Com Truise Live @ Ρομάντσο

Με διαστημικά synths, μελαγχολικές πινελιές και μια βουλιμική αγάπη για τον ηχητικό πολιτισμό των πρώιμων 1980s, έκανε μια εμφάνιση-διαφήμιση για τα events ηλεκτρονικής μουσικής στην Αθήνα, ενθουσιάζοντας το κατάμεστο Ρομάντσο. Μια πραγματική διαφήμιση για τα events ηλεκτρονικής μουσικής στην Αθήνα ήταν η εμφάνιση του Com Truise στο Ρομάντσο. Αυτό που χάρισε στο κοινό ήταν ένα υπερ-πλήρες set, που μάλιστα διέθετε την ανανεωτική πνοή των δυνατών και πολύ κινητικών synths, τα οποία οι καλοί DJs ξέρουν να χειρίζονται με εξυπνάδα, με μαεστρία και με «πνεύμα δρόμου».  Την ατμόσφαιρα ζέστανε ο Roundh0use, με εξαιρετικό τρόπο. Γνώριζε πότε να απαιτήσει την προσοχή του κόσμου, πότε να δώσει ρυθμό, πότε να υπονομεύσει το set με χιούμορ, πότε να παίξει με το στυλιστικό του ύφος, αλλά και πότε να δώσει φουλ ένταση. Ευτυχώς η σκυτάλη ανάμεσα στους δύο μουσικούς πέρασε σχεδόν αυτόματα, χωρίς χρονικό κενό· κι έτσι δεν «μούδιασε» ούτε στιγμή η καλή ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στο Ρομάντσο.

Ο Seth Haley –ο οποίος βρίσκεται πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Com Truise– είχε ξεχωριστή και άκρως επαγγελματική παρουσία στον κατάμεστο χώρο. Άφηνε π.χ. κενά ανάμεσα στα κομμάτια, καθώς τα αντιλαμβάνεται σαν ξεχωριστές ενότητες· ο δε περφεξιονισμός του φαίνονταν στον τρόπο με τον οποίον υπηρετούσε τη μουσική του. Φυσικά πρόκειται για έναν «συνθέτη», που θέλει να βουτήξει βουλιμικά στον ηχητικό πολιτισμό της δεκαετίας του 1980. Απολαμβάνει λοιπόν φανερά τις vintage μελωδίες που παίζει και αισθάνεται περήφανα σκλάβος των καλοτεχνίτικων synth της ηλεκτρονικής φουρνιάς των πρώιμων 1980s.

Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της live εμφάνισης του Com Truise στην Αθήνα ήταν ο τρόπος με τον οποίον κάνει τα μουσικά του αναπτύγματα να μην κουράζουν ποτέ, εξαιτίας επαναληπτικότητας. Τα διαστημικά του synths ακούγονται σαν ένα διαρκές, ατμοσφαιρικό fade-in. Επιπλέον τα τραγούδια του δεν καμώνονται τα σπουδαία: όταν πέφτουν τα δυνατά beats, δεν καπελώνουν τα πάντα, σαν αυτάρεσκες σφήνες.

Ωστόσο, το επίσης σημαντικό στην περίπτωση του Com Truise είναι ότι πρόκειται για ταπεινό performer, χωρίς τη μανία του crowd master με υψωμένο το χέρι, που έχει γίνει πια μια εικόνα ψύχωσης για τους σύγχρονούς του. Προτιμάει να παρουσιάζει ολοκληρωμένα «τραγούδια». Υπάρχει βέβαια και μια μελαγχολία στη μουσική του. Η synthwave ατμόσφαιρα και τα μινιμαλιστικά, ρομποτικά sci-fi visuals πίσω του, επικοινωνούσαν την αίσθηση πως οι κλασικοί ήχοι της πρώιμης electronica δεν πρέπει να φαίνονται απαρχαιωμένοι και ξεπερασμένοι σε μια νέα γενιά, η οποία τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει τις εξελίξεις της ψηφιακής τεχνολογίας.

Αυτός ο chillwave ηχητικός τάπητας που φτιάχτηκε για διαστημικά glo-fi ταξίδια, αποτελεί ευπρόσδεκτη καλλιτεχνική δήλωση, ειδικά σε μια εποχή που η electronica, προκειμένου να ξεμυτίσει στον ωκεανό του ιντερνετικού ανταγωνισμού, αναγκάζεται να τσιτώσει τα γκάζια, ώστε να λιώσει τα ηχεία. Όσο για τις μελωδίες του Seth Haley, δεν χρειάζεσαι καν αλκοόλ ή «ωραίο κόσμο» για να αφεθείς στο μυστήριό τους. Ας ξανάρθει σύντομα στη χώρα μας και ας παίζει μουσική μέχρι το ξημέρωμα.

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #195

Mark Ronson

Late Night Feelings

Υπάρχει ένα στοιχείο στο στυλ του Mark Ronson που δεν τον κάνει όσο συμπαθή θα έπρεπε. Ίσως να φταίει το καλοζωισμένο παρουσιαστικό, σε συνδυασμό με την αυτοπεποίθησή του ως «τρομερό παιδί» της pop. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι εντυπώσεις είναι επιφανειακές.

O Λονδρέζος παραγωγός διαθέτει ταλέντο που λάμπει καθώς πλάθει με ρετρό υλικά τις καριέρες καλλιτεχνών όπως της Amy Winehouse, της Adele και του Bruno Mars, γυαλίζοντας τις παραγωγές τους με μοντέρνα στουντιακά υλικά. Η προσωπική του καριέρα, ωστόσο, δεν είναι (συνολικά) κερδισμένο στοίχημα, παρά την επιτυχία που έχουν σημειώσει οι 4 δίσκοι του. Μπορεί δηλαδή οι μετρήσεις να δείχνουν εκατομμύρια ακροάσεις, όμως ο Ronson δεν έχει υπογράψει έως τώρα κανένα σόλο άλμπουμ που να άφησε ξεχωριστό αποτύπωμα.

Ο τίτλος  έτσι του 5ου κατά σειρά δίσκου του θα μπορούσε να είναι «του κλάμπινγκ τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελάει». Στη θεματολογία του Late Night Feelings κυριαρχεί η ανασφάλεια, η μοναξιά και η έλλειψη επικοινωνίας τις δύσκολες πρώτες πρωινές ώρες, όταν ακόμη όλοι ξεδίνουν στο dancefloor. Την έξυπνη θεματική γύρω από τα δάκρυα που έχουν χυθεί στις πίστες τα ξημερώματα υπογραμμίζει και το εξώφυλλο, με τη ραγισμένη ντισκομπάλα σε σχήμα καρδιάς.

Τα φωνητικά στα υβριδικά pop και R’n’B γλυκίσματα του δίσκου αναλαμβάνουν 10 γυναίκες τραγουδίστριες. Από indie darlings όπως η Angel Olsen και η Lykke Li, μέχρι την Alicia Keys στο “Truth” (μια ωραία synth funk στιγμή) και τη Diana Gordon στο “Why Hide” (έχει γράψει το μισό Lemonadeτης Beyoncé). Δώστε προσοχή στο “Nothing Breaks Like A Heart”, όπου η Miley Cyrus κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια να γίνει Dolly Parton στη θέση της Dolly Parton. Βέβαια, θεωρώ ότι από τις καλεσμένες φωνές είναι τελικά η YEBBAεκείνη που ξεχωρίζει, ιδιαίτερα στο διαστημικό “Knock Knock Knock”: ένα τραγούδι που θα έκανε τον Prince περήφανο (ή έξαλλο, αναλόγως τη διάθεση)· αλλά και στο “Don’t Leave Me Lonely”, στο οποίο ακούγεται όπως θα ήταν η Róisín Murphy, αν είχε γεννηθεί στο Μέμφις ή στην Αλαμπάμα.

Το πρόβλημα με το Late Night Feelings αρχίζει όταν συνειδητοποιείς ότι ο Ronson κινείται μεν με δεξιοτεχνία ανάμεσα στα είδη, αλλά χωρίς να σχετίζεται με τις αντίστοιχες κουλτούρες και χωρίς να αισθάνεται τίποτα. Αναμοχλεύει δηλαδή την αστείρευτη παράδοση της disco pop, είναι όμως σαν να μην έχει καν μνήμες από τις συνθήκες που τη γέννησαν. Λες και τα έμαθε όλα μέσα από βιβλία και ντοκιμαντέρ, κρατώντας καλές σημειώσεις.

Όσο περισσότερο ακούω τον δίσκο, τόσο ενισχύεται η άποψη πως ο Ronson είναι ταλαντούχος αριβίστας, ο οποίος δεν μπορεί να ξεφύγει από το μιμητικό, συνθετικό στυλ του και την προαποφασισμένη καλοπέραση. Ο αμετανόητος στιλίστας δείχνει να μην έχει νιώσει ούτε ένα από τα δράματα που εξομολογούνται οι τραγουδίστριες. Όλα πάντως ακούγονται όμορφα: δεν μπορείς να του προσάψεις τίποτα σε επίπεδο τεχνικής. Αλλά δεν παίρνεις και τίποτα μαζί σου, μετά την ακρόαση.

Στόχος λοιπόν εδώ είναι η καθαρή ψυχαγωγία, ενός ακροατή που θέλει να περνάει από το ένα τραγούδι στο άλλο χωρίς να τον πολυνοιάζει –αρκεί το μουσικό χαλί να είναι ευχάριστο και να μη τον αφήνει να βαριέται. Η αυθεντικότητα δεν έχει και πολλή σημασία, αν ικανοποιούνται τα δυναμικά ακροατήρια στα οποία στοχεύουν οι έρευνες αγοράς. Αλλά, όταν ο δίσκος τελειώνει, νομίζεις ότι τα τραγούδια του θα πεθάνουν από μοναξιά: αν δεν τα ακούσουμε ξανά, αμέσως, θα κρατήσουν την αναπνοή τους μέχρι να σκάσουν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #194

Kate Tempest

The Book Of Traps And Lessons

Η Kate Tempest είναι συγγραφέας, στιχουργός και ποιήτρια, που απαιτεί την προσοχή μας. Την έχει κερδίσει, από την πρώτη κιόλας ακρόαση.

Πρόκειται για ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, δημιουργικό, έξυπνο, οργισμένο, μελαγχολικό και ανήσυχο. Η δύναμη της γλώσσας είναι το μοναδικό πράγμα που της προσφέρει προσωρινή ίαση για όσα ταλανίζουν το καλλιεργημένο της μυαλό. Με μια βασική διαφορά, όμως: δεν είναι απορροφημένη στον καλλιτεχνικό μικρόκοσμό της και στις επιφανειακές αγωνίες των απολιτίκ που «αγαπούν την ποίηση». Τα δικά της λόγια σχηματίζουν γροθιά, ακριβώς γιατί η ίδια δεν ζει σε νεραϊδόκοσμους, αλλά είναι μέρος του αληθινού κόσμου.

Φαντάζομαι πως από τη μία θα ήθελε να είναι παρέα με την Patti Smith σε μια ποιητική βραδιά το 1970 και από την άλλη θα ήθελε να ραπάρει με τους Wu-Tang Clan. Φαντάζομαι ακόμη ότι θα νιώθει σαν την καλύτερη μαθήτρια του Χάρολντ Πίντερ και του Σαρτρ, αλλά και σαν πνευματική σύντροφος των beat ποιητών που διέσχιζαν χωρίς έγνοια τον αυτοκινητόδρομο της Big Sur. Νομίζω ότι θα λατρεύει τον KRS-One και τους Streets, ενώ παράλληλα θα επιθυμεί να γράψει το Ουρλιαχτό της γενιάς της.

Η Kate Tempest δεν κάνει ασκήσεις ύφους στο νέο της άλμπουμ και δεν πουλάει επαναστατικότητα. Δεν της αρκεί να κάθεται ήσυχη, θέλει στ’ αλήθεια να φέρει τον κόσμο ανάποδα –βρίσκοντας τις λέξεις για να εξαπολύσει το μανιφέστο που θα προκαλέσει οδομαχίες και θα βάλει φωτιά στο Λονδίνο. Επιθυμεί δηλαδή να απαγγείλει το ποίημα που θα σημάνει συναγερμό για τη γενιά της· μια γενιά η οποία περικυκλώνεται από την άνοδο της ρατσιστικής ρητορικής και την αστυνομική βία. Μια γενιά που παρασύρεται στην πόλωση των social media, ξεκουφαίνεται από τις κορώνες των πολιτικάντηδων, παρατηρεί την κλιματική αλλαγή να επιταχύνεται και βλέπει το Brexit να έρχεται καταπάνω της σαν αφηνιασμένη αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα να έχει μουδιάσει.

Ο Rick Rubin στην παραγωγή ρυθμίζει στο ελάχιστο τα beats, τις μπασογραμμές και τα ηχητικά εφέ. Μερικά πλήκτρα στο “Holy Elixir” και ένα ωραίο ηλεκτρονικό χαλί στο ”Lessons” –μέχρι εκεί. Θεωρεί κι αυτός, προφανώς, ότι ακόμη και τα πιο γλυκά samples αποπροσανατολίζουν από το διακύβευμα των στίχων. Θέλει κι εκείνος να μας κάνει να εστιάσουμε με προσοχή στην ποιήτρια. Στο “All Humans Too Late”, μάλιστα, την αφήνει εντελώς μόνη της, a cappella, σ’ ένα απελευθερωτικό λογύδριο οργής.

Το άλμπουμ κουβαλάει σαν σταυρό μια υπερδραματική ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία είναι αλήθεια ότι δεν αναπτύσσεται καμιά σπουδαία μελωδικότητα. Όμως λόγια όπως το «The racist is drunk on the train. The racist is drunk on the internet. The racist is drunk at my dinner table» δεν χρειάζονται καμία ενορχήστρωση για να αναπνεύσουν. Τα γυμνά λόγια της Βρετανίδας δημιουργού είναι ένα καλό, προσωρινό καταφύγιο, σε μια εποχή στην οποία οι καλλιτέχνες τηρούν ίσες αποστάσεις για να μη στεναχωρήσουν κανένα δυνητικό ακροατήριο.

Η μελοποιημένη ποίηση της Kate Tempest μπορεί λοιπόν να έχει αδυναμίες και να πάσχει από μια μικρή σύγχυση προσανατολισμού, ωστόσο πετυχαίνει σαν καθηλωτική αφήγηση, σαν κοινωνός οργής και σαν προφήτης των πόλεων.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Prophets Of Rage – Live

Σαν υπερήρωες που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να αφυπνίσουν (ξανά) τις μάζες, κάνοντάς τα όλα ίσιωμα στο διάβα τους, οι Prophets Οf Rage δεν άφησαν πραγματικά τίποτα όρθιο στην πρώτη εμφάνισή τους στην Αθήνα: εξαπέλυσαν μια antifa rap metal επίθεση, η οποία έσκασε σαν δυναμίτης στο στάδιο του Tae Kwon Do.

Ο Tom Morello μαζί με τον Tim Commerford στο μπάσο και τον Brad Wilk στα ντραμς, μας θύμισαν τα πύρινα riff των Rage Against The Machine. Με τη σειρά του, ο Chuck D έφερε την ποιητική οργή των Public Enemy, ενώ ο B-Real των Cypress Hill γεφύρωσε άριστα την old school διαχρονικότητα των αιώνιων ρεφρέν (“Jump Around”) με τα σημερινά συνθήματα πολιτικού ακτιβισμού (“Unfuck The World”).

Έβλεπε κανείς από νωρίς τον κόσμο να έχει έρθει γεμάτος όρεξη για τη συναυλία. Η αγάπη του ελληνικού κοινού για την ιστορία των μελών του supergroup είναι άλλωστε μεγάλη. Η μουσική άλλωστε των Prophets Οf Rage –και όσων συγκροτημάτων βρίσκονται στο οικογενειακό τους δέντρο– δημιουργούν αίσθηση κοινότητας στους ακροατές: μια αίσθηση δηλαδή ότι εδώ είμαστε «μαζί», γιατί ανήκουμε στην ίδια φυλή. Στη συναυλία δεν ένιωθες έτσι ότι ο διπλανός θα σου έκλεβε τον χώρο ή ότι θα σου μπλόκαρε τη θέα. Το ζούσαν όλοι παρέα. Οι «μορελικές», αλαλάζουσες κιθάρες, τα «Bass, How Long Can You Go» του Chuck D, το καπνισμένο σιγοντάρισμα του B-Real, ήταν μερικά μόνο από τα χειροποίητα συστατικά μιας setlist-μολότοφ, που έκανε ηλεκτρισμένο σλάλομ ανάμεσα στο “Fight The Power” και στο “Take The Power Back”.

Τη συναυλία άνοιξε ο DJ Lord με έναν ευφάνταστο καταιγισμό από κλασικά rock, metal και χιπ χοπ samples. Όπως θα ακούγονταν εάν άλλαζες γρήγορα τους σταθμούς ενός Guerrilla Radio, περνώντας από τους Black Sabbath στους Nirvana, από τους Beastie Boys στους Metallica και από τους Led Zeppelin στους Wu-Tang Clan. Ένα σερί χωρίς ειρμό και λογική, που προκαλούσε γηπεδικούς πανηγυρισμούς με κάθε γύρισμα της βελόνας, ζεσταίνοντας υποδειγματικά τον κόσμο στο κατάμεστο Tae Kwon Do (ο οποίος έμοιαζε βέβαια ζεσταμένος από πάντα).

Η είσοδος του supergroup στη σκηνή, ήταν καθηλωτική. Όλοι οι μουσικοί σήκωσαν ταυτόχρονα τις γροθιές τους και το κοινό έκανε το ίδιο. Χιλιάδες υψωμένες γροθιές σε στυλ Μαύρων Πανθήρων, σε μια σπάνια, συγκινητική εικόνα καλοσωρίσματος. Αυτό δε που ακολούθησε περιγράφεται μόνο από μεγάλες λέξεις (καταιγισμός, χαλασμός, χαμός), που δεν σημαίνουν πάντως απολύτως τίποτα: η δύναμη αυτών των τραγουδιών και ο τρόπος με τον οποίον το ένα έφερνε το άλλο, άφηναν μια αίσθηση που έπρεπε κάποιος να έχει βιώσει για να καταλάβει. Γιατί ούτε καν ο μέτριος ήχος δεν είχε πια σημασία, όταν άρχιζαν τα γνώριμα τραγούδια…

Ο Morello έδειξε γιατί είναι ένας από τους πιο ευφυείς και προικισμένους κιθαρίστες της γενιάς του. Χοροπηδούσε, παθιαζόταν και χτυπιόταν με τα εξωπραγματικά του riff, τα οποία παραμένουν φρέσκα και αμίμητα. Στα τραγούδια των Rage Against The Machine ήταν βέβαια που χύθηκε το περισσότερο αίμα και ο περισσότερος ιδρώτας. Στο “Testify”, στο “Guerrilla Radio”, στο “Bulls Οn Parade”, στο “Bullet Ιn Τhe Head”, στο “Sleep Now Ιn Τhe Fire”, στο “Know Your Enemy” και στο “Bombtrack”, σχεδόν μύρισε κηροζίνη και δακρυγόνο η ατμόσφαιρα. Ο κόσμος είχε ανάγκη να πάρει φωτιά και η ανάγκη του βρήκε καταφύγιο σε αυτά τα τραγούδια διαμαρτυρίας. Οι ήχοι της κιθάρας εκτοξεύονταν προς πάσα κατεύθυνση και ισορροπούσαν την αδρεναλίνη του πλήθους, το οποίο χτυπιόταν απολαυστικά. Με ένα πάθος ανάλογο με τις οδομαχίες που στήνουν όσοι νιώθουν οργισμένοι κατά της μηχανής.

Στη συνέχεια, ο Morello άφησε χώρο στους δύο MCs, ώστε να θυμίσουν λίγο τι σημαίνει αληθινό χιπ χοπ. “Hand Οn Τhe Pump” ο ένας, “Shut ‘Em Down” ο άλλος. “Insane Ιn Τhe Brain” ο ένας, “Can’t Truss It” ο άλλος. “Bring the Noise” μας έλεγε ο Chuck D, θυμίζοντας τον καιρό που έσπαγε το φράγμα ανάμεσα στο ροκ και το ραπ παρέα με τους Anthrax, “Ι Ain’t Goin’ Out Like That” απαντούσε ο B-Real, για να μας θυμίζει τις μέρες που είχε σημασία από ποια ακτή των Η.Π.Α. προερχόσουν και τι αληθινό είχες να πεις.

Οι Prophets Of Rage τίμησαν ασφαλώς και το δικό τους υλικό. Τα τραγούδια τους ακούστηκαν μάλιστα πολύ πιο ζωηρά, σε σύγκριση με την ηχογράφηση. Το “Hail Τo Τhe Chief”, το “Living Οn Τhe 110” και το καινούριο “Made With Hate” από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ, ακούστηκαν τόσο απολαυστικά, ώστε ξεπέρασα κάθε ένσταση που είχα με τον προπέρσινο δίσκο τους (δεν ήταν λίγες, δείτε περισσότερα πατώντας εδώ). Το συγκρότημα έπαιξε μάλιστα τόσο καλά, ώστε δεν μου έλειψε στιγμή ο αυτοεξόριστος Zack De La Rocha· και δεν σκέφτηκα καθόλου αν θα κόλλαγε ένα «yeaaaaahhhh boooyyyy» του Flavor Flav, έτσι για την έξτρα γεύση.

Στη σκηνή του Tae Kwon Do δεν υπήρχαν παλιές δόξες. Υπήρχε μόνο ένα καλοκουρδισμένο συγκρότημα σε εξαιρετική φόρμα, που αντλούσε από το παρελθόν για να μιλήσει στο ζοφερό παρόν. Τίποτα δεν άλλαξε από την εποχή του “Fight The Power” και οι Prophets Of Rage πιστεύουν ακόμη ότι τα beats, οι κιθάρες και οι στίχοι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Και το κοινό τους αντάμειψε με δώρα, όπως το ξέφρενο, ανεπανάληπτο χοροπήδημα στο “Jump Around”. Ξεχωριστό highlight, φυσικά, στάθηκε ο φόρος τιμής στον Chris Cornell με το “Cochise” των Audioslave σε instrumental εκδοχή και με ένα λευκό φως να λούζει την άδεια θέση μπροστά στο μικρόφωνο.

Στο κλείσιμο της συναυλίας και πριν το αντίο με τις υψωμένες γροθιές, όπως και στο ξεκίνημα, ήταν φυσικό κι επόμενο να κοντέψει να πέσει η κερκίδα και η οροφή από το ποδοβολητό και το βρωμόξυλο που προκάλεσε το “Killing In The Name”. Γροθιές στον αέρα, άναρθρες κραυγές, υψωμένα κωλοδάχτυλα, όλα μαζί προκάλεσαν μια καθαρτήρια αίσθηση metal rock εκτόνωσης. Η οργή καλά κρατεί. Ευτυχώς.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #193

Hollywood Vampires
Rise

Φανταστείτε ότι βλέπετε μια οικογενειακή κομεντί της Disney, ένα μεσημέρι Κυριακής. Στην υπόθεση, ο πατέρας μιας φιλήσυχης οικογένειας των προαστίων (τον υποδύεται ο Μάθιου Πέρι ή ο Κρεγκ Κινίαρ) μαθαίνει ότι έχει έναν ετεροθαλή αδελφό, ο οποίος είναι παλιός ροκάς του ’70, με δερμάτινα τζάκετ, μακριά μαλλιά, τατουάζ, σκουλαρίκια κτλ. Η οικογένεια αναγκάζεται να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα και η συμβίωση θα φέρει τα πάνω-κάτω.

Μετά από μαθήματα ζωής ανάμεσα στα παιδιά που θέλουν να πάνε στο κολέγιο και στον ροκά θείο, ανάμεσα στη συντηρητική σύζυγο και τη γκρούπι-γκόμενα του καλεσμένου και ανάμεσα στον πρώην ασυμβίβαστο ήρωα και στον οικογενειάρχη αδερφό του, όλοι μαζί πάνε να δουν τη συναυλία για το comeback του ξεπεσμένου ρόκερ. Το φανταστικό συγκρότημα που θα είχε τελευταίος σε αυτήν την ταινία, θα ακουγόταν ακριβώς σαν τους Hollywood Vampires.

Την ιδέα για την κινηματογραφική περιγραφή της αισθητικής του δίσκου, ενίσχυσε η παρουσία του Johnny Depp. Ο ακριβοπληρωμένος σταρ του Χόλιγουντ σχημάτισε ένα «τουριστικής» αντίληψης supergroup, μαζί με τονAlice Cooper και τον Joe Perry των Aerosmith. Ένα ομώνυμο συγκρότημα είχε ξεκινήσει αυθόρμητα ο Cooper πριν από 40 χρόνια, όταν μαζί με τον Harry Nilsson, τον John Lennon, τον Keith Moon (και άλλους) έπαιζαν μετά τα μεσάνυχτα σε μπαρ του Λος Άντζελες, δημιουργώντας έναν μικρό αστικό θρύλο. Στην εποχή όμως των smartphones δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες νυκτόβιες ιστορίες, οπότε οι τρεις τους μεταφέρουν το «ροκ πάρτι» στο στούντιο.

Το κάπως νόστιμο, «spooky» αστείο του πρώτου τους δίσκου (2015) ήταν ότι διασκεύαζαν κλασικά τραγούδια καλλιτεχνών που είχαν πεθάνει νέοι. Αλλά στο φετινό Rise παρουσιάζουν κυρίως καινούριο υλικό, που ακούγεται σαν να φτιάχτηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες κάποιου «τούνελ τρόμου» με βασικό θέμα το shock rock –πιθανότατα στη Disneyland, ακριβώς δίπλα στους Πειρατές της Καραϊβικής απ’ τους οποίους θησαυρίζει ο Depp. Στο σχετικό λοιπόν τρενάκι, οι Αμερικάνοι και οι Κινέζοι τουρίστες με τις τηγανητές πατάτες και τις φωτογραφικές μηχανές στο χέρι θα ψυχαγωγούνταν με ηλεκτρικές κιθάρες ερχόμενες από παντού, ενώ κάπου θα πεταγόταν καταπάνω τους το ολόγραμμα των Kiss και κάπου ένας σωσίας του Ozzy Osbourne θα τους πρόσφερε μια δαγκωμένη νυχτερίδα (κ.ο.κ.).

Η ιδέα που θα έσωζε το Rise και θα το έκανε τουλάχιστον απολαυστικό, θα ήταν η αίσθηση της «παρέας» και του χαβαλέ κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης. Όμως εδώ οι τρεις μουσικοί ακούγονται σαν να βρέθηκαν στον ίδιο χώρο αφότου διαπραγματεύτηκαν τη διαθεσιμότητά τους οι δικηγόροι, βρίσκοντας «άνοιγμα» στο πρόγραμμά τους. Το άλμπουμ θα το έσωζαν πιθανότατα και μερικές cool διασκευές, αλλά ο Johnny Depp αποφασίζει να τραγουδήσει το “Heroes” του David Bowie σαν να βρίσκεται στο τελευταίο karaoke bar της Hollywood Boulevard. Κάπως καλύτερα τα πάει ο Perry στο “You Can’t Put Your Arms Around a Memory” του Johnny Thunders, ωστόσο δεν το ακούς δεύτερη φορά. Τελευταίο δε καρφί στο φέρετρο –για να μιλήσω στη γλώσσα του Alice Cooper– είναι το κάκιστο “We Gotta Rise”, που έχει και πολιτικό μήνυμα, τρομάρα του.

Αν κάτι κρατάς από αυτήν την άνοστη ψευτοροκιά είναι η ποιότητα και η πειθώ του αγέραστου Alice Cooper στο μικρόφωνο, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Mr. Spider”, το “I Want My Now” και το “The Boogieman Surprise”. Παρά τα 71 του χρόνια, έχει σχεδόν την ενέργεια που είχε και στα νιάτα του.

Τέλος, αν έχει κάποια σημασία, στο “Welcome To Bushwackers” συμμετέχει και ο Jeff Beck. Σωστά, δεν έχει καμία σημασία.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #192

Hayden Thorpe

Divider

Το συναινετικό διαζύγιο των Wild Beasts μετά από 5 υπέροχους δίσκους, ήταν ένα από τα πιο πολιτισμένα και αρμονικά που έχουν συμβεί στην ιστορία της μουσικής. Τα μέλη του γκρουπ ένιωσαν ότι οι καρδιές τους δεν χτυπούσαν πια στην ίδια συχνότητα και προτίμησαν να βάλουν μια πρώιμη τελεία με αξιοπρέπεια.

Μετά από μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία, αποφάσισαν λοιπόν να τραβήξουν ξεχωριστούς δρόμους, αγαπημένοι. Και τώρα, ο frontman τους Hayden Thorpe κυκλοφορεί το πρώτο του σόλο δισκογραφικό βήμα, όπου η ιδιοσυγκρασιακή φωνητική του ισορροπία βρήκε 10 βελούδινα τραγούδια για να ανθίσει. Χωρίς ψυχαναγκαστικά κωλύματα περί indie ταυτότητας, ο Άγγλος τραγουδιστής αφήνει τα πανιά του ελεύθερα για να πλεύσει μόνος του, αβαντάροντας τις καλλιτεχνικές του παρορμήσεις.

To Diviner είναι ένα μπουκέτο από εύγλωττα και τρυφερά τραγούδια. Τα βασικά συστατικά του είναι το ηλεκτρικό πιάνο και το αλάνθαστο φαλσέτο του Thorpe, με την πιανιστική αύρα να ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα και να μεταβολίζεται σε πάθος. Φυσικά, είναι τέτοια η ποιότητα του συνθέτη, ώστε δεν αφήνει καμία μελωδία να παραπατάει και δεν επιτρέπει να ξεφύγει κανένα περιττό κουπλέ. Ακόμα και οι πιο απλές αρμονίες του δίσκου, απέχουν πολύ από αυτά που έχουμε συνηθίσει απ’ τους αυτάρεσκους ηδονοθήρες της δακρύβρεχτης μπαλάντας. Εκείνους τους performers, δηλαδή, που διαθέτουν ξερό στυλ και καμία καλλιτεχνική ουσία.

Το Diviner είναι καλλιγραφικός δίσκος. Πρόκειται για ένα σύνολο καλοκεντημένης pop δωματίου, προορισμένης για εστέτ ακροατές «μεταπτυχιακών» απαιτήσεων, οι οποίοι έχουν δοκιμάσει τα πάντα και έχουν αποκάμει. Προσέξτε τα υγρά synths στο “Earthly Needs” ή τη σπαρακτική ατμόσφαιρα στις «πλάτες» του “Anywhen”. Αυτά είναι τραγούδια ικανά να θρέψουν τις πιο αισιόδοξες ταβανοθεραπείες του καλοκαιριού. Προσέξτε τον ντελικάτο ρυθμό του “Love Crimes”: τίποτα αυτάρεσκο και καμία ψευτοθλιμμένη πόζα για παραπονιάρες ψυχές. Επίσης, καλό θα ήταν να ακούσει ο Thom Yorke το “Human Knot”, ώστε να κατανοήσει πώς η art pop μετουσιώνεται σε απτά, βιωμένα αισθήματα.

Σε μια εποχή πληροφορίας στην οποία αναγκάζεσαι να κάνεις θόρυβο και να σπρώξεις με αγκωνιές τον διπλανό σου για να ακουστείς, το υλικό του δίσκου αυτού κοιτά χαμηλά από ευγένεια, ενώ το κλίμα μας βάζει σε μια διαδικασία να απολαύσουμε «καθαρή» μουσική. Τραγούδια δηλαδή με ξεκάθαρα πιανιστικά riff, με απλή γεωμετρία στα σκαμπανεβάσματα και με στρωτές μελωδίες. Δίχως φλυαρίες και δίχως ανισορροπίες στην έκφραση. Επιπλέον, το Divinerείναι ειλικρινές, καθώς δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω απ’ όσα δύναται να προσφέρει.

Το Diviner είναι λοιπόν ένας δίσκος που σε αφήνει ελαφρύτερο, χωρίς να σε έχει σκοτώσει πριν. Τα δύο ευτυχή συμπεράσματα μετά την ακρόαση του, είναι πως το φαλσέτο του Hayden Thorpe είναι ένα χρήσιμο εργαλείο επιβίωσης στην εποχή της κακοφωνίας και της χρυσής μετριότητας και ότι ο μουσικός πολιτισμός των Wild Beasts δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Ευτυχώς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

60 χρόνια από τον θάνατο της Billie Holiday

Οι αμέτρητες ερμηνείες που άφησε πίσω της η Billie Holiday, δεν καταχωνιάστηκαν ποτέ στα σκονισμένα ράφια της μουσικής αρχαιολογίας. Για κάποιον λόγο, η φωνή της δεν έπαψε ποτέ να αναπνέει και να συγκινεί· οι ραγάδες του χρόνου, δεν την απαξίωσαν.

Έχουν περάσει 60 ακριβώς χρόνια από τον θάνατο της «κυρίας» των μπλουζ. Και η μουσική της στέκει ακόμη κόντρα σε οποιοδήποτε κλισέ επιβάλλει τη soul ως αισθαντικό αξεσουάρ για ερωτικά πάθη, αλλά και κόντρα σε οποιοδήποτε στυλιζαρισμένο στερεότυπο που εγκλωβίζει την τζαζ σε αρχέτυπα «μοιραίων» που ασκούν γοητεία. Το πονεμένο μα τρυφερό στυλ της θρυλικής τραγουδίστριας ήταν τόσο αυθεντικά βαθύ, ώστε σφράγισε μία για πάντα και τα μπλουζ και την τζαζ. Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τη Billie Holiday να ξεχωρίσει από τους εκατοντάδες εκφραστές του R’n’B, από τις βασανισμένες νότιες Πολιτείες, μέχρι την πάντα ανήσυχη Δυτική ακτή;

Το στυλ και η έκφραση

Η Billie Holiday δεν ακουγόταν ποτέ θυμωμένη και δεν ακολούθησε τη gospel παράδοση των Big Mamas, οι οποίες τραγουδούσαν συνοφρυωμένες και με τον πλάστη στο χέρι. Δεν ακουγόταν ποτέ έντονη, παράλογη ή σοβαρή. Ακουγόταν πάντα ήπια και ευθύβολη, σαν να έλεγε αναπόφευκτες αλήθειες. Ξεστόμιζε τις λέξεις σαν να είχαν ειδική σημασία, όχι σαν απλούς στίχους. Εκεί λοιπόν που οι ντίβες στόχευαν στη σαγήνη του ακροατή, εκείνη του «απευθυνόταν». Πάνω απ’ όλα όμως, είχε βιώσει οτιδήποτε τραγουδούσε.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι ηχογραφήσεις της είχαν περιοριστεί σημαντικά. Ο δίσκος Lady In Satin (1958) κατάφερε πάντως να σημειώσει καλλιτεχνική επιτυχία, παρόλο που η Holiday είχε φτάσει σε σημείο να καταναλώνει απίστευτες ποσότητες αλκοόλ στο στούντιο. Οι τραγωδίες της σύντομης ζωής της και τα αδικαίωτα αισθήματα, θα έβρισκαν τρόπο να φανούν μέσα από τα αυλάκια του δίσκου.

Υπάρχουν δύο στιγμές στην ιστορία της που σηματοδοτούν συμβολικά την αρχή και το τέλος της ταραγμένης της πορείας. Η πρώτη είναι η εμφάνισή της σε ένα μικρού μήκους φιλμ του Duke Ellington, το Symphony In Black (1935). Ο τρόπος με τον οποίον εκφέρει τα λόγια «Ι’ve Got Those Lost My Man Blues» στο παραπονιάρικο “Saddest Tale”, είναι μαγικός. Εκεί φάνηκε η ικανότητα της αυτοδίδακτης ερμηνεύτριας σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Και πρώτη φορά έλαμψε αυτό το χαδιάρικο νιαούρισμα της φωνής, που κουβαλούσε όλο το παράπονο και την αδικία του ντουνιά, αλλά και μια αλάνθαστη αίσθηση ρυθμού και χρονισμού.

Στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, 25 χρόνια αργότερα, συναντάμε το ναδίρ της Lady Day. To άλμπουμ Last Recording ηχογραφήθηκε 3 μήνες πριν τον άδοξο θάνατό της (1959). Εκεί, προσπάθησε να ακουστεί σαν θηλυκός Frank Sinatra –και το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαρδιωτικό. Στο αντίστοιχο παραπονιάρικο μπλουζ, το “You Took Advantage Of Me”, η τζαζ ντίβα παράπαιε τραγουδώντας για το αρσενικό που την τυραννούσε. Όντως, στην ηχογράφηση σχεδόν την ακούς να τρεκλίζει, μη μπορώντας να ελέγξει τη φωνή της.

Ανάμεσα στις δυο αυτές ηχογραφήσεις μεσολαβεί ένα 25ετές δισκογραφικό κουβάρι από μετριοπαθή jazz standards, ζωντανές ηχογραφήσεις που τρυπάνε το ηχείο με τη δύναμή τους, γόνιμες συνεργασίες και τραγούδια τα οποία χαρακτήρισαν όχι μόνο την εποχή και τη γενιά τους, αλλά και τον περασμένο αιώνα συνολικά –όπως το “Strange Fruit”. Ο αντιρατσιστικός ύμνος οργής, με τον αμίμητο τρόπο με τον οποίον ερμηνεύτηκε από τη Lady Day (και με τη διαχρονικότητα της ήπιας μελωδίας), θα μας θυμίζει πάντα ότι η τζαζ δεν ανήκει σε λευκά, προνομιούχα παιδιά που σαγηνεύονται από τη vintage αισθητική των speakeasy και τη νυχτερινή καταστροφή του αλκοόλ.

Η τζαζ δεν μπορεί –και ίσως δεν πρέπει– να αποκοπεί από ιστορίες για λιντσαρίσματα μαύρων και από το τραύμα της φυλετικής βίας. Η καρδιά της αγνής τζαζ και των αληθινών μπλουζ βρίσκεται σε επαφή με τη βία των μαστροπών, με τα μπορντέλα του αμερικάνικου Νότου, με τον τζόγο στις γειτονιές, αλλά και με την ηρωίνη που τόσο πολύ αγαπήθηκε από τις αυθεντικές ιδιοφυΐες του είδους. Το “Strange Fruit” σε νανουρίζει λοιπόν στο βελούδινο υπόστρωμά του και σου ψιθυρίζει αισθαντικά στο αυτί τις πιο φριχτές αλήθειες που το έθρεψαν. Μόνο η Billie Holiday μπορούσε να χωρέσει σε γήινες νότες το βουβό κλάμα αυτού του τραγουδιού, χωρίς να επιτρέψει να φανεί ίχνος οργής στη φωνή της.

Αλήθειες και ψέματα μιας ταραγμένης ζωής

Πριν από 5 δεκαετίες, η Lady Day έχασε τη μάχη με τη ζωή καθώς διαγνώστηκε με κίρρωση του ήπατος. Ήταν μόλις 44 ετών, ενώ η μάχη της με τον αλκοολισμό και τα σκληρά ναρκωτικά κρατούσε ήδη πολλά χρόνια.

Η αλήθεια είναι πως η Billie Holiday δεν αντιμετωπίστηκε με προσοχή και με αγάπη από τους ερευνητές της μουσικής ιστορίας. Οι περισσότεροι έψαχναν να βρουν εύκολες διατυπώσεις για τις πιο προφανείς πτυχές της ζωής της, λες και έπρεπε να δοθούν κατανοητές απαντήσεις γύρω από τον μύθο της. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι –αλλά και οι νεότεροι αρθρογράφοι– αναλώθηκαν στις κακουχίες και στα χτυπήματα της μοίρας. Δεν υπάρχει άρθρο για τη Holiday που να μην είναι γεμάτο με αναφορές σε κακούς μάνατζερ, σε αυταρχικές καλόγριες, σε ιδιοκτήτες των nightclub, σε κακούς γονείς, σε άπιστους συζύγους, σε έμπορους ναρκωτικών, σε φυλακές, στη ρατσιστική αστυνομία κτλ.

Σε αυτό βοήθησε βέβαια και η ίδια η Billie Holiday με την αυτοβιογραφία της Lady Sings The Blues (1956), η οποία ήταν γεμάτη γλαφυρές περιγραφές ωμών περιστατικών μιας βασανισμένης παιδικής ηλικίας, βία από συνεργάτες, καθημερινή εκμετάλλευση και σωματική κακοποίηση. Το «from rags to riches» δράμα που αγαπάει κάθε μουσικό ντοκιμαντέρ το οποίο σέβεται τον εαυτό του, περισσεύει στη ζωή της. Η Holiday περιγράφει λοιπόν τον εαυτό της σαν την ανήλικη που ζει μέσα στη φτώχεια, που βιάζεται σε ηλικία 10 ετών και αναγκάζεται να εργαστεί σε οίκους ανοχής, μέχρι που η μοίρα τη στέλνει στα καμπαρέ όπου ανθίζει κάθε βράδυ η αγγελική φωνή της, μέχρι να την ανακαλύψει ο Benny Goodman το 1933 και να τη στείλει να κατακτήσει το Apollo Theatre.

Eίναι ασφαλώς το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα καλύτερα success stories, εκείνα που αγαπούν οι σκαπανείς της μουσικής ιστορίας και το λευκό ακροατήριο, το οποίο «ενοχικά» στέλνει στα κόκκινα χαλιά των Όσκαρ τις ακριβές βιογραφίες του Charlie Parker και του Ray Charles. Ιστορίες με το απαραίτητο θλιβερό τέλος, φυσικά: η Billie Holiday πέθανε με λίγα σεντς στον τραπεζικό της λογαριασμό και μερικά δολάρια κρυμμένα πάνω της, ενώ η φωνή της είχε πια καταστραφεί από τις καταχρήσεις. Αυτήν την tabloid αφήγηση ήθελε να πλησιάσει και η φιλάρεσκη Diana Ross, όταν ενσάρκωσε τη Holiday στην ταινία του Sidney J. Furie Lady Sings the Blues (1972).

Πολλοί τη χαρακτηρίζουν σαν έκπτωτο άγγελο, που εξέφρασε όλη του την αγωνία σε τραγούδια όπως το “Good Morning Heartache” ή το “Some Other Spring”. Η αδυναμία της άλλωστε να απεμπλακεί από τον εθισμό της ηρωίνης, επηρέασε δυσμενώς την καριέρα και την εικόνα της, σε μια κοινωνία στην οποία δεν περίσσευε συμπόνια για μια μαύρη ηρωίδα του περιθωρίου. Η Holiday είχε ωστόσο το χάρισμα να μπορεί να γοητεύει τους διανοούμενους, τους διάσημους και τους πλούσιους καλλιτέχνες με τους οποίους κυκλοφορούσε στα σαλόνια του Χόλιγουντ, αλλά και στα παράνομα gay bar της πόλης. Όμως έβγαινε πάντα με άντρες που τη χτυπούσαν ή την εκμεταλλεύονταν. Μπορούσε να μπαινοβγαίνει στη φυλακή και ας μη γινόταν να πληρώσει την εγγύηση, αλλά όταν έβγαινε κερνούσε ποτά όσους πελάτες ήξεραν τα τραγούδια της.

Στην πραγματικότητα, δεν θα μάθουμε ποτέ τι τροφοδοτούσε τη μαγεία της Billie Holiday. Πολλοί που τη γνώρισαν από κοντά έχουν καταθέσει μια διαφορετική άποψη: πως ήταν μια καπάτσα γυναίκα, η οποία έζησε όπως ακριβώς ήθελε. Πως ήταν ένα αθυρόστομο κορίτσι που έβγαλε αρκετά χρήματα και που τα ξόδεψε μέχρι τελευταίας δεκάρας, σε ό,τι ακριβώς επιθυμούσε. Πάντως ήταν μια σαρωτική προσωπικότητα, η οποία δεν έμπαινε στο off όταν έσβηναν τα φώτα της σκηνής. Όταν ζεις την κόψη –σαν να είσαι ο Liberace και ο Miles Davis ταυτόχρονα– και όταν εκφράζεις την τζαζ των παρανόμων στα πιο κακόφημα στέκια της Νέας Υόρκης, τότε σίγουρα δεν σε ενδιαφέρει μια μακρά και πετυχημένη καριέρα σαν αυτήν του Smokey Robinson. Φλερτάρεις με τον θάνατο.

Η Μοναδικότητα 

Ακόμα και οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν δύο ιστορικές τραγουδίστριες όπως π.χ. την Ella Fitzgerald από την Peggy Lee, καταλαβαίνουν αμέσως ποια είναι η Billie Holliday, ήδη από τις πρώτες νότες. Γι’ αυτό, αν και επηρέασε κάθε αντρική και γυναικεία φωνή που βγήκε μετά το 1950, ποτέ δεν κοπιαρίστηκε.

Μπορεί η τρυφερότητα της Norah Jones ή η jazz-pop μελαγχολία της Madeleine Peyroux να αντλούν από την ιστορία της, όμως ποτέ πραγματικά δεν υπήρξε σκυτάλη στο στυλ της. Μπορεί η Adele να βασίστηκε στο φωναχτό παράπονο της Etta James και η Amy Winehouse να πάτησε πάνω στις ράγες του αυτοκαταστροφικού τρένου της Sarah Vaughan, αλλά το φάντασμα της Holiday πλανάται πάνω από όλες αυτές τις γυναίκες. Όπως πλανάται και πάνω από κάθε σημαντικό όνομα που τόλμησε να προσπεράσει τα προαπαιτούμενα της fast selling μουσικής βιομηχανίας και να απευθυνθεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια στον ακροατή.

Η ίδια η Billie Holiday ήταν επηρεασμένη από τη Bessie Smith και τον Louis Armstrong και από νωρίς άφησε το στίγμα της, χωρίς να ανήκει ποτέ σε κανένα μουσικό ρεύμα και σε καμία παρέα καλλιτεχνών. Γεφύρωσε όμως το χάσμα ανάμεσα στα «πονεμένα» μπλουζ των Αφροαμερικανών και στο λευκό swing που μύριζε σαμπάνια. Και πέτυχε έναν μοναδικό συγκερασμό της αμεσότητας των νυχτερινών τζαζ ηχογραφήσεων με την εξωστρέφεια των δημοφιλέστερων big bands. Αυτή η ικανότητα ήταν άλλωστε που γοήτευσε τον σαξοφωνίστα Lester Young, ο οποίος και συνεργάστηκε μαζί της για πολλά χρόνια.

Για να πλησιάσετε την αξία της, μπορείτε απλώς να ακούσετε την αριστουργηματική της ερμηνεία στο “God Bless The Child”. Πρόκειται για ένα θρυλικό τραγούδι, που το εμπνεύστηκε μετά από έναν άγριο καυγά με τη μητέρα της. Προσέξτε τον τρόπο με τον οποίον τραγουδάει τους στίχους «God bless the child that’s got his own» και τη δεξιοτεχνία με την οποία σφυρηλατεί τη μητρική τρυφερότητα και το τυφλό μίσος στις ίδιες λέξεις. Γι’ αυτό ήταν μοναδική. Γι’ αυτό παραμένει πολύτιμη. Σαν «παράξενο φρούτο» της τζαζ μυθολογίας.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #191

Bruce Springsteen

Western Star

Ιστορίες για ανθρώπους που βρέθηκαν εκτοπισμένοι εξαιτίας των λαθών τους. Αφηγήσεις για χαμένες ψυχές στους αυτοκινητόδρομους που συνδέουν τις αμερικάνικες πολιτείες. Εξομολογήσεις περιπλανώμενων, οι οποίοι ψάχνουν για μια νέα ευκαιρία.

Ο 19ος δίσκος του «Αφεντικού» είναι γεμάτος μικρές διηγήσεις για αληθινές ζωές, που αφήνουν πίσω το χθες, περιμένοντας την υπόσχεση του αύριο. Ανθρώπων που έχουν απομακρυνθεί πάρα πολύ απ’ τον τόπο τους, όμως ο προορισμός μοιάζει να βρίσκεται ακόμα πιο μακριά. Όπως δηλαδή συμβαίνει με τον ήρωα στο “Somewhere North Of Nashville”, ο οποίος δεν έχει άλλη επιλογή από το να αφήσει πίσω τα λάθη της νιότης του ή ο πρωταγωνιστής του “Chasin’ Wild Horses”, που άφησε κάμποσους σκελετούς στη ντουλάπα για μια νέα αρχή στη Μοντάνα. Δεκατρείς ιστορίες σε ασπρόμαυρο, σινεμασκόπ κάδρο, για σύντομες σταθμεύσεις, για ραντεβού σε απομακρυσμένα dinerκαι σε ολονύκτια καφέ στην άλλη άκρη της πόλης.

Το άλογο στο εξώφυλλο του δίσκου είναι χωρίς σέλα και χωρίς χαλινάρι. Ένα περήφανο ζώο, στον φυσικό του χώρο. Δεν ανήκει σε κανέναν καβαλάρη και πιθανά να το έχει σκάσει από κάποιο ράντσο, όπου θα ζούσε περιορισμένο. Με γυμνό μάτι, μοιάζει με εικονογραφία από τα βάθη της country ‘n’ western παράδοσης· όμως η εικόνα δεν ταιριάζει στον παραδοσιακό ηρωισμό του φαρ ουέστ. Το Western Stars φέρνει στον νου απόηχους του Nebraska (1982) και του Devils & Dust (2005), ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό της Δύσης μαζί με τους καουμπόηδες που δεν έτυχε να αγαπηθούν (αυτό είναι που μας λέει διακριτικά το διπλό νόημα του τίτλου). Οι άνθρωποι στα τραγούδια του άλμπουμ είναι ελεύθεροι, δίχως χαλινάρια και δίχως δεσμούς με κανέναν τόπο. Η ψυχική τους δύναμη είναι το μόνο εφόδιο, με την αέναη υπόσχεση του Αμερικάνικου Ονείρου να δίνει το καύσιμο για τη διαδρομή.

Τα τραγούδια επικοινωνούν μεταξύ τους. Υπάρχει κάτι δηλαδή που συνδέει τον αντιήρωα που διασχίζει τη μια μικρή πόλη μετά την άλλη στο “Wayfarer”, με τον περιπλανώμενο στους αχανείς αυτοκινητόδρομους του “Hitch Hicking”. Το ζευγάρι πάλι που εύχεται να βρει ένα ήσυχο σπίτι στο “Tucson Train” ίσως βρει κάτι καινούριο στο ξεχασμένο απ’ τον Θεό μέρος που περιγράφει το “Sundown”. Και ο βετεράνος που ανοίγει ένα μικρό μαγαζί στο “Sleepy Joe’s Café” θα έχει πολλά να πει με τον μοναχικό τύπο στο “Hello Sunshine”, ο οποίος νιώθει ότι δεν ανήκει πουθενά.

Μετά από τόσα χρόνια, ο Bruce Springsteen ακολουθεί ακόμα το φάντασμα του Τομ Τζόουντ, θυμίζοντας τους folk αφηγητές των 1960s και τους μοναχικούς τροβαδούρους των 1970s. Ειδικότερα φέρνει στο μυαλό τους country παραμυθάδες του Laurel Canyon και του Νάσβιλ –εκείνους που έφτιαξαν την λεγόμενη Countrypolitan.

Ο Αμερικανός δημιουργός χρησιμοποιεί τις πιο αγνές πρώτες ύλες της country και γι’ αυτό τα τραγούδια του δεν μυρίζουν τραγόμαλλο. Νοιάζεται αληθινά για τους ήρωές του κι έτσι μπορεί να ακούγεται μελοδραματικός, αλλά ποτέ γλυκερός. Ούτε και χάνει το χιούμορ του: στο “Western Stars”, π.χ., τραγουδάει για έναν τριτοκλασάτο ηθοποιό, του οποίου το ζενίθ ήταν μια σκηνή στην οποία τον πυροβόλησε ο Τζον Γουέιν. Στο ρεφρέν του “There Goes My Miracle” ο Springsteen τραγουδάει υπέροχα και ακούγεται πιο μελωδικός από ποτέ, φέρνοντας στο μυαλό τις καλύτερες φωνητικές στιγμές του Glen Campbell και του Charlie Rich.

Η γνήσια country folk πάντα μιλούσε για προδομένα όνειρα, για θρυμματισμένες μνήμες και για εφήμερες τραγωδίες. Έτσι, το Western Starsαποδεικνύεται βάλσαμο σε μια εποχή που θεωρείται σπουδαία country το να πιάνει μια κιθάρα ο Bradley Cooper, τραγουδώντας «sha-la, sha-la-low» με κουταβίσια ματιά. Οι φήμες λένε ότι το Αφεντικό θα ξανασμίξει με την E Street band και θα κυκλοφορήσει σύντομα τον 20ό του δίσκο. Ας τον έχουν πάντα καλά τα αστέρια της Δύσης, να μας διηγείται τέτοιες ιστορίες. Τις χρειαζόμαστε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #190

Madonna

Madame X

«Please don’t criticize» λέει στο τραγούδι “Looking For Mercy” η Μαντόνα. Ναι, καλά…

Ο ερχομός του 14ου δίσκου της αναγγέλθηκε με το single “Medellín”, στο οποίο η pop ιέρεια έκανε περήφανα ντουέτο (όχι απλή συμμετοχή σε δεύτερα φωνητικά) με τον Κολομβιανό ερωτύλο των latin charts, τον Maluma. Φυσικά, στις εποχές που η Madonna μεσουρανούσε, ο Maluma δεν θα περνούσε ούτε από το θυρωρείο των μάνατζέρ της· αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

To κόλπο της επιτυχίας του “Medellín” χτίστηκε πάνω στο κολλητικό «one, two, cha, cha, cha»: ένα φωνητικό σλόγκαν που σημαίνει τα πάντα και τίποτα και κολλάει σαν τσίχλα στον εγκέφαλο. Ωστόσο, ούτε οι βρώμικες πρακτικές του fast-selling είναι το πρόβλημα. Σε ένα ακριβοδίκαιο σύμπαν, το “Medellín”, αλλά και το “Bitch I’m Loca”, θα ήταν generic τραγουδάκια, τα οποία η Shakira (δεν λέω ο Ricky Martin, για να μη γίνω εμπαθής) θα σκεφτόταν σοβαρά αν θα χωρούσαν στον δίσκο της· το “Rabiosa” της Shakira, βέβαια, είναι τρεις κλάσεις πάνω σε ποιότητα. Ούτε πάντως τα εύκολα λικνίσματα που ακολουθούν την πεπατημένη είναι κατακριτέα.

Το αληθινό πρόβλημα του Madame X είναι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό και απαιτεί να προσπεράσεις τα ανώδυνα χαμογελάκια, τη «loca»(!) διάθεση, τα προσποιητά κουνήματα και την αλλοπρόσαλλη παραγωγή για να το προσεγγίσεις. Κι αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει τούτο το κείμενο. Αν ανήκετε λοιπόν σε εκείνους που περιμένουν στη γωνία να στηλιτεύσουν τη Madonna ή σε όσους δεν σηκώνουν κουβέντα για εκείνη, τότε προφανώς η παρούσα κριτική δεν σας αφορά –έχετε ήδη σχηματίσει γνώμη. Αν όμως σας απασχολεί σοβαρά η μουσική, ίσως βρείτε ερεθίσματα για γόνιμο διάλογο.

Προφανώς, η Madonna θεωρεί ότι κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ γεμάτο ώριμα μηνύματα συμφιλίωσης, με επίκαιρους στίχους και προοδευτικούς ρυθμούς. Στην πραγματικότητα, το Madame X είναι γεμάτο πολιτικάντικα τσιτάτα και νοήματα που σε κάνουν να νιώθεις άβολα, επειδή ακούγονται παιδαριώδη. Το concept πάλι του δίσκου βασίζεται στην πολλαπλή περσόνα της Madame X, η οποία είναι: κατάσκοπος, μητέρα, παιδί, αγία, πόρνη και διάφορα άλλα (βάλε με τον νου σου τώρα). Όλα αυτά, όμως, δεν είναι παρά προσπάθειες να αποπροσανατολιστεί το κοινό με μια «σοφιστικέ» ψευδαίσθηση και με μηνύματα τα οποία θέλουν να γίνουν εύκολα hashtag. Τα καλέσματα αφύπνισης θα σε αγγίξουν λοιπόν συναισθηματικά μόνο αν θεωρείς ότι στην ταινία Eat Pray Love (2010) η Julia Roberts κάνει ένα φιλοσοφικό ταξίδι στα βάθη του γυναικείου ψυχισμού.

To Madame X είναι βέβαια πιο πολυποίκιλο στιλιστικά από το τσίγκινο MDNAτου 2012 και διαθέτει πιο οικουμενική θεματική από το φασαριόζικο Rebel Heart του 2015. Όμως πόσα «Loca», «Mamacita», «Ay Papi», «Te Gusta» και «Tequila» να χωρέσει η δημιουργός του σε 4 λεπτά, για να μας πείσει –με το στανιό– ότι είναι αναγεννημένη λατινοσεξουάλα, η οποία στάζει χυμούς και ηδονίζεται με εξωτικούς ρυθμούς; Τον πανικό του «irrelevance», η Madonna τον ξορκίζει ξαπλώνοντας με τον Maluma στο βιντεοκλίπ του “Medellín” και αφήνοντάς τον να της φιλάει τα πόδια. Είναι άλλωστε πετυχημένος, με εκατομμύρια views και τα ανήλικα κορίτσια της υφηλίου τον ποθούν. Δεν υποτιμώ πάντως την κουλτούρα του Maluma. Άλλωστε από έναν αντίστοιχο Maluma, που έσφυζε από ανάγκες και ορμή, γεννήθηκε κάποτε και ο πύρινος έρωτας στο Σαν Πέδρο, χάρη στον οποίον η Μadonna χόρεψε αισθαντικά τον πλανήτη με το αψεγάδιαστο groove του “La Isla Bonita” (1986).

Υποτιμώ ωστόσο τον τρόπο με τον οποίον η Madonna παριστάνει ότι βιώνει την εν λόγω συνεργασία. Δεν έχει σημασία, ασφαλώς: το «one, two, cha, cha, cha» μπορεί να σου έρθει να το τραγουδήσεις ασυναίσθητα και χωρίς κανέναν λόγο την ώρα που διαλέγεις τυριά στο σούπερ μάρκετ. Το ίδιο μπορεί να σου συμβεί και με το “Future”, χωρίς αυτό να ακυρώνει το γεγονός ότι πρόκειται για εύκολη reggae, αυτήν που συναντάς σε playlists ραδιοσταθμών με ονόματα όπως PowerMix FM, SuperHits Radio κτλ. Το “Future” ανήκει στα καλοκαιρινά χιτάκια που έχουν φτιαχτεί για να αλώσουν τα beach bar της Χαλκιδικής –και, κατά συνέπεια, να τα κάνουν αφόρητα. Αλλά ακόμη και με τέτοιες ασκήσεις νεότητας, ακόμα και με μια τόσο μπανάλ ενορχήστρωση, δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για το (σχετικά γενναιόδωρο) 5άρι της βαθμολογίας. Πού βρίσκεται λοιπόν το μεγάλο πρόβλημα με το Madame X;

Κάπου μέσα στο “Crazy” υπάρχει μια αθώα μπαλάντα που μυρίζει τσίχλα φράουλα· όμως μετά το ξένοιαστο «you must think I’m crazy», έρχονται οι στίχοι «voce me poe tao louca». Γιατί, φυσικά, η Μadonna οφείλει να μας θυμίζει ότι η Λισαβόνα της άνοιξε το μυαλό. Αντίο λοιπόν μυρωδάτη μπαλάντα.

Κάπου μέσα στο “Dark Ballet” υπάρχει ένα τρυφερό καλούδι που θα έμπαινε άνετα στο Ray Of Light (1998)· αλλά δυστυχώς ο ρυθμός δεν βρίσκει ρεφρέν να ξαπλώσει. Και ξαφνικά, το πιάνο παίζει Τσαϊκόφσκι. Γιατί όχι; Και η Μαντόνα μας λέει «the storm isn’t in the air, it’s inside of us» (από τους πιο γελοίους στίχους που έχει ξεστομίσει). Γιατί, φυσικά, πρέπει να μας δείξει ότι η Λισαβόνα της άνοιξε τους ορίζοντες. Αντίο καλούδι που θυμίζεις Ray Of Light.

Το “God Control” διαθέτει τη ζουμερή ηχητική στόφα για να γίνει το καλύτερο τραγούδι του Madame X. Κουβαλάει άλλωστε την αστραφτερή και ολονύκτια disco soul που έλαμπε και στο Confessions On Α Dance Floor (2005). Κι ας τραγουδάει με μισόκλειστο στόμα η Madonna στην αρχή, κι ας προσπαθεί άτσαλα στο ρεφρέν να ικανοποιήσει το απωθημένο της για συνεργασία με τους Daft Punk (που την είχαν απορρίψει). Όμως εκεί ακριβώς που έπρεπε να μας παρασύρει η υγρή ντίσκο, έρχονται τα τσιτάτα περί οπλοκατοχής και τα καλέσματα αφύπνισης. Όσο ταιριάζει το ίδιο μήνυμα κατά της οπλοκατοχής στο ανυψωτικό “I Rise”, που είναι όντως όμορφο, άλλο τόσο μοιάζει ξένο σώμα στο “God Control”. Υπάρχει τρομερή ανακολουθία ανάμεσα στην εξωστρεφή διάθεση και στο διδακτικό μήνυμα. Το δε μάθημα έρχεται ακριβώς πάνω στο ηδονιστικό peak, που φέρνει μνήμες από Chic. Αντίο λοιπόν new age disco.

Από εκεί και πέρα, η συμβατική R’n’B του “Crave” ακούγεται ευχάριστα και το “Faz Gostoso” με τη Βραζιλιάνα Anitta την κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Αλλού αρχίζουν οι σοβαρές ενστάσεις. Στον τρόπο λ.χ. με τον οποίον η εστεμμένη ντίβα προσεγγίζει σοβαρά ανθρώπινα ζητήματα, καταλήγοντας τελικά να μιλάει για τον εαυτό της –με τρόπο μάλιστα που συχνά τείνει στην παρωδία. Όπως συμβαίνει και στο εξώφυλλο, το οποίο έχω την εντύπωση ότι θέλει να τιμήσει τη Frida Kahlo, αλλά καταλήγει να θυμίζει εκείνο το αμήχανο tribute στην Αρίθα Φράνκλιν (όπου η Madonna έβγαλε λόγο, κάνοντας τελικά tribute στον εαυτό της).

Προσέξτε επίσης το αναιμικό “Extreme Occident”, όπου μας λέει ότι δεν βρήκε απαντήσεις «far right», ούτε «far left», οπότε ακολούθησε την οδό του «κέντρου». Για όσους βέβαια ασπάζονται την πολιτική θεωρία των δύο άκρων, αυτό το μουσικό χαλί για γιόγκα μπορεί να τους ακουστεί «σοφό». Καλά έως εκεί. Όμως όταν το ανεκδιήγητο “Killers Who Are Partying” πλασάρεται ως τραγούδι αλληλεγγύης, δοκιμάζεται η ανοχή σου. Τι ακριβώς σημαίνει «θα είμαι το Ισλάμ, αν είναι μισητό»; Και τι σημαίνει «θα είμαι το Ισραήλ, αν είναι φυλακισμένο»; Πώς να πάρουμε στα σοβαρά την αλληλεγγύη στους «κατατρεγμένους», εν μέσω τόσης αλαζονείας;

Η μαντάρα από trap, cumbia, disco και τζαμαϊκανά beats αντέχεται σε πολλά σημεία. Ας όψεται η αγάπη. Όμως η tribal αφρικάνικη έκσταση με τη χορωδία των Batukadeiras στο “Batuka”, δεν καταπίνεται με τίποτα. Φαίνεται ότι, εκτός από την προσποιητή αισθαντικότητα των «slow down papi», η Madonna ποτίστηκε στη Λισαβόνα και με τον οριενταλισμό και την αποικιοκρατική ιστορία των Πορτογάλων. Στο “Batuka”, έτσι, καταλήγει αντιπαθητική καρικατούρα μιας πλουσίας με έντονη φιλανθρωπική δράση, η οποία χορεύει ξυπόλητη ανάμεσα στους ιθαγενείς γιατί «νιώθει» μαζί τους.

Όλα τα παραπάνω ακούγονται αυστηρά, όμως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπίσεις τη Madonna, όταν γίνεται σκιά του εαυτού της. Γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί τόση προσποίηση από μια γυναίκα που έχει φέρει τον κόσμο ανάποδα ως material girl, ως αναγεννημένη παρθένα, ως καθολική αμαρτία, ως αμφισεξουαλική dominatrix, ως dancing queen, ως pop icon, ως fashion icon, ως icon τελεία. Η Madonna που αγαπήσαμε βρίσκεται τελικά μόνο στο “I Don’t Search I Find”, το οποίο φέρνει αναθυμιάσεις από το “Justify My Love” και το “Vogue”. Εκεί την απολαμβάνεις ξανά, γιατί φαίνεται περίτρανα το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει δημιουργήσει η αυτοκρατορική κληρονομιά της· με ποταμούς επιτυχιών, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με το στραβοχυμένο groove του (όποιου) “Future”.

Από το 1982, όταν ήταν ένα βέβηλο και φιλόδοξο κορίτσι που θαύμαζε τη αβίαστη γοητεία της Debbie Harry και ζήλευε το shock value της Grace Jones, μέχρι τη μεταμόρφωσή της σε ιερή πρέσβειρα του κόσμου και soccer mom ταγμένη στην Καμπάλα, τα χιλιόμετρα πορείας και τα κατορθώματα της Madonna δεν μπορεί να τα φτάσει κανείς. Γι’ αυτό και η κριτική οφείλει να είναι εξοντωτικά αναλυτική και παραπάνω αυστηρή. Αλλιώς θα ανήκουμε κι εμείς στο στρατόπεδο των εύκολων haters, όσων κράζουν τη «γριά» ή στους απροβλημάτιστους που δεν σηκώνουν κουβέντα για τη «θεάρα». Και τότε ο διάλογος θα είναι και άκαρπος και βαρετός.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #189

Morrissey 

California Son

Ξεκινώ αυτήν την κριτική κατευθείαν από τον ροζ ελέφαντα στο δωμάτιο: αν ανήκετε σε όσους σας απωθεί η ενοχλητική δημόσια εικόνα του Morrissey –ο οποίος τελευταία ταυτίζεται περήφανα με ακροδεξιά κόμματα– και ψάχνετε εδώ κλαδί να κρατηθείτε, μπας και διατηρηθεί η αγάπη σας για τον καλλιτέχνη και του συγχωρήσετε τα ασυγχώρητα, προσπεράστε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το California Son δεν είναι η κυκλοφορία που θα σώσει τη σχέση σας.

Αν πάλι ανήκετε σε εκείνους που δεν τους αφορά καθόλου η πολιτική ατζέντα του καλλιτέχνη και είστε ανυπόμονοι να λατρέψετε βουλιμικά το νέο Moz αριστούργημα, επίσης προσπεράστε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το California Son δεν είναι η κυκλοφορία που θα σας κάνει να πέσετε ανάσκελα. Τα τραγούδια του δεν θα τα επισκεφτείτε για επαναληπτικές ακροάσεις· θα εξατμιστούν.

Αν όμως ανήκετε σε αυτούς που αγαπούν σταθερά τον Morrissey –έστω και με το ένα φρύδι μονίμως ανασηκωμένο, από καχυποψία– οπότε σας ενδιαφέρει κάθε του νέα κυκλοφορία, ως ένα ακόμη βήμα προς την κατανόησή του, σαν μια σκάλα προς τον εξανθρωπισμό του (πώς να προσεγγίσεις μια τόσο μοναδική στα χρονικά προσωπικότητα;), τότε μην προσπεράσετε το California Son. Και το λέω με βεβαιότητα, γιατί στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήκω κι εγώ. Αν δεν απορρίψετε λοιπόν τον δίσκο, θα έχετε την ευκαιρία να θυμηθείτε πόσο διαολεμένα ικανός crooner είναι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να πατήσει φωνητικά σε λάθος νότα, ακόμη κι αν προσπαθήσει.

Ο δίσκος αποτελείται από μια ντουζίνα διασκευές, όλες σε τραγούδια των δεκαετιών του 1960 και 1970, με τα κριτήρια των επιλογών να παραμένουν θολά και ασαφή. Αν μάλιστα είσαι καλοπροαίρετος, μπορείς να θεωρήσεις ότι η διασκευή στο “Only Α Pawn Ιn Their Game” του Bob Dylan –το οποίο μιλάει για τη δολοφονία του μαύρου ακτιβιστή Medgar Evers (1963)– καταρρίπτει το επιχείρημα περί εθνικισμού του Moz. Αν ωστόσο είσαι λίγο καχύποπτος και έχεις καεί και στο γιαούρτι, τρέμει το φυλλοκάρδι σου στην ιδέα ότι ο Morrissey βλέπει στους στίχους του Dylan ίσες αποστάσεις από τον ρατσιστή δολοφόνο Byron De La Beckwith, με την αιτιολογία πως ήταν κι εκείνος ένα πιόνι στο παιχνίδι συμφερόντων της πολιτικής ελίτ. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκω εγώ, οπότε ας μην το πολυαναλύσουμε (μη ζορίζουμε την τύχη μας…). Ας αρκεστούμε στο ότι η διασκευή ακούγεται σχεδόν απολαυστική.

Μια χαρά μου ακούγεται και το “Don’t Interrupt Τhe Sorrow” της Joni Mitchell, αν και η αιθέρια μελωδικότητα της folk ιέρειας έχει χαθεί στα generic σαξόφωνα της συγκεκριμένης εκδοχής. Αλλά ίσως η πιο ωραία στιγμή του δίσκου να είναι το “It’s Over”, όπου τιμούνται δεόντως όλος ο λυρισμός και η μεγαλοπρέπεια της ερμηνείας του ανεπανάληπτου Roy Orbison (κάτι καθόλου εύκολο). Όμορφη και γενναιόδωρη είναι επίσης και η sunshine pop του “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Burt Bacharach & Hal David, τραγούδι που είχε κάνει γνωστό η Dionne Warwick. Ηλιοφάνεια των προαστίων και κομψά, ανοιχτόκαρδα χαμόγελα, από τον πατριάρχη της αστικής μελαγχολίας; Ναι, αμέ!

Κάπου εκεί, όμως, σταματάνε τα καλά νέα για το California Son. Καλλίγραμμη η διασκευή στο “Lady Willpower” του Gary Puckett, μα δεν το ακούς στο repeat για κανέναν λόγο. Γουστόζικη η προσέγγιση του Morrissey στο “Days Of Decision” του Phil Ochs, αλλά χωρίς καθόλου τσαγανό. Το δε “Wedding Bell Blues” της Laura Nyro αποδεικνύεται η χειρότερη στιγμή του δίσκου, καθώς το σκίρτημα που νιώθεις όταν ακούς την αυθεντική ερμηνεία, έχει πνιγεί σε μια ανόητα χαζοχαρούμενη ενορχήστρωση, που θυμίζει τον τρόπο με τον οποίον προσεγγίζουν τις απελπισμένες διασκευές τους τα δύσμοιρα ταλέντα στα κάθε talent show. Άνευρο ακούγεται τέλος και το “When You Close Your Eyes” της Carly Simon.

Οι υπόλοιπες εκτελέσεις, ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα μετά το τέλος τους. Δεν κρατάς τίποτα. Ίσως μόνο την τρυφερότητα του “Lenny’s Tune”, το οποίο ο Tim Hardin είχε τραγουδήσει για τον θάνατο του κωμικού Lenny Bruce. Όσο πικρόχολος και χολερικός και να είναι ο Morrissey, όσο και να θυμίζει τον ξινό θείο που λέει άβολες πολιτικές θεωρίες στα οικογενειακά τραπέζια, όταν τραγουδάει για τον θάνατο, σε καθηλώνει· και σε υποχρεώνει να τον ακούσεις με προσοχή.

Η σνομπ επιτήδευση, η αέναη πόζα, η γοητευτική σκατοψυχιά και η ερωτεύσιμα ανέραστη φύση αυτής της πολυσχιδούς προσωπικότητας, δεν λείπουν από το California Son. O 60χρονος performer υστερεί όμως σε εκτόπισμα, δεν διαθέτει την πειθώ που είχε κάποτε, έχει βγάλει και τα ματάκια του με τις κατά καιρούς κοτσάνες του. Τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε όλοι στο άφθαρτο της φωνής του και στην ικανότητά του να ψυχορραγεί δραματικά, κρατώντας το μικρόφωνο. Ακόμα και σε δίσκους ήσσονος σημασίας όπως αυτός, είναι αδύνατον να ξεμπερδέψουμε εύκολα από το κουβάρι της προσωπικότητάς του. Είναι αδύνατον να μην ασχοληθούμε μαζί του.

Πολύ μέτριος ο δίσκος σου, Moz. Αλλά κέρδισες πάλι. Πώς το καταφέρνεις κάθε φορά ρε άτιμε;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story

Έχει άλυτο ζήτημα με την πορεία και την εξέλιξη του Bob Dylan, ο Μάρτιν Σκορσέζε. Ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης κινηματογράφησε για πρώτη φορά τον θρυλικό τραγουδοποιό στο αξεπέραστο The Last Waltz (1978), όταν ο Dylan είχε ανέβει στη σκηνή σαν καλεσμένος στην αποχαιρετιστήρια συναυλία των The Band. Η δεύτερη φορά ήταν στο υπέροχο και άκρως διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ No Direction Home (2005) –μια τετράωρη σπουδή χαρακτήρα, στην οποία ο φακός εξερευνούσε τον Dylan των πύρινων, μεσσιανικών folk χρόνων, στην καρδιά των τραγουδιών διαμαρτυρίας, φτάνοντας μέχρι και το ατύχημά του με μοτοσυκλέτα (1966), οπότε και έπαυσε τις ζωντανές εμφανίσεις. Οι συναυλίες άρχισαν όμως ξανά στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Και το ψευδοντοκιμαντέρ Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story που βγήκε αυτή τη βδομάδα στο Netflix, επιστρέφει σε εκείνη τη σημαδιακή τουρνέ (1975/1976).

«Δεν θυμάμαι τίποτα από το Rolling Thunder Revue» λέει ο Dylan στην κάμερα, «συνέβη πριν καν γεννηθώ». Σε μια άλλη σκηνή, κοιτάζει την Joan Baez στα μάτια και κάνουν μια προσπάθεια να αναλύσουν την ταραχώδη και αταξινόμητη σχέση τους, 10 χρόνια μετά την προδοσία του (1965), όταν την άφησε σύξυλη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στη Βρετανία. Σε αυτήν τη σκηνή, ο Dylan –με ολίγον σαδιστικό ύφος (γνωρίζει άλλωστε ότι η Baez θα έκανε τα πάντα για εκείνον)– αφήνει να εννοηθεί ότι, αν η τραγουδοποιός δεν είχε παντρευτεί, τότε ίσως και να κατέληγαν μαζί. Η Baez του θυμίζει βέβαια ότι είχε παντρευτεί πρώτος. Και η απάντησή της, σχεδόν τον σοκάρει. Ίσως να το είχε ξεχάσει. Ή μπορεί να το θυμόταν εντελώς διαφορετικά. Δεν είμαστε και απόλυτα σίγουροι αν βλέπουμε ντοκουμέντο ή προβαρισμένο διάλογο. Γενικά ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι με τον Dylan μπροστά στην κάμερα, από την εποχή του Don’t Look Back ακόμη (1967).

Τα πολλαπλά alter ego τροφοδοτούν τον τεράστιο εγωισμό του Dylan και η αλήθεια με τον μύθο δεν διαχωρίζονται ποτέ. Αυτή και μόνο η σκηνή αποδεικνύει ότι είναι αδύνατον να βασιστείς στις αφηγήσεις του τραγουδοποιού για να αξιολογήσεις την ιστορία του. Αν μη τι άλλο, το ίδιο μαρτυράει και το ατελείωτο κουβάρι από βιβλία, βιογραφίες και χιλιόμετρα αρθρογραφίας. Όλα μένουν κρυμμένα κάτω από τη σκόνη, τα πάντα έχουν αλλοιωθεί (βολικά) και τα περισσότερα χάνονται σε ένα γενικότερο μυστήριο. Έξυπνα, λοιπόν, ο Σκορσέζε μας λέει ότι δεν θα κάνει δημοσιογραφική έρευνα για να έρθει κοντά σε κάποια «αλήθεια», αλλά θα αφηγηθεί «a Bob Dylan Story». Μια υποκειμενική ιστορία, δηλαδή, σαν μέρος της προφορικής παράδοσης· σαν παλιό ημερολόγιο που αν θες το πιστεύεις, αλλιώς απλά παρακολουθείς την αφήγηση.

Το 1975 ο Dylan πήρε μαζί του δύο κινηματογραφικά συνεργεία, με σκοπό να τραβήξουν μέρος της περιοδείας Rolling Thunder Revue. Ως αποτέλεσμα ήρθε κατόπιν το τετράωρο φιλμ Renaldo and Clara (1978): ένα καλλιτεχνικό ψευδο-ντοκιμαντέρ αμφιβόλου αξίας, γύρω από ένα καταραμένο love story μουσικών, με ψυχεδελικό μοντάζ και συναυλιακές σκηνές. Ήταν η εποχή που ο Dylan προσπαθούσε να κερδίσει τη σύζυγό του Sara –η οποία τον είχε εγκαταλείψει– αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν ξανά κοντά με τη Baez, η οποία είχε χωρίσει 2 χρόνια νωρίτερα.

Είναι δύσκολο να καταλάβεις αν υπάρχει στρατηγική, αν πρόκειται για καλά οργανωμένο χάος ή αν εντοπίζεται κάποιο καλλιτεχνικό όραμα πίσω από όλα αυτά. Σε κάθε περίπτωση, το Rolling Thunder Revue βρήκε τον εξαιρετικά προσεκτικό και αποστασιοποιημένο Dylan να απολαμβάνει για πρώτη φορά το χάος και την αναρχία γύρω του. Στις εικόνες της τουρνέ μοιάζει να θέλει να αποδεσμευτεί από τις αγκυλώσεις της φήμης και του πλούτου, αρπάζοντας μία τελευταία ευκαιρία να ξαναγράψει μουσική στης οποίας τις φλέβες να κυλάει αίμα· αλλιώς, να αφεθεί στον ρόλο της καμένης ιδιοφυΐας που στο εξής θα είναι για πάντα η σκιά του νεαρού εαυτού του, δέσμιος της ανάμνησης του τροβαδούρου με τη φυσαρμόνικα στο στόμα και την ακουστική κιθάρα στα χέρια, ο οποίος ξεστόμιζε στίχους που έκαναν μια ολόκληρη γενιά να πίνει νερό στο όνομά του.

Ο Σκορσέζε, πάλι, δεν νοιάζεται να αναδείξει τα εντυπωσιακά πλάνα στη μονταζιέρα. Αντιθέτως, θέλει να πει μια ιστορία γύρω από έναν μουσικό που σέρνει πίσω του δυο-τρεις ντουζίνες παρατρεχάμενων, όπως σέρνονται τα άχρηστα τενεκεδένια κουτάκια πίσω από τις λιμουζίνες των νεόνυμφων στις Η.Π.Α. Στα πλάνα του συνωστίζονται έτσι ατάλαντοι ποιητές, ψωνισμένοι hipsters, ανόητες groupies που πίστευαν ότι επειδή δεν είναι στο όχημα των Black Sabbath ή των Led Zeppelin και ακολουθούν τον «ποιητή» αυτομάτως αποκτούν κάποιο παράσημο διανόησης, κινηματογραφιστές χωρίς όραμα και φελλοί που είδαν φως και μπήκαν.


Το κουφάρι του χίπικου κινήματος ήταν το μαύρο σύννεφο της αποχής, με το αίμα να μην έχει στεγνώσει στο Altamont. Τότε εμφανίστηκαν άλλωστε και οι πρώτες σοβαρές ενδείξεις κούρασης του rock, 20 χρόνια από τη γέννησή του, με τις δεινοσαυρικές μπάντες και τους αυτάρεσκους super stars, όσους απόκτησαν αμύθητες περιουσίες πριν κλείσουν τα 30. Ο πεσιμισμός στην Αμερική μετά την αποτυχία κάθε επαναστατικού ρεύματος, γίνεται εμφανής στα εξωτερικά πλάνα του Rolling Thunder Revue. Τη στιγμή που συμβαίνουν όσα βλέπουμε στη Νέα Υόρκη, λίγους δρόμους παρακάτω βρίσκεται ο ίδιος ο Σκορσέζε, ο οποίος γυρίζει το βιτριολικό, υπαρξιακό έπος του Taxi Driver(1976), με τον Ντε Νίρο σε ρόλο εξολοθρευτή άγγελου της αθωότητας, σε ένα καλβινιστικής ηθικής ντελίριο βίας. Ο Σκορσέζε έψαχνε απαντήσεις, σε εκείνη τη φάση. Ο Dylan, από την άλλη, θεωρούσε ότι γεννήθηκε με τις απαντήσεις στο κεφάλι του –και ίσως μας έκανε τη χάρη να δώσει μερικά στοιχεία, ώστε να τις ανακαλύψουμε κι εμείς.

Έτσι, σε κανένα πλάνο δεν βλέπουμε τον Dylan να απευθύνεται στην κάμερα με ειλικρίνεια. Πουθενά δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει σαν άνθρωπος την αυλή που τον ακολουθούσε. Κάπου μόνο φαίνεται να νιώθει συμπόνοια για την Patti Smith, όταν υπομένει ένα ακατανόητο παραλήρημά της (σε μια στιγμή που η Smith είναι εμφανώς τριπαρισμένη). Και ενώ είχε σίγουρα σεβασμό για τον ποιητή Alan Ginsberg, κανείς δεν κατάλαβε γιατί τον πήρε μαζί του στη συγκεκριμένη περιοδεία. Όπως κανείς δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο ρόλος του συγγραφέα Σαμ Σέπαρντ και τι ακριβώς του ζητήθηκε να κάνει. Όλο αυτό έμοιαζε λοιπόν με ένα ματαιόδοξο εγχείρημα του Dylan στο οποίο όλοι οι καλοί χωρούσαν, χωρίς διακριτούς ρόλους και δίχως κανένα όραμα: στην τουρνέ κυριαρχούσε ένα γενικό «ελάτε στην παρέα μας και τα βρίσκουμε μετά».

Το Rolling Thunder Revue θα μπορούσε να είναι κωμικοτραγικό. Ένα τσίρκο, που θα έκανε τα μέλη των Spinal Tap να μοιάζουν με απόφοιτους της Οξφόρδης. Αλλά για κάποιον λόγο, διασώθηκε. Και ο λόγος αυτός είναι η μουσική. Από το “One More Cup Οf Coffee” μέχρι το “Hurricane”, στην περιοδεία εκείνη ακούστηκε σπουδαία μουσική. Μέχρι τότε, οι συναυλίες του Dylan χαρακτηρίζονταν ως κοινωνικές εμπειρίες νεανικής επανάστασης ή ως μετριότατες folk προσπάθειες –σπανίως ως κάτι ενδιάμεσο. Εδώ, όμως, έπαιξε σαν αληθινός μουσικός. Τραγούδια όπως το “Isis”, το “It Ain’t Me Babe” και το “The Lonesome Death Οf Hattie Carroll”, ποτέ δεν ακούστηκαν πιο συγκλονιστικά. Tα άλμπουμ Blood Οn Τhe Tracks (1975) και Desire (1976), τον έφεραν ξανά στον θρόνο του.

Ο Dylan υπήρξε πάντα ένας ανόρεχτος πολεμιστής για δικαιοσύνη στη δεκαετία του 1960, εξελισσόμενος σε ανήσυχο rock hipster στις αρχές των 1970s. Πλέον, λοιπόν, δεν είχε άλλον ρόλο να ενσαρκώσει. Έπρεπε να μαζέψει ορδές ανθρώπων γύρω του, να νιώσει λαμπρός προφήτης ξανά, να προσπεράσει κάθε κίνδυνο για writer’s block (οι συνθήκες ήταν ιδανικές για να το πάθει) και να τα βρει με τους δαίμονές του. Ήθελε π.χ. να θέλει την Joan Baez, αλλά χωρίς να μπορεί την έχει. Την έβλεπε να μυείται πρώτη φορά στα ναρκωτικά, την έβλεπε να μεταμφιέζεται σε Dylan –σε μια ντροπιαστική απόπειρα να τον πλησιάσει– και το ευχαριστιόταν. Ήθελε ο κόσμος να λατρεύει τα παλιά του τραγούδια, αλλά να λέει μόνο τα καινούρια. Ήθελε να φοράει μάσκα, μα να λέει την αλήθεια. Ήθελε να είναι μέρος μιας κοινότητας, ήθελε όμως και να μπορεί να το λήξει όποτε επιθυμούσε, χωρίς συναισθηματική ευθύνη και εμπλοκή.

Από αυτό επομένως το «Bob Dylan story», δεν θα μάθουμε τίποτα καινούριο: δεν υπάρχει εδώ το υλικό που θρέφει τις βιογραφίες. Πρόκειται για ένα κολάζ από σκόρπιες μνήμες, ανόθευτη rock μυθολογία, μπόλικη αυταρέσκεια και υλικό αρχείου το οποίο θα μπορούσε εύκολα να μείνει στο συρτάρι, αλλά τώρα που ήρθε στο φως, δεν μπορείς να μην το παρακολουθήσεις με ενδιαφέρον. Ο Dylan δεν εγκατέλειψε ποτέ το Rolling Thunder Revue, όπως μας λένε, με κλείσιμο του ματιού, οι εκατοντάδες ημερομηνίες συναυλιών στους τίτλους τέλους. Εκεί που τελειώνουν, αρχίζει και η εποχή που ο τραγουδοποιός βρήκε τον Θεό και μπήκε στη χριστιανική του φάση. Ήταν το σημείο όπου ο Dylan έπαψε να εμπνέει κουλτούρες ολόκληρες και έμεινε πελαγωμένος μέσα στην ίδια την εικόνα του, με την ειδωλοποίηση του ιερού παρελθόντος να τον κατατρέχει μέχρι σήμερα.

Αυτή λοιπόν η υπαινικτική και γεμάτη ψέμματα ανάγνωση στη ζωή ενός μουσικού που τόλμησε για λίγο να ξεπεράσει τη μονόχνοτη φύση του, αξίζει τον κόπο. Έστω κι αν δεν πρόκειται για σπουδαίο ντοκιμαντέρ. Ακόμη άλλωστε κι αν ο Dylan έγραψε την ιστορία του, η ιστορία του Dylan δεν θα πάψει να γράφεται ποτέ.

Από το Avopolis

Posted in Cinema, Music | Leave a comment

Album of the Week #188

Black Mountain 

Destroyer

 

Οι Black Mountain διαθέτουν την ικανότητα να δημιουργούν σασπένς και να μεταδίδουν την αίσθηση της «κίνησης» με τις κιθάρες τους. Έτσι, το ψυχεδελικό heavy rock που παίζουν κάθε άλλο παρά μονοδιάστατο και στατικό είναι. Κάθε αλλαγή στον λεβιέ ταχυτήτων των τραγουδιών, κάθε απότομη στροφή του ρυθμού και κάθε ανισόπεδο riff, αποκαλύπτει κομμάτια του χάρτη τα οποία θέλουν να διανύσουν.

Με άλλα λόγια, δεν παίζουν μουσική στην τύχη οι Καναδοί. Έχουν ξεκάθαρο προορισμό στο GPS. Δεν πάνε για εύκολα hooks και δεν νοιάζονται για τα χιλιoειπωμένα. Το Destroyer αποδεικνύεται δίσκος που αφήνει τη σκόνη στον αέρα (“Pretty Little Lazies”), που δεν συμμαζεύει τις stoner καταβολές του (“High Rise”) και που καλοδέχεται το ψυχεδελικό χάος, σαν ευλογία (“Horns Arising”). Παραδόξως, το αποτέλεσμα δεν είναι κάποιος κιθαριστικός αχταρμάς για ανεγκέφαλους ακροατές. Αντιθέτως ακούγεται απολαυστικά άχρονο και ζουμερό, ακόμη και στις αδέξιες στιγμές του.

Με όπλο το τίμιο space rock, οι Black Mountain υπερασπίζονται το δικό τους γαλατικό χωριό από την επέλαση του μοντερνισμού, παραμένοντας πιστοί κλειδοκράτορες των εμμονών τους και της συντήρησης των αξιών που τους ανέθρεψαν. Αυτός ο δίσκος ακούγεται ιδανικά σε ανοιχτούς αυτοκινητόδρομους, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται καλά ηχεία στο αμάξι. Οι Καναδοί ακολουθούν σαν πιστοί cult followers τα είδωλά τους, και οραματίζονται τι μουσική θα έγραφαν οι Monster Magnet αν έκαναν φόρο τιμής στον Syd Barrett και πώς θα ακούγονταν οι Flaming Lips μετά από πλύση εγκεφάλου με τραγούδια των Black Sabbath. Πάρτε αυτό το αποτέλεσμα στο μπλέντερ και απλώστε το σε ένα φαντασιακό soundtrack για ταινίες «ανοιχτού δρόμου» όπως το Vanishing Point (1971) ή το Mad Max: Fury Road (2015).

Μόνο οι space doom εραστές μένουν ζωντανοί μας λέει το μανιφέστο τους –και ο ορίζοντας στο τέλος του δρόμου είναι ο μοναδικός προορισμός, ακόμα και αν ξεψυχήσεις στα μισά της διαδρομής. Θα βρει λοιπόν αποδέκτες τοDestroyer, διότι ακόμη κι αν στερείται πρωτοτυπίας, δεν έχει τίποτα το ψεύτικο. Για συνεπιβάτες στο άρμα αναζητά, από αυτούς που κάνουν ωτοστόπ στους ίδιους μουσικούς αυτοκινητόδρομους, χωρίς να βιάζονται να φτάσουν κάπου. Ακόμα και αν σε κουβαλήσουν για μερικά χιλιόμετρα και λίγο μετά τους εγκαταλείψεις γιατί δεν θα νιώθεις στ’ αλήθεια ένας από εκείνους, η βόλτα θα σου μείνει αξέχαστη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #187

The Chemical Brothers

No Geography

Με τι κίνητρο ξεκινάς αλήθεια να γράφεις disco house, σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια η dance κουλτούρα; Σε μια εποχή που έχει πεθάνει το acid house; Σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπάρχει ενδυματολογικός κώδικας για τη φυλή των «καμένων» στα dancefloor; Διάολε, δεν υπάρχει καν το zeitgeist του Ecstasy.

Όμως οι Chemical Brothers, οι οποίοι διεκδίκησαν τα phat beats της electronica των 1990s, δικαιούνται να ποζάρουν πλέον σαν τροπαιούχοι της χορευτικής κουλτούρας. Και για τον 9ο τους δίσκο επιλέγουν τον πιο σίγουρο τρόπο για τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα: τη χαρά της χαράς, που πηγάζει από τη «διασκέδαση» την οποία προσφέρουν οι χορευτικοί ρυθμοί.

Οι Chemicals δεν είναι εκτός εποχής· γνωρίζουν καλά ότι ο κόσμος γύρω τους, έχει αλλάξει. Τον Πλανήτη Dust τον έχουμε εγκαταλείψει προ πολλού και η επιστροφή στη γήινη πραγματικότητα δεν ξορκίζεται εύκολα, ακόμα κι αν τα beats βαράνε ανελέητα. Αλλά ο Tom Rowlands και ο Ed Simons ξέρουν πώς να μην ακούγονται παρωχημένοι και παίζουν το σίγουρο χαρτί: επαναφέρουν τη συζήτηση στο επίπεδο του χορού, μοιράζοντας ξανά την τράπουλα των απαιτήσεων με στόχο να γεμίσουν τις ευρύχωρες πίστες. Ίσως μέσα στην εγκεφαλική αναζήτηση για νέα ταυτότητα να ξεχάσαμε να χορεύουμε, μας ψιθυρίζουν έξυπνα –με επίμονους, μπασάτους ήχους.

Το τερματικά τεχνοκρατικό στυλ του “Eve Οf Destruction” παραδόξως λειτουργεί, όπως λειτουργεί και το διονυσιακό techno στο “No Geography”. Το “Got To Keep On” είναι θαυμάσιο και αναδίδει ωραίες οσμές καθώς ακούγεται βουτηγμένο στην κολυμπήθρα των διαφόρων στυλ που διατρέχουν τις χορευτικές κουλτούρες τα τελευταία 30 χρόνια.

Υπάρχουν πάντως και αστοχίες, όπως και άβολες στιγμές. Στο “Bango” οι Chemical Brothers σφυροκοπάνε εκκωφαντικά τις βασικές μελωδίες χωρίς σαφές όραμα, ενώ στο “We’ve Got To Try” βάζουν λίγο καταχρηστικά τις κλασικές soul πινελιές, προκειμένου να ξεφύγουν από τα αδιέξοδα. Το “Gravity Drops” σε πετάει σε εθιστικά μοτίβα βιομηχανικής techno-νομίας, όμως το μανιακά αυτάρεσκο “MAH” αφαιρεί τη γλυκιά γεύση. Ακόμη και το γοητευτικό “Free Yourself” δεν γίνεται να μην παραδεχθείς ότι θυμίζει αμέτρητες αδιάφορες ασκήσεις ύφους εκκολαπτόμενων DJ στις μεταμεσονύκτιες ζώνες των νυχτερινών ραδιοφώνων της πόλης, για ανθρώπους που εξακολουθούν να στοιβάζονται σε night clubs τα Σαββατόβραδα.

Η disco house των Chemical Brothers ήταν κάποτε ικανή να ραγίσει τα πατώματα και να λιώσει τους τοίχους, ενώ σήμερα ακούγεται στρεσαρισμένη να παράξει ζοφερές αισθήσεις. Σαν να θέλει να μας ξεγελάσει με εύκολα χορευτικά τρικ, για να μην προλάβουμε να αναλογιστούμε τις όποιες αδράνειες. Ευτυχώς το No Geography διαθέτει αρκετές στιγμές που λειτουργούν ως αντίβαρο, όπως τις προαναφερόμενες ή το “The Universe Sent Me”, το οποίο ακούγεται λυτρωτικό.

Ο νέος δίσκος των Chemical Brothers σε κάνει να περνάς καλά, αλλά τον διακατέχει ένα αδιόρατο άγχος. Είναι σαν να χορεύεις όσο πιο ξένοιαστος μπορείς όλη νύχτα, αλλά να μην αφήνεσαι ποτέ στη διασκέδαση, γιατί έχεις το αυριανό ψήφισμα του Brexit στο μυαλό σου να σε απασχολεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Key To Reserva

To 2007, ο Μάρτιν Σκορσέζε αναλαμβάνει να γυρίσει μια διαφήμιση ποτού. Όμως, φυσικά τον Μάρτι δεν τον ενδιαφέρει να φτιάξει απλώς μια ακόμη διαφήμιση.

Το “Key To Reserva” βασίζεται σε ένα ημιτελές treatment από ένα κατασκοπικό σενάριο που έγραψε κάποτε ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, προτού το εγκαταλείψει για άλλα σχέδια. Ο Μάρτι αναλαμβάνει να αναβιώσει τις εικόνες του τρισέλιδου σεναρίου, ενσωματώνοντας στο φιλμάκι όλες τις τεχνικές και τις εμμονές που χαρακτηρίζουν το έργο του Χιτς.

Το αποτέλεσμα περιέχει μια πανέξυπνη τοποθέτηση προϊόντος και αποτελεί ένα συγκινητικό tribute, μια απολαυστική άσκηση ύφους, αλλά και ένα ανορθόδοξο “making of”, το οποίο μας υπενθυμίζει τρυφερά τη σημασία της συντήρησης και της αναπαλαίωσης των κινηματογραφικών εικόνων.

Posted in Cinema | Leave a comment

O Elton John των 1970s

«Ξέρω ότι ο David Bowie ήθελε πάντα να είναι η Judy Garland. Τότε εγώ θα είμαι η Connie Francis του rock ‘n’ roll» 

O Elton John στα 70’s

Στα τέλη του 1975, ο Elton John έχει ανέβει στην κορυφή. Ήταν ο απόλυτος super star τραγουδοποιός, πουλούσε εκατομμύρια δίσκους και η περιουσία του είχε εκτοξευτεί. Το 10ο προσωπικό του άλμπουμ Rock Of The Westies, έχει μόλις κυκλοφορήσει. Ο Elton John μαζεύει τους συνεργάτες, τους φίλους του και την οικογένειά του σε ένα πάρτι στο σπίτι του. Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά σε όλους και είπε: «Μόλις κατάπια 60 ταμπλέτες Βάλιουμ. Θα έχω πεθάνει μέσα σε 1 ώρα». Και έπεσε μέσα στην πισίνα του.

Έναν χρόνο πριν, τον Νοέμβριο του 1974, μια λιμουζίνα διέσχιζε το Μανχάταν για να φτάσει στο Madison Square Garden. Μέσα, επέβαιναν ο Elton John και οJohn Lennon. Το πρώην Σκαθάρι είχε τρομερό άγχος, καθώς θα εμφανιζόταν μπροστά σε ζωντανό κοινό για πρώτη φορά μετά από καιρό. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Οι δυο μουσικοί είχαν γνωριστεί όταν ο Elton John επισκέφθηκε το στούντιο στις ηχογραφήσεις του Lennon για τον δίσκο Rock ‘Ν’ Roll (1975), βρίσκοντας τόσο εκείνον, όσο και το συγκρότημά του να καταναλώνουν άφθονες ποσότητες κοκαΐνης, με τον Phil Spector στην κονσόλα να είναι εκτός ελέγχου και συχνά να πυροβολάει στην οροφή. Ο John τρόμαξε από την ατμόσφαιρα και απομακρύνθηκε, όμως μέσα στους επόμενους μήνες η φιλία του με τον Lennon θα δυνάμωνε· μαζί θα ηχογραφούσαν μάλιστα το “Whatever Gets You Τhru Τhe Night” (μπήκε στον δίσκο του Lennon Walls And Bridges, 1974) –ένα τραγούδι που χαρακτηρίστηκε σαν επίθεση του πρώην Beatle προς τον Paul McCartney, σε μια εποχή κατά την οποία οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες.

Οι δυο τους περνούσαν λοιπόν χρόνο μαζί σε μια σουίτα ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη, βιώνοντας τα ψυχεδελικά ναρκωτικά. Χαρακτηριστικά, είχαν γίνει τόσο παρανοϊκοί, ώστε όταν μια μέρα είδαν από το ματάκι της πόρτας κάποιον κύριο να τους φωνάζει, κρύφτηκαν: νόμιζαν ότι κάποιος πράκτορας ήθελε να τους συλλάβει. Ο συγκεκριμένος κύριος στην πόρτα δεν ήταν βέβαια παρά ο Andy Warhol. Όσο για την προαναφερόμενη συναυλία στο Madison Square Garden, ήταν κι αυτή αποτέλεσμα ενός μεταξύ τους στοιχήματος. Ο Elton John είχε πει δηλαδή στον John Lennon ότι αν το “Whatever Gets You Τhru Τhe Night” φτάσει στο νούμερο 1 της Αμερικής, τότε θα έδιναν μια συναυλία παρέα. Ο Lennon, ο οποίος είχε να γνωρίσει επιτυχία από το “Imagine” (1971), το θεώρησε απίθανο· και δέχτηκε. Αλλά το τραγούδι έφτασε πράγματι στην κορυφή, οπότε όφειλε να τιμήσει τη συμφωνία του.

Ο Elton John βγήκε στη σκηνή με τα χαρακτηριστικά μεγάλα γυαλιά του, φορώντας φτερά και γούνες, σαν κοτόπουλο που βούτηξε στο ουράνιο τόξο. Μέχρι την τελευταία στιγμή κανείς δεν ήξερε αν ο Lennon θα τα κατάφερνε, καθώς έπαθε κρίση πανικού στο καμαρίνι. Στην πρώτη σειρά, εντωμεταξύ –σε κρατημένη θέση– καθόταν η Yoko Ono, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση. Η συναυλία αποδείχθηκε μια αποθέωση. Και ο Elton έγινε ο λόγος που το είδωλό του επανασυνδέθηκε με την Ono· λίγο μετά, θα γεννιόταν ο γιος τους.

Πέντε χρόνια νωρίτερα, στην αυγή της δεκαετίας του 1970, ο Elton John –ένα φιλόδοξο αλλά εσωστρεφές παιδί 22 χρονών– δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν υπεύθυνος για τη διάσωση του πιο διάσημου ζευγαριού στη μουσική. Πάντοτε άλλωστε ζούσε στον δικό του κόσμο. Παθιαζόταν με τους δίσκους της Laura Nyro, του Leonard Cohen και του Frank Zappa. Ήθελε διακαώς να γίνει pop star και διάσημος, όμως το παρουσιαστικό του δεν βοηθούσε. Έμοιαζε σχεδόν αστείος, σαν ήρωας κωμωδίας, όταν όλοι οι καλλιτέχνες γύρω του ήταν αινιγματικοί και σέξι. Έχανε τα μαλλιά του, είχε παραπανίσια κιλά και καθόταν εγκλωβισμένος στο πιάνο του, όταν οι ανταγωνιστές του είχαν υπέροχα μαλλιά και χρησιμοποιούσαν ερωτικά το σώμα τους πάνω στη σκηνή. Τα γυαλιά του έπεφταν επίσης άτσαλα στη μύτη, ενώ τα δάχτυλά του δεν έμοιαζαν να ανήκουν σε καταρτισμένο πιανίστα. Κι όμως. Στη δεκαετία του 1970 ο Elton John έζησε μια δημιουργική έκρηξη: μέχρι το 1976 κυκλοφόρησε 7 δίσκους που πήγαν στο νoύμερο 1, αλλά και 14 top-10 singles.

Ο δεύτερος δίσκος του Elton John (Απρίλιος 1970) ήταν και ο πρώτος για τη δεκαετία. Και κατάφερε να ικανοποιήσει μια κυρίαρχη τάση για ντελικάτες μπαλάντες με συνοδεία πιάνου, σαν το “Ladies Of The Canyon” της Joni Mitchell ή το “Bridge Over Troubled Water” των Simon & Garfunkel. Η αφηγηματική του δύναμη και οι εξελιγμένες δυνατότητες του high fidelity ήχου δημιούργησαν μια φρέσκια καλλιτεχνική πρόταση. Όταν ο παραγωγός Rush Reagan της Uni Records άκουσε το άλμπουμ, εκστασιάστηκε. Τον κάλεσε λοιπόν στην Καλιφόρνια και έτσι το Elton John βρέθηκε να κυκλοφορεί και στις Η.Π.Α., όπου πλασαρίστηκε ως ντεμπούτο (η Αμερική είχε χάσει το Empty Sky του 1969).

Στα μέσα του 1970, το Λος Άντζελες ήταν ένα παράξενο μέρος για να λανσάρει ένας Βρετανός την καριέρα του. Ο Richard Nixon βρισκόταν στη δεύτερη (καταστροφική) θητεία του ως Πρόεδρος των Η.Π.Α., η δίκη του Charles Manson ήταν σε εξέλιξη και το χίπικο κίνημα άρχισε να μπαίνει σε φάση παρακμής. Ήταν πάντως και η εποχή στην οποία ο Elton John θα έκανε την ιστορική εμφάνισή του στο Troubadour της Σάντα Μόνικα, για 6 συνεχόμενες νύχτες. Επρόκειτο για το θρυλικό στέκι όπου ξεκίνησε την καριέρα του ο Neil Young και οι Byrds, ενώ εκεί είχαν συλλάβει και τον κωμικό Lenny Bruce για χυδαιολογία. Ήταν το σημείο μηδέν για τον 23χρονο τραγουδοποιό. Από το “Your Song” μέχρι το “Sixty Years On” κατάφερε να συγκλονίσει το κοινό αλλά και τους μουσικούς που βρέθηκαν εκεί, όπως τον Neal Diamond, τον Leon Russell και τον Quincy Jones. Το άστρο του είχε λάμψει για πρώτη φορά. Και δεν θα έσβηνε για πολύ καιρό.

H σχέση του Elton John με την Αμερική γινόταν σχεδόν ερωτική. Ο ήχος των Crosby, Stills, Nash & Young και κυρίως των The Band τον είχε γοητεύσει. Ο εξαιρετικός δίσκος Tumbleweed Connection (Οκτώβριος 1970) υπογράμμισε τον έρωτα με τραγούδια σε στίχους Bernie Taupin όπως το “Ballad Οf Α Well-Known Gun” και το “My Father’s Gun”. Ήταν ένα άλμπουμ γεμάτο ζουμερές, πιανιστικές μελωδίες και γλυκιά soul, βουτηγμένο στη Δυτική παράδοση. Αναδείχθηκε δε άριστη η χημεία των δύο αγαπημένων συνεργατών σε ενορχήστρωση και στίχους. Άλλωστε η μουσική ιστορία κάτι ανάλογο καταδεικνύει για συνθετικές δυάδες όπως τους Lennon & McCartney ή τον Burt Bacharach με τον Hal David. Σύντομα, η λίστα αυτή θα είχε και τους Elton John & Bernie Taupin.

Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν και το single “Take Me To The Pilot” (με το “Your Song” από το Elton John στη δεύτερη πλευρά), ακουγόταν από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αλλά και οι συναυλίες της περιόδου, άφηναν τρομερό αντίκτυπο. Σαν opening act, ο Βρετανός τραγουδοποιός έβαζε ψηλά τον πήχη με αποτέλεσμα να επισκιάσει τους καλλιτέχνες που ακολουθούσαν, είτε μιλάμε για τους Derek & Τhe Dominoes, είτε για τους Kinks. Μια καλή γεύση του τι έκανε στη σκηνή ο Elton John μπορεί να πάρει κανείς από το ζωντανά ηχογραφημένο σε ραδιοφωνικό σταθμό “10/11/70”. Τα τραγούδια ξέφευγαν σε ορμή και πάθος, ενώ συχνά διαρκούσαν πάνω από 10 λεπτά. Οι ασταμάτητες, σχεδόν καθημερινές εμφανίσεις έκαναν το όνομά του γνωστό παντού· ακόμη και ο Bob Dylan ήρθε να του δώσει προσωπικά συγχαρητήρια στα παρασκήνια ενός σόου –κάτι που δεν κάνει εύκολα.

Αλλά, ενώ στην Αμερική άφηνε κάθε βράδυ αίμα στα πλήκτρα, πίσω στη Βρετανία τα πράγματα ήταν δύσκολα· κανείς δεν τον αναγνώριζε και η επιτυχία αργούσε. Απ’ την άλλη, οι αχανείς πολιτείες των Η.Π.Α. και οι αυξημένες απαιτήσεις τον έκαναν να χάνει την προοπτική του. Οι συνεχόμενες αλλαγές στο στυλ και η έλλειψη στρατηγικής μπέρδευαν τον κόσμο, αλλά και τον μουσικό Τύπο: αλλού διαφαινόταν ότι θα έφερνε την αυγή του glam, αλλού στεκόταν δίπλα στους δεξιοτέχνες του progressive και αλλού έκλεβε το αγοραστικό κοινό του Marc Bolan. Επιπλέον η πίεση του συμβολαίου να παραδίδει 2 άλμπουμ τον χρόνο, δεν βοηθούσε. Όμως η επαγγελματική και ερωτική του σχέση με τον μάνατζερ John Reid τον απελευθέρωσε και τον έβαλε προσωρινά σε μια προοπτική.

Το άλμπουμ Madman Across Τhe Water (Νοέμβριος 1971) ολοκληρώθηκε πολύ δύσκολα, μετά από εξαντλητικές τουρνέ. Τα τραγούδια είχαν γραφτεί σε ξενοδοχεία, σε λιμουζίνες και σε αεροδρόμια κατά τη διάρκεια των περιοδειών στις μεσοδυτικές πολιτείες με συγκροτήματα του κλασικού ροκ. Πλέον, ακόμα και η προφορά του είχε αρχίσει να ακούγεται σχεδόν αμερικάνικη, κάνοντας το “Tiny Dancer” ένα αξιοπερίεργο άκουσμα. Το τραγούδι ξεχώρισε όμως αμέσως στα ραδιόφωνα. Πολλοί υποστηρίζουν επίσης ότι το “Το All The Nasties” αποκάλυπτε με τρόπο το μυστικό της ομοφυλοφιλίας του. Ήταν η εποχή κατά την οποία έβαφε τα μαλλιά του πορτοκαλί με πράσινες ανταύγειες –ένα look που έμοιαζε περισσότερο προγονικό του punk, παρά glam.

Την επόμενη χρονιά ο Elton John βρήκε σανατόριο στο Château d’ Hérouville, ένα πολυτελές κάστρο κοντά στο Παρίσι όπου είχαν ηχογραφήσει οι Pink Floyd, αλλά και ο David Bowie. Το άλμπουμ Honky Château (Μάιος 1972) προέκυψε λοιπόν εκεί, με την ίδια μέθοδο και φιλοσοφία απομόνωσης που υιοθέτησαν και οι Rolling Stones για το δικό τους Exile Οn Main Street (1972). Ο δίσκος είχε επιρροές από το παραδοσιακό αμερικάνικο μιούζικαλ μέχρι το glam rock που έπαιζε τότε στην κόψη του gender bender. Περιείχε δε το αριστουργηματικό τραγούδι “Rocket Man (I Think It’s Going Τo Be Α Long, Long Time)”: μια διαστημική μπαλάντα που αντηχούσε βέβαια το “Space Oddity” του Bowie (1969). Μάλιστα, ο τελευταίος ενοχλήθηκε που ο Elton John τραγούδησε κι αυτός για ένα ταξίδι στο διάστημα καταφέρνοντας να μπει στο #6 των Η.Π.Α., ενώ εκείνος είχε μείνει στο #15. Επιπλέον, οι στίχοι «high as a kite» και «burning out his fuse up» πυροδότησαν τη θεωρία πως επρόκειτο για μια εξομολόγηση της εξάρτησής του από τα ναρκωτικά.

Σε εκείνο το σημείο, η γκαρνταρόμπα του Elton John είχε πλέον εξελιχθεί σε πιο υπερβολική από ποτέ, με τα κίτρινα υπερμεγέθη γυαλιά και τα πολύχρωμα φτερά να γίνονται σήμα κατατεθέν. Η δε πίεση της επιτυχίας και η υπερκόπωση άφησαν αποτύπωμα στα τραγούδια του Don’t Shoot Me I’m Only The Piano Player (Οκτώβριος 1972). Η εμπορική αποδοχή υπήρξε εντούτοις τεράστια· κι έτσι, παρά την ψυχική και σωματική φθορά, ο τραγουδοποιός υπέγραψε μερικά από τα πιο up-tempo κομμάτια του. Είχε πάντως μετατραπεί σε ανθρώπινο jukebox, είτε μιμούνταν τους Rolling Stones (“Midnight Creeper”), είτε τον Pat Boone (“Crocodile Rock”). Ο Bernie Taupin, επίσης, είχε ενστάσεις για την κυκλοφορία του “Daniel” σε single, φοβούμενος ότι θα παρεξηγηθεί ως gay μπαλάντα. Τελικά πήγε στο #4 της Βρετανίας και στο #5 των Η.Π.Α. και ο Elton John δικαιώθηκε, όμως η μεταξύ τους σχέση ράγισε.

Την ίδια περίοδο, ο τραγουδοποιός απέκτησε τη συνήθεια που θα τον χαρακτήριζε για τα επόμενα χρόνια: άρχισε να ξοδεύει πολλά, να ξοδεύει περισσότερα και τέλος να ξοδεύει αλόγιστα. Με μια απίστευτη μανία, θα φόρτωνε δεκάδες βαλίτσες (στην αρχή) και φορτηγά ολόκληρα (μετά) με ρούχα, δίσκους, πίνακες, κοσμήματα και συλλεκτικά αντικείμενα. Είχε άλλωστε τον πλήρη έλεγχο της καριέρας του και των εισοδημάτων του χάρη σε ευνοϊκά συμβόλαια, ακριβώς στο απόγειο της επιτυχίας του. Ίδρυσε μάλιστα και την δική του δισκογραφική, τη Rocket Record Company, αν και το καταστροφικό πείραμα των Beatles με τη δική τους Apple ήταν ακόμη νωπό στη μνήμη όλων.

Η ανάγκη απόδρασης από τη δίνη της βιομηχανίας έγινε ξανά έντονη και ο Elton John απομονώθηκε στην Τζαμάικα. Εκεί βέβαια αισθάνθηκε μεγάλη ανασφάλεια λόγω της εγκληματικότητας και έπαθε μια φοβία να κυκλοφορήσει έξω. Τοποθέτησε έτσι ένα πιάνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και μέσα σε 3 μέρες έγραψε περίπου 20 τραγούδια. Όλα αυτά βρήκαν τον δρόμο τους στο 7ο του άλμπουμ, το εμβληματικό Goodbye Yellow Brick Road (Οκτώβριος 1973). Το “Bennie And The Jets” ήταν ένα από τα πιο λαμπρά δείγματα λευκής, γαλανομάτας soul και έχει μείνει στην ιστορία ως ειρωνικό σχόλιο στη δισκογραφική βιομηχανία. Ο Elton John μπήκε στον ρόλο του fan ενός συγκροτήματος, ενώ τα εμβόλιμα χειροκροτήματα ακροατηρίου έδιναν την αίσθηση της συναυλίας. Ο δίσκος ήταν γεμάτος μελωδικά ψυχοδράματα, μύθους, φαντασιώσεις, υγρά όνειρα και υπερφιλόδοξες πιανιστικές μελωδίες. Αν οι Spiders From Mars δημιουργούσαν φουτουριστικό δέος, οι Bennie And The Jets προκαλούσαν χαμόγελα ειρωνείας και χαράς.

Πλέον, ο Βρετανός τραγουδοποιός συναναστρεφόταν την ελίτ του Χόλιγουντ, από την Κάθριν Χέμπορν μέχρι τη Λιζ Τέιλορ. Τις μετακινήσεις του τις έκανε με ιδιωτικό, υπερπολυτελές τζετ εξοπλισμένο με βελούδινους καναπέδες, όπου το τζιν έρεε άφθονο και στους πριβέ χώρους γίνονταν προβολές ταινιών –από κωμωδίες των αδερφών Μαρξ μέχρι πορνό. Το ίδιο τζετ χρησιμοποιούσαν πριν απ’ αυτόν οι Led Zeppelin, όμως ο Elton John δεν είχε τις δικές τους, ακόρεστες ορέξεις για ακρότητες. Στο μεταξύ, οι εντάσεις στη συμπεριφορά, οι εκρήξεις θυμού και οι ζωντανές εξτραβαγκάντζες που κέρδιζαν το κοινό, άγγιζαν την υπερβολή. Επιπλέον, τα παραπανίσια ναρκωτικά τον έκαναν να νιώθει κοινωνικά επικίνδυνος και τον βοηθούσαν να αποτινάξει το στυλ του «τρυφερού αρκουδιού» που είχε σε όσους τον ήξεραν καλά. Αυτή την περίοδο ύβρης και καταχρήσεων ακολούθησε το μέτριο άλμπουμ Caribou (Ιούνιος 1974), το οποίο γράφτηκε και ηχογραφήθηκε σχεδόν στον αυτόματο πιλότο, καθαρά εξαιτίας υποχρέωσης συμβολαίου.

Έπρεπε να κυκλοφορήσει το αυτοβιογραφικό, γεμάτο νοσταλγία Captain Fantastic Αnd Τhe Brown Dirt Cowboy (Μάιος 1975) για να ξαναβρούν τον καλό τους εαυτό ο Elton John και ο Bernie Taupin, εκφραζόμενοι μέσα από δύο φανταστικά alter ego. Αυτός ο δίσκος τους πήγε πίσω στις αθώες μέρες, στα βρωμερά σοκάκια που οδηγούσαν στα ξενυχτάδικα του Λονδίνου και στα φτηνά καφέ απ’ όπου έβλεπαν του μέθυσους και τις πόρνες να εγκαταλείπουν τις pub αγκαλιά. Στις προσωπικές αποτυχίες και στα πρώτα εφηβικά όνειρα της εποχής που προηγήθηκε των ανεξέλεγκτων ημερών –όταν όλα ακόμη έμοιαζαν κανονικά. Το άλμπουμ που προέκυψε ήταν αληθινά συγκλονιστικό. Ήταν άλλωστε η τελευταία φορά που το κοινό τους άστρο θα έλαμπε τόσο, καθώς σύντομα ο Taupin θα βυθιζόταν σε βαθιά παρακμή. Λίγο αργότερα η αναμενόμενη καλλιτεχνική απομάκρυνση πότισε συναισθηματικά το διπλό Blue Moves (Οκτώβριος 1976), το οποίο ακούγεται και σαν άλμπουμ χωρισμού. Στα τραγούδια του ο Elton John χώρεσε όλο τον πόνο και τον θυμό που τον βασάνιζε σιωπηρά τα προηγούμενα χρόνια.

Πέρα από την άνιση, συναρπαστική και ταραχώδη καριέρα του, o Elton John είχε να αντιμετωπίσει και την ανάγκη του κόσμου να τον κατανοήσει σαν άνθρωπο και όχι μόνο σαν βιρτουόζο performer με διαστημική συλλογή ρούχων. Ο δημοσιογράφος Κλιφ Ζαρ του Rolling Stone ήταν αυτός που έστρεψε το μαγνητόφωνο στο μέρος του, ρωτώντας για κάτι που αποτελούσε κοινό μυστικό στη μουσική βιομηχανία. Ο Elton John ήξερε ασφαλώς ότι κάποτε θα αντιμετώπιζε την ερώτηση σχετικά με την προσωπική του ζωή. Απάντησε λοιπόν λέγοντας ότι δεν είναι κακό να βρίσκεσαι στο κρεβάτι με άτομα του ίδιου φύλου και πως όλοι σε έναν βαθμό είναι bisexual από τη φύση τους.

Δεν ήταν μια ευθεία απάντηση· νωρίτερα μάλιστα στην ίδια συνέντευξη είχε πει ψέμματα για τη φύση της σχέσης του με τον Reid. Έναν δε μήνα πριν δημοσιευτεί το τεύχος, ο Bowie είχε μιλήσει στο Playboy κατηγορώντας ουσιαστικά τον Elton John ως μπροστάρη μιας στρατιάς καλλιτεχνών που δεν έβγαιναν από τη ντουλάπα –σε μια συνέντευξη που κάθε άλλο παρά βοήθησε τις μεταξύ τους σχέσεις, αφού νωρίτερα ο Bowie είχε χαρακτηρίσει τον Elton John ως «Token Queen» και αυτός είχε ανταποδώσει, αποκαλώντας τον «ψευτοδιανοούμενο». Όμως, εκεί που το bisexuality έκανε τον Bowie cool και αινιγματικό στα μάτια του hip, αστικού ακροατηρίου, οι περισσότεροι φανατικοί του Elton John βρίσκονταν στη Μέση Αμερική και ήταν βαθιά συντηρητικοί. Ένα outing, θα ήταν ολέθριο για την καριέρα του.

Δεν ήταν παρά μία μόνο από τις πολλές κόντρες του με ανταγωνιστικά icons. Τον Ιούλιο του 1975 εμφανίστηκε ως special quest σε μια συναυλία των Rolling Stones στο Κολοράντο, στην οποία προσγειώθηκε μπροστά στα μάτια των θεατών με ελικόπτερο (κάτι που εκνεύρισε και τον Mick Jagger, αλλά και τον Keith Richards). Στη σκηνή κατόπιν ο Jagger προσπάθησε να μειώσει την παρουσία του, με εκείνον να κάνει ό,τι μπορούσε για να κρατάει τα βλέμματα του κοινού πάνω του. Χρόνια αργότερα ο Jagger θα παραδεχόταν ότι ήθελε να τον πετάξει έξω. Στο τραγούδι “Get Some Funk Οf Your Own” (1975) είναι φανερό ότι ο Elton John ακούγεται σαν τους Stones, ενώ το “Street Kids” (1975) αποτελεί ξεκάθαρη αναφορά στο “Sympathy For The Devil”. Ήταν μια δημόσια δήλωση προς τους Jagger & Richards, σε ύφος «να ξέρετε ότι εγώ μπορώ να το κάνω καλύτερα». Τις κόντρες του με τα μεγάλα ονόματα της δεκαετίας του 1970 τις χώρεσε μάλλον άτσαλα στο single “Ego”. Ήταν μια επίθεση προς κάθε σούπερ σταρ με τεράστιο ego που του γύρισε μπούμερανγκ, μέσα από το απελπιστικά κακό άλμπουμ Victim Οf Love (Οκτώβριος 1979). Μια πλήρως αποτυχημένη απόπειρα να πιάσει τον χορευτικό παλμό της μετα-ντίσκο εποχής. Ήταν ακόμη νωρίς.

Μετά την απόπειρα αυτοκτονίας μπροστά σε συγγενείς και φίλους, ο τραγουδοποιός έπρεπε να αφήσει τη σκόνη γύρω του να καθίσει, και έπρεπε να πάρει αποφάσεις για τις σχέσεις του, για την υγεία του και για το μέλλον του σαν τραγουδοποιός. Το 1977 ήταν πια 30 ετών. Βλέποντας  τους Sex Pistols στην τηλεόραση, ένιωθε πιο γερασμένος και κουρασμένος από ποτέ. Στο άλμπουμ A Single Man (Οκτώβριος 1978) ήταν και αισθανόταν όπως περιέγραφε ο τίτλος, χωρίς πια τον συνεργάτη του Bernie Taupin.

Η σκληρή δουλειά, το αίμα απ’ τα δάχτυλα πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, ο όγκος της δισκογραφίας, το δέος του κοινού, οι μπαλάντες που έκαναν κάθε αρένα να σείεται, η οργή στο μικρόφωνο, η υπεροψία, η αφέλεια, το αλκοόλ, η υπερκόπωση, η δημόσια κλειδαρότρυπα στην κρεβατοκάμαρά του, το τζετ σετ που άνοιγε σαμπάνιες, οι σπατάλες, η ανασφάλεια με την εμφάνισή του, η ξεχασμένη ασφάλεια της οικογένειας και η δεκαετία του 1980 που θα ξημέρωνε –δείχνοντας το δόντια της στους «δεινόσαυρους που ανδρώθηκαν στη δεκαετία του 1960»– έφεραν τον Elton John σε ένα σταυροδρόμι. Και αυτός το ατένιζε εξαντλημένος, ζάμπλουτος, μόνος, απογοητευμένος, αλλά με πείσμα και με πολλές ακόμη μελωδίες στο μυαλό του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #186

Lizzo

Cuz I Love You

Η Lizzo τραγουδάει σαν ένα κορίτσι που ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε να κατακτήσει τον κόσμο. Με παραπανίσια αυτοπεποίθηση και με ξεκάθαρες ιδέες, κάνει σημαία της το τσαμπουκαλεμένο girl power και βγαίνει παγανιά με ένα τα-πάχη-μου-τα-κάλλη-μου attitude, που δεν σου χαρίζεται πουθενά.

Αγάπη για τον εαυτό σου, περηφάνια για την εικόνα σου και την εσωτερική ομορφιά, αυτοβελτίωση, τιμή στο κίνημα του Βlack Lives Matter, μοντέρνος φεμινισμός, αντίσταση στο body shaming και στους «τοξικούς» γκόμενους. Τα σωστά και θετικά συστατικά είναι εδώ, προσεκτικά επιλεγμένα για να δέσει το γλυκό. Και όλα συνοψίζονται στο “Like A Girl”: ένα επιθετικό hit, το οποίο λυσσά να γίνει ο κοριτσίστικος ύμνος που θα σαρώσει στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Καλά και άγια τα παραπάνω. Αλλά δεν αρκούν από μόνα τους, χρειάζεται και γνώση.

Ευτυχώς υπάρχουν καλές βάσεις στο παρελθόν και μερικές έξυπνες αναφορές, που κάνουν το άλμπουμ να αποκτά ενδιαφέρον. Στο εναρκτήριο “Cuz I Love You“, για παράδειγμα, η Lizzo υιοθετεί το λεβέντικο και λαβωμένο ύφος της Etta James. Το “Soulmate” πατάει γερά στην pop του 80, η οποία άνθιζε τη στιγμή ακριβώς που η disco άρχισε να θεωρείται ξεπερασμένη. Ευπρόσδεκτες είναι και οι μνήμες από την κληρονομιά του Prince στο “Cry Baby“. Γενικά, τα είδη εμφανίζονται καλά χωνεμένα στο ύφος του δίσκου. Και το αφηνιασμένο gospel (σε μοντέρνα εκδοχή), και η νότια soul με τον τσαμπουκά όλων των Big Mamas, αλλά και το παραδοσιακό rhythm & blues, το οποίο διαπερνάει τραγούδια όπως το “Heaven Help Me“.

Καλές και άγιες είναι και οι παραπάνω αναφορές στο παρελθόν και στα διάφορα είδη. Αλλά δεν αρκούν από μόνες τους, χρειάζεται και καλλιτεχνική πρόταση.

Την παρτίδα σώζει το γκρουβάτο “Juice“, μια ραδιοφωνική funk-pop χιτάρα, που μπορεί να στρογγυλοκαθίσει για χρόνια στα ερτζιανά, γενόμενη η σιγουράντζα κάθε DJ σε μπαράκι που θέλει να σώσει χορευτικά τη νωχελική βραδιά. Επιπλέον, στην R’n’B μπαλάντα “Jerome” η Lizzo δείχνει στην Taylor Swift πώς γίνεται αυτό που πασχίζει τόσα χρόνια να καταφέρει: να κατακεραυνώνει δημόσια τον πρώην και οι ακροατές να ακούνε με ενδιαφέρον. Η καλύτερη στιγμή του δίσκου έρχεται όμως όταν η Missy Elliott αρχίζει τα μπλαζέ παιχνιδίσματα στο μικρόφωνο (ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο μου είχε λείψει). Όλη η θηλυκή μαγκιά στο “Tempo” οφείλεται στην Missy, σε μια εύστοχη συνεργασία.

Καλή είναι η καλλιτεχνική έκφραση ως στυλ, αλλά χρειάζεται η αλήθεια και το μέτρο.

Η Lizzo κατάφερε να σερβίρει τραγούδια τα οποία μπορεί να τραγουδήσει δυνατά στο μπάνιο οποιοδήποτε κορίτσι της γειτονιάς, χορεύοντας στον καθρέφτη του· αυτή είναι άλλωστε και η δύναμη της mainstream pop. Έχω την αίσθηση ωστόσο ότι η φιλοδοξία της τοποθετείται πάνω από την οργή της. Πιο σωστά, η Lizzo θέλει να μας αφήσει την αίσθηση ότι είναι ικανή να κάνει τα πάντα: ότι μπορεί να βάλει κάτω 10 ράπερ μαζί, και ταυτόχρονα ότι έχει τη δύναμη 10 «soul sistahs», όντας και Missy και Amy και Aretha και Latifah.

Δεν αμφισβητεί κανείς το ταλέντο της, που είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειά στο στούντιο με τον παραγωγό Ricky Reed· όμως αυτοί που κατέκτησαν τον κόσμο, δεν ξύπνησαν ένα πρωί και το αποφάσισαν. Απλά το είχαν. Η φιλοδοξία, η έπαρση και η επίδειξη ταλέντου της Lizzo είναι λοιπόν τα μεγαλύτερα μειονεκτήματά της.

Καλό είναι το Cuz I Love You στο σύνολό του, αλλά δεν αρκεί καθόλου για να μας κάνει να μιλάμε για τη superstar που η ίδια και η εταιρεία της θεωρούν ότι είναι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #185

The O’Jays

The Last Word

Οι O’Jays δημιουργήθηκαν πριν από 60 (όπως λέμε εξήντα) χρόνια στο Οχάιο. Και χρειάστηκε να διανύσουν μια μεγάλη διαδρομή, με κάμποσες αλλαγές ονομάτων, μελών και label, μέχρι να καταλήξουν να γίνουν φωνητικό τρίο και να κυκλοφορήσουν το θρυλικό Back Stabbers το 1972. Από τότε και μετά, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της θαυματουργής soul που χαρακτηρίστηκε ως «Philadelphia Sound». Μετά από μια πληρέστατη πορεία –η οποία μόνο με εκείνη των Temptations μπορεί να συγκριθεί– έρχονται τώρα να πουν την «τελευταία κουβέντα», κλείνοντας την καριέρα τους. Για τα στατιστικά και μόνο, να σημειωθεί ότι αυτό είναι το πρώτο τους άλμπουμ με νέο υλικό μετά από 15 χρόνια, καθώς είχαν να φανούν από το Imagination του 2004.

Αρκετά όμως με τα νούμερα, τις ηλικίες και τα ρεκόρ. Τον λόγο έχει η μουσική των O’Jays, η οποία στέκει ακμαία, σαν όαση απέναντι στον σημερινό κυνισμό και στην απαξία. Ακούστε πώς απλώνεται το επονομαζόμενο «sweetening» (που έλεγαν όταν αναφέρονταν στη soul pop της Philadelphia) στα έγχορδα του “Start Stoppin”. Ακούστε το πνεύμα πολιτικής αλληλεγγύης στο “I Got You”. Προσέξτε το ανέβασμα του γκρουβάτου ρεφρέν, τη χρυσόσκονη και το βελούδο στο καμαρωτό “Stand Up (Show Love)”. Φινέτσα, στιλ, εμπειρία αλλά και ουσία. Οι O’Jays συνδυάζουν την αγνή soul της δεκαετίας του 1960, τη χλιδάτη αισθητική και τις κομψές προσωπικότητες των μελών τους. Τι παραπάνω θα μπορούσαμε να περιμένουμε;

Τα ιερά μελωδικά χρώματα του Back Stabbers και η παράδοση του Soul Train έχουν αφήσει τα ίχνη τους σε αυτόν τον καλοδεχούμενο δίσκο. Ας μην ψάχνουμε λοιπόν για νεοτερισμούς και προοδευτική ενορχήστρωση σε μια τέτοια αποχαιρετιστήρια κυκλοφορία. Η πολιτισμένη και λαμπερή ατμόσφαιρα φτάνει και περισσεύει –και ας είναι παραπάνω σαλονάτη απ’ όσο θα περίμεναν πολλοί.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #184

Damien Jurado

In The Shape Of A Storm

Ήταν πάντα αξιέπαινος ο τρόπος με τον οποίον ο Damien Jurado γεφύρωνε την «πικρή» και «βουνίσια» αφηγηματικότητα του Neil Young με τη χαμηλοβλεπούσα εσωστρέφεια του Nick Drake. Αυτό ήταν εξαρχής το συγκριτικό του πλεονέκτημα, σε σχέση με τις ορδές των απόγονων του αμερικάνικου folk rock. Με ένα επιπλέον ατού: την αυξημένη αίσθηση μελωδικότητας που διέθετε.

Ο νέος δίσκος του τροβαδούρου από το Σιάτλ δεν αποτελεί σπουδαία είδηση, άλλωστε ο πολυγραφότατος Jurado έχει κυκλοφορήσει 14 άλμπουμ (και μπόλικα EP) σε 22 χρόνια: ακόμη και στους πιο πιστούς του ακόλουθους, θα έχουν ξεφύγει μερικές κυκλοφορίες στην πορεία. Καμία συγκλονιστική διαφορά και καμία εκφραστική διαφοροποίηση δεν μας περιμένει λοιπόν στο In The Shape Of A Storm.

Ο Jurado παραμένει πεισματικά αγέλαστος, ενώ παίζει σαν να βρίσκεται κλεισμένος στην ξύλινη καλύβα του, χωρίς καμία διάθεση να βγει, με αναμμένο το τζάκι, ενώ έξω φυσομανάει. Οι βουκολικές εμπνεύσεις μοιάζουν να γράφτηκαν για να μας κρατήσουν συντροφιά όταν πίνουμε το καυτό τσάι μας με αναστεναγμό, σε κάποιο καταφύγιο που μας προστατεύει από τη βαρυχειμωνιά. Κάνει τη δουλειά του ωστόσο, με σχετικά γλυκό τρόπο μάλιστα. Τουλάχιστον για όσους ενδιαφέρονται για «γυμνές» ερμηνείεςμε λίγα τρυφερά ακόρντα, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στην ενορχήστρωση. Ένα ανέμελο σφύριγμα στο “South” και ένα ηχητικό εφέ στο “Silver Ball”, είναι τα μοναδικά στοιχεία που σπάνε τη μονοτονία.

Το In The Shape Of A Storm ακούγεται σαν συλλογή 10 ακυκλοφόρητων demo από έναν καλό rock δίσκο που έχουμε αγαπήσει, τα οποία μαζεύτηκαν στο bonus CD της 20ης, 30ης ή 40ης (άλλωστε ο χρόνος δεν έχει σημασία) επετείου κυκλοφορίας του. Σε αυτά, όμως, λείπει η διορατικότητα και η μεγαλοπρέπεια των μεγάλων τραγουδοποιών. Ο Damien Jurado πάντα άνηκε στην κατηγορία ανθρώπων που τους αρέσει να νιώθουν μεγαλύτεροι απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Αλλά εδώ μπερδεύει το φαινομενικά ώριμο με το μεγαλοπρεπές και το προβληματισμένο με το σοφό.

Τα αισθήματα του δίσκου λειτουργούν έτσι μόνο σαν αναφορές και σαν προεπιλεγμένη αισθητική. Η μοναξιά που κουβαλάει το έντεχνο indie rock της επαρχίας ακούγεται ευχάριστα. Οι καημοί του αγαπησιάρη τραγουδιστή ακούγονται ωραία. Η κλασικότατη folk νοοτροπία βρίσκει τον στόχο της. Όλα είναι ρυθμισμένα στον βαθμό που, αν τα κακολογήσεις, τότε σημαίνει ότι «δεν νιώθεις» και ότι δεν έχεις ευαισθησίες. Και με τέτοιους συναισθηματικούς εκβιασμούς, δεν τα πάω καλά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Avengers

Αποτέλεσμα εικόνας για avengers endgame

Τουλάχιστον 100 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είδαν σε 5 μέρες το Avengers, με “ποδοσφαιρικό” φανατισμό.

Όλοι μιλούν εκστασιασμένοι για τα μυστικά και τα μηνύματα που βρήκαν, για την ιερή post-credit σκηνή ή για το ποιοι ήρωες δικαιούνται spin-off. Άσε που απειλούσαν στα σοβαρά τη ζωή οποιουδήποτε έκανε το παραμικρό spoiler.

Η μοναδική πληροφορία που δεν αφορά απολύτως κανέναν από τα εκατομμύρια φανατικών θεατών, είναι το “ποιος σκηνοθέτησε την ταινία”. Δεν έχει καμία σημασία. Το σινεμά της Marvel έχει υποβιβάσει το ρόλο του δημιουργού/σκηνοθέτη στο ρόλο ενός ωρομίσθιου τεχνίτη (ή εργάτη). Την ταινία που μάλλον θα γίνει η πιο εμπορική όλων των εποχών, δεν την έχει φτιάξει κανείς. 

Ακόμα και στα παλιότερα franchise βαρέων βαρών, υπήρχε η συζήτηση για τον δημιουργό – οι φανατικοί του Star Wars μιλούσαν για την τεχνοκρατική αντίληψη του JJ Abrams σε σχέση με το όραμα του Λούκας, οι φανατικοί του Lord Of The Rings έπιναν νερό στο όνομα του Πίτερ Τζάκσον κτλ

Η τηλεοπτική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο σκηνοθέτης είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης έχει κυριαρχήσει στο εμπορικό σινεμά, εξαιτίας της Marvel. Είναι σαν τα επεισόδια του Game Of Thrones, όπου δεν έχει σημασία αν διαφορετικοί άνθρωποι σκηνοθέτησαν το s8ep1 και το s8ep2. Δεν φαίνεται πουθενά άλλωστε και κανείς δεν ασχολείται. Ο ρόλος του σκηνοθέτη είναι διακοσμητικός, χωρίς να αφήνει αποτύπωμα στην αισθητική. Στις σειρές, οι showrunners και οι executives έχουν το “created by” credit, ότι κι αν σημαίνει αυτό, όχι οι σκηνοθέτες. Στη βιομηχανία της τηλεόρασης όμως, υπάρχει μια λογική πίσω απ’ αυτό. Στον κινηματογράφο, καμία.

Αυτός είναι ο λόγος που θεωρώ τα Avengers ανάξια λόγου και δεν δίνω δεκάρα για το αν είναι ψυχαγωγικά (που είναι). Αφού δεν υπήρξε δημιουργός να δώσει δεκάρα γι’ αυτές, γιατί να δώσω εγώ; Κανείς δεν πάλεψε να τις δημιουργήσει, κανείς δεν τις οραματίστηκε. Δεν έχουν καν σεναριογράφο, έχουν script doctors. Είναι ταινίες που σκοτώνουν την pop κουλτούρα. Είναι ταινίες που γίνονται μόνες τους, μετά από μαζική εργασία ανώνυμων συνεργατών που χτυπάνε κάρτα κάθε πρωί όταν περνάνε τα θυρωρεία των studio.

That’s entertainment. I guess…

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #183

Cinematic Orchestra

To Believe

Εργάτες της τέχνης (τους) είναι οι Cinematic Orchestra –ό,τι ακριβώς λέει και ο τίτλος ενός μαγικού νέου instrumental (“Workers Of Art”). Σε όλη την καριέρα τους ισορροπούσαν καλλιτεχνικά πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ορχηστρική pop απ’ το εξαρτώμενο από την εικόνα κινηματογραφικό score. Όμως δεν γράφουν μουσική που περιμένει να βρει εικόνες για να κουμπώσει· τις έχουν ήδη μέσα στο κεφάλι τους. Αυτό κάνει τη διαφορά. Επιπλέον δεν κρύβονται πίσω από περασμένα μεγαλεία και δεν τρώνε από τα έτοιμα. Δουλεύουν για να παράξουν έναν ήχο τεράστιο, στομφώδη και προσωπικό. Κατάφεραν λοιπόν να φτιάξουν το πιο συνεπές, οικουμενικό και υγιές άλμπουμ του 2019, μέχρι τώρα.

12 χρόνια μετά το εξαιρετικό Ma Fleur (2007), λοιπόν, ο Jason Swinscoe και ο Dominic Smith επιστρέφουν με δουλεμένες αρμονίες και soulful μελωδίες. Φτιάχνουν τραγούδια παρακινημένοι από τη διέγερση των αισθητικών τους ραντάρ και υπόσχονται νιρβάνα και ομορφιά. Φέρονται δε στα δημιουργήματά τους με σεβασμό, σαν να κρατάνε ιερά τοτέμ. Αφήνουν τις ιδέες να ανθίσουν τριγύρω απ’ τον βασικό κορμό, σαν ηλεκτρονικές περικοκλάδες. Βάζουν εμβόλιμα τζαζ τάκλιν εδώ κι εκεί, ενώ θέλουν να μυθοποιήσουν τα κομμάτια, να τους χαρίσουν την αύρα του υποβλητικού. Αυτό υποχρεώνει και τον ακροατή να αντιμετωπίσει τις συνθέσεις σαν να είναι φτιαγμένες από τις πιο σπάνιες πρώτες ύλες· τον κάνει να εμπιστευτεί την αξία της παραγωγής και να την ακολουθήσει σε οραματικούς κόσμους.

Όταν ακούς τη Vogel να τραγουδάει «I pray, the rain, will wash, the pain, from me» σε έχει κερδίσει για όλους τους λόγους που σε είχε κερδίσει κάποτε η απαράμιλλη ειλικρίνεια της Tracey Thorn. Ο στιβαρός Roots Manuva, από την άλλη, σε κάνει να «επενδύεις» στη διάχυτη μελαγχολία του “A Caged Bird/Imitations Of Life”. Πιο κάτω, το αλάνθαστο downtempo διαμάντι με τίτλο “Lessons” μπορεί να γίνει το soundtrack της ταινίας για την πιο σπουδαία μέρα της ζωής σου. Το δε “Zero One/This Fantasy” με τα τρυφερά φωνητικά του Grey Reverend και ο αφοπλιστικός ρομαντισμός του “Wait For Now/Leave The World”, θυμίζουν αντίστοιχα τις κορυφαίες στιγμές των Four Tet και τον καλλίγραμμο μινιμαλισμό των Massive Attack, της εποχής του Protection (1994).
Το άλμπουμ θέλει να επικοινωνήσει τη θαλπωρή της συναισθηματικής πληρότητας και περιέχει τραγούδια που θες να ακούς στις πιο προσωπικές στιγμές, όταν αναβλύζουν οι στεναγμοί σου. Προσωπικά θα κρατήσω για πάντα τα 3 τελευταία λεπτά του “A Promise”, που είναι συγκλονιστικά, χάρη στον τρόπο με τον οποίον ανοίγουν μια φιλόξενη drum ‘n’ bass αγκαλιά, μαλακή και αέρινη, για να να σε χωρέσει μέσα της.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #182

Bob Mould

Sunshine Rock

Περίπου 20 χρόνια ο Bob Mould δήλωνε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς του με τον κιθαριστικό ήχο, σήμερα ακούγεται πιο ταγμένος από ποτέ στο δυνατό rock ‘n’ roll, γι’ αυτό και τόσο γοητευτικός. Άλλωστε κουβαλάει εδώ και χρόνια ένα επίπεδο αισθητικής στην πλάτη του, τίμιο και σταθερό. Ακόμη δηλαδή και μετά από 13 προσωπικά άλμπουμ, δεν λέει να αφήσει τα γκάζια και να περάσει στη «βολική» φάση του έμπειρου τροβαδούρου, που διασκευάζει κλασικά αγαπημένα. Επιμένει αντιθέτως να παίζει δυνατό, ηλιόλουστο ροκ, με τις κιθάρες να τσιτώνουν, με τα κρουστά να παφλάζουν στα αυτιά σου και το μπάσο να αναμοχλεύει τα έγκατά του.

Η ειδοποιός διαφορά των πρόσφατων δίσκων του Bob Mould –από το Silver Age(2012) μέχρι το φετινό Sunshine Rock– σε σχέση με τη δουλειά του επί Hüsker Dü (αλλά και με τους Sugar, οι οποίοι ακολούθησαν), είναι η συναισθηματική ειλικρίνεια που έχει αποκτήσει η μουσική του. Τα τραγούδια του επικοινωνούν σε ενεστώτα χρόνο και ξεδιπλώνουν την ψυχολογική του διάθεση· φαίνεται μάλιστα ότι έχει ανάγκη αυτή τη σχέση αμεσότητας με τους ακροατές του.

Σε κομμάτια έτσι όπως το “Lost Faith” και το “Thirty Dozen Roses”, αναλογίζεται τις προσωπικές, χαμένες μάχες του. Στο “Camp Sunshine” εκφράζει ευγνωμοσύνη στη μούσα του, που του επιτρέπει ακόμη να την υπηρετεί. Στο “Sunny Love Song” βγάζει τον ξένοιαστο Καλιφορνέζο από μέσα του, ενώ στο “I Fought” σε κάνει να χτυπιέσαι απολαυστικά. Η πολυμελής ορχήστρα απορροφάται ήπια από τα βασικά συστατικά (κιθάρα-μπάσο-ντραμς) και δεν παίρνει ποτέ το πάνω χέρι χωρίς να συντρέχει λόγος. Προσέξτε πόσο όμορφα ακούγονται τα έγχορδα στο “Final Years” και πόσο ωραία δίνουν συναισθηματικό βάθος στις μελωδίες, δίχως να καπελώνουν το αποτέλεσμα. Είναι όμως οι κιθάρες αυτές που επιμένουν μανιασμένα να μας ξεσηκώσουν στην ενορχήστρωση, καθώς βρίσκονται σε υπερδιέγερση.

Ο αγέραστος Bob Mould «καίει» τα ηχεία σε όλη τη διάρκεια του Sunshine Rockμε τραγούδια αιχμηρά, τα οποία παράγουν κοχλάζουσα αδρεναλίνη. Προδίδεται μόνο όταν προσπαθεί να είναι φιλικός σε νεαρότερα ακροατήρια. Πραγματικά, πολλά από τα κομμάτια του νέου δίσκου θα μπορούσαν να ακούγονται στους τίτλους τέλους επεισοδίων οποιασδήποτε «έξυπνης» τηλεοπτικής σειράς με ατίθασους νέους των αμερικάνικων προαστίων. Διαθέτει όμως αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο και παίζει σαν να λέει «δώστε μου μια κιθάρα και έναν ενισχυτή και μπορώ να κατακτήσω όποιο κοινό μου φέρετε μπροστά μου».

Μιλάμε λοιπόν για ατόφιο ροκ ήχο, χωρίς τη βοήθεια των μελωδικών τονισμών των πλήκτρων. Οργανικός, αναλογικός, εκκωφαντικός ήχος, που καλεί τον ακροατή να αγκαλιαστεί με τη στιβαρή, macho rhythm section, η οποία ακούγεται ωστόσο απαλλαγμένη από περιττές τοξικότητες.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #181

Andrew Bird

My Finest Work Yet

Δεν λέει να κοπάσει τους ρυθμούς με τους οποίους κυκλοφορεί δίσκους ο Andrew Bird. Δεν χαλαρώνει και δεν περιμένει τη Θεία Έμπνευση: όταν έχει μια ντουζίνα τραγούδια έτοιμα, τα πακετάρει και τα ηχογραφεί.

Αν είμαστε καλοί άνθρωποι και προσπεράσουμε τον (εξυπνακίστικο) τρόπο με τον οποίον κάνει τάχα μου αυτοκριτική στον τίτλο My Finest Work Yet, θα διαπιστώσουμε ότι ο Αμερικανός πολυοργανίστας επιμένει να αγαπάει απεριόριστα τους τραγουδοποιούς της δεκαετίας του 1970. Γράφει «απλωτά», βασισμένος στα ακουστικά, αφηγηματικά πρότυπα του James Taylor και του Gram Parsons. Και, χάρη στο νεοπαραδοσιακό στυλ του, μας χαρίζει ένα μελωδικό σεντούκι με τραγουδιστικές ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε εποχή της folk rock ιστορίας. Δυστυχώς, όμως, δεν καταφέρνει να αποφύγει την αισθητική που είναι ταυτισμένη με την φεγγαρολουσμένη γενιά των ψυχοπονιάρηδων.

Ο Andrew Bird τραγουδάει με μια ελεγχόμενη ανεμελιά. Μοιάζει με τον τροβαδούρο που τα λέει ωραία σε κάποια παραλία, με στυλ που κάνει τα κορίτσια να κρέμονται από τα χείλη του καθώς τους προκαλεί χίπικη ευδαιμονία. Ο ίδιος, θέλοντας να επικοινωνήσει καθαρό συναίσθημα, ηχογράφησε «ζωντανά» στο στούντιο, σε ανοιχτό χώρο με τους μουσικούς: χωρίς overdub, χωρίς ακουστικά και χωρίς ξεχωριστά sessions για κάθε όργανο· σε μια συμβολική κίνηση αδερφοποίησης μέσω της μουσικής. 

Εγχείρημα ευπρόσδεκτο, για μια νέα γενιά που έχει μάθει πρωτίστως να ακούει τη μουσική της μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες. Πραγματικά, το My Finest Work Yet σε προσκαλεί να συμμετάσχεις και να κοιτάξεις με τρυφερότητα τον διπλανό σου. Διαθέτει μια ηλιόλουστη εξωστρέφεια, παρεΐστικη ακόμα και στα πιο σκοτεινά σημεία του. Οι «αλκυονίδες» μελωδίες που προσφέρει έχουν μια ρευστή αισθητική, η οποία αρχικά σε γοητεύει. Με προσεκτικότερες όμως ακροάσεις, διαπιστώνεις ότι ο Andrew Bird δεν ξεχωρίζει σε πολλά από την πληθώρα συντηρητικών τροβαδούρων που δοξάζει κάθε μήνα το Uncut.

Τα τραγούδια του Andrew Bird δεν νιώθουν και πολύ αστικά· προέρχονται μάλλον από την ευκατάστατη επαρχία και κουβαλάνε την ευαισθησία όλων των μοναχικών τύπων. Φυσικά, μην περιμένετε εδώ τον αντρικό ιδρώτα των καουμπόηδων, ούτε το πνεύμα του Paul Simon. Όλα είναι ρυθμισμένα στο περίπου.

Ο δίσκος ξεκινάει με το «σφυριχτό» “Sisyphus” να παριστάνει τη μελωδική μπαλάντα που ο Elton John δεν έγραψε ποτέ, ενώ στη συνέχεια ο Bird «καπνίζει» λίγο την ατμόσφαιρα με το ευπρόσδεκτο jazzy ύφος του “Bloodless”. Παρακάτω όμως, το σύνολο αρχίζει να πλατειάζει και η χαρμολύπη δεν πιάνει τόπο. Στις πιο ήπιες και χαμηλοβλεπούσες στιγμές, όπως π.χ. στο “Cracking Codes”, θα έπρεπε να πετυχαίνει τον σπαραγμό (που πετύχαινε ο Damien Rice). Όμως είναι ακριβώς εκεί, εκεί δηλαδή όπου απογυμνώνει τις ενορχηστρώσεις του και μένει μόνο με τα βασικά, που φαίνεται πόσο μονότονη είναι η φωνή του. Ή μάλλον πόσο μονότονα τη μεταχειρίζεται.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Madrugada Live

46dMdrg_11.png

Κανείς δεν πρέπει να έχει αυταπάτες για το εκτόπισμα των Madrugada στην Ελλάδα. Οι φετινές sold-out εμφανίσεις στη χώρα μας ήταν θριαμβευτικές, με όποιον τρόπο και αν επιλέγουμε να αποτιμήσουμε μια συναυλιακή επιτυχία, είτε σε νούμερα, είτε σε συναισθηματικό αντίκτυπο. Αν και είναι ο Sivert Høyem αυτός που χτίζει και συντηρεί στην ουσία τη μακροχρόνια σχέση με το εγχώριο κοινό (ως τακτικός παίχτης σε καλοκαιρινά φεστιβάλ), οι Madrugada παραμένουν μεγάλο brand name, 20 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ Industrial Silence(1999).

Από το εναρκτήριο “Vocal”, όλα ξεκίνησαν άψογα και συνέχισαν έτσι μέχρι το τέλος. Με μια προσεγμένη setlist γεμάτη από τίμια, στρογγυλά, κιμπάρικα ροκ τραγούδια, οι Madrugada κέρδισαν κάθε ακροατή ξεχωριστά, καθώς πάτησαν τα σωστά κουμπιά συναισθήματος και θεάματος. Πρόκειται για κομμάτια που φέρνουν ζυγισμένη καταχνιά στην ατμόσφαιρα –δεν είναι δύσκολο, επομένως, να καταλάβεις τον λόγο που ο Høyem έχει γίνει σχεδόν ντόπιος super star. Ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει τη σκαμμένη βραχνάδα του, ξέρει πώς ακριβώς να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του, πότε να κραυγάσει και με ποιους τρόπους να αφήσει τη σκουριά και τη ραγάδα να φανούν διακριτικά. Μπορεί να εξακολουθεί να ερμηνεύει κάπως αυτάρεσκα, όμως γνωρίζει καλά τα ερμηνευτικά ατού που διαθέτει και φροντίζει να τα αναδείξει για να ερεθίσει το ακροατήριο. Η χαρμολύπη του “Shine”, η αρρενωπότητα του “Higher”, το εσωστρεφές πάθος του “Salt”, η κιθαριστική ορμή του “Belladonna”, όλα έλαμψαν και παίχτηκαν στις σωστές τους διαστάσεις, με επαγγελματισμό και σιγουριά.

Το “Norwegian Hammerworks Corp.” παραμένει ένα υπέροχο τραγούδι, το οποίο απογείωσε το live στη σωστή στιγμή. Οι δεσμίδες λευκού φωτός από το τζάκετ του Høyem έκαναν το στάδιο να λαμπυρίζει εντυπωσιακά, με τους επαναλαμβανόμενους στίχους «The Hands Of Love» να προκαλούν κύματα ενθουσιασμού. Κι ενώ άπαντες περίμεναν την εισαγωγή του “Strange Color Blue” για να τσιρίξουν με την καρδιά τους, ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή στάθηκε το snippet του “State Trooper” του Bruce Springsteen, μέσα στο τραγούδι. Ακόμη και στο hit “Majesty”, στο σκονισμένο “Hands Up – I Love You” και στο τρυφερό “Electric”, ο Høyem κέρδιζε σχεδόν μόνος του το στοίχημα, καθώς έβγαινε μπροστά να φωνάξει, να κατευθύνει προς τα έξω όσα τον κινητοποιούν και να αφεθεί όσο χρειάζονταν στον λυγμό της συναισθηματικής εμπλοκής του. Από το “Quiet Emotional” μέχρι το “Honey Βee” οι ημιφωτισμένοι ρόκερ απέδειξαν ότι έχουν εντρυφήσει άριστα στα ύψη των Tindersticks (χωρίς τον σοφιστικέ λυρισμό) και στα βάθη του Nick Cave (χωρίς το κολασμένο ψυχόδραμα). Οι Madrugada πάντοτε φιλοδοξούσαν να βρίσκονται στο γήινο ενδιάμεσο, ήπιοι και ειλικρινείς, και απλώς να συντροφεύουν τα νυχτερινά όνειρα των ρομαντικών ακροατών τους με την αρσενική, βαρύτονα υγρή μουσική τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #180

Better Oblivion Community Center

Conor Oberst & Phoebe Bridgers

Σχετική εικόνα

Η ακουστική indie folk έχει δύο γαλόνια γνησιότητας, τα οποία και φέρει στο πέτο με υπερηφάνεια: την ειλικρίνεια και την αμεσότητα. Ίσως γι’ αυτό είναι τόσο θελκτική η εικόνα ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που τραγουδούν με τις κιθάρες τους ενώ κοιτιούνται στα μάτια, τρέφοντας ωραίες συνεργασίες, που σχεδόν ποτέ δεν απογοητεύουν.

Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοιες συνεργασίες ακούγονται σαν τον δίσκο του Kurt Vile με την Courtney Barnett· στη χειρότερη, σαν τον δίσκο του Peter Bjorn με τη Scarlett Johansson. Υπάρχει μια ασφάλεια σε αυτά τα συνεταιρικά άλμπουμ: αν πετύχουν έχουμε κερδίσει μερικά όμορφα τραγούδια, αν αποτύχουν δεν τρέχει τίποτα και κανείς δεν κακιώνει. Ο δίσκος του Conor Oberst (τον γνωρίζετε και σαν Bright Eyes) με την Phoebe Bridgers βρίσκεται κάπου στη μέση.

Αυτό θα ήταν το soundtrack μιας τηλεοπτικής σειράς του Netflix για δύο όμορφους millennials που πλήττουν μέσα σε μια πολυάσχολη καθημερινότητα αστικής αφθονίας, έρχονται κοντά χάρη σε κάποιο ψηφιακό project στο οποίο συνεργάζονται, και ξεκινούν μια γλυκόπικρη ιστορία on/off σχέσης. Τα κομμάτια του δίσκου θα τρέφουν τις στιγμές αναμνήσεων, όσες τους γεμίζουν με μελαγχολία την καρδιά. Τραγούδια με γήινα χρώματα, εκτελεσμένα με βλέμμα σκυθρωπό, με στίχους που επικοινωνούν χωρίς συμβολισμούς και δεύτερα νοήματα. Η αγορίστικη καθαρότητα του άντρα τροβαδούρου ο οποίος μιλάει με κυριολεξίες, συναντά την κοριτσίστικη γλυκύτητα της γυναίκας με «εναλλακτικές» ευαισθησίες.

Το Better Oblivion Community Center ανήκει σε ένα είδος που θα ονόμαζα μεταπτυχιακή alt-folk. Από τραγουδοποιούς που ξέρουν γιατί θαυμάζουν τον Ντίλαν Τόμας, για ακροατές που νιώθουν λίγο quirky αλλά και λίγο mainstream (δεν τα ξεχωρίζουν και πολύ). Μάλιστα, οι δύο μουσικοί δείχνουν να γνωρίζουν καλά το κοινό στο οποίο απευθύνονται: «I know a girl who owns a boutique in the city, selling clothes to the fashionably late, says she cries at the news but doesn’t really», λένε οι στίχοι του “Didn’t Know What I Was Ιn For”.

Υπάρχουν κάτι τραγανές κιθάρες εδώ κι εκεί (“Sleepwalkin”) και κάτι συγκαταβατικές μπαλάντες προς ευρεία κατανάλωση (“Chesapeake”), αλλά ο Oberst με τη Bridgers δεν ξεφεύγουν απ’ τη ζώνη ασφαλείας τους ούτε σε ένα κουπλέ –κάτι που με ενοχλεί. Το ηλεκτρονικό beat στο “Exception To The Rule” είναι το πιο τολμηρό πράγμα σε όλον το δίσκο. Η περιπέτεια δεν έχει λοιπόν  χώρο σε αυτό το άλμπουμ, που δείχνει να γράφτηκε σε κάποιο άνετο λίβινγκ ρουμ, με τα sessions να διακόπτονται ανά πεντάλεπτο από τις ηχηρές ειδοποιήσεις των smartphones.

Έτσι, αυτό που μας αφήνει τελικά η παρούσα συνεργασία, είναι μια χούφτα τραγούδια για να συνοδεύσουν την κραιπάλη μιας παρέας ανθρώπων που βγαίνουν μεν να πιουν και να ξεχάσουν τις ερωτικές τους απογοητεύσεις, αλλά έχουν ταυτόχρονα και κάποιο application, το οποίο τους ειδοποιεί τη στιγμή που έχουν καταναλώσει αρκετό αλκοόλ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #179

Piroshka

Brickbat

Η διαχρονικότητα του βρετανικού alternative rock της δεκαετίας του 1990(κυρίως) δικαιώνεται περήφανα φέτος με τους Piroshka, οι οποίοι αξίζουν να βρουν τη θέση τους στο παρόν, καθώς υψώνουν το ανάστημά τους χωρίς το στίγμα του vintage και χωρίς την άχαρη ταμπέλα του supergroup.

Πραγματικά, η μουσική κληρονομιά της Miki Berenyi των Lush είναι αυτό που σε απασχολεί λιγότερο όταν την ακούς να τραγουδάει τα κομμάτια που έγραψε μαζί με τον KJ McKillop των Moose στις κιθάρες, τον Mick Conroy των (τραγικά υποτιμημένων) Modern English στο μπάσο και τον Justin Welch των Elastica στα τύμπανα. Το σχήμα των Piroshka απέκτησε ζωή μετά από ένα ημιαποτυχημένο reunion των Lush, πριν 2 χρόνια. Είχε έρθει πια ο καιρός για το επόμενο κεφάλαιο.

Το Brickbat είναι ένα άλμπουμ γεμάτο χορταστικές μελωδίες, που χαράσσονται πάνω στην απαστράπτουσα επιφάνεια του «καθαρού» κιθαριστικού ήχου· με λυγερόκορμα τραγούδια, τα οποία περιέχουν προσωπικές ιστορίες μέσα στη μελωδική τους καρδιά. Από την υποσχόμενη ομορφιά του “Village Οf Τhe Damned” και το κοινωνικό σχόλιο του “Hated By The Powers That Be”, μέχρι τα χοροπηδηχτά post-punk γκάζια του “Run For Your Life” και το shoegaze μελόδραμα του “She’s Unreal”. Δεν πετάς τίποτα απολύτως από το Brickbat: το αφομοιώνεις πρόθυμα, ολόκληρο.

Η παρέα των Piroshka κάνει ό,τι μπορεί για να ακουστεί ατμοσφαιρική και οριακά μελαγχολική. Σε γενικές γραμμές, το καταφέρνει μια χαρά. Οι αυξομειώσεις στους τόνους και στις εντάσεις, είναι συνεχόμενες: να μια κορύφωση εδώ, να μια ύφεση πιο κάτω, να ένα πυκνό γύρισμα εκεί, πριν προλάβεις να πάρεις ανάσα και να ξαναθυμηθείς τους λόγους που πάντα λάτρευες τις κυκλοφορίες της 4AD στις αρχές της δεκαετίας του 1990 (ειδικά χάρη στο “Heartbeats”). Δεν γέρνει πουθενά ο δίσκος και δεν καμώνεται τίποτα παραπάνω απ’ όσα προσφέρει. Προδίδεται μόνο από την δραματική ενορχήστρωση σε τραγούδια όπως το “Everlastingly Yours” και το “Blameless”, εξαιτίας των αχρείαστων βιολιών, τα οποία εντείνουν ένα σασπένς πολύ στιλιστικό για να ακουστεί ειλικρινές.

Ο τρόπος με τον οποίον τραγουδάει η Berenyi –ούτε shoegazing ακριβώς, ούτε brit pop ακριβώς, ούτε ψυχεδέλεια ακριβώς–  κάνει τα τραγούδια των Piroshka να ακούγονται σαν απαραίτητη φωλιά ασφαλείας, από εκείνες που θες να χωθείς μέσα τους για να σωθείς από τα δυσοίωνα που μπορούν να σε βρουν: τις χίπστερ κακοτεχνίες που για κάποιον λόγο αποθεώνονται, τη βία των πολιτικών ειδήσεων, την ορθοστασία της νύχτας στη μεγαλούπολη κτλ.

Τα τραγούδια των Piroshka λειτουργούν λοιπόν σαν μικρά hansaplast για τις πληγές που μας αφήνει η ταλαιπωρία της καθημερινότητας. Καθόλου μικρό κατόρθωμα για ένα γκρουπ που απαρτίζεται από μέλη με μεγάλη ιστορία, που όμως παίζουν χωρίς να έχουν καμία ανάγκη για νοσταλγία. Τους απολαμβάνεις χωρίς να συντρέχει άμεσος λόγος να έχεις ακούσει τους Lush, τους Pale Saints, τους Ride, τους Cranes, τους Catherine Wheel, τους Chapterhouse και πάει λέγοντας. Τελείωσαν εκείνα. Βρισκόμαστε στο 2019 και το Brickbat ζει και αναπνέει στο σήμερα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Ας μιλήσουμε σοβαρά για το “Leaving Neverland”

53cLvNv_3.jpg

Η εποχή που διανύουμε, απαιτεί παραπανίσια ψυχραιμία προκειμένου να ταξινομήσουμε με νηφαλιότητα τις αντιδράσεις μας στον δημόσιο διάλογο. Χρειάζεται καθαρό μυαλό προκειμένου να αποφύγουμε την αντανακλαστική αποδόμηση ειδώλων ή την απροβλημάτιστη αποθέωσή τους. Ζούμε σε μια χρονική περίοδο στην οποία θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «post-truth». Μια εποχή μετα-αλήθειας, όπου ο σοσιαλμιντικακός θόρυβος αρκεί για να μας παρασύρει σαν στρόβιλος σε πολεμοχαρή συμπεράσματα, τα οποία απαιτούν όμως προσοχή και διακριτικότητα. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που θεωρώ το Leaving Neverland ένα, παραδόξως, πετυχημένο ντοκιμαντέρ.

Ας τα πάρουμε από την αρχή, όμως.

Σε παραγωγή HBO, το τετράωρο φιλμ του Dan Reed έρχεται να μιλήσει για ένα «άουτς» ζήτημα της συλλογικής pop μνήμης, στην καρδιά του σαρωτικού #timesup και πάνω στην ώρα που το #metoo καίει σαν πυρωμένο σίδερο. Τολμάει λοιπόν να ξύσει την πιο βαθιά πληγή του σύγχρονου star system, ακριβώς στην εποχή που τα hashtag λειτουργούν σχεδόν σαν αναμμένες δάδες στα χέρια του αλαφιασμένου όχλου. H κοινή γνώμη είναι πιο ζαλισμένη από ποτέ και αργοσβήνει σε ψηφιακά δικαστήρια του λαού, βασανισμένη από τον πληκτρολογημένο ακτιβισμό, με τις έννοιες («molestation», «rape», «abuse», «harassment» κτλ.) να γίνονται πολτός χωρίς διακριτό νόημα.

53cLvNv_2.jpg

Όσα έχουν συμβεί μέσα στην αγορίστικη ονειρούπολη των 3.000 στρεμμάτων της Neverland, αποτελούν το πιο άβολο κοινό μυστικό της mainstream pop κουλτούρας. Πάνω στην κολοφώνα της δόξας του, ο Michael Jackson έστησε στην Καλιφόρνια ένα αδιανόητα πολυτελές πάρκο αναψυχής, ώστε να περνάει τον χρόνο του με μικρά αγόρια που δεν είχαν μπει ακόμη στην εφηβεία. Σχεδόν 30 χρόνια μετά, ο James Safechuck και ο Wade Robson εξομολογούνται τις ιστορίες τους, σε μια αφήγηση που προσπερνά τα χιλιοειπωμένα γύρω από το ιερό είδωλο και τεμαχίζει τα γεγονότα· περνώντας από το ένα ιστορικό συμβάν στο επόμενο, με ήπιο ύφος και περισυλλογή.

Μετά την προβολή του φιλμ στο φεστιβάλ του Sundance, οι κανιβαλιστικοί τίτλοι των μέσων ενημέρωσης μας είχαν προϊδεάσει για ένα «σοκαριστικό» ντοκουμέντο (sic), το οποίο θα έριχνε φως στα πιο σκοτεινά μυστικά του λατρεμένου pop icon. Οι κανόνες του αμαρτωλού clickbait έκαναν τη δουλειά τους και απέτρεψαν όλους εμάς που δεν μας αφορά ο «Αυριανισμός» της κλειδαρότρυπας και οι αποκαλύψεις οπτικοακουστικού υλικού στην παράδοση του Κώστα Χαρδαβέλα. Στην καλύτερη περίπτωση, το Leaving Neverland θα πατούσε στη μοδάτη φόρμα των δημοφιλών docudramas (όπως το Made in America γύρω από το πολύκροτο έγκλημα του O.J. Simpson) και θα περιείχε στυλιζαρισμένες αποκαλύψεις και αναπάντεχα δικαστικά ευρήματα με κίνητρο το shock value.

Ο παγκόσμιος Tύπος κάλυψε άτσαλα στη συνέχεια την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, βαφτίζοντάς το «αμφιλεγόμενο» ή/και «μονόπλευρο». Φυσικά το μόνο αμφιλεγόμενο στοιχείο είναι ότι τυγχάνει ο ήρωας να είναι ο πιο λατρεμένος pop star του περασμένου αιώνα –αν ήταν ένας οποιοσδήποτε άσημος μουσικός, θα αντιμετωπιζόταν ως ανθρωπόμορφο κτήνος. Επιπλέον, αν δεν ήταν μονόπλευρο, θα σήμαινε ότι θα έδινε τον λόγο στους κληρονόμους και τα αδέλφια του Michael Jackson, οι οποίοι αρμέγουν οικονομικά ακόμη και σήμερα το Jackson Estate (τι άλλο έχουν να κάνουν στη ζωή τους;).

Σε οποιαδήποτε περίπτωση έχει αναμειχθεί το οικογενειακό περιβάλλον του εκλιπόντος καλλιτέχνη, το αποτέλεσμα είναι ένα φεστιβάλ συντηρητισμού –πιο πρόσφατο παράδειγμα το Bohemian Rhapsody (2018), σύμφωνα με το οποίο, όταν ο Freddie Mercury έδειχνε «αποκλίνουσα» συμπεριφορά και κυλούσε στην αμαρτωλή ομοφυλοφιλία και τα ναρκωτικά, η έμπνευσή του έσβηνε· ενώ όταν επέστρεφε αποτοξινωμένος στην αγκαλιά της οικογένειάς του και στο κορίτσι του, ξανάβρισκε την ψυχική του υγεία, χωρίς bicurious παραστρατήματα και μακριά από ηδονές. Πράγματα ανήκουστα για τη φύση του rock και σχεδόν προσβλητικά για τη μνήμη του συγκεκριμένου μουσικού. Δεν θέλω να φανταστώ, λοιπόν, πώς θα ήταν ένα ανάλογο fiction biopic του Michael Jackson, με το σενάριο να λαμβάνει τη νομική έγκριση των αδελφών του…

53cLvNv_4.jpg

Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε με κάτι ολότελα διαφορετικό. Ο σκηνοθέτης Dan Reed αποφεύγει τις φλύαρες δικογραφίες και τα γλαφυρά σκάνδαλα και το αποτέλεσμα πετυχαίνει να είναι μέχρι και –ω, θεοί– διακριτικό. Ο φακός αφήνει χώρο στα δύο πρώην protégé του Michael Jackson να μας αναλύσουν τη δική τους εκδοχή περί αποπλάνησης και ασέλγειας (κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος χρόνων) από την ταραγμένη μουσική ιδιοφυΐα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Safechuck και Robson ήταν 7 και 9 χρονών, αντίστοιχα, όταν ήρθαν σε επαφή με τον Jackson. Η σχέση τους χτίστηκε αργά και η μεταξύ τους αγάπη άνθισε βάσει σχεδίου. Μόνο οι ορκισμένοι fans του Jackson, τους οποίους δεν αφορά καμία αλήθεια πέραν του διαστημικού ταλέντου του φωταγωγημένου performer, αρνούνται με πείσμα την εκδοχή να ήταν όντως παιδόφιλος. Αλλά, αν προσπεράσουμε τον πυρήνα του fan base, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι ο Jackson λάτρευε (με τον δικό του άρρωστο τρόπο) τα παιδιά που μοιράζονταν το κρεβάτι του. Ήταν αφοσιωμένος στο να τα κάνει ευτυχισμένα, σπαταλούσε χρόνο και χρήμα στη χειραγώγηση του περιβάλλοντός τους και είχε καταφέρει να χτίσει μια μυστική ζωή πάνω σε μικροαστικές οικογένειες, με στόχο την απόλυτη εμπιστοσύνη. Μια εμπιστοσύνη που θα του επέτρεπε να περνάει πολύ χρόνο με αγόρια τα οποία δεν είχαν συμπληρώσει τα 10 χρόνια ζωής, με τις ευλογίες των κηδεμόνων και με κεκτημένο εφόδιο την αγάπη των συγκεκριμένων παιδιών, που δίνονταν ολοκληρωτικά σε αυτό το άυλο bonding με τον super star.

53cLvNv_5.jpg

Όσο όμως αυτό το ντοκιμαντέρ προσφέρει μια τίμια, επαγγελματική και προσεγμένη δουλειά, χωρίς υπερβολές και δίψα για σκάνδαλο (για το ΗΒΟ μιλάμε άλλωστε, όχι για το ΤΖΜ), ο διάλογος της «βασανισμένης» κοινής γνώμης δεν εστιάζει στις γκρίζες ζώνες της πιθανολογούμενης ασέλγειας σε μικρά παιδιά, ώστε να πλησιάσουμε τις αιτίες για την απουσία των γονιών (ενώ κοιμούνται λίγα μέτρα μακρυά), για τη φύση της αποπλάνησης της ίδιας (δεν είναι απαραίτητα η βίαιη σεξουαλική πράξη), για τη ντροπή των θυμάτων μέσα στα χρόνια και την ανιδιοτελή αγάπη τους προς τον «μπαμπά» Michael.

Αντιθέτως, ο διάλογος έχει μετατοπιστεί στο πιο ανώφελο πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης: στο αν θα πρέπει να ακούμε ακόμη τη μουσική του Jackson. Ραδιοφωνικοί σταθμοί αφαιρούν λοιπόν τον κατάλογό του από τις playlists, οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων δαιμονοποιούν οτιδήποτε φέρει την υπογραφή του και στα social media βγαίνουν νύχια και δόντια, μέσω ενός ακραίου cultural outrage. Η επανάσταση του πολιτικορθού νεοσυντηρητισμού, που μαθαίνει τον κόσμο πρώτα «νιώθει» και μετά να «σκέφτεται», έχει ξεσπαθώσει με ανόητες υστερίες γύρω από το λιντσάρισμα των celebrities.

53cLvNv_6.jpg

Βέβαια, η περίπτωση του Jackson είναι μοναδική και ανεπανάληπτη (όπως η μουσική του) και ουδεμία σχέση έχει με την περίπτωση λ.χ. του R. Kelly, στην οποία έριξε φως πρόσφατα ένα άλλο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ –το Surviving R. Kelly, τριτοκλασάτο προϊόν καταγγελίας που κοινοποιεί σε prime time το κατεπείγον μήνυμα της άμεσης φυλάκισης του βιαστή, ο οποίος κυκλοφορεί ελεύθερος. Ο R. Kelly συγκέντρωνε έναν μικρό στρατό από φτωχά, ανήλικα κορίτσια ώστε να τις χρησιμοποιεί σαν σκλάβες του σεξ, επιθυμώντας να τις καταστρέψει ψυχολογικά και σωματικά.

Είναι εύκολο λοιπόν να εκφράζεται σε κοινή θέα με πρόστυχους στίχους όπως «Your Body’s Callin’» και να κλείνει το μάτι με τίτλους όπως «Age Ain’t Nothing Βut Α Number». O R. Kelly δεν θέλει καν να περιστοιχίζεται από ανήλικες groupies: είναι απλός θιασώτης του revenge porn. Αν για τον Michael Jackson η απόλυτη φαντασίωση είναι ο μικρός Πήτερ Παν με στραπόν (αυθαίρετο παράδειγμα, με βάση τις κατηγορίες), αυτό είναι κάτι που φυσικά δεν θα μπορούσε να εκφραστεί στιχουργικά. Ίσως να ήταν αναγκαίο λοιπόν να οχυρωθεί πίσω από τη φήμη του ασέξουαλ (το ακριβώς αντίθετο ήταν), καλύπτοντας με παιδική συντροφιά τα τραύματα της δικής του κακοποίησης από τον πατέρα του, Joe Jackson.

53cLvNv_7.jpg

Θεωρώ ότι η μνήμη του Michael Jackson δεν προσβάλλεται με το Leaving Neverland. Οι περισσότεροι θεατές δεν αντέχουν όσα ακούγονται στις 4 ώρες της διάρκειάς του, όχι γιατί είναι γλαφυρά στην περιγραφή τους, αλλά γιατί δεν μπορούν να πιστέψουν ότι εκείνο το χαρισματικό δεκάχρονο πλάσμα που τραγουδούσε με την ψυχή ενός ολοκληρωμένου soulman στην τηλεόραση της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσε ποτέ να εξελιχθεί σε παιδεραστή. Πιθανότατα νιώθουν ότι έτσι προδίδεται η δική τους τρυφερή ηλικία.

Όμως έχουν άδικο να αισθάνονται έτσι. Ο Michael Jackson δεν θα ήταν εκείνο το σαρωτικό φαινόμενο, χωρίς να κουβαλάει ένα σύνολο από τεράστιους σκελετούς στη ντουλάπα του. Αν δεν ήταν ο ίδιος θύμα της αλλοτρίωσης του, δεν θα εμφανίζονταν στη σκηνή σαν μαγικό, νευρόσπαστο πλάσμα, με την όλη ψυχαναγκαστική υποχρέωση του ντουνιά απέναντι στον περφεξιονισμό της κίνησης. Αν το μυαλό του δεν το βασάνιζε η ανάγκη να βρίσκεται αγκαλιά με αγόρια και να τρώνε ποπ κορν βλέποντας ταινίες στην τηλεόραση, δεν θα μάγευε τα πλήθη με την τεχνική των αυτιστικών αναστεναγμών και των φωνητικών τικ («shamoe», «hee hee», «aoow») που δονούσαν το σύμπαν. Αν δεν μισούσε την ίδια τη φυλή του (η οποία δεν του γύρισε ποτέ την πλάτη) και δεν απεχθάνονταν τον «άνθρωπο στον καθρέφτη» (όπως έλεγε μια επιτυχία του), δεν θα ξάσπριζε το θλιβερό δέρμα του. Αν είχε έστω μια στιγμή ευτυχίας δεν θα πάσχιζε να πετύχει την έκφραση της αδερφής του με νυστέρια. Αν η αγκαλιά των δεκάχρονων παιδιών δεν τον οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη δυστυχία κάθε βράδυ, δεν θα χάριζε τόσο απαράμιλλο συναίσθημα στο αριστουργηματικό “Rock With You”.

Το μπαράζ των σπασιμάτων του κορμιού του και η νευρωτική ανάγκη για τελειότητα, ήταν λοιπόν ενδεικτικά όσων «έκρυβε» σε κοινή θέα. Η πλαστική χειρουργική τού άφησε μια σουβλερή μύτη και τετραγωνισμένα, ολόλευκα ζυγωματικά, που νόμιζες ότι θα πέσουν ανά πάσα στιγμή. Αυτή ήταν η αυτοτιμωρία του για τις δυσβάσταχτες επιθυμίες του.

Ο Michael Jackson πέθανε πριν 10 χρόνια, σαν ταπεινωμένος υπηρέτης του ανθρωποφαγικού δημόσιου ειδώλου του. Η παιδοφιλία (αν τελικά έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία) είχε όλη την άνεση να εκφραστεί και όλοι μπορούσαν εύκολα να την αποτρέψουν. Απλώς, ολόκληρη η υφήλιος είχε σαγηνευτεί και δεν ήθελε να κοιτάξει καλύτερα. Κανείς δεν ήθελε να ξέρει πραγματικά. «It’s all a big seduction», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Safechuck σε μια στιγμή του ντοκιμαντέρ. Αλλά ενώ ο Michael Jackson μπορεί να μας άφησε, αυτού του είδους η αποπλάνηση συμβαίνει παντού. Συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Καθολική Εκκλησία, συμβαίνει στο Hollywood, συμβαίνει στον αθλητισμό, συμβαίνει ακόμα και στη Silicon Valley.  Ώρα να αφήσουμε λοιπόν όλες τις μικρές ή μεγάλες Neverland που ύψωσαν στο μυαλό μας οι μύθοι του μάρκετινγκ και τα τεράστια μεγέθη του stardom, τα οποία χτίστηκαν με πολύ χρήμα.

Ώρα να ενηλικιωθούμε σαν ακροατές και σαν συνομιλητές, γιατί ο δημόσιος διάλογος, όπως προείπαμε, απαιτεί παραπανίσια ψυχραιμία και νηφαλιότητα.

53cLvNv_8.jpg

Posted in Article, Cinema, Music | Leave a comment

Album of the Week #178

Xiu Xiu

Girl With Basket Οf Fruit

H αέναη μάχη του Jamie Stewart να ταξινομήσει τα παραληρήματα του μουσικού του εγκεφάλου και να οργανώσει κουβάρια από θορύβους, καλά κρατεί και στο 14ο άλμπουμ του πολυγραφότατου συγκροτήματός του. Αυτή τη φορά διακρίνω όμως μία ακόμη μάχη, πολύ άβολη: την προσπάθεια των Xiu Xiu να κρατήσουν τον ρόλο της avant-garde εμπροσθοφυλακής της pop κουλτούρας. Μη τυχόν και πέρασαν τα χρόνια και τους πουν μπαγιάτικους ή (ακόμα χειρότερα) συμβιβασμένους. Ακούγοντας το Girl With Basket Of Fruit, νιώθεις έντονα την ανάγκη τους να σου αποδείξουν ότι ο χρόνος δεν τους άφησε mainstream ρυτίδες.

Ο νέος δίσκος προέκυψε σύντομος σε διάρκεια, πυκνός για να μην πάρεις ανάσες και θορυβώδης μέχρι λιποθυμίας. Πολλά από τα συστατικά που τους έκαναν αγαπητούς στο κοινό εκείνο το οποίο λατρεύει την αποδόμηση της μελωδίας και που θεωρεί τον όρο «αταξινόμητο» ως το ύστατο κομπλιμέντο, βρίσκονται εδώ. Μαζί με την έντονη αίσθηση, όμως, πως, αν πιστέψεις ότι «υποκρίνονται την πρωτοπορία», θα πέσουν να σε φάνε σαν τον χειρότερο εχθρό –ακριβώς επειδή τους πάτησες το σωστό κουμπί, θα έλεγα εγώ.

Μια σκουριασμένη ηλεκτρονική επίθεση μαζί με ακατάληπτους στίχους σε προφορικό ύφος ξεκινούν το “Girl With Basket Of Fruit”, για να δώσουν χώρο έπειτα σε αφηρημένα κολάζ παραισθήσεων. Το κατακλυσμιαίο “Scisssssssors” δίνει χώρο σε tribal οργή, σε άναρχα samples και σε ανοικονόμητη industrial διάθεση, με το “Pumpkin Attack On Mommy Αnd Daddy” και το “Mary Turner Mary Turner” να ακολουθούν, προτού έρθει το αλλόκοτο “The Wrong Thing”, όπου μια γυναικεία φωνή απαριθμεί διάφορα έντομα και μετά διάφορα φαγώσιμα. Το μυαλό αρχίζει να σαλεύει ή μήπως η ανάγκη για «αβανγκαρτίλες» έχει πάρει το πηδάλιο και εκτροχιάζει το όχημα;

Υπάρχει πράγματι ένα νήμα στο αφήγημα του δίσκου (κόνσεπτ δεν θα το έλεγα), γύρω από τη βαρβαρότητα η οποία ασκείται διαχρονικά εναντίον των γυναικών. Ιστορίες βίας που έχουν υποστεί γυναίκες, τροφοδοτούν έτσι τον εφαρμοσμένο μεταμοντερνισμό του Girl With Basket Of Fruit. Και πάλι, όμως, διακρίνω μια άβολη αλήθεια: για τόσο καίρια κοινωνικά μηνύματα, οι ρυθμοί είναι χτισμένοι εντελώς αναίσθητα, με τους μουσικούς να ακούγονται σαν να μην έχουν καμία συναισθηματική συμμετοχή. Πώς να ασχοληθείς με το μήνυμα, όταν τα τραγούδια δεν σου προσφέρουν καμία λαβή για να κρατηθείς;

Συγγνώμη, αλλά δεν συμμερίζομαι ότι η άχρωμη μονοτονία υποδηλώνει καθαρότητα· και δεν θεωρώ την κακοφωνία ως λάβαρο αυθεντικότητας. Ειδικά όταν οι συναισθηματικές ανάγκες του ακροατή σνομπάρονται σαν μπανάλ απαιτήσεις του λαουτζίκου. Και εδώ έγκειται το σχεδόν αυτιστικό πρόβλημα του νέου άλμπουμ των Xiu Xiu: παριστάνει ότι το βασανίζουν δαίμονες που ο καθημερινός νους δεν μπορεί να συλλάβει. Ναι, καλά…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #177

Mercury Rev

Bobbie Gentry’s The Delta Sweete Revisited

Ωραία ιδέα το «μουσικό ριμέικ». Ιδιαίτερα όταν οι δημιουργοί δεν έχουν φιλάργυρες βλέψεις και exploitation ορέξεις, αλλά αντιθέτως θέλουν να στρέψουν τον προβολέα σε παραγνωρισμένα έργα. Eίναι η υγιέστερη μετεξέλιξη της σύγχρονης ρετρομανίας που μπορώ να φανταστώ. Αλήθεια, πόσο πιο ωραίο πράγμα είναι αυτή η κυκλοφορία, από ένα ανούσιο box set για τη 50ή επέτειο του Delta Sweete;

Στην προκειμένη περίπτωση, οι Mercury Rev μας παίρνουν απ’ το χέρι για να μας (υπο)δείξουν τον δυσεύρετο δίσκο της Bobbie Gentry, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1968 και πλέον ζει σε ακροάσεις ρακοσυλλεκτών, που έχουν στείλει το Delta Sweete στη στρατόσφαιρα του cult. Το συγκρότημα από το Μπάφαλο της Νέας Υόρκης βοηθάει σε τούτο το εγχείρημά του μια ομάδα από τραγουδίστριες, οι οποίες εναλλάσσονται στις ερμηνείες των διασκευών.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ομιχλώδες υβρίδιο από βουνίσια folkσκονισμένη country και ψυχεδελικό bluegrass, όλα περασμένα μέσα από ένα dream pop φίλτρο. Ο δίσκος σου αφήνει μια παράξενα γαλήνια και περιπετειώδη αίσθηση, ταυτόχρονα· κυλάει σαν ένα υπέροχο avant pop όνειρο, το οποίο βλέπεις τις νύχτες που σε βασανίζει πυρετός 40. Ίσως μάλιστα αυτό ακριβώς το «ομιχλώδες» στην παραγωγή να είναι ο λόγος που οι 12 διαφορετικές ερμηνεύτριες δεν μπουχτίζουν την πυκνή ατμόσφαιρα και δεν σε αποπροσανατολίζουν απ’ το ομοιογενές ύφος.

Με βάση το γυναικείο τσαγανό της Bobbie Gentry, οι Mercury Rev οραματίστηκαν ένα άλμπουμ «σκόνης και σκουριάς» (ο συνδυασμός που δεν χάνει ποτέ), με τραγούδια που δεν φέρουν καμία χρονική ετικέτα. Έφτιαξαν λοιπόν μια μισοφωτισμένη country rock όπερα, βασισμένοι σε ένα «unsung gem» της δεκαετίας του 1960, το οποίο διαχειρίζονται με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση και αποστασιοποίηση. Αλλά δεν το κάνουν ως άλλοι outlaws, περιπλανώμενοι στην ερημική επαρχία με τις κιθάρες τους στον ώμο. Το κάνουν ως αστοί, που συνειδητά οργανώνονται για να ανασχηματίσουν την αίσθηση της αμερικανικής ερήμου με όλα τα τεχνολογικά κόλπα στη διάθεσή τους.

Οι συνεργασίες με φωνές όπως της Nora Jones, της Marissa Nadler και της Beth Orton (θελκτικές και ειλικρινείς, κατά τη γνώμη μου) μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αποθέωση του countrypolitan ήχου, αλλά και να απορριφθούν περιφρονητικά ως μεσόκοπη μπαναλιτέ. Με τις ίδιες πιθανότητες και τα δύο.

Πάντως, είναι σκέτη απόλαυση να ακούς τη Lætitia Sadier των Stereolab να τραγουδάει σαν μοντέρνα Petula Clark το “Mornin’ Glory”. Εξίσου σπουδαία είναι και η Susanne Sundfør στο “Tobacco Road”. Βάζω στοίχημα ότι, αν την ακούσει ο Robert Plant, θα ζαχαρώσει την ιδέα ενός συνεταιρικού δίσκου μαζί της, όπως έκανε στο παρελθόν και με την Alison Krauss. H Margo Price στο “Sermon” λιβανίζει με χάρη το φάντασμα του Johnny Cash. Και η Lucinda Williams σε γοητεύει στο “Ode Τo Billy Joe”.

Αν μονάχα είχαν προνοήσει οι Mercury Rev να ρίξουν μεγαλύτερο βάρος στην αναλογική γοητεία των τραγουδιών και παρέκαμπταν κάπως τις παρεμβάσεις από «χρήσιμα» πλήκτρα, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Και δεν υπάρχει χειρότερος τρόπος να κλείσεις μια κριτική με τη φράση «δε βαριέσαι».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Marvelous Mrs. Kael

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση της σπουδαίας Pauline Kael. Η μεγάλη Αμερικανίδα κριτικός έφυγε στα 82 της χρόνια (το 2001) ενώ είχε αποσυρθεί από το γράψιμο δέκα χρόνια νωρίτερα. Την απουσία διανοούμενων ανθρώπων όπως η Pauline Kael στους πνευματικά ορφανούς καιρούς που ζούμε, έρχεται να υπογραμμίσει με αναπάντεχα ωραίο τρόπο το ντοκιμαντέρ «What She Said».

Τα κείμενα της Pauline δεν έχουν ουδεμία σχέση με αυτό που μας έχουν συνηθίσει να θεωρούμε «κριτική κινηματογράφου». Τα αστεράκια, η ανάλυση της πλοκής και οι τετριμμένες παρατηρήσεις για την ψυχαγωγική αξία μιας ταινίας δεν έβρισκαν χώρο στα κείμενά της. Η Pauline, φαντάζομαι, θα ένιωθε οργή με τους σημερινούς κριτικούς/τροχονόμους που στέλνουν το κοινό να δει μια ταινία ή το αποτρέπουν, αλλά και απελπισία με τους θεατές που βασίζονται στο rotten tomatoes και τη βαθμολογία του imdb. Η Pauline Kael είναι η απάντηση στην ερώτηση του γιατί να υπάρχει κριτική εφόσον όλοι σχηματίζουμε μια κάποια γνώμη ανάμεσα στο «μου άρεσε» και στο «δεν μου άρεσε». Η Pauline Kael επίσης, είναι το ασφαλές καταφύγιο τη στιγμή που νομίζεις ότι οι κριτικοί στην πλειοψηφία τους είναι ωρομίσθιοι θεατές που ξεπετάνε κείμενα επιπέδου «μην το χάσετε, θα χάσετε!».

Οι σπουδαιότερες κριτικές της Pauline Kael αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά για πολλές γενιές ανθρώπων που αγαπούν τις τέχνες γενικότερα, όχι μόνο το σινεμά. Μέσα από τα κείμενα της ξαναζούσες από την αρχή ένα φιλμ, το έβλεπες με διαφορετικά μάτια, εξερευνούσες κάθε πολιτισμική και κοινωνική πτυχή του. Αυτά που έγραφε στις αναλύσεις της, ήταν συχνά πιο απολαυστικά από την ταινία την ίδια. Ο γραπτός λόγος της ήταν τόσο μοντέρνος, τόσο γάργαρος, που ζύμωνε τη σκέψη σου και σε έκανε συχνά να σηκωθείς όρθιος απ’ τη θέση σου εξαιτίας της οξυδέρκειας των ιδεών και της ευστοχίας των λέξεων.

H Pauline μας έμαθε πολλά πράγματα, όπως ότι καλός κριτικός δεν είναι αυτός που συμφωνείς μαζί του – το «καλά τα λέει» δεν είναι παράσημο καλής κριτικής. Το καλό κείμενο οφείλει να είναι βιωματικό, να διαθέτει τετράγωνη λογική και να βασίζεται στην παιδεία, τον πολιτισμό και την καλλιέργεια του γράφοντα. Προσωπικά διαφωνούσα με τα μισά κείμενά της, όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να την αντικρούσω ικανοποιητικά. Διάολε, είχε δίκιο σε όλα, ακόμα κι όταν είχε άδικο. Τα επιχειρήματα της Pauline ήταν τόσο ολοκληρωμένα που ξεπηδούσαν απ’ το χαρτί καθώς τα διάβαζες. Σε μάθαινε τη σημασία της εικόνας, την αξία των b-movies, να εκτιμάς τη λαϊκή ψυχαγωγία χωρίς σνομπισμούς, να αποκαθηλώνεις τα ιερά και τα όσια, να «σκέφτεσαι». Χρειαζόσουν την καλογραμμένη ανάλυσή της, όχι για να διαλέξεις ποια ταινία θα δεις, αλλά για να αντιδράσεις σθεναρά σε όσα αναπτύσσει ή να επιβεβαιώσεις τις θέσεις σου σε κάτι που κανείς άλλος δεν έχει δει. Για τις ταινίες που αγαπώ και που δεν έχω την κριτική της, νομίζω ότι κάτι μου λείπει για την ολοκληρωμένη απόλαυσή τους. Οι καλύτερες κριτικές της, όπως για το Nashville, για το Godfather ή για το Bonnie & Clyde, ήταν αντάξιες των σπουδαιότερων δοκιμίων τέχνης που γράφτηκαν ποτέ, αλλά και ο τρόπος που έκανε κουρέλι λαοφιλή έργα όπως το “The Sound Of Music’ ή ιερά τοτέμ όπως το “Space Odyssey” ήταν αξεπέραστος.

Η ίδια βρίσκονταν πάντοτε αντιμέτωπη με τον σεξισμό των συναδέλφων της («ποια είναι αυτή που μας κάνει να φαινόμαστε αδιάβαστοι») με την περιφρόνηση των studio («η αγάμητη που μας θάβει τις ταινίες και μας κόβει εισπράξεις») και με την υπεροψία των σκηνοθετών («ποια είναι αυτή που θα γράψει άσχημα για την ταινία μου»), αλλά κατάφερε και έγινε πιο επιδραστική και από τους δημιουργούς που την πολεμούσαν.

Θυμάστε εκείνο το generic υπαρξιακό ερώτημα στα quiz για την περιγραφή του χαρακτήρα σου, που έλεγε «ποιον διάσημο, ζωντανό ή μη, θα ήθελες να είχες την ευκαιρία να συναντήσεις και να μιλήσεις μαζί του;» και οι περισσότεροι απαντούσαν τον Τζον Λένον, τον Αϊνστάιν και τον Γκάντι; Η δική μου απάντηση ήταν και θα είναι πάντα η Pauline.

Το «What She Said» θα προβληθεί το Σάββατο 2 Μαρτίου στο πλαίσιο του φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσ/κης.

Image may contain: 1 person

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #176

Backstreet Boys

DNA

Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν φταίνε τα μέλη ενός πετυχημένου γκρουπ απ’ τη γενιά της πάλαι ποτέ κυριαρχίας των boy bands για το απλούστατο γεγονός ότι μεγαλώνουν. Έχουν περάσει άλλωστε δύο γεμάτες δεκαετίες από την εποχή που το “Everybody (Backstreet’s Back)” έκανε θραύση –πλέον, οι Backstreet Boys αποτελούνται από 45άρηδες. Αυτό, όμως, είναι το λιγότερο άβολο στη φετινή τους επιστροφή.

Οι Backstreet Boys εκφράζουν σήμερα τον μεσόκοπο, παντρεμένο, βολεμένο τύπο που ρουφάει την κοιλιά του όταν συναντάει στον δρόμο τις fans με τα μισά του χρόνια. Τα μέλη τους είναι η προσωποποίηση κάθε πρώην ροδομάγουλης, καλοχτενισμένης φατσούλας που νομίζει ότι τα trendy αγορίστικα ρούχα θα ξεγελάσουν τον χρόνο. Ακόμη κι έτσι, πάντως, αν αυτή η δισκογραφική επιστροφή 6 χρόνια μετά το Ιn Α World Like This (2013) συνοδευόταν από 3-4 αξιοπρεπή τραγούδια και κάμποσα ακόμα με σκόρπιες έστω μελωδικές ιδέες, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι απαιτήσεις, άλλωστε, δεν είναι υψηλές για τέτοιους δίσκους.

Αλλά το DNA αποδεικνύεται ένα άκυρο καρουζέλ μη-τραγουδιών, απλωμένων με μία ενοχλητική ψευτο-R’n’B επιτήδευση. Άχαρο, άοσμο, επίπεδο και κούφιο σε επίπεδο παραγωγής. Σχεδόν κυλάει από μόνο του και αδιαμαρτύρητα, στη λήθη της ασημαντότητας. Δεν υπάρχει μέσα του ούτε μία μελωδία της προκοπής για να μπορέσεις να κρατηθείς. Συνοχή και συνάφεια υπό του μηδενός. Φαντάζομαι με θλίψη τους ωρομίσθιους παραγωγούς να έχουν πέσει απελπισμένα πάνω στην κονσόλα τους, μην έχοντας τίποτα να κάνουν για να συμβάλλουν στα κομμάτια.

Το “Chateau” είναι το τραγούδι που ακούς σε επανάληψη στην ουρά για τα τυριά του σούπερ μάρκετ –και σου δημιουργεί ανεξήγητο εκνευρισμό. Το “Passionate” είναι το τραγούδι που βρίσκουν «groovy» όσοι θα έβλεπαν με φανατισμό ένα ριάλιτι σόου με μπαρίστας, διαγωνιζόμενους για την καλύτερη κρέμα στον καπουτσίνο. To “Chances” θα το ακούει στα ακουστικά της μια γυναίκα γύρω στα 45, η οποία έχει καταπιεί όλα τα βιβλία αυτοβελτίωσης, την ώρα που θα κάνει τζόκινγκ με τη life coach της. Το “Νο Place” είναι ένας κατάλογος πόλεων που θα έκανε τον Justin Timberlake να κλείσει τα αυτιά του από «ετεροντροπή». Βρίσκω πάντως ότι το “Don’t Go Breaking My Heart” είναι ακόμα πιο αντιπαθητικό, καθώς ακούγεται σαν γαλανομάτικο ξεπατίκωμα του αγωνιώδους R’n’B του The Weeknd (τρομάρα του).

Το αραιό, σε σημεία μάλιστα άδειο, DNA είναι λοιπόν γεμάτο R’n’B κολπάκια, που νομίζεις ότι τα σκέφτηκαν το προηγούμενο απόγευμα, πριν την ηχογράφηση. Οι Backstreet Boys δεν φτιάχνουν καν μία ατμόσφαιρα για να εξασφαλίσουν μία ζώνη άνεσης με τον (ανήλικο, έστω) ακροατή. Ελάχιστη σημασία έχουν αυτά βέβαια, καθώς η περιοδεία στο Λας Βέγκας έχει ήδη κλείσει και οι τουρίστες μπορούν να προαγοράσουν τα εισιτήριά τους.

Η βαθμολογία του δίσκου θα ήταν 3 στα 10, αλλά μετά πρόσεξα τους στίχους στο “New Love”, όπου ο Nick Carter απαντάει στις κατηγορίες βιασμού που έγιναν εις βάρος του πριν 5-6 χρόνια («Who are you, the sex police? My sex ain’t got no rules»), σαν φλώρικο κακέκτυπο του R. Kelly. Αφαίρεση ενός βαθμού και δύο φάσκελα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Stories Behind the Songs #1

To τραγούδι «Το Χριστινάκι» κυκλοφόρησε το 1967, στον δίσκο «Τα Τραγούδια Της Καίτης Χωματά» από την Lyra. Γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση ένα χρόνο μετά, όταν κυκλοφόρησε στην «Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού. Πρόκειται για ένα ποίημα του Βασίλη Ρώτα που μελοποιήθηκε από τον Σπανό πάνω στην εποχή της μεγάλης δόξας του. Η τρυφερή ερμηνεία της Χωματά πάνω στην παιχνιδιάρικη μουσική, μας προδιαθέτει για ένα νοσταλγικό, καλοκαιρινό τραγούδι, προτού έρθει η τραγική κατάληξη στο τέλος. Μια νεανική απόδραση συμμαθητών που έμελλε να είναι μοιραία. Το ποίημα μιλάει για 12 αγόρια που κάνουν μια ζαβολιά παρασέρνοντας μαζί τους το όμορφο Χριστινάκι για βαρκάδα στα ανοιχτά της θάλασσας. Όμως η ανεμελιά τους. καθώς μαγεύονται από τη χάρη και το τραγούδισμα του κοριτσιού, σε συνδυασμό με την απειρία τους να κουμαντάρουν τη βαρκούλα στα βαθιά, τους οδηγεί σε ομαδικό πνιγμό.

Τι ακριβώς συνέβη όμως πάνω στο πλεούμενο αυτής της παράξενης ιστορίας;

Στα πονηρά τρίστιχα της γραφής του Ρώτα, κρύβεται μια άλλη ιστορία, πολύ πιο τρομερή, που θα είχε επάξια θέση ανάμεσα στα Murder Ballads του Nick Cave. Τα «Δώδεκα αγόρια της τάξης» που «ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη να κλέψουν τη Χριστήνη» οργάνωσαν μια ομαδική σεξουαλική αποπλάνηση του κοριτσιού στα ανοιχτά, εκεί που δεν θα την ακούει κανείς. Καθώς «το Χριστινάκι τραγουδά» με την «γλυκιά φωνή της» τα αγόρια «συμπαλεύουν» και «φιλί γυρεύουν» και ταυτόχρονα τους ζώνει μια «λαχτάρα», φυσικά ερωτική. Η βάρκα σύμφωνα με τον ποιητή, δεν είναι ανέμελη και γεμάτη τραγούδια, αλλά «ποθοπλάνταχτη» και «μες του έρωτα τα πάθη». Στο τέλος μάλιστα, οι ποιητής αποστασιοποιείται από την απόπειρα βιασμού καθώς λέει «Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες» (γιατί δεν το αξίζουν για την πράξη τους) και συνεχίζει λέγοντας «Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι, που ήτανε δώδεκα χρονών παρθένα».

Ο Σπανός χώρεσε στο τραγούδι τους 14 από τους 21 στίχους του Ρώτα. Στο πλήρες ποίημα, η αγνότητα της Χριστίνας ανάμεσα στα ξαναμμένα αγόρια φαίνεται πεντακάθαρα στους στίχους «Ποιος είδε πετροπέρδικα να παίζει με γεράκια». Επιπλέον, ο ποιητής προειδοποιεί διακριτικά την αθώα ηρωίδα λέγοντας «Χριστίνα, ο νους σου πού ΄ναι;», προφανώς όχι γιατί ήταν ονειροπόλα, αλλά γιατί ήταν αφελής. Φυσικά, η βάρκα είναι ακυβέρνητη στα κύματα γιατί «τα παιδιά ψάχνουν να βρουν της Χριστινιώς το στόμα» καθώς «χυμάνε» όλα μαζί επάνω της, πριν πνιγούν αβοήθητα.

Posted in Music | Leave a comment

Bazooka Live

59kBzk_3.jpg

Με αρετή και υπερηφάνεια, οι Bazooka απέδειξαν το Σάββατο στο Gagarin ότι είναι μια μπάντα φτιαγμένη από τα καλύτερα post-punk υλικά. Η εμφάνισή τους αυτή έπεισε και τους πιο απαιτητικούς ότι οι καλά ζυμωμένες new wave επιρροές που αναβλύζουν από τις ηχογραφήσεις, εκφράζονται άριστα και στο live. Επιτέλους ένα αληθινά κερδισμένο στοίχημα, από ένα συγκρότημα που θες να στολίσεις με κομπλιμέντα γιατί το αξίζει απόλυτα και όχι για την «τίμια προσπάθεια». Το φετινό τους άλμπουμ Zero Hits είναι ένα ανθισμένο μπουκέτο από εθιστικά τραγούδια. Και, ήδη από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής τους στο Gagarin, οι Bazooka έπαιζαν σαν να κουβαλούσαν το φορτίο των νέων τους τραγουδιών στους ώμους, θέλοντας να τα πετάξουν μανιασμένα προς το κοινό. Σαν να καίγονταν δηλαδή να επικοινωνήσουν το καινούριο τους υλικό: να το βγάλουν από το σύστημά τους, ακριβώς γιατί ήταν φρέσκο από τη φωτιά του φούρνου και έκαιγε ακόμη.

59kBzk_2.jpg

Είναι χάρμα οφθαλμών να παρατηρείς τους Bazooka να βρίσκονται σε φλογερό διάλογο με το κοινό τους μέσω περήφανων riff και πηγαίου χαβαλέ – άλλωστεέχουν κατακτήσει δικό τους κόσμο, το βλέπεις στα φωτισμένα πρόσωπα του ακροατηρίου. Τραγούδια όπως το “Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση”, το “Μέσα Στην Πόλη”, το “Βραδυνή Βάρδια” και το “Μόνος” ακούστηκαν στο Gagarin κοφτά, αδρά και ευθύβολα.

Οι Bazooka έπαιξαν και τραγούδησαν στακάτα τα νευρικά και αδάμαστα κομμάτια τους, με ανεπιτήδευτο τρόπο και με πατημένα γκάζια, χωρίς να προδίδουν την ανάγκη για μελωδίες. Είναι απολαυστικό να τους βλέπεις να χάνονται στις άναρθρες κραυγές του “Ζούγκλα” και στο μεταδοτικό sing-along του “Εξαϋλώσου”. Στο δε “Η Δική Σου Η Σειρά”, καθώς και στο διαβολεμένα έξυπνο “Κενό”, φάνηκαν τα πλεονεκτήματά τους (καλή αισθητική και γούστο), τσίτωσε η ενέργειά τους (αυτή τους περισσεύει) και έδειξαν ότι μπορούν να παίζουν μεστό, αντρικό rock, διατηρώντας την αγορίστικη αγνότητα· χωρίς ανούσια πόζα και χωρίς indie μιζέρια.

59kBzk_5.jpg

Ο κιθαριστικός πάταγος και η αντάρα των riffs ήταν εκεί και υπηρέτησαν τραγούδια σημερινά, με all-time διάθεση. Ο Ξάνθος Παπανικολάου δεν έκανε ούτε μία παραπανίσια επί σκηνής κίνηση: αντιθέτως, έδειξε ταγμένος στην ταχύτητα των τραγουδιών. Ο Γιάννης Βούλγαρης στα ντραμς με τα μαύρα του γυαλιά έδειξε ότι τον νοιάζει το star quality (και καλά κάνει), ενώ ο Βασίλης Ζελέπης με τον Άρη Ράμμο ήταν αλάνθαστοι και αποτελεσματικοί.

Ακόμη και τα τρία πνευστά που ανέβηκαν στη σκηνή –η τρομπέτα του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau και το τρομπόνι του Κώστα Κωστόπουλου– έριξαν λάδι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που θρέφει τους Bazooka. Και βοήθησαν στη γκρουβάτη ανάπτυξη των κομματιών χωρίς «βαλκανική» επιτήδευση, χωρίς boogie ευκολίες, αλλά με ψυχεδελική πώρωση, με πηχτό ηδονισμό και με ευπρόσδεκτο θράσος. Τέτοια στοιχεία συναντάς σε συγκροτήματα τα οποία ακόμα δεν έχουν αλλοτριωθεί και δεν έφτασαν στο άβολο σημείο που οι κριτικές βαφτίζουν ως «ωριμότητα».

59kBzk_6.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #175

21 Savage 

I Am > I Was

Μετά από μπόλικες κυκλοφορίες που περιλαμβάνουν EP, mixtapes και κάνα-δυο άλμπουμ, ο 21 Savage μπορεί άνετα να νιώθει «εκπληρωμένος». Άλλωστε διαθέτει μια ποιότητα στο μικρόφωνο. Ξέρει τι λέει, έχει ζήσει αυτά που αφηγείται, δεν έχει κάψει το μυαλό τουδιαθέτει guts, ωραίες ιδέες και υψηλότερη αισθητική από τη μέση καγκουριά του σημερινού αμερικανικού rap. Καθόλου άσχημα, αν συνυπολογίσουμε τη βαθιά παρακμή του περιβάλλοντος στο οποίο έζησε.

Ο τίτλος του δίσκου μας λέει ότι ο 21 Savage έχει σημειώσει προσωπική πρόοδο: νιώθει «καλύτερος» σε σχέση με εκείνο που ήταν κάποτε. Αυτή η αυτοπεποίθηση εκφράζεται σε ένα σύνολο κομματιών, το οποίο μπορεί να στέκει περήφανο για τις δυναμικές που αναπτύσσει με τους προγόνους της αληθινής rap κουλτούρας. Μοιάζει δηλαδή το I Am > I Was με άλμπουμ που βρίσκεται σε επαφή με τη black power σημειολογία και που νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη λομπίστικη κλίκα του Billboard, θέτoντας κάποια καλλιτεχνικά θέματα με μία σοβαρότητα παραπάνω.

Το ραπάρισμα του φιλόδοξου MC είναι επαναλαμβανόμενο και ομοιόμορφο. Η φωνητική του τεχνική είναι η εξής: τα λόγια του απλώνονται ρυθμικά σε ομόκεντρους κύκλους, με την τελευταία λέξη κάθε στίχου να επαναλαμβάνεται, ώστε να δώσει χώρο στον επόμενο στίχο –όπου πάλι η τελευταία λέξη θα επιστρέψει διπλή στον ακροατή. Όλα τα παραπάνω δένουν καλά με ένα απολαυστικό μενού από samples, με αποτέλεσμα ο πιτσιρικάς να πιάνει επάξια το momentum της καυτής σκηνής της Ατλάντα.

Ο 21 Savage αποφεύγει επίσης τα «ακριβά» ντουέτα, καθώς δεν παρουσιάζει συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στην κυριαρχία των superstar του χιπ χοπ. Αναπολεί όμως το το βίαιο παρελθόν που έχει αποκηρύξει στο “4L”, γίνεται συναισθηματικός στο “Letter 2 Μy Momma” και δείχνει οξυδέρκεια όταν αφηγείται ιστορίες στο “Asmr”. Σε πείθει με λίγα λόγια πως μιλάει βιωματικάσε όλα τα τραγούδια, χωρίς τις καρτούν-περιγραφές του Eminem και χωρίς τα ωμά βρισίδια των δήθεν γκάνγκστα. Θα μπορούσε βέβαια να αποφύγει μερικές κουραστικές μετριότητες όπως το “All My Friends” και το “Good Day”, αλλά δεν πειράζει στ’ αλήθεια.

Το I Αm > I Was είναι άλμπουμ που δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση και έχει μέσα του μια ανήσυχη γκάμα σκέψεων. Επιπλέον, με τον μαστουρωμένο νιχιλισμό του και την καλή ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στις στιγμές αδρεναλίνης και στη σκοτεινιά, ο 21 Savage δίνει μαθήματα περί αληθινού χιπ χοπ στον αλαζόνα Kanye.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #174

Bryan Ferry

Bitter Sweet

Η αγάπη του Bryan Ferry για το swing των παλιών big bands δεν αποτελεί μυστικό, αλλά ίσως και να γλυκάθηκε λίγο παραπάνω ο αιώνιος Δανδής απ’ το cameo που έκανε ως τραγουδιστής σε καμπαρέ, στην τηλεοπτική σειράBabylon Berlin του Τομ Τίκβερ. Όποια κι αν ήταν πάντως η αφορμή για τη δημιουργία του Bitter-Sweet, παραμένει απολαυστικό να τον ακούμε να διαπρέπει στο jazzy τερέν που ξεκίνησε να εξερευνά εντατικά με το As Time Goes By (1999) και στη συνέχεια με το The Jazz Age (2002).

Η «δαντελωτή» ματαιοδοξία που χαρακτηρίζει τον Ferry στο μικρόφωνο δεν έχει χάσει το ερωτικό της άγγιγμα, ακόμη κι αν τώρα πια υιοθετεί μια ψιθυριστή θλίψη στην έκφραση. Πλέον, η μούσα του δεν είναι η αγκαλιά των διαστημικών μοντέλων που κοσμούσαν τα εξώφυλλα των δίσκων του. Το μανιφέστο του ορκισμένου εργένη το έχει ολοκληρώσει –και το έχει τοποθετήσει στο ράφι. Σειρά έχει λοιπόν η ασφάλεια των τζαζ ενορχηστρώσεων, οι οποίες σιγοκαίνε σαν τζάκι.

Τραγούδια από τη δαφνοστεφανωμένη καριέρα των Roxy Music αλλά και από την προσωπική του διαδρομή, φοράνε εδώ τα «καλά» τους τζαζ ρούχα. Και όλα μαζί συμπληρώνουν ένα καθόλου αχρείαστο τελικά remake κάποιων λαμπρών στιγμών. Σαν το σαγηνευτικό “Alphaville” ή το καθηλωτικό “Reason Or Rhyme”· ακόμη και το “Sign Οf Τhe Times” από το The Bride Stripped Bare(1978), που εδώ μετασχηματίζεται σε βραδυφλεγές φλαμέγκο βγαλμένο από πυρετώδεις ονειρώξεις. Το δε “While My Heart Is Still Beating” από το κλασικό Avalon (1982) παράγει φρέσκους χυμούς, ενώ ξαφνιάζει ο εξωτικός μινιμαλισμός του “Zamba” από το Bête Noire (1987).

Η πληθωρική art pop του Δανδή δεν νιώθει πια την ανάγκη να αποπλανήσει τα θηλυκά του κόσμου, ούτε φέρνει στο προσκήνιο τη στυλιζαρισμένη γοητεία του χαρισματικού frontman (που υπήρξε). Τη σκυτάλη έχουν πάρει πλέον η ορχηστρική jazz και η καπνισμένη swing ατμόσφαιρα, σε τόση ακριβώς ποσότητα ώστε να αντέξεις δίχως να προγκήξεις από το άβολο αίσθημα νοσταλγίας. Αυτή τη φορά ο Bryan Ferry δεν κυκλοφορεί με λυμένη γραβάτα και επιμελώς ατημέλητο χτένισμα στα υποσχόμενα gala της πόλης. Κρατάει τη μπλαζέ μελαγχολία για τον ρόλο του παράνομου crooner και υποδύεται τον «περπατημένο» ερμηνευτή, ο οποίος είναι ακόμη ικανός να κάνει τις γυναίκες στο κοινό να δαγκώσουν με λαγνεία τα καλαμάκια των κοκτέιλ τους –και τους άντρες να ανασκουμπώνονται τσαλακώνοντας το ύφος τους, ώστε να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.

Ακόμη κι αν το Bitter-Sweet είναι τελικά ένα άλμπουμ ήσσονος σημασίας για τη δισκογραφία του Ferry, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πείσει για τις προθέσεις του χωρίς να μας φλομώσει στην εστέτ «τζαζίλα» και στις μεστωμένες μανιέρες του ρετρό.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Απολογισμοί

Γιατί πρέπει να μοιάσουμε στον Ρέντφορντ και όχι στον Ίστγουντ.

Οι απολογισμοί μιας ολόκληρης ζωής έχουν μερικά κοινά με τους μικρότερους, ετήσιους απολογισμούς της πρωτοχρονιάς. Η διαφορά είναι ότι στα ανώφελα new year’s resolutions έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα έχεις την ευκαιρία να τα κάνεις όλα καλύτερα στους επόμενους 12 μήνες. Όταν είσαι στη δύση της ζωής σου, γνωρίζεις ότι οι μεγάλες αποφάσεις έχουν παρθεί. Το bucket list έμεινε άδειο για όσους τόλμησαν ή γεμάτο για όσους έζησαν μέσα στα απωθημένα.

Προσωπικά, μόνο μέσα από το σινεμά και τη μουσική έχω μάθει να επικοινωνώ καλά. Με μια κινηματογραφική αναφορά λοιπόν, θα κάνω ένα σύνθετο resolution που λειτουργεί για κάθε πρωτοχρονιά και για κάθε απολογισμό ζωής. Φέτος, δυο παλαίμαχοι του Χόλιγουντ (τόσο παλιοί που θαρρείς ότι κάνουν ταινίες απ’ τον Μεσαίωνα) μας έδωσαν από έναν “τελευταίο ρόλο”. Δυο ταινίες για δυο ηλικιωμένα κινηματογραφικά icons που άτυπα ρίχνουν αυλαία στις καριέρες τους και διαβάζονται σαν farewell – ακόμη κι αν επιστρέψουν με κάτι καινούριο στο μέλλον.

 

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» υποδύεται έναν ευγενικό και χαμογελαστό ληστή. Πρόκειται για έναν ρομαντικό παράνομο με χρυσή καρδιά, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κλέβει τράπεζες γιατί ήταν κάτι που τον κρατούσε ζωντανό και γιατί δεν έμαθε να κάνει τίποτε άλλο.

Ο Κλιντ Ίστγουντ στο «The Mule» υποδύεται έναν βετεράνο στρατιωτικό που αναλαμβάνει να γίνει βαποράκι υπεράνω υποψίας που μεταφέρει εμπόρευμα με το φορτηγό του για ένα καρτέλ κοκαΐνης. Πρόκειται για έναν παράνομο που περιφρονεί τον κόσμο, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κάνει μια παράνομη δουλειά για να μη χρειαστεί να συνδεθεί ποτέ με άλλους ανθρώπους.

 

Ο Ρέντφορντ στα 82 του, έχει το τρυφερό βλέμμα που διαθέτουν όσοι δεν υπήρξαν σκατόψυχοι στα νιάτα τους.

Ο Ίστγουντ στα 88 του, έχει το βλέμμα περιφρόνησης που διαθέτουν όσοι δεν έχουν αγαπηθεί.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» ψάχνει να επικοινωνήσει με μια αγνή καρδιά που θα συντονιστεί με τους δικούς του παλμούς.

Ο Ίστγουντ «The Mule» αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν βαρίδια, νομίζει ότι όλοι πρέπει να τον ευγνωμονούν που τους αφήνει να μοιράζονται μαζί του το οξυγόνο.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» δεν έχει πατρικές συμβουλές να δώσει, δεν νιώθει δυνατός άνδρας, δεν νιώθει περήφανος πατριώτης, δεν αισθάνεται ότι ξέρει να διαχωρίζει το δίκαιο με το άδικο.

Ο Ίστγουντ «The Mule» υπακούει σε ηθικούς νόμους που έχει φτιάξει ο ίδιος και έχει μπόλικες συμβουλές να χαρίσει (πάντα με μια δόση macho νταλκά).

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» είναι ένας λευκός άνδρας που δεν αψηφά το κοινωνικό σύστημα, τους θεσμούς του κράτους ή τις μειονότητες. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει γύρω του, όπως άλλαζε την εποχή που αυτός ήταν νέος.

Ο Ίστγουντ «The Mule» είναι ένας λευκός άνδρας που το κοινωνικό σύστημα τον ξεβολεύει, οι γραπτοί νόμοι είναι εμπόδιο, ο κόσμος αλλάζει ερήμην του και δεν καταλαβαίνει γιατί χάθηκαν οι παλιές καλές μέρες (ειδικά όταν κοιτάζει μια συμμορία από λεσβίες γυναίκες σε μηχανές)

 

Τον Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» τον κυνηγάει ένας αστυνομικός που τον σέβεται. Ένας μάλλον βαρετός άνθρωπος που θα συνεχίσει την βαρετή ζωή του (Κέισι Άφλεκ). Ένας χαλαρός τύπος που δεν νιώθει ήρωας και φροντίζει την οικογένειά του χωρίς παλικαριές και αυταπάρνηση για το ιερό καθήκον.

Τον Ίστγουντ στο «The Mule» τον κυνηγάει ο κύριος Λευκή Αμερική (Μράντλει Κούπερ). Ο διάδοχος του σοφού σκληρού γέρου που έχει αρχές γιατί ξέρει να σέβεται τους βετεράνους. Ο πρώην πρωταθλητής στο Football κολεγίου με το σύνδρομο του Κάπτεν Αμέρικα, που νομίζει ότι αποτυχία ζωής είναι να ξεχνάς την επέτειο γάμου σου (επειδή οι γυναίκες τα θέλουν αυτά).

 

Στο μέτριο συνολικά «The Old Man & the Gun» υπάρχουν άνθρωποι με ιστορίες (όπως ο Τομ Γουέιτς), ωραία νοσταλγία και μικρές κινηματογραφικές αναφορές για να χαμογελάς για ώρες μετά τη θέαση.

Στο μέτριο συνολικά «The Mule», υπάρχει η νοικοκυρά σύζυγος που έκανε υπομονή, η στερεοτυπική κόρη που ήθελε τον μπαμπά παρών στο γάμο της, ώστε να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωή της (!) και οι Λατίνοι ναρκέμποροι είναι γεμάτοι απειλητικά τατουάζ, κοιτάζουν βλοσυρά και εξαπολύουν μόνο «cabrón» και «puta».

 

Εύχομαι σε κάθε απολογισμό χρονιάς (ή ζωής) να έχουμε το γήινο, γεμάτο κατανόηση και χιούμορ βλέμμα του Ρέντφορντ, που παρά τις χαμένες μάχες έμεινε καθαρό. Εύχομαι να μην καταλήξουμε με το σκληροτράχηλο και σας-φτύνω-στη-μούρη ύφος του Ίστγουντ. Να κρατήσουμε τα βιώματά μας για όσους μας αγαπούν, χωρίς διδάγματα και ανάγκη επιβεβαίωσης και να μη μοιράζουμε τριγύρω τη λαϊκή σοφία του γέρου που «δε μασάει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #173

Mitski

Be The Cowboy

Είναι περισσότερο με το φετινό της άλμπουμ, παρά με το Puberty 2 (2016), που η Mitski δείχνει ότι, αρκετά νωρίς στην καριέρα της, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, αλλά και μια μελωδική ψυχραιμία.

Η ποιότητα των τραγουδιών της έχει να κάνει με την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τις αρμονίεςμε τον μορφωμένο φεμινισμό στο υπόβαθρο (χωρίς το manual της πολιτικής ορθότητας) και με το βιωματικό στοιχείο (χωρίς υπερβολές και μανίες). Το υλικό της προκύπτει φτιαγμένο από αέρινα συστατικά, τα οποία στον πυρήνα τους διαθέτουν εξαιρετικές ιδέες· από αυτές που όσοι indie darlings μεγάλωσαν με τη μουσική που βγήκε μετά το 2000, θα σκότωναν να έχουν.

Έξυπνη, καλόγουστη και «κατεστραμμένη» με έναν οικείο και ενδιαφέρον τρόπο, η Mitski εκφράζει τον γοητευτικό της κυνισμό μέσα από αφηγήσεις για συναισθηματικά δυσλειτουργικές φιγούρες, ενώ τα περιπετειώδη πλήκτρα μαίνονται τριγύρω. Στην ουσία δημιουργεί δικούς της χαρακτήρες, σαν σεναριογράφος που υπογράφει τηλεοπτικούς πιλότους για το ΗΒΟ με hip, αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες στις μεγαλουπόλεις.

Η παράξενη τραγουδοποιός παίζει έξυπνα με τη μάτσο μυθολογία των «ισχυρών» και διαθέτει τον σαρκασμό που έχουν όλοι όσοι διαβαίνουν περήφανα τον μονόδρομο της μοναξιάς. Κάτι που φαίνεται σε στιγμές όπως το “Me Αnd My Husband” ή το “Why Didn’t You Stop Me?”, που αποτελούν σχόλιο για εσωστρεφείς ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μόνοι παρά τις ερωτικές τους σχέσεις (ειδικά μέσα σε εκείνες). Στο “Nobody”, πάλι, αλλά και στο “Pink Ιn Τhe Night”, φαίνεται να ανήκει στους μουσικούς στους οποίους αρκεί μία synth πλάτη για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μίας ζωής.

Το Be The Cowboy διαθέτει επικά μελοδράματα που χωράνε σε τραγούδια-μινιατούρες, για να μπορείς να τα ακούς στις προσωπικές σου στιγμές, μέσα στο ασφαλές κουκλόσπιτό σου, τότε που παίρνουν το πάνω χέρι οι ανασφάλειες και οι στεναγμοί. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια περήφανη στιγμή της σύγχρονης ανεξάρτητης pop, η οποία μαστίζεται από πυροτεχνήματα και κούφιες υποσχέσεις. Η Mitski έχει ικανότητα στην αφήγηση, παίζει στα δάχτυλα τους κανόνες της μετρονομίας και στο τέλος βγαίνει σπαθί προς τα έξω. Είναι σίγουρο ότι θα έχει μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Springsteen on Broadway

Αποτέλεσμα εικόνας για Springsteen On Broadway

Η τρυφερή βραχνάδα του Σπρίνγκστιν είναι μία από τις ψηλότερες βουνοκορφές στην οροσειρά της Αμερικάνικης μουσικής ιστορίας. Όπως η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, τα γυαλιά του Ρόι Όρμπισον, τα «Good-God» αγκομαχητά του Τζέιμς Μπράουν, τα «whoοo» του Μάρβιν Γκέι, η μοναξιά του Χανκ Γουίλιαμς και τα μαύρα ρούχα του Τζόνι Κας.

H παράσταση στο Broadway πιάνει απ’ την αρχή το νήμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινά απ’ τη γενέτειρα του Νιού Τζέρσεϊ. Ο Μπρους τραγουδάει και αφηγείται κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Η ειλικρίνειά του είναι που έχει συγκεντρώσει μια τεράστια κοινότητα πιστών που πίνουν νερό στο όνομα του.

Τον Σπρίνγκστιν όμως δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοι του ξεκινούν παγκόσμιες γιγαντοπεριοδείες  για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street band οικογένειας. Πρέπει να ξέρεις από χαμένες μάχες για να τραγουδάς αληθινά και πρέπει να έχεις συνηθίσει την απόρριψη για να έχεις αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο.

Ο Μπρους με εργαλείο μια κιθάρα, μαζί με την φυσαρμόνικα και το πιάνο, επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή.

To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στην τοξικότητα των ημερών και φωνή πολιτισμού μέσα στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ευχαριστούμε αφεντικό.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #172

Paul Weller

True Meanings

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller True Meanings

Δεν χωράει αμφιβολία πως μόνο «αληθινά νοήματα» μας έχει χαρίσει ο γνήσιος mod πατέρας, καθόλη τη μακρά καριέρα του. Όμως, τα τελευταία 10 χρόνια (από το 22 Dreams του 2008) αυτός ο διαβολεμένα όμορφος τραγουδοποιός μας έχει χαρίσει κι ένα ανίκητο σερί υπέροχων δίσκων.

Στο True Meanings, ο Paul Weller συνεχίζει να αποπνέει ζωντάνια και μια ζωτική ανάγκη για περιπέτεια. Τα τραγούδια του βάζουν κάτω εκατό φιλόδοξους τροβαδούρους· από εκείνους που αποσπούν για κάποιον λόγο τους διθυράμβους του μουσικού Τύπου και ποζάρουν με στόμφο, με την κιθάρα να κρέμεται ριχτή στον ώμο. Όμως ο Weller δεν έχει χρόνο για πόζα και ανοησίες. Σαν να έχει νικήσει τον χρόνο και, απαλλαγμένος πια από αυτό το άγχος, εξακολουθεί να ηχογραφεί μικρά θαύματα, παραμένοντας ανήσυχος.

Δεν υπάρχει νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες του κλασικού Songbook εδώ. Πρόκειται άλλωστε για έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον κολλήματα αναβίωσης, ούτε κόλλημα με την παράδοση –ούτε με τίποτα γενικά. Ο κύριος Weller κάνει άνετα σλάλομ ανάμεσα στο pub rock και στην ακουστική ψυχεδέλεια και ακροβατεί ανάμεσα στη folk που αναβλύζει «βρετανίλα» και στη soul του αμερικάνικου νότου. Η μουσική του παλέτα δεν ήταν τόσο παλλόμενη ούτε στα χρόνια της χυμώδους, νεανικής πώρωσης των Jam, ούτε καν στις soul περιπέτειες των Style Council.

Προσέξτε τα έγχορδα του “Old Castles”, τα οποία σε κόβουν σαν βούτυρο ή τη βελούδινη μελωδικότητα του “Aspects”, που σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια για να την εισπνεύσεις. Προσέξτε επίσης τη ζεστασιά του “Gravity”, το οποίο φέρνει στο μυαλό τον Richard Hawley (αλλά χωρίς την αυτερέσκεια) ή του “Wishing Well”, που θυμίζει Nick Drake (αλλά χωρίς την αυτολύπηση). Προσέξτε ακόμη τον τρυφερό φόρο τιμής “Bowie” («we all have to go, but letting go is thanking you»).

Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα άλλο παράδειγμα εκτοπίσματος σαν αυτό που παρουσιάζει ο Weller την τελευταία δεκαετία. Αναφέρομαι στην ειλικρίνειαστον ξάστερο λόγο και στη μελωδική ψυχραιμία. Στο True Meanings ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνη την ατόφια μελωδικότητα που σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια, μαζί με μια περήφανη βρετανικότητα την οποία ο Weller πάντα κουβαλάει. Η φόρμα του δίσκου είναι απαλή, η θερμοκρασία του είναι ρυθμισμένη σε ένταση «δωματίου» και οι προθέσεις του φωνάζουν για «αγκαλιά», χωρίς όμως ίχνος έντεχνης τρυφερότητας στο υπόστρωμα.

Τα νέα τραγούδια του Weller είναι λοιπόν ποτισμένα με την κληρονομιά που τον έθρεψε, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται ποικίλα και μοντέρνα. Ωραία γήινη μουσική, για καθημερινούς φθαρτούς (ή φθαρμένους) ανθρώπους.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment