Album Of The Week #86

Posted in Music on April 20, 2017 by InfluencesOnly

Οι Jesus And Mary Chain θα είναι πάντα πιο cool απ’ το αγαπημένο σου συγκρότημα. Μπορεί τα αδέρφια από τη Γλασκώβη να μην έγιναν ποτέ Velvet Underground, Stooges ή έστω Sonic Youth, όμως ακούγοντας ακόμη και τα πιο μέτρια τραγούδια τους, ανεβαίνουμε μερικά επίπεδα στη σκάλα του coolness. Το αξίωμα αυτό όχι μόνο δεν ακυρώνεται με την επιστροφή τους, αλλά ενισχύεται. Χάρη σε ένα comeback album εξίσου ευπρόσδεκτο με εκείνο των My Bloody Valentine.

Είναι σχεδόν ενοχλητικό ότι τα αδέρφια Reid ακούγονται σαν να μη μεγάλωσαν ούτε μέρα και μπορούν ακόμη να ποτίζουν με απόηχους της Motown την κληρονομιά του «wall of sound» του Phil Spector, πάνω σε έναν τάπητα από υπερτονισμένες κιθάρες. Είχαν 19 χρόνια να κάνουν κάτι δισκογραφικά οι Jesus Αnd Mary Chain (από το Munki του 1998), όμως ήδη από τις πρώτες νότες του εναρκτήριου “Amputation”, μας στέλνουν ξανά πίσω στις χρονικές συντεταγμένες. Τότε που λέγαμε απλώς «alternative» και καταλαβαίναμε μεταξύ μας τι ακριβώς εννοούμε.

Το Damage Αnd Joy διαθέτει απλή δομή, δίχως αχρείαστη καταχνιά στην ατμόσφαιρα και μπορεί να ακουστεί τόσο σε ημιφωτισμένα καταγώγια τίγκα στην κάπνα, όσο και σε γκλαμουράτα πάρτι με καλοντυμένα κορίτσια. Αποτελείται από μια παχιά δέσμη 14 εμπνεύσεων, που προκαλούν πειθαρχημένη διέγερση: τραγούδια χωρίς καθόλου «λίπος», τα οποία μπορούν και να χορευτούν, αλλά με τη δική σου απαραίτητη συναίνεση.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι ικανά να θρέψουν άγρια ξενύχτια, με τις γόπες και τα άδεια μπουκάλια να μαρτυρούν το hangover, αλλά και να συντροφεύσουν μελαγχολικούς daydreamers. Ακούστε τις περιπετειώδεις κιθάρες στο τελευταίο λεπτό του “War On Peace”, την πηχτή μελωδικότητα του “Presidici”, την περήφανη ευδαιμονία του “Get On Home” –όπου ο Jim Reid μας λέει ότι πέρασε τη νύχτα με το κορίτσι του και λίγο LSD (και το λέει σαν να είναι το καλύτερο πράγμα που του έτυχε ποτέ). Ακόμα και τη στιχουργική μυθοπλασία του “Song For A Secret”, όπου αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής σκότωσε τον Kurt Cobain μετά από εντολή της Courtney Love.

Ακούγοντας πάλι άλλα κομμάτια, όπως το ευοίωνο “All Things Pass” ή το αγαπησιάρικο “The Two Of Us”, παρασύρεσαι σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς ανταγωνιστικές οικονομίες, καθημερινή πάλη με τον φιλελέ κυνισμό και τη λογικάρια ανοησία. Ο Jim και ο William Reid, σε κάνουν να πιστεύεις ξανά στους αυτόφωτους και στους αληθινά δημιουργικούς –όχι δηλαδή σε εκείνους που θεωρούν την επιχειρηματικότητα ως μέτρο αξίας. Με λίγα λόγια, σε κάνουν να νιώθεις ασφάλεια. Δίχως την αλαζονεία «σεβάσμιων πατεράδων», κατασκευάζουν ένα αντίδοτο για όλες τις κάλπικες ροκιές που μας φοράνε κολάρο κάθε λογής απέθαντοι δεινόσαυροι, τσαρτόπληκτοι αριβίστες και άτεχνα φρικιά.

Ήταν πάντα και παραμένουν διαφήμιση του rock ‘n’ roll οι άτιμοι οι Jesus And Mary Chain, ήδη από την εποχή κατά την οποία εξαπέλυσαν δίσκους που προλείαναν το έδαφος για την έκρηξη του alt-rock μετά το 1990. Όταν λοιπόν νιώθω προδομένος από χαζοκιθάρες που βολοδέρνουν στον μουσικό τύπο αποσπώντας ανόητους διθυράμβους, επιστρέφω σε συγκροτήματα σαν κι αυτό, που λειτουργούν σαν σωσίβια για την ταλαιπωρημένη αγάπη μας για το μοντέρνο ροκ.

Για να αφομοιώσει βέβαια κάποιος το Damage Αnd Joy, θα πρέπει πρώτα να αισθανθεί ότι συμμετέχει στην ομήγυρη για την οποία κατασκευάστηκε. Προσωπικά ανήκω στη φυλή που έχει λιώσει το Pshychocandy (όπως και το Loveless των My Bloody Valentine, αλλά και το Siamese Dream των Smashing Pumpkins και το Sister των Sonic Youth). Φυσικά, η παγοθραυστική αύρα ενός Darklands (1987) δεν μπορεί να επαναληφθεί 30 χρόνια μετά, τελικά όμως αυτή η επιστροφή αποδεικνύεται απαραίτητη κι όχι απλά ευπρόσδεκτη.

Από το Avopolis

10 ταινίες για τη Μεγάλη Βδομάδα

Posted in Cinema on April 14, 2017 by InfluencesOnly

Αν ανήκετε σε αυτούς που αντιπαθούν τις επικές ταινίες Χλαμύδας, τον Τζεφιρέλι και τα πάθη του Μελ Γκίμπσον, υπάρχουν 10 αριστουργηματικές ταινίες θρησκευτικού προβληματισμού που αξίζει να θυμηθείτε ή να ανακαλύψετε.

The Station Of The Cross (2014)
Του Dietrich Brüggemann

The Station Of The Cross (2014).jpg

Η 14χρονη Μαρία μαθαίνει από μικρή το αυταρχικό πρόσωπο του Χριστιανισμού και αισθάνεται ότι το σώμα της ανήκει μόνο στον Ιησού. Η Μαρία θα βιώσει τις 14 στάσεις του Σταυρού μέσα από ισάριθμες σκηνές. Ο Γολγοθάς της ανήλικης μαθήτριας είναι σοκαριστικός. Ο δρόμος για την ενσάρκωση των Παθών, είναι μια κατάβαση στην κόλαση και στην πνευματική αστάθεια. Η ακραία αφοσίωση χαρτογραφείται από 14 μεγάλες σεκάνς που προκαλούν σφίξιμο στο στομάχι, καθώς η μικρή οδηγείται στην αποξένωση, στην τρέλα και τελικά στην ατομική της «θέωση». Ένα δράμα-σοκ, άθικτο από τις αισθητικές ανάγκες της καθημερινότητας που τα έθρεψε, χάρη στην εστέτ αδιαλλαξία του δημιουργού του, εφάμιλλο ενός «Δαμάζοντας τα Κύματα». Έργο που σε αποξενώνει, που προκαλεί τις αντοχές σου και δεν εκμαιεύει τη προσοχή σου με τις κατασταλτικές μηχανές του entertainment.

 
Ida (2013)
Του Pawel Pawlikowski

Ida (2013).jpg

Την Άννα μεγάλωσαν Πολωνές καλόγριες. Λίγο πριν ασπαστεί τον μοναχισμό, ταξιδεύει να επισκευτεί την μαναδική εν ζωή συγγενή της, η οποία την ενημερώνει για την Εβραική της καταγωγή. Οι δυο κοπέλες ξεκινούν να ανακαλύψουν τα κρυμμένα οικεγενειακά τους μυστικά, που θα κλονίσουν όσα οι ίδιες πίστευαν για τις ζωές τους και για το ποιές είναι πραγματικά. Ασπρόμαυρο, υπαρξιακό, Πολωνικό δράμα υψηλής κλάσεως που λειτουργεί ως χαμηλόφωνος στοχασμός στα ιδανικά και τις ρίζες της πίστης, όπως σχηματίζονται από το κοινωνικό πλαίσιο που ζούμε και αναπνέουμε. Μια αναχρονιστική προσπάθεια, σχεδόν με όρους βωβού σινεμά, για δοκιμιακές ιδέες σε μια γεμάτη νοήματα, κοσμογονική ιστορία αφιλόξενων χώρων και διστακτικών κινήσεων.

 

Beyond the Hills (2012)
Του Cristian Mungiu

Beyond the Hills (2012).jpg

O Ρουμάνος σκηνοθέτης Cristian Mungiu (της φήμης του «4 Months, 3 Weeks and 2 Days») αφηγείται μια αδιανόητη ιστορία, με τη μορφή παραβολής επάνω στην έννοια της Θείας τιμωρίας και του μοντέρνου σκοταδισμού. Δυο φίλες που μεγάλωσαν στο ίδιο ορφανοτροφείο, έχουν μια ιδιότυπη ερωτική σχέση μέσα στα χρόνια. Η μια μεταναστεύει στη Γερμανία στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής και τελικά βρίσκει το Θεό. Ως καλόγρια πλέον, θα φιλοξενήσει στο μοναστήρι που ζει την πρώην ερωμένη της, που παραμένει ατίθαση και την οποία οι υπόλοιποι θα θεωρήσουν δαιμονισμένη και θα υποβάλλον σε εξορκισμό διαρκείας. Τις ταινίες σαν κι αυτή, τις καθιστά σπουδαίες ο απόηχός τους, που φωλιάζει στο υποσυνείδητο. Λίγο μετά τη στιγμή που το δράμα σωπάσει και αφότου ξεπεραστεί το αντανακλαστικό σοκ της θέασης. Ρεαλισμός με σκληρά κατακτημένη σοφία, αδιανόητη κατάληξη στο φινάλε και πράξεις ελέους του καίνε την ψυχή των ανθρώπων αντί να της δώσουν ανάταση.

Hadewijch (2009)
Του Bruno Dumont

Hadewijch (2009).JPG

Μια Καθολική μοναχή, θα επιστρέψει για λίγο στο πατρικό της. Στην πορεία θα γνωρίσει έναν Μουσουλμάνο νεαρό, αλλά θα του επισημάνει ότι έχει ορκιστεί να μείναι παρθένα. Η νεαρή θα παρευρεθεί στις λατρευτικές τελετές των Μουσουλμάνων, μετά από πρόσκληση του μεγάλου αδερφού του φίλου της. Σπουδαία δουλειά ενός ανήσυχου, νεωτεριστή σκηνοθέτη που αποκτά υπόσταση μόνο όταν πατάει στα πτώματα των πατροπαράδοτων ιδεών σχετικά με το αντιλαμβανόμαστε ως πίστη και τρομοκρατία. Ταινία με βαθύτατη θεολογική και φιλοσοφική διάσταση, με πολλαπλά επίπεδα γραφής και με αναπάντητα ερωτήματα που θέτει προς πάσα κατεύθυνση.

The Third Miracle (1999)
Της Agnieszka Holland

The Third Miracle (1999).jpg

Ελάχιστοι έχουν δει αυτό το εξαιρετικό διαμαντάκι με πρωταγωνιστή τον Εντ Χάρις, στο ρόλο ενός σκεπτικιστή Ιερέα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ένα κορίτσι με ανίατη ασθένεια, γιατρεύτηκε όταν έσταξε πάνω της το αίμα του αγάλματος της Παρθένου Μαρίας. Ένα βαθύ δράμα και μια σπουδή χαρακτήρων γεμάτη νεύρο. Το πνευματικό ταξίδι που θα πυροδοτήσει αυτή η έρευνα είναι άριστα δωσμένο, με τον φακό να ψυχανεμίζεται τον διχασμό του Ιερέα ανάμεσα στην κοσμική φιλοσοφία ζωής και το δόγμα πάντα με οδηγό το καθαρό βλέμμα του Εντ Χάρις.

Of Gods and Men (2010)
Του Xavier Beauvois

Of Gods and Men (2010).jpg

Το διαστρεβλωμένο μόρφωμα του Ιερέα / Σωτήρα, μέσα από καθημερινές πρακτικές και η σιωπή του Θεού, απαρτίζουν τη ραχοκοκκαλιά αυτού του Γαλλικού δράματος, που διαδραματίζεται μέσα σε ένα μοναστήρι όπου εννέα μοναχοί βρίσκονται κλεισμένοι. Οι ιερείς συνυπήρχαν με τους Αλγερινούς μουσουλμάνους, μέχρι που ορισμένοι από αυτούς εκτελέστηκαν στον εμφύλιο. Οι εννέα μοναχοί θα μεινουν έγκλειστοι και θα προσευχηθούν, μέχρι να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν για να μη θανατωθούν. Αεροστεγώς κλεισμένο δράμα που θέτει ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα ερωτήματα για τον εκκλησιαστικό ρόλο και τη μεταμέλεια σε καθεστώς πολέμου.

Turin’s Horse (2011)
Του Bella Tarr

Turin’s Horse (2011).jpeg

Μια κρυπτική μυσταγωγία με υποβλητική δύναμη που θα προκαλέσει τόσο πλήξη και αμηχανία σε κάποιους όσο και συναισθήματα δέους στους υπόλοιπους. Ένα ασπρόμαυρο κινηματογραφικό δοκίμιο δυόμιση ωρών, παντελώς άδειο από διαλόγους και δράση με μια υπνωτική παρατήρηση μιας άγονης στατικότητας δυο ανώνυμων χαρακτήρων σε ένα πέτρινο σπίτι για έξι μέρες, με τη μινιμαλιστική μουσική και τον αφύσικο αέρα που λυσσομανάει να ντύνουν μουσικά μια παράτολμη αλληγορία. Ο έκπτωτος ανθρώπινος πολιτισμός σε «κενό σκοτάδι», η ρήξη με το “Θείο” εξαιτίας της διαβρωτικής μανίας του ανθρώπου, η τιμωρία του με “άρνηση” και η μανία της φύσης. Η εικονοπλασία του “The Turin Horse” καλλιεργεί στο θεατή την ιδέα μιας θεολογικής παραβολής με τη δράση να απουσιάζει. Ο Νίτσε έκλαψε με λυγμούς όταν αγκάλιασε ένα άλογο που χτυπήθηκε από τον ιδιοκτήτη του. Λίγο μετά θα διακήρυττε τη φιλοσοφική χρεοκοπία του πριν αφεθεί στη παράνοια. Ο κινηματογραφικός φακός ψάχνει την αλήθεια των εικόνων με μακράς διάρκειας λήψεις και προσδίδει φιλοσοφική βαρύτητα στην παραβολή που γεννάει μια ιστορία που δεν είδαμε, αυτή ενός φιλοσόφου σε ολική κατάρρευση. Η στείρα καθημερινότητα είναι η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου.

Bringing Out The Dead (1999)
Του Martin Scorsese

Bringing Out The Dead (1999).jpg

Η νυχτερινή βάρδια εκτυλίσσεται σε βρώμικα στενά και κακόφημα στέκια. Το ασθενοφόρο προσπερνάει σωρό από όρθια πτώματα, ντίλερς, άστεγους, τοξικομανείς, πόρνες και προσπαθεί να σώσει τη ζωή των χαμένων ψυχών. Όμως εδώ η αστική κόλαση εσωτερικεύεται και εκφράζεται μέσα από το ταραγμένο από τις ενοχές και την αϋπνία μυαλό του ήρωα. Το μεσσιανικό σύμπλεγμα είναι εμπόδιο για την αγωνία για λύτρωση ενός τσακισμένου ανθρώπου που έχει περάσει πολύ χρόνο δίπλα στο θάνατο για να αισθανθεί ζωντανός. Ο κόκκινος σταυρός που εσωκλείει τη ματιά «αγιοσύνης» του Νίκολας Κέιτζ στην αφίσα φυσικά δεν είναι του ασθενοφόρου. Ο ήρωας διανύει ένα σιωπηλό, σχεδόν παραλυτικό ταξίδι στην κενότητα, βασανιζόμενος από την οδύνη για τις ψυχές που δεν έσωσε. Ο διχασμός ανάμεσα στην απέχθεια για τις ασχήμιες του δρόμου και της χριστιανικής συμπόνιας, τον παρασύρει σε ένα ασταμάτητο hangover διάσωσης και μαζοχιστικής κατάβασης στη μεταμεσονύχτια κόλαση των δρόμων. Από τις πιο θρησκευτικές ταινίες του Σκορσέζε.

 

Ordet (1955)
Του Carl Dreyer

Ordet (1955).jpg

Δωρικό δράμα, με δράση δωματίου και μετρημένο διάλογο. Η παρατήρηση ενός ακίνητου και απολιθωμένου κόσμου είναι η παλέτα για μια πλατύτερη αλληγορία σύγχρονου υπαρξισμού. Με περίσσια ταπεινότητα, ο μεγάλος Dreyer χρησιμοποιεί ευθύγραμμη αφήγηση για να κινηματογραφίσει τους ήρωές του σαν έγχορδα σε κονσέρτο δωματίου. Ο φακός παρατηρεί αόρατος, σχηματίζει συμμετρικά πλάνα, σαν μπαρόκ αριστουργήματα και αφουγκράζεται τις λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς που επιτρέπουν το «Θείο» στο δράμα. Ο Dreyer επιχειρεί μια χαμηλοβλεπούσα ιχνηλάτιση του αγγίγματος του Θεού. Η αποθέωση του συμβολικού σινεμά με αργόσυρτο βήμα, που αδιαφορούν για κάθε υποψία αφήγησης και εσωκλείουν μια εικονοκλαστική εποποιία του νου. Συμμετρικά πλάνα και διάλογοι, είναι παραταγμένα με αρχοντιά και σοφία σε ένα αριτούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Léon Morin, Priest (1961)
Του Jean-Pierre Melville

Léon Morin, Priest (1961).jpg

Βρισκόμαστε στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και μια άθεη μητέρα (εξαιρετική η Emmanuelle Riva) ασπάζεται αναγκαστικά τον Καθολικισμό για χάρην την σωτηρία της κόρης της. Κλοσνισμένη από τον πόθο της για το πρώην αφεντικό της, θα αναπτύξει θερμά αισθήματα προς έναν νεαρό ιερέα που τη συστήνει στις διδαχές του Καθολικισμού. Ο Jean-Paul Belmondo είναι υπέροχος στον ρόλο ενός στωικού και επίμονου ιερέα, σε ένα πυκνό δράμα που απογειώνεται χάρη στον εκλεκτισμό του Melville και τα πυκνά συναισθηματικά στρώματα του σεναρίου. Τα καταπιεσμένα πάθη και η ανάγκη για λύτρωση ποτέ δεν κινηματογραφήθηκαν τόσο τρυφερά και ξάστερα.

Από το Movieworld

Η Πόλη της Σιωπής

Posted in Cinema on April 10, 2017 by InfluencesOnly

Η πρώτη μυθοπλαστική ταινία της Άντζελας Ισμαήλου διαδραματίζεται στην Πάτμο και στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο χαρακτήρας της Δάφνης.Η ίδια η Ισμαήλου υπογράφει το σενάριο και ερμηνεύει αυτή την μυστηριώδη γυναίκα, η οποία για κάποιους λόγους ζει απομονωμένη, βιώνοντας έναν προσωπικό, συναισθηματικό Γολγοθά. Στο ίδιο νησί θα βρεθούν δυο άνδρες: ο Θεόντορικ ένας καθολικός ιερέας που αναζητά σπάνια χειρόγραφα που θα τον οδηγήσουν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και ο Εστέμπαν, ένας ταυρομάχος (!) που ψάχνει το νήμα που θα τον οδηγήσει σε ένα οικογενειακό μυστικό.

Δεν χωράει σε ψύχραιμες περιγραφές η κατακλυσμιαία επίδειξη ύφους και η πανάλαφρη ανοησία που κουβαλάνε οι εικόνες του έργου. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα του νησιού, οι επιτηδευμένες σιωπές, το συνεχές θλιμμένο βλέμμα της ηρωίδας (επιπέδου πρωτοετούς σπουδάστριας στη δραματική) και ο «φιλολό» στόμφος, συνθέτουν μια χασμωδία που πνίγεται στο χάος των εντυπώσεων. Η φιλόδοξη και αυτάρεσκη δημιουργός νομίζει ότι κάνει μια βουτιά στο μαύρο σκοτάδι της ψυχής των ηρώων (τρομάρα της) αλλά στην πραγματικότητα κάνει τα απολύτως απαραίτητα (τόσα μπορεί άλλωστε) για να ποτίσει με μυστήριο, υπαρξιακά ερωτήματα και ενοχικά πάθη τις σκηνές, χωρίς όμως να έχει χτιστεί κανένα δράμα.

1inter.jpg

Το ολότελα άστοχο και αποτυχημένο φιλμ πάσχει από μεσογειακή αναιμία και χάσκει η ανάγκη του να καλοπιάσει το κοινό, χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεπεράσει ούτε στιγμή την ηδυπάθεια και τον αφόρητο ναρκισσισμό στο στυλ. Αυτό που η Ισμαήλου καταφέρνει τελικά, είναι να κατασκευάσει ημιφωτισμένες εικόνες και χάρτινες ερμηνείες, αποτέλεσμα κακοφορμισμένης συνταγής. Ακόμη και να συγχωρήσεις την άψυχη αφήγηση και τις ξεκούδουνες απαγγελίες λογοτεχνικών τσιτάτων από τους ήρωες, είναι αδύνατον να ξεπεράσεις τον αυτοθαυμασμό της Ισμαήλου που παίζει μπροστά σε έναν αόρατο καθρέφτη, μοστράροντας την (τάχα μου) κομψότητα και εκλεκτικότητά της ενώ χαριεντίζεται με το ναρκισσευόμενο ύφος αυτού του «έντεχνου» δράματος.

Κούφια σε νοήματα και αδικαιολόγητα πομπώδης στο στυλ, η «Πόλη της Σιωπής» θυμίζει μια Λιβ Ούλμαν του φτωχού, για ένα κοινό που ξεγελιέται όταν οι εικόνες μοσχομυρίζουν ακριβό άρωμα. Τελικά το μόνο επίτευγμα της αλαζονικής δημιουργού είναι πως έκανε ακόμα και τις σιωπές να μοιάζουν με ακατάσχετη φλυαρία.

Interlude8.jpg

Album Of The Week #85

Posted in Music on April 6, 2017 by InfluencesOnly

The Magnetic Fields

50 Song Memoir

https://i1.wp.com/static.stereogum.com/uploads/2016/11/The-Magnetic-Fields-50-Song-Memoir-1479398892-640x640.jpg

Ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να υπάρξει νέο album που να σταθεί επάξια δίπλα στο “69 Songs” (1999), δίσκος που κατέχει περίοπτη θέση στην καρδιά του γράφοντα, τόσο σε επίπεδο φιλοδοξίας, με το αριθμητικό concept να σε ιντριγκάρει εξαρχής, όσο και σε περιεχόμενο. Το “50 Song Memoir” εμπεριέχει 50 τραγούδια, ένα για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι το 2015, που περιγράφουν σύμπασα τη ζωή του 50χρονου Stephin Merritt. Το album είναι χωρισμένο σε 5 cd, με το καθένα να περιέχει από 10 τραγούδια γεμάτα χυμούς. Τα νέα τραγούδια του Merritt είναι συνεκτικά, λαχταριστά και αλλόκοσμα. Πρόκειται για μια δουλειά που τρέφεται και αναπτύσσεται με τη συναισθηματική συμμετοχή του ακροατή. Μια δεκαετία ζωής χωράει σε καθένα από τα 5 μέρη μιας ανάγλυφης, μουσικής αυτοβιογραφίας που αίρει τους περιορισμούς μιας συμβατικής κυκλοφορίας.

Η μπάντα των Magnetic Fields είναι ένα όχημα της χαρισματικής ψυχολογίας του τραγουδοποιού Stephin Merritt ο οποίος φτιάχνει ένα μουσικό ημερολόγιο με τα πιο αγνά υλικά και πασπαλίζει τις θολές μνήμες του με σκόρπιες αναφορές στην pop κουλτούρα και με γενναιόδωρες περιγραφές. Πατινάρει στα γεγονότα του 60’ αναπολώντας την αθωότητα, την πρώτη ανθρώπινη επαφή, τις μητρικές συμβουλές και τις μικρές τραγωδίες. Αναρωτιέται για την καταγωγή του, θυμάται μια γάτα του, μνημονεύει τη Τζούντι Γκάρλαντ στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τους ξυπόλυτους χίπις, μια συναυλία των Jefferson Airplane, την αστερόστονη της disco το 1976, τη χιονοθύελλα του 1978, τα synths της νεοκυμαντικής εφηβείας, τις ντισκοτέκ, τη λαίλαπα του AIDS, την πρώτη κατάθλιψη, τις χυλόπιτες, τα Levi’s 501, τα δάκρυα, τα one night stand και άλλα αμέτρητα σημαντικά και ασήμαντα περιστατικά που διαμόρφωσαν αυτό το παράξενο και ελαφρώς διαταραγμένο παιδί, που δεν ένιωσε ποτέ βολικά μέσα στο σώμα του, στην εκάστοτε ηλικία του και στο ίδιο το μυαλό του. Όλα αυτά, δίχως να ξοδεύεται σε pop trivia και φυσικά χωρίς να γίνεται υπερβολικά αυτοαναφορικός – πραγματικό επίτευγμα διακριτικότητας και ήθους αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του concept album. Ο Stephin Merritt γράφει τραγούδια σαν το σκοτεινό ξαδελφάκι ενός Burt Bacharach ή σαν το εκκεντρικό διδυμάκι ενός McCartney και τα ερμηνεύει με τη λατρεμένα βαρύτονη οκνηρία του.

Αυτός ο άτιμος είρωνας μας κάνει δώρο ένα πολυπρισματικό album, προιόν της μεσόκοπης κρίσης ενός υπέροχου μυαλού. Αφήστε όμως τη λύση του κάμπριο αυτοκινήτου για τους κρετίνους. Εδώ καλούμαστε να συμμετάχνουμε στο μπλαζέ ψυχόδραμα του Merritt, για τον οποίο τα λάθη, τα πάθη, τα λησμονημένα όνειρα και η ματαιότητα του έρωτα είναι περισσότερο προιόντα χημικών ενώσεων του εγκεφάλου παρά λυγμόλαλοι αυτοσκοποί. Τα νοήματά του σχηματίζουν ένα κεκλιμένο έδαφος προς την πόρτα που ανοίγει στη ζωή του. Αναλογιστείτε λίγο μερικούς τίτλους: “Dreaming in Tetris”, “How I Failed Ethics”, “Eurodisco Trio”. Χωρίς να μας πει τίποτα γνωρίζουμε τα πάντα γι’ αυτόν, για το γούστο του σε βιβλία, στις τέχνες, την ηθική του, την αισθητική του και τις σχέσεις του. Ο ίδιος, ποτέ δεν ακούστηκε μελό ή ευάλωτος σε πρώτο επίπεδο. Τα σχήματα όμως που χορεύουν στις μνήμες του, δεν έχουν προηγούμενο και ελάχιστοι μορφοποίησαν τόσο καλά τα βιώματά τους, μέσα σε εύσχημα pop τραγούδια.

Η βαθμολογία του δίσκου θα μπορούσε να είναι «9» ή «10». Τίποτα λιγότερο από γενναιοδωρία για έναν σοφό φίλο, που μου εξιστόρησε τα παντα σε ένα πλήρες ταξίδι δυόμιση ωρών. Το περίμενα ότι οι μελωδίες θα μπορούν να τραγουδιούνται παντού και θα ήταν έξυπνες. Δεν περίμενα με τίποτα όμως ότι η ματιά ενός επιτηδευμένα κυνικού πενηντάρη θα γεννήσει μερικές μπαλάντες που σε κόβουν στα δυο, όπως το “I Wish I Had Pictures” (ένα νέο “In My Life” για τη γενιά μας). O Stephin μεγαλώνει και χαίρομαι που μεγαλώνω μαζί του. Οι μελωδίες του ωριμάζουν καθώς κάθονται στα αυτιά μας, βγάζουν περικοκλάδες στην καρδιά μας και στο τέλος κουμπώνουν στο δικό μας θυμικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για ένα από τα ακρογωνιαία album της δεκαετίας. Κυριολεκτώ.

Raw

Posted in Cinema on April 5, 2017 by InfluencesOnly

Το σοκ της σαρκοφαγίας και η εφιαλτική ενηλικίωση αποκτούν σωματική διάσταση στο ντεμπούτο της Γαλλίδας Ζουλιά Ντικουρνό.

Πρόκειται για ένα θεματικά τολμηρό θρίλερ, που παίζει με την σεξουαλική ταυτότητα και τα αονομολόγητα πάθη της σάρκας. Μια εσωστρεφής, νεαρή σπουδάστρια και ορκισμένη χορτοφάγος, θα βιώσει με τραυματικό τρόπο τη μύηση στον άγριο φοιτητόκοσμο, όταν θα μετακομίσει από το σπίτι των γονιών της, στην εστία της κτηνιατρικής σχολής όπου πρόκειται να σπουδάσει. Η μεγαλύτερη αδερφή της φοιτά ήδη εκεί δεν θα τη στηρίξει απέναντι στο σκληρό, ομαδικό bulling προς τους νεοφερμένους. Οι ήρωες ανήκουν στον δικό μας κόσμο, μέχρι που τους παρασέρνουν τα γρανάζια μιας αιματηρής τραγωδίας, με τη μορφή ενός ύπουλου «φιλμικού εγκλήματος».

1raw.jpg

Τα ρεαλιστικά και αλληγορικά πλαίσια του φιλμ δεν βουτάνε άτσαλα στο ωμό gore, αλλά έχουν αρχικά ποτιστεί στις πρώιμες εμμονές ενός Κρόνενμπεργκ και στο ψυχεδελικό σινεμά του τρόμου των 70’s. Η έλξη προς τον κανιβαλισμό προκαλεί μια ιδιότυπη σεξουαλική φρενίτιδα, ως το βιολογικό σύμπτωμα μιας αρρώστειας. Η απελευθέρωση από τις κοινωνικές αναστολές κάνει φανερό το σημάδι της μόλυνσης. Η διασύνδεση των δύσκολων ιδεών γίνεται με απλότητα και με αποκρουστική, συχνά, ευθύτητα. Οι δυο ηρωίδες φέρονται σαν σαρκικά ρομπότ ενός παράσητου, που σωματοποιείται με όρεξη για ωμή σάρκα. Ηρωίδες που δεν είναι συμπαθείς, αλλά περισσότερο «κατανοητές» -ανθρώπινες- μέσα στις αδιανόητες ανάγκες της καθημερινότητά τους. Τις δυο αδερφές, δεν τις νικάει κάποιος εχθρός, αλλά απλώς παύει να τους ανήκει το σώμα και το μυαλό τους, σαν ιδιοκτησία που τους έχει δωθεί δανεική και τώρα ανακαλείται.

2raw.png

Ένας συνεπής κόσμος φιλοσοφικών και κινηματογραφικών αναφορών (από το «Κάρι» μέχρι το «Ginger Snaps») αναδύεται από την Γαλλίδα δημιουργό που με απίστευτη αυτοπεποίθηση υπογράφει μια τόσο επιθετική και γενικά προσβλητική προς το απαίδευτο μάτι ταινία, που κατάφερε να προκαλέσει και μερικές λυποθυμίες στα φεστιβάλ όπου προβλήθηκε. Το βασικό σοκ της ταινίας δεν έρχεται απο κουβάδες αίματος, αλλά από μια αρχική φιλοσοφική μετατόπιση: την απουσία της τροφής από τη θέση που η παιδεία μας της επιφυλάσσει εφ’όρου ζωής. Το Τοτέμ του φαγητού μπορεί να αποκτά ελάσσονες διαστροφές αλλά σημασία έχει να μην μετατοπίζεται από την θέση που του ορίζει η πολιτισμένη κοινωνία. Αυτή η υπερ-φετιχοποιημένη άσκηση ψυχολογικού τρόμου ανοίγει ένα νέο συναίσθημα αναγνώρισης αυτού του δυσοίωνου κόσμου, σαν να κοιτάμε ένα κυρτό καθρέφτη, μέσα στις διαταραγμένες γραμμές του οποίου μπορούμε να διακρίνουμε τις δικές μας εξαρτήσεις και όνειρα.

3raw.jpg

Album Of The Week #84

Posted in Music on April 3, 2017 by InfluencesOnly
Κτίρια Τη Νύχτα
Συγκεκριμένα Διαμερίσματα

Υπάρχει λόγος που οι πιο αυθεντικές μουσικές ιδέες είναι πιο ζωντανές από ποτέ ακριβώς τη στιγμή που τις συλλαμβάνει ο δημιουργός τους. Το σουλούπωμα και η επεξεργασία που θα ακολουθήσουν, θα αφαιρέσουν κάτι από την πρωτογενή έμπνευση η οποία τις συνοδεύει. Ο μουσικός που κρύβεται πίσω από το όνομα Κτίρια Τη Νύχτα, τοποθετεί εκεί ακριβώς τα θέλγητρα της μουσικής του: δημιουργεί αυτοσχέδια άλμπουμ για να ανταποκριθεί σε μια ζωτική του ανάγκη, η οποία τον θέλει να αποτυπώνει τις ιδέες του ακατέργαστες.

Σκόρπια λόγια, δηλαδή, και θραύσματα από εικόνες που του γεννάει το (αφιλόξενο, συνήθως) αστικό τοπίο, μπλέκουν σε έναν κατακλυσμό από σύντομες ηχητικές διαδρομές –άλλοτε αδέξια, άλλοτε αριστοτεχνικά. Και, τελικά, μέσα από άφθονα κομμάτια και κάμποσα ιντερλούδια ανάμεσά τους, αυτό το άλμπουμ δημιουργεί κάτι πολύ περισσότερο. Δημιουργεί το συναίσθημα μιας σχέσης που θα είχες με έναν παλιό φίλο με τον οποίον έχτισες κοινά όνειρα πριν η ζωή σας απομακρύνει, καθώς αυτός επιστρέφει μετά από χρόνια, χρησιμοποιώντας κώδικες επικοινωνίας που μοιραζόσασταν παλιά, ώστε να επαναφέρει, φευγαλέα, το οικείο εκείνο αίσθημα των ανθρώπων που, με έναν παράδοξο τρόπο, δεν χάνονται.

Τα Συγκεκριμένα Διαμερίσματα είναι ένα άλμπουμ περιπλανώμενο, γοητευτικό και «τυχοδιωκτικό», με ωραίες ηχητικές υφές, που έρχονται σε φυσική αλληλουχία με τις αστικές νευρώσεις και τις αλλοτριωμένες ανάγκες του μικρόκοσμου στον οποίον είναι εγκλωβισμένος ο Κτιριοκράτορας αφηγητής. Παρόλο μάλιστα που γίνεται σαφές ότι η αίσθηση του «καταραμένου» φοριέται σαν στυλ στα κομμάτια του δίσκου, ο Κτίρια Τη Νύχτα προκρίνει την art rock ευαισθησία του και γεφυρώνει με αυτοπεποίθηση το κενό μεταξύ των Κόρε.Ύδρο. και του The Boy. Έστω με αυτούς τους μπλαζέ εξυπνακισμούς που επαίρονται πως αδιαφορούν για αποδέκτες.

Η αδιέξοδη αγωνία στη “Ζωή”, η περιπαικτική αφηγηματικότητα στο “Λεωφορείο” (το οποίο λοξοκοιτάει στο γραπτό του Φοίβου Δεληβοριά), η ετεροχρονισμένη παιδικότητα του “Καθώς Ξημερώνει Η Δευτέρα”, το περιβάλλον αποξένωσης στο “Μια Αρρυθμία Πόλεων” και η αυτοσχέδια παλαβομάρα στα “Σαρκοβόρα Ασανσέρ”, συνθέτουν ένα πειραματικό κοκτέιλ που δημιουργεί ρεαλιστικά πεδία ταύτισης με τον ακροατή. Πάντα με διαπραγματευτική διάθεση και χωρίς τον μπαμπούλα της «ποίησης» να σαμποτάρει την αμεσότητα. Ο καλλιτέχνης, βέβαια, δεν κλείνει την πόρτα στη μελωδικότητα –ακούστε για παράδειγμα τη “Μεγάλη Παραλία”– αστοχεί όμως όταν ξεπέφτει σε σχηματικό μισανθρωπισμό (“Εμπορικό Κέντρο”), σε εύκολο χαβαλέ (“Αστροδονητή”) και σε εκείνες τις μικρές στιγμές που θέλει να τις καπουλάρει πριν εκτεθεί από τις ημιτελείς ιδέες του, με την εύκολη λύση του να τα αναγάγει όλα σε επίπεδο ευγλωττίας.

Θα κρατήσω τον πειραγμένο μελοδραματισμό που διαπερνά όλον τον δίσκο, τις ψύχραιμες αλλαγές στη διακύμανση που κοσμούν το υπέροχο “Χειρουργείο”, τα ανάλυφα επίπεδα του “Άτλαντα” και τη μοναχικότητα στο μητροπολιτικό χάος που σκιαγραφείται στο “Η Πόλη Απόψε”. Τραγούδια με πυξίδα τον μινιμαλισμό, προορισμένα για ανθρώπους που νιώθουν πως δεν θα είναι ποτέ το επίκεντρο της ιστορίας της ζωής τους.

Προορισμένους δηλαδή να ζουν σε συγκεκριμένα διαμερίσματα.

Από το Avopolis

Album Of The Week #83

Posted in Music on March 28, 2017 by InfluencesOnly

Jens Lekman

On Life Will See You Now

Στον 4ο «κανονικό» του δίσκο, ο Σουηδός τραγουδοποιός (σχεδόν) παραμερίζει τις ευαισθησίες του, επιλέγοντας να ανακαλύψει ξανά τις χαρές του λόγου και την αξία της σπαρταριστής αφήγησης. Μας τραγουδάει λοιπόν ιστορίες που φαίνεται να έγραψε κάποιες ηλιόλουστες μέρες στο Γκέτεμποργκ, πάνω σε ρυθμούς που προκαλούν ένα είδος μητροπολιτικής ευδαιμονίας προς κάθε δυνητικό ακροατή. Το “To Know Your Mission”, για παράδειγμα, αφηγείται την ιστορία ενός Μορμόνου ιεραπόστολου ευρισκόμενου σε υπαρξιακό δράμα, ενώ τα hits στα charts του 1997 του δυσκολεύουν τη ζωή. Αν στοιχειωδώς είσαι στα σύγκαλά σου, δεν γίνεται να μη σε συναπάρουν οι μελίρρυτες ερμηνείες του Lenkman και το παρεΐστικο πλαίσιο διάθεσης το οποίο φτιάχνει (και) σε αυτόν τον δίσκο.

Τα τραγούδια είναι ικανά να συντροφεύουν στα ακουστικά εκείνους τους «προχώ» με τα μακριά φουλάρια που συχνάζουν σε στέκια με ενημερωμένους barista, τους τύπους που κυκλοφορούν με το iPad ως αξεσουάρ για να διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία –και να συνομιλούν παράλληλα με μποέμ φοιτήριες της Γαλλικής λογοτεχνίας– τους μοδάτους web designers που διοργανώνουν τα πιο «in» πάρτυ της πόλης σε αποθήκες, τους freelance φωτογράφους που κάνουν σεμινάρια στα new media και τους σερβιτόρους/ηθοποιούς, όσους μονίμως έχουν φιλόδοξους μονολόγους στα σκαριά. Χάρη στο On Life Will See You Now, ο Jens Lekman ζει την κομφορμιστική του φαντασίωση, σαν ιδανικός αφηγητής ιστοριών όλων των παραπάνω, μα και εκείνων που θεωρούν ότι ανήκουν σε αυτήν τη φυλή.

Φυσικά και παραμένει ακαταμάχητος ο Σουηδός τραγουδοποιός στον τρόπο με τον οποίον στήνει μελωδίες, ενώ συνεχίζει να είναι ταγμένος στην αρμονία και να φιγουράρει ως ένας γενναιόδωρα ρομαντικός βάρδος. Η πλευρά ωστόσο που μας παρουσίασε στο ξεκίνημά του, εκείνη η παθιασμένη φωνή που εξέφραζε με απόγνωση την ανάγκη για αυτοέκφραση, έχει καλυφθεί πλήρως από το φάντασμα του Paul Simon –αλλά στη λοβοτομημένη του εκδοχή, η οποία παίζει με ψευδοντίσκο τρικ και με τερτίπια της tropicalia. Τα δράματα των σχέσεων αντιμετωπίζονται έτσι με αδιανόητη ελαφρύτητα σε κομμάτια όπως στο “Our First Fight”, με στυλ δηλαδή που μόνο σε έντεχνους βουτυρομπεμπέδες μπορεί να δημιουργήσει πεδίο ταύτισης. Οι μελωδίες όμως είναι τόσο διαολεμένα όμορφες, ώστε δεν γίνεται να μην αφεθείς να τις απολαύσεις. Τουλάχιστον μέχρι να πεταχτούν κάτι ξακούδουνα πνευστά για να σε γειώσουν απότομα, πετώντας σε τελικά εκτός κλίματος.

Όλο αυτό το χαριτωμένο τσιλιμπούρδισμα με τον ακροατή, έχει σαν αποτέλεσμα να χάνουν τη δυναμική τους οι μελωδικές ιδέες του Lekman. Ακούγοντας πάντως ένα κομμάτι σαν το “Hotwire Τhe Ferris” –στο οποίο συμμετέχει η Tracey Thorn– ή το γκρουβάτο “How We Met”, δεν μπορείς να του κακιώσεις για πολύ. Η επιτυχία ωστόσο ενός τέτοιου δίσκου μετριέται σε αληθινό συναισθηματικό αντίκτυπο και όχι στις φορές που θες να κάνεις γούτσου-γούτσου τα μάγουλα του τρισχαριτωμένου τραγουδιστή με τη βελούδινη φωνή.

Από το Avopolis

Ghost in The Shell

Posted in Cinema on March 26, 2017 by InfluencesOnly

GITS_FF_005R.jpg

Κάπου ανάμεσα στην cyberpunk φαντασία του William Gibson, που μας χάρισε το “Neuromancer” και στην virtual φανατασμαγορία των αδελφών Wachowski, που επηρρέασαν ανεπιστρεπτί την pop κουλτούρα με το “Matrix”, βρίσκει χώρο να αναπνέυσει η anime ιστορία του Mamoru Oshii. Ένα αγωνιώδες κυνηγητό ανάμεσα σε cyborgs και αστυνόμους, αποτελούσε τη ραχοκοκκαλιά του αυθεντικού Ghost in the Shell. Εμφυτευμένα ανθρώπινα μέλη σε μηχανικούς σκελετούς, ψευδαισθήσεις από glitch, μυστικά από cyborg αποστάτες και μια συνομωσία από εκμεταλλευτές ανθρώπινης μνήμης, μπλέκονται σε ένα κουβάρι μιας πλοκής, όπου μια αστυνομικός ξεκινά να εξιχνιάσει μια σειρά δολοφονιών, στελεχών της εταιρείας που την κατασκεύασε.

Η manga δυναμική του έργου, ο animated υπαρξισμός ως προς το χτίσιμο των ηρώων, η στυλιζαρισμένη δράση και η δυστοπική ματιά σε μια απειλητική μητρόπολη, μεταφέρονται επαρκώς σε αυτή τη Χολυγουντιανή live-action διασκευή, η οποία μπορεί να ήταν αποτέλεσμα παραγγελιάςαπό τους executive των studio και όχι προιόν πάθους, αλλά τουλάχιστον είναι φτιαγμένη με αξιοπρέπεια και νεύρο.

GITS_FF_013K.jpg

Τη σάρκα και τα οστά σε αυτή την cyberpunk περιπέτεια δεν δίνει ούτε το ποτισμένο με neon σκηνικό, ούτε η σκοτεινή, urban παρακμή που μνημονεύει το Blade Runner, αλλά η ερμηνεία της Σκάρλετ Γιόχανσον, η οποία αξιοποιεί πλήρως την ικανότητά της να παίζει υπαινικτικά και να χρησιμοποιεί σωστά το σώμα της. Η Γιόχανσον τα κατεφέρνει άριστα σε χαρακτήρες που δεν νιώθουν άνετα μέσα στο ίδιο το σώμα τους, από την αινιγματική ύπαρξη στο Under the Skin του Jonathan Glazer, την smartphone φαντασίωση στο Her του Spike Jonze, ή ακόμα και στον κόμικ παροξυσμό της Lucy του Luc Besson. Από την γέννηση της Major και την αμφισβήτηση της cyborg φύσης της, μέχρι την αποκάλυψη του παρελθόντος της και το αιματηρό ξεκαθάρισμα του φινάλε, η Σκάρλετ παίζει με την αμφιβολία στα μάτια και την πίεση του καθήκοντος, σαν ένα paranoid android που ξεμένει από ενέργεια.

Όλες οι φιγούρες της ταινίας συμπεριφέρονται σαν ολογράμματα, ντυμένα με Kabuki αμφιέσεις. Από το αδιαπραγμάτευτο sexyness της Σκάρλετ Γιόχανσον μέχρι το απόλυτο coolness του Τακέσι Κιτάνο, και από το περιπετειώδες score του Clint Mansell μέχρι την εικονογραφική παράδοση των manga, τα πάντα δίνουν έναν αέρα φρεσκάδας στο Ghost In The Shell. Είναι χαζευτική η αρχιτεκτονική αυτού του φουτουριστικού cosmopolis αλλά όμως υστερεί σε ουσία. Aν αποζητάς την τόλμη και το όραμα, δεν προσλαμβάνεις τον τεχνίτη Rupert Sanders (Snow White and the Huntsman) στο ρόλο του σκηνοθέτη αλλά έναν οραματιστή καλλιτέχνη. Παρά την άρτια τεχνική αξιοποίηση της ακριβής cybersploitation αισθητικής, το αποτέλεσμα υστερεί σε ανθρώπινη ψυχή (Ghost). Σαν αυτή που αναζητούν τόσο λυσσαλέα για καταφύγιο οι cyborg παρίες της ιστορίας. Κάτι έπρεπε να διδαχθούν από το πάθος των ηρώων (αλλά και τον αμοραλισμό των αντίστοιχων executives) οι παραγωγοί της ταινίας.

GITS_FF_090.jpg

It’s Only The End Of The World: Κάθε γενιά έχει το enfant terrible που της αξίζει.

Posted in Cinema on March 24, 2017 by InfluencesOnly

O κινηματογράφος στην εποχή των social media έχει στέψει τον Xavier Dolan ως τον ήρωα των αυτόκλητων auteur, των φιλόδοξων μικρομηκάδων και των απανταχού influencers στο απόγειο του χιπστερισμού. H υπόθεση Dolan, φυσικά σηκώνει πολύ συζήτηση. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν διάνοια, άλλοι είναι επιφυλακτικά γοητευμένοι, ενώ πολλοί τον θεωρούν απατεώνα. Εγώ συντάσσομαι με τους τελευταίους, αν και πιστεύω ότι πρόκειται στην ουσία για ένα ταλαντούχο κωλόπαιδο που δεν θα προκόψει γιατί είναι πνιγμένος στην έπαρση και οχυρώνει την φιλόδοξη κενότητά του πίσω από ασκήσεις στο στυλ και σε παιχνίδια με το κάδρο. Προτιμώ έναν άτεχνο, μα φιλότιμο κινηματογραφιστή από ένα κωλόπαιδο με ταλέντο, χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι βαθύστομες οικογενειακές παραβολές του Dolan είναι κινηματογραφημένες με παράξενο θράσσος και αποτελούν προμαχώνα για να εκσπερματώσει ο ίδιος με ασφάλεια τις εμμονές του και την μανία του να χαρακτηριστεί νέος Γκοντάρ ή νέος Φασμπίτερ ή ό,τι άλλο έχει στο μυαλό του μετά από κάθε βράβευσή του στις Κάννες.

1it.jpg

Το It’s Only The End Of The World (ατυχώς τιτλοφορούμενο στα Ελληνικά ως “Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου”) είναι η ιστορία ενός συγγραφέα που επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι μετά από 12 χρόνια, με σκοπό να κάνει μια σοβαρή ανακοίνωση στην οικογένειά του. Βασισμένο σε θεατρικό έργο του Jean-Luc Lagarce, μιας ακόμη νεαρής διάνοιας που διέπρεψε στο θέατρο με περισσότερες από 25 παραγωγές, πριν πεθάνει το 1995. Ο πολυγραφότατος Dolan, στα 27 του, διασκευάζει το έργο του Lagarce, στην 6η (!) ταινία του. Το soundtrack έχει όλα τα επιτηδευμένα anti-cool αποτυπώματα του Dolan, γιατί φυσικά μόνο μια ιδιοφυΐα μπορεί να κάνει επιλογές από Blink 182 και Moby μέχρι το euro trash κομμάτι Dragostea Din Tei.

2it.jpg

Η συγκέντρωση των μελών της οικογένειας εξελίσσεται σε μια διαρκή, σκληρή αντιπαράθεση, με τον Dolan να σκηνοθετεί με ανταγωνιστικό πάθος να φανεί πιο διαβασμένος και από τους βετεράνους δασκάλους του. Οι κόντρες και οι αψιμαχίες σε τέσσερις τοίχους θα συμβούν ανάμεσα στα πρόσωπα που λειτουργούν σαν έγχορδα δωματίου: η προσιτή και καλοπροέραιτη μητέρα (η Nathalie Baye μοιάζει βγαλμένη από ταινία του Almodóvar το 1988), η οργισμένη μικρή αδερφή (η Léa Seydoux κάνει την επαναστάτρια χωρίς αιτία), ο εξουσιαστικός και κυνικός μεγάλος αδερφός (ο Vincent Cassel τραμπουκίζει σαν λαικός νταής) και η ταπεινή σύζυγός του Catherine (η Marion Cotillard με μόνιμα ικετευτικό βλέμμα κατανόησης).

Ο Dolan προσπαθεί να επικυρώσει το ταλέντο του μέσα από σιωπηλές εντάσεις που υπερθεματίζει η συμφωνική μουσική, από ζωηρά flashback και από υστερικές συγκρούσεις με λεκτικά πυρά που δίνουν νέυρο στο σπαρακτικό reunion. Το δημιούργημά του όμως βασίζεται σε υπολογισμένες προσδοκίες και χαντακώνεται από την υπερφίαλη αυτοέκφραση του ψωνισμένου auteur. Ο Dolan νομίζει ότι και τη μπογιά στον τοίχο που στεγνώνει να κινηματογραφήσει, θα αποτελεί sensation. Όμως θα πρέπει να καταλάβει πως δεν είναι ούτε κατά διάνοια Φασμπίντερ και οι αστείοι συμβολισμοί όπως το νεκρό πουλάκι στο φινάλε μόνο να τον εκθέσουν μπορούν, στα μάτια των «διαβασμένων» θεατών.

4it.jpg

Album Of The Week #82

Posted in Music on March 22, 2017 by InfluencesOnly

Baby Guru

IV

Αναζωπυρώνουν την πίστη μου στη μουσική του σήμερα οι Baby Guru. Καταρχάς να εξηγηθώ, το 4ο άλμπουμ τους δεν φιλοδοξεί να «τα πει όλα», αλλά επαναφέρει ένα (ξεχασμένο σχεδόν) καλλιτεχνικό στοίχημα στο τραπέζι: τη συμπόρευση και τη συναρμονία των τραγουδιών με τον αποδέκτη τους. Χωρίς εύκολες λύσεις και πιασάρικα κόλπα, οι Baby Guru επιθυμούν να μας κάνουν κοινωνούς της διάθεσής τους και μας χρίζουν, με κάποιον τρόπο, συνυπεύθυνους για το καινούριο δημιούργημά τους.

Τα καλά νέα αρχίζουν από το μελίρρυτο και πολιτισμένο “Tell Me What You’re Made Of”, ένα φωτεινό κομμάτι που λειτουργεί σαν ίαμα ικανό να σε ανακουφίσει απο τις ασχήμιες της καθημερινότητας με το γεμάτο ρεφρέν του –κι ας το έχουν ζαχαρώσει λίγο παραπάνω στη «μπουμπουδίστικη» διάθεση. Οι μελωδίες τους είναι στρογγυλές, κομψές και εμπεριέχουν δόσεις ψυχεδέλειας, όπως λ.χ. στο “Before Sundown”. Οι καλές στιγμές συνεχίζονται και στο διονυσιακό “Motel Rwanda”, αλλά και στο μεγαλοπρεπές “Oaxaca”, το οποίο απογειώνεται με μια «νεοκυματική» αναπόληση, κάνει έπειτα κάτι brit pop κραδασμούς στον αέρα, για να προσγειωθεί στο τέλος σε μακρινούς progressive διαδρόμους, απευθυνόμενους σε εκείνους που μεγάλωσαν με Genesis.

Περί progressive o λόγος λοιπόν, αν και οι Baby Guru έχουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που με κάνουν να μη σιχτιρίζω τους αμφιλεγόμενους δρόμους του 1970 τους οποίους ακολουθούν: οι ενορχηστρώσεις τους έχουν βάθος πεδίου που ξεπερνά την παλαιολιθική γραμμικότητα του progressive manual. Δεν ξεχνούν επίσης τις ηδονές των hooks, αυτές που οι prog πατεράδες απέφευγαν με ευλάβεια που θύμιζε θρησκευτική ανάγκη. Εκεί δηλαδή που οι Yes αντιμετώπιζαν τη δεξιοτεχνία τους ως Γολγοθά, οι Baby Guru σερβίρουν τραγούδια που έχουν «αποτοξινωθεί» από τα βαρυκόκκαλα σολαρίσματα και την υπεροψία των μουσάτων μουσουργών.

O Prins Obi δεν μπαίνει σε «ρολάκια» για να τραγουδήσει· ούτε τον οργισμένο Βαλκάνιο κάνει, ούτε τον διαβασμένο rawwker, ούτε τον καταραμένο μποέμ. Εναρμονίζεται με τα τραγούδια, μια σεμνή επιλογή που συνεπικουρείται και από τη θεματολογία των στίχων: νοηματική σαφήνεια, δίχως ποιητική καύχηση που σε απιθώνει. Εντυπωσιάζεσαι με το πώς μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο η indie pop, το kraut rock και η ψυχεδέλεια χωρίς να ασφυκτιούν. Όχι πως δεν έχει και άτυχα σημεία ο δίσκος, βέβαια. Για παράδειγμα το “Bluebird Picnic” ακούγεται σαν κακή στιγμή του Youssou N’Dour, στον οποίον ζητήθηκε να γράψει μουσική για ξενέρωτο σποτάκι της Διεθνούς Αμνηστίας στη δεκαετία του 1980.

Βέβαια, κάπου στην 5η ή στην 6η ακρόαση, το IV αντί να αρχίσει να πυκνώνει στα αυτιά, κάπως αραιώνει επικίνδυνα: τα τραγούδια του δεν βρίσκουν το ίδιο εύκολα διαδρόμους να προσγειωθούν και μετεωρίζονται κάπως άσκοπα πάνω από τα κεφάλια μας. Μικρό το κακό, όμως. Η πίστη στην «ευγενή» πηγή της μουσικής έχει αναζωπυρωθεί. Καθόλου αμελητέο επίτευγμα.

Από το Avopolis

Album Of The Week #81

Posted in Music on March 22, 2017 by InfluencesOnly

Depeche Mode

Spirit

Κανείς δεν ξέρει πού κρυβόταν το επαναστατικό πνεύμα των Depeche Mode, πάντως ξεθαρρεύει στον 14ο δίσκο τους. Οι θρύλοι της synth pop με το ένα χέρι κρατάνε πλακάτ με συνθήματα και με το άλλο χαλάνε τις φράτζες των νεορομαντικών και αρπάζουν απ’ τον γιακά όσους απολιτίκ καίγονται μονίμως για «1980s reunion». Πώς, όμως, από την άβατη αισθητική μιας Μαύρης Γιορτής και από το μετα-βιομηχανικό ύφος των τραγουδιών που απαιτούσαν Πίστη και Αφοσίωση, φτάσαμε στο αίτημα για Επανάσταση; Πώς δηλαδή μεταβήκαμε από την εγκεφαλική παρατήρηση στη σκεπτόμενη οργή; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το εναρκτήριο “Going Backwards”, μια ζοφερή προειδοποίηση ότι ξαναγράφουμε την ιστορία μας ανάποδα, σαν άβουλα όντα («we feel nothing inside») και το “Fail” με το οποίο τελειώνει το άλμπουμ («Our consciences bankrupt, we’re fucked»), αποτελούν ουσιαστικά το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας παρένθεσης που εμπεριέχει ένα σκληρό σχόλιο πάνω στην ταραγμένη επικαιρότητα. Το Spirit είναι ένας συναγερμός, προερχόμενος από ένα συνεπές και δικαιωμένο σε κάθε επίπεδο συγκρότημα, το οποίο θυμώνει για όσα μας κάνουν να βουτάμε ολοταχώς στον σκοταδισμό. Και αποτελείται από τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί για να χορευτούν, αλλά για να ακουστούν πάνω από τις ιαχές ενός εξεγερμένου ακροατηρίου, με στίχους που κατακεραυνώνουν τις κοινωνίες της αμάθειας και όσους αγνοούν τα σήματα τα οποία προμηνύουν την παγκόσμια αλλοτρίωση.

Όμως, αν και το Spirit αποδεικνύεται κλάσεις ανώτερο από το σχεδόν απαράδεκτο Delta Machine (2013) και από το αναιμικό Sounds Of The Universe (2009), δεν είναι ακριβώς και το What’s Going On του αειθαλούς γκρουπ από το Έσσεξ.

Η συνθετική τους ατμόσφαιρα παραμένει περιεκτική και επιφυλακτική σε ξένες προσμίξεις. Και η πυκνή τραγουδιστική τους φόρμα δεν πνίγεται αυτή τη φορά στο δερμάτινο doom & gloom, καθώς τα κομμάτια μας καλούν να καβαλήσουμε το τρένο της επανάστασης. Αλλά στον πυρήνα της δημιουργίας δεν υπάρχει η μεστωμένη σκέψη πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών, μα η οργισμένη έπαρση των μελών ενός γκρουπ που γύρισαν πωρωμένα να γράψουν τραγούδια, αφότου παρακολούθησαν καταγγελτικές ομιλίες σε κάποιο φεστιβάλ της ΚΝΕ.

Αλλού, οι Depeche Mode απευθύνονται μετωπικά στους πολιτικούς και στα πρόσωπα του δημόσιου λόγου, χαρακτηρίζοντάς τους «scum» και καλώντας σε ένοπλη αντίστασηit’s time to pull the trigger»). Βέβαια, με έναν ψυχοπαθή Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο στις Η.Π.Α., δεν ξέρω πώς μία αντίστροφη α λα Dirty Harry ανάγνωση του τραγουδιού θα βοηθούσε την κατάσταση. «Who’s making your decisions? You and your religions? Your government, your countries, you patriotic junkies», τραγουδάει ο David Gahan στο πρώτο single “Where’s The Revolution”, πάνω από synths που παίζουν κάτι σαν λιπόσαρκο swamp blues. Σε αυτό, αλλά και στη macho ποζεριά του λαχανιασμένου “So Much Love” είναι που βρίσκει χώρο η ματαιόδοξη rock περσόνα του, ώστε να ανθίσει. To τραγουδιστικό του ύφος αναθερμαίνει τη σημειολογία του ασπρόμαυρου φόντου, με τις φτηνές μπότες, τις πόρνες της ερήμου και τα κρόσια.

Φυσικά, το Spirit περιέχει διαμάντια που στολίζουν κάθε επιστροφή των Βρετανών, όπως το το “No More”, με το οποίο ξαναγυρνούν θριαμβευτικά στον ήχο που τους άνδρωσε και το “Move”, που επαναφέρει το σέξι groove του “It’s No Good”, με το bondage και τα έκφυλα φετίχ να κοσμούν την ατμόσφαιρα. Φυσικά υπάρχει και το λυτρωτικό “Cover Me”, με τη φωνή του Gahan να μοιάζει ξανά με ηδονική φωλιά και με τον ντελικάτο ρυθμικό μανδύα του Martin Gore να φέρνει στο μυαλό το “Clean” από το Violator (1990) –ενδιαφέρον είναι επίσης και το μπαχάρι της Motown με το οποίο έχει πασπαλιστεί το “Poison Heart”. Παραδόξως, αυτά είναι τα μη πολιτικά τραγούδια του δίσκου, στιγμιότυπα όπου ο soulful ήχος του Gore παίρνει το πάνω χέρι και οι ευέλικτες φόρμες θυμίζουν τον ιδιοφυή τρόπο με τον οποίον η μπάντα έδινε σχήμα και συναίσθημα στις ηλεκτρονικές αναπτύξεις των Kraftwerk με τα πρωτόλεια synthesizers, από την εποχή κιόλας του Broken Frame (1982).

Πελαγωμένο στο να ασκήσει την επίκαιρη πολιτική κριτική του, το Spirit είναι στην ουσία λιγότερο ενήλικο απ’ ό,τι νομίζει: είναι γεμάτο με τραγούδια διαμαρτυρίας, τα οποία θα αφυπνίσουν όμως πραγματικά μόνο τους απαίδευτους. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, θυμίζει εκείνα τα αναίσθητα και δήθεν μονοπάτια του Exciter (2001). Ωστόσο, ακόμα κι αν δεχθείς τη λιτή ηχητική τεχνική του “Poorman” –που καταδικάζει την απάνθρωπη ανισότητα την οποία προκαλούν οι πολυεθνικές (sic)– και κάνεις τα στραβά μάτια στις αδυναμίες του “Worst Crime” (ένα δράμα κοινωνικού απολογισμού), δεν μπορείς παρά να απορήσεις και να γίνεις έξαλλος για το πώς ο Gore έχει αναλώσει το ταλέντο του σε μια διεκπεραιωτική καντάδα όπως το “Eternal”.

Το Spirit διαθέτει πάντως δύο ιερά συστατικά, τα οποία απουσίαζαν από τα τελευταία δύο άλμπουμ των Depeche Mode: την αυθεντικότητα στις προθέσεις και την απουσία «κούρασης» σαν αίσθηση –credit σε αυτό πρέπει να πάει στον παραγωγό James Ford.

Ίσως τελικά να ήταν απλά μια επιλογή ύφους και αισθητικής το επαναστατικό πνεύμα για τους Depeche Mode. Ένα τρικ ανανέωσης. Ας είναι. Τα σχεδόν αλάθητα εκφραστικά μέσα αυτού του συγκροτήματος, δεν δίνουν δικαιώματα για αμφισβήτηση ήθους.

Από το Avopolis

The Last Face

Posted in Cinema on March 21, 2017 by InfluencesOnly

Η καριέρα του Sean Penn ως σκηνοθέτης, είναι σπαρμένη από μικρά, ακατέργαστα διαμάντια, εσωτερικής δύναμης και σπάνιας ιδιοσυγκρασίας. Απο την παραβολή “The Indian Runner” (1991), μια σκληρή ιστορία δυο αδερφών αλά Κάιν και Άβελ σε ύφος μπαλάντας του Springsteen και το σπαραξικάρδιο δράμα αυτοδικίας The Crossing Guard (1995) με τον συγκλονιστικό Tζακ Νίκολσον, μέχρι το υπαρξιακό θρίλερ The Pledge (2001) και το δοκίμιο πνευματικής απόδρασης “Into The Wild” (1997), οι ταινίες του Penn ανήκουν σε μια μικρή λίστα προσωπικών “character driven” ταινιών που ορίζουν αυτό που λέμε «ανεξάρτητο σινεμά» του δημουργού. Ο Penn, ανάμεσα στους ρόλους του, βρίσκει χρόνο να σκηνοθετήσει σαν πρώιμος Εγκογιάν που εκφράζεται με τη φωνή του Μπουκόφσκι ή με το πάθος ενός Νίκολας Ρέι που μετενσαρκώθηκε στον Σαμ Σέπαρντ. Το αποτέλεσμα μένει σχεδόν πάντα στην ιστορία του μοντέρνου αμερικάνικου κινηματογράφου. Η πέμπτη ταινία του Sean Penn, με τίλτο “The Last Face” προβλήθηκε στο περσινό φεστιβάλ Καννών. Οι φήμες που τη συνόδευαν ήταν αποκραδιωτικές: γέλια στην έναρξη της προβολής, γιουχαΐσματα και αποδοκιμασίες στο τέλος. Είχα θεωρήσει κακοήθιες και υπερβολές όλα αυτά. Άλλωστε, πως γίνεται ένας καλλιτέχνης που όταν πιάνει την κάμερα δείχνει να διαθέτει τόσο ξεχωριστό μάτι και τόσο πάθος, να έχει σκηνοθετήσει κάτι τόσο κακό; Η υπόθεση της ταινίας είναι απλοική: εθελοντές βοηθοί και γιατροί προσπαθούν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες στην Αφρική. Ένα ρομάντζο ξεκινάει ανάμεσα σε μια πρέσβειρα ανθρωπιστικής βοήθειας και σε έναν γιατρό του κόσμου και η αγάπη τους θα προσπαθήσει να ανθίσει ανάμεσα σε εμπόλεμες καταστάσεις, αντάρτες, βία και ασθένειες. Και κάπου εκεί αρχίζει η κατρακύλα…

2.jpg

Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί προτού δει την ταινία, πόσο στραβά πάνε όλα σε αυτό το κακόγουστο αστείο που πλασάρεται για έργο προβληματισμού και αξιώσεων. Με ένα ξεκούδουνο μοντάζ που ανακατέβει καρτ-ποστάλ εικόνες και σκόρπια βλέμματα ηθοποιών που δεν έχουν ιδέα τι παριστάνουν και με σκηνοθεσία αισθητικής δίωρου spot ανθρωπιστικής οργάνωσης, το αποτέλεσμα είναι τόσο άστοχο που προκαλέι οργή εξαιτίας της κακοτεχνίας του. Αιματηρές εικόνες με ακρωτηριασμένα σώματα προσδίδουν (τάχα μου) shock value στην ανύπαρκτη πλοκή και συναισθηματικοί εκβιασμοί προσπαθούν να εκμαιεύσουν φτηνό συναίσθημα. Πρόκειται για ένα ολότελα ανόητο εγχείρημα refugee porn και ουμανιστικής αυταρέσκειας, με πρόχειρο διάλογο και με ανόητα παιχνίδια με το focus του φακού, τα οποία δεν δικαιολογούνται ούτε από πρωτοετή φοιτητή σκηνοθεσίας. Επιπλέον το The Last Face χαντακώνει τους ηθοποιούς του σαν να τους μισεί: ο Javier Bardem θυμίζει κακό ηθοποιό σε Τούρκικη σαπουνόπερα τύπου “ER” ενώ την Charlize Theron προδίδει η αχρείαστη Βρετανική προφορά της, που αποπροσανατολίζει το θεατή ακόμα και στις ελάχιστες φιλότιμες στιγμές. Να πιστέψετε λοιπόν το τοξικό word of mouth και προτείνω να στείλετε αυτό το φτηνιάρικο κοκτέιλ σαθρού ρομαντισμού και πολιντικάντικου φούμαρου, πίσω στη μήτρα που το ξέβρασε.

1.jpg

Get Out

Posted in Cinema on March 18, 2017 by InfluencesOnly

Κάπως έτσι θα έμοιαζε ένα θρίλερ αν αποφάσιζε να κάνει μια άσκηση στο σασπένς ο Τσάρλι Κάουφμαν (“Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς”) μετά από ένα double feature της “Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών” και του “Μωρού της Ρόζμαρι”. Πρόκειται για ένα απίστευτα φρέσκο σε ιδέες και πρωτοτυπία θρίλερ που παίζει με τα σύγχρονα ρατσιστικά στερεότυπα και τα χρησιμοποιεί σαν όχημα για χτίσει σασπένς διαφυλετικών προεκτάσεων, με βάση ένα εξαιρετικά καλοκουρδισμένο σενάριο με αντίλαλους μοντέρνου τρόμου. Η πυρετώδης ανησυχία ξεκινά από τη στιγμή που ο Αφροαμερικανός Κρις δέχεται να συνοδεύσει τη λευκή κοπέλα του Ρόουζ, για ένα σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι, όπου θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους γονείς της, οι οποίοι είναι προοδευτικοί και εύποροι. Ένα φαινομενικά ήπιο ταξίδι αναψυχής θα μετατραπεί σε παρανάλωμα και δεν θα αργήσει να εξελιχθεί ένας απίστευτα διασκεδαστικός εφιάλτης.

2477_D003_00159.jpg

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Jordan Peele, ξεμπροστιάζει τον συντηρητισμό και τον ρατσισμό που όλοι μας κρύβουμε πίσω από μια επίπλαστη άνεση σχετικά με τη «διαφορετικότητα». Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τα διαφυλετικά διλήμματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό για να σπάσει τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης περί ρατσισμού στα λευκά προάστεια. Ασχολείται επαρκώς με το υπόβαθρο του ζευγαριού που θα περάσει λίγες μέρες με τα «πεθερικά»: σοφή προπαρασκευή για να φτιάξει μια εξαιρετικά μεγεθυμένη ιστορία αλληγορικών διαστάσεων που φέρνει τούμπα τις αρχικές προσδοκίες του θεατή, για να τις ανατρέψει ξανά στο τέλος. Το προοδευτικό περιβάλλον της μεγαλοαστής οικoγένειας είναι η βιτρίνα που κρύβει μια ρευστή απειλή. Οι λοβοτομημένοι και παγιδευμένοι ήρωες παίρνουν μέρος σε ένα απάνθρωπο παιχνίδι για το οποίο όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο. Ο ωρολογιακός μηχανισμός του σεναρίου παίζει με τις μεταστάσεις των χαρακτήρων και η ένταση του σασπένς σκάει στο τέλος, ως αντανάκλαση μιας άρρωστης, μετά-ρατσιστικής κοινωνίας που διαπράτει ύβρη.

Αυτή η κινηματογραφική έκπληξη είναι άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά τρόμου με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά την ιστορία του στη κόψη του διφορούμενου. Λειτουργεί και σαν δαιμόνιο B-movie αλλά και πανούργα άσκηση τρόμου με ξεσπάσματα έντασης και πανικού. Μοναδική ένσταση που με άφησε με μια  ιδέα «ενόχλησης»; Το happy ending φαίνεται «φορεμένο» από το studio και αποτέλεσμα των γελοίων test screenings με επίλεκτο κοινό και στερεί το cult status από την ταινία.  Υποψιάζομαι ότι ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του ένα «μαύρο» φινάλε, ανάλογου ύφους με την αυθεντική «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» (1968). Μπορεί να είναι απλά η ιδέα μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι ένα σκληρό τέλος, αποτέλεσμα του ίδιου του ρατσισμού που υπονομεύει η ταινία, θα έδινε μακροζωία μεταμεσονύκτιων προβολών στο Get Out.

2477_D014_00139R.jpg

H Πεντάμορφη και το Τέρας

Posted in Cinema on March 16, 2017 by InfluencesOnly

2hj.jpg

Η ερωτική ιστορία της Πεντάμορφης και του Τέρατος έχει και μια δεύτερη, ελαφρώς διεστραμμένη ανάγνωση. Η ιδέα της τρισχαριτωμένης ηρωίδας που έχει υποστεί εγκλεισμό και πλύση εγκεφάλου από έναν τύρρανο, μέχρι που αρχίζει να παραμιλάει με τα σερβίτσια, με αποτέλεσμα ύστερα από χρόνια απομόνωσης να πείθεται πως ο εξουσιαστής της είναι πραγματικά όμορφος και τρυφερός. Πέρα από την πλάκα, οι δημιουργοί της υπέροχα απολαυστικής animation ταινίας του 1991, είχαν σίγουρα στο μυαλό τους αυτή τη διάσταση του σεναρίου και φρόντισαν να κάνουν κάτι που ο θείος Γουόλτ είχε τολμήσει μόνο στην “Λαίδη και τον Αλήτη” του 1955: δεν έδειξαν τους ήρωες να ερωτεύονται αληθινά και μετρίασαν το συναίσθημα της επιθυμίας. Φυσικά η αριστουργηματική, αυθεντική ταινία ήταν καλλιτεχνικό επίτευγμα και ήταν η πρώτη animation ταινία που προτάθηκε για όσκαρ καλύτερη ταινίας. Οι δημιουργοί αυτού του αξιολάτρευτου ριμέικ δεν φοβούνται μήπως το Σύνδρομο της Στοκχόλμης διαβρώσει την παραμυθένια θαλπωρή και αφήνουν το συναίσθημα να πάρει το χρόνο του και να αναπτυχθεί μέσα από τους χαρακτήρες, εκτείνοντας το χρόνο σε περισσότερα από 120’. Βέβαια, καλού κακού, η αιχμαλώτιση περιορίζεται σε μερικές μέρες μόνο…

Η φετινή, live action εκδοχή του κλασικού παραμυθιού “Η Πεντάμορφη και το Τέρας“ τοποθετεί το σημείο επαφής των ηρώων στην αγάπη για το διάβασμα (την προηγούμενη φορά το Τέρας ήταν αγράμματο) Οι δημιουργοί μπόλιασαν την ταινία με ψηφιακή αγνότητα (όσο μπορούν να μπουν στην ίδια πρόταση αυτές οι δυο λέξεις) και τόνισαν το αίσθημα της νοσταλγίας ως προς την παλιά ταινία αλλά και ως προς την old school φλέβα του παραμυθιού, στην οποία δεν ρέει και πολύ αίμα τελευταία από το Χόλυγουντ. Οι αναβιώσεις παραμυθιών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το Jungle Book, προσπαθούν να βρουν νέους δρόμους αφήγησης μέσα από μοντέρνα φιλμοκατασκευή. Από μια άποψη αυτό είναι καλύτερο αν λάβουμε υπ’ όψην μας τα εγκλήματα εις βάρος του Πίτερ Παν και της Χιονάτης που έχουμε δει πρόσφατα.

3hgh.jpg

Η μετάφραση του animation σε live-action είναι εξαιρετικά δύσκολη δουλειά, χωρίς φυσικά να πνιγεί το κάδρο σε ένα ποταμό από χάρτινα εφέ που αφαιρούν την ψυχή από την εικόνα (όπως τα κάνει τα τελευταία χρόνια ο Τιμ Μπάρτον δηλαδή – το μεγαλύτερο παράδειγμα σκηνοθέτη παραμυθιών προς αποφυγή). Ο Bill Condon (σκηνοθέτης του Chicago, του Dreamgirls και των καλών Twilight) προσπαθεί να επαναφέρει το ενδιαφέρον μας στην αρχική πηγή, στην τρυφερότητα και το παιδικό ρομάντζο. Όλα τα αγνά υλικά αναβιώνουν με πιστότητα και με πειθαρχία στο όραμα του θείου Γουόλτ, αλλά η εμπειρία του σκηνοθέτη στο μιούζικαλ του δίνει επιπλέον το προβάδισμα στο τερέν του μιούζικαλ και κάνει τα μουσικοχορευτικά νούμερα να λάμψουν. Φέρνει δηλαδή στο παραμυθόκοσμο, το ενήλικο σκέρτσο του Broadway. Ειδικά το νούμερο μετίτλο “Be Our Guest” είναι μια χορογραφική εξτραβαγκάντζα που ξεδιπλώνει τις καλύτερες ντισνεικές αρετές (από την εποχή του “Fantasia” ακόμα).

Η Emma Watson με την κίνηση και την παρουσία της, αποστομώνει όσους την αμφισβήτησαν (ανάμεσά τους κι εγώ) και δίνει νεύρο στον στερεοτυπικό ρόλο χωρίς να περιορίζεται σε θλιμένες μούτες και εύθραυστα βλέμματα πεταλουδίτσας. Τα σκηνικά μετατρέπουν ένα Γαλλικό χωριό σε αξιοθαύμαστο θεματικό παρκο. Τα αντικείμενα αποκοτούν αξιαγάπητες περσόνες, με τον Ian McKellen στο ρόλο του ρολογιού, τον Ewan McGregor στο ρόλο του κεριού και της Emma Thompson στο ρόλο της τσαγιέρας. Ο Kevin Kline κάνει θαύματα στον τρόπο που σωματοποιεί την πατρική στοργή στις σκηνές του Όσο για τη “gay” υποπλοκή που τόσο τάραξε τις επιτροπές λογοκρισίας, είναι πιο ανώδυνη και από νεανική χαζοκομεντί των 80’s και αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να αφήσουμε στους ηλίθιους.

Τούτο το υβρίδιο ψηφιακού ονειρόκοσμου και κλασικότροπης ροπής στην αφήγηση παίρνει άριστα. Όποιος ψάχνει για βαθειά νοήματα στο παραμύθι ας αναζητήσει την εκδοχή του Jean Cocteau. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα απλό παραμύθι της Disney. Απλό παραμύθι, έ; Ας αναλογιστούμε τον (εξαιρετικό) Luke Evans στο ρόλο του Gaston, του περιζήτητου λεβεντοήρωα και νάρκισσου που πεισματικά θέλει να χριστεί γαμπρός. Από απλά «ενοχλητικός», εξελίσσεται σε «κακός» και στη συνέχεια γίνεται λαοπλάνος ηγέτης του όχλου που κυρήσσει την ξενοφοβία, στηρίζει τον νόμο και την τάξη και καλεί σε μάχη απέναντι στη διαφορετικότητα που απειλεί την αγνή παράδοση. Απλό παραμύθι είπατε;

4jhk.jpg

20th Century Women

Posted in Cinema on March 13, 2017 by InfluencesOnly

1cen.jpg

Βρισκόμαστε στο 1979 στην Καλιφόρνια, σε μια εποχή όπου η πολιτισμική ιστορία ακόμα δουλεύει υπερωρίες. Είναι μια κρίσιμη χρονιά για την ανθρωπότητα αλλά και για την 55χρονη Ντοροθία Φιλντς (Ανέτ Μπένινγκ) η οποία μεγαλώνει τον έφηβο γιο της. Ο σκηνοθέτης Μάικ Μιλς σταματάει την αφήγηση και μας παραθέτει μια ομιλία του προέδρου Τζίμι Κάρτερ για την «κρίση της αυτοπεποίθησης» που αναφέρεται στη έλλειψη σκοπού στη ζωή μας. Όλα λειτουργούν έτσι, σαν θραύσματα μνήμης. Οι ηθοποιοί της ταινίας δεν ερμηνεύουν αλλά «συμπεριφέρονται», ταλανιζόμενοι από το ηθικό ερώτημα του τι καθιστά έναν άνθρωπο καλό και χρήσιμο στους γύρω του. Αναζητούμε το καλό όμως δεν υπάρχουν «κακοί» εδώ για εύκολες συγκρίσεις και συμπεράσματα. Αυτή είναι η ευεργετική δυνατότητα του ανεξέρτητου σινεμά. Υπάρχουν μόνο μερικές γυναίκες που προσπαθούν να καταλάβουν πως πρέπει να συμπεριφέρονται στο πλαίσιο που εξελίσσονται μέρα με τη μέρα οι ζωές τους.

Τη σχέση μητέρας και γιού πλαισιώνει η Άμπι, μια punk-rocker φωτογράφος που επινοικιάζει ένα δωμάτιο (την υποδύεται η Γκρέτα Γκέργουιγκ) και ο Γουίλιαμ, ένας πρώην χίπης που πιάνουν τα χέρια του στις κατασκευές και που έχει πλατωνική σχέση με τη μητέρα του σπιτιού. Ένας άνδρας που διαθέτει σπάνια ευγένεια και κατανόηση για τις γυναίκες (υπέροχος ξανά ο Μπίλι Κράνταπ). Την άτυπη οικογένεια συμπληρώνει η Τζούλι, μια έφηβη κοπέλα (τσακισμένα μελαγχολική η Ελ Φάνινγκ) που συνηθίζει να κοιμάται στο σπίτι και να πυροδωτεί τη σεξουαλική φαντασία του γιου, δίχως να έχουν ερωτικές σχέσεις γιατί θέλει να κρατήσει την φιλία τους αγνή. Με έναν ακούσια άσπλαχνο τρόπο τα κάνει όλα χειρότερα τις φορές που του αφηγείται τη σεξουαλική της αφύπνηση.

Η μητέρα έχει όλα τα στοιχεία μιας αληθινά σιδηροστόμαχης γυναίκας, που δεν έχει αγαπηθεί πραγματικά από τους άντρες στη ζωή της, ενώ η παραπανίσια εξυπνάδα της την κατατάσσει άδικα σε μια κατηγορία «εκκεντρικών ανθρώπων» που είναι καταδικασμένοι να είναι πάντα μπροστά από την εποχή τους. H Ντοροθία καπνίζει διαρκώς, είναι μεγαλωμένη από γονείς που έζησαν το μεγάλο κραχ στην Αμερική και πρόκειται για παλιάς κοπής φεμινίστρια που σχεδόν μειδιάζει μέσα της μπροστά στις βαθύστομες φανφάρες της σεξουαλικής επανάστασης. Η Ντοροθία κάνει μια επαναστατική κίνηση και ζητάει από τα κορίτσια να τη βοηθήσουν στην ανατροφή του γιου της. Τι γενναιότητα για μια χειραφετημένη γυναίκα να νιώσει ανεπαρκής ως μητέρα γιατί δεν έχει κώδικα επικοινωνίας με το νεότερο παιδί της. Στα μάτια του γιου της, η ίδια φαντάζει δυστηχησμένη και μόνη, κάτι που τη σοκάρει. Η προσωρινή ένοικος, μια αναρχική στις ιδέες φωτογράφος που ζει τον τρόμο του καρκίνου, μυεί τον έφηβο του σπιτιού σε ακραία φεμινιστική λογοτεχνία σχετικά με την πολιτική του γυναικείου οργασμού. Ταυτόχρονα η πιτσιρίκα με το χαμένο βλέμμα που θέλει να βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι τους, ζει μια σεξουαλική οδύσσεια που δεν είναι σε θέση να κατανοήσει.

2cen.jpg

Ο Mills, έξι χρόνια μετά το αριστουργηματικό Beginners βρίσκεται στο δρόμο να γίνει ένας μεγάλος σύγχρονος auteur όπως ο Wes Anderson, αν και είναι λιγότερο περφεξιονιστής. Έχει την ικανότητα να γράφει νατουραλιστικό διάλογο που δεν ακούγεται σαν κινηματογραφικός διάλογος. Μιλάει μέσα από βιώματα και σκόρπιες μνήμες. Μας αφηγείται την ιστορία μερικών γυναικών που βρέθηκαν στην ίδια στιγμή στον ίδιο τόπο, κάπου μέσα στον 20ο αιώνα. Μέσα από αναφορές στην pop κουλτούρα, ο Mills μιλάει σε ανθρώπους που ξέρουν τη διαφορά στις punk καταβολές των Talking Heads και των Gang Of Four ή έστω που νοιάζονται να τις μάθουν. Έχει σημασία αυτό για την ενηλικίωση και την εξέλιξη.

Ο Mills επενδύει πάνω στους ήρωες του, που ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά αλλά προσπαθεί να τους πλησιάσει μαζί μας, και αφήνει το βλέμμα της Ανέτ Μπένινγκ να αφηγηθεί με τρυφερότητα την ιστορία τους. Τι τολμηρή ερμηνεία από μια τόσο σπουδαία ηθοποιό. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη ιστορία ενηλικίωσης, αλλά για μια ιστορία βαθειάς κατανόησης και επαφής. Μια ιστορία χωρίς πλοκή και συναισθηματισμούς, στην οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον και να του μιλήσουν στο αυτί. Η απουσία πατρικής φιγούρας άλλωτε οξύνει τις διαφορές και άλλωτε απελευθερώνει την επικοινωνία. Μέσα από αποκαίδια ορφανών ιδολογιών, μέσα από τσκισμένα ανδρικά πρότυπα και μέσα από ένστικτα και συγκρούσεις που για να αποτυπωθούν σε ένα κείμενο θα πρέπει να συνταχθούν τα ασύντακτα, το τρυφερό voice-over, τα περιπαικτικά jump cuts σε πολιτισμικές μνήμες και οι σκηνές αβίαστης συνύπαρξης, ξεδιπλώνουν μποροστά μας ένα πολυδαίδαλο κοινωνικό δράμα που ακούς την καρδιά του να χτυπάει σε κάθε πλάνο.

Αυτές οι γυναίκες είναι όντως καταπληκτικές όπως προμηνύει ο ελληνικός τίτλος αλλά κυρίως είναι γνήσια παιδιά του περασμένου αιώνα όπως υπογραμμίζει ο σοφότερος, πλην αντιεμπορικός ξένος τίτλος. Όμως αυτό είναι σινεμά του 20 αιώνα. Δεν έχουμε πολλά τέτοια δείγματα πια. Κρατήστε αυτό το δώρο από σελιλόιντ κοντά σας, όχι σαν μουσειακό έκθεμα αλλά σαν ακριβή πορσελάνη.

3cen.jpg

Album Of The Week #80

Posted in Music on March 10, 2017 by InfluencesOnly

Julie Byrne

Not Even Happiness

Η εικόνα μιας κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά, που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, είναι διαχρονικά γοητευτική, ανεξαρτήτως γενεών και τάσεων. Ωστόσο το ζητούμενο είναι να διαθέτει και ουσία ή έστω κάποιο μουσικό ενδιαφέρον.

Η Julie Byrne είναι μια κοπέλα, ανάμεσα σε χιλιάδες, που θα δείχνει υπέροχη αγκαλιά με την κιθάρα στην παρέα της –η οποία θα την ακούει οκλαδόν– κάποιο σούρουπο στην καλύβα που θα χρησιμοποιεί σαν θέρετρο, ξυπόλυτη (φαντάζομαι) και με μια κούπα τσάι του βουνού στο πλάι. Το ερώτημα είναι: γιατί να ηχογραφήσει έναν δίσκο με 8 τραγούδια μουδιαστικής πλήξης, που κάνουν τη folk να ακούγεται σαν μουσειακό απολίθωμα, αντί να μείνει στις διασκευές της Joni Mitchell, με τις οποίες είμαι σίγουρος ότι γαλουχήθηκε;

Η τραγουδοποιός από το Buffalo της Νέας Υόρκης παίζει τα ταξιδιάρικα ακόρντα της τάχα μου ανέμελα, ενώ με τη θερμή, υγρή φωνή της  τραγουδάει παρηγορητικά στίχους δροσοσταλίδας, έμπλεους συμβολισμών, που διαπνέονται από πνεύμα άχραντης σοβαρότητας απέναντι στη βουκολική folk παράδοση. Με ένα μάτσο κομμάτια ζαλισμένα μέσα στη φιλολογική διάθεση στην οποία γράφτηκαν, η Byrne μάλλον θεωρεί ότι ακούγεται σαν φιλοσοφημένη ιέρεια που απελευθερώνει το rock από τον πολυεθνικό του εκφυλισμό, δίνοντας παράλληλα στη folk ιδέα ένα περιεχόμενο το οποίο πουλάει ως αποψάτο.

Αν δεν έχεις εκτεθεί στην κιθαριστική folk ή αν ανήκεις σε κάποια κολλεκτίβα που έχει συντροφεύσει κατά καιρούς την Julie Byrne, πιθανώς και να σε συνεπάρει το ολόρθο στυλ της. Αυτό που ευαγγελίζεται την επιστροφή του ακουστικού ροκ στην «αθωότητα ηλιαχτίδας».

Αν όμως είσαι ενημερωμένος ακροατής, δεν θα βρεις κανένα στοιχείο για να την πάρεις στα σοβαρά. Αντιθέτως, θα εκνευριστείς με το ύφος της πεφωτισμένης χίπισσας με το οποίο ερμηνεύει τραγούδια παπαριασμένα στην «υγιεινή» αντίληψη περί αρμονίας. Το Not Even Happiness είναι δηλαδή ένα προσχέδιο δίσκου, κραυγαλέα αναχρονιστικού στο περιεχόμενο και χωρίς καλλιτεχνικό στίγμα.

Η εικόνα της κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, ας μείνει στις φωτογραφίες.

Από το Avopolis

Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου

Posted in Cinema on March 9, 2017 by InfluencesOnly

KG-FP-165.jpg

O διάλογος είναι χάρτινος, οι διάσημοι ηθοποιοί δεν ξέρουν τι ρόλο έχουν και τι κοιτάνε μπροστά στο πράσινο τοίχο του studio και τη δράση της ταινίας την έχουμε ξαναδεί. Όμως το Kong: Skull Island είναι  ένα monster movie που μπορείς μέχρι και να απολάυσεις, παρά την καρτ-ποστάλ σκηνοθεσία και την κακοτεχνία σε επίπεδο μονταζιακό.

Βρισκόμαστε στο 1973, τον καιρί που η Αμερική ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τον πόλεμο του Βιετνάμ, μια σεναριακή αφορμή που δίνει πάτημα στον Jordan Vogt-Roberts να ξεσηκώσει ιδέες από το «Αποκάλυψη Τώρα!» – από το soundtrack στη ζούγκλα μέχρι τον χαρακτήρα που υποδύεται ο John C. Reilly, που ξεπατήκωσε τον αντίστοιχο του Dennis Hopper από το αντιπολεμικό αριστούργημα του Κόπολα. Ο John Goodman, που είναι ο μόνος από το καστ που προσπαθεί να αφήσει ένα αποτύπωμα, ερμηνεύει έναν εξερευνητή που είναι πεπεισμένος για την ύπαρξη προιστορικών τεράτων σε εκείνη την περιοχή. Για την έρευνά του, θα ταξιδέψει με την επίλεκτη ομάδα στρατού, της οποίας ηγείται ο Samuel L. Jackson, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός που θα φέρει την καταστροφή. Οσο φιλότιμο έδειξαν οι προαναφερθέντες, έμπειροι ηθοποιοί, τόσο τα κάνουν μαντάρα οι νεότεροι και ωραιοπαθείς, Tom Hiddleston και Brie Larson. Ο Hiddleston κάνει έναν ολότελα αχρείαστο ιχνηλάτη (πιο πολύ σε Κροκοδειλάκια φέρνει παρά σε Ιντιάνα Τζόουνς) που αντί να κάνει μια προσπάθεια να «παίξει» το ρόλο του, εκφέρει αισθαντικά τις ατάκες του, τονίζοντας την προφορά που αρέσει στις κυρίες. Η δε Larson, κάνει μια φωτογράφο που στέκεται όλο πόζα και “καυλοθυμό” δίπλα στον φωτογενή συνπρωταγωνιστή της, μπας και πουλήσουν «χημεία» και ξεκλέψουν κάνα spin-off.

KG-FP-184r.jpg

Τα καλά νέα έρχονται όταν την οθόνη καταλαμβάνουν τα γιγάντια τέρατα. Τεράστιες σαύρες, προιστορικά πουλιά, θηριώδη μυρμήγκια, γιγαντιαίες αράχνες, θαλάσσια βουβάλια και θεόρατες ακρίδες μεταξύ άλλων, πλαισιώνουν την επιβλητική παρουσία του Βασιλιά Κινγκ Κονγκ, ο οποίος παραδόξως είναι καλά σχεδιασμένος και προκαλέι συναίσθημα. Στο σύνολό της η ταινία είναι τρεις κλάσεις πάνω από το άψυχο reboot του Godzilla πριν τρία χρόνια. Όσο ο φακός δεν πλατειάζει με στυλιζαρισμένα πλάνα και δεν γεμίζει την πλοκή με βιντεοκλιπίστικα καδραρίσματα των ηρώων, η ταινία είναι η χαρά της χαράς για τον θεατή που θέλει να καταναλώσει περήφανα κουβάδες από pop corn. Ο σκηνοθέτης θυμάται που και που να τονίζει τις αρετές της ελαφρόμυαλης λογικής των b-movies και να γίνεται αρκούντως trashy.

Ο Κονγκ δεν είναι το κτήνος χωρίς έλεος που βλέπουν οι στρατιωτικοί. Πρόκειται για φρουρό των ιθαγενών από μια προιστορική απειλή που μπορεί να αφανίσει τα πάντα. Αυτή η εξίσωση θα μπορύσε να λειτουργήσει αβίαστα, χωρίς την προσπάθεια των δημιουργών να τονίσουν την κόντρα άψυχου μιλιταρισμού και αλληλέγγυας κοινότητας. Ο σκηνοθέτης έπρεπε να διδαχθεί από την απλότητα της αυθεντικής ταινίας του 1933 ή έστω από την τρυφερή ματιά της ταινίας του 1976, με τον Jeff Bridges και την Jessica Lange (η προσωπική μου αγαπημένη, αν και δεν αγαπήθηκε ποτέ από τους κριτικούς).

Το “Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου”, δεν νοιάζεται να γίνει ένα φιλμ με μεγάλη καρδιά που θα αγαπηθεί. Αντιθέτως βιάζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες των multiplex για εύπεπτα 3-D υπερθεάματα. Κρίμα, γιατί ούτε την πειθώ ενός τετάστιου event movie τύπου Jurassic Park διαθέτει, ούτε τις διαχρονικές αρετές ενός b – movie τολμάει να εσνστερνιστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα b-movie που ντρέπεται για την καταγωγή του και ντύθηκε με ακριβό κοστούμι για να συναγωνιστεί τα blockbuster που φωνάζουν περήφανα ότι «To Mέγεθος Μετράει».

 

KSI-06277r-VFX.jpg

Logan

Posted in Cinema on March 6, 2017 by InfluencesOnly

1lo.jpg

Μέσα σε έναν ποταμό από «ηπερηρωικές» κακοτεχνίες, από ανήθικα spin-offs που αρμέγουν τη χρυσή αγελάδα της Marvel, από άψυχα prequel και sequel που στοχεύουν σε ένα γρήγορο πρώτο τριήμερο (πριν τα πάρει χαμπάρι ο κόσμος και χαθούν στη λήθη) υπάρχουν και οι σπάνιες περιπτώσεις που προκύπτουν ταινίες αξιώσεων. Το σύμπαν των X-Men, από την πρώτη στιγμή που το ανέλαβε ο Bryan Singer μέχρι και σήμερα, δεν έπαψε ποτέ να ανθίζει και να γεννοβολάει spin off. Οι ιστορίες του έχουν ζυμωθεί σε πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας με ταξίδια στο χρόνο, σε κοινωνικές αλληγορίες αλλά και σε πολιτικά θρίλερ. Το Logan είναι η συνέχεια της ιστορίας του Wolverine και πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες, όχι μόνο των Χ-Men αλλά και τω  superhero movies στην μετά-Dark Knight εποχή.

Ο χαρακτήρας του Logan είναι τραυματισμένος. Όχι γιατί έφαγε τις γροθιές ενός γραφικού κακού, αλλά γιατί είναι τσακισμένος άνθρωπος. Ο Hugh Jackman έδωσε την ανθρώπινη υπόσταση και τον «ματωμένο» ρεαλισμό σε έναν ήρωα κόμικ, ανάλογο με αυτό που είχε φέρει ο Daniel Craig  στον ατσαλάκωτο Τζέιμς Μποντ. Βρισκόμαστε στο 2029 και ο Logan ζει απομονωμένος, δουλεύοντας ως οδηγός λιμουζίνας μαζί με τον αλμπίνο ανιχνευτή μεταλλαγμένων, τον Caliban (υπέροχα εύθραυστος ο κωμικός Stephen Merchant) και τον εξασθενησμένο από τα γηρατειά Professor X (υποβλητικός ξανά ο Patrick Stewart σε ένα ρόλο που παίζει με κλειστά τα μάτια). Οι επιληψίες του εγκαφάλου του καθηγητή είναι πολύ επικίνδυνες και προκαλούν μεγάλες καταστροφές. Την ανωνυμία και την καθημερινότητα των τριών θα διαταράξει η παρουσία της μικρής Laura (Dafne Keen), ένα βίαιο και τρομαγμένο κορίτσι που μπορεί και να είναι κόρη του Logan. Το ανθρωποκυνηγητό που θα ξεκινήσει, ευτυχώς θυμίζει περισσότερο (αν και ίσως λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ‘πρεπε) τη σκονισμένη βιαιότητα του Mad Max, παρά την πολύχρωμη παιδική χαρά των Avengers. Ακόμα και ο Jackman έχει πατήσει στο τρελιάρικο βλέμα του μουσάτου Mel Gibson.

2lo.jpg

Ο σκηνοθέτης James Mangold (υπεύθυνος για το αστυνομικό δράμα Copland και τη μουσική βιογραφία Walk The Line μεταξύ άλλων) κάνει εξαιρετική δουλειά στον τρόπο που κατασκευάζει τη δράση από μέσα προς τα έξω και τιμάει την παράδοση του franchise αλλά και την ιστορία των κόμικ (τα περιοδικά παίζουν ρόλο στην ταινία) ενώ παράλληλα μπολιάζει με μια δόση μελαγχολίας τα πλάνα δράσης. Ο Logan δεν συνεχίζει να κουβαλάει τη σκυτάλη των X-Men αλλά μοιάζει με μακρινό απόγονο των μεταλλαγμένων φίλων του. Ένας αληθινός απόκληρος, αποτέλεσμα της νίκης του «κακού» ενάντια στη ρομαντική συλλογικότητα της χαρισματικής μειονότητας. Το Logan είναι ένα noir ανοιχτών χόρων, με έντονες επηρροές από το κλασικό western που θα μπορούσε αυθαίρετα να περιγραφεί σαν ξεδελφάκι του Children of Men, σκηνοθετημένο από τον John Carpenter. Καιρός ήταν το studio να αγνοήσει τις απαιτήσεις των fanboys και να επιτρέψει μια ταινία που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους αγαπούν το γνήσιο σινεμά δράσης.

3lo.jpg

Album Of The Week #79

Posted in Music on March 4, 2017 by InfluencesOnly

Thievery Corporation

The Temple Of I&I

Φανταστείτε ένα café bar με ευρύχωρους καναπέδες και χαμηλό φωτισμό, διακοσμημένο με έντονη βλάστηση από εξωτικά φυτά και κάδρα στους τοίχους με «ινσταγκραμικές» φωτογραφίες από την Τζαμάικα ή το Μπαλί. Έναν χώρο όπου αποψάτοι γνώστες με αντιεξουσιαστικό κοινωνικό προφίλ θα παραγγέλνουν χαλαρωτικά ροφήματα σε σέξι σεβιτόρες με afro look.

Στο υποφωτισμένο bar, η ένταση της μουσικής κυμαίνεται στο ύψος των φωνών, χωρίς να καταλαβαίνεις έτσι πότε το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο (δεν έχει σημασία άλλωστε το κομμάτι, μα η σκυτάλη της ατμόσφαιρας), ενώ η κονσόλα παίζει reggae συλλογές σε βινύλιο –όχι με τα ηλιόλουστα hits των beach bars, αλλά με χαμένες ηχογραφήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σε αυτόν τον χώρο όλοι μιλούν πολύ σοβαρά: δεν ακούγονται γέλια και οι θαμώνες ξέρουν ο ένας τον άλλον με το μικρό όνομα, χωρίς όμως να έχουν και πολύ ο ένας την όρεξη του άλλου. Αν βλέπετε τον εαυτό σας να νιώθει οικεία και να περνάει καλά σε κάτι τέτοιο, το νέο άλμπουμ των Thievery Corporation θα σας φανεί σκέτη απόλαυση.

Από το συνωμοτικό dub στο εναρκτήριο “Thief Rockers” μέχρι τα νυχτερινά, βρώμικα beats των “Fight To Survive” και “Road Block”, οι Thievery Corporation αποδεικνύουν γιατί παραμένουν γοητευτικοί για το κοινό τους, μετά από μια διαδρομή 20 ετών. Το καταγγελτικό rap ακούγεται φρέσκο στο “Letter To The Editor” –η μοναδική στιγμή του The Temple Of I & I που πραγματικά μπορεί να ακούγεται για χρόνια στα μπαράκια του κέντρου, αυτά με τις trendy φατσούλες– και δεν το λεω υποτιμητικά, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επιβληθεί ένα τραγούδι για χρόνια στα ποτάδικα.

Βέβαια υπάρχουν και αδύναμες στιγμές, όπως η παρωχημένη reggae του “Strike The Root” που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τα πνευστά, ή το “Time & Space”, το οποίο λοξοκοιτάει επικίνδυνα τις crowd pleaser συλλογές επιπέδου Buddha Bar. Επιπλέον, στο “Love Has No Heart” ή στο “Lose To Find Lounge”, το γκρουπ επιμένει αδικαιολόγητα σε ατμόσφαιρες για νυχτερινά ραδιόφωνα που απευθύνονται σε ακροατές οι οποίοι τριπάρουν με διάφορα «extended chill out remix», τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οι καλές στιγμές έρχονται ξανά στις περιπετειώδεις διαδρομές σε διαστημικούς προορισμούς που φτιάχνουμε με τον νου στο ομώνυμο “The Temple Οf I & I”, όπου ο Rob Garza και ο Eric Hilton δείχνουν για τι θα ήταν ικανοί, αν δεν έτρωγαν από τα έτοιμα. Ακόμα πάντως και χωρίς τις γνώριμες τζαμαϊκανές φόρμες να ορίζουν το μονοπάτι και χωρίς το πολυφορεμένο wah pedal να δίνει εύκολες λύσεις, οι Thievery υπηρετούν τη dub/electronica με την παλιά καλή «ντουμανιασμένη» downbeat διάθεση –άσε που έχουν κι ένα πολύ cool εξώφυλλο να κοσμεί τον καινούριο τους δίσκο.

Το café bar που περιέγραψα στην αρχή, άνοιξε και σας περιμένει.

Από το Avopolis

T2 Trainspotting

Posted in Cinema on March 1, 2017 by InfluencesOnly

1train.JPG

Πολλοί ήταν αυτοί που φρόντισαν να μας θυμίζουν ότι πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από την μέρα που στηθήκαμε στην ουρά για την πρεμιέρα του Trainspotting. Πολλοί σημερινοί θεατές ήταν αγέννητοι ή νήπια (πράγμα που μας έκανε να θέλουμε να σκίσουμε ληξιαρχηκές πράξεις γεννήσεως με δάκρυα) την εποχή που βλέπαμε σαν αποχαυνωμένοι τον αγωνιώδη Renton (Ewan McGregor), τον αγαθιάρη Spud (Ewen Bremner) και τον τρελαμένο Sick Boy (Jonny Lee Miller) να βουτάνε βουλιμικά σε ποταμούς ηρωίνης και να παρτάρουν περήφανα. Ο ιδρωμένος φακός του Danny Boyle και το πυνκό σενάριο του John Hodge, μας έβαλαν στην πρώτη ταινία αρχικά στο πετσί τριών ρεμαλιών, οι οποίοι στο δεύτερο μέρος της έβαλαν τους τηγανισμένους από τις αμφεταμίνες εγκεφάλους τους να συντονιστούν, ώστε να στήσουν μια κομπίνα μαζί με τον ψυχωτικό Begbie (Robert Carlyle). Μια μπάζα μερικών χιλιάδων λιρών θα ήταν η ευκαιρία να γλυτώσουν για λίγο από την καθημερινότητα ενός junkie στο Εδιμβούργο. Η σημασία του να βλέπει ένας teenager τις οργιώδεις εικόνες του Trainspotting στα χρόνια της δεκαετίας του 90, ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτού του κειμένου. Αν έβλεπες τους ήρωες να κυνηγούν το one night stand στα club υπό τους ήχους του Atomic των Blondie, να καίγονται με τα drugs με τα beat των Underworld, να κάνουν υπερβολική δόση με το Perfect Day του Lou Reed ή να χορεύουν μαστουρωμένοι το πάθος για ζωή με το Lust For Life του Iggy Pop, θα σου έσκαγαν στα μούτρα. Το λογύδριο του “Choose Live” που εμπνεύστηκε ο Irvine Welsh ήταν σύνθημα της τελευταίας μεγάλης εποχής της pop κουλτούρας.

Ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός σήμερα και φυσικά οι τέσσερις ήρωες που είναι πλέον μεσήλικες, θα είναι κι αυτοί διαφορετικοί, σε ένα σίκουελ που πήρε αρκετά χρόνια να βρει την τελική του μορφή. Ο Renton έχει καθαρίσει και επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι για να εξιλεωθεί για την κομπίνα, ο Begbie το σκάει από τη φυλακή, ο Sick Boy έχει στήσει το δικό του κύκλωμα παρανομίας και ο Spud παραμένει… Spud. Ο Boyle συνάντησε ξανά του ήρωες σε ένα φιλμ που γυρίζονταν σε μια εποχή εποχή, με τον Bowie και τον Lou νεκρούς και με τον Ευρωπαικό διάλογο για το Brexit στο απόγειό του. Το T2, ευτυχώς, δεν φιλοδοξεί να τα ξανακάνει όλα ίσωμα, δεν μπορεί άλλωστε και δεν έχει τα όπλα. Το zeitgeist των 90’s (όπως και τα νειάτα μας) έχουν παρέλθει οπότε δεν υπάρχει χώρος για ομορφιά και όρεξη για κωλοδάχτυλο προς πάσα κατεύθυνση. Εκεί που καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα αυτό το αποτοξινωμένο σίκουελ, δεν είναι ούτε στην αναβίωση ή στην πλοκή ξεκαθαρίσματος παλιών λογαριασμών, αλλά στο πηγαίο χιούμορ: η σκηνή στην pub με τους Προτεστάντες είναι άκρως διασκεδαστική και η εκ νέου συνάντηση του Renton με τον Begbie σε διπλανές τουαλέτες είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ποντάρει στο συναίσθημα: το βλέμμα του Renton στο καπό ενός αυτοκινήτου παραμένει πύρινο, το σοκάκι όπου οι νεαροί κακοποιοί έτρεχαν ανέμελοι από το νόμο και από τους εαυτούς τους, τα πλήκτρα των Underworld, το παιδικό δωμάτιο, το φάντασμα της μητέρας και η γλυκιά ανάμνηση της πρέζας στα ανέμελα χρόνια.

2train.jpg

Φυσικά και ένα τέτοιο εγχείρημα θα έχει προβλήματα. Οι γυναικείοι ρόλοι σχεδόν ξεπετιούνται: η Shirley Henderson σχεδόν δεν έχει λόγο ύπαρξης ως γκόμενα του Spud ενώ ο υπέροχα smart ass χαρακτήρας της Kelly Macdonald εμφανίζεται χαριστικά σε μια μικρή σκηνή. Επιπλέον, η φίλη του Sick Boy (και δυστυχώς αφηγήτρια σε πολλά σημεία) δεν πείθει καθόλου για τις υποκριτικές της ικανότητες. Ακόμα και το λογύδριο του Renton ακούγεται βεβιασμένο και θαρρείς με το στανιό τοποθετημένο σε μια άσχετη σκηνή. Το roller coaster του “Trainspotting” δεν μπορεί να επαναληφθεί, χωρίς τουλάχιστον να ξεπέσει σε ευκολίες νοσταλγίας, οπότε η βόλτα αυτή τη φορά οφείλει να είναι περισσότερο στυλιζαρισμένη παρά ξέφρενη. Ο Boyle χρησιμοποιεί σε σε κάθε σκηνή σχεδόν διαφορετικό φίλτρο και κινηματογραφεί σαν ξεσαλωμένος βιρτουόζος. Ρίχνει freeze frame στο τέλος πολών σκηνών, πειράζει το κάδρο, φιλτράρει χρώματα με επίτηδες παλιομοδίτικο στυλ. Όμως αυτή τη φορά δεν χρειάζονται πεθαμένα μωρά και κυριολεκτικές βουτιές στα σκατά για να σοκάρουν το κοινό. Το σοκ έρχεται από το «μεγαλωμένο» βλέμμα των ηρώων, που δεν κατάφερε να παγώσει για πάντα ο χρόνος στα ένδοξα καρέ των 90’s. Δεν χρειάζονται την οργιώδη electronica και την Brit-pop οι ήρωες για να συντροφεύει τις απατεωνιές τους και τα ναρκωτικά πλέον σχεδόν απουσιάζουν. Οι ήρωες έχουν διαλέξει ζωή και πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτή, όπως έχουμε κάνει όλοι μας, λίγο εώς πολύ, από τότε.

3train.JPG