Album of the Week #208

Celine Dion

Courage

Χωρίς κουράγιο δεν προχωράς σε τούτη τη ζωή, μας ενημερώνει η Céline Dion, 6 χρόνια μετά το τελευταίο αγγλόφωνο άλμπουμ της και 3 χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, στο πλευρό του οποίου στάθηκε επί σειρά ετών, βοηθώντας τον στην πάλη με τον καρκίνο. Το Courage έρχεται λοιπόν ως ένας γεμάτος, επικά ρομαντικός, ορθόδοξα γραμμένος δίσκος της τρέχουσας στουντιακής pop. Πέτυχε όμως τον στόχο του;

Αν ο στόχος του ήταν να επαναπροσδιορίσει η Dion την καριέρα της με τον τρόπο που το έκανε π.χ. η Cher στα 1990s με το “Believe”, τότε σίγουρα όχι. Το Courage δεν είναι το δικό της “Believe”. Όχι μόνο γιατί οι συνθήκες έχουν αλλάξει και η δισκογραφία δεν παράγει εμπορικά mega hits, ούτε γιατί δεν υπάρχει κοινό που έτοιμο να καταναλώσει επιτυχίες, αλλά γιατί ο δίσκος υστερεί στα επί μέρους συστατικά του. Δεν υπάρχει δηλαδή τραγούδι εδώ με τη δύναμη να κολλήσει σαν τσίχλα στο μυαλό του ακροατή. Το εναρκτήριο “Flying Οn My Own” συμπεριφέρεται μεν σαν επιτυχιάρα που θα σαρώσει, όμως παραείναι τεχνοκρατικό σε επίπεδο παραγωγής.

Ευτυχώς η Céline Dion αποφεύγει τις επικές μπαλάντες –αυτές που τραγουδιούνται στην πλώρη του Τιτανικού– και επενδύει σε ρυθμούς και χορευτικά beats. Δυστυχώς, όμως, μιμείται αμήχανα την Adele στο “Lovers Never Die”, ένα τραγούδι που φαντασιώνεται ότι ανοίγει μια ταινία του Τζέιμς Μποντ (αν και έχουμε ακούσει και χειρότερα τραγούδια στον ίδιο ρόλο). Αναλώνεται επίσης σε generic μπαλάντες αυτοπεποίθησης και αυτοβελτίωσης όπως το γλυκερό “Lying Down” και το μελωμένο “Perfect Goodbye”, οι οποίες μετά την πρώτη ακρόαση εξατμίζονται στον αέρα σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Επίσης δεν μπορώ να πω ότι την κολακεύει η σύγκριση με τη Sia στο “On Baby”, αλλά τουλάχιστον το κομμάτι είναι νόστιμο.

Επιπλέον, η προσφιλής συνήθεια της Καναδέζας ερμηνεύτριας να κάνει ασκήσεις για δέκαθλο με τη φωνή της, δεν λειτουργεί σε τραγούδια που προάγουν τη vintage soul όπως το “I Will Be Stronger”. Εκεί κάνει κάτι τόσο άσχημο για τη γαλανομάτα soul, όσο η λέξη που έχουν οι Αμερικάνοι για να το περιγράψουν: pastiche. Στο “The Chase”, πάλι, προσεγγίζει το ακροατήριο της Taylor Swift την εποχή που άρχισε να βρίσκει την country βαρετή. Ωστόσο βρίσκει τα πατήματά της στο γκρουβάτο “Nobody’s Watching” και στο “Say Yes”.

Η Céline Dion δεν πήρε κανένα ρίσκο της προκοπής στο Courage, ενώ δεν έχει τελικά να πει και κάτι ουσιαστικό για την απώλεια (τουλάχιστον όχι κάτι που δεν λέγεται και στις εκπομπές της Όπρα Γουίνφρεϊ). Τουλάχιστον ακούγεται αξιοπρεπής και δεν ποντάρει σε «φορετές» συμμετοχές με καλλιτέχνες αμφιβόλου αξίας όπως ο Maluma ή ο DJ Khaled για να αισθανθεί σχετική με το σήμερα. Ίσως κάποια μέρα να επιστρέψει με το δικό της “Believe”. Μέχρι τότε …κουράγιο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Color Out of Space

Να και μια ταινία που το “cosmic horror” έγινε σωστά!

Πιστό στην παράδοση τανιών όπως το Poltergeist του Τομπ Χούπερ και το Fog του Τζον Κάρπεντερ, με προσεγμένα cheesy διαλόγους που θα εκτιμήσουν όσοι κάποτε έψαχναν τα ράφια των βίντεο κλαμπ να βρουν κάποιον παλιό Γουές Κρέιβεν ή τα Β movies που έμοιαζαν με το Hellraiser, με εξαιρετική φωτογραφία (for once) και ελεγχόμενο χιούμορ. Χωρίς μοντέρνα jump scares ή αχρείαστες self-aware αναφορές στο είδος.

Η αδυσώπητη νομοτέλεια του κακού έρχεται με τη μορφή ενός θραύσματος από μετεωρίτη που προσγειώνεται στην αυλή των ηρώων, ο οποίος θα προκαλέσει την εφιαλτική τους μετάλλαξη και θα οδηγήσει σε μια ψυχεδελική κορύφωση αποτρόπαιας γοητείας.
Χάρμα!

Posted in Cinema | Leave a comment

Uncut Gems

Κάπου ανάμεσα στο αυτοκαταστροφικό πάθος του The Gambler (1974) και στο νεοϋορκέζικο δράμα πεζοδρομίου του Mean Streets (1973), βρίσκεται το «Uncut Gems», ένας γνήσιος απόγονος του καλού αμερικάνικου σινεμά των 70’s. Το μοντάζ προκαλεί άγχος απ΄το τίποτα, οι διάλογοι προκαλούν νευρικότητα και η ιστορία εξελίσσεται σε συνθήκες πανικού.

Τόσο ο Άνταμ Σάντλερ, που είναι εκπληκτικός στο ρόλο του sleazy λαθρέμπορου χάρη στην τεχνική με την οποία μιλάει χαμογελώντας μέσα απ’ τα δόντια, όσο και ο Έρικ Μπογκοσιάν που είναι παντελώς ανεκμετάλλευτος απ΄το Χόλιγουντ, φώναζαν για οσκαρικες υποψηφιότητες Α’ και Β’ ρόλου.

Σε μια εποχή που οι κόμικ ήρωες κάνουν πολιτικάντικα κηρύγματα και η woke police υποτιμάει τη νοημοσύνη μας, είναι όαση να βλέπεις μια ταινία που δεν κρίνει τους ήρωες ούτε έχει μηνύματα και απαντήσεις, αλλά παίρνει το ρίσκο να ποντάρει (see what I did there?) σε αυτά που μετράνε. Όπως ήταν τα καλό αμερικάνικο σινεμά των 70’s.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #207

Jack Peñate

After You

Αν εξαιρέσουμε τα πολύ σπουδαία ονόματα της δισκογραφίας, δύο ήταν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες των οποίων τα νέα άλμπουμ περίμενα με περισσότερη αγωνία, μέσα στο 2019. Ο ένας ήταν ο Woodkid και ο άλλος ο Jack Peñate. Ο πρώτος δεν μας έκανε τελικά το χατίρι να μας τιμήσει, αλλά ο Λονδρέζος μουσικός επέστρεψε, μια δεκαετία από την τελευταία φορά που τον ακούσαμε, στο εξαιρετικό Everything Is New. Δείχνοντας με το After You ότι θέλει να εξελιχθεί με στυλ και να περάσει σε μια κομψή electro-pop δωματίου. Βγαίνει όμως κερδισμένος;

Μη σας προϊδεάσει αρνητικά η τρυφερή μα προβλέψιμη gospel αισθητική του “Prayer”, το οποίο ανοίγει τον δίσκο. Κάθε άλλο παρά απλοϊκά είναι τα πράγματα εδώ. Αυτό άλλωστε μαρτυρά το ψυχεδελικό “Loaded Gun”, που ακούγεται σαν διαστημική συνύπαρξη του Harry Nilsson με τον Roger Waters. Μην αφήσετε επιπλέον να σας αποθαρρύνουν οι αμήχανοι (και ολίγον άγαρμποι), ανατολίτικοι ρυθμοί του “Round Αnd Round”: υπάρχουν περιπετειώδη στοιχεία στην παραγωγή. Το “Cipralex”, επίσης, δεν βασίζεται μόνο στις ευκολίες της γαλανομάτας soul· οι πολλές στρώσεις κάθε τραγουδιού έντεχνης pop που σέβεται τον εαυτό του, δίνουν κι εδώ ανάλογο βάθος.

Το “Murder”, πάλι, μπορεί να ξεκινάει σαν μεταμοντέρνος Moby, αλλά στη συνέχεια ανεβάζει τον ονειροδείκτη της ακρόασης και (ω, τι θαύμα) μπορεί να χορευτεί! Το “Let Me Believe” θα μπορούσε να ακούγεται στους τίτλους τέλους μιας quirky τηλεταινίας του ΗΒΟ με έξυπνα κολεγιόπαιδα –αλλά αυτό δεν είναι κακό, αν και ούτε για να το παινεύεσαι είναι. Όπως κακό δεν είναι το να σώζονται τραγούδια σαν το “GMT”, όταν έρχονται σε αδιέξοδο, με γυαλισμένες τρομπέτες και σαξόφωνα (η άλλη εύκολη λύση που έχει ξελασπώσει κόσμο και κοσμάκη είναι η παιδική χορωδία).

Τελικά, βέβαια, θεωρούσα ότι ο Peñate θα βγει κερδισμένος επειδή η αναμονή της επιστροφής του με έκανε θετικά προκατειλημμένο. Αλλά, ακούγοντας ξανά και ξανά το After You, διαπιστώνω ότι είναι περισσότερες οι νάρκες που κινδυνεύει να πατήσει ο ακροατής, παρά τα δυνατά σημεία (ενώ το Everything Is New ήταν τόσο πλήρες σε χυμούς και απολαύσεις). Χρειάζονται δηλαδή ειδικές προειδοποιήσεις, για να αφεθεί κανείς και να μην χάσει το ενδιαφέρον του. Για να μην πω ότι το “Swept Τo Τhe Sky”, που κλείνει τον δίσκο, αν το έβγαζαν οι Coldplay θα άκουγαν τα εξ αμάξης από το κοινό που μεγάλωσε πίνοντας νερό στο όνομα του Pitchfork.

Τελικά, λοιπόν, δεν βγαίνει κερδισμένος εδώ ο Jack Peñate. Ακούγεται περισσότερο βολεμένος, παρά εμπνευσμένος. Και έχω την αίσθηση ότι σε μελλοντικές ακροάσεις θα πέσει ακόμη περισσότερο το 7 της βαθμολογίας.

Από το Avopolis

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #206

Clams Casino 

Moon Trip Radio

Υπάρχει μια σνομπ αίσθηση στο Moon Trip Radio, που με κρατάει σε συγκεκριμένη απόσταση από τα νέα τραγούδια του Clams Casino οχήματος του Michael Volpe. Στα μάτια μου, δηλαδή, φαίνονται σαν να περιφρονούν κάποιους εφαρμοσμένους κανόνες γύρω από τη διάρκεια που «πρέπει» να έχει ένα τραγούδι για χτίσει σχέση με τον ακροατή, να αναπτύξει την (όποια) ιδέα του και να προλάβει να εντυπωθεί στο μυαλό με τις απαραίτητες επαναλήψεις.

Ο Volpe μπορεί ασφαλώς να καταπατήσει ελεύθερα τους όποιους κανόνες και να ανατρέψει κάθε δεδομένο στο πλαίσιο του πειραματισμού, εάν έχει μια ρηξικέλευθη πρόταση να καταθέσει. Όμως τέτοια εφόδια δεν υπάρχουν στον καινούριο του δίσκο. Τα τραγούδια, αντιθέτως, δεν έχουν ψηθεί καλά και μένουν κάπως ημιτελή: δεν έχουν ολοκληρωθεί, ακριβώς λόγω αυτής της εστέτ αντιμετώπισης. Ακόμα δηλαδή και αν δεχτούμε ότι η «ραδιοφωνική» δύναμη δεν αποτελεί ζητούμενο στο Moon Trip Radio, δεν διαθέτουν την αξία να ενταχτούν σε καμία μουσικόφιλη μοντερνιστική καθημερινότητα.

Μερικά κομμάτια προσπαθούν να ακουστούν μυστηριώδη και περιπετειώδη. Ενώ όμως στο “Fire Blue” εμπνέονται (ευτυχώς) από την παρακαταθήκη του Burial, στιγμές σαν το “Healing” και το “NSX” μοιάζουν να έχουν γραφτεί για να επενδύσουν ηχητικά το ατμοσφαιρικό video art που θα συνοδεύει μαθήματα γιόγκα και θεραπευτικές ασκήσεις σωματικής ευεξίας. Το κολάζ ασύνδετων ρυθμών δεν είναι αρκετά τολμηρό για να κάνει παρέα με τους αληθινούς πειραματιστές και η ακρόαση του δίσκου αφήνει μια πικρή γεύση αδικαίωτων νευρώσεων. Ούτε ως all-day μουσικό τάπητα δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την κυκλοφορία. Πολύ λίγα πράγματα ξεχωρίζουν, ίσως το “Cupid Wing”.

Βέβαια προέρχεται από τίμιες συνεργασίες ο Clams Casino (Lil B, The Weeknd, Schoolboy Q)· και είναι αλήθεια ότι η θαμπή ατμόσφαιρα και τα «καπνισμένα» beats του άφησαν ιδιαίτερο στίγμα στο μοντέρνο χιπ χοπ, χαρακτηρίζοντας τη δεκαετία που μόλις πέρασε. Σε επίπεδο επίσης προθέσεων δέχεσαι ότι υπάρχουν περισσότερα πίσω από το Moon Trip Radio, εφόσον η art director Marielle Tepper σχεδίασε ψυχεδελικές, οπτικοακουστικές εικόνες για να συνοδεύσουν την ακρόασή του, με τη χρήση προηγμένου software.

Τίποτα όμως από αυτά, δεν μοιάζει τελικά αρκετό. Χρειάζεται να κάνεις έκπτωση απαιτήσεων για να μπεις στο κλίμα του Moon Trip Radio. Και τότε ίσως περάσεις καλά, γιατί στην ουσία πρόκειται για μία ατμοσφαιρική ασημαντότητα: ένα ακίνδυνο χάδι, το οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να σε κινητοποιήσει. Ούτε και να σου δημιουργήσει την αίσθηση ότι αφηγείται κάτι που έχεις ανάγκη να ακούσεις.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #205

Little Simz

Grey Area

Μέσα στον καταιγισμό κυκλοφοριών, που ξεχύνονται στην αρένα του πρωταθλητισμού, ο νέος δίσκος της Little Simz μοιάζει με μικρή σεισμική δόνηση· όσοι παρακολουθούν τη σύγχρονη μουσική, την έχουν ανάγκη σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό στην έρημο. Δεν γίνεται δηλαδή να ακούσεις το “Boss” και να μην αισθανθείς ότι σε παίρνει αμπάριζα το σαρωτικό groove της 25άχρονης Βρετανίδας. «Stop fucking with my heart», σου φωνάζει στα μούτρα, προτού αυτοπροσδιοριστεί: «I’m a BOSS in a fucking dress».

Το Grey Area είναι ντυμένο με αυτήν την ανανεωτική πνοή των πολύ δυνατών καλλιτεχνών, όσων χειρίζονται με εξυπνάδα, με μαεστρία και με «πνεύμα δρόμου» την έμπνευσή τους. Η Little Simz μοιάζει φτιαγμένη από το υλικό με το οποίο παρασκευάζονται τα μοντέρνα tablet girls της showbiz. Πρόκειται όμως για καταπληκτική μουσικό. Έρχεται περήφανα από τις εργατικές γειτονιές του βόρειου Λονδίνου, μιλάει γεμάτη αυτοπεποίθηση στο “Selfish” και μπορεί να ραπάρει τόσο για την ψυχική ισορροπία (“Therapy”), όσο και για τη διάθεσή της να μην φιλτράρει τα λόγια της (“Offend”).

Το Grey Area αποδεικνύεται απολαυστικό άλμπουμ. Δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση, ενώ έχει μέσα του ιδέες όχι μόνο τεχνικές, αλλά και μία ανήσυχη γκάμα σκέψεων: για την αυτοδιάθεση των γυναικών, το σκληρό αστικό περιβάλλον που μας περιμένει στη νέα δεκαετία και τους προσωπικούς δαίμονες που ταλανίζουν κάθε δημιουργικό μυαλό, στην ηλικία των 20κάτι.

Είναι εντυπωσιακή η εξέλιξη της νεαρής Βρετανίδας, η οποία, μετά από κάμποσα EP και 2 ολοκληρωμένα άλμπουμ, παίρνει εδώ μια γενναία καλλιτεχνική/στρατηγική απόφαση να εκτεθεί. Ο τρόπος που το κάνει είναι τεχνικά και υφολογικά θαυμάσιος, καθώς ελίσσεται μέσα από τζαζ, soul και funk ρυθμούς, ειδικά στο “101 FM”, στο “Wounds” (σπάνια η σύγχρονη reggae ακούγεται τόσο θελκτική και ώριμη) ή στο “Flowers”, με τη συμμετοχή του Michael Kiwanuka.

Aν το έβαζε με τον νου της, η Little Simz θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ένα συγκλονιστικό blaxploitation soundtrack με funk beats που να παραπέμπουν στη δεκαετία του 1970. Ευτυχώς, όμως, δεν αναλώνεται σε αναβιώσεις παλιότερων στυλ. Η κοπέλα πασχίζει να φέρει το μέλλον μια ώρα αρχύτερα. Μην την αφήσετε λοιπόν να περάσει απαρατήρητη.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #204

Vagabon – Vagabon

Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίον η Vagabon δημιουργεί ένα σύνολο από μελωδικά τραγούδια, που την κρατάνε με ασφάλεια μέσα τους. Ο νέος της δίσκος φέρνει στον ακροατή μια ευπρόσδεκτη δόση αρμονιών· ενώ όμως κάποιες σε γοητεύουν, άλλες σου γεννούν υποψίες για την αυθεντικότητα των κινήτρων τους…

Η (κατά κόσμον) Lætitia Tamko έχει ρίζες στο Καμερούν, αλλά προέρχεται από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για μια τραγουδοποιό που δείχνει έξυπνη και καλόγουστη και διαθέτει όλα τα φόντα να σαγηνεύσει ακροατές από οποιαδήποτε χώρα. Αλλά, ενώ αρχικά η μουσική της τη δείχνει σαν μια σύγχρονη απόγονο της Sade –η οποία μοιάζει παράλληλα να κατάπιε όλη την αποφασιστικότητα της Tracy Chapman– τελικά δεν σου επικοινωνεί τίποτα βαθύ και σημαντικό. Ενώ δηλαδή ακούς τη μεταξένια R’n’B παραγωγή και τα υγρά ρεφρέν μπορεί να μην βρίσκεις αμέσως κάτι σημαντικό να προσάψεις, αισθάνεσαι ωστόσο ότι απουσιάζει το βαθύτερο καλλιτεχνικό κίνητρο. Η δε πληροφορία ότι η Vagabon άντλησε έμπνευση εδώ από τη Nayyirah Waheed, την ιέρεια της αμφιλεγόμενης σχολής του Instapoetry, επιβεβαιώνει αυτό το άβολο προαίσθημα.

Η Waheed είναι υπέυθυνη για χιλιάδες αρμονικά τσιτάτα Insta-ποίησης, που έγιναν viral· και μερικά από αυτά στάθηκαν υπεύθυνα για το φετινό πόνημα της Tamko, οδηγώντας τη σε ένα μείγμα νέο-φεμινισμού και ήπιας κοινωνικής αφύπνισης. Φυσικά ο δίσκος είναι κρυστάλλινος και ποτισμένος με το «μάχιμο» συναίσθημα της διαδικτυακής εποχής. Και διαθέτει ρυθμούς καλλίγραμμους και λιγνούς, οι οποίοι προχωράνε αμέριμνοι. Σαν να μην έχει καμία σημασία οτιδήποτε άλλο, πλην της αέρινης αύρας τους.

Ξεχωρίζει η υπέροχη μελωδία του “In A Bind”, που στην κλιμάκωσή του οδηγεί σε μια προσευχή. Ιδιαίτερα είναι επίσης το “Flood”, το “Water Me Down” και το “Every Woman”, το οποίο θέλει να μιλήσει (με κάποιον τρόπο) για την εποχή του #MeToo –με τη Vagabon να ακούγεται σαν θηλυκός Bon Iver. Η φωνή της εναρμονίζεται άψογα με τη (φυσική) ενορχήστρωση και είναι οπωσδήποτε σημαντικό ότι έγραψε η ίδια τα κομμάτια, τα τραγούδησε, έπαιξε πολλά από τα όργανα και ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής.

Η Vagabon ανήκει στις ταλαντούχες της γενιάς της: στις δημιουργούς που νιώθουν ότι αρκεί μία «πλάτη» από synths και δύο στρογγυλά, ορθά λόγια, για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μιας ζωής. Όμως, αν και παρουσιάζεται σαφώς πιο ώριμη σε σχέση με τον προηγούμενο δίσκο της (Infinite Worlds, 2017), δίπλα στη Sade και στην Tracy Chapman που προανέφερα, φαντάζει σαν σελίδα του Facebook που μιλάει με τσιτάτα περί «μαγκιάς και αυτοταπείνωσης» δίπλα σε καλή λογοτεχνία. Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι θα εξελιχθεί κι άλλο και θα βρει τη φωνή της. Κι ας μην είναι επιδραστική ποιήτρια. Ας μην είναι σοφή και ενάρετη. Ας είναι απλά αληθινή (αν και αυτό το τελευταίο, θύμισε έντονα Instapoetry)

Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Seekers Who Are Lovers

Το 1996 οι Cocteau Twins κυκλοφορούν το «Milk & Kisses», τον 8ο δίσκο τους που έμελλε να είναι ο τελευταίος τους. Η καριέρα τους ξεκίνησε το 1979, όταν ο κιθαρίστας και αρχιτέκτονας του ήχου του συγκροτήματος Robin Guthrie, ανακάλυψε την 17χρονη Elizabeth τον καιρό που σύχναζε μόνη της σε ένα τοπικό club στη Σκωτία. Η Elizabeth ήταν ένα ανήσυχο “πανκιό” που το είχε σκάσει από τη βίαιη οικογενειακή ζωή της. Ως έφηβη, λάτρευε τα απόκοσμα «κεντήματα» της Kate Bush στο μικρόφωνο και την δωρική, βαμπιρική ατμοσφαιρικότητα της Siouxsie.

Η Elizabeth και ο Robin θα γίνουν ένα δημιουργικό και δυσλειτουργικό ζευγάρι και που θα αγγίξει μια σπάνια καλλιτεχνική νιρβάνα για μια δεκαετία. Δύσκολα θα συναντήσουμε ανάλογη υψηλή τέχνη από τη χημεία τέτοιων μελωδικών γραμμών με νυκτωδίες και θεϊκές ερμηνείες, οι οποίες συχνά επικοινωνούσαν με τον ακροατή σε ακατάληπτες γλώσσες. Μια από τις πρώτες σπουδαίες στιγμές της Frazer που φάνηκε η μαγική της ικανότητα στο μικρόφωνο, ήταν στη διασκευή της για το «Song to the Siren» του Tim Buckley, το 1984 μαζί με το project των “This Mortal Coil”. Δέκα χρόνια μετά, η Elizabeth θα γνωρίσει τον γιο του Tim, τον Jeff Buckley, έναν από τους “καταραμένος” songwriters των 90’s που μόλις είχε βγάλει το εξαιρετικό ντεμπούτο του, με τίτλο “Grace”. Η σχέση της Elizabeth με τον Robin έχει λήξει ένα χρόνο πριν, με πολύ πόνο. Όμως το συγκρότημα θεώρησε ότι η μουσική συνεργασία τους θα μπορούσε να συνεχιστεί και δεν διέλυσε.

H ευαίσθητη Elizabeth όμως δεν μπορούσε πλέον να διαχειριστεί την συνύπαρξη στο στούντιο με τον πρώην σύντροφό της, ο οποίος μάλιστα βυθίζονταν στα ναρκωτικά, αλλά και το βάρος της φροντίδας της κόρης τους. Εκείνη την περίοδο λοιπόν, η ίδια με τον Jeff Buckley θα ζήσουν έναν σύντομο, παράφορο έρωτα. Οι δυο τους μάλιστα θα ηχογραφήσουν και ένα ντουέτο, το «All Flowers In Time Bend Towards The Sun» το οποίο θα μείνει ημιτελές και δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ (γιατί όπως είχε δηλώσει: «δεν γράφονται όλα τα τραγούδια για να ακουστούν»). Το κύκνειο άσμα του συγκροτήματος «Milk & Kisses» θα κυκλοφορήσει τελικά το 1996, με την Liz να δοκιμάζεται συναισθηματικά, ενώ ο εσωστρεφής Buckley έχει πλέον απομακρυνθεί από κοντά της.

Το τελευταίο τραγούδι που κλείνει τον τελευταίο δίσκο της καριέρας των Cocteau Twins, ονομάζεται “Seekers Who Are Lovers” και είναι γραμμένο για τη σχέση της Liz με τον Buckley. Μέσα σε όλη τη συναισθηματική φόρτιση της δύσκολης συνύπαρξης με τον Robin, η γυναίκα που χαρακτηρίστηκε «η φωνή του Θεού» αφήνεται για τελευταία φορά στον σκοτεινό, μπαρόκ ήχο της μελαγχολίας αυτού του ανεπανάληπτου συγκροτήματος και μέσα από τα αιθέρια φωνητικά της μιλάει για τον άλλο αυτοκαταστροφικό εραστή της, για τη ζωή της και για το τέλος αυτής της μακράς περιόδου. Ένα χρόνο μετά ο Jeff Buckley θα βρεθεί νεκρός μετά από μια μοιραία βουτιά σε έναν ποταμό του Μέμφις. Λίγο αργότερα οι Cocteau Twins διαλύονται οριστικά. Η Frazer δεν ακολούθησε ποτέ solo καριέρα.
Μερικά τραγούδια, μπορεί να μην είναι σπουδαία από μόνα τους, αλλά κουβαλάνε μεγάλες ιστορίες, εσωκλείουν αλήθειες, επίπονα «what if» και είναι το αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης στιγμής στο χρόνο, πριν αυτή γίνει σκόνη.

Posted in Music | Leave a comment

Marriage Story

Image may contain: one or more people

Πως γίνεται να έχεις στη διαθεσή σου:

✓Δυο πανέμορφα κουκλιά στους ρόλους του ζευγαριού
✓Μια κλασική you-can’t-go-wrong ιστορία χωρισμού
✓ Έξυπνους και γοητευτικούς χαρακτήρες της upper east side στη Ν.Υ. και του καλλιτεχνικού L.A.
✓ Δημιουργική ελευθερία με άφθονο budget.
και η ταινία να μην μπορεί να επικοινωνήσει ούτε ένα ρημάδι βιωμένο, αληθινό, ίσιο συναίσθημα;

Το Marriage Story είναι ένα γλυκόπικρο ερωτικό στόρι που έχει μόνο “φωτογένεια”. Ξέρει ακριβώς με τι θέλει να μοιάζει και μόνο αυτό πετυχαίνει. Φτιάχτηκε για να μπει σε μια λαοφιλή κατηγορία κλασικών, σπαραξικάρδιων ταινιών, όμως δεν φέρνει τίποτα αυθεντικό στο τραπέζι. Τα πάντα σε αυτή είναι όμορφα βέβαια, αλλά κάλπικα”, σαν βιτρίνα.
Η Σκάρλετ Γιόχανσον και ο Άνταμ Ντράιβερ είναι δυο υπερταλαντούχα πλάσματα που η καριέρα τους δεν έχει γνωρίσει την ελάχιστη φθορά. Άλλο πράγμα όμως η φωτογένεια και άλλο η χημεία. Οι δυο ηθοποιοί είναι eye candy, όμως φαίνεται ότι οι δυο χαρακτήρες δεν έχουν περάσει ούτε μια ώρα μαζί χωρίς την κάμερα παρούσα, σαν να μην είχαν κοινή ζωή εκτός ταινίας.

Οπότε ας πάρουμε
-> την εισαγωγή από το “500 Days of Summer” (χωρίς τη σπιρτάδα που έκανε εκείνη την ταινία την ερωτική βίβλο των millennials)
-> τους Γουντιαλενικούς δευτερότριτους χαρακτήρες που είναι χαμένοι στα θέατρα και την τέχνη και blah blah blah (όμως ο Γούντι “ξέρει” μέχρι και τον θυρωρό των κτιρίων που διαμένουν οι χαρακτήρες του, ενώ ο Μπόμπακ νομίζει ότι τους ξέρει γιατί τους έχει δει σε ταινίες του Γούντι Άλεν)
-> το θεατρικό “ξεγύμνωμα” των ηθοποιών που ξεσπάνε με μονόλογο και ουρλιάζουν (φάε καμιά σαλάτα Κινόα αγόρι μου, δεν γίνεσαι Κασσαβέτης με τέτοια κόλπα)
-> το timing των διαλόγων του Χαλ Χάρτλει (yeah right)
-> τη μελαγχολία του Before trilogy ή του Beginners (yeah right)
και το μείγμα, χτυπημένο στο μπλέντερ του υπερόπτη κινηματογραφιστή, γίνεται ένα όμορφο και επίπεδο ρομάντζο που θα ξεγελάσει κόσμο που θα νομίσει ότι του άρεσε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τους πρωταγωνιστές.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #203

Kanye West 

Jesus is King

Έκτακτο παράρτημα: Δέχτηκε τον Χριστό σαν προσωπικό του Κύριο και Σωτήρα ο Kanye West.

Να είναι άραγε όλη αυτή η εκκλησιαστική έξαψη ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο; Ή να πρόκειται για αληθινή χριστιανική αναγέννηση; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να αποδώσουμε την ηδονή που αντλεί ο Kanye West από το θρησκευτικό κήρυγμα στην ψυχολογική του κατάσταση ή στην αποτοξίνωση. Είναι πανεύκολο να αποδομήσεις έναν δίσκο χριστιανικού ραπ, ειδικά αν συνδέεται με τη reality TV/trashy δημόσια περσόνα του West. Όμως ο ελιτίστικος κυνισμός και το εξυπνακίστικο ύφος δεν μπορούν να επιτρέπονται σε ένα κείμενο κριτικής. Αφού ξεκαθαρίσαμε τα βασικά, λοιπόν, πάμε παρακάτω

Βρήκε λοιπόν τον Χριστό ο Kanye West· και ως μάχιμος, αναγεννημένος πιστός, κυκλοφορεί έναν σκληροπυρηνικό δίσκο χριστιανικού ραπ. Το Jesus Is King είναι το πνευματικό προϊόν ενός ορκισμένου μαχητή της Βασιλείας του Θεού, που αυτοανακηρύχτηκε πρεσβευτής του θελήματός Του. Η (όχι και τόσο μικρή) λεπτομέρεια στην οποία θα σκαλώσει το κοινό αίσθημα των ακροατών, είναι πως ο ράπερ δεν πουλάει μια κουλτουριάρικη, πνευματική εξερεύνηση –όπως κάνουν πολλοί indie darlings του ροκ (Nick Cave) ή πολλά mainstream acts (U2, Johnny Cash), που έχουν αποφύγει με προσοχή τη ρετσινιά της ταμπέλας της «χριστιανικής μουσικής».

Συνήθως, δηλαδή, όσοι καλλιτέχνες πουλάνε το «ο Θεός είναι η αγάπη», απλά ντρέπονται να ξενερώσουν το ακροατήριό τους και σερβίρουν την ιδέα της «αναζήτησης». Καλά κάνουν. Κάθε επαγγελματίας μάνατζερ και κάθε σοβαρή δισκογραφική, οφείλει να συμβουλέψει οποιονδήποτε καλλιτέχνη ότι μια χριστιανική στροφή θα είναι ολέθρια για τη δημόσια εικόνα του. Μπορεί βέβαια κάποιος να προέρχεται από τα gospel σπλάχνα και να περάσει στη soul –όπως παλιότερα ο Sam Cooke και η Aretha Franklin– αλλά η αντίστροφη μετάβαση, από την «κοσμική» μουσική στα χριστιανικά μονοπάτια, είναι καταστροφική. Ο Bob Dylan, ας πούμε, κυκλοφόρησε κάποια άλμπουμ χριστιανικού ροκ μετά το 1979 και αναγκάστηκε να ξαναβάλει στις setlist του τα folk τραγούδια της πρώτης περιόδου, γιατί κανείς δεν πάταγε στις συναυλίες. Το ίδιο συνέβη και με τον Al Green, που έβγαλε ωραίους χριστιανικούς δίσκους στη δεκαετία του 1980, για τους οποίους το κοινό αδιαφόρησε.

Όσον αφορά τον Kanye West, τώρα, έχει εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί το τρένο της συμβατικής καριέρας, μαζί με αυτό της λογικής. Η ψυχική του υγεία έχει κλονιστεί σοβαρά και ανεπανόρθωτα. Αλλεπάλληλα συμπτώματα έδειχναν ότι ο άνθρωπος δεν στέκει στα σύγκαλά του (όπως εκείνο το παραλήρημα πριν 3 χρόνια, όταν είπε δημόσια ότι ο Jay-Z έχει βάλει ανθρώπους να τον δολοφονήσουν)· αλλά το πέπλο του σελέμπριτι, που πάντα τον συνόδευε, τα έκανε όλα να φαίνονται «εκκεντρικά». Μέχρι που ένα βαρύ ψυχωτικό επεισόδιο τον έστειλε στο νοσοκομείο. Όταν συνήλθε από εκείνο το blackout μιλούσε πια σαν αναγεννημένος στρατιώτης του Χριστού και σαν ψηφοφόρος του Ντόναλντ Τραμπ, με κόκκινο MAGA καπέλο. Η ιστορία θυμίζει ελεύθερο ριμέικ της ταινίας Bullworth (1998), στην οποία ο Γουόρεν Μπίτι υποδυόταν έναν πολιτικό που ξαφνικά, όταν άνοιγε το στόμα του, έβγαζε ρίμες σε ραπ ρυθμό.

Το Jesus Is King είναι λοιπόν αποτέλεσμα αυτής της παρακμιακής φάσης του Kanye West. Το τεράστιο ταλέντο του οποίου όχι απλώς δεν κάμφθηκε μέσα στην όλη αλλόκοτη πραγματικότητα, αλλά βρήκε την ισορροπία που είχε πρόσφατα χάσει με το αδιάφορο Ye (2018) και με το άνισο The Life Of Pablo (2016).

Το “Every Hour” σε εισάγει σε μια παρανοϊκή ατμόσφαιρα, όπου η χριστιανική χορωδία πήρε ανάποδες στροφές, σαν κάποιος να έριξε LSD στη Θεία Κοινωνία ή να αντικατέστησε το αντίδωρο με ισχυρά space cakes. Ακολουθεί το επιθετικό, σαλταρισμένο “Selah”, με ένα beat που σου καίει το στομάχι. Ο Kanye West ξεσπάει σε αδιαπραγμάτευτο κήρυγμα, σαν τον πιο ορκισμένο Ευαγγελιστή, φτύνοντας προπαγανδιστική πώρωση που δεν αφήνει τίποτα όρθιο: ο νεοβαπτισμένος Yeezus πήρε ανάποδες και πήγε να ραντίσει με αγιασμό το ποίμνιο. Ακούστε το αλάνθαστο, ξεσηκωτικό flow στο “Follow God”, το οποίο επιβάλλει επαναληπτικές ακροάσεις (γιατί να διαρκεί 1,5 λεπτό μόνο;).

Το “Closed On Sunday”, πάλι, χτίζει μια ύπουλη ατμόσφαιρα, με ηλεκτρονικούς ρυθμούς που μαγνητίζουν. Μάλιστα στο βιντεοκλίπ ο West επιστρατεύει όλη τη φαμίλια των Kardashian –όχι μόνο την Kim, δηλαδή, μα ακόμα και την πεθερά του– που βλέπουν τη φάση σαν ένα ατελείωτο hashtag #LoveJesus. Ας είναι. Το ταλέντο του έχει σημασία και αυτό διακρίνεται εδώ, παρά το ταραγμένο του lifestyle. Ξεπηδάει για την ακρίβεια από παντού, ακόμη κι όταν ο καλλιτέχνης μας απευθύνεται μέσα απ’ το κατηχητικό που έχει χτίσει για να νιώθει ασφαλής. Οι δε επιμέρους ιδέες, αποδεικνύονται καταιγιστικές: τα διαστημικά synths που ντύνουν τις πλάτες της δέησης στο “On God” είναι συγκλονιστικά, η gospel μουσική έχει χρόνια να ακουστεί τόσο φρέσκια και σπαρταριστή όπως στο “God Is”, τα αλαφιασμένα «αλληλούια» που πέφτουν σαν όξινη βροχή στο “Selah” δεν έχουν προηγούμενο, η χρήση πειραγμένου σαξόφωνου στο “Use This Gospel” είναι πανέξυπνη…

Την εποχή του “I Am A God” (2013) ο Kanye West βρισκόταν μέσα στην ύβρη και στην υπεροψία. Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι ακόμη νιώθει έτσι: η ταπεινοφροσύνη δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του. Τα τροπάρια του Jesus Is King είναι λοιπόν βουτηγμένα στην αυταρέσκεια και στην υπερβολή. Παρά τις εξαιρετικές στιγμές και την ευρηματική παραγωγή, δεν μπορούμε έτσι να προσπεράσουμε την υποψία ότι ο δίσκος λειτουργεί περισσότερο ως ψυχοθεραπεία για τον δημιουργό του, εξυπηρετώντας την ανάγκη να βρει έναν νέο ρόλο για να απασχολεί την επικαιρότητα. Και ο ενάρετος μαύρος Ρεπουμπλικάνος, που κάνει μουσική σταυροφορία για τον Ιησού, είναι αυτός ακριβώς ο προβοκατόρικος ρόλος. Χρειάζονται όμως περισσότερα crossover τραγούδια, λίγος ρεαλισμός παραπάνω και οπωσδήποτε λιγότερη λύσσα για κήρυγμα, ώστε να μας πείσει να προσκυνήσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #202

Angel Olsen

All Mirrors

Πατάει όλα τα σωστά κουμπιά η Angel Olsen στο νέο της άλμπουμ. Αν υπάρχει μία ουσιαστική πρόοδος από την προηγούμενη δουλειά της My Woman (2016), αυτή βρίσκεται στη στέρεη και κατασταλαγμένη φιλοδοξία της να φτιάξει εναλλακτικό, σύγχρονο rock με την ικανότητα να απηχεί ακόμα και σε ανυποψίαστους ακροατές. Βρίσκει πάντα τρόπο να σε κερδίζει η τραγουδοποιός, είτε με τον βρετανικό «όγκο» στις μελωδίες, είτε με το αμερικανικό μεδούλι στην ενορχήστρωση.

Από το εναρκτήριο κιόλας “Lark”, η δεσποινίς Olsen μας βάζει υπεύθυνα σε μια βίαιη οδύσσεια συναισθημάτων. Δεν βασίζεται στην ιδιότροπη εσωστρέφεια, ούτε στους χίπστερ ψυχαναγκασμούς, ούτε τη ζορίζει κανά άγχος να προλάβει το μάταιο τρένο της επικαιρότητας. Αντιθέτως, οι μικρές οιμωγές περνάνε στα φωνητικά της, τα βιωματικά λάθη ποτίζουν τους στίχους της και το τρυφερό της δράμα θα βρει χώρο να τρυπώσει στην καρδιά του ακροατή.

Τα τραγούδια του All Mirors διαθέτουν εκείνη τη χαλαρή, «σπουδαγμένη» αισθητική, η οποία σε κάνει να νιώθεις πολύ κοντά στους λόγους που ερωτεύτηκες για πρώτη φορά το εναλλακτικό rock της Siouxsie, αλλά και στους λόγους για τους οποίους πρωτογλυκάθηκες από τη Dusty Springfield. Φαίνεται παράξενο, αλλά αυτές οι δυο κυρίες συνυπάρχουν στις επιρροές της Olsen.

Ο δίσκος εμπεριέχει μουσική για πλάσματα που κατοικούν σε ένα Shangri-La και όχι σε κάποιο αληθινό προάστιο ή σε μια ξεχασμένη και βαρετή κωμόπολη. Είναι δε γεμάτος με τραγούδια καλλίγραμμα, τα οποία αναπτύσσονται ακάθεκτα· σαν να μην έχει καμία σημασία οτιδήποτε άλλο, πλην της αέρινης αύρας τους.

Η ίδια η Olsen δεν είναι πάντως ερμηνεύτρια ικανή να αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Για παράδειγμα, το ομώνυμο “All Mirrors” ίσως να χρειαζόταν τη μπλαζέ και υγρή μελαγχολία της Lana Del Rey για να απογειωθεί. Το “Endgame”, επίσης, θα μπορούσε να αποτελεί βάση ενός τραγουδιού για τη νέα περιπέτεια του James Bond, χωρίς όμως η ίδια να έχει τη στόφα στο μικρόφωνο ώστε να το σηκώσει σε «σινεμασκόπ» επίπεδο. Γι’ αυτό και αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική στη dreamy pop που ατενίζει τα παπούτσια της στο “Too Easy” ή στο εξαίσιο “Summer” (πόσο νόστιμη ενορχήστρωση αυτό το κομμάτι), στο οποίο υποδύεται το τσαντισμένο ξωτικό, κάνοντας μια βουτιά στη θηλυκή ανεμελιά της δεκαετίας του 1990.

Η υπερταλαντούχα Olsen έφτιαξε το All Mirrors με μία δημιουργική νιρβάνα στο μυαλό της και επένδυσε σοβαρά στην παραγωγή, με αποτέλεσμα να καταφέρνει να προστατεύει τον ακροατή από τον στυγνό ρεαλισμό στιγμών όπως το “Tonight” –στους στίχους του οποίου εξηγεί στον εραστή της γιατί είναι καλύτερα να είναι μόνη της– ή όπως το “Endgame”, ένα τραγούδι χωρισμού από αυτά που δεν γράφονται συχνά πια.

Αλλά το μεγαλύτερο επίτευγμα του δίσκου είναι ότι τα τραγούδια του ακούγονται σαν να προέρχονται από μια εποχή την οποία δεν έχεις συνηθίσει να νοσταλγείς, μα σίγουρα θυμάσαι ως μια περίοδο με ακούσματα που σε είχαν συναρπάσει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Leonard’s Ghost

Now so long, Marianne
it’s time that we began to laugh
and cry and cry and laugh about it all again

Posted in 3 | Leave a comment

I Heard You Paint Houses

«Γάμα το. Κάναμε αυτό που έπρεπε για εμάς.»

Αυτή η φράση του Τζο Πέσι αιφνιδιάζει τον Ντε Νίρο που κοιτάζει με ενοχή στο βλέμμα. Πρόκειται για έναν κυνικό εξορκισμό σε μια ζωή που ξοδεύτηκε πίσω από κουρτίνες που έκρυψαν εγκλήματα, ανάμεσα στις γραμμές των σελίδων της ιστορίας, πίσω από πλυντήρια χρήματος και στο παρασκήνιο της λαϊκής πολιτικής.

«Γάμα το». Ίσως το irishman να είναι ο επικήδειος των μεγάλων πονημάτων του «σινεμά του σκηνοθέτη» της αναγεννησιακής περιόδου της δεκαετίας του ’70, η οποία άτυπα ξεκίνησε με εκείνο το ανάλογο “We Blew it” που ξεστόμισε ο Πήτερ Φόντα στο “Easy Rider”, πριν από ακριβώς 50 χρόνια. Ήταν το 1969, όταν μάλιστα ο Σκορσέζε παρουσίασε την πρώτη του ταινία (“Who’s That Knocking At My Door”) με πρωταγωνιστή τον Χάρβεϊ Καιτέλ, σε μοντάζ της Θέλμα Σκουνμέικερ, ενώ την ίδια στιγμή ο Ντε Νίρο και ο Πατσίνο εμφανίζονταν στους πρώτους τους ρόλους. Μισό αιώνα αργότερα είναι όλοι τους ξανά μαζί, για ένα έπος φτιαγμένο μέσα από σχέσεις ζωής, για σχέσεις ζωής, το οποίο αναλαμβάνει την άχαρη πρωτοβουλία να κλείσει αυτό το κεφάλαιο.

Μέσα σε 3,5 ώρες, ο «Ιρλανδός» βρίθει στοχασμών που κανένα ετήσιο βραβείο δεν δύναται να δικαιώσει. Ο Φρανκ Σίραν (Ντε Νίρο) δεν μοιάζει ούτε με τον αδίστακτο και ψυχωμένο Τζίμι Κόνγουεϊ του «Goodfellas» ούτε με τον φιλόδοξο και άτολμο Σαμ Ρόθσταιν του «Casino». Ο τύπος που όλοι αποκαλούν Ιρλανδό είναι ετοιμοπόλεμος και τολμηρός, αλλά δεν έχει διαπράξει τίποτα γενναίο στη ζωή του. Ο Φρανκ δεν ήταν πρωταγωνιστής· ήταν πάντα ένα διακριτικό όργανο στην ορχήστρα που παράγει τη μουσικότητα των διαλόγων ανάμεσα στους wise guys. Ο παθητικός παρατηρητής της διαπλοκής. Ο τίμιος φονιάς που υπερεκτιμά την ενοχή που μπορεί να κουβαλήσει και που βουτάει στην ανημποριά επιλογών. Ο Φρανκ, όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν θα βρει γαλήνη, αρχίζει να κρύβεται μέσα στο ίδιο του το δέρμα. Μέχρι που σπάει η φωνή του, στο τέλος. Σε ένα τηλεφώνημα. Δεν έχει σημασία.

Ο Χόφα (Πατσίνο) καταπίνει σταδιακά τον ιδεαλισμό του και κυριεύεται από τα φαντάσματα των σκοτεινών του πρακτικών. Χάρη στον ναρκισσισμό του, γίνεται ο οικοδόμος της πτώσης ενός συστήματος και ο ακούσιος ρυθμιστής του αιματοκυλίσματος. Ο Τζο Πέσι, κουνώντας απλά τα φρύδια του ή χωρίς την παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπό του, γίνεται ο αρχιερέας των αρχαίων αρσενικών αντιπαραθέσεων, το αρχέτυπο της πατριαρχίας και κάθε σισιλιάνικης βεντέτας.

Πιστεύω ότι τόσο ο Μάρτι στην κάμερα, χάρη στην περιεκτική σαφήνεια των αμέτρητων σκηνών, όσο και η Θέλμα στο μοντάζ, χάρη στην αριστοτεχνική της κομψότητα, κατάφεραν περισσότερα απ΄ όσα νομίζουν. Σαν να μην θέλουν να αφήσουν τους τίτλους τέλους να πέσουν γιατί θέλουν να κρατήσουν το χέρι του ήρωα μέχρι το νεκροκρέβατο· αφού του χαρίσουν μια μικρή λύτρωση.

Πίσω από όλα αυτά όμως κρύβεται ένας ουσιαστικός και καίριος στοχασμός του Σκορσέζε πάνω στην έννοια του «τέλους». Έχει τελικά σημασία η αλήθεια πίσω από τη μεγάλη συνωμοσία; Επωφελείται κανείς άραγε από το fact checking του μετρίου true crime novel στο οποίο βασίστηκε το φιλμ; Ακόμη και αν οι νεότερες γενιές είχαν τις απαντήσεις και τη δύναμη να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους για τα μεγάλα εγκλήματα της ιστορίας, τι θα έκαναν με αυτή τη γνώση και αυτή τη δυνατότητα; Μια νεαρή νοσοκόμα στο φινάλε της ταινίας δεν ξέρει ποιος ήταν ο Χόφα. Το ίδιο συναίσθημα με την ήρωα θα νιώθει ο ίδιος ο Σκορσέζε όταν οι νεότερες γενιές αγνοούν τον Ζαμ Γκαμπέν ή τον Ρενουάρ. Στις δυο φιγούρες του FBI που δεν μπορούν να διανοηθούν γιατί ο ήρωας δεν αποκαλύπτει την αλήθεια για τον Χόφα, εφόσον όλοι πια έχουν πεθάνει, o Μάρτι ίσως βλέπει τους CEO των studio που αναρωτιούνται γιατί επιμένει να αναπαλαιώνει χαμένα φιλμ όταν μπορεί να επενδύει σε χρυσοφόρο content σειρών, σε σίκουελ και διασκευές κόμικ. Το συγκαταβατικό χαμόγελο του Ντε Νίρο σε αυτή τη σκηνή το μαρτυρά. Κάπου εδώ τελειώνει η διαδρομή. Δεν πρόκειται για φυσιολογικό χάσμα γενεών, όπως είχαν όλες οι προηγούμενες μεταξύ τους, αλλά για βαθύ πολιτισμικό ρήγμα. Τη σκυτάλη, ίσως να μη την παραλάβει κανείς. Οι κινηματογραφικές αίθουσες μετασχηματίζονται ραγδαία σε πάρκα αναψυχής για μεγάλα θεάματα και ηθικά διδάγματα. Και κάπως έτσι, θα μείνουμε ορφανά θύματα όλοι εμείς που αισθανόμαστε δέος και που νιώθουμε ότι έχουμε ηθικό χρέος, απέναντι στις υπογραφές με κύρος.

«Γάμα το»

Posted in Cinema | Leave a comment

Actress + Young Paint

Μια ενδιαφέρουσα βραδιά βασισμένη στον πειραματισμό χάρισε στο αθηναϊκό κοινό ο καλλιτέχνης που με το όνομα Actress πρωτοπορεί εδώ και χρόνια στο τερέν της ηλεκτρονικής μουσικής.

Στις καλύτερες στιγμές του, ο (κατά κόσμον) Darren Cunningham έμοιαζε με προσκυνητή της ψηφιακής κουλτούρας, ο οποίος ήθελε να μας μυήσει στο virtual οικοδόμημα του.
Στις χειρότερες, έμοιαζε με τεχνοκράτη ο οποίος βρίσκονταν σε συνέδριο για να κάνει μια οπτικοακουστική παρουσίαση στους αγοραστές των νέων apps του «ηλεκτρονικού ήχου.

Προτιμώ βέβαια να αντιμετωπίζω τον Actress στην πρώτη του εκδοχή, γιατί ξέρω ότι το έργο του έχει ενδιαφέρον –δεν είναι τυχαίος παραγωγός. Δεν μπορώ όμως να μην καταλάβω και όσους το περασμένο Σάββατο εισέπραξαν τη δεύτερη εκδοχή στην αίθουσα Banquet του Μεγάρου Μουσικής. Άλλωστε η μουσική που παρουσίασε σε αυτήν την performance δεν ανήκει σε εκείνες που μπορείς να μοιραστείς με άλλους ή που νιώθεις ότι σε κάνουν να συμμετέχεις σε μια κοινή συναυλιακή εμπειρία. Στη μεγαλύτερη από τις δυο οθόνες της σκηνής, παρακολουθούσαμε την περσόνα που ο Actress ονομάζει «Young Paint». Πρόκειται για την προσωποποίηση ενός προγράμματος λογισμικού, που μοιάζει εγκλωβισμένο σε μια virtual πραγματικότητα. Στην ουσία, ο Young Paint ζει σε ένα δωμάτιο (κανονικό, με κρεβάτι, κομοδίνο κτλ.), το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από το εσωτερικό ενός υπολογιστή –ή, μάλλον, από τον ίδιο τον εγκέφαλο του Cunningham. Ο performer προσπαθεί να έρθει σε επαφή με το πρόγραμμα μέσα από το οποίο παράγει και συνθέτει μουσική και να αρχίσει έτσι έναν διάλογο μαζί του.

Μέσα από τους ασπόνδυλους ήχους και τις θρυμματισμένες μελωδίες, ατενίζει τις δυνατότητες της ψηφιακής του εσωτερικής φωνής, στοχάζεται πάνω στο πού βρίσκονται τα όρια της ανθρώπινης δημιουργίας και της παρέμβασης του λογισμικού, αυθυποβάλλεται από τα βάρη της συνύπαρξης του εγκεφάλου του με τις προηγμένες μηχανές· και, στο αποκορύφωμα της παράστασης, αφήνει ολοκληρωτικά τη σκυτάλη στην ψηφιακή του inner voice, χρίζοντάς τη ως το alter ego του. Η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει λοιπόν ισάξιο credit συνθέτη με την ανθρώπινη νοημοσύνη.

Ωραία και διαβασμένη είναι η κατάθεση αυτή του Cunningham, όμως τα μοτίβα δεν είναι καθόλου μαλακά και εύληπτα. Ποιο ήταν λοιπόν το ζητούμενο; Μια μέθοδος αυτοβελτίωσης για τους σκεπτόμενους δημιουργούς της electronica των επόμενων δεκαετιών, οι οποίοι θα είναι ολότελα παραδομένοι σε προηγμένα προγράμματα; Ελπίζω όχι. Μια άσκηση ύφους, με αφετηρία τη σκέψη του κατά πόσο είναι συνειδητή η σύλληψη μιας καλής ηλεκτρονικής μελωδίας, όταν ο συνθέτης πατάει απλώς δυο κουμπιά και βρίσκεται ανάμεσα σε πανάκριβο εξοπλισμό και χιλιάδες καλώδια; Ελπίζω ναι.

Σε κάθε περίπτωση, ο Actress πειραματίστηκε πάνω σε πραγματικούς, ωφέλιμους χρόνους και είχε στιγμές αληθινής ευφυΐας. Προσωπικά θα ήθελα να στόχευε λίγο παραπάνω στην ψυχή, παρακάμπτοντας το δέλεαρ των εντυπώσεων που θα κέρδιζε το corprate κοινό σε συνέδρια για το μέλλον της ψηφιακής κουλτούρας στις τέχνες. Ίσως έτσι να ενίσχυε το 100% αναλογικό συναίσθημα του να μοιράζεσαι την εμπειρία μιας συναυλίας, με ανθρώπους που έχουν τις ίδιες ανησυχίες με εσένα πάνω στην ηλεκτρονική μουσική –ακόμη κι αν αυτές είναι απόλυτα θεωρητικές.

Όσο για το αν είναι απαραίτητο ένα τέτοιο συναίσθημα συμμετοχής; Νομίζω ότι μέχρι και ο Young Paint, ο οποίος ζει κλεισμένος κάπου μέσα στο PC του Actress, θα έγνεφε με κατάφαση.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #201

Kim Gordon 

No Home Record

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που οι Sonic Youth μας υποχρέωσαν να βουτήξουμε σε ένα μπαράζ από κιθάρες. Επίσης, πάνε χρόνια από την εποχή που δίσκοι όπως το Sister (1987) και το Daydream Nation (1988) έρχονταν με τέτοια πρωτογενή ορμή, ώστε έριχναν τη σκιά τους στον ήλιο.

Παρ’ όλο που το ιστορικό συγκρότημα διέλυσε άδοξα το 2011, η Kim Gordon επέλεξε (σοφά) να μην πέσει με τα μούτρα σε μια σόλο καριέρα, μα να περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Αφού λοιπόν πειραματίστηκε σε 2 άλμπουμ με τον Bill Nace στο project Body/Head και συνεργάστηκε επιλεκτικά με τον Kurt Vile και την Joan As Police Woman, ήρθε η ώρα για την καθηλωτική της ιδιοσυγκρασία να πάρει επιτέλους το πάνω χέρι· σε νέα, ολοκληρωμένα τραγούδια.

Ασφαλώς, οι Sonic Youth δεν είναι απλώς ένα ιστορικό δεδομένο: οι διαχρονικές τους κιθάρες συμβολίζουν το αποκορύφωμα της πίστης του φανατικού indie rock ακροατή. Λίγα πράγματα άλλωστε μπορούν να εκφράσουν την εσωστρεφή, δύσκολη καρδιά του τελευταίου και αυτό δεν αλλάζει μέσα σε μια δεκαετία, ούτε σε δύο, ούτε σε τρεις. Αυτή η υπεροχή περνάει λοιπόν στα αυλάκια του No Home Record, στο οποίο οι avant-garde ανησυχίες της Kim Gordon βρίσκονται σε ψυχεδελική μετάλλαξη. Τα τραγούδια του περιγράφουν με τον τρόπο τους πώς περίπου θα ακούγονταν σήμερα οι Velvet Underground, αν είχαν ξεφύγει σε πειραματικές κυκλοφορίες.

Είναι αλήθεια ότι η Kim Gordon κάνει όσες πιτσιρίκες καμώνονται τις rock chicks να μοιάζουν με κοριτσάκια βγαλμένα από καθημερινό sitcom. Τα τραγούδια της μοιάζουν με μουσική υπόκρουση σε ένα πολύ ζόρικο installation, στο οποίο η performer μένει παγιδευμένη σε δεσμά που την κάνουν να αλυχτάει, να θορυβεί και να απειλεί.

Από πού να το πιάσεις αλήθεια το No Home Record; Από τον σιδερένιο ρυθμό του “Sketch Artist”; Από το βαρβάτο γρατζούνισμα της κιθάρας στο “Air BnB”; Από τη μυστηριακή νιρβάνα του “Paprika Pony” (ένα κομμάτι που φέρνει στο μυαλό τον Tricky); Από τις ζαλιστικές κραυγές του “Murdered Out”; Από την πυκνή dub μάζα του “Don’t Play It”; (θέλω να του κάνει ένα remix ο Trent Reznor, σήμερα κιόλας).

Ό,τι και να δοκιμάζει η Kim Gordon εδώ, της βγαίνει. Και η beat ποίηση πάνω σε δραματικό drum ‘n’ base στο “Cookie Butter” λειτουργεί και οι διάχυτοι, υγροί θόρυβοι του “Get Yr Life Back” ακούγονται φρέσκοι και οι καταιγιστικές punk μνήμες στο “Hungry Baby” ηχούν χάρμα. Φαντάζομαι μάλιστα ότι κάτι τέτοιο παλεύει εδώ και 3 σόλο δίσκους να φτιάξει ο Jack White, μα δεν το καταφέρνει ποτέ.

Ξεχωρίζω το “Earthquake”, το οποίο θα μπορούσε να ήταν τραγούδι του Lou Reed, μέχρι που ξαφνικά προς το τέλος παίρνει το τιμόνι ο Kevin Shields των My Bloody Valentine. Αλλά το να ξεχωρίσεις τραγούδια, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η Kim Gordon ισορροπεί μεταξύ θυμού, κατάθλιψης, κατάρρευσης και εκτόξευσης, ενώ ταυτόχρονα δίνει στο über coolness τη διάσταση που του αξίζει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #200

Neil Young & Crazy Horse

Colorado

She showed me love
She showed me love

Τα λόγια αυτά επαναλαμβάνονται για 8 συνεχόμενα λεπτά, αφότου έχει ολοκληρωθεί το τραγούδι (“She Showed Me Love”). Ξανά και ξανά. Με τις κιθάρες σε θερμοκρασία βρασμού, να δίνουν νόημα και ουσία στο τι σημαίνει πραγματικά η –ολίγον πασέ– λέξη «τζαμάρω». Οι στίχοι μιλάνε για «ηλικιωμένους λευκούς άνδρες» (σαν τον ίδιο τον Neil Young) που κυριαρχούν στον πλανήτη και τον καταστρέφουν, ενώ οι νεαρότεροι πρέπει να παλέψουν για να σώσουν τη «Μητέρα Γη».

To Colorado είναι ο 39ος δίσκος του Καναδού τραγουδοποιού, μέσα σε 50 χρόνια σόλο καριέρας. Τόσα λένε ότι είναι, δεν έκατσα καν να μετρήσω. Υπολογίστε βέβαια και μία ακόμα ντουζίνα live, soundtrack και ειδικών κυκλοφοριών και έχετε μια εικόνα της πορείας του. Αλλά, στα 74 του χρόνια, ο Neil Young ακούγεται τόσο φρέσκος και ορεξάτος, ώστε δεν μπορείς παρά να τον συγκρίνεις με τους συνομηλίκους του και να του βγάλεις το καπέλο. Τη στιγμή δηλαδή που ο Mick Jagger, ο Keith Richards ή ο Jimmy Page κάνουν ζωάρα σε δεκαπεντάστερα ξενοδοχεία και κρύβονται πίσω από τον μύθο τους, εκείνος φοράει ένα ξεπλυμένο καρό πουκάμισο, παίρνει μερικές εξάδες μπύρες και μπέρμπον για τους Crazy Horse (τη μπάντα του), μπαίνει στο γκαράζ και ανοίγει την κονσόλα για να παίξει νέα τραγούδια.

She showed me love
She showed me love

Τα τραγούδια του Colorado είναι εκτελεσμένα με τέτοια ορμή, ώστε να καταδείξουν τη δύναμη της εσωτερικότητας της μπάντας. Λειτούργησε ευεργετικά το σμίξιμο του Young με τους Crazy Horse, για πρώτη φορά μετά το Psychedelic Pill του 2012. Από το εναρκτήριο “Think Of Me”, με τη φυσαρμόνικα να φέρνει ιερές μνήμες από το “Heart Of Gold” (1972), μέχρι το «ζωντανά» ηχογραφημένο “Help Me Lose My Mind”, το οποίο στάζει αληθινό ιδρώτα, και από τη «βουνίσια» οικολογική οργή του “Shut It Down”, μέχρι το νότιο blues του “Rainbow Of Colors”, ο Young μας χαρίζει χειροποίητο rock ‘n’ protest δίσκο. Πρόκειται για ένα πλήρες σε συστατικά σύνολο, φτιαγμένο από την ίδια στόφα που ενυπάρχει στο DNA κάθε κυκλοφορίας του Young από το Greendale (2003) και μετά. Πιστεύω ότι, αν οι indie τροβαδούροι του Uncut και του Mojo ακούσουν αυτόν τον δίσκο θα πρέπει να νιώσουν ντροπή.

Όχι βέβαια ότι είναι άριστο το Colorado –σε καμία περίπτωση. Οι πιο ήπιες στιγμές όπως το “Milky Way” ή το “Green Is Blue”, ας πούμε, δεν φτάνουν τα ύψη του “Harvest Moon” (1992). Επιπλέον, σε ακροατές που δεν τους λέει τίποτα η μεγαλοπρέπεια του Bill Callahan ή η ενόραση των Creedence Clearwater Revival, τα κομμάτια μπορεί να ακουστούν σκληρόπετσα και άκαμπτα. Όμως το άλμπουμ δεν ποντάρει σε μνήμες και παλιές δόξες, αλλά φανερώνει το σύγχρονο φίλτρο ενός ανθρώπου ο οποίος ξεγελάει τον χρόνο χωρίς μπότοξ και βαφές μαλλιών, και με μοναδικό εργαλείο την πωρωμένη γενναιοδωρία του, καταφέρνει ακόμη και σήμερα να αποπνέει περηφάνια και αποζητά την κιθαριστική περιπέτεια.

Και το mantra συνεχίζει να ακούγεται στα αυτιά μου….
She showed me love
She showed me love

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Wim Mertens / Live – Παλλάς

Η εμφάνιση του Βέλγου μουσουργού στο Παλλάς, αναζωπύρωσε την πίστη μου στην ιερή αξία του μινιμαλισμού και στη δραματική δύναμη της μουσικής δωματίου.

Ο Wim Mertens ανήκει στους πιο ιδιοσυγκρασιακούς νεοκλασικούς: εκείνους που ακροβατούν ανάμεσα στο στρατόπεδο των σπουδαγμένων πιουριστών –όσων ορκίζονται στον καθαρό ήχο των μεγάλων δημιουργών από περασμένους αιώνες, όπως τον αποδίδουν οι πολυπληθείς φιλαρμονικές– και στο στρατόπεδο των ακριβοπληρωμένων συνθετών που ντύνουν μουσικά το Χόλιγουντ, τη Ντίσνεϊ και κάθε κινούμενη εικόνα της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Το έργο του βρίσκεται στο μεταίχμιο και διαθέτει ακόμη και στις σημερινές του εκφάνσεις μια ουσιώδη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον «μόνο σολίστ» και στον «μοναχικό ακροατή». Ο μινιμαλισμός του υποδηλώνει έτσι μια κομψή ισορροπία ανάμεσα στο προοδευτικό και στο ευχάριστο.

Ο κύριος Mertens ήταν τόσο ευγενικός, διακριτικός και όμορφος σε αυτό το κονσέρτο, ώστε η ταπεινή συμπεριφορά του σε έκανε να ορκιζόσουν ότι ήταν απλός καλεσμένος στην εμφάνιση της Tatiana Samouil. Σε κάθε ευκαιρία, ο συνθέτης υποκλίνονταν μπροστά στη Ρωσίδα βιολίστρια (η οποία τον συνόδευε), με ξεκάθαρη ευγνωμοσύνη για την τιμή που του έκανε να φέρει φρέσκο αέρα στα μουσικά του αναπτύγματα.

Όχι άδικα, καθώς η Samouil έδωσε αληθινό ρεσιτάλ στη σκηνή και ήταν αλάνθαστη. Χάρη στη δεξιοτεχνία της, απογείωσε με έναν δύσκολα περιγράψιμο τρόπο τις επιλογές του Mertens. Ήταν δηλαδή λες και οι μελωδίες του είχαν από πάντα την ανάγκη του βιολιού της, για να ανθίσουν περισσότερο. Η ίδια, άριστη μαθήτρια της σχολής του σπουδαίου Igor Oistrakh, έπαιζε σαν να έκανε σταυροβελονιές με χρυσή κλωστή, πάνω σε καμβά από ευαίσθητο μετάξι.

Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, κυριάρχησαν συνθέσεις από το πιο πρόσφατο άλμπουμ του Mertens, That Which Is Not (2018). H άριστη χημεία του με τη Samouil αποτυπώθηκε στο “En Chair Et En Os”, το οποίο απογυμνώθηκε από τα πνευστά του δίσκου και, από ανάλαφρη και πρόσχαρη σύνθεση, μετατράπηκε σε διαρκές, ατμοσφαιρικό fade-in, αποκτώντας ιδιαίτερο λυρισμό. Οι δύο μουσικοί δεν συνεργάζονταν ούτε και «απλά» συγχρονίζονταν στη σκηνή του Παλλάς: άφηναν τα όργανά τους να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Η ενατένιση του “Bassin D’ Attraction”, το αέρινο “Its Alien Status” και το αγωνιώδες “Nested Cuts” πάτησαν έτσι πάνω στον τάπητα του βιολιού, αποκτώντας μια άσπιλη, αγνή ομορφιά.

Στο δεύτερο μέρος, έμεινε χώρος για να ακουστούν μερικά από τα πιο σπουδαία έργα της ακλόνητης, 40άχρονης πορείας του Βέλγου δημιουργού. Ένα μικρό greatest hits, δηλαδή, από συνθέσεις όπως το “He Cried No Cry”, το “The Belly” ή το “No Testament”. Μπροστά στο καλλιτεχνικό του στίγμα, ο όρος new age ακούγεται παιδαριώδης. Μπορεί οι φτηνές chill-out συλλογές που μεσουράνησαν στα 1990s να τον αντιμετωπίζουν σαν ιερό τοτέμ, όμως ο Wim Mertens δεν τους ανήκει. Οι μελωδίες του είναι κλασικές, με ενορχηστρωτικό βάρος. Κανένα τραγούδι δεν ακούστηκε σαν να παραπατάει, καμία νότα δεν μετεωρίστηκε και καμία αρμονία δεν έμεινε ημιτελής.

Αν και η προσέλευση του κόσμου στο Παλλάς δεν κρίνεται ιδιαίτερα ικανοποιητική, οι πιο διάσημες καλλιγραφίες του Βέλγου βιρτουόζου –όπως το “Close Cover” και το “Struggle For Pleasure”– καταχειροκροτήθηκαν. Παραμένουν άλλωστε καταδεικτικές για την αξία που είχαν οι πρωτοπόροι της νεοκλασικής μουσικής δωματίου. Το κονσέρτο αυτό ήταν λοιπόν ευγενές, ευάλωτο, στοχαστικό, ραφινάτο, γενναιόδωρο. Και, για όλους τους παραπάνω λόγους, μαγικό.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #199

Robbie Robertson

Sinematic

Δεν ανήκει στους μουσικούς που έχουν την ανάγκη να βγάζουν διαρκώς δίσκους ο Robbie Robertson, ούτε θέλει να βρίσκεται συνέχεια στην επικαιρότητα. Όμως το 2019 είναι μία από τις πιο γεμάτες και δημιουργικές χρονιές του.

Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει το soundtrack του The Irishman, του γκανγκστερικού έπους που ετοίμασε ο μεγαλύτερος εν ζωή σκηνοθέτης, Μάρτιν Σκορσέζε. Αυτό είναι το 7ο score ταινίας του Σκορσέζε του οποίου ο Robertson αναλαμβάνει την παραγωγή και την επιμέλεια, ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας φιλίας, που ξεκινάει βέβαια από το ιστορικό ντοκιμαντέρ The Last Waltz (1978), όταν ο Σκορσέζε κινηματογράφησε την αποχαιρετιστήρια συναυλία των The Band.

Ήταν τα άγρια χρόνια, τότε που οι Robertson και Σκορσέζε δοκίμαζαν τα όρια της υπερβολής ζώντας ως συγκάτοικοι: περνούσαν βδομάδες χωρίς ύπνο σε ένα διαμέρισμα, μόνο με ναρκωτικά, με χιλιάδες ταινίες να προβάλλονται όλο το 24ωρο. Αυτή η σχέση των 40 χρόνων βρίσκει εδώ τον δρόμο της στο εναρκτήριο τραγούδι “I Heard You Paint Houses”. Είναι βέβαια και ο (εκπληκτικός) τίτλος του βιβλίου στο οποίο βασίζεται το Irishman –ο συγκεκριμένος κωδικός σημαίνει για τη Μαφία ότι κάποιος εκτελεί δολοφονίες κατά παραγγελία, με το αίμα των θυμάτων να βάφει τους τοίχους των σπιτιών. Στο ομώνυμο τραγούδι, ο Robertson μας χαρίζει ένα τρυφερό και ανοιχτόκαρδο ντουέτο με τον Van Morrison.

Φέτος κυκλοφορεί εντωμεταξύ και το ντοκιμαντέρ Once Were Brothers: Robbie Robertson And The Band, που βασίζεται σε όσα έγραψε στην ομώνυμη αυτοβιογραφία του ο Αμερικανός δημιουργός, το 2016. Το “Once Were Brothers” αντανακλά λοιπόν αυτές τις μνήμες, από την ξέφρενη πορεία των Band στη δεκαετία του 1970, στο πλευρό του Bob Dylan. «There’ll be no revival, there’ll be no encore» λένε σοφά οι στίχοι του ρεφρέν, καθώς ο αφηγητής κοιτάζει νοσταλγικά τα χρόνια της νιότης· παραλληλίζοντας τα μέλη του γκρουπ με στρατιώτες στον Εμφύλιο, οι οποίοι με τα χρόνια απομακρύνθηκαν.

Ασφαλώς, είναι εύλογο να απορεί κανείς για το πόσα έχει να πει ένας τραγουδοποιός σαν τον Robertson σήμερα, όταν μάλιστα έχουν περάσει 8 χρόνια από την προηγούμενη δουλειά του How Τo Become Clairvoyant (2011). Κάθε επιφύλαξη γίνεται ωστόσο καπνός με τις ψυχεδελικές κιθάρες, τις μνήμες οργής και τα φλογισμένα φωνητικά του “Dead End Kid”. Όταν ο Robertson τραγουδάει «I stole a Bible from a hotel room, I can’t pay the bill and check out time is noon» φέρνει στο μυαλό τον Dylan, ειδικά της περιόδου του Oh Mercy! (1988), όταν ο Daniel Lanois μαλάκωσε και γείωσε τον ηλεκτρικό του ήχο.

Ο δίσκος είναι χορταστικός και γενναιόδωρος. Το Sinematic δικαιολογεί μάλιστα τον τίτλο του με δύο μινιμαλιστικά και πολύ ατμοσφαιρικά οργανικά, τα “Remembrance” και “Wandering Souls”, τα οποία μοιάζουν να ανήκουν σε μια ταινία που θες σαν τρελός να τη δεις. Μία από τις καλύτερες στιγμές είναι επίσης το “Shanghai Blues”, όπου ο Robertson διηγείται γκανγκστερικές ιστορίες υιοθετώντας το αφηγηματικό στυλ των τελευταίων άλμπουμ του Leonard Cohen. Μια λιγότερο καλή στιγμή, πάλι, είναι το “Walk In A Beauty Way”, όπου τα guest φωνητικά αποπροσανατολίζουν το σύνολο: η Felicity Williams τραγουδάει σαν να έχει να αποδείξει πολλά –και φαίνεται.

Αφήστε λοιπόν για λίγο τους χιλιάδες τραγουδοποιούς και τροβαδούρους, όσους νομίζουν ότι μπορούν να μιλήσουν για τα πάντα χωρίς να έχουν ζήσει τίποτα· και δώστε λίγο χρόνο να ακούσετε αυτά που λέει ο Robertson. Αφεθείτε στο παρεΐστικο groove του “Let Love Rain” και στα πληθωρικά layers της κιθάρας στο “The Shadow”. Όταν ακούς τα νέα του τραγούδια, νιώθεις ξεκάθαρη ασφάλεια. Νιώθεις ότι σου λέει την αλήθεια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Joker scheme

Αποτέλεσμα εικόνας για joker 2019

Τώρα που το “Joker” έκανε το κόλπο συνδυάζοντας το “Taxi Driver” και το “King Of Comedy”, ανοίγει ο δρόμος για περισσότερα origin movies γύρω από χαρακτήρες και villains του Batman Universe, που μπορούν να αντιγράφουν ταινίες των 70’s και να σαρώνουν στο Box Office.

Προτείνω μερικές ιδέες:

1) «Penguin»
Συνδυασμός: “Φωλιά του Κούκου” με “Κράμερ Εναντίον Κράμερ”

Ο Ζακ Γαλιφιανάκης σε ρόλο ζωής υποδύεται έναν τρόφιμο ψυχιατρείου. Σε φλας μπακ βλέπουμε σκηνές από τον γάμο του που έληξε δραματικά με ένα επίπονο διαζύγιο και μια δικαστική μάχη γεμάτη δάκρυα. Η άκαρδη πρώην σύζυγος πήρε την κηδεμονία του παιδιού γιατί η κοινωνία δεν δέχονταν έναν single πατέρα. Η μόνη του ανάμνηση οικογενειακής ευτυχίας ήταν ένας λούτρινος πιγκουίνος που είχε αγοράσει στο γιο του όταν είχε γεννηθεί. Η μοχθηρή διευθύντρια του ψυχιατρείου κάνει τα πάντα για να του πάρει τον πιγκουίνο, το μόνο πράγμα που του δίνει λίγο κουράγιο. Όταν το καταφέρνει, ο ήρωας το σκάει με τη βοήθεια ενός πανύψηλου Ινδιάνου και ξεχύνεται στο Γκόθαμ, όπου ντυμένος πιγκουίνος, ψάχνει να βρει τον γιο του. Σε cameo ο Ντάνι Ντε Βίτο (wink wink στο ρόλο του στη Φωλιά του Κούκου και στο Batman Returns).

Quotes στην αφίσα: «Μια γροθιά στο δικαστικό σύστημα». «Προβλέπω εξεγέρσεις έξω από τα δικαστήρια». «Η αγωνία της πατρότητας πρώτη φορά παίρνει διαστάσεις σοκ. Είμαστε συνυπεύθυνοι όλοι μας!».

 

2) «Commissioner Gordon»
Συνδυασμός: «Σέρπικο» με «Επιθεωρητή Κάλαχαν».

Ο Μπράντλει Κούπερ κάνει υπερβατική ερμηνεία στο ρόλο του επιθεωρητή Γκόρντον, ο οποίος είναι φόβος και τρόμος στον υπόκοσμο του Γκόθαμ. Σκοτώνει χωρίς σκέψη κάθε αλλοδαπό και μαύρο εγκληματία που συλλαμβάνει, λέγοντάς του: «φτιάξε μου τη μέρα, αλήτη». Ξαφνικά έρχεται σε επαφή με τη διαφθορά στο εσωτερικό της αστυνομίας. Ο κόσμος του κλονίζεται. Το έγκλημα δεν προέρχεται μόνο από μετανάστες και μειονότητες, αλλά από τους εκπροσώπους του νόμου, ενώ καταλαβαίνει ότι την κυβέρνηση ελέγχει ο μεγιστάνας Γουέιν. Τότε είναι που θα αποφασίσει να μιλήσει και να ξεμπροστιάσει τη διαφθορά στο σώμα.

Quotes στην αφίσα: «Δες αυτή την ταινία ή ρίξε μια μολότοφ στο τμήμα της γειτονιάς σου, το ίδιο σημαντικό είναι». «Τρέμουν τα χέρια μου και δεν μπορώ να γράψω κριτική». «Η Αστυνομία στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Η κοινωνία μας χρειάζονταν αυτή την ταινία πιο πολύ από ποτέ».

 

3) «Riddler»
Συνδυασμός: «Ελαφοκυνηγός» με «Αποκάλυψη Τώρα!».

Ο Μάθιου ΜακΚόναχι έχασε 35 κιλά για να μπει στο πετσί του Riddler και σε μια αποθέωση του method acting έμεινε σε μια σπηλιά λύνοντας γρίφους και σταυρόλεξα. Ο ήρωας θα βρεθεί αιχμάλωτος στο Βιετνάμ. Οι Tσάρληδες του βάζουν γρίφους και όταν δεν απαντάει σωστά παίζουν Ρώσικη ρουλέτα με τη ζωή του. Η τελετουργική πράξη αυτοδικίας θα γίνει σε αργή κίνηση υπό τους ήχους του «The End» των Doors. Το ψυχολογικό τραύμα θα τον κάνει να επιστρέφει συνέχεια σε γρίφους, σε αινίγματα και σε κουίζ. Και μια μέρα θα δείξει «τη φρίκη…τη φρίκη…» γεμίζοντας με γρίφους το Γκόθαμ.

Quotes στην αφίσα: «Δεν είναι απλά μια ταινία, είναι κοινωνική δικαιοσύνη». «Ο κινηματογράφος δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος. Ο κόσμος μας δεν είναι πια ο ίδιος». «Τίποτα δεν σε προετοιμάζει για το σφίξιμο του στομαχιού που θα νιώσεις.» «Νιώθω ότι δεν έχω δει σινεμά πριν από αυτή την ταινία. Νιώθω ότι δεν έχω ζήσει τίποτα πριν από αυτό».

 

4) «Cat Woman»
Συνδυασμός: «Saturday Night Fever» με «Godfather».

Η αγνώριστη Ρούνι Μάρα στο ρόλο της κόρης της πιο μεγάλης Ιταλικής φαμίλιας του εγκλήματος στη Γκόθαμ Σίτι. Η ίδια είναι εγκλωβισμένη στον τρόπο ζωής των μαφιόζων. Τα βράδια όμως το σκάει από το σπίτι, φοράει leather και κάνει τρελές χορευτικές βραδιές στο Studio 54 και άλλες διάσημες disco. Η καθημερινότητά της έχει οικογενειακές προδοσίες, βεντέτες και αιματοκύλισμα για λόγους τιμής αλλά η διπλή της ζωή τη σώζει. Όταν η φαμίλια της κάνει στον μεγιστάνα Γουέιν μια πρόταση που δεν μπορεί να αρνηθεί, το φονικό είναι αναπόφευκτο. Την ώρα που η ηρωίδα φοράει τη στολή φετίχ της γάτας και χορεύει Bee Gees και Donna Summer, ο Δον που τη μεγάλωσε πεθαίνει με τη μουσική του Νίνο Ρότα. Αυτό θα την αλλάξει για πάντα και θα… βγάλει νύχια.

Quotes στην αφίσα: «Η γκανγκστερική ταινία που κάνει τον Νονό να μοιάζει με τούρκικο σήριαλ» «Μια σοκαριστική βουτιά στην disco και την μαφία. Τα πέντε αστέρια είναι λίγα για αυτό το ποίημα ταξικού μίσους. Δέος». «Είναι η κοινωνία μας έτοιμη για μια τέτοια ταινία;»

Posted in 3 | Leave a comment

Album of the Week #198

Raphael Saadiq

Jimmy Lee

Επιτέλους, κύριε Saadiq! Πέρασαν 8 χρόνια από το Stone Rollin’, τον δίσκο που το 2011 μας πήρε τα μυαλά. Aν αγαπάς τη soul και σου έχει ξεφύγει, το βρίσκεις και το ακούς σήμερα κιόλας.

Αυτό που ακούγεται καταπληκτικό στην επιστροφή του Saadiq, πέραν της εκτελεστικής του υπεροχής απέναντι στους υπόλοιπους soulmen (όσους έχουν απομείνει, τέλος πάντων), είναι ότι ακούγεται όπως θα έπρεπε να ακούγεται ένας καλλιεργημένος καλλιτέχνης. Από την επουράνια χριστιανική δέηση του “Sinner’s Prayer” και την υψηλή αισθητική του γκρουβάτου μπάσου στο “So Ready”, στην έναρξη του άλμπουμ, φαίνεται πως τα νέα τραγούδια του Καλιφορνέζου δημιουργού δεν φέρουν καμία μοντέρνα μάρκα στην ούγια τους. Είναι κλασικά στον πυρήνα τους και μπορούν να ακούγονται σε κάθε περίσταση.

Στοιχηματίζω ότι ο Saadiq βαριέται να ακούει για «nu soul» και «R’n’B» υβρίδια. Ανήκει στην παράδοση της soul και αφήνεται έτσι πάνω στις κληρονομιές της: ξυπνούν μνήμες από Isley Brothers στο υπέροχο “Something Keeps Calling” (ειδικά στο σόλο της κιθάρας, που αποτελεί ξεκάθαρο tribute στον Ernie Isley), ενώ το “Belongs To God” είναι ένας μικρός θρίαμβος της θρησκευτικής gospel παρακαταθήκης, που πρώτα έχει βουτήξει στο “Ain’t Got No, I Got Life” της Nina Simone.

Δίσκοι όπως το Jimmy Lee λειτουργούν ευεργετικά, και πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας. Ο Saadiq γράφει τραγούδια γήινα, ευγενικά, με την ευρωστία που έρεε στους διαδρόμους της Stax κατά τη δεκαετία του 1960 και της Atlantic των 1970s. Σου ανοίγει την καρδιά και σου απευθύνεται με την ένταση του μουσικού που αγαπάει με πάθος τον Marvin Gaye και δεν χολοσκάει να κλέψει από το κοινό του, αλλοτριωμένου πια, John Legend. Τραγουδάει δε με πειθώ και γνώση: παραμένει ταγμένος στον Donny Hathaway και στον Leon Ware, αλλά διαθέτει συνάμα μπόλικη εξυπνάδα, ώστε να μην ανταγωνιστεί τη μηχανή του κάθε Drake.

Το μήνυμα εδώ είναι απλό: ο οργανικός ήχος γίνεται σημείο αναφοράς, μα και μονόδρομος για να έχει η soul κάποιο εκτόπισμα. To νιώθεις στη γκραντιόζα παραγωγή του “Kings Fall” ή στο καταπληκτικό “Rikers Island”, στο οποίο ο Saadiq τραγουδάει καθαρά, καθώς συντονίζεται στους καρδιακούς παλμούς της διαμαρτυρίας των Μαύρων Πανθήρων –απέναντι στο δικαστικό σύστημα, απέναντι στην αδικία. Πώς επίσης να αντισταθείς στη ρεαλιστική αφήγηση του “This World Ιs Drunk” ή στην αμφίσημη κατάθεση του “Glory To The Veins”, το οποίο παραλληλίζει τον έρωτα με τον εθισμό στην ηρωίνη; Πρόκειται για τραγούδια νυχτερινά, σκληρά, αλλά με ρομαντισμό, που στην αυγή του 2020 μοιάζουν με όαση απέναντι στον κυνισμό και στην απαξία.

Το Jimmy Lee προσφέρει δροσερή funk αίσθηση και έχει τα προτερήματα των δίσκων που μένουν στη ροή της soul ιστορίας ως εξέχοντες για τις προτάσεις τους. Θα είχε κερδίσει ένα περήφανο και τίμιο 8άρι, όμως αφαίρεσα έναν ολόκληρο βαθμό εξαιτίας της εκνευριστικής επιλογής να κόβονται απότομα τα τραγούδια στο τέλος τους, ώστε να μπει κοφτά το επόμενο. Σαν να έρχεται ένα αόρατο χέρι και να αλλάζει βίαια σταθμό στο ραδιόφωνο, πάνω που έχεις ξεχαστεί στη μελωδία.

Όμως το fade-out και το κενό 3 δευτερολέπτων ανάμεσα στα κομμάτια, έχει σημασία κατά την ακρόαση ενός τέτοιου άλμπουμ. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν καθόλου γιατί πρέπει να υπάρχει αυτό το απότομο κόψιμο, που προδίδει ένα άγχος να μας κρατήσει, μη τυχόν και χάσουμε το ενδιαφέρον μας. Ας όψεται η πλημμύρα ιδεών που χώρεσαν μέσα τους αυτά τα τραγούδια.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

True Icons

Στην εποχή της πλήρους πολιτιστικής έκπτωσης που διανύουμε, στην οποία το “Joker” θεωρείται αριστούργημα που πρέπει να πάρει όσκαρ και νόμπελ (ναυτία) και ο Φίνιξ δοξάζεται σαν νέος Μπράντο (εγκεφαλικό), δυο ντοκιμαντέρ λειτούργησαν σαν ασπιρίνες και σαν ασφαλή καταφύγια. Ζούμε άλλωστε σε ταραγμένη πολιτικά περίοδο όπου η κακοποιημένη έννοια της “αριστείας” πρέπει να μπει ξανά σε σωστή βάση.
Το πρώτο ήταν το “Diego Maradona” όπου ο Ασίφ Καπάντια κάνει ξανά το θαύμα του “Senna” φτιάχνωντας ένα μικρό “Raging Bull”. Ένα “Καζανικό” πορτρέτο που φωνάζει “I could have been a contender” για τον Ντιέγκο και ρίχνει φως στα πάθη, στη δόξα και την πτώση του ιερού 10ριού του ποδοσφαίρου. Συγκλονιστικό, ειδικά για όλους όσους είχαμε προλάβει να ζήσουμε το Μουντιάλ του ’90.

Το άλλο ήταν το “Pavarotti” του Ρον Χάουαρντ, που αν και κάπως υποδεέστερο κινηματογραφικά σε σχέση με το πρώτο, είναι πολύ τρυφερό και εμβαθύνει στην πληθωρική περσόνα του σπουδαίου καλλιτέχνη.

Θα κρατήσω ένα στιγμιότυπο από την ταινία για τον Pavarroti: o τενόρος δεν ήθελε να ακούσει ποτέ τους δίσκους του, από ανασφάλεια. Προς τη δύση της ζωής του και αφού είχε χάσει πια τη φωνή του, άκουσε μια παλιά ηχογράφηση του και είπε δειλά: “ίσως να ήμουν όντως καλός”.Με κάνει να θυμάμαι γελώντας κάποιους “έντεχνους” τραγουδοποιούς, για τους οποίους έχω γράψει αρνητική (με το γάντι) κριτική για κάποια συναυλία ή δίσκο και αυτό τους οδήγησε να στέλνουν hate mail, να βρίζουν και να κάνουν παράπονα σε promoters. Δεν πειράζει. Στη σύγχρονη δισκογραφία όλοι “έχουν ταλέντο” όπως διδάσκει η reality TV.

Όσο για τον Maradona: η προσωπικότητα, το εκτόπισμα και η πίστη για μεγαλείο που προκαλούν οι μεγάλοι αθλητές δεν μετριέται σε στατιστικά και σπόνσορες. Άλλο η επιρροή στον κόσμο, άλλο ο influencer. Άλλο πράγμα το βαρύ όνομα, άλλο πράγμα το brand name. Με έκανε να σκέφτομαι τον κάθε super star τύπου Ρονάλντο (που το να ποζάρει αποτριχωμένος στα κότερα είναι το πιο σοφιστικέ πράγμα που έχει κάνει) και αναρωτιέμαι τι θα έλεγε το βιογραφικό ντοκιμαντέρ τους, πέρα από μερικά λεπτά κούφιας αγιογραφίας, γεμάτη από sensational στιγμιότυπα και γκολ σε slow motion.

Posted in Cinema | Leave a comment

Joker

Joaquin Phoenix as the Joker in Todd Phillips’s film.

To Joker θα είναι εισπρακτικός θρίαμβος για τη φετινή χρονιά. Πολλά βιαστικά κείμενα σχετικά με το origin story πίσω από τη μυθολογία του Gotham Villain, μίλησαν για έπος (!) και για το καλύτερο comic movie που έγινε ποτέ (αν και η βαθμολογία στο metascore πέφτει και το hype ξεθυμαίνει). Το Joker θα αποθεωθεί ως επί το πλείστον από πιτσιρικάδες που έχουν γαλουχηθεί στα multiplex και από fan boys που είναι παθιασμένα με τα event movies και από ανθρώπους που γράφουν ύμνους ή hate reviews στο imdb (τίποτα ενδιάμεσο), συνήθως με το CAPS LOCK πατημένο. Κυρίως όμως θα τρελάνει τους απολιτίκ θεατές που δεν έχουν καλή σχέση με το βιβλίο, που δεν γνωρίζουν πολλά από πολιτική θεωρία και που θεωρούν το “V for Vendetta” υψηλή διανόηση και βαθυστόχαστο σύνθημα για «επανάσταση».

Το Joker είναι μια σκοτεινή, βίαιη και ζωηρή φαντασίωση, γύρω από τα πάθη ενός διαταραγμένου ανθρώπου στη μεγαλούπολη. Φυσικά σε σχέση με το Captain America και το Batman VS Superman, το Joker το λες και σινεμά αξιώσεων, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της έκπτωσης σε επίπεδο κινηματογραφικής αξίας που βιώνουμε από το 2000 και μετά. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Τοντ Φίλιπς, έχει υπογράψει κάμποσες frat boy κωμωδίες και φημίζεται για την τριλογία αγορίστικου χαβαλέ των “Hangover”, την οποία οι αντρικές παρέες πρώην φαντάρων τίμησαν δεόντως. Ο Κύριος Φίλιπς λοιπόν, αποφάσισε να πάρει δυο ταινίες του Μάρτιν Σκορσέζε και να τις βάλει στο μπλέντερ. Το αποτέλεσμα είναι το Joker: ένα απροκάλυπτο rip-off του Taxi Driver (1976) και του King Of Comedy (1983).

O ήρωας ονομάζεται Άρθουρ και εργάζεται ως κλόουν και ερασιτέχνης κωμικός που γράφει τα αστεία του σε βιβλιαράκι και έχει όνειρο μια μέρα να γίνει κωμικός και να εμφανιστεί στο δημοφιλές late night show, ενώ ερωτεύεται μια μαύρη κοπέλα που απλώς του μίλησε γλυκά.

Στο King Of Comedy, ο Ρούπερτ Πάπκιν είναι ένα μανιακός με τη δημοσιότητα, που γράφει τα αστεία του σε βιβλιαράκι και έχει όνειρο μια μέρα να γίνει κωμικός και να εμφανιστεί στο δημοφιλές late night show, ενώ ερωτεύεται μια μαύρη κοπέλα που απλώς του μίλησε γλυκά.

 

 

 

 

Ο Άρθουρ και ζει με τη μαμά του και στήνει φανταστικούς διαλόγους με τον παρουσιαστή.

Ο Ρούπερτ και ζει με τη μαμά του και στήνει φανταστικούς διαλόγους με τον παρουσιαστή.

 

 

 

 

Ο Τράβις, λίγο πριν παραδοθεί στην τρέλα νιώθει αποκομμένος και κοιτάει την τηλεόραση με γυμνό βλέμμα και ένα οπλισμένο πιστόλι.

Ο Άρθουρ, λίγο πριν παραδοθεί στην τρέλα νιώθει αποκομμένος και κοιτάει την τηλεόραση με γυμνό βλέμμα και ένα οπλισμένο πιστόλι.

 

 

 

 

Ο Τράβις του Taxi Driver είναι κοινωνικά απροσάρμοστος και ελπίζει σε έναν εξαγνισμό της βίας μέσω της βίας.

Ο Άρθουρ είναι κοινωνικά απροσάρμοστος και ελπίζει σε έναν εξαγνισμό της κοινωνικής τρέλας μέσω της βίας.

 

 

 

 

O Τράβις σκοτώνει ένα ληστή σε ένα mini market και έρχεται σε επαφή με τη βία.

Ο Άρθουρ σκοτώνει τρεις νταήδες στο μετρό και έρχεται σε επαφή με τη βία.

 

 

 

 

Ο Τράβις νιώθει προδομένος από την κοπέλα που δεν τον θέλει πια και της λέει «είσαι κι εσύ σαν αυτούς».

Ο Άρθουρ νιώθει προδομένος από τον τηλεπαρουσιαστή του σόου, και του λέει «είσαι κι εσύ σαν αυτούς».

Μπορώ να απαριθμήσω άλλα 15 με 20 μηνύσιμα plagiarisms τουλάχιστον.

Δεν έχει σημασία. Ακόμα και τις αντιγραφές να καταπιώ (που δεν καταπίνονται αν αγαπάς και αν πονάς σινεμά και δεν είσαι καταναλωτής εικόνων ή fan boy) ο Τράβις και ο Ρούπερτ (οι δύο ήρωες του Σκορσέζε και του Ντε Νίρο) δεν έπασχαν από διαταραχές και ψυχικές νόσους. Ήταν awkward κοινωνικά σε φυσιολογικό επίπεδο (ο Τράβις θεώρησε καλό πρώτο date ένα τσοντοσινεμά και ο Ρούπερτ ήταν διατεθειμένος να μείνει σε μια αίθουσα αναμονής ολόκληρη μέρα μέχρι να δει το είδωλό του). Δεν γελούσαν δυνατά και ανώμαλα χωρίς λόγο. Είναι η ανημποριά του Φίλιπς να διαχειριστεί μια διαταραγμένη προσωπικότητα που καθιστά το ανώμαλο γέλιο του ήρωα ως εύκολη λύση.

Τα κίνητρα των ηρώων που είχε ενσαρκώσει ο Ντε Νίρο ήταν «κανονικά» μέσα στη διαταραχή τους, δίκαια και πολύ πολύ διαφορετικά. Οι ήρωες μιλάνε σε 10 διαφορετικά επίπεδα. Οι ταινίες εξυπηρετούσαν ολοκληρωμένες και βαθιές φιλοσοφίες πάνω στην αστική αποξένωση και την εμμονή. Οι χαρακτήρες είχαν ολοκληρωμένο πολιτισμό μέσα τους, ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών ζυμώσεων, ήταν προϊόντα μια εποχής, ήταν αντιήρωες κυριολεκτικά (ο ένας κρυφά ρατσιστής και ο άλλος οριακά stalker). Δεν ήταν κοινά ψυχάκια που μια μέρα έφαγαν ξύλο και μίσησαν την “άτιμη κενωνία”.

Στο Τζόκερ, ο τύπος των Hangover παίρνει την κρούστα μόνο από τα πρωτογενή υλικά, τα περνάει από την πρέσα των κόμικ, τα αποχυμώνει και τους αφαιρεί βάθος και πνευματικότητα. Επίσης δεν τολμάει να δείξει κάποια σύγκρουση ή να έχει ηθική (ή έστω ανήθικη με αρχίδια) στάση και σερβίρει τα αποτοξινωμένα υλικά σαν comic novel που (και καλά) «τολμάει» (σε σχέση με ποιόν αλήθεια; με την παιδική χαρά της Μάρβελ;) Φυσικά, σε επίπεδο ιδεών προσέχει, επιστρατεύοντας ομάδες δικηγόρων και script doctors ώστε να μην πατήσει σε καμιά νάρκη που κάνει “τζιζ”.

Ο σκηνοθέτης βέβαια κάνει καλά τη δουλειά. Φαίνεται το craft στην ανασύσταση της άχρονης Μητρόπολης και το φιλμ έχει καλή ατμόσφαιρα.

Όμως τελικά, το Τζόκερ δεν σημαίνει τίποτα για τίποτα.

Η ταινία είναι ό,τι επιλέξεις εσύ να είναι.

Το αποτέλεσμα έχει προκύψει μέσα σε meeting που εξετάζονται τα δυναμικά κοινά που φέτος καλό είναι να τους σερβίρουμε «επανάσταση». Μαρκετίστες και consultants πρόσεξαν μέχρι το τελευταίο καρέ αυτό το φιλμ και το σέρβιραν με τον καλύτερο τρόπο (οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που υποτίθεται ότι μισεί ο Τζόκερ). Γι’ αυτό η ταινία μπορεί να γοητεύσει το ίδιο εύκολα τον γελαδάρη redneck που απηύδησε και τον antifa της occupy wall street. Επειδή φωνάζει δυνατά και δεν λέει τίποτα. Την (ψευτο)οργή του Τζόκερ μπορεί να οικειοποιηθεί το ίδιο εύκολα η alt right και η far left. To “Death Wish” είχε ξεκάθαρη θέση, αποκρουστική κατά τη γνώμη μου αλλά ξεκάθαρη. Το Joker δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτό. Το Taxi Driver και το King Of Comedy ήταν μπροστά από την εποχή τους, γι αυτό η πορεία τους στα ταμία ήταν κακή (ειδικά του 2ου). Το “Joker” όχι μόνο είναι προϊόν της εποχής του, αλλά είναι η “νέα συναρπαστική γεύση”. Το χρώμα που θα φορεθεί φέτος.

Θυμάμαι ότι το κόλπο με τη μίξη του Taxi Driver και King Of Comedy έχει ξαναγίνει και δεν είναι κακό οι ταινίες να πατάνε σε blueprint ταινιών αναφοράς (όπως το “Velvet Goldmine” είχε πατήσει στον “Πολίτη Κέιν” ή το Boogie Nights στο “Goodfellas”). Υπήρχε μια ξεχασμένη ταινία το 2004 με πρωταγωνιστή τον Sean Penn και τη Naomi Watts, με τίτλο “The Assasination of Richard Nixon”. Καμία μυθολογία, κανένα origin, κανένα reboot και καμία DC να τα σκάει για merchandise. Ο ήρωας της ταινίας συνδύαζε τη μοναξιά, την οργή και την awkward κοινωνικά απόγνωση των Σκορσεζικών ηρώων του 70. Κι εκεί είχαμε δάνεια. Την ταινία την είδαν ελάχιστοι καθώς πάτωσε εισπρακτικά και ο σκηνοθέτης έχει από τότε να κάνει καινούριο. Η ταινία δεν ήταν καθόλου σπουδαία. Ήταν μάλλον μέτρια. Όμως μπροστά στον Joker μετά από 15 χρόνια μου φαίνεται τόσο έντιμη, τόσο καθαρή σε όραμα και σε σκέψη και τόσο ήσυχη. Η αγάπη εκείνου του σκηνοθέτη για το σινεμά του 70 ήταν αληθινή και όχι οπτικό δέλεαρ και ήταν καλύτερος μαθητής της “σχολής Σκορσέζε” και της “σχολής Λιούμετ” από τον αντιγραφέα/τουρίστα, Φίλιπς. Υπάρχουν δεκάδες/εκατοντάδες κοινωνικά δράματα με ήρωες που τα βάζουν με τον κοινωνικό περίγυρο και δεν παραδίδονται στη τρέλα. Απλά κανείς δεν νοιάζεται γι αυτές γιατί δεν κουβαλάνε τη μυθολογία του Μπάτμαν. Ακόμη κι αυτή η κάλπικη ταινία, με τους ίδιους συντελεστές, αν λέγονταν”Άρθουρ” και έλειπαν τα 3 λεπτά που τη συνδέουν με το σύμπαν του Μπρους Γουέιν, δεν θα πήγαινε να τη δει ούτε το 10% του κόσμου που γέμισε τις αίθουσες το πρώτο τριήμερο.

Στο μεταξύ, θα σκέφτομαι πόσα πράγματα σήμαινε η παραπάνω χειρονομία του «Ταξιτζή» και πόσο κενή νοήματος ήταν η ίδια στο Τζόκερ (την επανέλαβε 5 φορές). Σε πόσα επίπεδα μιλούσε εκεί και πόσο ρηχό σλόγκαν είναι το «θα πάρεις ό,τι σου αξίζει» ή πόσο γελοίο είναι το “οι πλούσιοι πρέπει να πεθάνουν” που λέει ο «κακός» της DC. Για τη συντηρητική άποψη πάνω στις εξεγέρσεις (μια άβουλη μάζα ξεσηκώνεται εξαιτίας του κάθε παρανοϊκού) δεν θα μιλήσω καν. Πολιτικάντικη ρητορεία από τον Χολιγουντιανό σκηνοθέτη retarded κωμωδιών του καυλόσπυρου (“Due Date”, “Road Trip”) που ξύπνησε ένα πρωί και έγινε auteur, δεν θα δεχτώ. Κάπου είναι και θέμα αξιοπρέπειας.

Posted in Cinema | Tagged | Leave a comment

Album of the Week #197

Tool

Fear Inoculum

Την εποχή που κυκλοφόρησε ο τελευταίος δίσκος των Tool 10.000 Days (2006) δεν υπήρχαν τα social media, η παγκόσμια οικονομική κρίση ήταν επιστημονική φαντασία και πρόεδρος της Αμερικής ήταν ο (ξεχασμένος) Τζορτζ Μπους o Νεότερος. Από τότε ως το φετινό Fear Inoculum, μεσολάβησαν 13 χρόνια –όσο δηλαδή διήρκεσε ολόκληρη η καριέρα των Led Zeppelin.

Η τεράστια απουσία των Tool από την επικαιρότητα, όχι μόνο δεν τους έκανε να ξεθωριάσουν στη μνήμη του κόσμου, αλλά με έναν παράξενο τρόπο ενίσχυσε τις μυθικές τους διαστάσεις. Βέβαια, η επιτυχία τους πήγαινε πάντα κόντρα στα δισκογραφικά δεδομένα και στη λογική του μάρκετινγκ: η μουσική τους δεν ακολουθούσε κανένα εποχικό trend, τα ραδιοφωνικά τους single ήταν ελάχιστα, τα μέλη διατηρούσαν ένα απόμακρο και καθόλου προσβάσιμο προφίλ (ο τραγουδιστής τους είχε μάλιστα αποκαλέσει τους fans «ανυπόφορους»), οι συναυλίες τους ήταν περιορισμένες και πολύ ακριβές, ενώ συνήθιζαν να αφήνουν …κιουμπρικικές αποστάσεις ετών ανάμεσα στα άλμπουμ τους.

Η ψηφιακή εποχή υποδέχτηκε λοιπόν με ανοιχτές αγκάλες το Fear Inoculum. Ξαφνικά, ένα συγκρότημα που δεν υπήρχε καν στις streaming πλατφόρμες, έκανε μια απλή αλλαγή στο cover της σελίδας του στο Facebook (ανακοινώνοντας έμμεσα την επιστροφή) και προκάλεσε αληθινό πανικό, που έριξε το ίντερνετ.

Φυσικά, αυτό συμβαίνει όταν είσαι μπάντα με σημαντικό πολιτιστικό αποτύπωμα. Οι Tool δεν είναι γκρουπ που κυκλοφορεί 3-4 καλά τραγούδια μαζί με 7-8 συμπληρώματα, ανά 24μηνο. Προστάτευσαν καλά το brand name τους και δεν εκτέθηκαν. Η ανυπομονησία μιας τεράστιας μερίδας κοινού για λίγα ψίχουλα νέας μουσικής ήταν έτσι πρωτόγνωρη, παρ’ όλο που 2 από τα τραγούδια του καινούριου δίσκου ακούγονταν σταθερά στην ευρωπαϊκή τους τουρνέ την περασμένη Άνοιξη. Η ανάγκη του κόσμου είχε πάντως χτυπήσει κόκκινο όταν βγήκε το “Fear Inoculum”, το οποίο πρέπει να ακούστηκε εκατομμύρια φορές σε ιδιωτικές ακροάσεις, στις πρώτες ώρες που απελευθερώθηκε ψηφιακά.

Με τη χρονική συγκυρία και τη συνθήκη προσμονής απαιτήσεων που όφειλα να περιγράψω παραπάνω, ο προπομπός αυτός, το 10άλεπτο “Fear Inoculum”, δεν ήταν το metal έπος που θα προκαλούσε ρίγη και υστερίες –τουλάχιστον σαν εκείνες που προξένησε η αλλαγή του cover στο Facebook. Ύστερα από αντίστροφη μέτρηση ημερών μετά τα πρώτα εκατομμύρια ιδιωτικών ακροάσεων, η πλειονότητα όσων τις έκαναν …απλώς άλλαξε σταυροπόδι στον καναπέ. Ανάλογες ήταν και οι αντιδράσεις μετά την ακρόαση ολόκληρου του δίσκου, που κυκλοφόρησε την τελευταία μέρα του Αυγούστου.

Το Fear Inoculum έδινε στους ακροατές αυτό ακριβώς που περίμεναν από τους Tool: τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Με προσοχή και με ασφαλείς επιλογές, για να μην μείνει κανείς παραπονεμένος. Χωρίς μεγαλεία, αλλά και χωρίς μετριότητες, ώστε να μην έχεις το δικαίωμα να τους προσάψεις τίποτα κακό. Κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι, μετά από 80 λεπτά, το αληθινά σπουδαίο τραγούδι δεν ήρθε ποτέ και πως το πύρινο πάθος του εμβληματικού Aenima (1996) και του –ανυπέρβλητου, κυριολεκτικά– Lateralus (2001), απουσίαζαν.

Όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Κάθε ένα από τα έξι τραγούδια που απαρτίζουν το άλμπουμ, ξεπερνάει σε διάρκεια τα 10 λεπτά. Η (κάπως αυτάρεσκη) φιλοδοξία και το πομπώδες (υπερφίαλο, θα έλεγαν κάποιοι) προφίλ του αποτυπώνονται ξεκάθαρα, αλλά αυτό δεν είναι κακό. Μπορεί να έχουμε συνηθίσει πια τα διπλά CD και τις ειδικές εκδόσεις, αλλά το Fear Inoculum θέλει να δηλώσει περίτρανα ότι προέρχεται από μια μακρινή εποχή, όταν ο διπλός δίσκος (όπως το Physical Graffiti και το Quadrophenia) σήμαινε ότι ο καλλιτέχνης είχε «καταφέρει» κάτι μεγάλο. Τώρα λοιπόν που βγήκαν οι βιαστικές κριτικές, τα προχειρογραμμένα clickbait κείμενα και ξεθύμαναν οι ενστικτώδεις αντιδράσεις, μπορούμε ήσυχα να μιλήσουμε για τη μουσική.

Τα 6 κεφάλαια που αποτελούν τη νέα ραψωδία των Tool κρύβουν μέσα τους πολλά πράγματα για να θαυμάσεις· και στις στρώσεις των τραγουδιών κυοφορούνται ποικίλες απολαύσεις, οι οποίες κρύβονται η μία μέσα στην άλλη. Το εναρκτήριο “Fear Inoculum” διαθέτει μια άγρια επιφάνεια, που με επαναληπτικές ακροάσεις μπορεί να σε βυθίσει σε ψυχεδελικά μονοπάτια με σκιώδεις εικόνες. Το κιθαριστικό riff του “Pneuma”, που διαγράφει ομόκεντρους κύκλους σαν δερβίσης από την κόλαση, προκαλεί νιρβάνα. Αφού σε έχει μάλιστα παρασύρει στον ρυθμό του, το σφυροκόπημα στο τέλος του τραγουδιού στα σκάει στον εγκέφαλο, με τον Maynard James Keenan να μιλάει σαν γκουρού προφήτης στο ποίμνιό του: «we are Born of One Breath, One Word. We are all One Spark».

Πραγματικά, ελάχιστοι μπορούν να συνδυάσουν συσσωρευμένη οργή με τρυφερό λυρισμό, όπως ο τραγουδιστής των Tool. Προσέξτε την τεχνική του και στο “Descending”, όταν τραγουδάει «stir us from our – wanton slumber». Χάρη στη μαθηματική ανάπτυξη του κομματιού, μεταβολίζεις μέσα σου την έννοια των hard rock/heavy metal κλισέ σε πατροπαράδοτη, άφθαρτη αξία, που είναι ιερό καθήκον να διατηρηθεί, σαν την προφορική παράδοση. Οι δε κιθάρες του Adam Jones στο στιβαρό σόλο του δεύτερου μέρους και το ψυχεδελικό βάθος της παραγωγής, σου θυμίζουν τι σημαίνει επιμονή, άσβεστη φλόγα και πάθος για το κουπλέ που θα τραγουδιέται για πάντα.

Το βαρβάτο κιθαριστικό ανάπτυγμα του “Invincible” δοξάζει τις ψυχεδελικές heavy ρίζες του και περιφρονεί το freak show του nu-metal και τη σκληροτράχηλη macho λίγκα πολλών «παραδοσιακών» metalheads. Mετά τη μέση του τραγουδιού, οι κιθάρες τραβάνε όλους τους progressive χυμούς των 1970s, για να τους σερβίρουν σε μεσαιωνικό περιτύλιγμα με όχημα την εσωτερική σύγκρουση ενός έκπτωτου πολεμιστή. Και το καταιγιστικό φινάλε, εμπεριέχει όλη εκείνη τη μελωδικότητα που είχε εγγενώς χαραγμένη στο DNA του το progressive metal. Στο “Invincible” βρίσκονται επίσης οι καλύτερες και οι πιο ευρηματικές κιθάρες του Jones, ο οποίος κάνει την υπέρβαση λίγο πριν τον κατακλυσμό του τέλους. Το ατμοσφαιρικό “Culling Voices”, πάλι, με τις φωνητικές αρμονίες, τις κυκλωτικές κιθάρες και τις αγωνιώδεις διακυμάνσεις, στοιχειοθετεί μια επιστροφή στη σιγουριά του Tool παρελθόντος: θα έβρισκε άνετα μια θέση στο 10.000 Days, κάπου μετά το “Right In Two”.

Ωστόσο, το συστατικό που δίνει όλη τη γεύση στο Fear Inoculum είναι τα συγκλονιστικά ντραμς του Danny Carey. Η τρελή πολυρρυθμία, τα ξεσπάσματα, η ταχυδακτυλουργική ταχύτητα και ο τρόπος με τον οποίον κρατάει τα γκέμια των άλλων δύο μουσικών, είναι άξιος παρασημοφόρησης. Ο Carey ξεπερνάει τον εαυτό του εδώ και βάζω στην άκρη το (αμήχανο) ιντερλούδιο του “Chocolate Chip Trip”, στο οποίο κάνει απλά επίδειξη δύναμης (δεν ενδιαφέρει κανέναν αυτό). Η αντίληψή του στη μελωδία και το πώς χειρίζεται τις ήπιες και τις πιο δυνατές στιγμές του άλμπουμ είναι που τον κάνει να βγαίνει απόλυτα θριαμβευτής. Άλλωστε τα ιντερλούδια στους δίσκους των Tool (έχει μερικά η digital έκδοση) πάντα ήταν εξογκώματα, τα οποία χάλαγαν τη ροή της άψογης ακολουθίας των κομματιών.

Πέρα από το βάθος των τραγουδιών και την ψιλοβελονιά στις αρμονίες, δεν μπορούμε βέβαια να παραβλέψουμε τα προβλήματα. Αν το Fear Inoculum έβγαινε το 2011 θα κρινόταν διαφορετικά και όλοι θα παραμιλούσαν από κεκτημένη. Όμως όλα έχουν τη σημασία τους και είναι φανερό ότι οι Tool έπεσαν σε σοβαρό writer’s block, για πολλά χρόνια. Από το δημιουργικό αδιέξοδο βγήκαν τρώγοντας λίγο από τα έτοιμα (το ψυχεδελικό εφέ που σηκώνει από το έδαφος το “Descending” το έχουμε ακούσει ίδιο στο “Reflection” του Lateralus), αλλά και επενδύοντας σε ατελείωτα, κάπως πλαδαρά, τζαμαρίσματα. Λείπουν τα ευρηματικά riff του Aenima. Λείπουν τα ευρηματικά riff, τελεία. Οι ιμπρεσιονιστικοί πειραματισμοί και το ελεύθερο jamming παίρνουν το πάνω χέρι και καλύπτουν το κενό.

Το άλλο πρόβλημα είναι το ότι οι Tool δεν είναι τετραμελές συγκρότημα, αλλά αποτελείται από 3+1 μελη. Σε όλη λοιπόν τη μακρά περίοδο ηχογραφήσεων, ο Maynard James Keenan βρισκόταν εκτός στούντιο, σε περιοδεία με τους A Perfect Circle. Σε κάθε του δε δημόσια εμφάνιση γινόταν όλο και πιο φανερό ότι προτιμούσε να κυκλοφορεί συλλογές με remixes για το προσωπικό project των Puscifer και να εμφιαλώνει τα κρασιά του στην Αριζόνα, παρά να ασχολείται με τους Tool. Εκτός από τα riff, έτσι, λείπουν και οι κλασικές του «κραυγές» –σήμα κατατεθέν του γκρουπ. Ειδικά στο “Culling Voices”, όταν λέει τα «don’t you dare point that on me», θα σήκωνε μια κραυγή.

Αυτές βέβαια είναι προσωπικές προβολές και όχι καλλιτεχνική αστοχία. Ο δίσκος μπορεί να περάσει στην ιστορία, απλώς γιατί περιέχει το ε-π-ι-κ-ό  “7empest”, που σε κάνει να νιώθεις ευγνώμων που σε μια εποχή πρόχειρων ηχογραφήσεων μαζικής παραγωγής και χειροποίητης αυτοέκφρασης, υπάρχουν over-produced δίσκοι με φιλοδοξία να τετραγωνίσουν τον κύκλο και που, πάνω απ’ όλα, προκρίνουν τη δεξιοτεχνία.

Το “7empest” αναδεικνύεται έτσι στο περιπετειώδες magnum opus που διαχωρίζει τους Tool από τους ανταγωνιστές τους, με μανιασμένο ρεφρέν («a-TEM-pest-must-BE-just-THAT»), με δαιδαλώδη δομή και με ντραμς και κιθάρες που βγάζουν περικοκλάδες. Είναι το τραγούδι που σε κάνει να συγχωρείς τα 13 χρόνια απραξίας, την εκνευριστική ειρωνεία του Keenan προς τους millennials, το writer’s block, τα κρασιά, την απόσταση, τα ανοικονόμητα τζαμαρίσματα, το hype, την αμηχανία της πρώτης ακρόασης, μερικούς κούφιους στίχους και όλα όσα προϋπήρχαν στη δισκογραφία των Tool και δεν βρήκες εδώ.

Ας ηρεμήσουν λοιπόν οι «πιουρίστες» οπαδοί και ας μείνουν ως μόνοι πολέμιοι της επιστροφής των Tool αυτοί που λένε ότι «κοιμήθηκαν» στην ακρόαση –λες και το metal οφείλει να λειτουργεί σαν ενδοφλέβια καφεΐνη για να τσιτώσεις και όχι σαν καλλιτεχνική έκφραση. Οι Tool δεν χρειάζονται πια αναφορές στον Γιουνγκ, αριθμητικές ακολουθίες Φιμπονάτσι και μυστικιστικούς γρίφους για να θρέψουν τον μύθο τους. Μπορούν να είναι απλώς μια άψογη progressive rock μπάντα, με σχετική εμμονή σε κάθε λεπτομέρεια της παραγωγής και τελειομανία στο στούντιο. Αν τους κρατήσουμε έτσι στο μυαλό μας, όλοι βγαίνουν κερδισμένοι. Ακόμη κι αν δεν ξαναβγάλουν δίσκο ποτέ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

60 χρόνια από την “Ζώνη του Λυκόφωτος”

Στην εποχή της έκρηξης των τηλεοπτικών σειρών, ας θυμηθούμε τa καλύτερα επεισόδια του αξεπέραστου Twilight Zone, που προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 2 Οκτωβρίου του 1959.

To 1924 γεννήθηκε ένας σεναριογράφος που άφησε το στίγμα του στην pop κουλτούρα του 20ου αιώνα. Ο Rod Serling, με τη ζωηρή φαντασία και τις ριζοσπαστικές ιδέες, ξεκίνησε τη καριέρα του γράφοντας σενάρια σε ραδιοφωνικά σόου και τηλεοπτικές σειρές και γνώρισε επιτυχία με το σενάριο “Playhouse 90”, που του εξασφάλισε συμβόλαιο με το CBS για μια σειρά αυτοτελών ιστοριών. Ο πανέξυπνος Serling κατανοούσε καλά τους τηλεοπτικούς μηχανισμούς της εποχής και είχε το ταλέντο να γράψει ιστορίες που φλέρταραν έντονα με το παράδοξο και το μακάβριο. Το περίφημο Twilight Zone γεννήθηκε το 1959, στο μεταίχμιο της περιόδου του μεταπολεμικού συντηρητισμού και λίγο πριν τον πειραματισμό των 60’s και προκάλεσε στο σινεμά του φανταστικού μια prime-time μετάλλαξη, αλλάζοντας άρδην την αισθητική του κατ’ οίκον «εβδομαδιαίου» τρόμου.

Ήταν η εποχή που τα μεγάλα στούντιο πλούτιζαν ακόμη από την εκμετάλλευση του φτηνού σινεμά του τρόμου, με άφθονα b movie στερεότυπα, από τρελούς επιστήμονες και ζόμπι, έως ιπτάμενους δίσκους, περίεργα τέρατα και μοχθηρούς εξωγήινους. Όλα τα sci fi στερεότυπα που είχαν κατοχυρωθεί στη συλλογική μνήμη των θεατών βρήκαν χώρο και άνθισαν στα μακάβρια παραμύθια της σειράς: ταξίδια σε παράλληλους χρόνους, ανεξερεύνητες διαστάσεις στο σύμπαν, κοσμογονικά ανέκδοτα, ειρωνικές ιστορίες φαντασίας, παιχνίδια του μυαλού, παράδοξους μύθους, παραβολές τρόμου και εσχατολογικούς γρίφους… Σύσσωμο το μετέπειτα σινεμά του φανταστικού (κυριολεκτώ) αντέγραψε τις ιδέες του από εδώ.

Τα επεισόδια της σειράς εισέβαλαν στα Αμερικάνικα σαλόνια ταράζοντας την εφησυχασμένη αίσθηση των θεατών. Ο Serling είχε μια ρομαντική ασέβεια στη συντηρητική μηχανή εικόνων της τηλεόρασης και ήταν επίτευγμά του το γεγονός ότι για 5 χρόνια και για 156 επεισόδια κατάφερε την επέκταση των ορίων της επιστημονικής φαντασίας. Οι αξέχαστες εισαγωγές όπου έμπαινε στο κάδρο σαν αφηγητής με το τσιγάρο στο χέρι και τα ανατρεπτικά φινάλε κάθε ιστορίας, θα τον μετέτρεπαν σε cult ίνδαλμα της mainstream ψυχαγωγίας.

Μετά από 60 χρόνια, η σειρά γνώρισε τρεις άνοστες αναβιώσεις, μια το 1985, μία το 2002 και μία φέτος, οι οποίες βασίστηκαν κυρίως σε διασκευές παλιών επεισοδίων, καθώς και μια μετριότατη κινηματογραφική ταινία το 1983. Ο Rod Serling πριν το θάνατό του το 1975 (σε ηλικία μόλις 50 ετών), θα προλάβαινε να κάνει άλλη μια απόπειρα στην τηλεόραση με τη σειρά Night Gallery (1970) η οποία ήταν άκρως ατμοσφαιρική, αλλά δεν διέθετε τη διαύγεια και την έμπνευση που θα την έκαναν πετυχημένη, πόσο μάλλον κλασική. Κομμάτι της υστεροφημίας του ήταν ότι κατάφερε και τάραξε τα νερά της πολιτικά ορθής επιστημονικής φαντασίας με κάθε ημίωρο ταξίδι σε αυτή την ιδιαίτερη και ταραχώδη κατάσταση του νου που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «Ζώνη του Λυκόφωτος».

Τα 20 καλύτερα επεισόδια της σειράς :

The Eye of the Beholder

The Eye of the Beholder.jpg

Ο χώρος, ένα σκοτεινό νοσοκομείο. Μετά την πλαστική εγχείρησή της, η ασθενής θα δει στον καθρέπτη το «παραμορφωμένο» της πρόσωπο.

Nightmare at 20.000 Feet

Nightmare at 20.000 Feet.jpg

Ένας άνθρωπος βλέπει από το παράθυρο του αεροπλάνου ένα απειλητικό τέρας να τον πλησιάζει. Κανείς άλλος επιβάτης δεν μπορεί να το δει.

Long Distance Call

Long Distance Call.jpg

Ένα πεντάχρονο αγόρι μιλάει σε ένα πλαστικό τηλέφωνο-παιχνίδι με τη νεκρή γιαγιά του.

Ι Shot an Arrow Into the Air

Ι Shot an Arrow Into the Air.jpg

Τρεις αστροναύτες δεν έχουν ιδέα που έχουν προσγειωθεί και τα αποθέματα νερού τελειώνουν.

Shadow Play

Shadow Play.jpg

Ένας κατηγορούμενος στο δικαστήριο πιστεύει πως ζει έναν επιλαμβανόμενο εφιάλτη και αν τον καταδικάσουν σε θάνατο όλοι θα πεθάνουν μαζί του.

The Hitch Hiker

The Hitch Hiker.jpg

Μια νεαρή κοπέλα σε ένα αυτοκίνητο, συναντάει ξανά και ξανά στη διαδρομή της τον ίδιο μαυροφορεμένο άντρα που της κάνει οτοστόπ.

Twenty Two

Twenty Two.jpg

Η κεντρική ηρωίδα έχει έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη με ένα δωμάτιο που η πόρτα γράφει το νούμερο «22» και δεν πρέπει ποτέ να την ανοίξει.

The Midnight Sun

The Midnight Sun.jpg

Ο ήλιος έχει πλησιάσει επικίνδυνα τη Γη και ο κόσμος θα καταστραφεί από τον αυξανόμενο καύσωνα. Αριστούργημα.

Third From The Sun

Third From The Sun.jpg

Όλοι οι κάτοικοι θέλουν να αποδράσουν από τον πλανήτη τους που θα καταστραφεί. Για να πάνε που;

The Invaders

The Invaders.jpg

Ένα μικροσκοπικό διαστημόπλοιο εισβάλει σε ένα φιλήσυχο αγροτικό σπίτι. Που ακριβώς βρισκόμαστε όμως;

Time Enough At Last 

Time Enough At Last.jpg

Μετά την πυρηνική καταστροφή ο μοναδικός επιζών έχει όλο το χρόνο στη διάθεσή του να διαβάσει.

Person or Persons Unknown

Person or Persons Unknown.jpg

Ο ήρωας ξυπνάει ένα πρωί για να διαπιστώσει ότι κανείς δεν τον αναγνωρίζει και κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.

Five Characters in Search of an Exit

Five Characters in Search of an Exit.jpg

Ένας στρατιώτης, μια χορεύτρια, ένας κλόουν και ένας άστεγος, χωρίς μνήμη βρίσκονται σε έναν αχανές λευκό μεταλλικό κύλινδρο. Χωρίς καμία εξήγηση και καμία λογική για το πώς βρέθηκαν εκεί, και χωρίς να μπορούν να βγουν.

The Arrival

The Arrival.jpg

Η πτήση 107 προσγειώνεται στο αεροδρόμιο χωρίς επιβάτες, αποσκευές και ίχνος ζωής.

The After Hours

The After Hours.jpg

Ο ένατος όροφος ενός πολυκαταστήματος δεν υπάρχει, όμως η νεαρή πελάτισσα ορκίζεται πως έχει ανέβει.

Perchance To Dream

Perchance To Dream.jpg

Ένας άνδρας μπαίνει στο ιατρείο ενός ψυχαναλυτή λέγοντας του ότι είναι για μέρες άυπνος γιατί αν κοιμηθεί θα πεθάνει. Σοκαριστικό επεισόδιο.

The Howling Man

The Howling Man.jpg

Ένας άνθρωπος ισχυρίζεται ότι έπιασε το διάβολο… και τον έχει κλειδώσει σε ένα δωμάτιο.

Judgment Night

Judgment Night.jpg

Ένας επιβάτης πλοίου δεν έχει καμία μνήμη για το ποιος είναι, για το πώς βρέθηκε εκεί και για τον προορισμό του ταξιδιού. Όμως αισθάνεται ότι κάπου έχει ξαναδεί τους άλλους επιβάτες.

Mirror Image

Mirror Image.jpg

Μια γυναίκα στο σταθμό ενός τρένου αισθάνεται την ύπαρξη μιας άλλης γυναίκας κοντά της που φαίνεται να έχει τη μορφή της και να φοράει τα ίδια ακριβώς ρούχα.

Little Girl Lost

Little Girl Lost.jpg

Ένα μικρό κορίτσι εξαφανίζεται μέσα στο δωμάτιό της ενώ η οικογένειά της μπορεί και την ακούει να μιλάει μέσα στο σπίτι.

Posted in TV | Leave a comment

Bliss

To “Bliss” είναι ένα γνήσιο horror sensation που αντλεί από τον χειροποίητο εξπρεσιονισμό του “Hunger” (Τόνι Σκοτ), τον αστικό νιχιλισμό του “Addictiοn” (Έιμπελ Φεράρα), την punk επιθετικότητα της gringhouse παράδοσης και την αισθητική των midnight movies των 80’s.

Ο σκηνοθέτης κάνει εξαιρετική δουλειά για να αποτυπώσει τον παραισθησιογόνο εφιάλτη του στα 16mm. Τα εκστατικά closeups και το «φεύγα» μοντάζ χτίζουν ένα acid-trip, γεμάτο sex, drugs, rock’n’roll και ποταμούς αίματος, που σε ένα δίκαιο κόσμο, κάτι ναρκισσους σαν τον Γκασπάρ Νοέ και τον Αρονόφσκι θα έπρεπε τους κάνουν να κρυφτούν από ντροπή.

Για καλή τους τύχη το “Bliss” θα το δουν ελάχιστοι.

Image may contain: one or more people and outdoor

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #196

Prince

Originals

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο Prince δούλευε χωρίς σταματημό στο στούντιο. Όταν λοιπόν απεβίωσε αναπάντεχα στα 57 του χρόνια, ήταν επόμενο να αφήσει πίσω του ένα τεράστιο αρχείο γεμάτο με ηχογραφήσεις. Το χρηματοκιβώτιο αυτό κατάφεραν και το άνοιξαν οι κληρονόμοι (φυσικά) και οι φήμες λένε ότι περιέχει τόση ποσότητα μουσικής, ώστε μπορεί να κυκλοφορεί από έναν δίσκο κάθε χρόνο, για πολλές δεκαετίες.

Το Originals είναι το δεύτερο μεταθανάτιο άλμπουμ (προηγήθηκε το Piano Αnd Α Microphone 1983, το 2018) και περιέχει 15 demo τραγουδιών τα οποία φτιάχτηκαν για άλλους καλλιτέχνες, από το 1981 μέχρι το 1991. Στην ουσία, αποτελεί μία ακόμα διεισδυτική ματιά στο μυαλό του Prince: ενός συνθέτη που μπορούσε να γράφει με την ίδια ευκολία για τον Kenny Rogers (“You’re My Love”) και τις Bangles (“Manic Monday”), αλλά και να χαρίζει απλόχερα διαμάντια στα πουλέν του Apollonia 6, Sheila E, The Time κτλ.

Το τρελά βρώμικο funk του “Sex Shooter” και το εθιστικό groove του “Jungle Love” (με τα ξεσηκωτικά «oh-way-oh-way-oh» στα δεύτερα φωνητικά) υπογραμμίζουν το πολυεπίπεδο πλατό ιδεών και ενορχηστρώσεων του Prince. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, ακόμη και οι πιο cutting edge ιδέες του είχαν τον «ασυμμάζευτο»· και είναι η προσωπικότητά του που λάμπει σε τούτες τις ημιτελείς ηχογραφήσεις: στην ήπια gospel του “Love… Thy Will Be Done” (επιτυχία για τη Martika), στο διονυσιακό lounge “The Glamorous Life”, αλλά και στο φουτουριστικό “Make Up”.

Παρ’ όλο βέβαια που με το Originals μπαίνεις σε ένα καλά οργανωμένο μουσείο γεμάτο απολαύσεις, η τελική αίσθηση από την ακρόαση είναι αυτή μίας ανισότητας: τα περιεχόμενα demo, δεν ήταν έτοιμα για τα αυτιά μας. Έτσι, αν και η συλλογή ακούγεται πραγματικά ιδιαίτερη και έξω από κάθε «λογική» που διαπνέει εμπορικά τα σημερινά charts, νιώθεις σαν να χρειαζόταν να περάσει μια πρέσα πάνω από τα τραγούδια. Για να τα σιδερώσει λίγο, αντί να μας παραδοθούν στοιβαγμένα σαν κουβάρι μέσα στο καλάθι.

Ένα από τα πιο σκληρά εργαζόμενα αγόρια στη μουσική σκηνή, προσπάθησε να τους έχει όλους ικανοποιημένους: τη βιομηχανία που περίμενε από εκείνον τα πάντα –και μετά τον πολέμησε– τον εαυτό του, που είχε τρομερή ανάγκη έκφρασης και το κοινό, το οποίο τον καρτερούσε σαν σωτήρα για να γλιτώσει από τις αναλώσιμες επιτυχίες της μόδας. Εδώ, συναντάμε τον Prince στην πιο ευάλωτη εκδοχή του, χωρίς τη θαλπωρή της ολοκληρωμένης παραγωγής.

Φυσικά και πρόκειται για exploitation κυκλοφορία αμφιβόλου ηθικής, όμως δεν μπορείς εύκολα να αρνηθείς το φρενήρες και αυτοσχεδιαστικό fusion του “Holly Rock”, την «αιώνια» τρυφερότητα του “Nothing Compares 2 U”, το πιασάρικο space-funk του “Gigolos Get Lonely Too” ή το απολαυστικό τσίριγμα στο “Would’t You Love To Love Me”. Είναι βέβαιο ότι σύντομα θα ακολουθήσουν πολλές ανάλογες κυκλοφορίες, μέχρι οι διαχειριστές της διαθήκης να αρμέξουν μέχρι τέλους τα αρχεία. Ελπίζω τουλάχιστον να αξίζουν τον κόπο, όσο αυτή εδώ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

10 Χρόνια χωρίς τους Oasis

«You said we’d live forever»

Αυτός ο συγκεκριμένος στίχος τρυπάει σαν αγκάθι τη λεία επιφάνεια του υπέροχου νέου τραγουδιού του Liam Gallagher, με τίτλο “One Of Us”. Το άκρως μελωδικό και εθιστικό single ανήκει στους προπομπούς του 2ου προσωπικού του δίσκου  (4ου, αν συνυπολογίσουμε και τους 2 που έβγαλε με τους Beady Eye).

«You said we’d live forever». Αυτή η αναφορά αφήνει έντονο συναισθηματικό αποτύπωμα σε όσους ζήσαμε τα χρόνια που ακούστηκε για πρώτη φορά αυτή η υπόσχεση, περίπου στην αυγή της brit pop έκρηξης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το τραγούδι “Live Forever” τοποθέτησε κατευθείαν τους Liam & Noel Gallagher στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας στη δισκογραφία. Πριν από 25 χρόνια, το πρώτο τους άλμπουμ Definitely Maybe έκανε αρχικά τη Βρετανία και στη συνέχεια όλη την υφήλιο, να ερωτευτεί τη χουλιγκάνικη μυθολογία των δύο αδελφών από το Μάντσεστερ. Οι Oasis είχαν άλλωστε την ικανότητα να γράφουν τις πιο εθιστικές νεο-Μπιτλικές μελωδίες για μεγάλα ακροατήρια.

Στο (άνωθεν) βιντεοκλίπ του “One Of Us”, ο Liam κοιτάζει φωτογραφίες με τον αδελφό του όταν ήταν παιδιά και με νοσταλγία τον καλεί να πουν «περασμένα ξεχασμένα» και να φιλιώσουν. Πρόκειται για επικοινωνιακό τρικ, με στόχο τη δημοσιότητα και το τζέρτζελο στα social media; Είναι δική του ιδέα ή των δημιουργών της σειράς Peaky Blinders, οι οποίοι υπογράφουν το κλιπ;

Σε κάθε περίπτωση, το τραγούδι δίνει μια ωραία ευκαιρία για να συζητηθεί το πολυπόθητο reunion, 10 χρόνια μετά τον οριστικό χωρισμό των Oasis. Παρά τη δημόσια κουβέντα, βέβαια, αυτό το σενάριο μοιάζει να είναι πιο απίθανο από ποτέ.

«I don’t like Liam» (δηλώνει ο Noel στο Q)

«It takes more than blood to be my brother» (απαντάει o Liam, μέσω του NME)

Οι αναίτιες επιθέσεις, οι αγορίστικες κόντρες, τα χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση, οι ανόητοι καυγάδες, οι αποχωρήσεις από τη σκηνή, τα δημόσια βρισίδια, οι μπουνιές στις παμπ και οι αστείοι εξευτελισμοί, συνοδεύουν τον Noel και τον Liam από το 1991 κιόλας, όταν και σχηματίστηκαν οι Oasis. Τα δύο αδέλφια, τα οποία στην εφηβεία μοιράζονταν το ίδιο υπνοδωμάτιο, δεν είχαν ποτέ αρμονική σχέση. Από τους πιο ανώδυνους μεθυσμένους καυγάδες μέχρι τις πιο χοντρές κόντρες –με αποκορύφωμα την προσβλητική αμφισβήτηση της πατρότητας της κόρης του Noel, από το στόμα του Liam– η ρήξη έμοιαζε πάντα οριστική· αλλά μετά από μερικές βδομάδες ή μερικούς μήνες απομάκρυνσης, η συγχώρεση ερχόταν. Άλλωστε η μουσική, η αγάπη του κόσμου και κυρίως οι τρελές εισπράξεις του brand name Oasis από τις πωλήσεις και τα εισιτήρια, τους έκανε να ρίχνουν νερό στο κρασί τους και αναγκαστικά να τα ξαναβρίσκουν.

Οι Oasis θα μπορούσαν να είχαν διαλύσει από το 1994 κιόλας, όταν στην πρώτη τους περιοδεία στην Αμερική ο Liam πέταξε το ντέφι στην πλάτη του αδελφού του, πάνω στη σκηνή. Άντεξαν όμως για άλλα 15 χρόνια· και μαζί προσπέρασαν εκατοντάδες ανάλογες ιστορίες, επιθέσεις, απειλές και ξεσπάσματα οργής. Στις 22 Αυγούστου του 2009, στο V Festival της Βρετανίας, έμελλε να δοθεί η τελευταία συναυλία τους. Ο Noel Gallagher αποχώρησε από το συγκρότημα και η λιτή δήλωση που ακολούθησε έλεγε ότι δεν άντεχε να δουλέψει δίπλα στον Liam, ούτε μία μέρα παραπάνω στη ζωή του. Έχει σημασία λοιπόν ένα reunion του συγκροτήματος, 10 χρόνια αργότερα; Αφορά κανέναν σήμερα το πώς θα ακούγονταν οι Oasis αν συνέχιζαν μαζί; Η εμπορική επιτυχία θα ήταν βέβαια, σίγουρη καθώς η μουσική επικαιρότητα δεν έχει να προσφέρει πολλούς ανάλογους μύθους, έστω αμφιλεγόμενους. Τα εξώφυλλα θα ήταν χιλιάδες, οι σελίδες αφιερωμάτων στον μουσικό Τύπο θα έγραφαν χιλιόμετρα και το ραδιoφωνικό airplay θα λυσσούσε να μας κάνει κλύσμα στον εγκέφαλο μια νέα μπαλάντα σαν το “Wonderwall”.

Ο Noel για τον Liam το 2009: «He’s like a man with a fork in a world of soup»

Ο Liam για τον Noel: «He’s a working class traitor»

Πριν έναν χρόνο, ο Liam καλούσε μέσω Twitter τον Noel να ξαναφτιάξουν το γκρουπ. Λίγους όμως μήνες αργότερα τον αποκάλεσε χοντρό που παίζει διασκευές των Oasis και «πατάτα» (ναι, «potato»). Από την άλλη ο Noel δηλώνει νέτα-σκέτα ότι δεν έχει διάθεση να ξανακάνει τους Oasis, γιατί δεν υπάρχει ανάγκη για τα χρήματα. Προτιμά να περιοδεύει με τους U2, ενώ μέχρι τώρα έχει κυκλοφορήσει και 3 αξιόλογους δίσκους με το συγκρότημα High Flying Birds. Είτε αγαπούσες τους Oasis την περίοδο που βρίσκονταν στο ζενίθ τους, είτε τους απεχθανόσουν εξαιτίας της υπερβολικής τους προβολής από τα (όπως πάντα υπερβολικά) βρετανικά μέσα, οφείλεις να παραδεχθείς ότι η πληθωρική φωνή του Liam, σε συνδυασμό με την ικανότητα του Noel στα κιθαριστικά hooks, δεν εξαντλήθηκε το 2008, όταν και έβγαλαν τον τελευταίο τους δίσκο Dig Out Your Soul. Είχαν τη δύναμη να δημιουργήσουν μπόλικα ακόμη instant classics.

Ακόμη και σήμερα λοιπόν, αν τα ξαναβρούν, είναι σίγουρο ότι θα παράξουν χορταστικά τραγούδια. Αν μάλιστα είναι ποτισμένα από ενοχές για τη χαμένη δεκαετία και με τύψεις για το ξεπούλημα της επιστροφής, τόσο το καλύτερο. Είναι τέτοιος ο χαρακτήρας των Gallagher, που το εγωιστικό πάθος θα τους έκανε να θέλουν να βουλώσουν τα στόματα των αμφισβητιών.

Όσο ισχυρά κι αν είναι πάντως τα επιχειρήματα για μια επικείμενη επιστροφή, άλλο τόσο κραταιή είναι και η άποψη ότι το κενό που άφησε η απουσία τους στη δεκαετία που τελειώνει, δεν υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό. Τα αδέλφια Gallagher είχαν ακόμη πολλές μελωδικές ιδέες μέσα τους. Όμως η χημεία τους είχε ξεφτίσει και το πρόβλημα στην επικοινωνία τους ήταν απροσπέλαστο. Παραδόξως, στα τελευταία χρόνια των Oasis, όταν μιλούσαν μεταξύ τους μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο, κυκλοφόρησαν τις δύο πιο ώριμες και ενδιαφέρουσες δουλειές τους μετά το αριστουργηματικό, διπλό χτύπημα των Definitely Maybe (1994) και (What’s The Story) Morning Glory? (1995). Μπορεί έτσι να μην λειτουργούσαν σαν –δυσλειτουργική, έστω– ομάδα, πολλά όμως τραγούδια στο Don’t Believe Τhe Truth (2005) και στο Dig Out Your Soul (2008) ήταν αξιόλογα.

Αλλά, ακόμα κι αν το υλικό τους είχε ενδιαφέρον, η επηρμένη τους στάση, οι αστεία ματαιόδοξες δηλώσεις τους και η αίσθηση «κατινιάς» που συνόδευε κάθε δημόσια κόντρα, έκανε το δίδυμο να μοιάζει με πρωταγωνιστές στο ριάλιτι The Gallaghers, παρά με συνεχιστές της παράδοσης των μεγάλων Βρετανών τραγουδοποιών της δεκαετίας του 1960. Το κοινό, βέβαια, δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Όμως, όσο ο Liam αναλώνεται στην παρανοϊκή (επιπέδου Kanye West) τουιτερική του περσόνα και ο Noel βολεύεται στη μεσόκοπη, αλαζονική του μεγαλοθυμία, τίποτα δεν θα αλλάξει. Απλά το ριάλιτι θα γίνεται όλο και πιο βαρετό χρόνο με τον χρόνο, μέχρι που θα κοπεί εξαιτίας χαμηλής θεαματικότητας. Και τότε, αν συμβεί το reunion, θα είναι κίνηση απελπισίας, παρά σημαντικό μουσικό γεγονός.

Posted in Music | Leave a comment

Com Truise Live @ Ρομάντσο

Με διαστημικά synths, μελαγχολικές πινελιές και μια βουλιμική αγάπη για τον ηχητικό πολιτισμό των πρώιμων 1980s, έκανε μια εμφάνιση-διαφήμιση για τα events ηλεκτρονικής μουσικής στην Αθήνα, ενθουσιάζοντας το κατάμεστο Ρομάντσο. Μια πραγματική διαφήμιση για τα events ηλεκτρονικής μουσικής στην Αθήνα ήταν η εμφάνιση του Com Truise στο Ρομάντσο. Αυτό που χάρισε στο κοινό ήταν ένα υπερ-πλήρες set, που μάλιστα διέθετε την ανανεωτική πνοή των δυνατών και πολύ κινητικών synths, τα οποία οι καλοί DJs ξέρουν να χειρίζονται με εξυπνάδα, με μαεστρία και με «πνεύμα δρόμου».  Την ατμόσφαιρα ζέστανε ο Roundh0use, με εξαιρετικό τρόπο. Γνώριζε πότε να απαιτήσει την προσοχή του κόσμου, πότε να δώσει ρυθμό, πότε να υπονομεύσει το set με χιούμορ, πότε να παίξει με το στυλιστικό του ύφος, αλλά και πότε να δώσει φουλ ένταση. Ευτυχώς η σκυτάλη ανάμεσα στους δύο μουσικούς πέρασε σχεδόν αυτόματα, χωρίς χρονικό κενό· κι έτσι δεν «μούδιασε» ούτε στιγμή η καλή ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στο Ρομάντσο.

Ο Seth Haley –ο οποίος βρίσκεται πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Com Truise– είχε ξεχωριστή και άκρως επαγγελματική παρουσία στον κατάμεστο χώρο. Άφηνε π.χ. κενά ανάμεσα στα κομμάτια, καθώς τα αντιλαμβάνεται σαν ξεχωριστές ενότητες· ο δε περφεξιονισμός του φαίνονταν στον τρόπο με τον οποίον υπηρετούσε τη μουσική του. Φυσικά πρόκειται για έναν «συνθέτη», που θέλει να βουτήξει βουλιμικά στον ηχητικό πολιτισμό της δεκαετίας του 1980. Απολαμβάνει λοιπόν φανερά τις vintage μελωδίες που παίζει και αισθάνεται περήφανα σκλάβος των καλοτεχνίτικων synth της ηλεκτρονικής φουρνιάς των πρώιμων 1980s.

Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο της live εμφάνισης του Com Truise στην Αθήνα ήταν ο τρόπος με τον οποίον κάνει τα μουσικά του αναπτύγματα να μην κουράζουν ποτέ, εξαιτίας επαναληπτικότητας. Τα διαστημικά του synths ακούγονται σαν ένα διαρκές, ατμοσφαιρικό fade-in. Επιπλέον τα τραγούδια του δεν καμώνονται τα σπουδαία: όταν πέφτουν τα δυνατά beats, δεν καπελώνουν τα πάντα, σαν αυτάρεσκες σφήνες.

Ωστόσο, το επίσης σημαντικό στην περίπτωση του Com Truise είναι ότι πρόκειται για ταπεινό performer, χωρίς τη μανία του crowd master με υψωμένο το χέρι, που έχει γίνει πια μια εικόνα ψύχωσης για τους σύγχρονούς του. Προτιμάει να παρουσιάζει ολοκληρωμένα «τραγούδια». Υπάρχει βέβαια και μια μελαγχολία στη μουσική του. Η synthwave ατμόσφαιρα και τα μινιμαλιστικά, ρομποτικά sci-fi visuals πίσω του, επικοινωνούσαν την αίσθηση πως οι κλασικοί ήχοι της πρώιμης electronica δεν πρέπει να φαίνονται απαρχαιωμένοι και ξεπερασμένοι σε μια νέα γενιά, η οποία τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει τις εξελίξεις της ψηφιακής τεχνολογίας.

Αυτός ο chillwave ηχητικός τάπητας που φτιάχτηκε για διαστημικά glo-fi ταξίδια, αποτελεί ευπρόσδεκτη καλλιτεχνική δήλωση, ειδικά σε μια εποχή που η electronica, προκειμένου να ξεμυτίσει στον ωκεανό του ιντερνετικού ανταγωνισμού, αναγκάζεται να τσιτώσει τα γκάζια, ώστε να λιώσει τα ηχεία. Όσο για τις μελωδίες του Seth Haley, δεν χρειάζεσαι καν αλκοόλ ή «ωραίο κόσμο» για να αφεθείς στο μυστήριό τους. Ας ξανάρθει σύντομα στη χώρα μας και ας παίζει μουσική μέχρι το ξημέρωμα.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #195

Mark Ronson

Late Night Feelings

Υπάρχει ένα στοιχείο στο στυλ του Mark Ronson που δεν τον κάνει όσο συμπαθή θα έπρεπε. Ίσως να φταίει το καλοζωισμένο παρουσιαστικό, σε συνδυασμό με την αυτοπεποίθησή του ως «τρομερό παιδί» της pop. Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι εντυπώσεις είναι επιφανειακές.

O Λονδρέζος παραγωγός διαθέτει ταλέντο που λάμπει καθώς πλάθει με ρετρό υλικά τις καριέρες καλλιτεχνών όπως της Amy Winehouse, της Adele και του Bruno Mars, γυαλίζοντας τις παραγωγές τους με μοντέρνα στουντιακά υλικά. Η προσωπική του καριέρα, ωστόσο, δεν είναι (συνολικά) κερδισμένο στοίχημα, παρά την επιτυχία που έχουν σημειώσει οι 4 δίσκοι του. Μπορεί δηλαδή οι μετρήσεις να δείχνουν εκατομμύρια ακροάσεις, όμως ο Ronson δεν έχει υπογράψει έως τώρα κανένα σόλο άλμπουμ που να άφησε ξεχωριστό αποτύπωμα.

Ο τίτλος  έτσι του 5ου κατά σειρά δίσκου του θα μπορούσε να είναι «του κλάμπινγκ τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελάει». Στη θεματολογία του Late Night Feelings κυριαρχεί η ανασφάλεια, η μοναξιά και η έλλειψη επικοινωνίας τις δύσκολες πρώτες πρωινές ώρες, όταν ακόμη όλοι ξεδίνουν στο dancefloor. Την έξυπνη θεματική γύρω από τα δάκρυα που έχουν χυθεί στις πίστες τα ξημερώματα υπογραμμίζει και το εξώφυλλο, με τη ραγισμένη ντισκομπάλα σε σχήμα καρδιάς.

Τα φωνητικά στα υβριδικά pop και R’n’B γλυκίσματα του δίσκου αναλαμβάνουν 10 γυναίκες τραγουδίστριες. Από indie darlings όπως η Angel Olsen και η Lykke Li, μέχρι την Alicia Keys στο “Truth” (μια ωραία synth funk στιγμή) και τη Diana Gordon στο “Why Hide” (έχει γράψει το μισό Lemonadeτης Beyoncé). Δώστε προσοχή στο “Nothing Breaks Like A Heart”, όπου η Miley Cyrus κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια να γίνει Dolly Parton στη θέση της Dolly Parton. Βέβαια, θεωρώ ότι από τις καλεσμένες φωνές είναι τελικά η YEBBAεκείνη που ξεχωρίζει, ιδιαίτερα στο διαστημικό “Knock Knock Knock”: ένα τραγούδι που θα έκανε τον Prince περήφανο (ή έξαλλο, αναλόγως τη διάθεση)· αλλά και στο “Don’t Leave Me Lonely”, στο οποίο ακούγεται όπως θα ήταν η Róisín Murphy, αν είχε γεννηθεί στο Μέμφις ή στην Αλαμπάμα.

Το πρόβλημα με το Late Night Feelings αρχίζει όταν συνειδητοποιείς ότι ο Ronson κινείται μεν με δεξιοτεχνία ανάμεσα στα είδη, αλλά χωρίς να σχετίζεται με τις αντίστοιχες κουλτούρες και χωρίς να αισθάνεται τίποτα. Αναμοχλεύει δηλαδή την αστείρευτη παράδοση της disco pop, είναι όμως σαν να μην έχει καν μνήμες από τις συνθήκες που τη γέννησαν. Λες και τα έμαθε όλα μέσα από βιβλία και ντοκιμαντέρ, κρατώντας καλές σημειώσεις.

Όσο περισσότερο ακούω τον δίσκο, τόσο ενισχύεται η άποψη πως ο Ronson είναι ταλαντούχος αριβίστας, ο οποίος δεν μπορεί να ξεφύγει από το μιμητικό, συνθετικό στυλ του και την προαποφασισμένη καλοπέραση. Ο αμετανόητος στιλίστας δείχνει να μην έχει νιώσει ούτε ένα από τα δράματα που εξομολογούνται οι τραγουδίστριες. Όλα πάντως ακούγονται όμορφα: δεν μπορείς να του προσάψεις τίποτα σε επίπεδο τεχνικής. Αλλά δεν παίρνεις και τίποτα μαζί σου, μετά την ακρόαση.

Στόχος λοιπόν εδώ είναι η καθαρή ψυχαγωγία, ενός ακροατή που θέλει να περνάει από το ένα τραγούδι στο άλλο χωρίς να τον πολυνοιάζει –αρκεί το μουσικό χαλί να είναι ευχάριστο και να μη τον αφήνει να βαριέται. Η αυθεντικότητα δεν έχει και πολλή σημασία, αν ικανοποιούνται τα δυναμικά ακροατήρια στα οποία στοχεύουν οι έρευνες αγοράς. Αλλά, όταν ο δίσκος τελειώνει, νομίζεις ότι τα τραγούδια του θα πεθάνουν από μοναξιά: αν δεν τα ακούσουμε ξανά, αμέσως, θα κρατήσουν την αναπνοή τους μέχρι να σκάσουν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #194

Kate Tempest

The Book Of Traps And Lessons

Η Kate Tempest είναι συγγραφέας, στιχουργός και ποιήτρια, που απαιτεί την προσοχή μας. Την έχει κερδίσει, από την πρώτη κιόλας ακρόαση.

Πρόκειται για ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, δημιουργικό, έξυπνο, οργισμένο, μελαγχολικό και ανήσυχο. Η δύναμη της γλώσσας είναι το μοναδικό πράγμα που της προσφέρει προσωρινή ίαση για όσα ταλανίζουν το καλλιεργημένο της μυαλό. Με μια βασική διαφορά, όμως: δεν είναι απορροφημένη στον καλλιτεχνικό μικρόκοσμό της και στις επιφανειακές αγωνίες των απολιτίκ που «αγαπούν την ποίηση». Τα δικά της λόγια σχηματίζουν γροθιά, ακριβώς γιατί η ίδια δεν ζει σε νεραϊδόκοσμους, αλλά είναι μέρος του αληθινού κόσμου.

Φαντάζομαι πως από τη μία θα ήθελε να είναι παρέα με την Patti Smith σε μια ποιητική βραδιά το 1970 και από την άλλη θα ήθελε να ραπάρει με τους Wu-Tang Clan. Φαντάζομαι ακόμη ότι θα νιώθει σαν την καλύτερη μαθήτρια του Χάρολντ Πίντερ και του Σαρτρ, αλλά και σαν πνευματική σύντροφος των beat ποιητών που διέσχιζαν χωρίς έγνοια τον αυτοκινητόδρομο της Big Sur. Νομίζω ότι θα λατρεύει τον KRS-One και τους Streets, ενώ παράλληλα θα επιθυμεί να γράψει το Ουρλιαχτό της γενιάς της.

Η Kate Tempest δεν κάνει ασκήσεις ύφους στο νέο της άλμπουμ και δεν πουλάει επαναστατικότητα. Δεν της αρκεί να κάθεται ήσυχη, θέλει στ’ αλήθεια να φέρει τον κόσμο ανάποδα –βρίσκοντας τις λέξεις για να εξαπολύσει το μανιφέστο που θα προκαλέσει οδομαχίες και θα βάλει φωτιά στο Λονδίνο. Επιθυμεί δηλαδή να απαγγείλει το ποίημα που θα σημάνει συναγερμό για τη γενιά της· μια γενιά η οποία περικυκλώνεται από την άνοδο της ρατσιστικής ρητορικής και την αστυνομική βία. Μια γενιά που παρασύρεται στην πόλωση των social media, ξεκουφαίνεται από τις κορώνες των πολιτικάντηδων, παρατηρεί την κλιματική αλλαγή να επιταχύνεται και βλέπει το Brexit να έρχεται καταπάνω της σαν αφηνιασμένη αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα να έχει μουδιάσει.

Ο Rick Rubin στην παραγωγή ρυθμίζει στο ελάχιστο τα beats, τις μπασογραμμές και τα ηχητικά εφέ. Μερικά πλήκτρα στο “Holy Elixir” και ένα ωραίο ηλεκτρονικό χαλί στο ”Lessons” –μέχρι εκεί. Θεωρεί κι αυτός, προφανώς, ότι ακόμη και τα πιο γλυκά samples αποπροσανατολίζουν από το διακύβευμα των στίχων. Θέλει κι εκείνος να μας κάνει να εστιάσουμε με προσοχή στην ποιήτρια. Στο “All Humans Too Late”, μάλιστα, την αφήνει εντελώς μόνη της, a cappella, σ’ ένα απελευθερωτικό λογύδριο οργής.

Το άλμπουμ κουβαλάει σαν σταυρό μια υπερδραματική ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία είναι αλήθεια ότι δεν αναπτύσσεται καμιά σπουδαία μελωδικότητα. Όμως λόγια όπως το «The racist is drunk on the train. The racist is drunk on the internet. The racist is drunk at my dinner table» δεν χρειάζονται καμία ενορχήστρωση για να αναπνεύσουν. Τα γυμνά λόγια της Βρετανίδας δημιουργού είναι ένα καλό, προσωρινό καταφύγιο, σε μια εποχή στην οποία οι καλλιτέχνες τηρούν ίσες αποστάσεις για να μη στεναχωρήσουν κανένα δυνητικό ακροατήριο.

Η μελοποιημένη ποίηση της Kate Tempest μπορεί λοιπόν να έχει αδυναμίες και να πάσχει από μια μικρή σύγχυση προσανατολισμού, ωστόσο πετυχαίνει σαν καθηλωτική αφήγηση, σαν κοινωνός οργής και σαν προφήτης των πόλεων.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Prophets Of Rage – Live

Σαν υπερήρωες που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να αφυπνίσουν (ξανά) τις μάζες, κάνοντάς τα όλα ίσιωμα στο διάβα τους, οι Prophets Οf Rage δεν άφησαν πραγματικά τίποτα όρθιο στην πρώτη εμφάνισή τους στην Αθήνα: εξαπέλυσαν μια antifa rap metal επίθεση, η οποία έσκασε σαν δυναμίτης στο στάδιο του Tae Kwon Do.

Ο Tom Morello μαζί με τον Tim Commerford στο μπάσο και τον Brad Wilk στα ντραμς, μας θύμισαν τα πύρινα riff των Rage Against The Machine. Με τη σειρά του, ο Chuck D έφερε την ποιητική οργή των Public Enemy, ενώ ο B-Real των Cypress Hill γεφύρωσε άριστα την old school διαχρονικότητα των αιώνιων ρεφρέν (“Jump Around”) με τα σημερινά συνθήματα πολιτικού ακτιβισμού (“Unfuck The World”).

Έβλεπε κανείς από νωρίς τον κόσμο να έχει έρθει γεμάτος όρεξη για τη συναυλία. Η αγάπη του ελληνικού κοινού για την ιστορία των μελών του supergroup είναι άλλωστε μεγάλη. Η μουσική άλλωστε των Prophets Οf Rage –και όσων συγκροτημάτων βρίσκονται στο οικογενειακό τους δέντρο– δημιουργούν αίσθηση κοινότητας στους ακροατές: μια αίσθηση δηλαδή ότι εδώ είμαστε «μαζί», γιατί ανήκουμε στην ίδια φυλή. Στη συναυλία δεν ένιωθες έτσι ότι ο διπλανός θα σου έκλεβε τον χώρο ή ότι θα σου μπλόκαρε τη θέα. Το ζούσαν όλοι παρέα. Οι «μορελικές», αλαλάζουσες κιθάρες, τα «Bass, How Long Can You Go» του Chuck D, το καπνισμένο σιγοντάρισμα του B-Real, ήταν μερικά μόνο από τα χειροποίητα συστατικά μιας setlist-μολότοφ, που έκανε ηλεκτρισμένο σλάλομ ανάμεσα στο “Fight The Power” και στο “Take The Power Back”.

Τη συναυλία άνοιξε ο DJ Lord με έναν ευφάνταστο καταιγισμό από κλασικά rock, metal και χιπ χοπ samples. Όπως θα ακούγονταν εάν άλλαζες γρήγορα τους σταθμούς ενός Guerrilla Radio, περνώντας από τους Black Sabbath στους Nirvana, από τους Beastie Boys στους Metallica και από τους Led Zeppelin στους Wu-Tang Clan. Ένα σερί χωρίς ειρμό και λογική, που προκαλούσε γηπεδικούς πανηγυρισμούς με κάθε γύρισμα της βελόνας, ζεσταίνοντας υποδειγματικά τον κόσμο στο κατάμεστο Tae Kwon Do (ο οποίος έμοιαζε βέβαια ζεσταμένος από πάντα).

Η είσοδος του supergroup στη σκηνή, ήταν καθηλωτική. Όλοι οι μουσικοί σήκωσαν ταυτόχρονα τις γροθιές τους και το κοινό έκανε το ίδιο. Χιλιάδες υψωμένες γροθιές σε στυλ Μαύρων Πανθήρων, σε μια σπάνια, συγκινητική εικόνα καλοσωρίσματος. Αυτό δε που ακολούθησε περιγράφεται μόνο από μεγάλες λέξεις (καταιγισμός, χαλασμός, χαμός), που δεν σημαίνουν πάντως απολύτως τίποτα: η δύναμη αυτών των τραγουδιών και ο τρόπος με τον οποίον το ένα έφερνε το άλλο, άφηναν μια αίσθηση που έπρεπε κάποιος να έχει βιώσει για να καταλάβει. Γιατί ούτε καν ο μέτριος ήχος δεν είχε πια σημασία, όταν άρχιζαν τα γνώριμα τραγούδια…

Ο Morello έδειξε γιατί είναι ένας από τους πιο ευφυείς και προικισμένους κιθαρίστες της γενιάς του. Χοροπηδούσε, παθιαζόταν και χτυπιόταν με τα εξωπραγματικά του riff, τα οποία παραμένουν φρέσκα και αμίμητα. Στα τραγούδια των Rage Against The Machine ήταν βέβαια που χύθηκε το περισσότερο αίμα και ο περισσότερος ιδρώτας. Στο “Testify”, στο “Guerrilla Radio”, στο “Bulls Οn Parade”, στο “Bullet Ιn Τhe Head”, στο “Sleep Now Ιn Τhe Fire”, στο “Know Your Enemy” και στο “Bombtrack”, σχεδόν μύρισε κηροζίνη και δακρυγόνο η ατμόσφαιρα. Ο κόσμος είχε ανάγκη να πάρει φωτιά και η ανάγκη του βρήκε καταφύγιο σε αυτά τα τραγούδια διαμαρτυρίας. Οι ήχοι της κιθάρας εκτοξεύονταν προς πάσα κατεύθυνση και ισορροπούσαν την αδρεναλίνη του πλήθους, το οποίο χτυπιόταν απολαυστικά. Με ένα πάθος ανάλογο με τις οδομαχίες που στήνουν όσοι νιώθουν οργισμένοι κατά της μηχανής.

Στη συνέχεια, ο Morello άφησε χώρο στους δύο MCs, ώστε να θυμίσουν λίγο τι σημαίνει αληθινό χιπ χοπ. “Hand Οn Τhe Pump” ο ένας, “Shut ‘Em Down” ο άλλος. “Insane Ιn Τhe Brain” ο ένας, “Can’t Truss It” ο άλλος. “Bring the Noise” μας έλεγε ο Chuck D, θυμίζοντας τον καιρό που έσπαγε το φράγμα ανάμεσα στο ροκ και το ραπ παρέα με τους Anthrax, “Ι Ain’t Goin’ Out Like That” απαντούσε ο B-Real, για να μας θυμίζει τις μέρες που είχε σημασία από ποια ακτή των Η.Π.Α. προερχόσουν και τι αληθινό είχες να πεις.

Οι Prophets Of Rage τίμησαν ασφαλώς και το δικό τους υλικό. Τα τραγούδια τους ακούστηκαν μάλιστα πολύ πιο ζωηρά, σε σύγκριση με την ηχογράφηση. Το “Hail Τo Τhe Chief”, το “Living Οn Τhe 110” και το καινούριο “Made With Hate” από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ, ακούστηκαν τόσο απολαυστικά, ώστε ξεπέρασα κάθε ένσταση που είχα με τον προπέρσινο δίσκο τους (δεν ήταν λίγες, δείτε περισσότερα πατώντας εδώ). Το συγκρότημα έπαιξε μάλιστα τόσο καλά, ώστε δεν μου έλειψε στιγμή ο αυτοεξόριστος Zack De La Rocha· και δεν σκέφτηκα καθόλου αν θα κόλλαγε ένα «yeaaaaahhhh boooyyyy» του Flavor Flav, έτσι για την έξτρα γεύση.

Στη σκηνή του Tae Kwon Do δεν υπήρχαν παλιές δόξες. Υπήρχε μόνο ένα καλοκουρδισμένο συγκρότημα σε εξαιρετική φόρμα, που αντλούσε από το παρελθόν για να μιλήσει στο ζοφερό παρόν. Τίποτα δεν άλλαξε από την εποχή του “Fight The Power” και οι Prophets Of Rage πιστεύουν ακόμη ότι τα beats, οι κιθάρες και οι στίχοι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Και το κοινό τους αντάμειψε με δώρα, όπως το ξέφρενο, ανεπανάληπτο χοροπήδημα στο “Jump Around”. Ξεχωριστό highlight, φυσικά, στάθηκε ο φόρος τιμής στον Chris Cornell με το “Cochise” των Audioslave σε instrumental εκδοχή και με ένα λευκό φως να λούζει την άδεια θέση μπροστά στο μικρόφωνο.

Στο κλείσιμο της συναυλίας και πριν το αντίο με τις υψωμένες γροθιές, όπως και στο ξεκίνημα, ήταν φυσικό κι επόμενο να κοντέψει να πέσει η κερκίδα και η οροφή από το ποδοβολητό και το βρωμόξυλο που προκάλεσε το “Killing In The Name”. Γροθιές στον αέρα, άναρθρες κραυγές, υψωμένα κωλοδάχτυλα, όλα μαζί προκάλεσαν μια καθαρτήρια αίσθηση metal rock εκτόνωσης. Η οργή καλά κρατεί. Ευτυχώς.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #193

Hollywood Vampires
Rise

Φανταστείτε ότι βλέπετε μια οικογενειακή κομεντί της Disney, ένα μεσημέρι Κυριακής. Στην υπόθεση, ο πατέρας μιας φιλήσυχης οικογένειας των προαστίων (τον υποδύεται ο Μάθιου Πέρι ή ο Κρεγκ Κινίαρ) μαθαίνει ότι έχει έναν ετεροθαλή αδελφό, ο οποίος είναι παλιός ροκάς του ’70, με δερμάτινα τζάκετ, μακριά μαλλιά, τατουάζ, σκουλαρίκια κτλ. Η οικογένεια αναγκάζεται να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα και η συμβίωση θα φέρει τα πάνω-κάτω.

Μετά από μαθήματα ζωής ανάμεσα στα παιδιά που θέλουν να πάνε στο κολέγιο και στον ροκά θείο, ανάμεσα στη συντηρητική σύζυγο και τη γκρούπι-γκόμενα του καλεσμένου και ανάμεσα στον πρώην ασυμβίβαστο ήρωα και στον οικογενειάρχη αδερφό του, όλοι μαζί πάνε να δουν τη συναυλία για το comeback του ξεπεσμένου ρόκερ. Το φανταστικό συγκρότημα που θα είχε τελευταίος σε αυτήν την ταινία, θα ακουγόταν ακριβώς σαν τους Hollywood Vampires.

Την ιδέα για την κινηματογραφική περιγραφή της αισθητικής του δίσκου, ενίσχυσε η παρουσία του Johnny Depp. Ο ακριβοπληρωμένος σταρ του Χόλιγουντ σχημάτισε ένα «τουριστικής» αντίληψης supergroup, μαζί με τονAlice Cooper και τον Joe Perry των Aerosmith. Ένα ομώνυμο συγκρότημα είχε ξεκινήσει αυθόρμητα ο Cooper πριν από 40 χρόνια, όταν μαζί με τον Harry Nilsson, τον John Lennon, τον Keith Moon (και άλλους) έπαιζαν μετά τα μεσάνυχτα σε μπαρ του Λος Άντζελες, δημιουργώντας έναν μικρό αστικό θρύλο. Στην εποχή όμως των smartphones δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες νυκτόβιες ιστορίες, οπότε οι τρεις τους μεταφέρουν το «ροκ πάρτι» στο στούντιο.

Το κάπως νόστιμο, «spooky» αστείο του πρώτου τους δίσκου (2015) ήταν ότι διασκεύαζαν κλασικά τραγούδια καλλιτεχνών που είχαν πεθάνει νέοι. Αλλά στο φετινό Rise παρουσιάζουν κυρίως καινούριο υλικό, που ακούγεται σαν να φτιάχτηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες κάποιου «τούνελ τρόμου» με βασικό θέμα το shock rock –πιθανότατα στη Disneyland, ακριβώς δίπλα στους Πειρατές της Καραϊβικής απ’ τους οποίους θησαυρίζει ο Depp. Στο σχετικό λοιπόν τρενάκι, οι Αμερικάνοι και οι Κινέζοι τουρίστες με τις τηγανητές πατάτες και τις φωτογραφικές μηχανές στο χέρι θα ψυχαγωγούνταν με ηλεκτρικές κιθάρες ερχόμενες από παντού, ενώ κάπου θα πεταγόταν καταπάνω τους το ολόγραμμα των Kiss και κάπου ένας σωσίας του Ozzy Osbourne θα τους πρόσφερε μια δαγκωμένη νυχτερίδα (κ.ο.κ.).

Η ιδέα που θα έσωζε το Rise και θα το έκανε τουλάχιστον απολαυστικό, θα ήταν η αίσθηση της «παρέας» και του χαβαλέ κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης. Όμως εδώ οι τρεις μουσικοί ακούγονται σαν να βρέθηκαν στον ίδιο χώρο αφότου διαπραγματεύτηκαν τη διαθεσιμότητά τους οι δικηγόροι, βρίσκοντας «άνοιγμα» στο πρόγραμμά τους. Το άλμπουμ θα το έσωζαν πιθανότατα και μερικές cool διασκευές, αλλά ο Johnny Depp αποφασίζει να τραγουδήσει το “Heroes” του David Bowie σαν να βρίσκεται στο τελευταίο karaoke bar της Hollywood Boulevard. Κάπως καλύτερα τα πάει ο Perry στο “You Can’t Put Your Arms Around a Memory” του Johnny Thunders, ωστόσο δεν το ακούς δεύτερη φορά. Τελευταίο δε καρφί στο φέρετρο –για να μιλήσω στη γλώσσα του Alice Cooper– είναι το κάκιστο “We Gotta Rise”, που έχει και πολιτικό μήνυμα, τρομάρα του.

Αν κάτι κρατάς από αυτήν την άνοστη ψευτοροκιά είναι η ποιότητα και η πειθώ του αγέραστου Alice Cooper στο μικρόφωνο, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Mr. Spider”, το “I Want My Now” και το “The Boogieman Surprise”. Παρά τα 71 του χρόνια, έχει σχεδόν την ενέργεια που είχε και στα νιάτα του.

Τέλος, αν έχει κάποια σημασία, στο “Welcome To Bushwackers” συμμετέχει και ο Jeff Beck. Σωστά, δεν έχει καμία σημασία.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #192

Hayden Thorpe

Divider

Το συναινετικό διαζύγιο των Wild Beasts μετά από 5 υπέροχους δίσκους, ήταν ένα από τα πιο πολιτισμένα και αρμονικά που έχουν συμβεί στην ιστορία της μουσικής. Τα μέλη του γκρουπ ένιωσαν ότι οι καρδιές τους δεν χτυπούσαν πια στην ίδια συχνότητα και προτίμησαν να βάλουν μια πρώιμη τελεία με αξιοπρέπεια.

Μετά από μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία, αποφάσισαν λοιπόν να τραβήξουν ξεχωριστούς δρόμους, αγαπημένοι. Και τώρα, ο frontman τους Hayden Thorpe κυκλοφορεί το πρώτο του σόλο δισκογραφικό βήμα, όπου η ιδιοσυγκρασιακή φωνητική του ισορροπία βρήκε 10 βελούδινα τραγούδια για να ανθίσει. Χωρίς ψυχαναγκαστικά κωλύματα περί indie ταυτότητας, ο Άγγλος τραγουδιστής αφήνει τα πανιά του ελεύθερα για να πλεύσει μόνος του, αβαντάροντας τις καλλιτεχνικές του παρορμήσεις.

To Diviner είναι ένα μπουκέτο από εύγλωττα και τρυφερά τραγούδια. Τα βασικά συστατικά του είναι το ηλεκτρικό πιάνο και το αλάνθαστο φαλσέτο του Thorpe, με την πιανιστική αύρα να ξεχύνεται στην ατμόσφαιρα και να μεταβολίζεται σε πάθος. Φυσικά, είναι τέτοια η ποιότητα του συνθέτη, ώστε δεν αφήνει καμία μελωδία να παραπατάει και δεν επιτρέπει να ξεφύγει κανένα περιττό κουπλέ. Ακόμα και οι πιο απλές αρμονίες του δίσκου, απέχουν πολύ από αυτά που έχουμε συνηθίσει απ’ τους αυτάρεσκους ηδονοθήρες της δακρύβρεχτης μπαλάντας. Εκείνους τους performers, δηλαδή, που διαθέτουν ξερό στυλ και καμία καλλιτεχνική ουσία.

Το Diviner είναι καλλιγραφικός δίσκος. Πρόκειται για ένα σύνολο καλοκεντημένης pop δωματίου, προορισμένης για εστέτ ακροατές «μεταπτυχιακών» απαιτήσεων, οι οποίοι έχουν δοκιμάσει τα πάντα και έχουν αποκάμει. Προσέξτε τα υγρά synths στο “Earthly Needs” ή τη σπαρακτική ατμόσφαιρα στις «πλάτες» του “Anywhen”. Αυτά είναι τραγούδια ικανά να θρέψουν τις πιο αισιόδοξες ταβανοθεραπείες του καλοκαιριού. Προσέξτε τον ντελικάτο ρυθμό του “Love Crimes”: τίποτα αυτάρεσκο και καμία ψευτοθλιμμένη πόζα για παραπονιάρες ψυχές. Επίσης, καλό θα ήταν να ακούσει ο Thom Yorke το “Human Knot”, ώστε να κατανοήσει πώς η art pop μετουσιώνεται σε απτά, βιωμένα αισθήματα.

Σε μια εποχή πληροφορίας στην οποία αναγκάζεσαι να κάνεις θόρυβο και να σπρώξεις με αγκωνιές τον διπλανό σου για να ακουστείς, το υλικό του δίσκου αυτού κοιτά χαμηλά από ευγένεια, ενώ το κλίμα μας βάζει σε μια διαδικασία να απολαύσουμε «καθαρή» μουσική. Τραγούδια δηλαδή με ξεκάθαρα πιανιστικά riff, με απλή γεωμετρία στα σκαμπανεβάσματα και με στρωτές μελωδίες. Δίχως φλυαρίες και δίχως ανισορροπίες στην έκφραση. Επιπλέον, το Divinerείναι ειλικρινές, καθώς δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω απ’ όσα δύναται να προσφέρει.

Το Diviner είναι λοιπόν ένας δίσκος που σε αφήνει ελαφρύτερο, χωρίς να σε έχει σκοτώσει πριν. Τα δύο ευτυχή συμπεράσματα μετά την ακρόαση του, είναι πως το φαλσέτο του Hayden Thorpe είναι ένα χρήσιμο εργαλείο επιβίωσης στην εποχή της κακοφωνίας και της χρυσής μετριότητας και ότι ο μουσικός πολιτισμός των Wild Beasts δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Ευτυχώς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

60 χρόνια από τον θάνατο της Billie Holiday

Οι αμέτρητες ερμηνείες που άφησε πίσω της η Billie Holiday, δεν καταχωνιάστηκαν ποτέ στα σκονισμένα ράφια της μουσικής αρχαιολογίας. Για κάποιον λόγο, η φωνή της δεν έπαψε ποτέ να αναπνέει και να συγκινεί· οι ραγάδες του χρόνου, δεν την απαξίωσαν.

Έχουν περάσει 60 ακριβώς χρόνια από τον θάνατο της «κυρίας» των μπλουζ. Και η μουσική της στέκει ακόμη κόντρα σε οποιοδήποτε κλισέ επιβάλλει τη soul ως αισθαντικό αξεσουάρ για ερωτικά πάθη, αλλά και κόντρα σε οποιοδήποτε στυλιζαρισμένο στερεότυπο που εγκλωβίζει την τζαζ σε αρχέτυπα «μοιραίων» που ασκούν γοητεία. Το πονεμένο μα τρυφερό στυλ της θρυλικής τραγουδίστριας ήταν τόσο αυθεντικά βαθύ, ώστε σφράγισε μία για πάντα και τα μπλουζ και την τζαζ. Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τη Billie Holiday να ξεχωρίσει από τους εκατοντάδες εκφραστές του R’n’B, από τις βασανισμένες νότιες Πολιτείες, μέχρι την πάντα ανήσυχη Δυτική ακτή;

Το στυλ και η έκφραση

Η Billie Holiday δεν ακουγόταν ποτέ θυμωμένη και δεν ακολούθησε τη gospel παράδοση των Big Mamas, οι οποίες τραγουδούσαν συνοφρυωμένες και με τον πλάστη στο χέρι. Δεν ακουγόταν ποτέ έντονη, παράλογη ή σοβαρή. Ακουγόταν πάντα ήπια και ευθύβολη, σαν να έλεγε αναπόφευκτες αλήθειες. Ξεστόμιζε τις λέξεις σαν να είχαν ειδική σημασία, όχι σαν απλούς στίχους. Εκεί λοιπόν που οι ντίβες στόχευαν στη σαγήνη του ακροατή, εκείνη του «απευθυνόταν». Πάνω απ’ όλα όμως, είχε βιώσει οτιδήποτε τραγουδούσε.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι ηχογραφήσεις της είχαν περιοριστεί σημαντικά. Ο δίσκος Lady In Satin (1958) κατάφερε πάντως να σημειώσει καλλιτεχνική επιτυχία, παρόλο που η Holiday είχε φτάσει σε σημείο να καταναλώνει απίστευτες ποσότητες αλκοόλ στο στούντιο. Οι τραγωδίες της σύντομης ζωής της και τα αδικαίωτα αισθήματα, θα έβρισκαν τρόπο να φανούν μέσα από τα αυλάκια του δίσκου.

Υπάρχουν δύο στιγμές στην ιστορία της που σηματοδοτούν συμβολικά την αρχή και το τέλος της ταραγμένης της πορείας. Η πρώτη είναι η εμφάνισή της σε ένα μικρού μήκους φιλμ του Duke Ellington, το Symphony In Black (1935). Ο τρόπος με τον οποίον εκφέρει τα λόγια «Ι’ve Got Those Lost My Man Blues» στο παραπονιάρικο “Saddest Tale”, είναι μαγικός. Εκεί φάνηκε η ικανότητα της αυτοδίδακτης ερμηνεύτριας σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Και πρώτη φορά έλαμψε αυτό το χαδιάρικο νιαούρισμα της φωνής, που κουβαλούσε όλο το παράπονο και την αδικία του ντουνιά, αλλά και μια αλάνθαστη αίσθηση ρυθμού και χρονισμού.

Στον αντίποδα αυτής της ερμηνείας, 25 χρόνια αργότερα, συναντάμε το ναδίρ της Lady Day. To άλμπουμ Last Recording ηχογραφήθηκε 3 μήνες πριν τον άδοξο θάνατό της (1959). Εκεί, προσπάθησε να ακουστεί σαν θηλυκός Frank Sinatra –και το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαρδιωτικό. Στο αντίστοιχο παραπονιάρικο μπλουζ, το “You Took Advantage Of Me”, η τζαζ ντίβα παράπαιε τραγουδώντας για το αρσενικό που την τυραννούσε. Όντως, στην ηχογράφηση σχεδόν την ακούς να τρεκλίζει, μη μπορώντας να ελέγξει τη φωνή της.

Ανάμεσα στις δυο αυτές ηχογραφήσεις μεσολαβεί ένα 25ετές δισκογραφικό κουβάρι από μετριοπαθή jazz standards, ζωντανές ηχογραφήσεις που τρυπάνε το ηχείο με τη δύναμή τους, γόνιμες συνεργασίες και τραγούδια τα οποία χαρακτήρισαν όχι μόνο την εποχή και τη γενιά τους, αλλά και τον περασμένο αιώνα συνολικά –όπως το “Strange Fruit”. Ο αντιρατσιστικός ύμνος οργής, με τον αμίμητο τρόπο με τον οποίον ερμηνεύτηκε από τη Lady Day (και με τη διαχρονικότητα της ήπιας μελωδίας), θα μας θυμίζει πάντα ότι η τζαζ δεν ανήκει σε λευκά, προνομιούχα παιδιά που σαγηνεύονται από τη vintage αισθητική των speakeasy και τη νυχτερινή καταστροφή του αλκοόλ.

Η τζαζ δεν μπορεί –και ίσως δεν πρέπει– να αποκοπεί από ιστορίες για λιντσαρίσματα μαύρων και από το τραύμα της φυλετικής βίας. Η καρδιά της αγνής τζαζ και των αληθινών μπλουζ βρίσκεται σε επαφή με τη βία των μαστροπών, με τα μπορντέλα του αμερικάνικου Νότου, με τον τζόγο στις γειτονιές, αλλά και με την ηρωίνη που τόσο πολύ αγαπήθηκε από τις αυθεντικές ιδιοφυΐες του είδους. Το “Strange Fruit” σε νανουρίζει λοιπόν στο βελούδινο υπόστρωμά του και σου ψιθυρίζει αισθαντικά στο αυτί τις πιο φριχτές αλήθειες που το έθρεψαν. Μόνο η Billie Holiday μπορούσε να χωρέσει σε γήινες νότες το βουβό κλάμα αυτού του τραγουδιού, χωρίς να επιτρέψει να φανεί ίχνος οργής στη φωνή της.

Αλήθειες και ψέματα μιας ταραγμένης ζωής

Πριν από 5 δεκαετίες, η Lady Day έχασε τη μάχη με τη ζωή καθώς διαγνώστηκε με κίρρωση του ήπατος. Ήταν μόλις 44 ετών, ενώ η μάχη της με τον αλκοολισμό και τα σκληρά ναρκωτικά κρατούσε ήδη πολλά χρόνια.

Η αλήθεια είναι πως η Billie Holiday δεν αντιμετωπίστηκε με προσοχή και με αγάπη από τους ερευνητές της μουσικής ιστορίας. Οι περισσότεροι έψαχναν να βρουν εύκολες διατυπώσεις για τις πιο προφανείς πτυχές της ζωής της, λες και έπρεπε να δοθούν κατανοητές απαντήσεις γύρω από τον μύθο της. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι –αλλά και οι νεότεροι αρθρογράφοι– αναλώθηκαν στις κακουχίες και στα χτυπήματα της μοίρας. Δεν υπάρχει άρθρο για τη Holiday που να μην είναι γεμάτο με αναφορές σε κακούς μάνατζερ, σε αυταρχικές καλόγριες, σε ιδιοκτήτες των nightclub, σε κακούς γονείς, σε άπιστους συζύγους, σε έμπορους ναρκωτικών, σε φυλακές, στη ρατσιστική αστυνομία κτλ.

Σε αυτό βοήθησε βέβαια και η ίδια η Billie Holiday με την αυτοβιογραφία της Lady Sings The Blues (1956), η οποία ήταν γεμάτη γλαφυρές περιγραφές ωμών περιστατικών μιας βασανισμένης παιδικής ηλικίας, βία από συνεργάτες, καθημερινή εκμετάλλευση και σωματική κακοποίηση. Το «from rags to riches» δράμα που αγαπάει κάθε μουσικό ντοκιμαντέρ το οποίο σέβεται τον εαυτό του, περισσεύει στη ζωή της. Η Holiday περιγράφει λοιπόν τον εαυτό της σαν την ανήλικη που ζει μέσα στη φτώχεια, που βιάζεται σε ηλικία 10 ετών και αναγκάζεται να εργαστεί σε οίκους ανοχής, μέχρι που η μοίρα τη στέλνει στα καμπαρέ όπου ανθίζει κάθε βράδυ η αγγελική φωνή της, μέχρι να την ανακαλύψει ο Benny Goodman το 1933 και να τη στείλει να κατακτήσει το Apollo Theatre.

Eίναι ασφαλώς το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα καλύτερα success stories, εκείνα που αγαπούν οι σκαπανείς της μουσικής ιστορίας και το λευκό ακροατήριο, το οποίο «ενοχικά» στέλνει στα κόκκινα χαλιά των Όσκαρ τις ακριβές βιογραφίες του Charlie Parker και του Ray Charles. Ιστορίες με το απαραίτητο θλιβερό τέλος, φυσικά: η Billie Holiday πέθανε με λίγα σεντς στον τραπεζικό της λογαριασμό και μερικά δολάρια κρυμμένα πάνω της, ενώ η φωνή της είχε πια καταστραφεί από τις καταχρήσεις. Αυτήν την tabloid αφήγηση ήθελε να πλησιάσει και η φιλάρεσκη Diana Ross, όταν ενσάρκωσε τη Holiday στην ταινία του Sidney J. Furie Lady Sings the Blues (1972).

Πολλοί τη χαρακτηρίζουν σαν έκπτωτο άγγελο, που εξέφρασε όλη του την αγωνία σε τραγούδια όπως το “Good Morning Heartache” ή το “Some Other Spring”. Η αδυναμία της άλλωστε να απεμπλακεί από τον εθισμό της ηρωίνης, επηρέασε δυσμενώς την καριέρα και την εικόνα της, σε μια κοινωνία στην οποία δεν περίσσευε συμπόνια για μια μαύρη ηρωίδα του περιθωρίου. Η Holiday είχε ωστόσο το χάρισμα να μπορεί να γοητεύει τους διανοούμενους, τους διάσημους και τους πλούσιους καλλιτέχνες με τους οποίους κυκλοφορούσε στα σαλόνια του Χόλιγουντ, αλλά και στα παράνομα gay bar της πόλης. Όμως έβγαινε πάντα με άντρες που τη χτυπούσαν ή την εκμεταλλεύονταν. Μπορούσε να μπαινοβγαίνει στη φυλακή και ας μη γινόταν να πληρώσει την εγγύηση, αλλά όταν έβγαινε κερνούσε ποτά όσους πελάτες ήξεραν τα τραγούδια της.

Στην πραγματικότητα, δεν θα μάθουμε ποτέ τι τροφοδοτούσε τη μαγεία της Billie Holiday. Πολλοί που τη γνώρισαν από κοντά έχουν καταθέσει μια διαφορετική άποψη: πως ήταν μια καπάτσα γυναίκα, η οποία έζησε όπως ακριβώς ήθελε. Πως ήταν ένα αθυρόστομο κορίτσι που έβγαλε αρκετά χρήματα και που τα ξόδεψε μέχρι τελευταίας δεκάρας, σε ό,τι ακριβώς επιθυμούσε. Πάντως ήταν μια σαρωτική προσωπικότητα, η οποία δεν έμπαινε στο off όταν έσβηναν τα φώτα της σκηνής. Όταν ζεις την κόψη –σαν να είσαι ο Liberace και ο Miles Davis ταυτόχρονα– και όταν εκφράζεις την τζαζ των παρανόμων στα πιο κακόφημα στέκια της Νέας Υόρκης, τότε σίγουρα δεν σε ενδιαφέρει μια μακρά και πετυχημένη καριέρα σαν αυτήν του Smokey Robinson. Φλερτάρεις με τον θάνατο.

Η Μοναδικότητα 

Ακόμα και οι άνθρωποι που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν δύο ιστορικές τραγουδίστριες όπως π.χ. την Ella Fitzgerald από την Peggy Lee, καταλαβαίνουν αμέσως ποια είναι η Billie Holliday, ήδη από τις πρώτες νότες. Γι’ αυτό, αν και επηρέασε κάθε αντρική και γυναικεία φωνή που βγήκε μετά το 1950, ποτέ δεν κοπιαρίστηκε.

Μπορεί η τρυφερότητα της Norah Jones ή η jazz-pop μελαγχολία της Madeleine Peyroux να αντλούν από την ιστορία της, όμως ποτέ πραγματικά δεν υπήρξε σκυτάλη στο στυλ της. Μπορεί η Adele να βασίστηκε στο φωναχτό παράπονο της Etta James και η Amy Winehouse να πάτησε πάνω στις ράγες του αυτοκαταστροφικού τρένου της Sarah Vaughan, αλλά το φάντασμα της Holiday πλανάται πάνω από όλες αυτές τις γυναίκες. Όπως πλανάται και πάνω από κάθε σημαντικό όνομα που τόλμησε να προσπεράσει τα προαπαιτούμενα της fast selling μουσικής βιομηχανίας και να απευθυνθεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια στον ακροατή.

Η ίδια η Billie Holiday ήταν επηρεασμένη από τη Bessie Smith και τον Louis Armstrong και από νωρίς άφησε το στίγμα της, χωρίς να ανήκει ποτέ σε κανένα μουσικό ρεύμα και σε καμία παρέα καλλιτεχνών. Γεφύρωσε όμως το χάσμα ανάμεσα στα «πονεμένα» μπλουζ των Αφροαμερικανών και στο λευκό swing που μύριζε σαμπάνια. Και πέτυχε έναν μοναδικό συγκερασμό της αμεσότητας των νυχτερινών τζαζ ηχογραφήσεων με την εξωστρέφεια των δημοφιλέστερων big bands. Αυτή η ικανότητα ήταν άλλωστε που γοήτευσε τον σαξοφωνίστα Lester Young, ο οποίος και συνεργάστηκε μαζί της για πολλά χρόνια.

Για να πλησιάσετε την αξία της, μπορείτε απλώς να ακούσετε την αριστουργηματική της ερμηνεία στο “God Bless The Child”. Πρόκειται για ένα θρυλικό τραγούδι, που το εμπνεύστηκε μετά από έναν άγριο καυγά με τη μητέρα της. Προσέξτε τον τρόπο με τον οποίον τραγουδάει τους στίχους «God bless the child that’s got his own» και τη δεξιοτεχνία με την οποία σφυρηλατεί τη μητρική τρυφερότητα και το τυφλό μίσος στις ίδιες λέξεις. Γι’ αυτό ήταν μοναδική. Γι’ αυτό παραμένει πολύτιμη. Σαν «παράξενο φρούτο» της τζαζ μυθολογίας.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #191

Bruce Springsteen

Western Star

Ιστορίες για ανθρώπους που βρέθηκαν εκτοπισμένοι εξαιτίας των λαθών τους. Αφηγήσεις για χαμένες ψυχές στους αυτοκινητόδρομους που συνδέουν τις αμερικάνικες πολιτείες. Εξομολογήσεις περιπλανώμενων, οι οποίοι ψάχνουν για μια νέα ευκαιρία.

Ο 19ος δίσκος του «Αφεντικού» είναι γεμάτος μικρές διηγήσεις για αληθινές ζωές, που αφήνουν πίσω το χθες, περιμένοντας την υπόσχεση του αύριο. Ανθρώπων που έχουν απομακρυνθεί πάρα πολύ απ’ τον τόπο τους, όμως ο προορισμός μοιάζει να βρίσκεται ακόμα πιο μακριά. Όπως δηλαδή συμβαίνει με τον ήρωα στο “Somewhere North Of Nashville”, ο οποίος δεν έχει άλλη επιλογή από το να αφήσει πίσω τα λάθη της νιότης του ή ο πρωταγωνιστής του “Chasin’ Wild Horses”, που άφησε κάμποσους σκελετούς στη ντουλάπα για μια νέα αρχή στη Μοντάνα. Δεκατρείς ιστορίες σε ασπρόμαυρο, σινεμασκόπ κάδρο, για σύντομες σταθμεύσεις, για ραντεβού σε απομακρυσμένα dinerκαι σε ολονύκτια καφέ στην άλλη άκρη της πόλης.

Το άλογο στο εξώφυλλο του δίσκου είναι χωρίς σέλα και χωρίς χαλινάρι. Ένα περήφανο ζώο, στον φυσικό του χώρο. Δεν ανήκει σε κανέναν καβαλάρη και πιθανά να το έχει σκάσει από κάποιο ράντσο, όπου θα ζούσε περιορισμένο. Με γυμνό μάτι, μοιάζει με εικονογραφία από τα βάθη της country ‘n’ western παράδοσης· όμως η εικόνα δεν ταιριάζει στον παραδοσιακό ηρωισμό του φαρ ουέστ. Το Western Stars φέρνει στον νου απόηχους του Nebraska (1982) και του Devils & Dust (2005), ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό της Δύσης μαζί με τους καουμπόηδες που δεν έτυχε να αγαπηθούν (αυτό είναι που μας λέει διακριτικά το διπλό νόημα του τίτλου). Οι άνθρωποι στα τραγούδια του άλμπουμ είναι ελεύθεροι, δίχως χαλινάρια και δίχως δεσμούς με κανέναν τόπο. Η ψυχική τους δύναμη είναι το μόνο εφόδιο, με την αέναη υπόσχεση του Αμερικάνικου Ονείρου να δίνει το καύσιμο για τη διαδρομή.

Τα τραγούδια επικοινωνούν μεταξύ τους. Υπάρχει κάτι δηλαδή που συνδέει τον αντιήρωα που διασχίζει τη μια μικρή πόλη μετά την άλλη στο “Wayfarer”, με τον περιπλανώμενο στους αχανείς αυτοκινητόδρομους του “Hitch Hicking”. Το ζευγάρι πάλι που εύχεται να βρει ένα ήσυχο σπίτι στο “Tucson Train” ίσως βρει κάτι καινούριο στο ξεχασμένο απ’ τον Θεό μέρος που περιγράφει το “Sundown”. Και ο βετεράνος που ανοίγει ένα μικρό μαγαζί στο “Sleepy Joe’s Café” θα έχει πολλά να πει με τον μοναχικό τύπο στο “Hello Sunshine”, ο οποίος νιώθει ότι δεν ανήκει πουθενά.

Μετά από τόσα χρόνια, ο Bruce Springsteen ακολουθεί ακόμα το φάντασμα του Τομ Τζόουντ, θυμίζοντας τους folk αφηγητές των 1960s και τους μοναχικούς τροβαδούρους των 1970s. Ειδικότερα φέρνει στο μυαλό τους country παραμυθάδες του Laurel Canyon και του Νάσβιλ –εκείνους που έφτιαξαν την λεγόμενη Countrypolitan.

Ο Αμερικανός δημιουργός χρησιμοποιεί τις πιο αγνές πρώτες ύλες της country και γι’ αυτό τα τραγούδια του δεν μυρίζουν τραγόμαλλο. Νοιάζεται αληθινά για τους ήρωές του κι έτσι μπορεί να ακούγεται μελοδραματικός, αλλά ποτέ γλυκερός. Ούτε και χάνει το χιούμορ του: στο “Western Stars”, π.χ., τραγουδάει για έναν τριτοκλασάτο ηθοποιό, του οποίου το ζενίθ ήταν μια σκηνή στην οποία τον πυροβόλησε ο Τζον Γουέιν. Στο ρεφρέν του “There Goes My Miracle” ο Springsteen τραγουδάει υπέροχα και ακούγεται πιο μελωδικός από ποτέ, φέρνοντας στο μυαλό τις καλύτερες φωνητικές στιγμές του Glen Campbell και του Charlie Rich.

Η γνήσια country folk πάντα μιλούσε για προδομένα όνειρα, για θρυμματισμένες μνήμες και για εφήμερες τραγωδίες. Έτσι, το Western Starsαποδεικνύεται βάλσαμο σε μια εποχή που θεωρείται σπουδαία country το να πιάνει μια κιθάρα ο Bradley Cooper, τραγουδώντας «sha-la, sha-la-low» με κουταβίσια ματιά. Οι φήμες λένε ότι το Αφεντικό θα ξανασμίξει με την E Street band και θα κυκλοφορήσει σύντομα τον 20ό του δίσκο. Ας τον έχουν πάντα καλά τα αστέρια της Δύσης, να μας διηγείται τέτοιες ιστορίες. Τις χρειαζόμαστε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #190

Madonna

Madame X

«Please don’t criticize» λέει στο τραγούδι “Looking For Mercy” η Μαντόνα. Ναι, καλά…

Ο ερχομός του 14ου δίσκου της αναγγέλθηκε με το single “Medellín”, στο οποίο η pop ιέρεια έκανε περήφανα ντουέτο (όχι απλή συμμετοχή σε δεύτερα φωνητικά) με τον Κολομβιανό ερωτύλο των latin charts, τον Maluma. Φυσικά, στις εποχές που η Madonna μεσουρανούσε, ο Maluma δεν θα περνούσε ούτε από το θυρωρείο των μάνατζέρ της· αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

To κόλπο της επιτυχίας του “Medellín” χτίστηκε πάνω στο κολλητικό «one, two, cha, cha, cha»: ένα φωνητικό σλόγκαν που σημαίνει τα πάντα και τίποτα και κολλάει σαν τσίχλα στον εγκέφαλο. Ωστόσο, ούτε οι βρώμικες πρακτικές του fast-selling είναι το πρόβλημα. Σε ένα ακριβοδίκαιο σύμπαν, το “Medellín”, αλλά και το “Bitch I’m Loca”, θα ήταν generic τραγουδάκια, τα οποία η Shakira (δεν λέω ο Ricky Martin, για να μη γίνω εμπαθής) θα σκεφτόταν σοβαρά αν θα χωρούσαν στον δίσκο της· το “Rabiosa” της Shakira, βέβαια, είναι τρεις κλάσεις πάνω σε ποιότητα. Ούτε πάντως τα εύκολα λικνίσματα που ακολουθούν την πεπατημένη είναι κατακριτέα.

Το αληθινό πρόβλημα του Madame X είναι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό και απαιτεί να προσπεράσεις τα ανώδυνα χαμογελάκια, τη «loca»(!) διάθεση, τα προσποιητά κουνήματα και την αλλοπρόσαλλη παραγωγή για να το προσεγγίσεις. Κι αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει τούτο το κείμενο. Αν ανήκετε λοιπόν σε εκείνους που περιμένουν στη γωνία να στηλιτεύσουν τη Madonna ή σε όσους δεν σηκώνουν κουβέντα για εκείνη, τότε προφανώς η παρούσα κριτική δεν σας αφορά –έχετε ήδη σχηματίσει γνώμη. Αν όμως σας απασχολεί σοβαρά η μουσική, ίσως βρείτε ερεθίσματα για γόνιμο διάλογο.

Προφανώς, η Madonna θεωρεί ότι κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ γεμάτο ώριμα μηνύματα συμφιλίωσης, με επίκαιρους στίχους και προοδευτικούς ρυθμούς. Στην πραγματικότητα, το Madame X είναι γεμάτο πολιτικάντικα τσιτάτα και νοήματα που σε κάνουν να νιώθεις άβολα, επειδή ακούγονται παιδαριώδη. Το concept πάλι του δίσκου βασίζεται στην πολλαπλή περσόνα της Madame X, η οποία είναι: κατάσκοπος, μητέρα, παιδί, αγία, πόρνη και διάφορα άλλα (βάλε με τον νου σου τώρα). Όλα αυτά, όμως, δεν είναι παρά προσπάθειες να αποπροσανατολιστεί το κοινό με μια «σοφιστικέ» ψευδαίσθηση και με μηνύματα τα οποία θέλουν να γίνουν εύκολα hashtag. Τα καλέσματα αφύπνισης θα σε αγγίξουν λοιπόν συναισθηματικά μόνο αν θεωρείς ότι στην ταινία Eat Pray Love (2010) η Julia Roberts κάνει ένα φιλοσοφικό ταξίδι στα βάθη του γυναικείου ψυχισμού.

To Madame X είναι βέβαια πιο πολυποίκιλο στιλιστικά από το τσίγκινο MDNAτου 2012 και διαθέτει πιο οικουμενική θεματική από το φασαριόζικο Rebel Heart του 2015. Όμως πόσα «Loca», «Mamacita», «Ay Papi», «Te Gusta» και «Tequila» να χωρέσει η δημιουργός του σε 4 λεπτά, για να μας πείσει –με το στανιό– ότι είναι αναγεννημένη λατινοσεξουάλα, η οποία στάζει χυμούς και ηδονίζεται με εξωτικούς ρυθμούς; Τον πανικό του «irrelevance», η Madonna τον ξορκίζει ξαπλώνοντας με τον Maluma στο βιντεοκλίπ του “Medellín” και αφήνοντάς τον να της φιλάει τα πόδια. Είναι άλλωστε πετυχημένος, με εκατομμύρια views και τα ανήλικα κορίτσια της υφηλίου τον ποθούν. Δεν υποτιμώ πάντως την κουλτούρα του Maluma. Άλλωστε από έναν αντίστοιχο Maluma, που έσφυζε από ανάγκες και ορμή, γεννήθηκε κάποτε και ο πύρινος έρωτας στο Σαν Πέδρο, χάρη στον οποίον η Μadonna χόρεψε αισθαντικά τον πλανήτη με το αψεγάδιαστο groove του “La Isla Bonita” (1986).

Υποτιμώ ωστόσο τον τρόπο με τον οποίον η Madonna παριστάνει ότι βιώνει την εν λόγω συνεργασία. Δεν έχει σημασία, ασφαλώς: το «one, two, cha, cha, cha» μπορεί να σου έρθει να το τραγουδήσεις ασυναίσθητα και χωρίς κανέναν λόγο την ώρα που διαλέγεις τυριά στο σούπερ μάρκετ. Το ίδιο μπορεί να σου συμβεί και με το “Future”, χωρίς αυτό να ακυρώνει το γεγονός ότι πρόκειται για εύκολη reggae, αυτήν που συναντάς σε playlists ραδιοσταθμών με ονόματα όπως PowerMix FM, SuperHits Radio κτλ. Το “Future” ανήκει στα καλοκαιρινά χιτάκια που έχουν φτιαχτεί για να αλώσουν τα beach bar της Χαλκιδικής –και, κατά συνέπεια, να τα κάνουν αφόρητα. Αλλά ακόμη και με τέτοιες ασκήσεις νεότητας, ακόμα και με μια τόσο μπανάλ ενορχήστρωση, δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για το (σχετικά γενναιόδωρο) 5άρι της βαθμολογίας. Πού βρίσκεται λοιπόν το μεγάλο πρόβλημα με το Madame X;

Κάπου μέσα στο “Crazy” υπάρχει μια αθώα μπαλάντα που μυρίζει τσίχλα φράουλα· όμως μετά το ξένοιαστο «you must think I’m crazy», έρχονται οι στίχοι «voce me poe tao louca». Γιατί, φυσικά, η Μadonna οφείλει να μας θυμίζει ότι η Λισαβόνα της άνοιξε το μυαλό. Αντίο λοιπόν μυρωδάτη μπαλάντα.

Κάπου μέσα στο “Dark Ballet” υπάρχει ένα τρυφερό καλούδι που θα έμπαινε άνετα στο Ray Of Light (1998)· αλλά δυστυχώς ο ρυθμός δεν βρίσκει ρεφρέν να ξαπλώσει. Και ξαφνικά, το πιάνο παίζει Τσαϊκόφσκι. Γιατί όχι; Και η Μαντόνα μας λέει «the storm isn’t in the air, it’s inside of us» (από τους πιο γελοίους στίχους που έχει ξεστομίσει). Γιατί, φυσικά, πρέπει να μας δείξει ότι η Λισαβόνα της άνοιξε τους ορίζοντες. Αντίο καλούδι που θυμίζεις Ray Of Light.

Το “God Control” διαθέτει τη ζουμερή ηχητική στόφα για να γίνει το καλύτερο τραγούδι του Madame X. Κουβαλάει άλλωστε την αστραφτερή και ολονύκτια disco soul που έλαμπε και στο Confessions On Α Dance Floor (2005). Κι ας τραγουδάει με μισόκλειστο στόμα η Madonna στην αρχή, κι ας προσπαθεί άτσαλα στο ρεφρέν να ικανοποιήσει το απωθημένο της για συνεργασία με τους Daft Punk (που την είχαν απορρίψει). Όμως εκεί ακριβώς που έπρεπε να μας παρασύρει η υγρή ντίσκο, έρχονται τα τσιτάτα περί οπλοκατοχής και τα καλέσματα αφύπνισης. Όσο ταιριάζει το ίδιο μήνυμα κατά της οπλοκατοχής στο ανυψωτικό “I Rise”, που είναι όντως όμορφο, άλλο τόσο μοιάζει ξένο σώμα στο “God Control”. Υπάρχει τρομερή ανακολουθία ανάμεσα στην εξωστρεφή διάθεση και στο διδακτικό μήνυμα. Το δε μάθημα έρχεται ακριβώς πάνω στο ηδονιστικό peak, που φέρνει μνήμες από Chic. Αντίο λοιπόν new age disco.

Από εκεί και πέρα, η συμβατική R’n’B του “Crave” ακούγεται ευχάριστα και το “Faz Gostoso” με τη Βραζιλιάνα Anitta την κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Αλλού αρχίζουν οι σοβαρές ενστάσεις. Στον τρόπο λ.χ. με τον οποίον η εστεμμένη ντίβα προσεγγίζει σοβαρά ανθρώπινα ζητήματα, καταλήγοντας τελικά να μιλάει για τον εαυτό της –με τρόπο μάλιστα που συχνά τείνει στην παρωδία. Όπως συμβαίνει και στο εξώφυλλο, το οποίο έχω την εντύπωση ότι θέλει να τιμήσει τη Frida Kahlo, αλλά καταλήγει να θυμίζει εκείνο το αμήχανο tribute στην Αρίθα Φράνκλιν (όπου η Madonna έβγαλε λόγο, κάνοντας τελικά tribute στον εαυτό της).

Προσέξτε επίσης το αναιμικό “Extreme Occident”, όπου μας λέει ότι δεν βρήκε απαντήσεις «far right», ούτε «far left», οπότε ακολούθησε την οδό του «κέντρου». Για όσους βέβαια ασπάζονται την πολιτική θεωρία των δύο άκρων, αυτό το μουσικό χαλί για γιόγκα μπορεί να τους ακουστεί «σοφό». Καλά έως εκεί. Όμως όταν το ανεκδιήγητο “Killers Who Are Partying” πλασάρεται ως τραγούδι αλληλεγγύης, δοκιμάζεται η ανοχή σου. Τι ακριβώς σημαίνει «θα είμαι το Ισλάμ, αν είναι μισητό»; Και τι σημαίνει «θα είμαι το Ισραήλ, αν είναι φυλακισμένο»; Πώς να πάρουμε στα σοβαρά την αλληλεγγύη στους «κατατρεγμένους», εν μέσω τόσης αλαζονείας;

Η μαντάρα από trap, cumbia, disco και τζαμαϊκανά beats αντέχεται σε πολλά σημεία. Ας όψεται η αγάπη. Όμως η tribal αφρικάνικη έκσταση με τη χορωδία των Batukadeiras στο “Batuka”, δεν καταπίνεται με τίποτα. Φαίνεται ότι, εκτός από την προσποιητή αισθαντικότητα των «slow down papi», η Madonna ποτίστηκε στη Λισαβόνα και με τον οριενταλισμό και την αποικιοκρατική ιστορία των Πορτογάλων. Στο “Batuka”, έτσι, καταλήγει αντιπαθητική καρικατούρα μιας πλουσίας με έντονη φιλανθρωπική δράση, η οποία χορεύει ξυπόλητη ανάμεσα στους ιθαγενείς γιατί «νιώθει» μαζί τους.

Όλα τα παραπάνω ακούγονται αυστηρά, όμως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπίσεις τη Madonna, όταν γίνεται σκιά του εαυτού της. Γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί τόση προσποίηση από μια γυναίκα που έχει φέρει τον κόσμο ανάποδα ως material girl, ως αναγεννημένη παρθένα, ως καθολική αμαρτία, ως αμφισεξουαλική dominatrix, ως dancing queen, ως pop icon, ως fashion icon, ως icon τελεία. Η Madonna που αγαπήσαμε βρίσκεται τελικά μόνο στο “I Don’t Search I Find”, το οποίο φέρνει αναθυμιάσεις από το “Justify My Love” και το “Vogue”. Εκεί την απολαμβάνεις ξανά, γιατί φαίνεται περίτρανα το συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει δημιουργήσει η αυτοκρατορική κληρονομιά της· με ποταμούς επιτυχιών, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με το στραβοχυμένο groove του (όποιου) “Future”.

Από το 1982, όταν ήταν ένα βέβηλο και φιλόδοξο κορίτσι που θαύμαζε τη αβίαστη γοητεία της Debbie Harry και ζήλευε το shock value της Grace Jones, μέχρι τη μεταμόρφωσή της σε ιερή πρέσβειρα του κόσμου και soccer mom ταγμένη στην Καμπάλα, τα χιλιόμετρα πορείας και τα κατορθώματα της Madonna δεν μπορεί να τα φτάσει κανείς. Γι’ αυτό και η κριτική οφείλει να είναι εξοντωτικά αναλυτική και παραπάνω αυστηρή. Αλλιώς θα ανήκουμε κι εμείς στο στρατόπεδο των εύκολων haters, όσων κράζουν τη «γριά» ή στους απροβλημάτιστους που δεν σηκώνουν κουβέντα για τη «θεάρα». Και τότε ο διάλογος θα είναι και άκαρπος και βαρετός.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #189

Morrissey 

California Son

Ξεκινώ αυτήν την κριτική κατευθείαν από τον ροζ ελέφαντα στο δωμάτιο: αν ανήκετε σε όσους σας απωθεί η ενοχλητική δημόσια εικόνα του Morrissey –ο οποίος τελευταία ταυτίζεται περήφανα με ακροδεξιά κόμματα– και ψάχνετε εδώ κλαδί να κρατηθείτε, μπας και διατηρηθεί η αγάπη σας για τον καλλιτέχνη και του συγχωρήσετε τα ασυγχώρητα, προσπεράστε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το California Son δεν είναι η κυκλοφορία που θα σώσει τη σχέση σας.

Αν πάλι ανήκετε σε εκείνους που δεν τους αφορά καθόλου η πολιτική ατζέντα του καλλιτέχνη και είστε ανυπόμονοι να λατρέψετε βουλιμικά το νέο Moz αριστούργημα, επίσης προσπεράστε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το California Son δεν είναι η κυκλοφορία που θα σας κάνει να πέσετε ανάσκελα. Τα τραγούδια του δεν θα τα επισκεφτείτε για επαναληπτικές ακροάσεις· θα εξατμιστούν.

Αν όμως ανήκετε σε αυτούς που αγαπούν σταθερά τον Morrissey –έστω και με το ένα φρύδι μονίμως ανασηκωμένο, από καχυποψία– οπότε σας ενδιαφέρει κάθε του νέα κυκλοφορία, ως ένα ακόμη βήμα προς την κατανόησή του, σαν μια σκάλα προς τον εξανθρωπισμό του (πώς να προσεγγίσεις μια τόσο μοναδική στα χρονικά προσωπικότητα;), τότε μην προσπεράσετε το California Son. Και το λέω με βεβαιότητα, γιατί στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήκω κι εγώ. Αν δεν απορρίψετε λοιπόν τον δίσκο, θα έχετε την ευκαιρία να θυμηθείτε πόσο διαολεμένα ικανός crooner είναι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να πατήσει φωνητικά σε λάθος νότα, ακόμη κι αν προσπαθήσει.

Ο δίσκος αποτελείται από μια ντουζίνα διασκευές, όλες σε τραγούδια των δεκαετιών του 1960 και 1970, με τα κριτήρια των επιλογών να παραμένουν θολά και ασαφή. Αν μάλιστα είσαι καλοπροαίρετος, μπορείς να θεωρήσεις ότι η διασκευή στο “Only Α Pawn Ιn Their Game” του Bob Dylan –το οποίο μιλάει για τη δολοφονία του μαύρου ακτιβιστή Medgar Evers (1963)– καταρρίπτει το επιχείρημα περί εθνικισμού του Moz. Αν ωστόσο είσαι λίγο καχύποπτος και έχεις καεί και στο γιαούρτι, τρέμει το φυλλοκάρδι σου στην ιδέα ότι ο Morrissey βλέπει στους στίχους του Dylan ίσες αποστάσεις από τον ρατσιστή δολοφόνο Byron De La Beckwith, με την αιτιολογία πως ήταν κι εκείνος ένα πιόνι στο παιχνίδι συμφερόντων της πολιτικής ελίτ. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκω εγώ, οπότε ας μην το πολυαναλύσουμε (μη ζορίζουμε την τύχη μας…). Ας αρκεστούμε στο ότι η διασκευή ακούγεται σχεδόν απολαυστική.

Μια χαρά μου ακούγεται και το “Don’t Interrupt Τhe Sorrow” της Joni Mitchell, αν και η αιθέρια μελωδικότητα της folk ιέρειας έχει χαθεί στα generic σαξόφωνα της συγκεκριμένης εκδοχής. Αλλά ίσως η πιο ωραία στιγμή του δίσκου να είναι το “It’s Over”, όπου τιμούνται δεόντως όλος ο λυρισμός και η μεγαλοπρέπεια της ερμηνείας του ανεπανάληπτου Roy Orbison (κάτι καθόλου εύκολο). Όμορφη και γενναιόδωρη είναι επίσης και η sunshine pop του “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Burt Bacharach & Hal David, τραγούδι που είχε κάνει γνωστό η Dionne Warwick. Ηλιοφάνεια των προαστίων και κομψά, ανοιχτόκαρδα χαμόγελα, από τον πατριάρχη της αστικής μελαγχολίας; Ναι, αμέ!

Κάπου εκεί, όμως, σταματάνε τα καλά νέα για το California Son. Καλλίγραμμη η διασκευή στο “Lady Willpower” του Gary Puckett, μα δεν το ακούς στο repeat για κανέναν λόγο. Γουστόζικη η προσέγγιση του Morrissey στο “Days Of Decision” του Phil Ochs, αλλά χωρίς καθόλου τσαγανό. Το δε “Wedding Bell Blues” της Laura Nyro αποδεικνύεται η χειρότερη στιγμή του δίσκου, καθώς το σκίρτημα που νιώθεις όταν ακούς την αυθεντική ερμηνεία, έχει πνιγεί σε μια ανόητα χαζοχαρούμενη ενορχήστρωση, που θυμίζει τον τρόπο με τον οποίον προσεγγίζουν τις απελπισμένες διασκευές τους τα δύσμοιρα ταλέντα στα κάθε talent show. Άνευρο ακούγεται τέλος και το “When You Close Your Eyes” της Carly Simon.

Οι υπόλοιπες εκτελέσεις, ξεχνιούνται σε δευτερόλεπτα μετά το τέλος τους. Δεν κρατάς τίποτα. Ίσως μόνο την τρυφερότητα του “Lenny’s Tune”, το οποίο ο Tim Hardin είχε τραγουδήσει για τον θάνατο του κωμικού Lenny Bruce. Όσο πικρόχολος και χολερικός και να είναι ο Morrissey, όσο και να θυμίζει τον ξινό θείο που λέει άβολες πολιτικές θεωρίες στα οικογενειακά τραπέζια, όταν τραγουδάει για τον θάνατο, σε καθηλώνει· και σε υποχρεώνει να τον ακούσεις με προσοχή.

Η σνομπ επιτήδευση, η αέναη πόζα, η γοητευτική σκατοψυχιά και η ερωτεύσιμα ανέραστη φύση αυτής της πολυσχιδούς προσωπικότητας, δεν λείπουν από το California Son. O 60χρονος performer υστερεί όμως σε εκτόπισμα, δεν διαθέτει την πειθώ που είχε κάποτε, έχει βγάλει και τα ματάκια του με τις κατά καιρούς κοτσάνες του. Τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε όλοι στο άφθαρτο της φωνής του και στην ικανότητά του να ψυχορραγεί δραματικά, κρατώντας το μικρόφωνο. Ακόμα και σε δίσκους ήσσονος σημασίας όπως αυτός, είναι αδύνατον να ξεμπερδέψουμε εύκολα από το κουβάρι της προσωπικότητάς του. Είναι αδύνατον να μην ασχοληθούμε μαζί του.

Πολύ μέτριος ο δίσκος σου, Moz. Αλλά κέρδισες πάλι. Πώς το καταφέρνεις κάθε φορά ρε άτιμε;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story

Έχει άλυτο ζήτημα με την πορεία και την εξέλιξη του Bob Dylan, ο Μάρτιν Σκορσέζε. Ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης κινηματογράφησε για πρώτη φορά τον θρυλικό τραγουδοποιό στο αξεπέραστο The Last Waltz (1978), όταν ο Dylan είχε ανέβει στη σκηνή σαν καλεσμένος στην αποχαιρετιστήρια συναυλία των The Band. Η δεύτερη φορά ήταν στο υπέροχο και άκρως διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ No Direction Home (2005) –μια τετράωρη σπουδή χαρακτήρα, στην οποία ο φακός εξερευνούσε τον Dylan των πύρινων, μεσσιανικών folk χρόνων, στην καρδιά των τραγουδιών διαμαρτυρίας, φτάνοντας μέχρι και το ατύχημά του με μοτοσυκλέτα (1966), οπότε και έπαυσε τις ζωντανές εμφανίσεις. Οι συναυλίες άρχισαν όμως ξανά στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Και το ψευδοντοκιμαντέρ Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story που βγήκε αυτή τη βδομάδα στο Netflix, επιστρέφει σε εκείνη τη σημαδιακή τουρνέ (1975/1976).

«Δεν θυμάμαι τίποτα από το Rolling Thunder Revue» λέει ο Dylan στην κάμερα, «συνέβη πριν καν γεννηθώ». Σε μια άλλη σκηνή, κοιτάζει την Joan Baez στα μάτια και κάνουν μια προσπάθεια να αναλύσουν την ταραχώδη και αταξινόμητη σχέση τους, 10 χρόνια μετά την προδοσία του (1965), όταν την άφησε σύξυλη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στη Βρετανία. Σε αυτήν τη σκηνή, ο Dylan –με ολίγον σαδιστικό ύφος (γνωρίζει άλλωστε ότι η Baez θα έκανε τα πάντα για εκείνον)– αφήνει να εννοηθεί ότι, αν η τραγουδοποιός δεν είχε παντρευτεί, τότε ίσως και να κατέληγαν μαζί. Η Baez του θυμίζει βέβαια ότι είχε παντρευτεί πρώτος. Και η απάντησή της, σχεδόν τον σοκάρει. Ίσως να το είχε ξεχάσει. Ή μπορεί να το θυμόταν εντελώς διαφορετικά. Δεν είμαστε και απόλυτα σίγουροι αν βλέπουμε ντοκουμέντο ή προβαρισμένο διάλογο. Γενικά ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι με τον Dylan μπροστά στην κάμερα, από την εποχή του Don’t Look Back ακόμη (1967).

Τα πολλαπλά alter ego τροφοδοτούν τον τεράστιο εγωισμό του Dylan και η αλήθεια με τον μύθο δεν διαχωρίζονται ποτέ. Αυτή και μόνο η σκηνή αποδεικνύει ότι είναι αδύνατον να βασιστείς στις αφηγήσεις του τραγουδοποιού για να αξιολογήσεις την ιστορία του. Αν μη τι άλλο, το ίδιο μαρτυράει και το ατελείωτο κουβάρι από βιβλία, βιογραφίες και χιλιόμετρα αρθρογραφίας. Όλα μένουν κρυμμένα κάτω από τη σκόνη, τα πάντα έχουν αλλοιωθεί (βολικά) και τα περισσότερα χάνονται σε ένα γενικότερο μυστήριο. Έξυπνα, λοιπόν, ο Σκορσέζε μας λέει ότι δεν θα κάνει δημοσιογραφική έρευνα για να έρθει κοντά σε κάποια «αλήθεια», αλλά θα αφηγηθεί «a Bob Dylan Story». Μια υποκειμενική ιστορία, δηλαδή, σαν μέρος της προφορικής παράδοσης· σαν παλιό ημερολόγιο που αν θες το πιστεύεις, αλλιώς απλά παρακολουθείς την αφήγηση.

Το 1975 ο Dylan πήρε μαζί του δύο κινηματογραφικά συνεργεία, με σκοπό να τραβήξουν μέρος της περιοδείας Rolling Thunder Revue. Ως αποτέλεσμα ήρθε κατόπιν το τετράωρο φιλμ Renaldo and Clara (1978): ένα καλλιτεχνικό ψευδο-ντοκιμαντέρ αμφιβόλου αξίας, γύρω από ένα καταραμένο love story μουσικών, με ψυχεδελικό μοντάζ και συναυλιακές σκηνές. Ήταν η εποχή που ο Dylan προσπαθούσε να κερδίσει τη σύζυγό του Sara –η οποία τον είχε εγκαταλείψει– αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν ξανά κοντά με τη Baez, η οποία είχε χωρίσει 2 χρόνια νωρίτερα.

Είναι δύσκολο να καταλάβεις αν υπάρχει στρατηγική, αν πρόκειται για καλά οργανωμένο χάος ή αν εντοπίζεται κάποιο καλλιτεχνικό όραμα πίσω από όλα αυτά. Σε κάθε περίπτωση, το Rolling Thunder Revue βρήκε τον εξαιρετικά προσεκτικό και αποστασιοποιημένο Dylan να απολαμβάνει για πρώτη φορά το χάος και την αναρχία γύρω του. Στις εικόνες της τουρνέ μοιάζει να θέλει να αποδεσμευτεί από τις αγκυλώσεις της φήμης και του πλούτου, αρπάζοντας μία τελευταία ευκαιρία να ξαναγράψει μουσική στης οποίας τις φλέβες να κυλάει αίμα· αλλιώς, να αφεθεί στον ρόλο της καμένης ιδιοφυΐας που στο εξής θα είναι για πάντα η σκιά του νεαρού εαυτού του, δέσμιος της ανάμνησης του τροβαδούρου με τη φυσαρμόνικα στο στόμα και την ακουστική κιθάρα στα χέρια, ο οποίος ξεστόμιζε στίχους που έκαναν μια ολόκληρη γενιά να πίνει νερό στο όνομά του.

Ο Σκορσέζε, πάλι, δεν νοιάζεται να αναδείξει τα εντυπωσιακά πλάνα στη μονταζιέρα. Αντιθέτως, θέλει να πει μια ιστορία γύρω από έναν μουσικό που σέρνει πίσω του δυο-τρεις ντουζίνες παρατρεχάμενων, όπως σέρνονται τα άχρηστα τενεκεδένια κουτάκια πίσω από τις λιμουζίνες των νεόνυμφων στις Η.Π.Α. Στα πλάνα του συνωστίζονται έτσι ατάλαντοι ποιητές, ψωνισμένοι hipsters, ανόητες groupies που πίστευαν ότι επειδή δεν είναι στο όχημα των Black Sabbath ή των Led Zeppelin και ακολουθούν τον «ποιητή» αυτομάτως αποκτούν κάποιο παράσημο διανόησης, κινηματογραφιστές χωρίς όραμα και φελλοί που είδαν φως και μπήκαν.


Το κουφάρι του χίπικου κινήματος ήταν το μαύρο σύννεφο της αποχής, με το αίμα να μην έχει στεγνώσει στο Altamont. Τότε εμφανίστηκαν άλλωστε και οι πρώτες σοβαρές ενδείξεις κούρασης του rock, 20 χρόνια από τη γέννησή του, με τις δεινοσαυρικές μπάντες και τους αυτάρεσκους super stars, όσους απόκτησαν αμύθητες περιουσίες πριν κλείσουν τα 30. Ο πεσιμισμός στην Αμερική μετά την αποτυχία κάθε επαναστατικού ρεύματος, γίνεται εμφανής στα εξωτερικά πλάνα του Rolling Thunder Revue. Τη στιγμή που συμβαίνουν όσα βλέπουμε στη Νέα Υόρκη, λίγους δρόμους παρακάτω βρίσκεται ο ίδιος ο Σκορσέζε, ο οποίος γυρίζει το βιτριολικό, υπαρξιακό έπος του Taxi Driver(1976), με τον Ντε Νίρο σε ρόλο εξολοθρευτή άγγελου της αθωότητας, σε ένα καλβινιστικής ηθικής ντελίριο βίας. Ο Σκορσέζε έψαχνε απαντήσεις, σε εκείνη τη φάση. Ο Dylan, από την άλλη, θεωρούσε ότι γεννήθηκε με τις απαντήσεις στο κεφάλι του –και ίσως μας έκανε τη χάρη να δώσει μερικά στοιχεία, ώστε να τις ανακαλύψουμε κι εμείς.

Έτσι, σε κανένα πλάνο δεν βλέπουμε τον Dylan να απευθύνεται στην κάμερα με ειλικρίνεια. Πουθενά δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει σαν άνθρωπος την αυλή που τον ακολουθούσε. Κάπου μόνο φαίνεται να νιώθει συμπόνοια για την Patti Smith, όταν υπομένει ένα ακατανόητο παραλήρημά της (σε μια στιγμή που η Smith είναι εμφανώς τριπαρισμένη). Και ενώ είχε σίγουρα σεβασμό για τον ποιητή Alan Ginsberg, κανείς δεν κατάλαβε γιατί τον πήρε μαζί του στη συγκεκριμένη περιοδεία. Όπως κανείς δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο ρόλος του συγγραφέα Σαμ Σέπαρντ και τι ακριβώς του ζητήθηκε να κάνει. Όλο αυτό έμοιαζε λοιπόν με ένα ματαιόδοξο εγχείρημα του Dylan στο οποίο όλοι οι καλοί χωρούσαν, χωρίς διακριτούς ρόλους και δίχως κανένα όραμα: στην τουρνέ κυριαρχούσε ένα γενικό «ελάτε στην παρέα μας και τα βρίσκουμε μετά».

Το Rolling Thunder Revue θα μπορούσε να είναι κωμικοτραγικό. Ένα τσίρκο, που θα έκανε τα μέλη των Spinal Tap να μοιάζουν με απόφοιτους της Οξφόρδης. Αλλά για κάποιον λόγο, διασώθηκε. Και ο λόγος αυτός είναι η μουσική. Από το “One More Cup Οf Coffee” μέχρι το “Hurricane”, στην περιοδεία εκείνη ακούστηκε σπουδαία μουσική. Μέχρι τότε, οι συναυλίες του Dylan χαρακτηρίζονταν ως κοινωνικές εμπειρίες νεανικής επανάστασης ή ως μετριότατες folk προσπάθειες –σπανίως ως κάτι ενδιάμεσο. Εδώ, όμως, έπαιξε σαν αληθινός μουσικός. Τραγούδια όπως το “Isis”, το “It Ain’t Me Babe” και το “The Lonesome Death Οf Hattie Carroll”, ποτέ δεν ακούστηκαν πιο συγκλονιστικά. Tα άλμπουμ Blood Οn Τhe Tracks (1975) και Desire (1976), τον έφεραν ξανά στον θρόνο του.

Ο Dylan υπήρξε πάντα ένας ανόρεχτος πολεμιστής για δικαιοσύνη στη δεκαετία του 1960, εξελισσόμενος σε ανήσυχο rock hipster στις αρχές των 1970s. Πλέον, λοιπόν, δεν είχε άλλον ρόλο να ενσαρκώσει. Έπρεπε να μαζέψει ορδές ανθρώπων γύρω του, να νιώσει λαμπρός προφήτης ξανά, να προσπεράσει κάθε κίνδυνο για writer’s block (οι συνθήκες ήταν ιδανικές για να το πάθει) και να τα βρει με τους δαίμονές του. Ήθελε π.χ. να θέλει την Joan Baez, αλλά χωρίς να μπορεί την έχει. Την έβλεπε να μυείται πρώτη φορά στα ναρκωτικά, την έβλεπε να μεταμφιέζεται σε Dylan –σε μια ντροπιαστική απόπειρα να τον πλησιάσει– και το ευχαριστιόταν. Ήθελε ο κόσμος να λατρεύει τα παλιά του τραγούδια, αλλά να λέει μόνο τα καινούρια. Ήθελε να φοράει μάσκα, μα να λέει την αλήθεια. Ήθελε να είναι μέρος μιας κοινότητας, ήθελε όμως και να μπορεί να το λήξει όποτε επιθυμούσε, χωρίς συναισθηματική ευθύνη και εμπλοκή.

Από αυτό επομένως το «Bob Dylan story», δεν θα μάθουμε τίποτα καινούριο: δεν υπάρχει εδώ το υλικό που θρέφει τις βιογραφίες. Πρόκειται για ένα κολάζ από σκόρπιες μνήμες, ανόθευτη rock μυθολογία, μπόλικη αυταρέσκεια και υλικό αρχείου το οποίο θα μπορούσε εύκολα να μείνει στο συρτάρι, αλλά τώρα που ήρθε στο φως, δεν μπορείς να μην το παρακολουθήσεις με ενδιαφέρον. Ο Dylan δεν εγκατέλειψε ποτέ το Rolling Thunder Revue, όπως μας λένε, με κλείσιμο του ματιού, οι εκατοντάδες ημερομηνίες συναυλιών στους τίτλους τέλους. Εκεί που τελειώνουν, αρχίζει και η εποχή που ο τραγουδοποιός βρήκε τον Θεό και μπήκε στη χριστιανική του φάση. Ήταν το σημείο όπου ο Dylan έπαψε να εμπνέει κουλτούρες ολόκληρες και έμεινε πελαγωμένος μέσα στην ίδια την εικόνα του, με την ειδωλοποίηση του ιερού παρελθόντος να τον κατατρέχει μέχρι σήμερα.

Αυτή λοιπόν η υπαινικτική και γεμάτη ψέμματα ανάγνωση στη ζωή ενός μουσικού που τόλμησε για λίγο να ξεπεράσει τη μονόχνοτη φύση του, αξίζει τον κόπο. Έστω κι αν δεν πρόκειται για σπουδαίο ντοκιμαντέρ. Ακόμη άλλωστε κι αν ο Dylan έγραψε την ιστορία του, η ιστορία του Dylan δεν θα πάψει να γράφεται ποτέ.

Από το Avopolis

Posted in Cinema, Music | Leave a comment

Album of the Week #188

Black Mountain 

Destroyer

 

Οι Black Mountain διαθέτουν την ικανότητα να δημιουργούν σασπένς και να μεταδίδουν την αίσθηση της «κίνησης» με τις κιθάρες τους. Έτσι, το ψυχεδελικό heavy rock που παίζουν κάθε άλλο παρά μονοδιάστατο και στατικό είναι. Κάθε αλλαγή στον λεβιέ ταχυτήτων των τραγουδιών, κάθε απότομη στροφή του ρυθμού και κάθε ανισόπεδο riff, αποκαλύπτει κομμάτια του χάρτη τα οποία θέλουν να διανύσουν.

Με άλλα λόγια, δεν παίζουν μουσική στην τύχη οι Καναδοί. Έχουν ξεκάθαρο προορισμό στο GPS. Δεν πάνε για εύκολα hooks και δεν νοιάζονται για τα χιλιoειπωμένα. Το Destroyer αποδεικνύεται δίσκος που αφήνει τη σκόνη στον αέρα (“Pretty Little Lazies”), που δεν συμμαζεύει τις stoner καταβολές του (“High Rise”) και που καλοδέχεται το ψυχεδελικό χάος, σαν ευλογία (“Horns Arising”). Παραδόξως, το αποτέλεσμα δεν είναι κάποιος κιθαριστικός αχταρμάς για ανεγκέφαλους ακροατές. Αντιθέτως ακούγεται απολαυστικά άχρονο και ζουμερό, ακόμη και στις αδέξιες στιγμές του.

Με όπλο το τίμιο space rock, οι Black Mountain υπερασπίζονται το δικό τους γαλατικό χωριό από την επέλαση του μοντερνισμού, παραμένοντας πιστοί κλειδοκράτορες των εμμονών τους και της συντήρησης των αξιών που τους ανέθρεψαν. Αυτός ο δίσκος ακούγεται ιδανικά σε ανοιχτούς αυτοκινητόδρομους, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται καλά ηχεία στο αμάξι. Οι Καναδοί ακολουθούν σαν πιστοί cult followers τα είδωλά τους, και οραματίζονται τι μουσική θα έγραφαν οι Monster Magnet αν έκαναν φόρο τιμής στον Syd Barrett και πώς θα ακούγονταν οι Flaming Lips μετά από πλύση εγκεφάλου με τραγούδια των Black Sabbath. Πάρτε αυτό το αποτέλεσμα στο μπλέντερ και απλώστε το σε ένα φαντασιακό soundtrack για ταινίες «ανοιχτού δρόμου» όπως το Vanishing Point (1971) ή το Mad Max: Fury Road (2015).

Μόνο οι space doom εραστές μένουν ζωντανοί μας λέει το μανιφέστο τους –και ο ορίζοντας στο τέλος του δρόμου είναι ο μοναδικός προορισμός, ακόμα και αν ξεψυχήσεις στα μισά της διαδρομής. Θα βρει λοιπόν αποδέκτες τοDestroyer, διότι ακόμη κι αν στερείται πρωτοτυπίας, δεν έχει τίποτα το ψεύτικο. Για συνεπιβάτες στο άρμα αναζητά, από αυτούς που κάνουν ωτοστόπ στους ίδιους μουσικούς αυτοκινητόδρομους, χωρίς να βιάζονται να φτάσουν κάπου. Ακόμα και αν σε κουβαλήσουν για μερικά χιλιόμετρα και λίγο μετά τους εγκαταλείψεις γιατί δεν θα νιώθεις στ’ αλήθεια ένας από εκείνους, η βόλτα θα σου μείνει αξέχαστη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #187

The Chemical Brothers

No Geography

Με τι κίνητρο ξεκινάς αλήθεια να γράφεις disco house, σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια η dance κουλτούρα; Σε μια εποχή που έχει πεθάνει το acid house; Σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπάρχει ενδυματολογικός κώδικας για τη φυλή των «καμένων» στα dancefloor; Διάολε, δεν υπάρχει καν το zeitgeist του Ecstasy.

Όμως οι Chemical Brothers, οι οποίοι διεκδίκησαν τα phat beats της electronica των 1990s, δικαιούνται να ποζάρουν πλέον σαν τροπαιούχοι της χορευτικής κουλτούρας. Και για τον 9ο τους δίσκο επιλέγουν τον πιο σίγουρο τρόπο για τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα: τη χαρά της χαράς, που πηγάζει από τη «διασκέδαση» την οποία προσφέρουν οι χορευτικοί ρυθμοί.

Οι Chemicals δεν είναι εκτός εποχής· γνωρίζουν καλά ότι ο κόσμος γύρω τους, έχει αλλάξει. Τον Πλανήτη Dust τον έχουμε εγκαταλείψει προ πολλού και η επιστροφή στη γήινη πραγματικότητα δεν ξορκίζεται εύκολα, ακόμα κι αν τα beats βαράνε ανελέητα. Αλλά ο Tom Rowlands και ο Ed Simons ξέρουν πώς να μην ακούγονται παρωχημένοι και παίζουν το σίγουρο χαρτί: επαναφέρουν τη συζήτηση στο επίπεδο του χορού, μοιράζοντας ξανά την τράπουλα των απαιτήσεων με στόχο να γεμίσουν τις ευρύχωρες πίστες. Ίσως μέσα στην εγκεφαλική αναζήτηση για νέα ταυτότητα να ξεχάσαμε να χορεύουμε, μας ψιθυρίζουν έξυπνα –με επίμονους, μπασάτους ήχους.

Το τερματικά τεχνοκρατικό στυλ του “Eve Οf Destruction” παραδόξως λειτουργεί, όπως λειτουργεί και το διονυσιακό techno στο “No Geography”. Το “Got To Keep On” είναι θαυμάσιο και αναδίδει ωραίες οσμές καθώς ακούγεται βουτηγμένο στην κολυμπήθρα των διαφόρων στυλ που διατρέχουν τις χορευτικές κουλτούρες τα τελευταία 30 χρόνια.

Υπάρχουν πάντως και αστοχίες, όπως και άβολες στιγμές. Στο “Bango” οι Chemical Brothers σφυροκοπάνε εκκωφαντικά τις βασικές μελωδίες χωρίς σαφές όραμα, ενώ στο “We’ve Got To Try” βάζουν λίγο καταχρηστικά τις κλασικές soul πινελιές, προκειμένου να ξεφύγουν από τα αδιέξοδα. Το “Gravity Drops” σε πετάει σε εθιστικά μοτίβα βιομηχανικής techno-νομίας, όμως το μανιακά αυτάρεσκο “MAH” αφαιρεί τη γλυκιά γεύση. Ακόμη και το γοητευτικό “Free Yourself” δεν γίνεται να μην παραδεχθείς ότι θυμίζει αμέτρητες αδιάφορες ασκήσεις ύφους εκκολαπτόμενων DJ στις μεταμεσονύκτιες ζώνες των νυχτερινών ραδιοφώνων της πόλης, για ανθρώπους που εξακολουθούν να στοιβάζονται σε night clubs τα Σαββατόβραδα.

Η disco house των Chemical Brothers ήταν κάποτε ικανή να ραγίσει τα πατώματα και να λιώσει τους τοίχους, ενώ σήμερα ακούγεται στρεσαρισμένη να παράξει ζοφερές αισθήσεις. Σαν να θέλει να μας ξεγελάσει με εύκολα χορευτικά τρικ, για να μην προλάβουμε να αναλογιστούμε τις όποιες αδράνειες. Ευτυχώς το No Geography διαθέτει αρκετές στιγμές που λειτουργούν ως αντίβαρο, όπως τις προαναφερόμενες ή το “The Universe Sent Me”, το οποίο ακούγεται λυτρωτικό.

Ο νέος δίσκος των Chemical Brothers σε κάνει να περνάς καλά, αλλά τον διακατέχει ένα αδιόρατο άγχος. Είναι σαν να χορεύεις όσο πιο ξένοιαστος μπορείς όλη νύχτα, αλλά να μην αφήνεσαι ποτέ στη διασκέδαση, γιατί έχεις το αυριανό ψήφισμα του Brexit στο μυαλό σου να σε απασχολεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment