

Posted in Music on March 22, 2017 by InfluencesOnly

Baby Guru

IV

Αναζωπυρώνουν την πίστη μου στη μουσική του σήμερα οι Baby Guru. Καταρχάς να εξηγηθώ, το 4ο άλμπουμ τους δεν φιλοδοξεί να «τα πει όλα», αλλά επαναφέρει ένα (ξεχασμένο σχεδόν) καλλιτεχνικό στοίχημα στο τραπέζι: τη συμπόρευση και τη συναρμονία των τραγουδιών με τον αποδέκτη τους. Χωρίς εύκολες λύσεις και πιασάρικα κόλπα, οι Baby Guru επιθυμούν να μας κάνουν κοινωνούς της διάθεσής τους και μας χρίζουν, με κάποιον τρόπο, συνυπεύθυνους για το καινούριο δημιούργημά τους.

Τα καλά νέα αρχίζουν από το μελίρρυτο και πολιτισμένο “Tell Me What You’re Made Of”, ένα φωτεινό κομμάτι που λειτουργεί σαν ίαμα ικανό να σε ανακουφίσει απο τις ασχήμιες της καθημερινότητας με το γεμάτο ρεφρέν του –κι ας το έχουν ζαχαρώσει λίγο παραπάνω στη «μπουμπουδίστικη» διάθεση. Οι μελωδίες τους είναι στρογγυλές, κομψές και εμπεριέχουν δόσεις ψυχεδέλειας, όπως λ.χ. στο “Before Sundown”. Οι καλές στιγμές συνεχίζονται και στο διονυσιακό “Motel Rwanda”, αλλά και στο μεγαλοπρεπές “Oaxaca”, το οποίο απογειώνεται με μια «νεοκυματική» αναπόληση, κάνει έπειτα κάτι brit pop κραδασμούς στον αέρα, για να προσγειωθεί στο τέλος σε μακρινούς progressive διαδρόμους, απευθυνόμενους σε εκείνους που μεγάλωσαν με Genesis.

Περί progressive o λόγος λοιπόν, αν και οι Baby Guru έχουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που με κάνουν να μη σιχτιρίζω τους αμφιλεγόμενους δρόμους του 1970 τους οποίους ακολουθούν: οι ενορχηστρώσεις τους έχουν βάθος πεδίου που ξεπερνά την παλαιολιθική γραμμικότητα του progressive manual. Δεν ξεχνούν επίσης τις ηδονές των hooks, αυτές που οι prog πατεράδες απέφευγαν με ευλάβεια που θύμιζε θρησκευτική ανάγκη. Εκεί δηλαδή που οι Yes αντιμετώπιζαν τη δεξιοτεχνία τους ως Γολγοθά, οι Baby Guru σερβίρουν τραγούδια που έχουν «αποτοξινωθεί» από τα βαρυκόκκαλα σολαρίσματα και την υπεροψία των μουσάτων μουσουργών.

O Prins Obi δεν μπαίνει σε «ρολάκια» για να τραγουδήσει· ούτε τον οργισμένο Βαλκάνιο κάνει, ούτε τον διαβασμένο rawwker, ούτε τον καταραμένο μποέμ. Εναρμονίζεται με τα τραγούδια, μια σεμνή επιλογή που συνεπικουρείται και από τη θεματολογία των στίχων: νοηματική σαφήνεια, δίχως ποιητική καύχηση που σε απιθώνει. Εντυπωσιάζεσαι με το πώς μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο η indie pop, το kraut rock και η ψυχεδέλεια χωρίς να ασφυκτιούν. Όχι πως δεν έχει και άτυχα σημεία ο δίσκος, βέβαια. Για παράδειγμα το “Bluebird Picnic” ακούγεται σαν κακή στιγμή του Youssou N’Dour, στον οποίον ζητήθηκε να γράψει μουσική για ξενέρωτο σποτάκι της Διεθνούς Αμνηστίας στη δεκαετία του 1980.

Βέβαια, κάπου στην 5η ή στην 6η ακρόαση, το IV αντί να αρχίσει να πυκνώνει στα αυτιά, κάπως αραιώνει επικίνδυνα: τα τραγούδια του δεν βρίσκουν το ίδιο εύκολα διαδρόμους να προσγειωθούν και μετεωρίζονται κάπως άσκοπα πάνω από τα κεφάλια μας. Μικρό το κακό, όμως. Η πίστη στην «ευγενή» πηγή της μουσικής έχει αναζωπυρωθεί. Καθόλου αμελητέο επίτευγμα.

Από το Avopolis

Album Of The Week #81

Posted in Music on March 22, 2017 by InfluencesOnly

Depeche Mode

Spirit

Κανείς δεν ξέρει πού κρυβόταν το επαναστατικό πνεύμα των Depeche Mode, πάντως ξεθαρρεύει στον 14ο δίσκο τους. Οι θρύλοι της synth pop με το ένα χέρι κρατάνε πλακάτ με συνθήματα και με το άλλο χαλάνε τις φράτζες των νεορομαντικών και αρπάζουν απ’ τον γιακά όσους απολιτίκ καίγονται μονίμως για «1980s reunion». Πώς, όμως, από την άβατη αισθητική μιας Μαύρης Γιορτής και από το μετα-βιομηχανικό ύφος των τραγουδιών που απαιτούσαν Πίστη και Αφοσίωση, φτάσαμε στο αίτημα για Επανάσταση; Πώς δηλαδή μεταβήκαμε από την εγκεφαλική παρατήρηση στη σκεπτόμενη οργή; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το εναρκτήριο “Going Backwards”, μια ζοφερή προειδοποίηση ότι ξαναγράφουμε την ιστορία μας ανάποδα, σαν άβουλα όντα («we feel nothing inside») και το “Fail” με το οποίο τελειώνει το άλμπουμ («Our consciences bankrupt, we’re fucked»), αποτελούν ουσιαστικά το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας παρένθεσης που εμπεριέχει ένα σκληρό σχόλιο πάνω στην ταραγμένη επικαιρότητα. Το Spirit είναι ένας συναγερμός, προερχόμενος από ένα συνεπές και δικαιωμένο σε κάθε επίπεδο συγκρότημα, το οποίο θυμώνει για όσα μας κάνουν να βουτάμε ολοταχώς στον σκοταδισμό. Και αποτελείται από τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί για να χορευτούν, αλλά για να ακουστούν πάνω από τις ιαχές ενός εξεγερμένου ακροατηρίου, με στίχους που κατακεραυνώνουν τις κοινωνίες της αμάθειας και όσους αγνοούν τα σήματα τα οποία προμηνύουν την παγκόσμια αλλοτρίωση.

Όμως, αν και το Spirit αποδεικνύεται κλάσεις ανώτερο από το σχεδόν απαράδεκτο Delta Machine (2013) και από το αναιμικό Sounds Of The Universe (2009), δεν είναι ακριβώς και το What’s Going On του αειθαλούς γκρουπ από το Έσσεξ.

Η συνθετική τους ατμόσφαιρα παραμένει περιεκτική και επιφυλακτική σε ξένες προσμίξεις. Και η πυκνή τραγουδιστική τους φόρμα δεν πνίγεται αυτή τη φορά στο δερμάτινο doom & gloom, καθώς τα κομμάτια μας καλούν να καβαλήσουμε το τρένο της επανάστασης. Αλλά στον πυρήνα της δημιουργίας δεν υπάρχει η μεστωμένη σκέψη πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών, μα η οργισμένη έπαρση των μελών ενός γκρουπ που γύρισαν πωρωμένα να γράψουν τραγούδια, αφότου παρακολούθησαν καταγγελτικές ομιλίες σε κάποιο φεστιβάλ της ΚΝΕ.

Αλλού, οι Depeche Mode απευθύνονται μετωπικά στους πολιτικούς και στα πρόσωπα του δημόσιου λόγου, χαρακτηρίζοντάς τους «scum» και καλώντας σε ένοπλη αντίστασηit’s time to pull the trigger»). Βέβαια, με έναν ψυχοπαθή Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο στις Η.Π.Α., δεν ξέρω πώς μία αντίστροφη α λα Dirty Harry ανάγνωση του τραγουδιού θα βοηθούσε την κατάσταση. «Who’s making your decisions? You and your religions? Your government, your countries, you patriotic junkies», τραγουδάει ο David Gahan στο πρώτο single “Where’s The Revolution”, πάνω από synths που παίζουν κάτι σαν λιπόσαρκο swamp blues. Σε αυτό, αλλά και στη macho ποζεριά του λαχανιασμένου “So Much Love” είναι που βρίσκει χώρο η ματαιόδοξη rock περσόνα του, ώστε να ανθίσει. To τραγουδιστικό του ύφος αναθερμαίνει τη σημειολογία του ασπρόμαυρου φόντου, με τις φτηνές μπότες, τις πόρνες της ερήμου και τα κρόσια.

Φυσικά, το Spirit περιέχει διαμάντια που στολίζουν κάθε επιστροφή των Βρετανών, όπως το το “No More”, με το οποίο ξαναγυρνούν θριαμβευτικά στον ήχο που τους άνδρωσε και το “Move”, που επαναφέρει το σέξι groove του “It’s No Good”, με το bondage και τα έκφυλα φετίχ να κοσμούν την ατμόσφαιρα. Φυσικά υπάρχει και το λυτρωτικό “Cover Me”, με τη φωνή του Gahan να μοιάζει ξανά με ηδονική φωλιά και με τον ντελικάτο ρυθμικό μανδύα του Martin Gore να φέρνει στο μυαλό το “Clean” από το Violator (1990) –ενδιαφέρον είναι επίσης και το μπαχάρι της Motown με το οποίο έχει πασπαλιστεί το “Poison Heart”. Παραδόξως, αυτά είναι τα μη πολιτικά τραγούδια του δίσκου, στιγμιότυπα όπου ο soulful ήχος του Gore παίρνει το πάνω χέρι και οι ευέλικτες φόρμες θυμίζουν τον ιδιοφυή τρόπο με τον οποίον η μπάντα έδινε σχήμα και συναίσθημα στις ηλεκτρονικές αναπτύξεις των Kraftwerk με τα πρωτόλεια synthesizers, από την εποχή κιόλας του Broken Frame (1982).

Πελαγωμένο στο να ασκήσει την επίκαιρη πολιτική κριτική του, το Spirit είναι στην ουσία λιγότερο ενήλικο απ’ ό,τι νομίζει: είναι γεμάτο με τραγούδια διαμαρτυρίας, τα οποία θα αφυπνίσουν όμως πραγματικά μόνο τους απαίδευτους. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, θυμίζει εκείνα τα αναίσθητα και δήθεν μονοπάτια του Exciter (2001). Ωστόσο, ακόμα κι αν δεχθείς τη λιτή ηχητική τεχνική του “Poorman” –που καταδικάζει την απάνθρωπη ανισότητα την οποία προκαλούν οι πολυεθνικές (sic)– και κάνεις τα στραβά μάτια στις αδυναμίες του “Worst Crime” (ένα δράμα κοινωνικού απολογισμού), δεν μπορείς παρά να απορήσεις και να γίνεις έξαλλος για το πώς ο Gore έχει αναλώσει το ταλέντο του σε μια διεκπεραιωτική καντάδα όπως το “Eternal”.

Το Spirit διαθέτει πάντως δύο ιερά συστατικά, τα οποία απουσίαζαν από τα τελευταία δύο άλμπουμ των Depeche Mode: την αυθεντικότητα στις προθέσεις και την απουσία «κούρασης» σαν αίσθηση –credit σε αυτό πρέπει να πάει στον παραγωγό James Ford.

Ίσως τελικά να ήταν απλά μια επιλογή ύφους και αισθητικής το επαναστατικό πνεύμα για τους Depeche Mode. Ένα τρικ ανανέωσης. Ας είναι. Τα σχεδόν αλάθητα εκφραστικά μέσα αυτού του συγκροτήματος, δεν δίνουν δικαιώματα για αμφισβήτηση ήθους.

Από το Avopolis

The Last Face

Posted in Cinema on March 21, 2017 by InfluencesOnly

Η καριέρα του Sean Penn ως σκηνοθέτης, είναι σπαρμένη από μικρά, ακατέργαστα διαμάντια, εσωτερικής δύναμης και σπάνιας ιδιοσυγκρασίας. Απο την παραβολή “The Indian Runner” (1991), μια σκληρή ιστορία δυο αδερφών αλά Κάιν και Άβελ σε ύφος μπαλάντας του Springsteen και το σπαραξικάρδιο δράμα αυτοδικίας The Crossing Guard (1995) με τον συγκλονιστικό Tζακ Νίκολσον, μέχρι το υπαρξιακό θρίλερ The Pledge (2001) και το δοκίμιο πνευματικής απόδρασης “Into The Wild” (1997), οι ταινίες του Penn ανήκουν σε μια μικρή λίστα προσωπικών “character driven” ταινιών που ορίζουν αυτό που λέμε «ανεξάρτητο σινεμά» του δημουργού. Ο Penn, ανάμεσα στους ρόλους του, βρίσκει χρόνο να σκηνοθετήσει σαν πρώιμος Εγκογιάν που εκφράζεται με τη φωνή του Μπουκόφσκι ή με το πάθος ενός Νίκολας Ρέι που μετενσαρκώθηκε στον Σαμ Σέπαρντ. Το αποτέλεσμα μένει σχεδόν πάντα στην ιστορία του μοντέρνου αμερικάνικου κινηματογράφου. Η πέμπτη ταινία του Sean Penn, με τίλτο “The Last Face” προβλήθηκε στο περσινό φεστιβάλ Καννών. Οι φήμες που τη συνόδευαν ήταν αποκραδιωτικές: γέλια στην έναρξη της προβολής, γιουχαΐσματα και αποδοκιμασίες στο τέλος. Είχα θεωρήσει κακοήθιες και υπερβολές όλα αυτά. Άλλωστε, πως γίνεται ένας καλλιτέχνης που όταν πιάνει την κάμερα δείχνει να διαθέτει τόσο ξεχωριστό μάτι και τόσο πάθος, να έχει σκηνοθετήσει κάτι τόσο κακό; Η υπόθεση της ταινίας είναι απλοική: εθελοντές βοηθοί και γιατροί προσπαθούν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες στην Αφρική. Ένα ρομάντζο ξεκινάει ανάμεσα σε μια πρέσβειρα ανθρωπιστικής βοήθειας και σε έναν γιατρό του κόσμου και η αγάπη τους θα προσπαθήσει να ανθίσει ανάμεσα σε εμπόλεμες καταστάσεις, αντάρτες, βία και ασθένειες. Και κάπου εκεί αρχίζει η κατρακύλα…

2.jpg

Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί προτού δει την ταινία, πόσο στραβά πάνε όλα σε αυτό το κακόγουστο αστείο που πλασάρεται για έργο προβληματισμού και αξιώσεων. Με ένα ξεκούδουνο μοντάζ που ανακατέβει καρτ-ποστάλ εικόνες και σκόρπια βλέμματα ηθοποιών που δεν έχουν ιδέα τι παριστάνουν και με σκηνοθεσία αισθητικής δίωρου spot ανθρωπιστικής οργάνωσης, το αποτέλεσμα είναι τόσο άστοχο που προκαλέι οργή εξαιτίας της κακοτεχνίας του. Αιματηρές εικόνες με ακρωτηριασμένα σώματα προσδίδουν (τάχα μου) shock value στην ανύπαρκτη πλοκή και συναισθηματικοί εκβιασμοί προσπαθούν να εκμαιεύσουν φτηνό συναίσθημα. Πρόκειται για ένα ολότελα ανόητο εγχείρημα refugee porn και ουμανιστικής αυταρέσκειας, με πρόχειρο διάλογο και με ανόητα παιχνίδια με το focus του φακού, τα οποία δεν δικαιολογούνται ούτε από πρωτοετή φοιτητή σκηνοθεσίας. Επιπλέον το The Last Face χαντακώνει τους ηθοποιούς του σαν να τους μισεί: ο Javier Bardem θυμίζει κακό ηθοποιό σε Τούρκικη σαπουνόπερα τύπου “ER” ενώ την Charlize Theron προδίδει η αχρείαστη Βρετανική προφορά της, που αποπροσανατολίζει το θεατή ακόμα και στις ελάχιστες φιλότιμες στιγμές. Να πιστέψετε λοιπόν το τοξικό word of mouth και προτείνω να στείλετε αυτό το φτηνιάρικο κοκτέιλ σαθρού ρομαντισμού και πολιντικάντικου φούμαρου, πίσω στη μήτρα που το ξέβρασε.

1.jpg

Get Out

Posted in Cinema on March 18, 2017 by InfluencesOnly

Κάπως έτσι θα έμοιαζε ένα θρίλερ αν αποφάσιζε να κάνει μια άσκηση στο σασπένς ο Τσάρλι Κάουφμαν (“Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς”) μετά από ένα double feature της “Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών” και του “Μωρού της Ρόζμαρι”. Πρόκειται για ένα απίστευτα φρέσκο σε ιδέες και πρωτοτυπία θρίλερ που παίζει με τα σύγχρονα ρατσιστικά στερεότυπα και τα χρησιμοποιεί σαν όχημα για χτίσει σασπένς διαφυλετικών προεκτάσεων, με βάση ένα εξαιρετικά καλοκουρδισμένο σενάριο με αντίλαλους μοντέρνου τρόμου. Η πυρετώδης ανησυχία ξεκινά από τη στιγμή που ο Αφροαμερικανός Κρις δέχεται να συνοδεύσει τη λευκή κοπέλα του Ρόουζ, για ένα σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι, όπου θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους γονείς της, οι οποίοι είναι προοδευτικοί και εύποροι. Ένα φαινομενικά ήπιο ταξίδι αναψυχής θα μετατραπεί σε παρανάλωμα και δεν θα αργήσει να εξελιχθεί ένας απίστευτα διασκεδαστικός εφιάλτης.

2477_D003_00159.jpg

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Jordan Peele, ξεμπροστιάζει τον συντηρητισμό και τον ρατσισμό που όλοι μας κρύβουμε πίσω από μια επίπλαστη άνεση σχετικά με τη «διαφορετικότητα». Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τα διαφυλετικά διλήμματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό για να σπάσει τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης περί ρατσισμού στα λευκά προάστεια. Ασχολείται επαρκώς με το υπόβαθρο του ζευγαριού που θα περάσει λίγες μέρες με τα «πεθερικά»: σοφή προπαρασκευή για να φτιάξει μια εξαιρετικά μεγεθυμένη ιστορία αλληγορικών διαστάσεων που φέρνει τούμπα τις αρχικές προσδοκίες του θεατή, για να τις ανατρέψει ξανά στο τέλος. Το προοδευτικό περιβάλλον της μεγαλοαστής οικoγένειας είναι η βιτρίνα που κρύβει μια ρευστή απειλή. Οι λοβοτομημένοι και παγιδευμένοι ήρωες παίρνουν μέρος σε ένα απάνθρωπο παιχνίδι για το οποίο όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο. Ο ωρολογιακός μηχανισμός του σεναρίου παίζει με τις μεταστάσεις των χαρακτήρων και η ένταση του σασπένς σκάει στο τέλος, ως αντανάκλαση μιας άρρωστης, μετά-ρατσιστικής κοινωνίας που διαπράτει ύβρη.

Αυτή η κινηματογραφική έκπληξη είναι άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά τρόμου με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά την ιστορία του στη κόψη του διφορούμενου. Λειτουργεί και σαν δαιμόνιο B-movie αλλά και πανούργα άσκηση τρόμου με ξεσπάσματα έντασης και πανικού. Μοναδική ένσταση που με άφησε με μια  ιδέα «ενόχλησης»; Το happy ending φαίνεται «φορεμένο» από το studio και αποτέλεσμα των γελοίων test screenings με επίλεκτο κοινό και στερεί το cult status από την ταινία.  Υποψιάζομαι ότι ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του ένα «μαύρο» φινάλε, ανάλογου ύφους με την αυθεντική «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» (1968). Μπορεί να είναι απλά η ιδέα μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι ένα σκληρό τέλος, αποτέλεσμα του ίδιου του ρατσισμού που υπονομεύει η ταινία, θα έδινε μακροζωία μεταμεσονύκτιων προβολών στο Get Out.

2477_D014_00139R.jpg

H Πεντάμορφη και το Τέρας

Posted in Cinema on March 16, 2017 by InfluencesOnly

2hj.jpg

Η ερωτική ιστορία της Πεντάμορφης και του Τέρατος έχει και μια δεύτερη, ελαφρώς διεστραμμένη ανάγνωση. Η ιδέα της τρισχαριτωμένης ηρωίδας που έχει υποστεί εγκλεισμό και πλύση εγκεφάλου από έναν τύρρανο, μέχρι που αρχίζει να παραμιλάει με τα σερβίτσια, με αποτέλεσμα ύστερα από χρόνια απομόνωσης να πείθεται πως ο εξουσιαστής της είναι πραγματικά όμορφος και τρυφερός. Πέρα από την πλάκα, οι δημιουργοί της υπέροχα απολαυστικής animation ταινίας του 1991, είχαν σίγουρα στο μυαλό τους αυτή τη διάσταση του σεναρίου και φρόντισαν να κάνουν κάτι που ο θείος Γουόλτ είχε τολμήσει μόνο στην “Λαίδη και τον Αλήτη” του 1955: δεν έδειξαν τους ήρωες να ερωτεύονται αληθινά και μετρίασαν το συναίσθημα της επιθυμίας. Φυσικά η αριστουργηματική, αυθεντική ταινία ήταν καλλιτεχνικό επίτευγμα και ήταν η πρώτη animation ταινία που προτάθηκε για όσκαρ καλύτερη ταινίας. Οι δημιουργοί αυτού του αξιολάτρευτου ριμέικ δεν φοβούνται μήπως το Σύνδρομο της Στοκχόλμης διαβρώσει την παραμυθένια θαλπωρή και αφήνουν το συναίσθημα να πάρει το χρόνο του και να αναπτυχθεί μέσα από τους χαρακτήρες, εκτείνοντας το χρόνο σε περισσότερα από 120’. Βέβαια, καλού κακού, η αιχμαλώτιση περιορίζεται σε μερικές μέρες μόνο…

Η φετινή, live action εκδοχή του κλασικού παραμυθιού “Η Πεντάμορφη και το Τέρας“ τοποθετεί το σημείο επαφής των ηρώων στην αγάπη για το διάβασμα (την προηγούμενη φορά το Τέρας ήταν αγράμματο) Οι δημιουργοί μπόλιασαν την ταινία με ψηφιακή αγνότητα (όσο μπορούν να μπουν στην ίδια πρόταση αυτές οι δυο λέξεις) και τόνισαν το αίσθημα της νοσταλγίας ως προς την παλιά ταινία αλλά και ως προς την old school φλέβα του παραμυθιού, στην οποία δεν ρέει και πολύ αίμα τελευταία από το Χόλυγουντ. Οι αναβιώσεις παραμυθιών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το Jungle Book, προσπαθούν να βρουν νέους δρόμους αφήγησης μέσα από μοντέρνα φιλμοκατασκευή. Από μια άποψη αυτό είναι καλύτερο αν λάβουμε υπ’ όψην μας τα εγκλήματα εις βάρος του Πίτερ Παν και της Χιονάτης που έχουμε δει πρόσφατα.

3hgh.jpg

Η μετάφραση του animation σε live-action είναι εξαιρετικά δύσκολη δουλειά, χωρίς φυσικά να πνιγεί το κάδρο σε ένα ποταμό από χάρτινα εφέ που αφαιρούν την ψυχή από την εικόνα (όπως τα κάνει τα τελευταία χρόνια ο Τιμ Μπάρτον δηλαδή – το μεγαλύτερο παράδειγμα σκηνοθέτη παραμυθιών προς αποφυγή). Ο Bill Condon (σκηνοθέτης του Chicago, του Dreamgirls και των καλών Twilight) προσπαθεί να επαναφέρει το ενδιαφέρον μας στην αρχική πηγή, στην τρυφερότητα και το παιδικό ρομάντζο. Όλα τα αγνά υλικά αναβιώνουν με πιστότητα και με πειθαρχία στο όραμα του θείου Γουόλτ, αλλά η εμπειρία του σκηνοθέτη στο μιούζικαλ του δίνει επιπλέον το προβάδισμα στο τερέν του μιούζικαλ και κάνει τα μουσικοχορευτικά νούμερα να λάμψουν. Φέρνει δηλαδή στο παραμυθόκοσμο, το ενήλικο σκέρτσο του Broadway. Ειδικά το νούμερο μετίτλο “Be Our Guest” είναι μια χορογραφική εξτραβαγκάντζα που ξεδιπλώνει τις καλύτερες ντισνεικές αρετές (από την εποχή του “Fantasia” ακόμα).

Η Emma Watson με την κίνηση και την παρουσία της, αποστομώνει όσους την αμφισβήτησαν (ανάμεσά τους κι εγώ) και δίνει νεύρο στον στερεοτυπικό ρόλο χωρίς να περιορίζεται σε θλιμένες μούτες και εύθραυστα βλέμματα πεταλουδίτσας. Τα σκηνικά μετατρέπουν ένα Γαλλικό χωριό σε αξιοθαύμαστο θεματικό παρκο. Τα αντικείμενα αποκοτούν αξιαγάπητες περσόνες, με τον Ian McKellen στο ρόλο του ρολογιού, τον Ewan McGregor στο ρόλο του κεριού και της Emma Thompson στο ρόλο της τσαγιέρας. Ο Kevin Kline κάνει θαύματα στον τρόπο που σωματοποιεί την πατρική στοργή στις σκηνές του Όσο για τη “gay” υποπλοκή που τόσο τάραξε τις επιτροπές λογοκρισίας, είναι πιο ανώδυνη και από νεανική χαζοκομεντί των 80’s και αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να αφήσουμε στους ηλίθιους.

Τούτο το υβρίδιο ψηφιακού ονειρόκοσμου και κλασικότροπης ροπής στην αφήγηση παίρνει άριστα. Όποιος ψάχνει για βαθειά νοήματα στο παραμύθι ας αναζητήσει την εκδοχή του Jean Cocteau. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα απλό παραμύθι της Disney. Απλό παραμύθι, έ; Ας αναλογιστούμε τον (εξαιρετικό) Luke Evans στο ρόλο του Gaston, του περιζήτητου λεβεντοήρωα και νάρκισσου που πεισματικά θέλει να χριστεί γαμπρός. Από απλά «ενοχλητικός», εξελίσσεται σε «κακός» και στη συνέχεια γίνεται λαοπλάνος ηγέτης του όχλου που κυρήσσει την ξενοφοβία, στηρίζει τον νόμο και την τάξη και καλεί σε μάχη απέναντι στη διαφορετικότητα που απειλεί την αγνή παράδοση. Απλό παραμύθι είπατε;

4jhk.jpg

20th Century Women

Posted in Cinema on March 13, 2017 by InfluencesOnly

1cen.jpg

Βρισκόμαστε στο 1979 στην Καλιφόρνια, σε μια εποχή όπου η πολιτισμική ιστορία ακόμα δουλεύει υπερωρίες. Είναι μια κρίσιμη χρονιά για την ανθρωπότητα αλλά και για την 55χρονη Ντοροθία Φιλντς (Ανέτ Μπένινγκ) η οποία μεγαλώνει τον έφηβο γιο της. Ο σκηνοθέτης Μάικ Μιλς σταματάει την αφήγηση και μας παραθέτει μια ομιλία του προέδρου Τζίμι Κάρτερ για την «κρίση της αυτοπεποίθησης» που αναφέρεται στη έλλειψη σκοπού στη ζωή μας. Όλα λειτουργούν έτσι, σαν θραύσματα μνήμης. Οι ηθοποιοί της ταινίας δεν ερμηνεύουν αλλά «συμπεριφέρονται», ταλανιζόμενοι από το ηθικό ερώτημα του τι καθιστά έναν άνθρωπο καλό και χρήσιμο στους γύρω του. Αναζητούμε το καλό όμως δεν υπάρχουν «κακοί» εδώ για εύκολες συγκρίσεις και συμπεράσματα. Αυτή είναι η ευεργετική δυνατότητα του ανεξέρτητου σινεμά. Υπάρχουν μόνο μερικές γυναίκες που προσπαθούν να καταλάβουν πως πρέπει να συμπεριφέρονται στο πλαίσιο που εξελίσσονται μέρα με τη μέρα οι ζωές τους.

Τη σχέση μητέρας και γιού πλαισιώνει η Άμπι, μια punk-rocker φωτογράφος που επινοικιάζει ένα δωμάτιο (την υποδύεται η Γκρέτα Γκέργουιγκ) και ο Γουίλιαμ, ένας πρώην χίπης που πιάνουν τα χέρια του στις κατασκευές και που έχει πλατωνική σχέση με τη μητέρα του σπιτιού. Ένας άνδρας που διαθέτει σπάνια ευγένεια και κατανόηση για τις γυναίκες (υπέροχος ξανά ο Μπίλι Κράνταπ). Την άτυπη οικογένεια συμπληρώνει η Τζούλι, μια έφηβη κοπέλα (τσακισμένα μελαγχολική η Ελ Φάνινγκ) που συνηθίζει να κοιμάται στο σπίτι και να πυροδωτεί τη σεξουαλική φαντασία του γιου, δίχως να έχουν ερωτικές σχέσεις γιατί θέλει να κρατήσει την φιλία τους αγνή. Με έναν ακούσια άσπλαχνο τρόπο τα κάνει όλα χειρότερα τις φορές που του αφηγείται τη σεξουαλική της αφύπνηση.

Η μητέρα έχει όλα τα στοιχεία μιας αληθινά σιδηροστόμαχης γυναίκας, που δεν έχει αγαπηθεί πραγματικά από τους άντρες στη ζωή της, ενώ η παραπανίσια εξυπνάδα της την κατατάσσει άδικα σε μια κατηγορία «εκκεντρικών ανθρώπων» που είναι καταδικασμένοι να είναι πάντα μπροστά από την εποχή τους. H Ντοροθία καπνίζει διαρκώς, είναι μεγαλωμένη από γονείς που έζησαν το μεγάλο κραχ στην Αμερική και πρόκειται για παλιάς κοπής φεμινίστρια που σχεδόν μειδιάζει μέσα της μπροστά στις βαθύστομες φανφάρες της σεξουαλικής επανάστασης. Η Ντοροθία κάνει μια επαναστατική κίνηση και ζητάει από τα κορίτσια να τη βοηθήσουν στην ανατροφή του γιου της. Τι γενναιότητα για μια χειραφετημένη γυναίκα να νιώσει ανεπαρκής ως μητέρα γιατί δεν έχει κώδικα επικοινωνίας με το νεότερο παιδί της. Στα μάτια του γιου της, η ίδια φαντάζει δυστηχησμένη και μόνη, κάτι που τη σοκάρει. Η προσωρινή ένοικος, μια αναρχική στις ιδέες φωτογράφος που ζει τον τρόμο του καρκίνου, μυεί τον έφηβο του σπιτιού σε ακραία φεμινιστική λογοτεχνία σχετικά με την πολιτική του γυναικείου οργασμού. Ταυτόχρονα η πιτσιρίκα με το χαμένο βλέμμα που θέλει να βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι τους, ζει μια σεξουαλική οδύσσεια που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει.

2cen.jpg

Ο Mills, έξι χρόνια μετά το αριστουργηματικό Beginners βρίσκεται στο δρόμο να γίνει ένας μεγάλος σύγχρονος auteur όπως ο Wes Anderson, αν και είναι λιγότερο περφεξιονιστής. Έχει την ικανότητα να γράφει νατουραλιστικό διάλογο που δεν ακούγεται σαν κινηματογραφικός διάλογος. Μιλάει μέσα από βιώματα και σκόρπιες μνήμες. Μας αφηγείται την ιστορία μερικών γυναικών που βρέθηκαν στην ίδια στιγμή στον ίδιο τόπο, κάπου μέσα στον 20ο αιώνα. Μέσα από αναφορές στην pop κουλτούρα, ο Mills μιλάει σε ανθρώπους που ξέρουν τη διαφορά στις punk καταβολές των Talking Heads και των Gang Of Four ή έστω που νοιάζονται να τις μάθουν. Έχει σημασία αυτό για την ενηλικίωση και την εξέλιξη.

Ο Mills επενδύει πάνω στους ήρωες του, που ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά αλλά προσπαθεί να τους πλησιάσει μαζί μας, και αφήνει το βλέμμα της Ανέτ Μπένινγκ να αφηγηθεί με τρυφερότητα την ιστορία τους. Τι τολμηρή ερμηνεία από μια τόσο σπουδαία ηθοποιό. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη ιστορία ενηλικίωσης, αλλά για μια ιστορία βαθειάς κατανόησης και επαφής. Μια ιστορία χωρίς πλοκή και συναισθηματισμούς, στην οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον και να του μιλήσουν στο αυτί. Η απουσία πατρικής φιγούρας άλλωτε οξύνει τις διαφορές και άλλωτε απελευθερώνει την επικοινωνία. Μέσα από αποκαίδια ορφανών ιδολογιών, μέσα από τσκισμένα ανδρικά πρότυπα και μέσα από ένστικτα και συγκρούσεις που για να αποτυπωθούν σε ένα κείμενο θα πρέπει να συνταχθούν τα ασύντακτα, το τρυφερό voice-over, τα περιπαικτικά jump cuts σε πολιτισμικές μνήμες και οι σκηνές αβίαστης συνύπαρξης, ξεδιπλώνουν μποροστά μας ένα πολυδαίδαλο κοινωνικό δράμα που ακούς την καρδιά του να χτυπάει σε κάθε πλάνο.

Αυτές οι γυναίκες είναι όντως καταπληκτικές όπως προμηνύει ο ελληνικός τίτλος αλλά κυρίως είναι γνήσια παιδιά του περασμένου αιώνα όπως υπογραμμίζει ο σοφότερος, πλην αντιεμπορικός ξένος τίτλος. Όμως αυτό είναι σινεμά του 20 αιώνα. Δεν έχουμε πολλά τέτοια δείγματα πια. Κρατήστε αυτό το δώρο από σελιλόιντ κοντά σας, όχι σαν μουσειακό έκθεμα αλλά σαν ακριβή πορσελάνη.

3cen.jpg

Album Of The Week #80

Posted in Music on March 10, 2017 by InfluencesOnly

Julie Byrne

Not Even Happiness

Η εικόνα μιας κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά, που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, είναι διαχρονικά γοητευτική, ανεξαρτήτως γενεών και τάσεων. Ωστόσο το ζητούμενο είναι να διαθέτει και ουσία ή έστω κάποιο μουσικό ενδιαφέρον.

Η Julie Byrne είναι μια κοπέλα, ανάμεσα σε χιλιάδες, που θα δείχνει υπέροχη αγκαλιά με την κιθάρα στην παρέα της –η οποία θα την ακούει οκλαδόν– κάποιο σούρουπο στην καλύβα που θα χρησιμοποιεί σαν θέρετρο, ξυπόλυτη (φαντάζομαι) και με μια κούπα τσάι του βουνού στο πλάι. Το ερώτημα είναι: γιατί να ηχογραφήσει έναν δίσκο με 8 τραγούδια μουδιαστικής πλήξης, που κάνουν τη folk να ακούγεται σαν μουσειακό απολίθωμα, αντί να μείνει στις διασκευές της Joni Mitchell, με τις οποίες είμαι σίγουρος ότι γαλουχήθηκε;

Η τραγουδοποιός από το Buffalo της Νέας Υόρκης παίζει τα ταξιδιάρικα ακόρντα της τάχα μου ανέμελα, ενώ με τη θερμή, υγρή φωνή της  τραγουδάει παρηγορητικά στίχους δροσοσταλίδας, έμπλεους συμβολισμών, που διαπνέονται από πνεύμα άχραντης σοβαρότητας απέναντι στη βουκολική folk παράδοση. Με ένα μάτσο κομμάτια ζαλισμένα μέσα στη φιλολογική διάθεση στην οποία γράφτηκαν, η Byrne μάλλον θεωρεί ότι ακούγεται σαν φιλοσοφημένη ιέρεια που απελευθερώνει το rock από τον πολυεθνικό του εκφυλισμό, δίνοντας παράλληλα στη folk ιδέα ένα περιεχόμενο το οποίο πουλάει ως αποψάτο.

Αν δεν έχεις εκτεθεί στην κιθαριστική folk ή αν ανήκεις σε κάποια κολλεκτίβα που έχει συντροφεύσει κατά καιρούς την Julie Byrne, πιθανώς και να σε συνεπάρει το ολόρθο στυλ της. Αυτό που ευαγγελίζεται την επιστροφή του ακουστικού ροκ στην «αθωότητα ηλιαχτίδας».

Αν όμως είσαι ενημερωμένος ακροατής, δεν θα βρεις κανένα στοιχείο για να την πάρεις στα σοβαρά. Αντιθέτως, θα εκνευριστείς με το ύφος της πεφωτισμένης χίπισσας με το οποίο ερμηνεύει τραγούδια παπαριασμένα στην «υγιεινή» αντίληψη περί αρμονίας. Το Not Even Happiness είναι δηλαδή ένα προσχέδιο δίσκου, κραυγαλέα αναχρονιστικού στο περιεχόμενο και χωρίς καλλιτεχνικό στίγμα.

Η εικόνα της κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, ας μείνει στις φωτογραφίες.

Από το Avopolis

Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου

Posted in Cinema on March 9, 2017 by InfluencesOnly

KG-FP-165.jpg

O διάλογος είναι χάρτινος, οι διάσημοι ηθοποιοί δεν ξέρουν τι ρόλο έχουν και τι κοιτάνε μπροστά στο πράσινο τοίχο του studio και τη δράση της ταινίας την έχουμε ξαναδεί. Όμως το Kong: Skull Island είναι  ένα monster movie που μπορείς μέχρι και να απολάυσεις, παρά την καρτ-ποστάλ σκηνοθεσία και την κακοτεχνία σε επίπεδο μονταζιακό.

Βρισκόμαστε στο 1973, τον καιρί που η Αμερική ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τον πόλεμο του Βιετνάμ, μια σεναριακή αφορμή που δίνει πάτημα στον Jordan Vogt-Roberts να ξεσηκώσει ιδέες από το «Αποκάλυψη Τώρα!» – από το soundtrack στη ζούγκλα μέχρι τον χαρακτήρα που υποδύεται ο John C. Reilly, που ξεπατήκωσε τον αντίστοιχο του Dennis Hopper από το αντιπολεμικό αριστούργημα του Κόπολα. Ο John Goodman, που είναι ο μόνος από το καστ που προσπαθεί να αφήσει ένα αποτύπωμα, ερμηνεύει έναν εξερευνητή που είναι πεπεισμένος για την ύπαρξη προιστορικών τεράτων σε εκείνη την περιοχή. Για την έρευνά του, θα ταξιδέψει με την επίλεκτη ομάδα στρατού, της οποίας ηγείται ο Samuel L. Jackson, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός που θα φέρει την καταστροφή. Οσο φιλότιμο έδειξαν οι προαναφερθέντες, έμπειροι ηθοποιοί, τόσο τα κάνουν μαντάρα οι νεότεροι και ωραιοπαθείς, Tom Hiddleston και Brie Larson. Ο Hiddleston κάνει έναν ολότελα αχρείαστο ιχνηλάτη (πιο πολύ σε Κροκοδειλάκια φέρνει παρά σε Ιντιάνα Τζόουνς) που αντί να κάνει μια προσπάθεια να «παίξει» το ρόλο του, εκφέρει αισθαντικά τις ατάκες του, τονίζοντας την προφορά που αρέσει στις κυρίες. Η δε Larson, κάνει μια φωτογράφο που στέκεται όλο πόζα και “καυλοθυμό” δίπλα στον φωτογενή συνπρωταγωνιστή της, μπας και πουλήσουν «χημεία» και ξεκλέψουν κάνα spin-off.

KG-FP-184r.jpg

Τα καλά νέα έρχονται όταν την οθόνη καταλαμβάνουν τα γιγάντια τέρατα. Τεράστιες σαύρες, προιστορικά πουλιά, θηριώδη μυρμήγκια, γιγαντιαίες αράχνες, θαλάσσια βουβάλια και θεόρατες ακρίδες μεταξύ άλλων, πλαισιώνουν την επιβλητική παρουσία του Βασιλιά Κινγκ Κονγκ, ο οποίος παραδόξως είναι καλά σχεδιασμένος και προκαλέι συναίσθημα. Στο σύνολό της η ταινία είναι τρεις κλάσεις πάνω από το άψυχο reboot του Godzilla πριν τρία χρόνια. Όσο ο φακός δεν πλατειάζει με στυλιζαρισμένα πλάνα και δεν γεμίζει την πλοκή με βιντεοκλιπίστικα καδραρίσματα των ηρώων, η ταινία είναι η χαρά της χαράς για τον θεατή που θέλει να καταναλώσει περήφανα κουβάδες από pop corn. Ο σκηνοθέτης θυμάται που και που να τονίζει τις αρετές της ελαφρόμυαλης λογικής των b-movies και να γίνεται αρκούντως trashy.

Ο Κονγκ δεν είναι το κτήνος χωρίς έλεος που βλέπουν οι στρατιωτικοί. Πρόκειται για φρουρό των ιθαγενών από μια προιστορική απειλή που μπορεί να αφανίσει τα πάντα. Αυτή η εξίσωση θα μπορύσε να λειτουργήσει αβίαστα, χωρίς την προσπάθεια των δημιουργών να τονίσουν την κόντρα άψυχου μιλιταρισμού και αλληλέγγυας κοινότητας. Ο σκηνοθέτης έπρεπε να διδαχθεί από την απλότητα της αυθεντικής ταινίας του 1933 ή έστω από την τρυφερή ματιά της ταινίας του 1976, με τον Jeff Bridges και την Jessica Lange (η προσωπική μου αγαπημένη, αν και δεν αγαπήθηκε ποτέ από τους κριτικούς).

Το “Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου”, δεν νοιάζεται να γίνει ένα φιλμ με μεγάλη καρδιά που θα αγαπηθεί. Αντιθέτως βιάζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες των multiplex για εύπεπτα 3-D υπερθεάματα. Κρίμα, γιατί ούτε την πειθώ ενός τετάστιου event movie τύπου Jurassic Park διαθέτει, ούτε τις διαχρονικές αρετές ενός b – movie τολμάει να εσνστερνιστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα b-movie που ντρέπεται για την καταγωγή του και ντύθηκε με ακριβό κοστούμι για να συναγωνιστεί τα blockbuster που φωνάζουν περήφανα ότι «To Mέγεθος Μετράει».

 

KSI-06277r-VFX.jpg

Logan

Posted in Cinema on March 6, 2017 by InfluencesOnly

1lo.jpg

Μέσα σε έναν ποταμό από «ηπερηρωικές» κακοτεχνίες, από ανήθικα spin-offs που αρμέγουν τη χρυσή αγελάδα της Marvel, από άψυχα prequel και sequel που στοχεύουν σε ένα γρήγορο πρώτο τριήμερο (πριν τα πάρει χαμπάρι ο κόσμος και χαθούν στη λήθη) υπάρχουν και οι σπάνιες περιπτώσεις που προκύπτουν ταινίες αξιώσεων. Το σύμπαν των X-Men, από την πρώτη στιγμή που το ανέλαβε ο Bryan Singer μέχρι και σήμερα, δεν έπαψε ποτέ να ανθίζει και να γεννοβολάει spin off. Οι ιστορίες του έχουν ζυμωθεί σε πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας με ταξίδια στο χρόνο, σε κοινωνικές αλληγορίες αλλά και σε πολιτικά θρίλερ. Το Logan είναι η συνέχεια της ιστορίας του Wolverine και πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες, όχι μόνο των Χ-Men αλλά και τω  superhero movies στην μετά-Dark Knight εποχή.

Ο χαρακτήρας του Logan είναι τραυματισμένος. Όχι γιατί έφαγε τις γροθιές ενός γραφικού κακού, αλλά γιατί είναι τσακισμένος άνθρωπος. Ο Hugh Jackman έδωσε την ανθρώπινη υπόσταση και τον «ματωμένο» ρεαλισμό σε έναν ήρωα κόμικ, ανάλογο με αυτό που είχε φέρει ο Daniel Craig  στον ατσαλάκωτο Τζέιμς Μποντ. Βρισκόμαστε στο 2029 και ο Logan ζει απομονωμένος, δουλεύοντας ως οδηγός λιμουζίνας μαζί με τον αλμπίνο ανιχνευτή μεταλλαγμένων, τον Caliban (υπέροχα εύθραυστος ο κωμικός Stephen Merchant) και τον εξασθενησμένο από τα γηρατειά Professor X (υποβλητικός ξανά ο Patrick Stewart σε ένα ρόλο που παίζει με κλειστά τα μάτια). Οι επιληψίες του εγκαφάλου του καθηγητή είναι πολύ επικίνδυνες και προκαλούν μεγάλες καταστροφές. Την ανωνυμία και την καθημερινότητα των τριών θα διαταράξει η παρουσία της μικρής Laura (Dafne Keen), ένα βίαιο και τρομαγμένο κορίτσι που μπορεί και να είναι κόρη του Logan. Το ανθρωποκυνηγητό που θα ξεκινήσει, ευτυχώς θυμίζει περισσότερο (αν και ίσως λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ‘πρεπε) τη σκονισμένη βιαιότητα του Mad Max, παρά την πολύχρωμη παιδική χαρά των Avengers. Ακόμα και ο Jackman έχει πατήσει στο τρελιάρικο βλέμα του μουσάτου Mel Gibson.

2lo.jpg

Ο σκηνοθέτης James Mangold (υπεύθυνος για το αστυνομικό δράμα Copland και τη μουσική βιογραφία Walk The Line μεταξύ άλλων) κάνει εξαιρετική δουλειά στον τρόπο που κατασκευάζει τη δράση από μέσα προς τα έξω και τιμάει την παράδοση του franchise αλλά και την ιστορία των κόμικ (τα περιοδικά παίζουν ρόλο στην ταινία) ενώ παράλληλα μπολιάζει με μια δόση μελαγχολίας τα πλάνα δράσης. Ο Logan δεν συνεχίζει να κουβαλάει τη σκυτάλη των X-Men αλλά μοιάζει με μακρινό απόγονο των μεταλλαγμένων φίλων του. Ένας αληθινός απόκληρος, αποτέλεσμα της νίκης του «κακού» ενάντια στη ρομαντική συλλογικότητα της χαρισματικής μειονότητας. Το Logan είναι ένα noir ανοιχτών χόρων, με έντονες επηρροές από το κλασικό western που θα μπορούσε αυθαίρετα να περιγραφεί σαν ξεδελφάκι του Children of Men, σκηνοθετημένο από τον John Carpenter. Καιρός ήταν το studio να αγνοήσει τις απαιτήσεις των fanboys και να επιτρέψει μια ταινία που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους αγαπούν το γνήσιο σινεμά δράσης.

3lo.jpg

Album Of The Week #79

Posted in Music on March 4, 2017 by InfluencesOnly

Thievery Corporation

The Temple Of I&I

Φανταστείτε ένα café bar με ευρύχωρους καναπέδες και χαμηλό φωτισμό, διακοσμημένο με έντονη βλάστηση από εξωτικά φυτά και κάδρα στους τοίχους με «ινσταγκραμικές» φωτογραφίες από την Τζαμάικα ή το Μπαλί. Έναν χώρο όπου αποψάτοι γνώστες με αντιεξουσιαστικό κοινωνικό προφίλ θα παραγγέλνουν χαλαρωτικά ροφήματα σε σέξι σεβιτόρες με afro look.

Στο υποφωτισμένο bar, η ένταση της μουσικής κυμαίνεται στο ύψος των φωνών, χωρίς να καταλαβαίνεις έτσι πότε το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο (δεν έχει σημασία άλλωστε το κομμάτι, μα η σκυτάλη της ατμόσφαιρας), ενώ η κονσόλα παίζει reggae συλλογές σε βινύλιο –όχι με τα ηλιόλουστα hits των beach bars, αλλά με χαμένες ηχογραφήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σε αυτόν τον χώρο όλοι μιλούν πολύ σοβαρά: δεν ακούγονται γέλια και οι θαμώνες ξέρουν ο ένας τον άλλον με το μικρό όνομα, χωρίς όμως να έχουν και πολύ ο ένας την όρεξη του άλλου. Αν βλέπετε τον εαυτό σας να νιώθει οικεία και να περνάει καλά σε κάτι τέτοιο, το νέο άλμπουμ των Thievery Corporation θα σας φανεί σκέτη απόλαυση.

Από το συνωμοτικό dub στο εναρκτήριο “Thief Rockers” μέχρι τα νυχτερινά, βρώμικα beats των “Fight To Survive” και “Road Block”, οι Thievery Corporation αποδεικνύουν γιατί παραμένουν γοητευτικοί για το κοινό τους, μετά από μια διαδρομή 20 ετών. Το καταγγελτικό rap ακούγεται φρέσκο στο “Letter To The Editor” –η μοναδική στιγμή του The Temple Of I & I που πραγματικά μπορεί να ακούγεται για χρόνια στα μπαράκια του κέντρου, αυτά με τις trendy φατσούλες– και δεν το λεω υποτιμητικά, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επιβληθεί ένα τραγούδι για χρόνια στα ποτάδικα.

Βέβαια υπάρχουν και αδύναμες στιγμές, όπως η παρωχημένη reggae του “Strike The Root” που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τα πνευστά, ή το “Time & Space”, το οποίο λοξοκοιτάει επικίνδυνα τις crowd pleaser συλλογές επιπέδου Buddha Bar. Επιπλέον, στο “Love Has No Heart” ή στο “Lose To Find Lounge”, το γκρουπ επιμένει αδικαιολόγητα σε ατμόσφαιρες για νυχτερινά ραδιόφωνα που απευθύνονται σε ακροατές οι οποίοι τριπάρουν με διάφορα «extended chill out remix», τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οι καλές στιγμές έρχονται ξανά στις περιπετειώδεις διαδρομές σε διαστημικούς προορισμούς που φτιάχνουμε με τον νου στο ομώνυμο “The Temple Οf I & I”, όπου ο Rob Garza και ο Eric Hilton δείχνουν για τι θα ήταν ικανοί, αν δεν έτρωγαν από τα έτοιμα. Ακόμα πάντως και χωρίς τις γνώριμες τζαμαϊκανές φόρμες να ορίζουν το μονοπάτι και χωρίς το πολυφορεμένο wah pedal να δίνει εύκολες λύσεις, οι Thievery υπηρετούν τη dub/electronica με την παλιά καλή «ντουμανιασμένη» downbeat διάθεση –άσε που έχουν κι ένα πολύ cool εξώφυλλο να κοσμεί τον καινούριο τους δίσκο.

Το café bar που περιέγραψα στην αρχή, άνοιξε και σας περιμένει.

Από το Avopolis

T2 Trainspotting

Posted in Cinema on March 1, 2017 by InfluencesOnly

1train.JPG

Πολλοί ήταν αυτοί που φρόντισαν να μας θυμίζουν ότι πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από την μέρα που στηθήκαμε στην ουρά για την πρεμιέρα του Trainspotting. Πολλοί σημερινοί θεατές ήταν αγέννητοι ή νήπια (πράγμα που μας έκανε να θέλουμε να σκίσουμε ληξιαρχηκές πράξεις γεννήσεως με δάκρυα) την εποχή που βλέπαμε σαν αποχαυνωμένοι τον αγωνιώδη Renton (Ewan McGregor), τον αγαθιάρη Spud (Ewen Bremner) και τον τρελαμένο Sick Boy (Jonny Lee Miller) να βουτάνε βουλιμικά σε ποταμούς ηρωίνης και να παρτάρουν περήφανα. Ο ιδρωμένος φακός του Danny Boyle και το πυνκό σενάριο του John Hodge, μας έβαλαν στην πρώτη ταινία αρχικά στο πετσί τριών ρεμαλιών, οι οποίοι στο δεύτερο μέρος της έβαλαν τους τηγανισμένους από τις αμφεταμίνες εγκεφάλους τους να συντονιστούν, ώστε να στήσουν μια κομπίνα μαζί με τον ψυχωτικό Begbie (Robert Carlyle). Μια μπάζα μερικών χιλιάδων λιρών θα ήταν η ευκαιρία να γλυτώσουν για λίγο από την καθημερινότητα ενός junkie στο Εδιμβούργο. Η σημασία του να βλέπει ένας teenager τις οργιώδεις εικόνες του Trainspotting στα χρόνια της δεκαετίας του 90, ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτού του κειμένου. Αν έβλεπες τους ήρωες να κυνηγούν το one night stand στα club υπό τους ήχους του Atomic των Blondie, να καίγονται με τα drugs με τα beat των Underworld, να κάνουν υπερβολική δόση με το Perfect Day του Lou Reed ή να χορεύουν μαστουρωμένοι το πάθος για ζωή με το Lust For Life του Iggy Pop, θα σου έσκαγαν στα μούτρα. Το λογύδριο του “Choose Live” που εμπνεύστηκε ο Irvine Welsh ήταν σύνθημα της τελευταίας μεγάλης εποχής της pop κουλτούρας.

Ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός σήμερα και φυσικά οι τέσσερις ήρωες που είναι πλέον μεσήλικες, θα είναι κι αυτοί διαφορετικοί, σε ένα σίκουελ που πήρε αρκετά χρόνια να βρει την τελική του μορφή. Ο Renton έχει καθαρίσει και επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι για να εξιλεωθεί για την κομπίνα, ο Begbie το σκάει από τη φυλακή, ο Sick Boy έχει στήσει το δικό του κύκλωμα παρανομίας και ο Spud παραμένει… Spud. Ο Boyle συνάντησε ξανά του ήρωες σε ένα φιλμ που γυρίζονταν σε μια εποχή εποχή, με τον Bowie και τον Lou νεκρούς και με τον Ευρωπαικό διάλογο για το Brexit στο απόγειό του. Το T2, ευτυχώς, δεν φιλοδοξεί να τα ξανακάνει όλα ίσωμα, δεν μπορεί άλλωστε και δεν έχει τα όπλα. Το zeitgeist των 90’s (όπως και τα νειάτα μας) έχουν παρέλθει οπότε δεν υπάρχει χώρος για ομορφιά και όρεξη για κωλοδάχτυλο προς πάσα κατεύθυνση. Εκεί που καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα αυτό το αποτοξινωμένο σίκουελ, δεν είναι ούτε στην αναβίωση ή στην πλοκή ξεκαθαρίσματος παλιών λογαριασμών, αλλά στο πηγαίο χιούμορ: η σκηνή στην pub με τους Προτεστάντες είναι άκρως διασκεδαστική και η εκ νέου συνάντηση του Renton με τον Begbie σε διπλανές τουαλέτες είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ποντάρει στο συναίσθημα: το βλέμμα του Renton στο καπό ενός αυτοκινήτου παραμένει πύρινο, το σοκάκι όπου οι νεαροί κακοποιοί έτρεχαν ανέμελοι από το νόμο και από τους εαυτούς τους, τα πλήκτρα των Underworld, το παιδικό δωμάτιο, το φάντασμα της μητέρας και η γλυκιά ανάμνηση της πρέζας στα ανέμελα χρόνια.

2train.jpg

Φυσικά και ένα τέτοιο εγχείρημα θα έχει προβλήματα. Οι γυναικείοι ρόλοι σχεδόν ξεπετιούνται: η Shirley Henderson σχεδόν δεν έχει λόγο ύπαρξης ως γκόμενα του Spud ενώ ο υπέροχα smart ass χαρακτήρας της Kelly Macdonald εμφανίζεται χαριστικά σε μια μικρή σκηνή. Επιπλέον, η φίλη του Sick Boy (και δυστυχώς αφηγήτρια σε πολλά σημεία) δεν πείθει καθόλου για τις υποκριτικές της ικανότητες. Ακόμα και το λογύδριο του Renton ακούγεται βεβιασμένο και θαρρείς με το στανιό τοποθετημένο σε μια άσχετη σκηνή. Το roller coaster του “Trainspotting” δεν μπορεί να επαναληφθεί, χωρίς τουλάχιστον να ξεπέσει σε ευκολίες νοσταλγίας, οπότε η βόλτα αυτή τη φορά οφείλει να είναι περισσότερο στυλιζαρισμένη παρά ξέφρενη. Ο Boyle χρησιμοποιεί σε σε κάθε σκηνή σχεδόν διαφορετικό φίλτρο και κινηματογραφεί σαν ξεσαλωμένος βιρτουόζος. Ρίχνει freeze frame στο τέλος πολών σκηνών, πειράζει το κάδρο, φιλτράρει χρώματα με επίτηδες παλιομοδίτικο στυλ. Όμως αυτή τη φορά δεν χρειάζονται πεθαμένα μωρά και κυριολεκτικές βουτιές στα σκατά για να σοκάρουν το κοινό. Το σοκ έρχεται από το «μεγαλωμένο» βλέμμα των ηρώων, που δεν κατάφερε να παγώσει για πάντα ο χρόνος στα ένδοξα καρέ των 90’s. Δεν χρειάζονται την οργιώδη electronica και την Brit-pop οι ήρωες για να συντροφεύει τις απατεωνιές τους και τα ναρκωτικά πλέον σχεδόν απουσιάζουν. Οι ήρωες έχουν διαλέξει ζωή και πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτή, όπως έχουμε κάνει όλοι μας, λίγο εώς πολύ, από τότε.

3train.JPG

Album Of The Week #78

Posted in Music on February 14, 2017 by InfluencesOnly

Elbow

Little Fictions

To καθόλα έντιμο συγκρότημα των Elbow συντηρεί τον σχετικά άχαρο ρόλο των τελευταίων εκφραστών του «old-school» εναλλακτικού ροκ της Βρετανίας, με αποτέλεσμα να φαντάζει (άδικα) μπανάλ στο κοινό που ενθουσιάζεται με πυροτεχνήματα.

Ο 7ος δίσκος τους Little Fictions κάνει καλή δουλειά στο να διατηρεί τη ραφιναρισμένη ομορφιά του παρελθόντος τους, χωρίς να αφήνει την αίσθηση πως μένουν στάσιμοι σε όρους εκφραστικότητας. To Seldom Seen Kid (2008), με όλη εκείνη την αυτοκαταστροφική υγρασία που το χαρακτήριζε, ήταν βέβαια το αριστούργημά τους: μια συλλογή alt-rock καλουδιών που έμοιαζαν να απευθύνονται σε άδηλες ψυχές.

Το Little Fictions υστερεί σε έμπνευση συγκρινόμενο με εκείνο, αλλά φιλοδοξεί να πάει ένα βήμα παραπέρα το αρσενικό σύμπαν των Βρετανών. Όμως πραγματικά, δεν υπάρχει κάποια αποκάλυψη ή έστω ένας ευχάριστος αιφνιδιασμός στο καλοσχεδιασμένο μεν, μονοκόμματο δε καινούριο υλικό τους. Το τραγούδι που θα έδινε ευπρόσωπη ταυτότητα σε ένα ροκ ιδίωμα για μελαγχολικές συντροφιές που κάνουν cocooning παρέα με τις αγωνίες τους σε μικρά διαμερίσματα στην καρδιά του χειμώνα, δεν έρχεται ποτέ. Αντίθετα, τα περισσότερα ακούγονται σαν να μην είναι μεστωμένα, σαν να μην διαθέτουν ρυθμικές ραχοκοκαλιές· μοιάζουν με ανώριμα φρούτα.

Οι «βουνοκορφές» είναι έτσι λίγες στο Little Fictions. Το “Magnificent (She Says)” σε ζεσταίνει και σε κάνει να θες να ακούσεις οτιδήποτε και να επακολουθήσει –πρόκειται για τραγούδι που θα μπορούσε να ανήκει και στις τρυφερές στιγμές των Tindersticks. Το “Gentle Storm” είναι μια ερωτική μπαλάντα που αποτελείται μόνο από κρουστά και σκόρπια πλήκτρα, από αυτές που μόνο οι Radiohead μπορούν να φτιάξουν με μαεστρία. Το “All Disco” θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία από τις πιο lo-fi στιγμές του Peter Gabriel. Στο επικής διάρκειας “Little Fictions”, πάλι, ακούς κάτι από την αφηγηματικότητα του Paul Simon. Σε όλα τα παραπάνω, η πνιγηρή, γάργαρη φωνή του Guy Garvey δεν χολοσκάει για περιττά δράματα, δεν παραληρεί με λυγμούς και πτώσεις, βαριέται να γελάσει, αλλά ούτε για απαισιοδοξία έχει όρεξη.

Ό,τι χάνει σε εμπνεύσεις το Little Fictions, το κερδίζει σε συναίσθημα, παρασύροντάς μας στον βαρύγδουπο ειρμό ενός δράματος: στα λίγα αξιοσημείωτα highlights, χτίζει ατμόσφαιρα γύρω από ασήκωτα πάθη και φορτισμένα συναισθηματικά ζητήματα. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε και η αντικατάσταση του ντράμερ Richard Jupp με τον session μουσικό Alex Reeves –πράγμα που επηρρέασε περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς το αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι Elbow καταφέρνουν και προσδίδουν συναισθηματικό ψήγμα σε κρυφές γωνιές του δίσκου τους. Όμως, αν και τα νέα κομμάτια έχουν στόχο την εξέλιξη του ήχου τους, ακούγονται κάπως τεμπέλικα στην ανάπτυξη. Ένα παράδοξο που διαπερνάει όλο τον δίσκο, αφήνοντας μια ενοχλητική αίσθηση που εμποδίζει την απόλαυση.

Από το Avopolis

Album Of The Week #77

Posted in Music on February 4, 2017 by InfluencesOnly

The Weeknd

Starboy

Σε μια εποχή κατά την οποία η έπαρση μοιάζει να έχει στοιχειώσει την pop επικαιρότητα, ο καλιτέχνης που έντυσε μουσικά τις μέρες και τις νύχτες των ηδονιστών χίπστερ με τη διάσημη τριλογία των mixtapes του, που έκανε τους λάτρεις του top-40 να γρυλίσουν από ευχαρίστηση και τους νοσταλγούς της πολύχρωμης πλευράς των 1980s να συντονιστούν (επιτέλους) με ένα παρόν μη αναχρονιστικό, επιστρέφει πιο σεμνός από ποτέ.

 Το Starboy είναι το πιο στρωτό και καθησυχαστικό άλμπουμ του The Weeknd, πιστό όμως εν μέρει στον πυρήνα της φιλοσοφίας «δες την ομορφιά πίσω από τη σεξουαλική παράνοια και τη βρωμιά», την οποία σερβίρει πολύ πετυχημένα τα τελευταία χρόνια. Το υποφωτισμένο genre του «pervert R’n’B» δοξάστηκε από τούτο τον αξιόλογο soul star, όμως το Starboy τον βρίσκει μπερδεμένο: χωρίς να μην μπορεί να ξεφύγει από τη μανιέρα του, αλλά και χωρίς να είναι έτοιμος ψυχολογικά να αγκαλιάσει χωρίς αναστολες το mainstream. Άλλωστε, όπως ομολογεί στο “Reminder”, «goddamn, bitch, I am not a Teen Choice».

Όσο γοητευτικά και να ηχούν λοιπόν τα κελαρυστά hooks, όσο βελούδινες και να ακούγονται οι λεπτές, μελωδικές υφάνσεις των τραγουδιών, τίποτα δεν μπορεί να παραγκωνίσει την άβολη αίσθηση ότι ο δίσκος περιέχει παραπάνω «γεμίσματα» απ’ ότι επιτρέπεται. Κομμάτια όπως το “Love Τo Lay” και το “Attention” ανήκουν στα πιο προβλέψιμα που έχει υπογράψει ο Weeknd, ενώ τα “Nothing Without You”, “Die For You” και “All I Know” συγκροτούν το πιο αδιάφορο σερί της μέχρι τώρα δισκογραφίας του. Ίσως να φταίνε τα 70 λεπτά στα οποία εκτείνεται το Starboy, διάρκεια που επέτρεψε να παρεισφρήσουν αυτές οι ασημαντότητες –η περιεκτικότητα των παλιότερών του EP ήταν η τακτική που έπρεπε να εφαρμοστεί κι εδώ.

Υπάρχουν φυσικά τραγούδια μελιστάλαχτης και αθυρόστομης soul, ιδανικά για ερωτικές ολονυχτίες (“Six Feet Under”) ή αφορμές για εκστατική pop στην πίστα (“Rockin’”), καθώς και άφθονη ηλεκτρονική funk, τίγκα στην ενέργεια. Όμως η χυμώδης ποικιλομορφία των ιδεών εξατμίζεται για πρώτη φορά τόσο γρήγορα και τελικά ξεπέφτει σε λύσεις όπως το “Secrets”: έναν κατακλυσμό από 1980s κλισέ, ανάμεσα στο “Pale Shelter” των Tears For Fears και το “Talking In Your Sleep” των Romantics. Επιπλέον, τραγούδια όπως το “A Lonely Night” και το “Die For You” ζωντανεύουν το φάντασμα του Michael Jackson (της εποχής του History, όμως).

Άφησα για το τέλος τις δυνατές συνεργασίες του The Weeknd, γιατί το εύκολο (και το επιθυμητό της δισκογραφικής του) είναι κάθε κείμενο να κρεμαστεί από αυτές. Πραγματικά, το εθιστικό “Starboy” διαθέτει λυγερή μελωδία, που απογειώνει τα διαστημικά tempo των Daft Punk. Το σκοτεινό “Stargirl”, πάλι, αξιοποιεί τη μπλαζέ σαγήνη της Lana Del Ray, ενώ η αρμονική, σάρκινη soul του “Sidewalks” αγκαλιάζει το cool ραπάρισμα του Kendrick Lamar. Όσοι όμως ενθουσιάστηκαν με τον Weeknd (οι ηδονιστές χίπστερ, οι λάτρεις του top-40 και οι νοσταλγοί της πολύχρωμης πλευράς της δεκαετίας του 1980 που λέγαμε πιο πάνω), θέλουν να τον απολαύσουν μόνο, πρωταγωνιστή και περιπετειώδη.

Από το Avopolis

Split

Posted in Cinema on February 3, 2017 by InfluencesOnly

5720_D005_00149.jpg

Παρά την φήμη που τον συνοδεύει, ο M. Night Shyamalan δεν βασίζει το σινεμά του αποκλειστικά στις ανατροπές και τα plot twist. Αυτό που ισχύει είναι πως ο σκηνοθέτης βρίσκει το knack του όταν έχει χώρο να στήσει το σασπένς μέσα από την κίνηση της κάμερας και όταν υπαινίσεται τον τρόμο έξω από το κάδρο. Το Split είναι η 10η ταινία του διάσημου δημιουργού (αν θεωρήσουμε ότι η καριέρα του αρχίζει με την «Έκτη Αίσθηση») Μετά την εναρκτήρια, αριστοτεχνική σκηνή, όπου ο αναίτιος τρόμος συγκρούεται με μια σκηνή αθώας καθημερινότητας, το φιλμ δείχνει μια ανημπόρια να αυτοπροσδιοριστεί αισθητικά. Πάντως ανάμεσα στο διεστραμμένο παραμύθι και την άσκηση ύφους, ο θεατής αντιλαμβάνεται τι είναι η ταινία που βλέπει: ένα κλειστοφοβικό κοκτέιλ του Oldboy με το 10 Cloverfield Lane. Φυσικά το φιλμ ως προς τη φιλοσοφία του τρόμου, παρουσιάζει εντυπωσιακή έλλειψη γνώσης ή αδιαφορία σχετικά με τις νοητικές διαταραχές και τις επιπτώσεις τους. Ακόμα και αν προσπεράσουμε τον επιστημονικό ρεαλισμό, οι συμπεριφορά ενός ατόμου με πολλαπλές (23 τον αριθμό) προσωπικότητες, εδώ δεν αντιμετωπίζονται με την σινεφιλικά υπερβολικό στυλιζάρισμα ενός Ντε Πάλμα, αλλά με τη σοβαροφανή φιλοδοξία να προστεθεί ένας σκόμα villain στο πάνθεον των ψυχωτικών του κινηματογραφικού τρόμου (Νορμαν Μπέιτς, Τζον Ντο κτλ) Ουτε κατά διάνοια…

5720_D019_00214.jpg

Το Split είναι το πιο σκληρόπετσο και αγέλαστο έργο του Shyamalan όμως οι σκηνοθετικές νάρκες που προκαλούν ανατριχίλες είναι καλά τοποθετημένες στον ιστό της ιστορίας, καθώς η απαγωγή των τριών ανήλικων κοριτσιών γίνεται όλο και πιο πνηγηρή και αδιέξοδη. Ο Kevin (ο απαγωγέας) υιοθετεί μια διαφορετική περσόνα κάθε φορά – μια αυταρχική μητέρα, έναν επιστάτη, ένα τρομαγμένο παιδι κτλ. Οι συνεδρίες του Kevin με την ψυχολόγο του κινούν σεναριακά το μυστήριο και «αερίζουν» την ταινία από το κλειδαμπαρωμένο υπόγειο. Κάπου εκεί ο υποψιασμένος θεατής θα πρέπει να παραβλέψει κάποιες παραψυχολογικές μπαρούφες σχετικά με το πως το βαθύ τραύμα ξεκλειδώνει δυνάμεις του εγκεφάλου μας, αλλά δύσκολα θα προσπεράσει τον μισογυνικό συντηριτισμό του σεναριογράφου σκηνοθέτη. Σύμφωνα με την διαταραχή του Kevin, ο ήρωας δεν αντέχει τη θέα βρώμικων ρούχων και απαιτεί από τις ανήλικες κοπέλες να μείνουν με τα εσώρουχά τους. Πέρα από το exploitation αυτής της παραμέτρου, υπάρχει η «αποκάλυψη» περί αγνότητας της παρθενίας που θα προστατέψει την πιο τολμηρή ηρωίδα. Ακόμα όμως κι αν αυτά είναι αναμενόμενα σαν συνήθεις πρακτικές των slasher movies, το σενάριο τοποθετεί τον Kevin να είναι πιο «τρομακτικός» όταν τον καταλαμβάνει μια γυναικεία περσόνα – πράγμα που υπογραμμίζει πως η θέα ενός άνδρα σε γυναικεία ρούχα με θυληπρεπή συμπεριφορά, αποτελεί θέαμα φρίκης.

Ο Τζέιμς Μάκαβοι είναι επαρκής και αφωσιωμένος στο ρόλο του αλλά δεν είναι πραγματικά τρομακτικός ούτε προκαλεί συμπάθεια ή οίκτο. «Διχασμένος» ανάμεσα στην βιρτουοζιτέ και την ανάγκη να παίζει με τις προσδοκίες του κοινού, ο Shyamalan καταφέρνει να μας πείσει πως δεν πρέπει να τον ξεγράψουμε καθώς πρόκειται για ικανότατο αφηγητή. Είτε υπογράφει ένα μοντέρνο αριστούργημα (Unbreakable) είται μια από τις χειρότερες ταινίες όλων των εποχών (The Last Airbender), έχει τον τρόπο του να μας απασχολεί. Οι εμμονές του είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, κάτι που κορυφώνεται στο Split με το σχεδόν ενοχλητικά αυτοαναφορικό του φινάλε, αλλά και η ξεροκεφαλιά του, στα όρια γαιδουριάς, να υπογράφει χωρίς τη βοήθεια άλλων τα σενάρια.

5720_TP_00008R.jpg

Από το Movieworld

Jackie

Posted in Cinema on January 31, 2017 by InfluencesOnly

Στο πάνθεον των πρώτων κυριών της Αμερικάνικης ιστορίας, η Τζάκι Κένεντι απέσπασε τη μεγαλύτερη φήμη αλλά η ίδια δεν ήταν Έλενορ Ρούβλετ, πόσο μάλλον Μισέλ Ομπάμα. Δεν είχε πολιτικές ανησυχίες, δεν την απασχόλησαν οι μη προνομιούχοι, δεν ταξίδεψε σε ασθενέστερες χώρες και σίγουρα δεν ήταν σε θέση να συμβουλεύσει τον άντρα την σε θέματα πολέμου. Η παρουσία της περιορίζονταν στον παραδοσιακό ρόλο της αριστοκράτισσας μητέρας, της διακοσμήτριας του Λευκού Οίκου και του κομψού icon με μεγάλη γκαρνταρόμπα.

Ο σκηνοθέτης Pablo Larraín, στην βιογραφική του προσέγγιση της Τζάκι επιχειρεί μια σκοτεινή ενδοσκόπηση σε όσα συνέβαιναν στο σοκαρισμένο μυαλό της, τις ημέρες αμέσως μετά την δολοφονία του Τζον  Κένεντι. Μέσα από ελλειπτικό μοντάζ και σκόρπιες στιγμές, παρακολουθούμε μια ταραγμένη γυναίκα που από το ροζ συννεφάκι στο οποίο ζούσε, για να λαμπρύνει τα πιο υγρά όνειρα των μόδιστρων και να εμπνεύσει τις νυκοκοιρές που ξυπνούσαν αμήχανες από τα όνειρα των baby boomers, βρέθηκε να μαζεύει τα μυαλά του άντρα της από τη λαμαρίνα ενός κάμπριο αυτοκινήτου. Η εξομολογητική συνέντευξή της με έναν δημοσιογράφο (Billy Crudup) δίνει αφορμή για πισωγυρίσματα στο χρόνο, με τα jump-cut στο μοντάζ να δημιουργούν ένα νοητικό σλάλομ ανάμεσα στις πρώτες μέρες στον Λευκό Οίκο το 1962 και τις ταραχώδεις ημέρες μετα την μυστηριώδη δολοφονία. Εκεί βλέπουμε την Τζάκι να είναι στωική σύζυγος, αφοσιωμένη κυρία, λάτρης της (ακριβής) τέχνης, έρμαιο της αυλής της, μαύρη χήρα και ξανά από την αρχή, σε έναν ασπόνδυλο αφηγηματικό κύκλο. Στο μεταξύ στις σκηνές της μετωπικής συνέντευξης, φαίνεται ότι πρόκειται για άκρως υπολογιστική γυναίκα που ξέρει καλά να διαμορφώνει την δημόσια εικόνα της και να οχυρώνεται πίσω απ’ αυτήν.

1jackie.jpg

Το μεταμοντέρνο biopic είναι προσαρμοσμένο πάνω στο σώμα τη Natalie Portman η οποία παίρνει τόσο σοβαρά το δυσυπόστατο ρόλο της. Η δουλειά της σε επίπεδο προφοράς και κινησιολογίας «φαίνεται», και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην προσπάθειά της να ανασκευάσει τη μυθική εικόνα της Τζάκι, μέσα από εξομολογήσεις στον ιερέα, από στιγμές υπόκωφης απελπισίας και από επικοινωνιακό αδιέξοδο με την ισχυρή ελίτ της Αμερικής. Το πρόβλημα είναι οτι όλα αυτά τα προσπαθεί με σχετική αστοχία και φυσικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να ξεγελάσει το κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους.

Η Τζάκι αρνήθηκε να υπάρξει «γήινη» και γι’ αυτό ήταν πάντα γοητευτική στα μάτια όλων. Εδώ ακριβώς αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει καλή ερμηνεία πάνω σε ένα γυναικείο αρχέτυπο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη. Η Portman παριστάνει (δεν ερμηνεύει) την Τζάκι, όμως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας γυναίκας, που παρά την χρυσοθηρία και την φωταγωγημένη ματαιοδοξία της, ήταν πάντα θελκτική και ερωτεύσιμη. Η Portman πνίγεται σε ερμηνευτικά τερτίπια νομίζοντας ότι η παραμικρή στραβοτιμονιά στα βλέφαρα ή τα χείλη θα εξαφάνιζε από πάνω της την εικόνα της Τζάκι. Η ταινία πορφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Όμως ακόμα και μετά από ένα τόσο ημιτελές και προβληματικό πορτρέτο μιας γυναίκας που από τα ροζ Chanel έφτασε να είναι ψυχολογικά ράκος στο απόγειο της επιρροής και της δύναμής της, ο θεατής βγαίνοντας στην πραγματικότητα που τον περιμένει έξω από την αίθουσα και αφού αντικρύσει μια βίζιτα όπως την Μελάνια Τραμπ στην ίδια θέση, θα πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την πολιτισμική παρακμή που έχει ποτίσει σχεδόν τα πάντα.

2jackie.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #76

Posted in Music on January 27, 2017 by InfluencesOnly

Rolling Stones

Black & Blue

Στις αρχές του 1962, δυο κολλητοί παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues, παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια εμφάνιση του σχήματος του κιθαρίστα Alexis Korner σε ένα λονδρέζικο club. Οι δυο νεαροί ήταν ο Mick Jagger και ο Keith Richards, οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία, ως Rolling Stones. 54 χρόνια μετά, οι ίδιοι άνθρωποι –παρέα με τον Charlie Watts και τον Ron Wood– κλείνονται για 3 μέρες στο στούντιο και ηχογραφούν το Blue & Lonesome, αντλώντας από την ίδια αστείρευτη πηγή, τα blues του βαθύ Νότου, του Δέλτα και του Σικάγο. Πρόκειται για τον μόλις 2ο δίσκο των Stones που περιέχει αποκλειστικά διασκευές (ο πρώτος ήταν το The Rolling Stones του 1964) και τον πρώτο τους που αποτελείται από 100% blues υλικό.

Οι Stones ήρθαν σε επαφή με αυτούς τους ήχους στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στην Αγγλία. Η καταπιεσμένη λαγνεία και ο φτωχικός καημός των σκληρών και αδικημένων μαύρων αρσενικών, ακουγόταν σαν μια ξένη γλώσσα που ήθελαν να μάθουν. Αποπειράθηκαν λοιπόν να σερβίρουν ξανά στην Αμερική τα καλοχωνεμένα riffs της γόνιμης παράδοσης της βαμβακοφυτείας, με τον Jagger να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Richards να ασελγεί στις φόρμες του Muddy Waters. Αν υπάρχει ένα αληθινό επίτευγμα στο φετινό Blue & Lonesome, είναι ότι μπορούν ακόμη σε κάνουν να αισθάνεσαι άχρονος ακροατής, με τη δυνατότητα να ταξιδεύεις με τη δική σου χρονοκάψουλα στο Μέμφις και στο Τενεσσί της δεκαετίας του 1940.

Η περικυκλωτική παρουσία του hype που κουβαλάει η μπ(ρ)άντα των Stones και η ασφυξία της απροβλημάτιστης κριτικής είναι συνήθως αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια των δυσκίνητων δισκογραφικά Jagger & Richards. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ενστικτώδεις ηχογραφήσεις, που δεν τάζουν «μεγαλεία». Αντιθέτως, η μπάντα προβαίνει σε μια ειλικρινή συνδιαλλαγή με τις ρίζες της, στεκόμενη με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνισμό περί ρεβιζιονισμού. Από την αλανιάρα τυπολογία του “Shake ‘Em Οn Down” και τη ρυθμική βρωμιά του “Commit A Crime”, ο Richards με την ασίγαστη όρεξή του αγκαλιάζει τη μελωδική συμμετρία και ο Jagger, με έκφυλο coolness, εκφέρει μοναδικά στίχους όπως «call the plumber darling, must be a leak in my drain».

Πρόθυμος αρωγός ο Eric Clapton, ο οποίος κοσμεί με τα σόλο του κομμάτια όπως το “Everybody Knows About My Good Thing” του Little Johnny Taylor, που ακούγεται με διασταύρωση των blues και της soul, σε κάποιον σκονισμένο δρόμο στην καρδιά της Λουιζιάνα. Ακούστε τις κραυγές πάνω στα μονότονα μα εύστροφα hooks του “All Οf Your Love”, την πνιγμένη στο μπέρμπον απελπισία του “Little Rain” ή τη φυσαρμόνικα που ηχεί σαν εκτροχιασμένη αμαξοστοιχία στο “I Gotta Go”. Οι άνθρωποι που για χρόνια φέρονται όχι σαν μουσικοί αλλά σαν μέτοχοι μιας επικερδούς επιχείρησης, δεν επιτρέπουν να παρεισφρήσει ούτε στιγμή η υποψία δεσμεύσεων συμβολαίου και παραγγελιάς. Δεν υπάρχει δηλαδή η άβολη αίσθηση του προμελετημένου –στα δικά μου μάλιστα αυτιά, οι Stones ακούγονται εδώ νεότεροι απ’ ότι στο A Bigger Bang του 2005 (για να μην πω και από το Voodoo Lounge του 1994).

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε 3 μόλις μέρες και έτσι πολλά τραγούδια βγήκαν μονοκοπανιά, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι ότι οι Rolling Stones κοιτάζονταν στα μάτια και (επιτέλους) έπαψαν να παίζουν από την κορυφή του βουνού. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλά άλλωστε ότι τα blues αγγίζουν το μέγιστο δυνατό εκτόπισμά τους όταν είναι απογυμνωμένα και όχι όταν βομβαρδίζονται από υπερπαραγωγές. Διασκευάζοντας λοιπόν τους δίσκους 45 στροφών των Magic Sam, Little Walter και Bukka White, οι Stones μειδιάζουν απέναντι στις απελπισμένες πλατφόρμες κατανάλωσης μουσικής, σε έναν δίσκο που, αντίθετα με τον τίτλο του, είναι γεμάτος ζωή και αναβλύζουσα χαρά.

Φυσικά και θα προτιμούσα αυτόν τον ενθουσιασμό από τη συγκεκριμένη φλέβα έμπνευσης να τον εφάρμοζαν σε ένα set από αυθεντικές συνθέσεις, αλλά, όπως μας έχουν συμβουλεύσει παλιότερα, «you can’t always get what you want».

Απο το Avopolis

Moonlight

Posted in Cinema on January 26, 2017 by InfluencesOnly

20151017_Moonlight_D04_C1_C8A0484.jpg

Σπάνια ο ανεξάρτητος Αμερικάνικος κινηματογράφος (για το mainstream κύκλωμα ούτε λόγος) εξερευνά σε τόσο βάθος το ζήτημα της ταυτότητας και μάλιστα με τέτοια σπαραξικάρδια ομορφιά, όσο το κομψοτέχνημα του Barry Jenkins με τίτλο “Moonlight”. Ένα θαυματουργό φιλμ με ιαματικές ιδιότητες. Η σεξουαλική και συναισθηματική αναγέννηση είναι η ιστορία του φοίνικα που αναδύεται από τις στάχτες του. Το Moonlight είναι μια οδυνηρή στην καρδιά αλλά δραματικά ρεαλιστική ταινία που δεν ηθικολογεί όυτε είναι χειριστική. Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ταινίας που δεν κάνουν λάθος επιλογή, είτε στο μοντάζ είτε στο σενάριο, ούτε στην προσέγγιση των χαρακτήρων. Χωρισμένη θεματικά σε τρεις ενότητες, μέσα από τη ζωή του Chiron, ξεδιπλώνεται όλη η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης οτι όσα νομίζεις ότι σε χαρακτηρίζουν, δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά που κατακάθονται ως ίζημα είναι μη διαπραγματεύσιμα. Η ερώτηση “Who is you, man?” πλανάται στον αέρινο ιστό του φιλμ. Στο πρώτο μέρος ο Chiron είναι ένα εννιάχρονο παιδί που μεγαλώνει δίπλα στην εθισμένη στο κρακ μητέρα του. Στο δεύτερο μέρος είναι ένας εσωστρεφής 16άρης που στέκεται σιδηροστόμαχα απέναντι στη βία του προαυλίου και στο τρίτο είναι ένας σκληρός γκάνγκστερ, λίγο πριν τα τριάντα, ερμητικά κλεισμένος στη μοναξιά του και τις μύχιες επιθυμίες του.

20151025_Moonlight_D10_C1_K1_0610.jpg

«Μπορείς να είσαι ομοφυλόφυλος αλλά δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν να σε αποκαλεί αδερφή». Μια σπάνιας ωριμότητας συμβουλή από τον άτυπο κηδεμόνα του μικρού Chiron, στην καρδιά του ομοφοβικού γκέτο, φέρνει δάκρυα στα μάτια. Το Moonlight είναι μια σπάνια, τρυφερή ταινία, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω», της πρώτης επιθυμίας, της οργής απέναντι στον κυνισμό και απέναντι  σε κάθε παραλογισμό ή αναίτια προδοσία που μας στοιχειώνει τις ζωές. Τρεις ηθοποιοί, σε τρεις ενότητες συμπλέουν σε ένα ακάνθινο και τρυφερό ταξίδι με προορισμό την αγάπη, από την «βάπτιση» στα νερά μιας συνοικίας στο Μαιάμι, σε μια εριστουργηματική σε απόδοση, ερωτική σκηνή, μέχρι τη συνάντηση δυο ανθρώπων σε ένα ξεχασμένο diner με ένα Juke Box να αγκαλιάζει σαν ζεστή κουβέρτα την ανάγκη για επαφή.

Από το Movieworld

20151104_124920_Moonlight_D16_0367.jpg

Hell or High Water

Posted in Cinema on January 20, 2017 by InfluencesOnly

1hell.jpg

Χάνει οριστικά το γοητευτικό πλεονέκτημα του παραγνωρισμένου σκηνοθέτη ο Σκωτσέζος Ντέιβιντ Μακένζι με αυτή την ταινία του. Ο εξαιρετικά ικανός δημιουργός υπέροχα σκοτεινών δραμάτων όπως Hallam Foe και Young Adam, κάνει έδρα του αυτή τη φορά το Texas για μια αρχετυπική ιστορία με κλέφτες κι αστυνόμους. Με τα πιο αγνά υλικά της παραδοσιακής Αμερικάνικης παράδοσης, σαν μοντέρνος Νίκολας Ρέι, καταφέρνει και αγγίζει τα όρια του μεγαλειώδους κινηματογράφου.

Το σενάριο που υπογράφει ο Taylor Sheridan (Sicario), εξετάζει τη σχέση δυο αδερφών, του Toby και του Tanner. O Chris Pine και ο Ben Foster βρίσκονται στους ρόλους των δυο βρώμικων αδερφών που εξαπολύουν ένα σερί ένοπλων ληστειών, ενώ στο κατόπι τους βρίσκεται ο βετεράνος αστυνομικός Marcus Hamilton με τον συνέταιρό του, τον Alberto Parker. Τα όργανα τις τάξης ερμηνεύουν ο Jeff Bridges με το ζεν και στωικό του βλέμμα και ο Gil Birmingham. Ο φακός του Mackenzie μας καθηλώνει, ειδικά όταν βρισκόμαστε εν μέσω των βεβιασμένων, απρογραμμάτιστων και συχνά πανικόβλητων ληστειών, με μια ένταση που εντείνει το αυτοκαταστροφικό παίξιμο του Ben Foster στο ρόλο ενός μανιακού χαρακτήρα με εμφανές death wish και με εμμονή να ζει στα όρια. Τον εξισορροπητικό ρόλο με την πραγματικότητα και τον ρόλο ευθύνης αναλαμβάνει ο Chris Pine. Ο στόχος του είναι να αποκτούν όσα μπορούν να κουβαλήσουν και να αποφεύγουν το αλόγιστο ρίσκο στο οποίο χάνεται ο αδερφός του.

3hell.jpg

Μη γελιέστε από την b-movie σημειολογία και το All American δράμα που αποπλέει η ταινία. Το Hell Or High Water είναι ένα σφριγηλό σε υφολογία και μοντέρνο σε αισθητική Γουέστερν, αλλά κυρίως σοφό στην οπτική του περί αυτοδικίας και κοινωνικής βίας. Αντλώντας από το σινεμά της δεκαετία του 70 και κάνοντας σλάλομ από τον crime ρομαντισμό του Bonnie & Clyde (1967) μέχρι το ερεβώδες ανθρωποκυνηγητό του Heat (1995), ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα μοντέρνο, σκονισμένο αριστούργημα που θα μείνει κλασικό. Χωρίς την ειρωνεία και την διάθεση για ανατροπή των Κοέν και χωρίς τη μονοδιάστατη macho, εμμονή για ηθικούς διδακτισμούς του σινεμά του Ίστγουντ. Ο Bridges είναι ξανά εδώ σε mode True Grit και ρίχνει τις ατάκες του σαν να μασάει βαμβάκι. Η θλιμμένη όψη του, τα καλόκαρδα ρατσιστικά πειράγματα στον Μεξικάνο συνέταιρό του και η σοφία του λόγου του εντυπώνονται σε κάθε σκηνή. Μετά τη θέαση της ταινίας, κρατήστε κοντά στην καρδιά σας τα λόγια του: “I never met nobody got away with anything, ever”.

4hell.jpg

Από το Movieworld

Album Of The Week #75

Posted in Music on January 19, 2017 by InfluencesOnly

Sting

57th & 9th

Έπειτα από μια 13χρονη απουσία από την pop/rock επικαιρότητα, ο Sting επανέρχεται στα γνώριμα mainstream μονοπάτια στα οποία θησαύρισε. Για πολύ καιρό, ο Βρετανός σταρ βουτούσε με τα μούτρα να ηχογραφήσει οτιδήποτε του κινούσε παρωδικά το ενδιαφέρον, προκειμένου να επιδείξει ποικιλία και ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες: μιούζικαλ, κλασική μουσική, κάλαντα κ.ά. Με το 12ο άλμπουμ του με του 57th & 9th, λοιπόν, μάλλον θέλει να πειθαρχήσει ξανά σε πλαίσιο ψυχαγωγικών, στρογγυλών rock τραγουδιών για λαϊκή κατανάλωση και ραδιοφωνικό airplay. Ο δίσκος έχει δανειστεί το όνομά του από τη συμβολή των οδών στο Hell’s Kitchen του Μανχάταν, όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήθηκε –μια προφανής ένδειξη νεοϋορκέζικης ταυτότητας και τάχα μου αυθεντικότητας στο όραμα. Όμως από το “I Can’t Stop Thinking About You” μέχρι την ανούσια cross dressing ιστορία των στίχων του “Pretty Young Soldier” και από τις προβλέψιμες ανατολίτικες επιρροές του “Inshallah” μέχρι το (ψευδο)μιούζικαλ του “Heading South On The Great North Road”, τα πάντα εδώ σέρνονται σε βαθμό απελπισίας.

Δυστυχώς ο Sting υποφέρει δραματικά σε εμπνεύσεις. Μπερδεύει την ανανέωση με το μπότοξ και επιδίδεται σε ένα κυκλοθυμικό παιχνίδι με το παρελθόν του, ως super star της απαστράπτουσας πρώτης εποχής του MTV. Τα κομμάτια του δίσκου διαβρώνονται έτσι μέσα σε ελάχιστα λεπτά ακρόασης, εξαιτίας της δυστοκίας τους να σε κάνουν να νοιαστείς έστω για μια στιγμή. Στο “If You Can’t Love Me”, ο Sting προσπαθεί να αναβιώσει ανεπιτυχώς τον εμμονικό αφηγητή του “Every Breath You Take” των ένδοξων ημερών των Police. Στο “50.000”, πάλι, προσπαθεί μάταια να γεννήσει το «sing-a-long anthem» για τα γεμάτα στάδια που τον περιμένουν, ενώ γκαζώνει με σπασμένα φρένα (sic)· τρίζει επίσης λίγο τα δόντια του στο “Petrol Head”, έτσι, για την αλητεία. Τραγούδια άχρωμα και άγευστα, δίχως τη στοιχειώδη συνθετική λειτουργικότητα. Και σιγά το σχόλιο του “Inshallah” επάνω στο προσφυγικό… Προσπεράστε, αν δεν έχετε χρόνο για χάσιμο.

Από το Avopolis

Paterson

Posted in Cinema on January 18, 2017 by InfluencesOnly

1pat.jpg

Ένα κινηματογραφικό ποίημα για τα καλά πνεύματα της πόλης.

Ο τρόπος που ο Τζιμ Τζάρμους αγκαλιάζει το περιθώριο είναι μοναδικός. Καταφέρνει να το αναδείξει και να το κάνει cool, χωρίς να αφήνει την ιδέα της παρακμής να παρεισφρήσει στο συμμετρικό κάδρο. Το “Paterson” είναι η 12η fiction ταινία του υπέρ-cool σκηνοθέτη και πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην τάξη και το χάος. Πρόκειται για έναν ήπιο διαλογισμό πάνω στη δημιουργία και την ποίηση του δρόμου. Ένα φιλμ που δεν ανήκει πουθενά και ανοίγει το πνεύμα σου προς νέες κατευθύνσεις και διαστάσεις που δεν είχες διανοηθεί. Ο Adam Driver υποδύεται έναν οδηγό λεωφορείου που ονομάζεται Paterson και συμπωματικά ζει στην περιοχή του New Jersey με το ίδιο όνομα. Ο ήρωας είναι βουτηγμένος σε μια σωτήρια ρουτίνα. Ζει στο διαμέρισμα της Laura (έξοχη η Golshifteh Farahaniτ στον ρόλο της συντρόφου του), εργάζεται στωικά, βγάζει βόλτα τον σκύλο τα βράδια, πίνει μια μπύρα στο μπαρ της γειτονιάς και κάποιες ώρες τη μέρα αποτυπώνει την ποίησή του σε ένα τετράδιο. Ο κόσμος του είναι φαινομενικά μικρός, όπως και οι φιλοδοξίες του. Η Laura θέλει να τον πείσει να εκδώσει την ποίησή του ώστε να διαβαστεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια θέλει να εκπληρώσει τα δικά της σχέδια: να γίνει τραγουδίστρια της κάντρι (κάτι σαν την Patsy Cline) και να πουλάει τα καπ κεϊκ της.

Αρχικά αντιμετωπίζουμε με οίκτο τη ρουτίνα του Paterson, νομίζοντας ότι βρίσκεται σε μια σιωπηρή απόγνωση. Υπογράφει ποιήματα που αναφέρονται σε ασήμαντα πράγματα και δεν έχει τη φιλοδοξία να πάρει Νόμπελ. Όμως ο Paterson βλέπει την ποίηση παντού. Μιλάει για τις δυνατότητες ενός σπίρτου λέγοντας: “…lighting, perhaps, the cigarette of the woman you love for the first time.” Δεν οργίζεται και δεν έχει καμία διάθεση να γειώσει τις χίπστερ εμμονές της ελαφρόμυαλης συντρόφου του. Κάθε πρωί τον βρίσκει στην αγκαλιά της. Η χαμηλοβλεπούσα επανάληψη των ημερών του, λειτουργούν καθαρτήρια σε μια έξοδο στο φως. Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα, στο τελευταίο πείραμα του Τζάρμους. Η σοφία πίσω από την παρατήρηση του μεροκαματιάρη ποιητή εστιάζεται στον αντι-δραματικό τόνο. Η ομορφιά βρίσκεται παντού αλλά όχι στις σακούλες που χορεύουν στον άνεμο όπως μας δίδαξε το Χόλυγουντ στο κάθε American Beauty, αλλά σε όλα όσα είναι ικανά να πυροδοτούν την πρώτη λέξη σε μια λευκή σελίδα τετραδίου. Πρόκειται για ταινία σπάνιας εσωτερικής ομορφιάς, με ευγενική ψυχή. Είναι η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης ότι τα πραγματικά σπουδαία χρειάζονται εκπαιδευμένο μάτι για να τα δεις. Είναι η εκδίκηση του καλού που δεν επιτρέπει στα πάθη και τη φιλοδοξία να βρίσκουν χαραμάδες να τρυπώσουν και να παράγουν διάλυση. Είναι μια μπαλάντα για τα καλά πνεύματα της πόλης από ένα ειλικρινή δημιουργό που δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει.

3pat.jpg

Από το Movieworld