Stories Behind the Songs #1

To τραγούδι «Το Χριστινάκι» κυκλοφόρησε το 1967, στον δίσκο «Τα Τραγούδια Της Καίτης Χωματά» από την Lyra. Γνώρισε μεγαλύτερη απήχηση ένα χρόνο μετά, όταν κυκλοφόρησε στην «Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού. Πρόκειται για ένα ποίημα του Βασίλη Ρώτα που μελοποιήθηκε από τον Σπανό πάνω στην εποχή της μεγάλης δόξας του. Η τρυφερή ερμηνεία της Χωματά πάνω στην παιχνιδιάρικη μουσική, μας προδιαθέτει για ένα νοσταλγικό, καλοκαιρινό τραγούδι, προτού έρθει η τραγική κατάληξη στο τέλος. Μια νεανική απόδραση συμμαθητών που έμελλε να είναι μοιραία. Το ποίημα μιλάει για 12 αγόρια που κάνουν μια ζαβολιά παρασέρνοντας μαζί τους το όμορφο Χριστινάκι για βαρκάδα στα ανοιχτά της θάλασσας. Όμως η ανεμελιά τους. καθώς μαγεύονται από τη χάρη και το τραγούδισμα του κοριτσιού, σε συνδυασμό με την απειρία τους να κουμαντάρουν τη βαρκούλα στα βαθιά, τους οδηγεί σε ομαδικό πνιγμό.

Τι ακριβώς συνέβη όμως πάνω στο πλεούμενο αυτής της παράξενης ιστορίας;

Στα πονηρά τρίστιχα της γραφής του Ρώτα, κρύβεται μια άλλη ιστορία, πολύ πιο τρομερή, που θα είχε επάξια θέση ανάμεσα στα Murder Ballads του Nick Cave. Τα «Δώδεκα αγόρια της τάξης» που «ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη να κλέψουν τη Χριστήνη» οργάνωσαν μια ομαδική σεξουαλική αποπλάνηση του κοριτσιού στα ανοιχτά, εκεί που δεν θα την ακούει κανείς. Καθώς «το Χριστινάκι τραγουδά» με την «γλυκιά φωνή της» τα αγόρια «συμπαλεύουν» και «φιλί γυρεύουν» και ταυτόχρονα τους ζώνει μια «λαχτάρα», φυσικά ερωτική. Η βάρκα σύμφωνα με τον ποιητή, δεν είναι ανέμελη και γεμάτη τραγούδια, αλλά «ποθοπλάνταχτη» και «μες του έρωτα τα πάθη». Στο τέλος μάλιστα, οι ποιητής αποστασιοποιείται από την απόπειρα βιασμού καθώς λέει «Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά, τους νιους, τους μαθητάδες» (γιατί δεν το αξίζουν για την πράξη τους) και συνεχίζει λέγοντας «Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά, το λυγερό κορμάκι, που ήτανε δώδεκα χρονών παρθένα».

Ο Σπανός χώρεσε στο τραγούδι τους 14 από τους 21 στίχους του Ρώτα. Στο πλήρες ποίημα, η αγνότητα της Χριστίνας ανάμεσα στα ξαναμμένα αγόρια φαίνεται πεντακάθαρα στους στίχους «Ποιος είδε πετροπέρδικα να παίζει με γεράκια». Επιπλέον, ο ποιητής προειδοποιεί διακριτικά την αθώα ηρωίδα λέγοντας «Χριστίνα, ο νους σου πού ΄ναι;», προφανώς όχι γιατί ήταν ονειροπόλα, αλλά γιατί ήταν αφελής. Φυσικά, η βάρκα είναι ακυβέρνητη στα κύματα γιατί «τα παιδιά ψάχνουν να βρουν της Χριστινιώς το στόμα» καθώς «χυμάνε» όλα μαζί επάνω της, πριν πνιγούν αβοήθητα.

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

Bazooka Live

59kBzk_3.jpg

Με αρετή και υπερηφάνεια, οι Bazooka απέδειξαν το Σάββατο στο Gagarin ότι είναι μια μπάντα φτιαγμένη από τα καλύτερα post-punk υλικά. Η εμφάνισή τους αυτή έπεισε και τους πιο απαιτητικούς ότι οι καλά ζυμωμένες new wave επιρροές που αναβλύζουν από τις ηχογραφήσεις, εκφράζονται άριστα και στο live. Επιτέλους ένα αληθινά κερδισμένο στοίχημα, από ένα συγκρότημα που θες να στολίσεις με κομπλιμέντα γιατί το αξίζει απόλυτα και όχι για την «τίμια προσπάθεια». Το φετινό τους άλμπουμ Zero Hits είναι ένα ανθισμένο μπουκέτο από εθιστικά τραγούδια. Και, ήδη από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής τους στο Gagarin, οι Bazooka έπαιζαν σαν να κουβαλούσαν το φορτίο των νέων τους τραγουδιών στους ώμους, θέλοντας να τα πετάξουν μανιασμένα προς το κοινό. Σαν να καίγονταν δηλαδή να επικοινωνήσουν το καινούριο τους υλικό: να το βγάλουν από το σύστημά τους, ακριβώς γιατί ήταν φρέσκο από τη φωτιά του φούρνου και έκαιγε ακόμη.

59kBzk_2.jpg

Είναι χάρμα οφθαλμών να παρατηρείς τους Bazooka να βρίσκονται σε φλογερό διάλογο με το κοινό τους μέσω περήφανων riff και πηγαίου χαβαλέ – άλλωστεέχουν κατακτήσει δικό τους κόσμο, το βλέπεις στα φωτισμένα πρόσωπα του ακροατηρίου. Τραγούδια όπως το “Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση”, το “Μέσα Στην Πόλη”, το “Βραδυνή Βάρδια” και το “Μόνος” ακούστηκαν στο Gagarin κοφτά, αδρά και ευθύβολα.

Οι Bazooka έπαιξαν και τραγούδησαν στακάτα τα νευρικά και αδάμαστα κομμάτια τους, με ανεπιτήδευτο τρόπο και με πατημένα γκάζια, χωρίς να προδίδουν την ανάγκη για μελωδίες. Είναι απολαυστικό να τους βλέπεις να χάνονται στις άναρθρες κραυγές του “Ζούγκλα” και στο μεταδοτικό sing-along του “Εξαϋλώσου”. Στο δε “Η Δική Σου Η Σειρά”, καθώς και στο διαβολεμένα έξυπνο “Κενό”, φάνηκαν τα πλεονεκτήματά τους (καλή αισθητική και γούστο), τσίτωσε η ενέργειά τους (αυτή τους περισσεύει) και έδειξαν ότι μπορούν να παίζουν μεστό, αντρικό rock, διατηρώντας την αγορίστικη αγνότητα· χωρίς ανούσια πόζα και χωρίς indie μιζέρια.

59kBzk_5.jpg

Ο κιθαριστικός πάταγος και η αντάρα των riffs ήταν εκεί και υπηρέτησαν τραγούδια σημερινά, με all-time διάθεση. Ο Ξάνθος Παπανικολάου δεν έκανε ούτε μία παραπανίσια επί σκηνής κίνηση: αντιθέτως, έδειξε ταγμένος στην ταχύτητα των τραγουδιών. Ο Γιάννης Βούλγαρης στα ντραμς με τα μαύρα του γυαλιά έδειξε ότι τον νοιάζει το star quality (και καλά κάνει), ενώ ο Βασίλης Ζελέπης με τον Άρη Ράμμο ήταν αλάνθαστοι και αποτελεσματικοί.

Ακόμη και τα τρία πνευστά που ανέβηκαν στη σκηνή –η τρομπέτα του Αλέξανδρου Σακελλαρίου, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau και το τρομπόνι του Κώστα Κωστόπουλου– έριξαν λάδι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που θρέφει τους Bazooka. Και βοήθησαν στη γκρουβάτη ανάπτυξη των κομματιών χωρίς «βαλκανική» επιτήδευση, χωρίς boogie ευκολίες, αλλά με ψυχεδελική πώρωση, με πηχτό ηδονισμό και με ευπρόσδεκτο θράσος. Τέτοια στοιχεία συναντάς σε συγκροτήματα τα οποία ακόμα δεν έχουν αλλοτριωθεί και δεν έφτασαν στο άβολο σημείο που οι κριτικές βαφτίζουν ως «ωριμότητα».

59kBzk_6.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #175

21 Savage 

I Am > I Was

Μετά από μπόλικες κυκλοφορίες που περιλαμβάνουν EP, mixtapes και κάνα-δυο άλμπουμ, ο 21 Savage μπορεί άνετα να νιώθει «εκπληρωμένος». Άλλωστε διαθέτει μια ποιότητα στο μικρόφωνο. Ξέρει τι λέει, έχει ζήσει αυτά που αφηγείται, δεν έχει κάψει το μυαλό τουδιαθέτει guts, ωραίες ιδέες και υψηλότερη αισθητική από τη μέση καγκουριά του σημερινού αμερικανικού rap. Καθόλου άσχημα, αν συνυπολογίσουμε τη βαθιά παρακμή του περιβάλλοντος στο οποίο έζησε.

Ο τίτλος του δίσκου μας λέει ότι ο 21 Savage έχει σημειώσει προσωπική πρόοδο: νιώθει «καλύτερος» σε σχέση με εκείνο που ήταν κάποτε. Αυτή η αυτοπεποίθηση εκφράζεται σε ένα σύνολο κομματιών, το οποίο μπορεί να στέκει περήφανο για τις δυναμικές που αναπτύσσει με τους προγόνους της αληθινής rap κουλτούρας. Μοιάζει δηλαδή το I Am > I Was με άλμπουμ που βρίσκεται σε επαφή με τη black power σημειολογία και που νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη λομπίστικη κλίκα του Billboard, θέτoντας κάποια καλλιτεχνικά θέματα με μία σοβαρότητα παραπάνω.

Το ραπάρισμα του φιλόδοξου MC είναι επαναλαμβανόμενο και ομοιόμορφο. Η φωνητική του τεχνική είναι η εξής: τα λόγια του απλώνονται ρυθμικά σε ομόκεντρους κύκλους, με την τελευταία λέξη κάθε στίχου να επαναλαμβάνεται, ώστε να δώσει χώρο στον επόμενο στίχο –όπου πάλι η τελευταία λέξη θα επιστρέψει διπλή στον ακροατή. Όλα τα παραπάνω δένουν καλά με ένα απολαυστικό μενού από samples, με αποτέλεσμα ο πιτσιρικάς να πιάνει επάξια το momentum της καυτής σκηνής της Ατλάντα.

Ο 21 Savage αποφεύγει επίσης τα «ακριβά» ντουέτα, καθώς δεν παρουσιάζει συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στην κυριαρχία των superstar του χιπ χοπ. Αναπολεί όμως το το βίαιο παρελθόν που έχει αποκηρύξει στο “4L”, γίνεται συναισθηματικός στο “Letter 2 Μy Momma” και δείχνει οξυδέρκεια όταν αφηγείται ιστορίες στο “Asmr”. Σε πείθει με λίγα λόγια πως μιλάει βιωματικάσε όλα τα τραγούδια, χωρίς τις καρτούν-περιγραφές του Eminem και χωρίς τα ωμά βρισίδια των δήθεν γκάνγκστα. Θα μπορούσε βέβαια να αποφύγει μερικές κουραστικές μετριότητες όπως το “All My Friends” και το “Good Day”, αλλά δεν πειράζει στ’ αλήθεια.

Το I Αm > I Was είναι άλμπουμ που δεν καίγεται στην πρώτη ακρόαση και έχει μέσα του μια ανήσυχη γκάμα σκέψεων. Επιπλέον, με τον μαστουρωμένο νιχιλισμό του και την καλή ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στις στιγμές αδρεναλίνης και στη σκοτεινιά, ο 21 Savage δίνει μαθήματα περί αληθινού χιπ χοπ στον αλαζόνα Kanye.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #174

Bryan Ferry

Bitter Sweet

Η αγάπη του Bryan Ferry για το swing των παλιών big bands δεν αποτελεί μυστικό, αλλά ίσως και να γλυκάθηκε λίγο παραπάνω ο αιώνιος Δανδής απ’ το cameo που έκανε ως τραγουδιστής σε καμπαρέ, στην τηλεοπτική σειράBabylon Berlin του Τομ Τίκβερ. Όποια κι αν ήταν πάντως η αφορμή για τη δημιουργία του Bitter-Sweet, παραμένει απολαυστικό να τον ακούμε να διαπρέπει στο jazzy τερέν που ξεκίνησε να εξερευνά εντατικά με το As Time Goes By (1999) και στη συνέχεια με το The Jazz Age (2002).

Η «δαντελωτή» ματαιοδοξία που χαρακτηρίζει τον Ferry στο μικρόφωνο δεν έχει χάσει το ερωτικό της άγγιγμα, ακόμη κι αν τώρα πια υιοθετεί μια ψιθυριστή θλίψη στην έκφραση. Πλέον, η μούσα του δεν είναι η αγκαλιά των διαστημικών μοντέλων που κοσμούσαν τα εξώφυλλα των δίσκων του. Το μανιφέστο του ορκισμένου εργένη το έχει ολοκληρώσει –και το έχει τοποθετήσει στο ράφι. Σειρά έχει λοιπόν η ασφάλεια των τζαζ ενορχηστρώσεων, οι οποίες σιγοκαίνε σαν τζάκι.

Τραγούδια από τη δαφνοστεφανωμένη καριέρα των Roxy Music αλλά και από την προσωπική του διαδρομή, φοράνε εδώ τα «καλά» τους τζαζ ρούχα. Και όλα μαζί συμπληρώνουν ένα καθόλου αχρείαστο τελικά remake κάποιων λαμπρών στιγμών. Σαν το σαγηνευτικό “Alphaville” ή το καθηλωτικό “Reason Or Rhyme”· ακόμη και το “Sign Οf Τhe Times” από το The Bride Stripped Bare(1978), που εδώ μετασχηματίζεται σε βραδυφλεγές φλαμέγκο βγαλμένο από πυρετώδεις ονειρώξεις. Το δε “While My Heart Is Still Beating” από το κλασικό Avalon (1982) παράγει φρέσκους χυμούς, ενώ ξαφνιάζει ο εξωτικός μινιμαλισμός του “Zamba” από το Bête Noire (1987).

Η πληθωρική art pop του Δανδή δεν νιώθει πια την ανάγκη να αποπλανήσει τα θηλυκά του κόσμου, ούτε φέρνει στο προσκήνιο τη στυλιζαρισμένη γοητεία του χαρισματικού frontman (που υπήρξε). Τη σκυτάλη έχουν πάρει πλέον η ορχηστρική jazz και η καπνισμένη swing ατμόσφαιρα, σε τόση ακριβώς ποσότητα ώστε να αντέξεις δίχως να προγκήξεις από το άβολο αίσθημα νοσταλγίας. Αυτή τη φορά ο Bryan Ferry δεν κυκλοφορεί με λυμένη γραβάτα και επιμελώς ατημέλητο χτένισμα στα υποσχόμενα gala της πόλης. Κρατάει τη μπλαζέ μελαγχολία για τον ρόλο του παράνομου crooner και υποδύεται τον «περπατημένο» ερμηνευτή, ο οποίος είναι ακόμη ικανός να κάνει τις γυναίκες στο κοινό να δαγκώσουν με λαγνεία τα καλαμάκια των κοκτέιλ τους –και τους άντρες να ανασκουμπώνονται τσαλακώνοντας το ύφος τους, ώστε να φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.

Ακόμη κι αν το Bitter-Sweet είναι τελικά ένα άλμπουμ ήσσονος σημασίας για τη δισκογραφία του Ferry, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πείσει για τις προθέσεις του χωρίς να μας φλομώσει στην εστέτ «τζαζίλα» και στις μεστωμένες μανιέρες του ρετρό.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Απολογισμοί

Γιατί πρέπει να μοιάσουμε στον Ρέντφορντ και όχι στον Ίστγουντ.

Οι απολογισμοί μιας ολόκληρης ζωής έχουν μερικά κοινά με τους μικρότερους, ετήσιους απολογισμούς της πρωτοχρονιάς. Η διαφορά είναι ότι στα ανώφελα new year’s resolutions έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα έχεις την ευκαιρία να τα κάνεις όλα καλύτερα στους επόμενους 12 μήνες. Όταν είσαι στη δύση της ζωής σου, γνωρίζεις ότι οι μεγάλες αποφάσεις έχουν παρθεί. Το bucket list έμεινε άδειο για όσους τόλμησαν ή γεμάτο για όσους έζησαν μέσα στα απωθημένα.

Προσωπικά, μόνο μέσα από το σινεμά και τη μουσική έχω μάθει να επικοινωνώ καλά. Με μια κινηματογραφική αναφορά λοιπόν, θα κάνω ένα σύνθετο resolution που λειτουργεί για κάθε πρωτοχρονιά και για κάθε απολογισμό ζωής. Φέτος, δυο παλαίμαχοι του Χόλιγουντ (τόσο παλιοί που θαρρείς ότι κάνουν ταινίες απ’ τον Μεσαίωνα) μας έδωσαν από έναν “τελευταίο ρόλο”. Δυο ταινίες για δυο ηλικιωμένα κινηματογραφικά icons που άτυπα ρίχνουν αυλαία στις καριέρες τους και διαβάζονται σαν farewell – ακόμη κι αν επιστρέψουν με κάτι καινούριο στο μέλλον.

 

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» υποδύεται έναν ευγενικό και χαμογελαστό ληστή. Πρόκειται για έναν ρομαντικό παράνομο με χρυσή καρδιά, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κλέβει τράπεζες γιατί ήταν κάτι που τον κρατούσε ζωντανό και γιατί δεν έμαθε να κάνει τίποτε άλλο.

Ο Κλιντ Ίστγουντ στο «The Mule» υποδύεται έναν βετεράνο στρατιωτικό που αναλαμβάνει να γίνει βαποράκι υπεράνω υποψίας που μεταφέρει εμπόρευμα με το φορτηγό του για ένα καρτέλ κοκαΐνης. Πρόκειται για έναν παράνομο που περιφρονεί τον κόσμο, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κάνει μια παράνομη δουλειά για να μη χρειαστεί να συνδεθεί ποτέ με άλλους ανθρώπους.

 

Ο Ρέντφορντ στα 82 του, έχει το τρυφερό βλέμμα που διαθέτουν όσοι δεν υπήρξαν σκατόψυχοι στα νιάτα τους.

Ο Ίστγουντ στα 88 του, έχει το βλέμμα περιφρόνησης που διαθέτουν όσοι δεν έχουν αγαπηθεί.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» ψάχνει να επικοινωνήσει με μια αγνή καρδιά που θα συντονιστεί με τους δικούς του παλμούς.

Ο Ίστγουντ «The Mule» αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν βαρίδια, νομίζει ότι όλοι πρέπει να τον ευγνωμονούν που τους αφήνει να μοιράζονται μαζί του το οξυγόνο.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» δεν έχει πατρικές συμβουλές να δώσει, δεν νιώθει δυνατός άνδρας, δεν νιώθει περήφανος πατριώτης, δεν αισθάνεται ότι ξέρει να διαχωρίζει το δίκαιο με το άδικο.

Ο Ίστγουντ «The Mule» υπακούει σε ηθικούς νόμους που έχει φτιάξει ο ίδιος και έχει μπόλικες συμβουλές να χαρίσει (πάντα με μια δόση macho νταλκά).

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» είναι ένας λευκός άνδρας που δεν αψηφά το κοινωνικό σύστημα, τους θεσμούς του κράτους ή τις μειονότητες. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει γύρω του, όπως άλλαζε την εποχή που αυτός ήταν νέος.

Ο Ίστγουντ «The Mule» είναι ένας λευκός άνδρας που το κοινωνικό σύστημα τον ξεβολεύει, οι γραπτοί νόμοι είναι εμπόδιο, ο κόσμος αλλάζει ερήμην του και δεν καταλαβαίνει γιατί χάθηκαν οι παλιές καλές μέρες (ειδικά όταν κοιτάζει μια συμμορία από λεσβίες γυναίκες σε μηχανές)

 

Τον Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» τον κυνηγάει ένας αστυνομικός που τον σέβεται. Ένας μάλλον βαρετός άνθρωπος που θα συνεχίσει την βαρετή ζωή του (Κέισι Άφλεκ). Ένας χαλαρός τύπος που δεν νιώθει ήρωας και φροντίζει την οικογένειά του χωρίς παλικαριές και αυταπάρνηση για το ιερό καθήκον.

Τον Ίστγουντ στο «The Mule» τον κυνηγάει ο κύριος Λευκή Αμερική (Μράντλει Κούπερ). Ο διάδοχος του σοφού σκληρού γέρου που έχει αρχές γιατί ξέρει να σέβεται τους βετεράνους. Ο πρώην πρωταθλητής στο Football κολεγίου με το σύνδρομο του Κάπτεν Αμέρικα, που νομίζει ότι αποτυχία ζωής είναι να ξεχνάς την επέτειο γάμου σου (επειδή οι γυναίκες τα θέλουν αυτά).

 

Στο μέτριο συνολικά «The Old Man & the Gun» υπάρχουν άνθρωποι με ιστορίες (όπως ο Τομ Γουέιτς), ωραία νοσταλγία και μικρές κινηματογραφικές αναφορές για να χαμογελάς για ώρες μετά τη θέαση.

Στο μέτριο συνολικά «The Mule», υπάρχει η νοικοκυρά σύζυγος που έκανε υπομονή, η στερεοτυπική κόρη που ήθελε τον μπαμπά παρών στο γάμο της, ώστε να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωή της (!) και οι Λατίνοι ναρκέμποροι είναι γεμάτοι απειλητικά τατουάζ, κοιτάζουν βλοσυρά και εξαπολύουν μόνο «cabrón» και «puta».

 

Εύχομαι σε κάθε απολογισμό χρονιάς (ή ζωής) να έχουμε το γήινο, γεμάτο κατανόηση και χιούμορ βλέμμα του Ρέντφορντ, που παρά τις χαμένες μάχες έμεινε καθαρό. Εύχομαι να μην καταλήξουμε με το σκληροτράχηλο και σας-φτύνω-στη-μούρη ύφος του Ίστγουντ. Να κρατήσουμε τα βιώματά μας για όσους μας αγαπούν, χωρίς διδάγματα και ανάγκη επιβεβαίωσης και να μη μοιράζουμε τριγύρω τη λαϊκή σοφία του γέρου που «δε μασάει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #173

Mitski

Be The Cowboy

Είναι περισσότερο με το φετινό της άλμπουμ, παρά με το Puberty 2 (2016), που η Mitski δείχνει ότι, αρκετά νωρίς στην καριέρα της, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, αλλά και μια μελωδική ψυχραιμία.

Η ποιότητα των τραγουδιών της έχει να κάνει με την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τις αρμονίεςμε τον μορφωμένο φεμινισμό στο υπόβαθρο (χωρίς το manual της πολιτικής ορθότητας) και με το βιωματικό στοιχείο (χωρίς υπερβολές και μανίες). Το υλικό της προκύπτει φτιαγμένο από αέρινα συστατικά, τα οποία στον πυρήνα τους διαθέτουν εξαιρετικές ιδέες· από αυτές που όσοι indie darlings μεγάλωσαν με τη μουσική που βγήκε μετά το 2000, θα σκότωναν να έχουν.

Έξυπνη, καλόγουστη και «κατεστραμμένη» με έναν οικείο και ενδιαφέρον τρόπο, η Mitski εκφράζει τον γοητευτικό της κυνισμό μέσα από αφηγήσεις για συναισθηματικά δυσλειτουργικές φιγούρες, ενώ τα περιπετειώδη πλήκτρα μαίνονται τριγύρω. Στην ουσία δημιουργεί δικούς της χαρακτήρες, σαν σεναριογράφος που υπογράφει τηλεοπτικούς πιλότους για το ΗΒΟ με hip, αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες στις μεγαλουπόλεις.

Η παράξενη τραγουδοποιός παίζει έξυπνα με τη μάτσο μυθολογία των «ισχυρών» και διαθέτει τον σαρκασμό που έχουν όλοι όσοι διαβαίνουν περήφανα τον μονόδρομο της μοναξιάς. Κάτι που φαίνεται σε στιγμές όπως το “Me Αnd My Husband” ή το “Why Didn’t You Stop Me?”, που αποτελούν σχόλιο για εσωστρεφείς ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μόνοι παρά τις ερωτικές τους σχέσεις (ειδικά μέσα σε εκείνες). Στο “Nobody”, πάλι, αλλά και στο “Pink Ιn Τhe Night”, φαίνεται να ανήκει στους μουσικούς στους οποίους αρκεί μία synth πλάτη για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μίας ζωής.

Το Be The Cowboy διαθέτει επικά μελοδράματα που χωράνε σε τραγούδια-μινιατούρες, για να μπορείς να τα ακούς στις προσωπικές σου στιγμές, μέσα στο ασφαλές κουκλόσπιτό σου, τότε που παίρνουν το πάνω χέρι οι ανασφάλειες και οι στεναγμοί. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια περήφανη στιγμή της σύγχρονης ανεξάρτητης pop, η οποία μαστίζεται από πυροτεχνήματα και κούφιες υποσχέσεις. Η Mitski έχει ικανότητα στην αφήγηση, παίζει στα δάχτυλα τους κανόνες της μετρονομίας και στο τέλος βγαίνει σπαθί προς τα έξω. Είναι σίγουρο ότι θα έχει μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Springsteen on Broadway

Αποτέλεσμα εικόνας για Springsteen On Broadway

Η τρυφερή βραχνάδα του Σπρίνγκστιν είναι μία από τις ψηλότερες βουνοκορφές στην οροσειρά της Αμερικάνικης μουσικής ιστορίας. Όπως η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, τα γυαλιά του Ρόι Όρμπισον, τα «Good-God» αγκομαχητά του Τζέιμς Μπράουν, τα «whoοo» του Μάρβιν Γκέι, η μοναξιά του Χανκ Γουίλιαμς και τα μαύρα ρούχα του Τζόνι Κας.

H παράσταση στο Broadway πιάνει απ’ την αρχή το νήμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινά απ’ τη γενέτειρα του Νιού Τζέρσεϊ. Ο Μπρους τραγουδάει και αφηγείται κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Η ειλικρίνειά του είναι που έχει συγκεντρώσει μια τεράστια κοινότητα πιστών που πίνουν νερό στο όνομα του.

Τον Σπρίνγκστιν όμως δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοι του ξεκινούν παγκόσμιες γιγαντοπεριοδείες  για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street band οικογένειας. Πρέπει να ξέρεις από χαμένες μάχες για να τραγουδάς αληθινά και πρέπει να έχεις συνηθίσει την απόρριψη για να έχεις αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο.

Ο Μπρους με εργαλείο μια κιθάρα, μαζί με την φυσαρμόνικα και το πιάνο, επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή.

To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στην τοξικότητα των ημερών και φωνή πολιτισμού μέσα στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ευχαριστούμε αφεντικό.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #172

Paul Weller

True Meanings

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller True Meanings

Δεν χωράει αμφιβολία πως μόνο «αληθινά νοήματα» μας έχει χαρίσει ο γνήσιος mod πατέρας, καθόλη τη μακρά καριέρα του. Όμως, τα τελευταία 10 χρόνια (από το 22 Dreams του 2008) αυτός ο διαβολεμένα όμορφος τραγουδοποιός μας έχει χαρίσει κι ένα ανίκητο σερί υπέροχων δίσκων.

Στο True Meanings, ο Paul Weller συνεχίζει να αποπνέει ζωντάνια και μια ζωτική ανάγκη για περιπέτεια. Τα τραγούδια του βάζουν κάτω εκατό φιλόδοξους τροβαδούρους· από εκείνους που αποσπούν για κάποιον λόγο τους διθυράμβους του μουσικού Τύπου και ποζάρουν με στόμφο, με την κιθάρα να κρέμεται ριχτή στον ώμο. Όμως ο Weller δεν έχει χρόνο για πόζα και ανοησίες. Σαν να έχει νικήσει τον χρόνο και, απαλλαγμένος πια από αυτό το άγχος, εξακολουθεί να ηχογραφεί μικρά θαύματα, παραμένοντας ανήσυχος.

Δεν υπάρχει νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες του κλασικού Songbook εδώ. Πρόκειται άλλωστε για έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον κολλήματα αναβίωσης, ούτε κόλλημα με την παράδοση –ούτε με τίποτα γενικά. Ο κύριος Weller κάνει άνετα σλάλομ ανάμεσα στο pub rock και στην ακουστική ψυχεδέλεια και ακροβατεί ανάμεσα στη folk που αναβλύζει «βρετανίλα» και στη soul του αμερικάνικου νότου. Η μουσική του παλέτα δεν ήταν τόσο παλλόμενη ούτε στα χρόνια της χυμώδους, νεανικής πώρωσης των Jam, ούτε καν στις soul περιπέτειες των Style Council.

Προσέξτε τα έγχορδα του “Old Castles”, τα οποία σε κόβουν σαν βούτυρο ή τη βελούδινη μελωδικότητα του “Aspects”, που σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια για να την εισπνεύσεις. Προσέξτε επίσης τη ζεστασιά του “Gravity”, το οποίο φέρνει στο μυαλό τον Richard Hawley (αλλά χωρίς την αυτερέσκεια) ή του “Wishing Well”, που θυμίζει Nick Drake (αλλά χωρίς την αυτολύπηση). Προσέξτε ακόμη τον τρυφερό φόρο τιμής “Bowie” («we all have to go, but letting go is thanking you»).

Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα άλλο παράδειγμα εκτοπίσματος σαν αυτό που παρουσιάζει ο Weller την τελευταία δεκαετία. Αναφέρομαι στην ειλικρίνειαστον ξάστερο λόγο και στη μελωδική ψυχραιμία. Στο True Meanings ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνη την ατόφια μελωδικότητα που σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια, μαζί με μια περήφανη βρετανικότητα την οποία ο Weller πάντα κουβαλάει. Η φόρμα του δίσκου είναι απαλή, η θερμοκρασία του είναι ρυθμισμένη σε ένταση «δωματίου» και οι προθέσεις του φωνάζουν για «αγκαλιά», χωρίς όμως ίχνος έντεχνης τρυφερότητας στο υπόστρωμα.

Τα νέα τραγούδια του Weller είναι λοιπόν ποτισμένα με την κληρονομιά που τον έθρεψε, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται ποικίλα και μοντέρνα. Ωραία γήινη μουσική, για καθημερινούς φθαρτούς (ή φθαρμένους) ανθρώπους.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #170

Cypress Hill

Elephants On Acid

Οποιαδήποτε επιστροφή των Cypress Hill, σημαίνει καλά νέα· άλλωστε οι Καλιφορνέζοι δεν μετράνε πολλά στραβοπατήματα στην πολύχρονη καριέρα τους. Πόσο μάλλον όταν έχουν μεσολαβήσει 8 χρόνια από την τελευταία τους δουλειά, αλλά και όταν ο πρωτοπόρος DJ Muggs επιστρέφει στην καρέκλα του παραγωγού.

Η ιδέα του Elephants On Acid ξεκίνησε από ένα όραμα που είχε ο Muggs σε κάποιο δικό του trip, όταν είδε ένα κεφάλι ελέφαντα. Με αυτή την αφορμή, οι Cypress Hill κάνουν μια ωραία βουτιά στους ψυχεδελικούς ήχους της δεκαετίας του 1960 και δοκιμάζουν (άλλη) μια αισθητική εξερεύνηση της κουλτούρας των αιωνίως μαστουρομένων.

Αυτή τη φορά, η μουσική τους προκύπτει αιγυπτιοκεντρική, μπολιασμένη με ανατολίτικο μυστικισμό. Τα δε τραγούδια είναι τίγκα στις ακατάληπτες δοξασίες γύρω από τη θαυματουργή δύναμη της φούντας. Από τις αραβικές ιαχές των μουσικών του δρόμου στο “Band Οf Gypsies” («Hashish, Hashish») τις περιπαικτικές προτροπές να φτιαχτούμε στο “Oh Na Na” και τον ψυχεδελικό αποκρυφισμό του “Jesus Was A Stoner”, παρακολουθούμε ζαλισμένοι τον Muggs να καθοδηγεί τους «φτιαγμένους» ράπερ. Τα σύντομα ιντερλούδια είναι βουτηγμένα στη βρωμιά των beats και λειτουργούν σαν χερούλια για να κρατηθούμε όρθιοι μέσα στην παραζάλη του πηχτού καπνού.

Ήδη από το ντεμπούτο τους (1991), οι Cypress Hill απέφευγαν την αρτηριοσκληρωτική βαρβατίλα και την καγκουριά των ανταγωνιστών τους. Έτσι, έχτισαν με τα χρόνια την εικόνα των ισχυρών μουσικάνθρωπων, που έχουν το δικό τους σύμπαν. Το συγκρότημα παλεύει φιλότιμα να φτάσει κοντά στη νιρβάνα που αναζητά μέσω της συνεχούς κατανάλωσης ινδικής κάνναβης. Οι παράδοξες μελωδίες, οι ελλειπτικοί ρυθμοί και οι βρωμιάρικες πρόζες χτίζουν ένα ασπρόμαυρο σασπένς, το οποίο στάζει ακαθόριστα ζουμιά.

Υπάρχουν ωραία κομμάτια στον δίσκο, όπως το ξεσηκωτικό “Crazy” και το trip hop ταξίδι του “Stairway To Heaven”, με beats τα οποία τρεκλίζουν να σταθούν όρθια μέσα στο ντουμανιασμένο στούντιο με τα γεμάτα τασάκια. Τα φωνητικά του B-Real παραμένουν κοφτερά σαν ξυράφι, αλλά και ζωηρά όσο στην εποχή του “Insane In The Brain” (1993). Γνήσια πωρωμένος και απολαυστικός, ο B-Real παραμένει σπουδαίος ριμαδόρος· πάντα με διεσταλμένες τις κόρες των ματιών πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, καταφέρνει και δίνει φρέσκο ρυθμό στους τελετουργικούς χορούς.

Έχει όμως δύο ουσιαστικά προβλήματα το άλμπουμ.

Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει ένα ευδιάκριτο hit: κανένα beat δεν θα μείνει διαχρονικό και κανένας ρυθμός δεν θυμίζει τις ένδοξες μέρες του “Hits From The Bong”. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στα πολύχρωμα trip της παραγωγής, τις ρίμες που ποτίστηκαν στα βαρβιτουρικά, τους θηριώδεις μπάφους που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και τα γυάλινα bong που δίνουν ρυθμό, νιώθεις την ανάγκη να ανοίξεις τα παράθυρα ώστε να ξεμυρίσει το δωμάτιο. Σου αρέσει το Elephants On Acid, αλλά λιγάκι σε μπουχτίζει. Και δεν θες να το επισκεφτείς ξανά σύντομα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

(Μικρή) Ανασκόπηση

Οι δυο καλύτερες ταινίες του 10μηνου του ’18, είναι το “First Reformed” του Πολ Σρέντερ και το “Ready Player One” του Στίβεν Σπίλμπεργκ, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία (πιο διαφορετικοί δεν γίνεται).

Πολλοί βαρέθηκαν από τους αργούς ρυθμούς της πρώτης, τους απέτρεψε το βαρύ θέμα και αναρωτιούνταν τι είναι αυτό το Ντράγιερ που ανέφεραν οι αναλύσεις.

Ακόμα περισσότεροι χαρακτήρισαν video game τη δεύτερη, χλεύασαν τα ειδικά εφέ και μίλησαν για “αμερικανιές”, για τα λεφτά του Χόλιγουντ και άλλα τέτοια.

Κρίμα, γιατί κανείς από τους παραπάνω δεν αντιλαμβάνεται σε βάθος (για να αγαπάει ούτε λόγος) το σινεμά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #169

Paul McCartney

Egypt Station

Image result for egypt station mccartney

Το καινούριο, 17ο άλμπουμ του Macca (ή το 24ο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεστε τους Wings) έρχεται ορμητικό, με μια γκάμα στιλ και κατευθύνσεων που διεκδικούν περίοπτη θέση ανάμεσα στις καλύτερες σόλο στιγμές του σπουδαιότερου συνθέτη του 20ού αιώνα. Ο μεταμεταμοντερνισμός έχει ακυρωθεί πλήρως και όλα έχουν ξαναγυρίσει ενστικτωδώς στις ρίζες τους. Στις αυθεντικές μελωδίες, δηλαδή. Εδώ είμαστε.

Η γεροντική άνοια ούτε με το κυάλι δεν μπορεί να βρει τον Paul McCartney, ο οποίος, αν και δεν κουνιέται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί και κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής. Τον ακούς για παράδειγμα στο τρυφερό “Come Οn Τo Me”, να τραγουδάει για την καλή του με εκείνη τη γλυκόπικρη διάθεση την οποία έχει ένας εραστής που δεν τον καίει η θύελλα της ερωτικής κατάκτησης, αλλά προτιμάει να γεύεται τα γενναιόδωρα χαμόγελα του φλερτ. Σε επίπεδο μάλιστα αφήγησης κερδίζει κατά κράτος, όντας προσιτός και με θυελλώδη όρεξη για αρμονίες, η οποία μεταβολίζεται σε εμπνεύσεις με τη μορφή στρογγυλών κομματιών. Η ικανότητά του παραμένει απαράμιλλη. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης pop που άνθισε στη Δυτική ακτή· αυτή που φέρνει στα ηχεία λίγο απ’ τον καλιφορνέζικο αέρα.

Ο McCartney είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, 60 χρόνιαείναι) και παραμένει στιλιστικός, αλλά και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται, με ένα τσαγανό το οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι από πού πηγάζει. Αυτή τη φορά τον βοηθάει ο παραγωγός Greg Kurstin, ο οποίος έκανε θαύματα με την Adele. Το νέο άλμπουμ διαθέτει έτσι τραγανή roots pop κρούσταμε καλιφορνέζικη μαγιά. Από το rock ‘n’ roll του “Who Cares” μέχρι την ακουστική χαρμολύπη του “Smile Away” και από την πιανιστική «ζέστη» του “Hand In Hand” μέχρι το περιπετειώδες “Back In Brasil”, τα «αγκιστράκια» των τραγουδιών πιάνουν από τα αυτιά τον ακροατή και κάνουν τα πόδια να χορεύουν μόνα τους.

Νοηματικά, το Egypt Station αποκτά το σχήμα ενός φαντασιακού τρένου μεγάλων αποστάσεων, που «μετουσιώνει» όλη τη συναισθηματική γκάμα της μουσική του Macca και την εγκαθιστά στο σήμερα· όχι μόνο ως βιώσιμο υλικό, αλλά και ως λειτουργικό ιδίωμα. Την εξυπνάδα των Wings τη συναντάς στην αδιανόητη κλιμάκωση του “Despite Repeated Warnings” (τραγούδι που θα είχε άνετα θέση στο Band On The Run). Με τα σεξουαλικά δε υπονοούμενα του “Fuh You”, την ηλιόλουστη ψυχεδέλεια του “Do It Now” και τον ρυθμό του τσαμπουκαλεμένου “Caesar Rock”, ο McCartney συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει όλες τις καλλιτεχνικές του εκκρεμότητες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έχει καμία εκκρεμότητα· ούτε με τα ακροατήρια που έθρεψε, ούτε με τον εαυτό του. Ακόμα και αν δεν έκανε την ύστερη καριέρα του Bob Dylan, του Leonard Cohen ή ακόμη και του Johnny Cash, ο Paul McCartney συνεχίζει να γιορτάζει τις μικρές απολαύσεις της ζωής, με γενναιόδωρες μελωδίες που αιχμαλωτίζουν τα αυτιά κάθε δυνητικού ακροατή. Ξεπερνώντας «δυναμικά κοινά», γελοίες στατιστικές με target groups και ηλικιακά στεγανά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #168

Florence And The Machine
High As Hope

Υπάρχει κάτι στη φωνή της συμπαθέστατης Florence Welch που συχνά με κρατούσε σε απόσταση από το φωναχτό της δράμα, κάνοντάς με να διατηρώ μια στάση «εγωιστική» στα προηγούμενα 3 άλμπουμ. Η «ορχηστράρα» βρισκόταν μονίμως σε παροξυσμό και αυτή τελάλιζε με μανία, σαν να καλούσε όλες τις λαβωμένες καρδιές του κόσμου να συστρατευτούν για να καταστρέψουν τα κατακτημένα εδάφη όσων πρώην και νυν τις απέρριψαν. Εκείνες οι Ναπολεόντειες επάρσεις και η «καθεδρική» υπερδιέγερση που έβγαζε στο μικρόφωνο, με πετούσαν έξω: δεν μπορούσα να συμμετάσχω συναισθηματικά σε ό,τι οι μαρκετίστες πουλούσαν ως «σοφιστικέ pop».

Στο 4ο της άλμπουμ –και το πρώτο ως superstar που μπορεί πλέον να κατακτήσει τον κόσμο με τη ραδιοφωνική δύναμη των τραγουδιών της– ζει το ψυχόδραμά της πιο ανθρώπινα και με λιγότερη πώρωση. Πάλι καλά, γιατί όταν δεν παρασύρεται στον ρόλο της «υπερευαίσθητης Μπουμπουλίνας με μικρόφωνο», η Welch αφήνει χώρο στα τραγούδια να ανθίσουν και σε εμάς να απολαύσουμε τη μελωδική τους πληθωρικότητα, χωρίς να μας πνίγουν οι τσιτωμένες φωνάρες.

Τα τραγούδια του High Αs Hope είναι ρομαντικά και όμορφα, σαν φθινοπωρινά τοπία. Το γούστο της παραγωγής βρίσκεται μονίμως σε ένα επίπεδο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που μπορούν να εγγυηθούν απολαυστικές, all-day ακροάσεις στην κρεβατοκάμαρα· πάντα με χαρτομάντιλα στα κομοδίνο, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε από τα αδικαίωτα αισθήματα.

Η συμφωνική pop παθαίνει συχνά-πυκνά τις γνωστές ταχυπαλμίες, όμως τα τραγούδια δεν αφρίζουν και δεν παίζουν με τις αντοχές σου. Οι εμβατηριακές μπαλάντες, τα παραγεμισμένα δράματα και οι ανηφορικές μελωδίες, δεν κρύβουν αυτή τη φορά τόσο ψυχαναγκασμό. Μπορείς λοιπόν να συμμετέχεις στα πάθη της Welch, όχι γιατί σου τα τραγουδάει στα μούτρα σαν παγανιστική ιέρεια με απόλυτα ανοιχτό το στόμα της, αλλά γιατί σε πείθουν οι αυτοβιογραφικές ματιές στο εφηβικό της παρελθόν.

Τελικά η Florence Welch μπορεί να υπερηφανευτεί πως δεν έχει φθαρεί –ούτε  καλλιτεχνικά, ούτε στιλιστικά– παρά την ιλιγγιώδη επιτυχία της. Το αδηφάγο κτήνος της δημοφιλίας δεν την έχει αλλοτριώσει και διαθέτει ακόμη την αποδραστική δύναμη που την έκανε να ξεχωρίζει. Κάπου ανάμεσα στην υγρασία της Siouxsie και στην ευθύτητα της Chrissie Hynde, ακούγεται τόσο ατόφια και ακέραιη, ώστε είναι δύσκολο να μη σε συγκινήσει λίγο ή και πολύ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Climax

Image result for climax gaspar noe

Το Climax είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από τον Gaspar Noé: Μια χαζευτική αερολογία, ένα πονηρά σερβιρισμένο τίποτα, μια αλαζονική χασμωδία και ταυτόχρονα ένα αναίτιο μισανθρωπικό μανιφέστο, βουτηγμένο μέχρι το κεφάλι στη βιρτουοζιτέ, ενώ χωράει σε μια σελίδα σεναρίου. Ίσως να χωράει και σε μια πρόταση: Ένα ομαδικό acid trip που πήγε (πολύ) στραβά.

Το αντιπαθείς αμέσως. Όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτό και δεν βλέπεις την ώρα να το ξαναδείς.

Θα κρατήσετε όμως για πάντα το εναρκτήριο χορευτικό με αυτή την κομματάρα.

Posted in Cinema | Leave a comment

The Man Who Dreams of Giants

Χίλιες φορές προτιμώ την ημιαποτυχημένη προσπάθεια του Τέρι Γκίλιαμ να τα βάλει με τους ανεμόμυλους του μυαλού του (και να χάσει) παρά ένα ακόμα πανάκριβο, δίωρο κασκεντεριλίκι του Τομ Κρουζ σε ακίνδυνη αποστολή. Ο Τέρι προσπαθούσε σχεδόν 30 χρόνια να τιθασεύσει την εμμονή του με την ιστορία του Δον Κιχώτη (κάτι ανάλογο που είχε κοστίσει και στον Όρσον Γουέλς πολύ χρόνο, κόπο και χρήμα) και στην πορεία παραδόθηκε και ο ίδιος στην ευδαιμονία της καλλιτεχνικής τρέλας.

Η παραμυθόπληκτη φαντασία του Γκίλιαμ μας χάρισε τον τελευταίο ρομαντικό της μύθο, με εμμονές που κρατούν από το Holy Grail ακόμα. Οι αυταπάτες μπλέκονται σε κάθε πλάνο με τη λογική και η σκληρή πραγματικότητα παρεισφρέει στο παραμύθι.

Το σενάριο της ταινίας, με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν όλο και πιο αυτοαναφορικό. Τελικά, αφού ο Τέρι είδε και απόειδε με τα πολλαπλά false start της παραγωγής, το φιλμ επικεντρώθηκε (ολίγον Φελινικά) στη φύση του «σινεμά του δημιουργού» και στις συνέπειές του στην πνευματική ισορροπία όσων ζουν για τα passion project τους.

Γιατί ένας από τους πιο αναρχικούς σκηνοθέτες που δούλεψαν στο Χόλιγουντ και ποτέ τα στούντιο δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν (πόσο μάλλον να πουλήσουν) είχε την ανάγκη να πει αυτή την ιστορία; Ίσως γιατί ο Γκίλιαμ, ένας storyteller παλιάς κοπής λίγο πριν τα 80 του, σε μια εποχή που η φαντασία αντικαταστάθηκε από τις CGI χασμωδίες των executives που θεωρούν μονόδρομο επιτυχίας το άνοιγμα στο box office, νιώθει πιο μόνος από ποτέ.

Πάντως η 12η προσωπική ταινία του, όσο ατσούμπαλη κι αν είναι στα σημεία και όσο ευρηματική στο σύνολό της, κλείνει αισιόδοξα: με την επικράτηση των παραισθήσεων. Άλλωστε το μικρόβιο της αποδραστικής φαντασίας και ο χειροποίητος ρομαντισμός δεν θα πεθάνουν ποτέ.

Μπορείς να ξεκουραστείς τώρα, Τέρι. Τα κατάφερες καλά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #167

Nine Inch Nails

Bad Witch

Η ιδέα της μετάλλαξης είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη δισκογραφία του Trent Reznor. Αυτή η ιδέα λάμπει ξανά στα σκιώδη και υγρά τραγούδια τoυ Bad Witch και μάλιστα με τον πιο βρώμικο τρόπο: ο δημιουργικός νιχιλισμός των Νine Inch Nails δίνει ξανά το παρών. Στον πυρήνα των νέων κομματιών κυριαρχούν οι αγωνίες του σύγχρονου, αλλοτριωμένου ανθρώπου, σε μια χαοτική κοινωνία η οποία τον καταπίνει σαν κινούμενη άμμος. Η συλλογική ύβρη, δεν αφήνει περιθώρια λύτρωσης. Αυτήν τη συλλογική συνενοχή και το γενικότερο αίσθημα απελπισίας ο Reznor το περιγράφει με ταραγμένα ντραμς και με τολμηρά ηλεκτρονικά πειράματα, θέλοντας να μας ρίξει σε μια θύελλα από οργανωμένους θορύβους.

Το Bad Witch είναι επιβλητικό και κάργα ατμοσφαιρικό, με τον Reznor να προκρίνει το δέος και να βροντοφωνάζει: «όλα είναι αισθητική». Σίγουρα θα συμφωνούσα με όλο μου το είναι, αν δεν αφηνόταν ακάλυπτη η ανάγκη μου να επικοινωνώ συναισθηματικά με τη μουσική. Ο Reznor δείχνει πλέον δηλαδή τόσο απορροφημένος από τη φορμαλιστική μανία του Atticus Ross, ώστε δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με προσωπικές ευαισθησίες. Συναισθηματικά, έτσι, δεν κυρτώνει πουθενά στο νέο άλμπουμ, κάτι που δεν συνέβαινε στις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος, π.χ. στο The Downward Spiral (1994) ή στο Fragile(1999). Εδώ, οι συνθέσεις του προκρίνουν μονίμως το διαταραγμένο και αφανίζουν το τρυφερό. Προκρίνουν την κλινική παρατήρηση και ατενίζουν τους ακροατές ως κουκκίδες. Η ένστασή μου βρίσκεται στο ότι οι κουκκίδες αυτές είναι ζωντανές και έχουν (και) συναισθηματικές ανάγκες.

Ωστόσο οι Νine Inch Nails εξακολουθούν να κάνουν τις σύγχρονες, τσαμπουκαλεμένες nu metal μπάντες να θυμίζουν κολεγιακή κομεντί στην Καλιφόρνια. Τα παραμορφωμένα πνευστά του “Play Τhe Goddamned Part” φτιάχνουν ένα ευπρόσδεκτο ταξίδι στους στοιχειωμένους εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς. Στο “Shit Mirror”, πάλι, η Αμερική κοιτάζεται στον καθρέφτη –και το είδωλο είναι αποκρουστικό. Η γκροτέσκο ατμόσφαιρα του “I’m Not From This World” σε παρασύρει σε έναν ψυχεδελικό σαματά. Και φυσικά υπάρχει και το “God Break Down Τhe Door”, το οποίο αντλεί από τους ύστερους πειραματισμούς του David Bowie· πραγματικά ακούγεται σαν μπάσταρδο ξαδερφάκι που ξέφυγε από τα sessions του Blackstar.

Ο Reznor εξακολουθεί λοιπόν να στήνει ωραίους, αυτοκαταστροφικούς χορούς γύρω από φωτιές σε βιομηχανικά τοπία. Ας υστερεί με τα χρόνια σε συναισθηματικό επίπεδο. Τουλάχιστον εξακολουθεί να έχει πίστη στον ήχο που ο ίδιος επινόησε, άσβεστη φλόγα, ουρλιαχτή κορώνα, ανεξέλεγκτα όργανα και πληθωρική δεξιοτεχνία. Ίσως έχουμε ξεχάσει τι σήμαιναν κάποτε όλες αυτές οι αξίες, τις οποίες βρίσκαμε σε τραγούδια όπως το “If They Move Kill ‘Em” των Primal Scream. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να τις ξεχάσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Bill Murray, Jan Vogler & Friends: New Worlds

24Blmr_5.jpg

Kαθώς μεγαλώνει, ο Bill Murray αποκτά το βλέμμα ενός «καλλιτέχνη» που, ενώ έχει δει τα πάντα, δείχνει να μην εντυπωσιάστηκε. Όχι γιατί δεν αισθάνθηκε πολλά, αλλά γιατί κατάφερε να προσπεράσει τα προφανή και να αντικρίσει τη ματαιότητα και την ομορφιά αυτού του κόσμου.

Πάμε πάλι, χωρίς τις υπερβολές που πρώτος ο ίδιος ο Murray θα ακύρωνε.

Έχει εκείνο το βλέμμα του σιωπηλού παρατηρητή, ο οποίος έχει δηλώσει εδώ και καιρό μια διακριτική «παραίτηση», επιμένει όμως να σε κάνει να γελάς –όχι παριστάνοντας τον αστείο, αλλά με το να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινος. Το βλέμμα του καθώς μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο τρυφερό, πιο ήπιο και αγνό, επειδή εντυπώθηκαν πάνω του αρμονικά όσα έμαθε και έζησε. Όσο αρμονική ήταν και η μουσική συνύπαρξή του με τον Jan Vogler, στη σκηνή του Ηρωδείου. Όσο αρμονικά έδεσε η ποίηση του Walt Whitman με τον πιανιστικό ιμπρεσιονισμό του Μωρίς Ραβέλ.

24Blmr_2.jpg

Η τυχαία συνάντηση του Αμερικάνου ηθοποιού με τον Γερμανό τσελίτσα, τού έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία μέσα απ’ τον υπέροχο δίσκο New Worlds (2017). Αυτήν την ηχογράφηση μας έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν στο Ηρώδειο, πλαισιωμένοι από την έξοχη βιολονίστρια Mira Wang και την εξαιρετική πιανίστρια Vanessa Perez. Το ασύμμετρο σχήμα κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις ιδέες του απρόσμενου δισκογραφικού πειράματος και κυρίως να μας παρασύρει σε μια ιστορική αναδρομή με άξονα τον αμερικάνικο πολιτισμό. Φαινομενικά, ωστόσο, η παράσταση έμοιαζε με τρυφερό φόρο τιμής σε ήρωες της αμερικάνικης λογοτεχνίας και σε μουσουργούς που άφησαν το αιώνιο σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής.

Επάνω στη σκηνή, η αφήγηση του Μurray σε απόσπασμα του «Ελαφοκυνηγού» του James Fenimore Cooper αγκαλιάστηκε από τη μουσική του Φραντς Σούμπερτ, ενώ το “Moon River” του Henry Mancini άφησε χώρο για αποσπάσματα από τις εκλεκτές «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Mark Twain. Οι εικόνες του αμερικάνικου Νότου έμπλεξαν με τους στίχους του Τom Waits και μας έστειλαν περιπατητές με μια άλλη Αμερική. Οι επιλογές όμως δεν ήταν τυχαίες. Στον πυρήνα της παράστασης υπέβοσκε ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμάζουσα Αμερική του Τραμπ, η οποία σκεπάζει σαν μαύρο σύννεφο τον πλανήτη. Όχι σαν πολιτικάντικο «κατηγορώ», αλλά σαν ταξίδι στην καρδιά όσων έκαναν σπουδαία την καλλιτεχνική παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεπρόβαλε έτσι ένας ήπιος στοχασμός επάνω στη διαστρέβλωση της παράδοσης, δίχως δημαγωγία και φανφάρες. Το αφηγηματικό νήμα των επιλογών διέσχιζε την αόρατη αμερικάνικη ιστορία, από την καταπάτηση της γης των Ερυθρόδερμων (δια χειρός Fenimore Cooper), μέχρι την εκμετάλλευση των Μαύρων (μέσω των γλαφυρών αφηγήσεων του Mark Twain).

24Blmr_3.jpg

Πρόκειται για καλλιτεχνικό εγχείρημα αναγκαίο στην εποχή της απαξίωσης κάθε σπουδαίας κληρονομιάς. Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις σε οποιοδήποτε ζοφερό παρόν, μας είπαν με στυλ οι εμπνευστές του New Worlds. Με μια απλή επίσκεψη στο West Side Story του Leonard Bernstein (1957), μπορείς να βρεις νέα μηνύματα για την εποχή του ναρκισσισμού των σέλφι στα social media ακούγοντας ξανά το “I Feel Pretty”, αλλά και για την πληγή του μεταναστευτικού στο “America” (διάολε, το Πουέρτο Ρίκο ΕΙΝΑΙ στην Αμερική). Η πένα του James Thurber, επίσης, σατίρισε τη μεγαλομανία των ανθρώπων της εξουσίας, ενώ το πνεύμα του Ernest Hemingway έλαμψε στις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του· η στωική αφήγηση του Murray μας βοηθούσε να συνδέσουμε τις τελείες και να κάνουμε τους συσχετισμούς μας με τη φιλοσοφία της παράστασης.

Φυσικά ο δείκτης ψυχαγωγίας ήταν ρυθμισμένος πολύ ψηλά, με τον Μurray να αναλαμβάνει τον ρόλο του οικοδεσπότη που ξέρει πότε να δώσει χώρο στους σολίστ και πότε να κλέψει την παράσταση με το πηγαίο του χιούμορ. Όταν δεν απήγγειλε, όταν δεν χόρευε, όταν δεν προκαλούσε το sing-along του κοινού και όταν δεν καθόταν διακριτικά πίσω από το πιάνο, αναλάμβανε χρέη crooner. Μας χάρισε λοιπόν όμορφες ερμηνείες στο μοναχικό blues “When Will I Ever Learn To Live In God” του Van Morrison, στο σαρκαστικό “It Ain’t Necessarily So” από τη θρυλική όπερα του George Gershwin Porgy And Bess, αλλά και στο “Jeanie With The Light Brown Hair” του Stephen Foster (η ερμηνεία του εδώ πλησίασε περισσότερο την εκδοχή του Sam Cooke). Το φινάλε τον βρήκε να μοιράζει μια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα στο κοινό, χαρίζοντας χαμόγελα, ενόσω οι μουσικοί καταχειροκροτούνταν.
Ο Bill Murray θα ήταν ένας από εμάς, αν δεν μας χώριζαν από εκείνον ωκεανοί από coolness και κατακτημένης γνώσης. Το ταλέντο του, ούτε καν το υπολογίζω.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #166

Arctic Monkeys

Tranquility Base Hotel + Casino

Πολύ θα ήθελα να ακούσω μια άσκηση ύφους πάνω στη μουσική του Serge Gainsbourg (ας πούμε) από έναν μεταμοντέρνο/ρετρό ερμηνευτή σαν τον Richard Hawley (ας πούμε). Δεν θα ήθελα όμως να ακούσω το συγκεκριμένο πείραμα από ένα συγκρότημα σαν τους Arctic Monkeys –από τους Last Shadow Puppets ίσως να ήταν πιο ευπρόσδεκτο.

Η φρεσκάδα ιδεών που έφερνε ως τώρα το γκρουπ με κάθε νέο δίσκο υποχωρεί, αφήνοντας έδαφος σε εξυπνακισμούς. Η μπάντα που πάντα έκανε ρουά ματ κινήσεις στην καρδιά των βρετανοθρεμμένων millennials (κυρίως εκείνων που έχουν indie ευαισθησίες), είναι εδώ πιο αμήχανη από ποτέ. Υπάρχει μια άβολη ανάγκη για νέο στυλ στο Tranquility Base Hotel + Casino. Ακόμη κι αν τα τραγούδια συχνά δημιουργούν ονειρόκοσμους, σε ξενοδοχεία πολυτελείας στο φεγγάρι.

Στο Tranquility Base Hotel + Casino υπάρχουν βέβαια υπέροχα αγκιστράκια, τα οποία σε κρατούν αγκαλιά με αγαπημένα ακούσματα: το γλυκό σόλο στο “One Point Perspective”, οι επισκέψεις του φαντάσματος του David Bowie και οι αδιόρατες glam rock πινελιές στο “Four Out Of Five”, που τις αισθάνεσαι γαργαλιστικά, σαν γλώσσα στο αυτί… Πρόκειται όμως για ζυγισμένες αναπαραγωγές αυθεντικών ήχων.

Στο 6ο του άλμπουμ, το κουαρτέτο απ’ το Σέφιλντ δείχνει να περιφρονεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ίδια ένταση που περιφρονεί και τα ρεφρέν. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από pulp ιστορίες με εξωγήινες αποικίες και τέρατα του διαστήματος, με τη sci-fi αυτή θεματική να έρχεται ποτισμένη με jazzy κιθάρες, οι οποίες συνοδεύουν τις soul αφηγήσεις. Μην περιμένετε ωστόσο να σιγομουρμουρήσετε κάποιον στρογγυλό ρυθμό: κάθε που ξεκινάει το επόμενο τραγούδι, έχεις ξεχάσει τι άκουγες στο προηγούμενο. Ο ακροατής ψάχνει μάταια να βρει έναν ρυθμό να κρατήσει στη μνήμη του, σαν να ψάχνει για χειρολαβή να κρατηθεί στο τρένο.

Υπάρχουν λοιπόν δύο μεγάλα αρνητικά στο Tranquility Base Hotel + Casino.

Πρώτα-πρώτα, βρίσκω αποκαρδιωτικό ότι μία ομάδα φρέσκων ακόμη παιδιών, στέκει πρόθυμη να σου πει τα πάντα για τη νοσταλγία, αλλά είναι αδιάφορη για το αύριο. Σαν να μην υπάρχει ένας καινούργιος τροχός που περιμένει να ανακαλυφθεί από τους ταλαντούχους αυτού του κόσμου. Το άλλο αρνητικό είναι πως οι Arctic Monkeys μπαίνουν σε ένα αντιδημοκρατικό …«Radiohead mode». Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι μουσικοί συρρικνώνονται μπροστά στις υπαρξιακές και στυλιστικές αγωνίες ταυτότητας και αυτοέκφρασης του μπροστάρη Alex Turner.

Ο Turner θέλει να προκρίνει το ταλέντο του ως αναμοχλευτής της γαλανομάτας soul και ως σκαπανέας της βινυλιακής παράδοσης. Υποδύεται έτσι τον δανδή της νυχτερινής soul, τον crooner που τραγουδάει για ολιγάριθμο κοινό το οποίο χύνει δάκρυα στη μπύρα του, τον φαλσέτο τύπο που κουβαλάει εμπειρία, τον lounge κήρυκα των αρετών του «αναλογικού» κόσμου. Δεν σχετίζεται όμως με καμία από τις αντίστοιχες κουλτούρες· απλά τις παριστάνει πειστικά για τις ανάγκες της στροφής που αποφάσισε το συγκρότημα, 5 χρόνια μετά το εκρηκτικό ΑΜ του 2013.

Οι Arctic Monkeys φαίνονται να έκαναν πραγματικά πολλές ώρες brainstorming ώστε να βρουν τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν προκειμένου να μην πέσουν σε παγίδες επανάληψης. Όμως τελικά δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη για κάτι ουσιαστικό. Μοναδικός στόχος στο Tranquility Base Hotel + Casino μοιάζει η ψυχαγωγία με χωνεμένους ήχους από τη δισκοθήκη. Ανάμεσα λοιπόν σε επάξια καλούδια όπως το τεχνοφοβικό “She Looks Like Fun”, το αντικαπιταλιστικό “The World’s First Ever Monster Truck Front Flip”, ανάμεσα στην τρυφερότητα του “Golden Trunks” και στη σοσιαλμιντιακή κριτική του “Batphone”, ο ακροατής μάλλον περνάει θαυμάσια.

Αλλά δεν νιώθεις ποτέ ότι υπήρξε κάποια επείγουσα καλλιτεχνική ανάγκη να γραφτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια, όσο καλαίσθητα και να είναι. Δεν αισθάνεσαι ποτέ δηλαδή ότι οι Arctic Monkeys ΕΙΝΑΙ αυτά τα τραγούδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #165

Kylie Minogue

Golden

Το φλερτ της αξιολάτρευτης Kylie Minogue με την κάντρι αποδείχθηκε τόσο επιφανειακό, όσο η selfie ενός κοριτσιού με ένα μπάντζο κι ένα καουμπόικο καπέλο από τις βιτρίνες του Μανχάταν, κάτω απ’ το hashtag #country.

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς έπεισαν οι παραγωγοί αυτού του δίσκου την Αυστραλέζα σταρ για μια τόσο αχρείαστη στροφή. Μάλλον υπέθεσαν ότι θα πιάσουν τον ελεγχόμενο παλμό του «μέσου» έφηβου, που μπορεί να παγιδευτεί στην ουδετερότητα της ροδομάγουλης pop. Αλλά το Golden καταλήγει ιδανικό παράδειγμα για το πώς να φτιάξετε ένα τεχνικά σωστό άλμπουμ χωρίς να συμπεριλάβετε τίποτα το ουσιώδες, ξοδεύοντας χρόνο και ενέργεια δίχως καμία προκοπή. Το πώς καταφέρνουν κάποιοι παραγωγοί και αποπροσωποποιούν τα πάντα, είναι απορίας άξιο.

Στο ναρκωμένο περιεχόμενο του δίσκου συνυπάρχουν όλα τα στιχουργικά κλισέ περί «πτώσης» της κάθε Katy Perry εκεί έξω (“Stop Me From Falling”), με samples που νομίζουν ότι αναβιώνουν τη μουσική των σπαγγέτι γουέστερν (“Golden”). Εντοπίζονται επίσης κιτς δράματα τα οποία πολύ θα ήθελαν να αντλήσουν απ’ την παράδοση της Dolly Parton (“One Last Kiss”), καθώς και μπόλικο γιαλαντζί groove, που θυμίζει λοβοτομημένη girly pop για νηπιαγωγεία (“Shelby ’68”). Τα τραγούδια του Golden θέλουν ψυχαναγκαστικά να ασχοληθείς μαζί τους, χωρίς όμως να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος. Πώς να συναινέσεις στην κοινοτοπία; Ούτε καν το ακροατήριο το οποίο έχει μουδιάσει πια από την μαλθακή pop δεν αντέχει άλλο. Για παράδειγμα, υποθέτω ότι ο Chris Martin δεν ήταν διαθέσιμος ή ήταν πολύ ακριβός για να τραγουδήσει την απαραίτητη μπαλαντόσουπα “Music’s Too Sad Without You”. Έπρεπε έτσι να υποστούμε κάποιον τροβαδούρο με το όνομα Jack Savoretti.

Η Kylie Minogue δεν μπορεί να ανέβει στα τακούνια της Shania Twain και να καβαλήσει αυτό το κομμάτι του mainstream, οπότε καταφεύγει στην άγευστη χαριτωμενιά. Ακούγεται λοιπόν σαν ζαχαρομπουμπού με μόνη προτεραιότητα το να μην ξεβολευτεί. Το σύνολο του Golden μπορεί να χαρακτηριστεί «γλυκουλίνικο» και τα τραγούδια του «τζουτζουκάκια», ερμηνευμένα από μια χαριτωμένη bimbo, η οποία νιώθει σαν σπουργιτάκι. Μέσα σε αυτήν την επιτομή της σιγουράτζας, ξεχωρίζει μετά βίας το “Raining Glitter” που διαθέτει ένα σχετικό ρυθμό, αν και δεν θα γίνει ποτέ “Love Profusion” (όπως θα ήθελε), γιατί πνίγεται με την ίδια τη ροζ τσιχλόφουσκα που μασάει εμμονικά. Όλα τα υπόλοιπα κομμάτια ακούγονται τόσο άνοστα, ώστε κάνουν τις «αμαρτωλές» μέρες των Stock, Aitken & Waterman να μοιάζουν με περασμένα μεγαλεία.

Το καταγέλαστο Golden, πλην της μίας μονοκοπανιάς κατανάλωσής του, δεν θα το «χρειαστεί» κανείς ξανά. Ας ελπίσουμε ότι η άστοχη κίνηση της πανέμορφης Αυστραλέζας θα μπει γρήγορα κάτω απ’ το χαλάκι με τον επόμενο δίσκο της. Δεν το αξίζει άλλωστε κάτι τέτοιο η τραγουδίστρια που υπήρξε το απόλυτο Ιt girl της χορευτικής pop. Ας κάνουμε επομένως όλοι μαζί ότι δεν συνέβη ποτέ. Το έχει κερδίσει αυτό το μικρό συγχωροχάρτι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #164

The Last Drive

TheLastDrive

Πάντα υπήρχε ένα ανοιχτό δισκογραφικό ραντεβού με τους Last Drive και το νέο τους album είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γεννήσει αυτή η αέναη υπόσχεση. Πόσω μάλλον μετά από μια μακρά πορεία γεμάτη δάφνες και τεταμένες σιωπές, και χωρίς τη βαρετή τυπολατρία που συνήθως συνοδεύει ένα reunion. Πέραν της τεχνικής – εκτελεστικής υπεροχής τους, το ευτυχές με τους Last Drive είναι ότι ακούγονται ως οφείλει να ακούγεται μια μπάντα που δεν έχει κωλύματα σχετικά με το που ανήκει και που δεν υποφέρει από άγχος να προλάβει το τρένο της τρέχουσας εποχής. Η κατασταλαγμένη φιλοδοξία τους, προσφέρει το έδαφος για στομφώδη ήχο, που παραπέμπει στον ζόφο του stoner και τη βαρβάτη ατμόσφαιρα του αιχμηρού heavy rock.

Το album αυτό είναι μια ροκ σιδηροκατασκευή που δεν υποκύπτει ποτέ στον μπαμπούλα της macho αυτοέκφρασης. Πρόκειται για ένα κιθαροντυμένο σύνολο τραγουδιών, ορθόδοξο στις γραμμές και γκρουβαριστό μέχρι λιποθυμίας, που το συγκρότημα παίζει απλά και ξάστερα. Τα κομμάτια είναι ανέγγιχτα απ’ τις συνήθεις αλλοτριώσεις, τους συμβιβασμούς και τις ρυτίδες στον ήχο των «καταξιωμένων». Όπως για παράδειγμα το Snakecharmer, που ψυχεδελίζεται ηδονικά χωρίς να ακυρώνει τις βασικές συνισταμένες ενός τραγουδιού.

Ο δίσκος αποτελεί μια πύρρεια νίκη απέναντι σε δύσπιστους (όπως κι εγώ) που σε τέτοιες περιπτώσεις περιμένουν μια τυχοδιωκτική ζαριά στην επικαιρότητα. Ο αμόλυντος ήχος και το θανατερά cool στιλ, σε πιάνουν κατάμουτρα και μαρτυρούν όλη τη σοβαρότητα ενός σχήματος που συστάθηκε και ανασυστάθηκε για κάποιους λόγους της προκοπής. Ίσως μέσα μου, το βάρος των τίμιων προθέσεων και των καθαρών ιδεών να βαραίνουν περισσότερο στην ακρόαση απ’ ότι τα ίδια τα τραγούδια, αλλά οι Last Drive είναι κομμάτι ενός ρεύματος (που δεν υπάρχει πια) αδόξαστων ηρώων που έφτιαχναν πλούσια ανεξάρτητη μουσική, με σταχυολογημένα υλικά. Η έκφρασή τους υπακούει σε ένα καθήκον που δεν γίνεται ποτέ άχαρο ή καταναγκαστικό.

Δεν μιλάω για περασμένα μεγαλεία. Τα καινούρια κομμάτια των Last Drive σε κάνουν να πιστεύεις ότι η παρούσα «φάση» που περνάνε, έχει πολλά να σου πει.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #163

Στέρεο Νόβα

Ουρανός

Ο Ουρανός είναι ένας υπεύθυνος δίσκος.

Να εξηγηθώ. Μια επιστροφή των Στέρεο Νόβα δεν θα συνέβαινε απλώς στις επικεφαλίδες της δισκογραφικής επικαιρότητας, αλλά θα διεκδικούσε ζωτικό χώρο στις καρδιές μας. Ο Κ.ΒΗΤΑ και ο Μιχάλης Δέλτα, 20 χρόνια πιο έμπειροι μετά την τελευταία τους συνύπαρξη στο στούντιο, είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται πλήρως τον συναισθηματικό τους αντίκτυπο σε όσους ακούνε τη μουσική τους. Θα μπορούσαν εύκολα λοιπόν να μας συγκινήσουν με δυο instrumental αεροφωτογραφίες πάνω απ’ την πόλη ή με δυο ποιητικές αράδες για διαλυμένα παζλ. Θα μπορούσαν βέβαια και να πατήσουν πάνω στα ηλεκτρονικά layers των έναστρων ambient ουρανών που κέντησαν οι ίδιοι στη δεκαετία του 1990.

Ευτυχώς, δεν μας θέλουν απλούς θεατές, να ξαναβλέπουμε και φέτος το καλοκαίρι από έναν εξώστη την ίδια ταινία. Επιλέγουν αντιθέτως να εξελίξουν τον πυρήνα των στιλιστικών τους αγωνιών. Και το καταφέρνουν με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα, βαδίζοντας στον δρόμο της υπευθυνότητας. Αντί λοιπόν να αντλήσουν από την παλέτα του περιφανή μύθου τους, μας χαρίζουν ένα φρέσκο, μορφωμένο σύνολο ιδεών, που φαίνεται πως γράφτηκαν με αφοσίωση από δύο ευαίσθητους τεχνίτες των synths, οι οποίοι χαρτογραφούν το σημερινό αστικό τοπίο και δοκιμάζουν ξανά να το εξημερώσουν.

Οι μουσικοί δρόμοι στον Ουρανό είναι διπλής κατευθύνσεως, καθώς οι Στέρεο Νόβα επιθυμούν να συμμετέχουμε –στοχεύουν στο «μαζί». Έχουν μάλιστα τη διαύγεια να μην περάσουν ξανά απ’ το βιομηχανικό έρεβος του Τέλσον (1996) ή απ’ τη συνεσταλμένη ορμή του Ασύρματου Κόσμου (1994). Οι απαντήσεις άλλωστε για το προς τα πού πάνε οι προσευχές μας όταν πετούν σαν πουλιά, έχουν δοθεί. Αυτό που θέλουν, είναι να ξαναθέσουν τις ερωτήσεις. Και το επιχειρούν με ανάγλυφα instrumentals, τα οποία μπορεί να μην σου χαρίζονται εύκολα, αλλά σε περικυκλώνουν με θέρμη, όπως λ.χ. το υπέροχο “Θηβών“.

Η “Διασταύρωση Ρέιβ“, πάλι, είναι η διανοητική δραστηριοποίηση της χορευτικής εξωστρέφειας: σε κάνει να πετάς πάνω απ’ τα άψυχα κουφάρια της dance κουλτούρας των 1990s και σε απογειώνει. Το πειραγμένο groove της “Ασύμμετρης Διάταξης” ανυπομονεί να θρέψει ημιφωτισμένες, προσωπικές ακροάσεις. Το περιπετειώδες σασπένς στο “Τρίγωνο Φως” διαθλάται στην ατμόσφαιρα και φωτίζει παράξενους cyberpunk χάρτες. Το τραχύ «μαρσάρισμα» στα “Δέντρα” κοιτάζει με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης, βιομηχανοποιημένης electronica. Μπορείς να χάνεσαι στα χυμώδη αναπτύγματα στον “Ουρανό” ή να στροβιλίζεσαι με τις εναλλαγές στη διακύμανση του “Βίντεο Κλαμπ” –ένα εθιστικό και μαστορεμένο κομάτι, που δεν πασχίζει απλά να σε ρίξει σε ιδρωμένες πίστες, αλλά θέλει να συντονιστεί με τους καρδιακούς σου παλμούς.

Οι προσωπικές πορείες του Κ.ΒΗΤΑ και του Μιχάλη Δέλτα κατά την τελευταία 20ετία αφήνουν επίσης το αποτύπωμά τους: το μινιμαλιστικό groove του “Δίαυλος 7” θα μπορούσε να ανοίγει το Life Is Now του Μιχάλη (2015), ενώ η ευοίωνη “Νέα Μόδα” θα έβρισκε εύκολα θέση στη Χρυσαλλίδα του Κωνσταντίνου (2012). Όμως ο Ουρανός είναι προϊόν ενός ντουέτου και όχι συνεταιρική δουλειά. Τα δημιουργικά νήματα που τους συνδέουν έρχονται σε σύμπνοια με τη δική μας επείγουσα ανάγκη να θυμηθούμε τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικής.

Επομένως, η νέα τους συνεισφορά στο σημερινό αστικό soundtrack, αποκτά ζωτική σχεδόν σημασία. Ο στιχουργός που κάποτε μας έκανε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να διασχίσουμε ένα πρωινό τον κόσμο, περιορίζει τα λόγια του: μόλις σε 3 τραγούδια δίνει το παρών η ευέλικτη εκφραστικότητά του στο μικρόφωνο –ή σε 4, αν υπολογίσουμε και τη μελαγχολική πρόζα στο ψυχόδραμα της “Ακτογραμμής“· ενός σπαρακτικού επίλογου, ο οποίος σε αφήνει με βουρκωμένα μάτια εξαιτίας της ικετευτικής τρυφερότητας των στίχων.

Τη θέση τους όμως καταλαμβάνουν (υπεύθυνα είπαμε) οι τρυφερές μελωδίες και οι πυκνές ενορχηστρώσεις, που ατενίζουν νέα ηχητικά πεδία και μας πείθουν να τις εμπιστευτούμε. Στην ομορφιά των τραγουδιών αυτού του δίσκου, αποτυπώνεται έτσι μια εικόνα ευδιάκριτη, πολιτισμένη και αληθινή, μια ζωντανή αντανάκλαση των δημιουργών τους.

«Νέα Ζωή», είπατε; Ίσως αυτή να αρχίζει μόλις τώρα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #162

Manic Street Preachers

Resistance Is Futile

Με βασικά εφόδια την προσηλωμένη ενέργεια και το τσαγανό, οι Manic Street Preachers επισκέπτονται ξανά τις μέρες της νιότης τους, όταν βασίζονταν στην κοχλάζουσα αδρεναλίνη τους. Το αγέρωχο ροκ των Βρετανών παραμένει μεστό και λυγερόκορμο. Στον φετινό τους δίσκο συναντάμε ξανά εκείνους τους περήφανους μελοδραματισμούς που στόχευαν στην τίμια κιθαριστική εξωστρέφεια της εργατικής τάξης. Όμως, σε καμία περίπτωση το Resistance Is Futile δεν αποτελεί άλμπουμ «επιστροφής», το οποίο θα πατήσει στα χνάρια που άφησε πίσω του το υπέροχο Futurology (2004).

Ίσως να μην έχει μεγάλη σημασία ότι το νέο άλμπουμ των Ουαλών δεν κομίζει καμία καινοφανή ιδέα και ότι δεν κάνουν κανένα αποφασισμένο βήμα προς τα εμπρός. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι παίζουν εγκάρδια το υλικό τους. Το new wave, η power pop και το macho αμερικανικό rock συγκυβερνούν στο πηδάλιο, αλλά για κάποιον απογοητευτικό λόγο δεν αφομοιώνεις πρόθυμα τον δίσκο στο ακέραιο. Τα τραγούδια, στο σύνολό τους, δεν είναι τόσο διορατικά ή σοφά όσο μας έχει συνηθίσει το συγκρότημα, ώστε τελικά να μας δικαιώσουν.

Δεν ισχυρίζομαι πάντως ότι έχω κάποια μομφή απέναντι στα τραγούδια, δεν έχω μάλιστα καμία αντίρρηση στη μυρωδιά τους. Οι Manics ακούγονται σοβαροί και πειθαρχημένοι, σαν να έχουν μια δουλειά να εκτελέσουν· χωρίς να αστειεύονται και χωρίς διάθεση να υπερβούν τον εαυτό τους. Βέβαια, διαθέτουν τα γαλόνια της πολυεθνικής μπάντας, η οποία δικαιούται να ατενίζει το ακροατήριό της με σχετική αλαζονεία. Υπάρχει ωστόσο μια άβολη αίσθηση πως γράφουν ανερμάτιστα πράγματα, που τα γεμίζουν με γενικολογίες και στο τέλος ακούγονται διάτρητα μέσα στη δυνατή (όπως λέμε loud) παραγωγή.

Η αρσενική τρυφερότητα που ανέκαθεν τους χαρακτήριζε δεν χάθηκε, πάντως· βγάζει μάλιστα περικοκλάδες σε τραγούδια όπως το “In Eternity” ή το κολλητικό “Vivian”. Αλλά παρεμβάλλεται κάτι σαν το “Hold Me Like a Heaven”, που θυμίζει τις άνευρες στιγμές των Coldplay με το γηπεδικό «oh-oh-oh» και σε πετάει άγαρμπα έξω απ’ το τρένο.

Το Resistance Is Futile είναι σαφώς άνισο και μας θυμίζει πως τους Manic Street Preachers αρχίζει και τους νικάει ο χρόνος. Όμως δεν πρόκειται για κάποια αλλοτρίωση στον αισθητικό πυρήνα του συγκροτήματος. Η νίκη του χρόνου είναι πιο ύπουλη, καθώς η έμπειρη μπάντα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί στην κινούμενη άμμο των δικών της σλόγκαν, των απαράλλαχτων hooks και των περασμένων μεγαλείων που θέλει να αναβιώσει. Αυτό που πετυχαίνει τελικά ο δίσκος, είναι να κάνει τα τραγούδια του Holy Bilble (1994) να μοιάζουν με κοφτερά λεπίδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #161

Moby 

Everything Was Beautiful and Nothing Hurt

Screen-Shot-2018-03-06-at-2.09.53-PM-1520363637

Θεωρείται μάλλον μπανάλ να ακούει κάποιος Moby το 2018, αλλά πρόκειται για κατάφωρη αδικία. Τον χαρισματικό μουσικό δείχνει να τον έχει καταπιεί ο κυνισμός των millennials, οι οποίοι δεν έχουν δικούς τους ήρωες και γι’ αυτό αποδομούν με ευκολία τους παλιότερους. Ακόμα και η γενιά που έζησε την έκρηξη της dance και techno κουλτούρας τη δεκαετία του 1990, δεν τον θεοποίησε πραγματικά. Ο πατριάρχης της χειροποίητης electronica δεν απέκτησε ποτέ μυθικές διαστάσεις (όπως τόσα ονόματα και ντουέτα, που χάλαγαν κόσμο τότε), ίσως γιατί μας έκανε να νιώθουμε ότι ήταν ένας από εμάς.

Αλλά ο μικρόσωμος Moby με το ακτιβιστικό, clean-cut προφίλ και το σοφιστικέ παρουσιαστικό, εξακολουθεί να εργάζεται αδιάκοπα και να κυκλοφορεί δίσκους αστικής pop, με θαυμάσια τραγούδια: και το Last Night (2008) και το εγκληματικά υποτιμημένο Wait For Me (2009), περιείχαν εξαιρετικό υλικό. Διάολε, ακόμα και το Innocents (2013) έβριθε από ιδέες πλούσιες και ηχητικά χορταστικές, που ήθελαν να σε εκτινάξουν στο διάστημα.

Τα υλικά της στιλιστικής φόρμας παραμένουν ίδια: προφορικά φωνητικά, οικουμενικοί συλλογισμοί σε εσωστρεφές στυλ, κελαρυστές αρμονίες σε λούπα, αιθέρια πλήκτρα χωρίς βαρύτητα και γυναικεία μουρμουρίσματα που τυλίγονται γύρω από πολλαπλά στρώματα συνθεσάιζερ, με ένα ambient πέπλο να τα σκεπάζει όλα τρυφερά μεταξύ τους.

Στο φετινό του δίσκο, ο Moby αντλεί ξανά από τη μήτρα που γέννησε τα πιο όμορφα soulful διαμάντια της καριέρας του, όπως το “Porcelain”. Τώρα πια δεν είναι απλά μελαγχολικός και μόνος σαν τον Little Idiot – το ζωγραφιστό alter ego που συνόδευε την πρώτη περίοδό του. Πλέον, ο 52χρονος Moby δεν είναι ο αμήχανος shoegazer των πιο αφιλόξενων dancefloor που όταν δεν μιξάρει beats για ιδρωμένους χορευτές, προτιμά να χάνεται σε έρημους ambient ονειρόκοσμους. Στην εποχή του Τραμπ, ο ίδιος έχει ζωτικής σημασίας λόγους για να αισθάνεται απογοητευμένος και να αναπολεί μια εποχή που «όλα ήταν όμορφα και τίποτα δεν πονούσε». Μάλλον ο Moby συνειδητοποίησε ότι η οικολογική μελαγχολία της ακμής του techno ήταν μια πόζα: ένα κούφιο στυλ χτισμένο πάνω σε πλαστική ατμόσφαιρα.

Διακρίνει κανείς μια αχνή ιδέα αξιοπρεπούς παραίτησης ανάμεσα στις μελωδίες του δίσκου. Από την ονειροπόληση του “Like Α Motherless Child”, που τραγουδάει εξαιρετικά η Raquel Rodriguez, ως τον ανυψωτικό downtempo ρυθμό του “The Last Of Goodbyes” και από το νωχελικό trip hop του “Welcome To Hard Times” μέχρι το πειραγμένο neo-gospel του “Sorrow Tree” και τον «ανθεμικό» υπνωτισμό του “The Waste Of Sums”, ο Νεοϋορκέζος μουσικός κρατάει ψηλά τον πήχη της υγιούς πλευράς του chill-out και ξορκίζει με συνθετικές μελωδίες την αέναη θλίψη του.

Μπορεί να μην έχει πραγματικά σπουδαία τραγούδια το Everything Was Beautiful, And Nothing Hurt, αλλά κάπως έτσι θα ακούγονταν το τελευταίο πάρτι του κόσμου, το βράδυ πριν τη μεγάλη καταστροφή. Τραγούδια με πλήρη συναίσθηση της μοναξιάς τους, μακριά από την επικαιρότητα και τις επιταγές της, χωρίς κρεσέντο και εντυπωσιασμούς. Μόνο με τη θέρμη των ήπιων synths, το εξομολογητικό ύφος, και τη γλυκιά υφή των ημιφωτισμένων beats. Το coolness ας πάει στον αγύριστο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #160

Tracey Thorn

Record

Η παρατημένη αυτοπεποίθηση της Tracey Thorn και το ιδιόμορφο μέταλλο της φωνής της, την έχουν κατατάξει ανάμεσα στις πιο αξιαγάπητες ερμηνεύτριες που δεν είχαν ποτέ «πρωταγωνιστικό» ρόλο.

Το 5ο της προσωπικό άλμπουμ ονομάζεται απλά «Δίσκος». Δεν χρειάζεται κάτι πιο δελεαστικό για να συγκεντρώσει ξανά το ακροατήριο μετά από 8 χρόνια απουσίας, καθώς οι ερμηνείες της προσφέρουν ένα εγγυημένα καθησυχαστικό διάλειμμα από όσα μας περιβάλλουν. Μάλιστα, ακούγεται το ίδιο αυθεντική και συναρπαστική σε σχέση με τα χρόνια των Everything But the Girl, τότε που αποτελούσαν από μόνοι τους έναν συναισθηματικό φάρο στη δεκαετία του 1990. Σεβασμό λοιπόν σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές καλλιτέχνιδες της βρετανικής σκηνής, η οποία μπορεί και θέλει, ακόμα, να βγάζει τίμιους δίσκους δίνοντας σημασία στον μελωδικό οδηγό της φωνής της, ενώ τα beats μαίνονται τριγύρω.

Τα τραγούδια του «Δίσκου» προσφέρουν απλόχερα μελωδίες μοντέρνας, αστικής electronica, που προορίζονται για τα αυτιά του «καλλιεργημένου» pop ακροατή. Τα τραγούδια αποζητούν τα αυτιά όσων θέλουν να αγαπήσουν μελωδίες που να μην υποδύονται, αλλά να σημαίνουν κάτι: να έχουν συναισθηματικό βάρος. Η παραγωγή του Ewan Pearson αποτυπώνεται ψύχραιμη και χωρίς περιττά άγχη, με την Thorn να ακούγεται σαν «φίλη» καθ’ όλη τη διάρκεια. Μέσα από τον ρομαντικό ρεαλισμό του αέρινου “Smoke”, τη φεμινιστική οργή του “Sister” (με την Corinne Bailey Rae να συνδράμει φωνητικά) και την ηλεκτρονική jazz του “Face”, η τραγουδίστρια διαχειρίζεται τη γκάμα των συναισθημάτων με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση. Διατηρεί ακόμη αυτό το μπλαζέ χρώμα στην ερμηνεία, λες και ο χρόνος δεν της έχει στερήσει τους φυσικούς της χυμούς.

Αλλού τραγουδάει για τα υπαρξιακά άγχη μιας μητέρας τη στιγμή που τα παιδιά της φεύγουν απ’ το σπίτι (“Go”), αλλού αναπολεί τις ημέρες του ανέμελου νεανικού clubbing (“Dancefloor”) και αλλού αφηγείται την ιστορία ενός κοριτσιού που ερωτεύτηκε ένα αγόρι ενώ ακούγανε παρέα Leonard Cohen (“Guitar”). Αυτό σημαίνει: pop για ανθρώπους που έχουν νιώσει κουρασμένοι από τον ίδιο τον εαυτό τους, τραγουδισμένη από μια γυναίκα που μπορεί να διαβάζει φιλοσοφικά δοκίμια επάνω στο πέρασμα του χρόνου, ενώ ταυτόχρονα σκάει τσιχλόφουσκες.

Η άφθαρτη Tracey Thorn βγαίνει και πάλι σπαθί προς τα έξω. Και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω με την κομψή ειρωνεία με την οποία κλείνει το μάτι σε όλα τα επίδοξα pop κορίτσια, όσα καλοβλέπουν το κατακτημένο ευρωπαϊκό status της σαν ξερολούκουμο.

Posted in Music | Leave a comment

Τα fake news σε μάραναν. #DeleteFacebook

Η αντίσταση στη διακίνηση των fake news μέσω της διαγραφής των προφίλ μας στο facebook (μόλις διάβασα για την πρόσφατη “συμβολική” πράξη των Massive Attack) μου φαίνεται αστεία και μου θυμίζει όλα όσα αντιπαθώ στον ακτιβισμό της δηθενιάς. Ναι, το FB και η Google, είτε είναι συνένοχοι είτε χάνουν προσωρινά τον έλεγχο στον πόλεμο της πληροφορίας. Ναι, σε κάθε περίπτωση, τα προσωπικά μας δεδομένα και τα κοινωνικά μας προφίλ δεν είναι ασφαλή. Όμως, η δαιμονοποίηση των social media είναι η πλέον απλοϊκή, υστερική και τεχνοφοβική προσέγγιση στην απειλή της ψεύτικης πληροφορίας – κατάλοιπο των χειρότερων πρακτικών που γέννησαν τα ίδια τα social. 

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κλείσει κάποιος το FB, κυρίως για το time consuming του πράγματος που κόβει από πράγματα που έχουν σημασία, αλλά όχι για να προστατευθεί από την επικίνδυνη πληροφόρηση και τα “τρολ”, που ανάθεμα κι αν ξέρουν τι είναι αυτοί που τα κατονομάζουν. Κατά τη γνώμη μου, το φιλτράρισμα των fake news και η διάκριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τις φωτοσοπιές είναι το σύγχρονο IQ test. Κανένας αλγόριθμος και κανένα εξελιγμένο φίλτρο δεν σε σώζουν από το έλλειμμα αντίληψης και οξυδέρκειας.

Επίσης, αν είσαι Αμερικάνος και έφτασες μέχρι την κάλπη για να ψηφίσεις τον Τραμπ, δεν σου φταίνε τα fake news που σε επηρέασαν, ούτε τα troll που σε προβόκαραν ούτε τα bot που σε καθοδήγησαν. Φταίει που δεν έχεις ανοίξει βιβλίο και που δεν έχεις ιδέα από κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές δομές. Τα fake news απλά τα περίμενες για να σου κάνουν ένα poke όταν ήσουν με το ένα πόδι στον γκρεμό της απελπισίας, για να έχεις κάποιον να κατηγορείς.

Με αυτή τη λογική, αν κάποιος παρακολουθήσει τις ειδήσεις οποιασδήποτε ημέρας στο ΣΚΑΙ (το εγχώριο σκληροπυρηνικό right wing propaganda κανάλι, αντίστοιχο του FOX News) θα πρέπει να πετάξει την τηλεόραση απ’ το μπαλκόνι. Ακόμα και οι κομματικοί στρατοί από κάθε παράταξη που αλληλοτρώγονται στην διακίνηση πληροφοριών και μίσους σε κάθε πλατφόρμα, είναι τόσο εύκολο να εντοπιστούν, που σχεδόν καταντούν γραφικοί παρά επικίνδυνοι. Εκτός αν μπορεί να σε επηρεάσει ουσιαστικά κάποια “Julia 19” με 10 followers και με 1.500 άτομα να ακολουθεί που ΣΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ CAPLS LOCK ANOIXTO ΟΤΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΟΥΝ ΣΥΝΤΟΜΑ KAI ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΣΕ ΣΚΟΠΙΑ!

Τέλος, όσοι βλέπουν με σκεπτικισμό τη δύναμη των social media, ας κάνουν log out για μιάμιση ώρα και ας δουν το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ “City Of Ghosts” (φωτό) στο οποίο μια ομάδα ακτιβιστών, επικυρηγμένων απ’ τον ISIS, μεταφέρουν σε στυλ guerilla δημοσιογραφίας τα νέα για τη γενοκτονία στη Συρία με κίνδυνο της ζωής τους. Υπάρχει και αυτή η χρήση του καταπληκτικού αυτού εργαλείου. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το φίλτρο.

Posted in General | Leave a comment

Album of the Week #159

Justin Timberlake

Man of the Woods

 

Η μετάλλαξη του Justin Timberlake από φουτουριστικό crooner της προοδευτικής disco σε συμβιβασμένο οικογενειάρχη, που θέλει να αφήσει πίσω του τα VIP nightclub ώστε να ξυπνάει απ’ το χάραμα για να καλλιεργήσει τη γη, δεν πείθει κανέναν. Δεν συμμερίζομαι όμως όσους μουσικογραφιάδες μεγάλων εντύπων έσταξαν τόσο μελάνι οργής για τον νέο του δίσκο.

Οι σκεπτικιστές ξεχνάνε ότι, παρά την όποια ελαφρότητα ή αστοχία των στίχων, η απόλαυση της απλής ακρόασης είναι προαπαιτούμενο για την ψυχαγωγική pop. To σίγουρο είναι ότι στο Man Οf Τhe Woods ο Justin Timberlake ακούγεται μπερδεμένος όταν μας λέει ότι θα κόψει ξύλα στο ράντσο της Μοντάνα για να έχουν εφόδια τον χειμώνα η γυναίκα και το παιδί του. Αλλά, πριν μας καταπιεί η σοβαροφάνεια, ας προλάβουμε να απολαύσουμε την εξωστρεφή αύρα και τα ρυθμικά προστυχόλογα του “Filthy” («put your filthy hands all over me»).

Πέντε χρόνια έχουν περάσει από το γενναιόδωρο, παχύρρευστο σε ρυθμούς, μα ξεχειλωμένο από παντού The 20/20 Experience. Πώς από εκείνο το θερμόαιμο, progressive disco σύμπαν, το οποίο περιφρονούσε τα τρίλεπτα πυροτεχνήματα, φτάσαμε στο rednecksploitation (αν υπάρχει τέτοιος όρος), κανείς δεν ξέρει. Λες και ο Justin Timberlake ξύπνησε ένα ωραίο πρωί, άκουσε τους δίσκους των Fleetwood Mac και αποφάσισε να φορέσει καρό πουκάμισο. Βέβαια η σύζυγός του Τζέσικα Μπιλ θα διαφωνήσει, καθώς μας λέει με αισθαντική, ψιθυριστή φωνή: «όταν φοράω τα πουκάμισά του νιώθω το δέρμα του πάνω μου, με κάνει να αισθάνομαι γυναίκα, νιώθω σέξι, με κάνει νιώθω δική του».

Ο Chris Stapleton προσδίδει κάμποση (αχρείαστη) country αξιοπιστία σε κομμάτια όπως το “Say Something”. Μας έρχεται λίγο νότιο gospel απ’ το “Young Man”, αλλά και ίχνη ηλιόλουστης country στο ομώνυμο του δίσκου κομμάτι. Το φαλσέτο επίσης και τα φωνητικά τικ του Timberlake είναι αλάνθαστα και πατούν στα γνώριμα εδάφη του Timbaland και των Neptunes. Είναι άβολη ωστόσο αυτή η τεχνητή βουνίσια οσμή που θέλει να αφήσει ένας προνομιούχος λευκός performer, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη μαύρη αισθητική.

Εξακολουθώ πάντως να θεωρώ το FutureSex/LoveSounds (2006) το αντίστοιχο του Off The Wall του Michael Jackson γι’ αυτόν τον αιώνα: ένα disco/nu-soul αριστούργημα γεμάτο τραγούδια που ο Quincy Jones θα σκότωνε να δώσει στον Jacko για να τραγουδήσει και να χορέψει στο καλλιτεχνικό ζενίθ του. Στο Man Οf Τhe Woods ο Justin Timberlake δεν «ξαναφέρνει το sexy πίσω» αλλά πάει ένα βήμα πίσω, ώστε να βρει τις ρίζες μέσω εύκολων ρεφρέν. Το εθιστικό groove του “Higher Higher” και το “Breeze Οf Τhe World” με τις τσιμπητές κιθάρες, αποτελούν τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Ακόμα και το “Midnight Summer Jam” διαθέτει σαρωτικό groove –κι ας έρχεται μια φυσαρμόνικα το τέλος, που σε ξενερώνει άνευ λόγου.

Σε κάθε νέο άλμπουμ, ο Timberlake είναι καλός οικοδεσπότης, ο οποίος νοιάζεται για τον ακροατή και τον σέβεται. Αυτή τη φορά ένιωσε όμως ότι ο ψυχαγωγικός ρόλος δεν αρκεί και πως έχει την ανάγκη να μπει σε ρολάκια. Δέχεται λοιπόν να τραγουδήσει πράγματα όπως το “Flannel”, μιαχριστουγεννιάτικη σούπα που θα ταίριαζε σε φιλανθρωπικό gala της Unicef, κάνοντας τον Ed Sheeran να φαντάζει σαν κακό παιδί μπροστά του. Είναι δικαίωμά του ασφαλώς να θέλει να κάνει τον μικρό γιο του να χαίρεται με τρυφερά τραγουδάκια (τον ακούμε να γελάει, άλλωστε). Είναι όμως και δικαίωμά μας να βαριόμαστε.

 

Posted in Music | Leave a comment

Kraftwerk Live 3D

 

45Krftw_3.jpg

Όταν βλέπεις τα 4 μέλη των Kraftwerk στη σκηνή να ασχολούνται πειθαρχημένα με τις 4 «μηχανές» που έχουν μπροστά τους, είναι σαν να βλέπεις τα μέλη ενός πληρώματος σε ένα διαστημόπλοιο, να είναι αφοσιωμένα στο σταθερό τους πόστο, ώστε να διεξαχθεί ομαλά το ταξίδι. Το καλλίγραμμο και εστέτ ηλεκτρονικό μόρφωμα των Γερμανών δεν έχει χάσει καθόλου τη γοητεία του, από την εποχή που με πρωτόλεια μέσα αψήφησε κάθε μουσική επικαιρότητα και επέβαλε μια τεχνολογική ταυτότητα στην pop, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε επίμονα στο αύριο.

Οποιοσδήποτε παρακολούθησε με προσοχή τη δίωρη, sold-out εμφάνιση των Kraftwerk στο κλειστό του Tae Kwon Do (και είναι στα σύγκαλά του), θα μπόρεσε να αντιληφθεί ξανά πόσο ανυπέρβλητο στέκει το ηλεκτρονικό οικοσύστημα που παρήγαγε το συγκρότημα στη δεκαετία του 1970. Ειδικά εκείνα τα μοτίβα ρομποτικής techno-νομίας, τα οποία όλοι πιπιλούσαν ενώ κανείς δεν μπορούσε ακριβώς να ορίσει. Ο εναγκαλισμός της ευρωπαϊκής ευαισθησίας με την τεχνολογία και τον φουτουρισμό παρήγαγε κάμποσα ορόσημα, όπως το “Model” και το “Computer Love”· οι δονήσεις τέτοιων τραγουδιών αντήχησαν με τρόπο επιβλητικό στη συναυλία.

Το άκαμπτο και ακλόνητο tempo των “Numbers”, “Computer World” ή “The Man-Machine” και οι κυκλικές υφές των synths σε κομμάτια όπως το “Spacelab”, το “Neon Lights” και το “Autobahn”, δημιούργησαν έναν διαβολικό και οργανωμένο πάταγο στο κατάμεστο στάδιο. Οι Kraftwerk παρουσιάστηκαν αιχμηροί, σοβαροί, επιβλητικοί, σε έναν συνδυασμό διανόησης και σωματικότητας που απευθυνόταν σε οποιονδήποτε είχε πιάσει το νόημα.

45Krftw_4.jpg45Krftw_5.jpg

 

 

 

 

 

Μέσα από ειδικά γυαλιά, ο κόσμος χάζευε σε τρισδιάστατο φόντο τα αριθμητικά σύμβολα, ιπτάμενους δίσκους να επισκέπτονται την Ακρόπολη, το vintage υλικό, τα τετραγωνισμένα σχήματα και τα ποικίλα χρωματικά παιχνίδια. Εικόνες που υπαγόρευαν την αισθητική και κούμπωναν στις στιλπνές συνθετικές επιφάνειες του “It’s More Fun Τo Compute”, του “Αirwaves” και του “Electric Café”. Σκέφτομαι πόσοι τόνοι gigabyte (δεν λέω δίσκους ή βινύλια) ηλεκτρονικής μουσικής που παρήχθησαν έκτοτε από χιλιάδες παραγωγούς και ορδές από DJs έχουν αντλήσει υλικό απ’ αυτήν τη μήτρα και πόσο έχουν θρέψει τη χορευτική κουλτούρα τα μουσικά σχήματα του Ralf Hütter. Τα δε φωνητικά του, ακόμα και μέσα από την πιο έντονη παραμόρφωση, καταφέρνουν και ακούγονται πάντα ανθρώπινα: κουβαλούν ακόμη ένα πέπλο μελαγχολίας.

Οι Kraftwerk έπαιξαν με την άνεση που έχουν οι βετεράνοι όταν κάνουν τον γύρο του θριάμβου. Χάρη στον όγκο της παραγωγής και στα εφέ, μας έβαλαν πολύ βαθιά στον ρυθμό τους, παρόλο τον αναμενόμενο μαθουσαλισμό που εμπεριέχει μία ακόμη περιοδεία των Γερμανών. Μπορεί το μέλλον το οποίο οραματίζονταν και καλωσόριζαν τα αξιοθαύμαστα ρομπότ στο art pop δοκίμιo “The Robots” να έχει παρέλθει, όμως η πολιτιστική κληρονομιά τους εκτείνεται πολύ πιο μακριά απ’ οτιδήποτε θεωρούμε ακόμα και σήμερα ως «νέο».

Το “Radioactivity” και το “Trans Europe Express”, που ακούστηκαν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, μας θύμισαν πως είναι κάτι περισσότερο από απλά τραγούδια: αποτελούν ουσιαστικά ένα διαρκές ατμοσφαιρικό fade-in στις αγωνίες ενός ανδροειδούς απέναντι στα ανθρώπινα ερεθίσματα.

45Krftw_8.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #158

Ryhe

Blood

Η επιδερμίδα του νέου δίσκου των Rhye είναι απαλή και μεταδίδει ένα αίσθημα αβίαστα ζεστής αγκαλιάς. Το Blood σε καλεί να χαλαρώσεις και να βουτήξεις στον καλοκαιρινό new age αισθησιασμό· και το κάνει με τραγούδια κομψής electrosoul.

Παρά όμως το στιλάτο και πολιτισμένο πλαίσιο, οι ηδονές του σώματος και οι ερωτικοί χυμοί αντιμετωπίζονται σαν installation διανόησης. Ο ερωτισμός δεν αντλεί δηλαδή από τη νιρβάνα της «soul κρεβατοκάμαρας» που δόξασαν οι Isley Brothers ή ο Teddy Pendergrass παλιότερα –ούτε καν στη «γαλανομάτικη» εκδοχή της. Ακόμα και το καλλίγραμμο γυμνό κορμί του εξωφύλλου, οι Rhye δεν το επικοινωνούν με πόθο. Αντιθέτως, θαυμάζουν τον τρόπο με τον οποίον το κάδρο κεντράρει στα οπίσθια, καθώς και το ασπρόμαυρο φίλτρο του φωτογράφου. Σαν άσκηση ύφους με hashtag: #nude.

Ο Καναδός Mike Milosh και ο Δανός Robin Hannibal πιάνουν βέβαια τον παλμό ενός κοινού που δεν έχει λόγο να αρνηθεί τη φιλική pop την οποία του σερβίρουν. Πραγματικά, δεν έχεις κανέναν λόγο να μη σου αρέσει το Blood. Αλλά δεν έχεις και κανέναν λόγο να ταυτιστείς μαζί του, αφήνοντάς το να σε παρασύρει συναισθηματικά. Επιλέγουν μάλιστα τίτλους όπου η τρυφερή προστακτική ενισχύει το ελεγχόμενο προφίλ τους: «Μέτρα ως το Πέντε», «Νιώσε το Βάρος Σου», «Μείνε Ασφαλής». Τραγούδια που παριστάνουν έναν πρόθυμο ώμο για να γείρουν όσοι νιώθουν μόνοι σαν σπουργιτάκια,  αρέσκονται όμως τελικά στο να αποτυπώνουν τη μοναξιά σε αισθαντικές φωτογραφίεςγεμάτες αυτοπεποίθηση.

Το ντουέτο οφείλει την όποια αξία του στη στενή σχέση που έχει με τις στρογγυλές αρμονίες. Βοηθάει ιδιαίτερα ασφαλώς και το μέταλλο των φωνητικών, που θυμίζει ανδρόγυνο σε ημι-ληθαργική διάθεση. Πρόκειται για τραγούδια μυοχαλαρωτικά, λες και το στούντιο στήθηκε μέσα σε κάποιο μεγάλο spa και οι παραγωγοί δούλευαν φορώντας μπουρνούζι.

Το Blood κυλάει στρωτά και ξάστερα, σε ένα φανταστικό μέρος μετα-Sade νηνεμίας, όπου κάνει 12 μήνες καλοκαίρι. Πού και πού πετιέται και κανα σπαθάτο groove για να μας ταράξει από την ηλεκτρική κουβέρτα της μαλθακής pop, αλλά γενικά η παλέτα χρωμάτων δεν ξεφεύγει ποτέ απ’ τη sunshine pop, αυτή που τραγουδιέται με σμιχτά φρύδια. Όλα τα κομμάτια έχουν το ίδιο, απαράλλαχτο ύφος, σε βαθμό ώστε το track sequence χάνει κάθε σημασία. Ακόμα και σε ανάποδη σειρά να παίξουν δηλαδή τα νέα τραγούδια των Rhye, δεν θα καταλάβεις καμία διαφορά τη δεύτερη φορά που θα ακούσεις τον δίσκο.

Διαθέτουν πανάλαφρο χάδι οι Rhye. Απολαμβάνουν τις γεύσεις των φρούτων και τις οσμές του καλοκαιρινού αέρα, αλλά δυστυχώς στερούνται της περιπέτειας των The xx, πόσο μάλλον του ενορχηστρωτικού οραματισμού των Beloved. Συνεπώς, ας αφουγκραστούμε τα τιτιβίσματα των πουλιών, γιατί κανένα σωματικό υγρό δεν πρόκειται να παραχθεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #157

Kendrick Lamar

Black Panther The Album: Music From And Inspired By

Η βαρυκόκκαλη μηχανή δισεκατομμυρίων της Disney και η αχόρταγη βιομηχανία-μέσα-στη-βιομηχανία της Marvel, επένδυσαν στο όραμα του κοφτερού μυαλού του Kendrick Lamar και του ανέθεσαν να ντύσει μουσικά την ταινία του πρώτου Αφροαμερικάνου υπερήρωα του σινεμά.

Στο Black Panther – The Album ο Lamar νιώθει άνετα να υπογράψει όχι μόνο το συνοδευτικό soundtrack μιας ταινίας, αλλά και της γενιάς του Black Lives Matter ολόκληρης. Μας συστήνεται λοιπόν σαν το alter ego του ήρωα και ραπάρει σαν παρανοϊκός ιεροκήρυκας της μαμάς Αφρικής («Κing of my city, king of my country, king of my homeland»). Ό,τι έκανε δηλαδή ο Curtis Mayfield για το soundtrack του Super Fly (1972), ο Marvin Gaye για αυτό του Trouble Man(1972) και ο Isaak Hayes για τον Shaft (1971), το επιχειρεί με αξιοθαύμαστη πειθώ και δεξιοτεχνία ο 30άρης ράπερ από το Compton, ο οποίος κρατάει τα ζουμερά συστατικά της κοινωνικής αφύπνισης και τη don’t-give-a-fuck συμπεριφορά των καλύτερων blaxploitation, όσων έλαμψαν στο βρώμικο περιθώριο της δεκαετίας του 1970. Συστατικά που πλέον δικαιούνται να ξεσπαθώσουν και στο mainstream.

Μετά από 4 στούντιο άλμπουμ και εντατική δουλειά, κάθε φορά που ο Lamar παρουσιάζει νέο υλικό, δείχνει ότι υπερίπταται κάμποσες χιλιάδες πόδια πάνω από τη macho παπαρολογία του σύγχρονου hip hop. Και όλα αυτά χωρίς να χάνει ποτέ το λαϊκό έρεισμά του. Εδώ, μαζί με τον αρχηγό της εταιρείας Top Dawg Entertainment, τον Anthony Tiffith, ανακατεύει την τράπουλα των προσδοκιών και έχει κάτι για όλους.

Κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς στο “All Τhe Stars” με τη φιλική προς τα ραδιόφωνα φωνή της SZA και, πριν προλάβεις να επαναπαυτείς, επελαύνει στο “X” με τον Schoolboy Q και τον 2 Chainz. Τα τραγούδια που θα ακολουθήσουν αποτελούν ένα δειγματολόγιο του state of the art του μουσικού: το μπαλαντοειδές “The Ways” πατάει στη γρατζουνισμένη φωνή του Khalid· το “Opps” αναδεικνύει την ευρηματική ταχυλογία της Yugen Blakrok, η οποία φέρνει στο μυαλό την ηλεκτροφόρα Missy Elliott με τον τρόπο που «κεντάει» δίπλα στο electro soul ύφος του Vince Staples. H δε φωνή της Jorja Smith στο “I Am” στέκεται σαν φάρος απέναντι στις χαϊδεμένες Nicki Minaj αυτού του κόσμου. Ένα πραγματικό μπαράζ εκπλήξεων.

Το “Paramedic!” και το “King’s Dead” είναι γεμάτα με παχύρρευστα grooves, μαζί με ένα περιρρέον συναίσθημα κοινοτικής αλληλεγγύης, με ξεκάθαρους συνειρμούς ως προς τους πάλαι ποτέ niggaz with attitude. Η πραγματική αποθέωση, όμως, έρχεται στη συνεργασία με τον The Weeknd για το “Pray For Me”: ένα κλιμακωτά καυλωμένο κομμάτι, όπου τα tribal φωνητικά και τα οργιαστικά κρουστά σε ρίχνουν στη δίνη με στίχους όπως «I fight the world, I fight you, I fight myself».

Το Black Panther – The Album είναι πολυπρόσωπο, σφύζει από περήφανες ιδέες και βρίσκει τον διορατικό Lamar να ακτινοβολεί με την αύρα του αρχηγού που ορίζει τις κινήσεις της φυλής του. Χλευάζει μάλιστα τα εύκολα «χολιγουντοδόλαρα» που έπεσαν στα πόδια του, μετά από συνεννοήσεις δισκογραφικών στελεχών και επενδυτών της Disney. Η ανάθεση του soundtrack ήταν ευφυής κίνηση, δεδομένου του άξιου περιεχομένου, καθώς από την ενορχήστρωση μέχρι τη σειρά των τραγουδιών, το σύνολο αποδεικνύεται σχεδόν αλάνθαστο.

Το hip hop όπως το ξέραμε, δεν κατοικεί εδώ. Έχει αντικατασταθεί με μία πωρωμένη nu-soul, η οποία νιώθει αγκαζέ με την παράδοση του four-on-the-floor. Ζήτω ο νέος βασιλιάς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Αναχώρηση για Παρίσι 15:17

Έχετε παρατηρήσει ότι έχει γίνει πλέον κανόνας, οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα να δείχνουν στους τίτλους τέλους τα πρόσωπα των πραγματικών ηρώων; Στην ταινία «The 15:17 to Paris» δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι τρεις Αμερικάνοι ήρωες που βρέθηκαν στο τρένο Thalys #9364 με προορισμό το Παρίσι είναι παρόντες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, καθώς ο Κλιντ Ίστγουντ είχε την φαεινή (όσο και ανόητη) ιδέα να μη χρησιμοποιήσει επαγγελματίες ηθοποιούς, αλλά να βάλει τους ίδιους να παίξουν τον εαυτό τους.

Ο Ίστγουντ συνεχίζει το σερί ταινιών που εξυμνούν τον μέσο Αμερικάνο που ξεπερνάει τον εαυτό του για το γενικότερο καλό, μετά το ακραία μιλιταριστικό «American Sniper» και το μελοδραματικό «Sully» (πάλι καλά που δεν είχε τότε την ιδέα να βάλει τον αληθινό πιλότο να παίξει στο “Sully” και προτίμησε τον Τομ Χανκς).

Στο «The 15:17 to Paris» βλέπουμε τον Άντονι Σάντλερ, τον Άλεκ Σκαρλάτος και τον Σπένσερ Στόουν, τρία παιδιά που κινήθηκαν ηρωικά και απέτρεψαν μια τρομοκρατική επίθεση, αφοπλίζοντας έγκαιρα έναν φανατικό Ισλαμιστή που είχε σκοπό να αιματοκυλίσει ένα τρένο. Αναμφίβολα πρόκειται για πράξη ανδρείας και αυταπάρνησης, που δίκαια έκανε τον τότε πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ να τους παρασημοφορήσει με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής. Θα καταλάβετε θέλετε δεν θέλετε το πόσο δίκαιο ήταν, καθώς στο τέλος της ταινίας βλέπουμε ολόκληρη την ομιλία του Ολάντ από τηλεοπτική κάλυψη, λες και έπρεπε να δούμε το δελτίο ειδήσεων εκείνης της ημέρας για να βεβαιωθούμε για το πόσο σπουδαίο ήταν όλο αυτό.

Πρόκειται για την πιο απροβλημάτιστη και φτηνή σε συναίσθημα ταινία της μακράς φιλμογραφίας του Ίστγουντ και ο συναγωνισμός για κάτι τέτοιο είναι μεγάλος. Ο Κλιντ νομίζει ότι πρωτοπορεί και ότι κάνει ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που ενσωματώνει τη φόρμα της παραδοσιακής μυθοπλασίας. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει είναι ένα κακοστημένο docudrama για τους λάτρεις του Τραμπ. Προσοχή, όχι για τους Ρεπουμπλικάνους γενικά, αλλά για τους θαυμαστές του Τραμπ. Ενα αντίστροφο «celebrity rehab» που αντί για αποτοξινωμένους «has beens» βλέπουμε τα role models της διπλανής πόρτας να αναβιώνουν τη στιγμή της δόξας τους, με λεξιλόγιο λίγο πιο φτωχό από τις Καρντάσιαν και με μια ενοχλητική μοιρολατρία να διαπερνάει το φιλμ. Από την πρώτη στιγμή ο Ίστγουντ υπερθεματίζει στην ιδέα πως αυτά τα τρία παιδιά ήταν προορισμένα εκ γενετής από μια ανώτερη δύναμη να κάνουν αυτή την πράξη.

46tmvw_2.jpg

Στο πρώτο μέρος της ταινίας βλέπουμε μια αναδρομή στα παιδικά χρόνια των ηρώων, όταν η πίστη τους στον Θεό ήταν σπουδαιότερη από την δημόσια εκπαίδευση ή από την εκπαίδευση γενικότερα. Οι γονείς τους στράφηκαν στο Χριστιανικό σχολείο και τα παιδιά αγαπούσαν από πολύ νωρίς τα όπλα και τις σφαίρες. Μεγάλωσαν σωστά, μας υπογραμμίζει ο Κλιντ, όπως πρέπει να μεγαλώνει ένα παιδί δηλαδή: να κοιμάται με το αληθινό τουφέκι πάνω απ’ το παιδικό του κρεβάτι και να προσεύχεται με φόντο τη σημαία. O Σπένσερ Στόουν είναι αυτός που παίρνει πάνω του το μεγαλύτερο βάρος της (ανύπαρκτης) ιστορίας από τους τρεις. Τον βλέπουμε να βρίσκει την υγειά του στην αγνή πειθαρχεία του Αμερικάνικου στρατού. Όπως αφήνει να εννοηθεί ο σκηνοθέτης, αν αυτά τα παιδιά οπλοφορούσαν, όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω τους θα ένιωθαν ασφαλείς. Μια πολιτικά ξεκάθαρη και «περήφανη» στήριξη της ιδέας της οπλοκατοχής.

Στο δεύτερο μέρος του έργου, βλέπουμε χωρίς λόγο τους τρεις παιδαράδες να μην λένε τίποτα, να μην κάνουν τίποτα και να περιφέρονται άσκοπα στα τουριστικά αξιοθέατα της Ρώμης και του Άμστερνταμ. Ο Κλιντ βλέπει μια παρέα από «γαμώ τα παιδιά», εγώ βλέπω τρεις κάγκουρες με σελφοκόνταρο. Τρεις νεαρούς που σε δυο ώρες κινηματογραφικού χρόνου δεν μπορούν να πουν δυο προτάσεις της προκοπής στη σειρά.

Ο σκηνοθέτης δεν τους επιτρέπει καν να βρίσουν στο ελάχιστο. Φυσικά, άλλωστε οι αιώνιοι φαντάροι στην ηλικία των 20’s όταν διακοπάρουν στην Ευρώπη μόνοι τους δεν πετάνε ούτε «fuck». Αυτό μάλλον θα έριχνε την μετοχή της εθνικής υπερηφάνειας στον κόσμο που θα πήγαινε στο σινεμά να τους θαυμάσει.
Κάπου μέσα στις αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας σκηνές των διακοπών, ο Ίστγουντ ρίχνει και σχόλια ειρωνικού εθνικισμού, βάζοντας έναν αγενή τουριστικό ξεναγό να χλευάζει τους Αμερικάνους που θεωρούν ότι ο στρατός τους εξανάγκασε σε ήττα τον Χίτλερ.

Η ταινία, ίσως να λειτουργούσε σαν χορηγούμενο διαφημιστικό για τον στρατιωτικό τρόπο ζωής, και θα μπορούσε να προβάλλεται για πάντα στα ΚΨΜ των στρατοπέδων, σε νεοσύλλεκτους ΕΠΟΠ και σε απόστρατους που καθαρίζουν τα όπλα στη βιτρίνα του σπιτιού τους. Πιθανότατα μπορεί και να τονίσει την αυτοπεποίθηση του κάθε white trash του Αμερικάνικου Νότου, που έχει ανάγκη να νιώσει ότι γεννήθηκε για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Ίσως κάποτε να είναι αυτός που θα έχει την τιμή σκοτώσει κάποιον ύποπτο, μελαμψό τύπο. Ο καλός Θεός ας προσέχει τους παλικαράδες εκεί έξω και ας τους φωτίσει όταν θα σηκώσουν το όπλο τους για να σημαδέψουν. Να’σαι καλά κύριε Ίστγουντ, μας υποχρέωσες.

46tmvw_1.jpg
Από το Movieworld
Posted in Cinema | Leave a comment

Black Panther

Το καλό timing είναι το παν όσον αφορά το λανσάρισμα ενός προϊόντος στην αγορά. Όσοι μελετούν τη βιομηχανία του θεάματος, καταλαβαίνουν ότι η εποχή μας είχε ανάγκη έναν μαύρο υπερήρωα. Έτσι λοιπόν, το “Black Panther” διαθέτει το πλεονέκτημα του «επίκαιρου» marketing plan. Φυσικά, ανάλογο “correct” πλεονέκτημα είχε και η Wonder Woman, απλά εκείνη η ταινία της Πάτι Τζένκινς ήταν εμπνευσμένη σε κάθε επίπεδο και αποτελεί τιμή και καμάρι στο genre των χάρτινων ηρώων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η εποχή του ακτιβισμού μέσω hashtags (απ’ το #OscarsSoWhite μέχρι το #MeToo), η εποχή των επιθέσεων σε ταινίες με επιχείρημα το whitewashing (“Ghost in the Shell”, “Annihilation” κ.α.) και η εποχή των συζητήσεων για το αν θα πρέπει να υποδυθεί μια γυναίκα τον James Bond (ήμαρτον), χρειάζονταν διακαώς έναν Αφροαμερικανό ήρωα για να θρέψει τις ενοχές της. Όχι επειδή είναι φυσικό κι επόμενο οι ταινίες με μαύρους action heroes να ξεπεράσουν την ρετσινιά του blaxploitation και να παίξουν επί ίσοις όροις στο mainstream, αλλά γιατί είναι «το σωστό» σε αυτή τη φάση, σύμφωνα με τις έρευνες σε δείγματα κοινού που συμβουλεύονται οι executives του Χόλιγουντ.

Πέρα από τις συνθήκες που έστρωσαν το έδαφος για το Black Panther, η ταινία καθαυτή χρησιμοποιεί με ευρηματικό τρόπο το Αφρικανικό περιβάλλον της γενέτειρας του ήρωα, αλλά οι αρετές της σταματούν εκεί. Η ιστορία φέρνει τον ήρωα Τ’Τσάλα στο θρόνο της Γουακάντα, ενός υπερβολικά ανεπτυγμένου κρατιδίου σε επίπεδο τεχνολογίας, πιστό όμως στην αρχαία παράδοση και τις μυστικιστικές δοξασίες της φυλής. Ο νέος βασιλιάς αποφασίζει να εκδικηθεί για το χαμό του πατέρα του, όταν του χαλάει τα σχέδια ο Έρικ Κιλμόνγκερ, ο κακός της ιστορίας που αμφισβητεί την μετριοπαθή εξουσία του και διεκδικεί το θρόνο για να βάλει σε εφαρμογή τα πολεμοχαρή σχέδιά του για να αιματοκυλίσει τον κόσμο. Ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν μπαίνει στη στολή του Μαύρου Πάνθηρα και ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν είναι ο σκοτεινός του αντίλαλος μέσα στην άτρωτη στολή του Κιλμόνγκερ.

Από κεκτημένο φιλελεύθερο ενθουσιασμό, πολλοί Αμερικάνοι μίλησαν για την καλύτερη ταινία που έβγαλε ποτέ η Marvel. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ξαναζεσταμένη συνταγή που δεν αποκλίνει ούτε μια στιγμή απ’ τα χιλιοειπωμένα. Προβλέψιμη έκβαση δράσης, μέτρια χορογραφημένες μάχες, αίσθημα καθήκοντος, ατομικές φιλοδοξίες εναντίον συλλογικής αφοσίωσης, πράξεις ανδρείας και πεντακάθαρα μηνύματα, σε ένα ηθικά προσεγμένο κοκτέιλ για όλες τις ηλικίες (και φυλές) του κόσμου. Η σκηνοθεσία του Ράιαν Κούγκλερ αδιαφορεί για τους ηθοποιούς – ο Μάρτιν Φρίμαν περιφέρεται χωρίς να ξέρει τι ρόλο έχει και τι να κάνει τα χέρια του. Όσο για το βολικό άλλοθι περί πολιτικών μηνυμάτων, στα οποία πολλοί θα βρουν εκπαιδευτικές αλληγορίες περί Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μάλκομ Χ, θα πρότεινα στους γονείς να δείξουν στα παιδιά τους το «Do The Right Thing» (1989). Στην τρυφερή εφηβική ηλικία το είδαμε κι εμείς και πολλά περισσότερα καταλάβαμε και νιώσαμε. Άσε που δεν στερηθήκαμε καθόλου σε ψυχαγωγία, παρόλο που εκείνο το φιλμ του Σπάικ Λι δεν είχε CGI.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #156

Django Django

Marble Skies

Mε το ομώνυμο ντεμπούτο τους (2012), οι Django Django μας συστήθηκαν ως μία μπάντα που σου ανοίγει την καρδιά. Για να τους ευχαριστηθείς, δεν χρειαζόταν να νιώθεις μέρος κάποιας hip κοινωνίας, ούτε να βρισκόσουν στο target group μιας μαζικής, ραδιοφωνικής κουλτούρας. Με τον νέο του δίσκο, το βρετανικό συγκρότημα συνεχίζει να φτιάχνει ευπρόσδεκτα τραγούδια, τα οποία θέλουν να διαβούν τις διάπλατα ανοιχτές πόρτες των ακροατών χωρίς να τα κακοκαρδίσει κανείς. Το καταφέρνουν σε κάποια σημεία, με κόστος όμως κάμποσα περισσευούμενα κομμάτια πλήξης, που ξεδιπλώνονται αναιμικά στα αυτιά μας. Το Marble Skies δεν έχει να δώσει καμιά ελπιδοφόρα απάντηση στη γκρίνα γύρω απ’ το πόσο ομοιογενή ακούγονται τα καινούρια σχήματα της pop, εξαιτίας των ευκολιών της τεχνολογίας. Πρόκειται για ένα κράμα ελαφρότητας και ειρωνείας, το οποίο πατάει επάνω σε μελωδίες που δεν πρόλαβαν ποτέ να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια.

Σαφώς και είναι αγνοί και καλόγουστοι οι Django Django και διαθέτουν ευφυές attitude. Αγαπάνε την ψυχεδελική pop των 1960s, αλλά με νεοκυματικά synths είναι μεγαλωμένοι. Δυστυχώς, όμως, σε πολλά σημεία, το ψυχαγωγικό τους όραμα ακούγεται νωθρό, σαν αποκύημα της αμαρτωλής μουσικής βιομηχανίας των αρχών της δεκαετίας του 1980. Αυτή η προβλεψιμότητα τους αδικεί, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Surface Τo Air”, όπου συμμετέχει η Rebecca Taylor στα φωνητικά. Πρόκειται για ένα κομμάτι που θαρρείς ότι το έγραψαν με αποκλειστικό σκοπό να βρεθούν με το ζόρι στο εξώφυλλο του Rolling Stone.

Στις μεσόρυθμες στιγμές τους είναι που ακούγονται πιο ελκυστικοί. Το “Champagne” έχει ενδιαφέρον electro-funk κορμό, ενώ το “Fountains”, που κλείνει τον δίσκο, είναι περιπετειώδες. Στις καλές στιγμές ανήκει και το “Tic Tac Toe”, όπου οι Django Django ακούγονται σαν συγκρότημα της σχολής των New Romantics που αναγκάστηκε να γράψει το θέμα μιας τηλεοπτικής σειράς γουέστερν. Η αλήθεια είναι πως τα στολίζουν πολύ τα τραγούδια στο Marble Skies, καθώς έχουν προσέξει λεπτομερώς πολλές γωνίες και καμπύλες σε επίπεδο παραγωγής. Δεν ξεπετάνε τίποτα, πράγμα βεβαίως ευπρόσδεκτο στην εποχή που η DIY αντίληψη περί «φτωχού πλην τίμιου» αρχίζει και γίνεται κατεστημένο. Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι το άλμπουμ θα βρει γυρισμένες τις πλάτες του κοινού στο οποίο στόχευε ώστε να γίνει κοινωνός της φάσης του. Ας μη βιαστούμε πάντως να εγκαταλείψουμε το τρένο των Django Django. Πιστεύω ότι έχουν καλούς δίσκους μπροστά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Μορφή του Νερού

Για να επιστρέψει ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο στο προσωπικό του σινεμά, χρειάστηκε άλλο ένα «τέρας». Μετά τον αριστουργηματικό «Λαβύρινθο του Πάνα», ο Μεξικανός σκηνοθέτης μας κάνει δώρο άλλη μια ταινία μέσα από την καρδιά του. Αν ο Ντελ Τόρο είχε μπει σε εκείνο τον αξέχαστο «Λαβύρινθο» για να βρει στην άκρη του νήματος την παιδική αθωότητα και την καλοσύνη, στη «Μορφή του Νερού» προσπαθεί να δώσει σχήμα στη ρευστή φύση του έρωτα. Από την εποχή του «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, έχουμε να δούμε σκηνοθέτη που να ταυτίζεται σχεδόν αυτοβιογραφικά με τα «τέρατα» και να διαχειρίζεται τους ανθρώπους που τα περιβάλλουν σαν απειλή προς την αγνή φύση τους. Στην καρδιά τους ταινίας (που χτυπάει πραγματικά δυνατά) βρίσκεται μια μοναχική και μουγκή καθαρίστρια που δουλεύει σε ένα κρυφό κυβερνητικό εργαστήριο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Εκεί θα αναπτύξει μια τρυφερή σχέση στοργής με ένα αμφίβιο πλάσμα το οποίο έχει υποστεί φριχτά βασανιστήρια.

Η αλληγορία του φιλμ είναι προφανής και οι ιδέες του απτές και ξάστερες. Δεν υπάρχει κάτι το αμφίσημο ή αινιγματικό στην πλοκή της ταινίας. Η τρυφερή πρωταγωνίστρια ξέρει καλά πως είναι να νιώθεις σαν τερατόμορφο πλάσμα και δεν αντιμετωπίζει το αιχμάλωτο τέρας με φόβο. Του προσφέρει αυγά για να καταβροχθίσει, του δίνει ελπίδα όταν δεν υποφέρει από σαδιστικούς βασανισμούς και στο τέλος το ερωτεύεται, μέσα σε ένα (κυριολεκτικό) ωκεανό αγνών συναισθημάτων. Συνένοχοι στη διάσωση του πλάσματος από την καλόκαρδη καθαρίστρια, θα είναι ο μοναχικός γείτονάς της και η Αφροαμερικανίδα συνάδελφός της, που την νοιάζονται πολύ.

47mvw_2.jpg

Ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο ξαναβρήκε σε αυτή την αλλόκοτη ερωτική ιστορία την αγάπη του για το κλασικό σινεμά του φανταστικού. Κάτι ξύπνησε το fan boy μέσα του, που ήταν βουτηγμένο στο sci-fi, τα σκοτεινά κόμικ και τα γοτθικά θρίλερ. Ευτυχώς άφησε πίσω του προσωρινά τον εμπορικό κατασκευαστή του «Blade II», του «Hellboy» και του «Pacific Rim» και μπήκε ξανά στον προσωπικό του κόσμο, σε αυτόν που έλαμψε σαν αμετανόητος στυλίστας με τη «Ράχη του Διαβόλου». Κάθε πλουμιστό κάδρο της «Μορφής του Νερού» είναι βγαλμένο από τα όνειρα ενός ενθουσιώδους παραμυθά. Κάθε σκηνή είναι πλασμένη στη φαντασία ενός μαριονετίστα. Άριστος ρυθμός, γεωμετρικά πλάνα και φωτογραφία που κρατιέται με το ζόρι να μη πεταχτεί έξω απ’ το πανί της οθόνης.

Ο Ντελ Τόρο μπορεί να είναι λαϊκός αφηγητής, ρομαντικός εικονοκλάστης, εμπορικός παραγωγός και τίμιος αναβιωτής των b-movies της ψυχροπολεμικής υστερίας ταυτόχρονα. Δεν καταφέρνει ωστόσο να απαλλάξει τους θεατές από μια άβολη αίσθηση… «Αμελί». Η δραματουργία σε πολλές στιγμές προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια και οι εικόνες είναι ντυμένες στην τρίχα, σε βαθμό που δεν σε αφήνουν να διακρίνεις αληθινές οσμές και να δεις τη σιλουέτα τους. Παρακολουθώντας την ταινία με τα ξεκάθαρους «διαβόλους» και τους φανερούς «αγίους», μπορείς να ρυθμίσεις το IQ στο μηδέν και να ακουμπήσεις μόνο σε πρωτοεπίπεδες αισθήσεις. Έτσι όμως ξεχνάς την ευεργετική επίδραση ενός ερωτικού δράματος που στοχεύει μετωπικά στουςς αισθητήριους μηχανισμούς. Μικρό το κακό, ειδικά όταν τα παραμύθια είναι αγνά και άκακα, σαν μικρά παιδιά που δεν σου πάει η καρδιά σου να τα μαλώσεις.

47mvw_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

6 Greek Albums

Lower Cut

Ocean

Θα ήθελα πολύ να μην είχε κακοποιηθεί εξαιτίας της επαναλήψεως ο όρος «εναλλακτικό», για να τoν κολλήσω δίπλα στον δίσκο των Lower Cut και να συνεννοηθούμε χωρίς πολλά λόγια. To Ocean δεν προφέρει τίποτα “meta” και τίποτα ρηξικέλευθο, αλλά τελικά είναι ευπρόσδεκτο και πιθανότατα απαραίτητο, σε μια εποχή που το ατόφιο, κιθαριστικό ροκ έχει ρημάξει και κανείς δεν κάνει πια τον κόπο. Η γενιά που μεγάλωνε λατρεύοντας ισόποσα την Polly Harvey, τους Lush, τους Breeders (αλλά και τους Echo Tatoo), θα βρουν πράγματα να αγαπήσουν σε τούτο το μεστό και δεμένο album που διακατέχεται από κομψή αισθητική και θηλυπρεπή μελαγχολία. Προσωπικά, τίμησα τις γλυκές κιθάρες του “Endless Countdown On New Year’s Eve” με αλλεπάλληλα «repeat».

Στα 35 μεστωμένα λεπτά του δίσκου, οι Lower Cut αξιοποιούν τη rock δυναμική που έχουν χωνέψει και έχουν βάλει στόχο να μην προδώσουν όσους έχουν όρεξη να αναμειχθούν με αυτούς τους ζωτικής σημασίας απόηχους της δεκαετίας του 90. Ακόμη κι όταν δεν διαχειρίζονται ιδανικά τις σκοτεινές /new age αγάπες τους (Rebound) ή ακόμη κι όταν το σοφιστικέ, μπαλαντοειδές jam τους (War) δεν φτάνει τις θερμοκρασίες που θα έπρεπε, έρχονται τραγούδια όπως το “Honey” που σε κάνουν να κοντοσταθείς. Τα φωνητικά της Ειρήνης Αργύρη μας θυμίζουν ότι δεν είναι μονόδρομος το φιλοσοφικό παζάρεμα με αυτοκαταστροφικούς εφιάλτες και αρκεί το μεστό ύφος για να είναι θελκτικό το αποτέλεσμα. Η παραγωγή του Αλεξ Μπόλπαση θα μπορούσε ίσως να μην καθαρογράφει τα κομμάτια αλλά να άφηνε μουτζούρες και μολυβιές στο γραπτό μιας μπάντας, η οποία ενώ γράφει μουσική με βάση κανόνες και στανταρισμένους άξονες, στο Ocean το κάνει με στυλ. Κρίμα που είναι το τελευταίο τους.

 

May Roosvelt

Junea

Το πεδίο της ηλεκτρονικής dreamy pop μοιάζει να είναι το αγαπημένο τερέν για όσους καλλιτέχνες αγωνιούν να εκφράζουν εμφατικά το μουσικό τους παρόν, αλλά και για όσους έχουν ξεκάθαρο όραμα για τον εαυτό τους, μεσ’ το νεφελώδες σημερινό τοπίο του σοσιαλμιντιόπληκτου αυτοπροσδιορισμού. Η May Roosvelt με το album της Junea είναι σαφές ότι θέλει να παράξει αστικά, μουσικά όνειρα, κεντημένα σε διάκοσμο αιθερόφωνου. Οι συνθέσεις της, παραγματικά διακατέχονται από μια επιθυμία για περιπέτεια– έστω εκ του ασφαλούς. Από το σαρκαστικό παιχνίδισμα του “Pa” με τα γοητευτικά, νυχτερινά bleeps και τις νεορομαντική ενατένιση του “Air”, μέχρι την ανελισσόμενη αύρα του “Let’s”, η May Roosvelt μας δείχνει πως αν μη τι άλλο είναι ικανή να δημιουργήσει ενορχηστρωτική δίνη, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι δυνατή σαν κρύος νυχτερινός αέρας. Αποσυναρμολογημένα αισθήματα και μπλαζέ τρυφερότητα τη βρίσκουν μια χαρά μεταξύ τους, καθώς βρίσκονται αγκαλιά και μπλέκουν τα πόδια τους με νάζι κάτω απ’ τα πολλά στρώματα ηλεκτρονικών ήχων.

Το Junea νομίζει πως είναι ένα σπάνιο υβρίδιο, εξωστρεφές και ευφορικό. Αποτελείται όντως από τραγούδια που με περηφάνεια και κυρίως με στυλ, μπορούν και σηκώνουν το κεφάλι για να κοιτάξουν ψηλά, όμως το δωμάτιο που τα φιλοξενεί είναι χαμηλοτάβανο και δεν έχει αρκετή θέα. Την ανάπτυξη των hook των τραγουδιών ώστε να αποκτήσουν τη σφραγίδα του «σημαντικού» περιορίζει μια εγγενής κόντρα στη φύση των συνθέσεων: της τάσης των τραγουδιών να ενταχθούν στις «cool playlists» της πόλης και την επιθυμία της May να παράξει αληθινά σοφιστικέ ηλεκρονικούς ήχους. Τελικά τα κομμάτια δεν κουμπώνουν όυτε στα ερτζιανά που σερβίρουν «ατμόσφαιρες» αλλά ούτε αποδρούν ποτέ από το χαμηλοτάβανο δωμάτιο δίχως θέα στη γειτονιά του trip hop ή του shoegaze, ώστε να στοχεύσουν κατευθείαν στην καρδιά του ακροατή. Ο μουσικός μικρόκοσμος της May είναι μοντέρνος σε ιδέες, στυλάτος (ειδική μνεία στο ωραίο εξώφυλλο) και δεν θεωρεί το στυλιζάρισμα βρώμικη λέξη, όμως ο δίσκος αδυνατεί να παράξει αληθινούς χυμούς και τελικά μένει να θρέψει μόνο τις πρωτοεπίπεδες αισθήσεις.

 

Tango With Lions

The Light

Δεν χάνεις και δεν χάνεσαι στο «The Light». Οι μουσικές κατευθύνσεις των Tango With Lions έχουν συγκεκριμένη γεωγραφία αισθητικής και δεν σε αφήνουν μόνο σου. Η Κατερίνα Παπαχρήστου δεν περιορίζεται στο να μηρυκάζει τους οικείους ήχους της Βρετανικής κληρονομιάς, ούτε ψάχνει τα ίχνη στο χώμα του Αμερικάνικου κολεγιακού ροκ για να πατήσει με ασφάλεια στη σχηματισμένη πατούσα τους. Στο φετινό τους album, η μοναξιά της Αμερικάνικης ερήμου έχει συχνά το ρόλο του μύστη, ειδικότερα σε τραγούδια όπως το πανέμορφο «Proof Of Desire». Παρά τα συμβατικά ροκ όρια που το ορίζουν, το album μπορεί να καμώνεται πως διαφέρει από την επίπεδη lo-fi ακουστικότητα που πλήττει την μελαγχολική τραγουδοποιία της εποχής. Τα τραγούδια είναι αρμονικά, ευάκουστα, ακόμα και στις στιγμές που χουχουλιάζουν κάτω απ’ την ηλεκτρική κουβέρτα των Walkabouts.

Αν και οι Tango With Lions βάζουν τα δυνατά τους να συγκεντρώσουν όλη τη “ραδιοφωνική” δύναμη που μπορούν, δεν υπονομεύουν την απολαυστική all-day ακρόαση. Η Kat αντιλαμβάνεται σε κάποιες στιγμές τον εαυτό της ως μία σύγχρονη Cat (Power) αλλά χωρίς τις αδικαίωτες νευρώσεις. Κάποιες εύκολες και προφανείς λύσεις στην παραγωγή, όπως τα ανέμελα πνευστά στο «Restless Man» ή η παιδική χορωδία στο ομώνυμο τραγούδι, λύνουν τα χέρια στα δύσκολα. Βρίσκουμε και έξυπνες ιδέες όμως, όπως την χρήση νεορομαντικών πλήκτρων στο «Phoenicia» ή τις τραγανές κιθάρες στο What You’ve Become (δεν μπορεί να μου ξεκολλήσει από το μυαλό ότι σε ένα ιδανικό playlist θα έπαιζε μετά το Mayonaise των Smashing Pumpkins). Βέβαια, κομμάτια όπως The Go Betweens χρειάζονταν μια πιο τολμηρή φωνητική υποστήριξη, ένα πιο δυνατό ερμηνευτικό σπρώξιμο για να φύγει στην κατηφόρα το όχημα. Αυτή είναι και η αίσθηση που αφήνουν τα περισσότερα τραγούδια. Σαν να θέλουν διακαώς να εκραγούν από μέσα τους αλλά πατάνε συνεχώς στα ακροδάχτυλα. Έτσι, κανείς δεν θα μάθει τι ηδονές και τι κινδύνους κρύβουν μέσα τους. Το «The Light» είναι όμορφο στο σύνολό του, αλλά είχε ανάγκη περισσότερο παλμό για να γίνει απαραίτητο και υπολογίσιμο.

 

Bazooka

Ζούγκλα (EP)

«Καλωσήρθατε στη ζούγλα» μας φωνάζουν μεσ’ τα μούτρα μας οι Bazooka, απ’ τις πρώτες κιόλας άναρθρες κραυγές του νέου τους ΕΡ, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του απολαυστικού άλμπουμ τους “Άχρηστη Γενιά”. Κραυγάζουν όμως τον αφορισμό τους, όχι με τo φτιασιδωμένο ύφος ενός κλώνου του Axl Rose που μόλις βγήκε απ’ το κομμωτήριο, αλλά με την ορμή μιας ομήγυρης που θέλει να εξαπολύσει οργανωμένη επίθεση στα ασφαλή σαλόνια μας, μέσα από τσιρίδες, διαβολεμένα φωνητικά και κιθάρες σε θερμοκρασία βρασμού.

Η βολιώτικη μπάντα δείχνει να βρίσκει τη φωνή στην εταιρεία Inner Ear. Τα τέσσερα νέα τραγούδια τους βρίσκονται στο δικό τους, ερεβώδη, σκοτεινό κόσμο, και χαίρονται γι’αυτό. Ούτε ματιά δεν θέλουν να ρίξουν στο λεηλατημένο περιβάλλον γύρω τους. Απ’ τον διαστημικό, πηχτό θόρυβο της ”Ζούγκλας” και την αρρωστημένη, παγανιστική folk του ακουστικού ”Εξαϋλώσου”, μέχρι την εθιστική, γκρουβάτη ανάπτυξη του ”Η Δική Σου Η Σειρά”, το δισκάκι σε ρίχνει με τα μούτρα σε ένα φρενήρες καρουζέλ από ζαλιστικές κιθάρες, μέσα στο οποίο ψάχνεις για χερούλια να πιαστείς. Το πνιγμένο στα παραισθησιογόνα μανιτάρια ”Θέλω Φύση” που κλείνει το ΕΡ, ακούγεται σαν χαμένο nugget που ανακάλυψαν ρακοσυλλέκτες της ψυχεδελικής κουλτούρας της δεκαετίας του 60 και το ανασκευάζουν με χειροποίητα υλικά.

Οι Bazooka παίζουν μουσική σαν να είναι εγκλωβισμένοι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που τους έθρεψε. Οι κιθάρες θέλουν να συντηρήσουν έναν χορό που έχει στηθεί γύρω τους από σαλεμένους και φρικιά. Το συγκρότημα επικοινωνεί σε Ελληνικό στίχο, ποζάρει με αυτάρεσκο, Αμερικάνικο θράσος και ηδονίζεται μιλώντας την παγκόσμια γλώσσα του Rock’n’Roll. Οι εμφανείς επηρροές απ’ τους Mudhoney μέχρι τους Melvins περισσεύουν και ανήκουν σε «σφουγγοκωλάριες» κριτικές και αναλύσεις που παραβλέπουν την άναρχη φύση της μουσικής των Bazooka και των υγρών που παράγουν τα θέλγητρά τους. Εφόσο οι ίδιοι δεν φόρτωσαν με το λίπος άλλων 7 με 8 «fillers» τούτο το σύνολο τραγουδιών, θα ακολουθήσω το παράδειγμά τους και δεν θα υπεραναλύσω την οργανική τους φύση. Αντ’ αυτού θα αυξήσω την ένταση στον ενισχυτή γιατί η επόμενη ακρόαση είναι πάντα καλύτερη απ’ την προηγούμενη. Δεν το λες και λίγο.

 

Afformance

Music for Imaginary Film #1

Οι μελωδίες των Afformance ψάχνουν για εικόνες από σελιλόζη για να τυλιχθούν τριγύρω τους. Το φετινό τους album έχει φτιαχτεί για να ντύσει ένα φανταστικό φιλμ, απ’ αυτά που παίζουν στο μυαλό μας, αλλά και για να θρέψει τα κολάζ αναμνήσεων που φτιάχνει η μνήμη μας. Το Music for Imaginary Film #1 διαθέτει έναν καλά δομημένο, post-rock εναέριο τάπητα, στον οποίο πατάει μια ιστορία αγωνίας ενός ήρωα που θέλει να δραπετεύσει από ένα άγνωστο δάσος. Τραγούδια όπως το Sol in the Woods και το Aftermath, είναι ικανά να απογειώσουν νύχτες αστροφαντασίας και φιλοδοξούν να αντηχήσουν σε κλειστούς χώρους και να απλωθούν στην ατμόσφαιρα. Στον φορμαλιστικό κορμό του δίσκου βρίσκουν έδαφος οι ευδιάκριτες ανησυχίες του άκρως παραγωγικού συγκροτήματος.

Tίποτα δεν είναι στην τύχη σε αυτό το δίσκο: oι ήπιες πιανιστικές μελωδίες και τα ηλεκτρικά ξεσπάσματα είναι αποτέλεσμα ξεκάθαρων στιλιστικών αγωνιών. Πρόκειται στην ουσία για ένα μπουκέτο από περιπετειώδη instrumental με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα ύφους. Δίχως ευκολίες «θορύβου» για να θολώσουν τα νερά και χωρίς τα συνήθη καταφύγια στην αφαίρεση που σε γλυτώνουν απ’ τα δημιουργικά αδιέξοδα. Τούτο το soundtrack για αόρατες εικόνες δανείζεται τον τίτλο του από τη γλώσσα της δισκογραφίας του Brian Eno, αλλά δεν μεγαλοπιάνεται σε καμιά στιγμή του και μάλιστα διαθέτει ενσυναίσθηση του «μικρού μήκους» μεγέθους του. Μπορεί κανείς να σταθεί μόνο στο “619” που κλείνει το δίσκο και ειδικότερα στον τρόπο που κυλάει απ’ τα ηχεία, σαν υγρό, νεφελώδες ambient-rock όνειρο, που θέλει να προλάβει να αγαπηθεί πρωτού εξατμιστεί και γίνει ανάμνηση.

 

Marva Von Theo

Dream Within A Dream

Το Dream Within A Dream είναι φτιαγμένο με μία νιρβάνα στο μυαλό. Πρόκειται για έναν δίσκο που κυλάει στρωτά και κρυστάλλινα, σε ένα τοπίο μετα-Lamp νηνεμίας. Ο δίσκος περιέχει τραγούδια που προκρίνουν τα αέρινα συστατικά των synths και που διψάνε για μια Annie Lennox να τα στείλει ανεπιστρεπτί στα άστρα. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι υστερεί φωνητικά η Μάρβα Βούλγαρη. Αντιθέτως, είναι σε πολλά σημεία εντυπωσιακός ο τρόπος που ακουμπάει σε μελωδικές αφηγηματικές μελωδίες που πασχίζουν να είναι καθαρές και ξάστερες, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από ψιθυρίσματα και από εφέ που εξυπηρετούν (τάχα μου) την ατμόσφαιρα. Αλλού ακούγεται να έχει την αυτοπεποίθηση που θα χρειάζονταν για να ερμηνεύσει ένα τραγούδι για την εναρκτήρια σκηνή ενός James Bond (Inside Your Mind) και αλλού επιτρέπει στο coolness της Europop να πάρει το πάνω χέρι (Somebody New). Η διάθεση και τα ηχοτοπία του Θοδωρή Φοινίδη είναι αρκούντως κεντημένα και η ενορχηστρωτική άποψή του είναι σχεδόν πλήρης και κοντά σε αυτό που θα επιθυμούσε οποιαδήποτε τραγουδίστρια για να νιώσει βολικά.

Οι Marva Von Theo, βολοδέρνουν σε νεορομαντικά, θλιμμένα trio hop και electro τοπία, αποφεύγοντας τις περιττές, ψυχαναγκαστικές συγκινήσεις – κρατάνε μόνο τις ατόφιες. Η αίσθηση του ήχου είναι τραγανή και γεμάτη εύγευστα τρικ στον ήχο. Ειδικά σε τραγούδια όπως το Reaching The Stars που μοιάζουν με μελωδικά σύννεφα που σε μουδιάζουν και σε ρίχνουν σε ένα περιπετειώδες κηνήγι μέσα σε έναν κήπο απολαύσεων. Το album στο σύνολό του απέχει από το να ακουστεί σπουδαίο. Απέχει όμως πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε έννοια μετριότητας. Οι ίδιοι οι Marva Von Theo διαθέτουν άλλωστε υψηλή αίσθηση επαγγελματικής ευθύνης απέναντι στο ακροατήριό τους, το οποίο μάλλον θα εκτιμήσει την τεχνοκρατική υπεροχή τους. Ακόμα και αν ο κορμός των τραγουδιών ήθελε ένα σχετικό συμμάζεμα ώστε να θυμάται καλύτερα τα τραγούδια ο ακροατής στις πρώτες ακροάσεις και να τα ξεχωρίσει από μνήμης, το αποτέλεσμα τους δικαιώνει γιατί μας κάνει να συμμετέχουμε ισότιμα σε μια πολιτισμένη, συναισθηματική, αστική pop από την οποία φτιάχνονται τα όνειρα μέσα σε άλλα όνειρα.

Posted in Music | Leave a comment

Simple Men

There is no such thing as adventure. There’s no such thing as romance. There’s only trouble and desire.
When you desire something you immediately get into trouble. And when you’re in trouble you don’t desire anything at all.

Ο Hal Hartley μπορεί να θεωρηθεί με ευκολία ως ο πατριάρχης της ανήσυχης πλευράς της ανεξάρτητης σκηνής του αμερικάνικου σινεμά. Έσκασε σαν κομήτης την εποχή που το alternative rock και το VHS μεσουρανούσαν. Ως δημιουργός, διέθετε χαρισματική ματιά και το στυλ του ξεχώριζε από κάθε κινηματογραφιστή της γενιάς του. Ο Hartley κατάφερε και έφτιαξε έναν απόλυτα προσωπικό κόσμο από μοναχικούς ήρωες, τους έριξε σε ιστορίες με μινιμαλιστική δράση, τους έδωσε κοφτό και πανέξυπνο διάλογο από επαναληπτικές ατάκες που έδιναν μια χαμηλόφωνη εκκεντρικότητα στο εκάστοτε genre, είτε ήταν η ρομαντική κομεντί “The Unbelievable Truth” (1990) είτε το οικογενειακό δράμα “Trust” (1991), είτε η κατασκοπική περιπέτεια Amateur (1994). Η σπάνια ιδιοσυγκρασία και η μοναδικότητα του στυλιζαρίσματος βρίσκονται σε καλλιτεχνική κορύφωση στο “Simple Men” (1992). Η ιστορία της ταινίας αφορά δύο αδέλφια, τον Bill και τον Dennis, οι οποίοι καταζητούνται από την αστυνομία. Η αινιγματική περσόνα του πατέρα τους και μια προδοσία από την πρώην γυναίκα του Bill, τους κάνει να δεχθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός από μπελάδες και πόθους και αναγκάζονται να φύγουν εξόριστοι. Στον δρόμο θα σταματήσουν σε ένα απομακρυσμένo Diner, όπου ο Bill θα ερωτευτεί την ιδιοκτήτρια.

Όπως κάθε σημαντικός καλλιτέχνης, έτσι και ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης, παρόλο που αποτελούσε την επιτομή του cool, αντλούσε έμπνευση απ’ την παράδοση. Ο εκκεντρικός τρόπος ερμηνείας των ηθοποιών και το αποστασιοποιημένο ύφος με το οποίο εκστόμιζαν τις ατάκες τους, θυμίζει τον Bresson. Η εφευρετικότητα του μοντάζ, φέρνει στο μυαλό την πρώτη χρυσή εποχή του Godard. Αυτός ήταν και ο λόγος που χρησιμοποιούσε μια μικρή ομάδα από ηθοποιούς σε κάθε ταινία. Οι ηθοποιοί που μοιράζονταν τους ρόλους του και αποτελούσαν τον «ολιγομελή θίασο Hartley» ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι στην ιδιοσυγκρασία των ταινιών του.

Στο “Simple Men” η χορογραφία των μηχανικών κινήσεων των ηθοποιών, η απόλυτη γεωμετρία στο χειροποίητο πλάνο, το κοφτό μοντάζ, ο ελλειπτικός διάλογος που μοιάζει να τρέχει σε δύο χρόνους και το εναλλασσόμενο πινγκ-πόνγκ ατάκας που τείνει σε συχνές επαναλήψεις, αποτελούν τις σκηνοθετικές επιλογές που κάνουν το έργο αψεγάδιαστο και ανθεκτικό στη φθορά του χρόνου. Ακόμα και στην εποχή της πλαστικής 3D τεχνολογίας, τα διεισδυτικά κοντινά και τα γεωμετρικά μετρημένα πλάνα του Simple Men είναι χάρμα οφθαλμών. Οι ήρωές του παλεύουν με τις λανθάνουσες φιλοδοξίες τους και το αίσθημα αποξένωσης. Υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης και ματαιοπονίας στο έργο του. Η γλώσσα γίνεται το εργαλείο που τα παραπάνω νοήματα που αντιπαρατίθενται με την αλληλεπίδραση των ηρώων. Ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια των καταστάσεων δεν τον αφορά. Τον αφορούν οι ήρωες και η ακεραιότητα της συναισθηματικής ευφυΐας τους.

Ο Hartley κινηματογραφεί με στέρεα και στατικά πλάνα. Υποδεικνύει το που θα στρέψει το βλέμμα του ο θεατής. Σε αυτό θυμίζει έναν άλλο πρωτοπόρο της ανεξάρτητης σκηνής του Αμερικάνικου σινεμά, τον Jim Jarmusch. Όμως αντίθετα με την ποιητική και αφηρημένη ματιά του Jarmusch, τα πλάνα του Hartley είναι πιο χορογραφημένα. Ο διάλογος είναι ελλειπτικός και βαθυστόχαστος μέσα στη χαλαρότητα και το μπλαζέ ύφος και συνήθως διακόπτεται από τους μοναχικούς ήχους μιας ηλεκτρικής κιθάρας στο soundtrack.Συχνά οι ήρωες στρέφουν το βλέμμα μακριά από τον συνομιλητή τους όταν του απευθύνονται. Παίρνουν αντίθετες στάσεις και τα βλέμματα είναι απαθή. Καμιά φορά βλέπουμε το ύφος και τις αντιδράσεις μόνο αυτού που ακούει και σχεδόν πάντα τα close-up στα πρόσωπα και η κίνηση των σωμάτων αλληλοσυμπληρώνεται. Οι no-budget περιορισμοί μετατρέπονται στο αισθητικό πλεονέκτημα.

48sMvw_3.PNG

Σαν γνήσιο πνευματικό παιδί του Godard, ο Hartley θα αποδομήσει τη γραμμική αφήγηση για χάρη του εγκεφαλικού σχολιασμού. Θα στήσει ολόκληρες σκηνές από μια «μερική οπτική» της δράσης, οι γωνίες λήψεις θα περιορίσουν τις πληροφορίες για τον χώρο και η εικόνα με τον λόγο θα συγχρονιστούν. Όμως οι δυο σκηνοθέτες έχουν και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον πομπώδη παρεμβατικό λόγο και την ποιητική διαλεκτική του Godard, ο Hartley προσδίδει ξεκάθαρα κίνητρα στους ήρωες, τους βάζει σε γνώριμο πλαίσιο δράσης και κάνει τον θεατή να οικειοποιηθεί τις αγωνίες τους. Ο Hartley συντονίζει τη δράση με την αντίδραση ενώ ο Godard αδιαφορεί για τα πλάνα αντιδράσεων, ο Hartley βλέπει οικογενειακό τραύμα εκεί που ο Godard βλέπει ταξική φθορά, ο Hartley εκφράζει ανησυχίες εκεί που ο Godard μιλάει προφητικά.

Ο Hartley δεν έγινε το icon που θα έπρεπε να γίνει. Οι πιο πολλές ταινίες του δεν μπορούν καν να βρεθούν σε DVD. Δεν μπορούσε να γίνει media whore σαν τον Kevin Smith ή να απορροφηθεί από το mainstream σαν τον Richard Linklater. Απέφυγε τα media και από ίνδαλμα χάθηκε στην αφάνεια και τους πειραματισμούς. Θα ήταν κανονική παραφωνία σε μια σύγχρονη κινηματογραφική πραγματικότητα όπου αντιπροσωπευτικό δείγμα ανεξάρτητου σινεμά θεωρείται το Little Miss Sunshine ή το Juno. Είναι πολύ διαφορετικός για να μιλήσει στη γενιά του YouTube και πολύ σπάνιος ακόμα και για τους σινεφίλ θεατές που “πιάνουν” τους Coen. Όμως μια ταινία σαν το Simple Men δεν είναι προϊόν της εποχής της. Έχει μια διαχρονική και παγκόσμια ποιότητα που οι επαναληπτικές θεάσεις της, 26 χρόνια μετά, κάνουν όλο και πιο φανερή. Το Simple Men προσπερνά τα εφήμερα trend και παραμένει ο ορισμός του μοντέρνου, του hip, του quirky, του προχωρημένου και του… post everything.

Ο ήρωας που υποδύεται ο Martin Donovan σε έναν παροξυσμό πανικού και οργής θα φωνάξει ότι δεν αντέχει την ησυχία. Στο επόμενο πλάνο οι ήρωες θα επιδοθούν σε ένα ξεκούρδιστο χορευτικό νούμερο πάνω στο Cool Thing των Sonic Youth. Στο ίδιο πλάνο θα παρεμβληθούν ο Bill και η Kate όπου θα τους δούμε σε έναν χορό σαγήνης, δισταγμού και υπόγειου φλερτ. Ας φανταζόματε ότι θα χορεύουμε για πάντα, παρέα με τους ήρωες, σε αυτή την αιώνια σκηνή.

Posted in Cinema | Leave a comment

Call Me by Your Name

Η ιστορία του «Call Me by Your Name» διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1983, σε μια ηλιόλουστη έπαυλη της Λομβαρδίας στη Βόρεια Ιταλία, μέσα σε καταπράσινους κήπους και ανθισμένα λουλούδια. Ένα πανέμορφο σκηνικό, τόσο σαγηνευτικό που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ακόμη κι ένα παραμύθι. Ο Αμερικάνος καθηγητής Όλιβερ, που κάνει την πρακτική του στην Αρχαιολογία, θα φτάσει ζαλισμένος απ’ το jet lag, στο σπίτι του καθηγητή Ιστορίας Πέρλμαν και της μεταφράστριας συζύγου του, Ανέλα. Ο 17χρονος γιος τους, ο Όλιβερ, θα αναλάβει χρέη βοηθού στη μελέτη του Αμερικάνου, ο οποίος θα περάσει έξι βδομάδες σε αυτό το σπίτι. Μικρό διάστημα, αρκετό όμως για να χωρέσει μια μικρή ζωή.

O σκηνοθέτης Λούκα Γκουαντανίνο δολιχοδρομεί επάνω σε μια ιστορία άγουρου σκιρτήματος και  εξερεύνησης, τονίζοντας τη μοναχική μέθεξη των ηρώων, οι οποίοι νιώθουν πλήρως ελεύθεροι στο θέρετρο που τους περιβάλλει. Οι ήρωες διαβάζουν τους κλασικούς κάτω απ’ τον ήλιο, δροσίζονται με φρούτα, περιφέρονται ανέμεσα σε έπιπλα αντίκες, συζητούν τρώγοντας στον κήπο και κάνουν βόλτες στην πόλη με ποδήλατα. Τα πάντα είναι τόσο όμορφα (και εννοώ ΟΜΟΡΦΑ).

Grow up. See you at midnight”

Ο σκηνοθέτης επιδεικνύει χαζευτική σκηνοθετική ωριμότητα, καθώς δεν υποκύπτει σε καμία μεγέθυνση, δεν επιτρέπει καμία επιτηδευμένη μελαγχολία και δεν πατάει σε καμία «φιλολό» παγίδα που θα υπονόμευε την τιμιότητα των συναισθηματικών κραδασμών των ηρώων του. Εδώ, ο έρωτας δεν συνοδεύεται με εγκεφαλικές παλίρροιες. Το ανέλπιστο δέσιμο των δυο ανθρώπων υπογραμμίζουν τα ανάγλυφα τραγούδια του Sufjan Stevens, τα οποία υγραίνουν τα μάτια και έρχονται σε πλήρη χημική ένωση με τις συναισθηματικές αντιδράσεις μας, με τρόπο που ξεμπροστιάζουν όλα τα γλυκερά soundtrack του Χόλιγουντ.

Τα φροντισμένα κάδρα και η διακριτική παρατήρηση τους, σε υποχρεώνουν να τα εμπιστευτείς. Η παρατήρηση της γλώσσας του σώματος έρχεται σε φυσική αλληλουχία με τις νευρώσεις της ενηλικίωσης, με τις ανάγκες του σώματος και με την ήπια τρυφερότητα των ανθρώπων που έχουν μάθει να συμπεριφέρονται σαν να μην είναι το επίκεντρο του κόσμου.

How you live your life is your business. But remember, our hearts and our bodies are given to us only once.

Το “Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου” ακούγεται σαν το πιο αφοπλιστικό αίτημα μεταξύ δυο εραστών που θέλουν να χαθούν ο ένας μέσα στον άλλον. Είναι και ο τίτλος μιας ταινίας για δυο ανθρώπους που θέλουν να ανταποκριθούν στα πιο επείγοντα αισθήματά τους. Ένας γοητευτικός άνδρας με τη δύναμη να μπαίνει σε ένα δωμάτιο και να το φωτίζει και ένα αβέβαιο αγόρι, εξημερωμένο ως προς τη ερωτική χίμαιρα της εφηβείας. Δυο ήρωες σε ένα παράνομο affair, αποταυτισμένο από περιττές queer ταμπέλες.

Η ταινία είναι ένα συναισθηματικό οικοδόμημα, ικανό να σε γκρεμοτσακίσει σε συναισθηματικούς καιάδες. Μια ερωτεύσιμη μπαλάντα, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω» σου, αλλά και τις πληγές που άφησαν οι αδικαίωτοι έρωτες. Αυτοί που σε άλλες ηλικές μας στοιχειώνουν, ενώ μετά από χρόνια μοιάζουν με γλυκιά ανάμνηση.

O Τζέιμς Άιβορι (Τα Απομεινάρια Μιας Μέρας) έκανε εξαιρετική δουλειά στην διασκευή του βιβλίου, παραμερίζοντας το παρελθόν και το μέλλον των ηρώων και εστιάζοντας στο ουσιαστικό παρόν. Το στόρι εξανθρωπίζει κάθε υποψία gender bender ψυχοδράματος και εστιάζει στην αθωότητα, δίχως να ηθικολογεί. Το φιλμ προσπερνάει τις εφήμερες ηδονές και τα χιλιοειπωμένα επάνω στις bi-curious επιλογές, για να μας κάνει να «συμμετάσχουμε». Μας χαρίζει και εκείνη τη σκηνή με το λογύδριο του πατέρα του Όλιβερ για να έχουμε να πορευόμαστε – μια σκηνή ανθολογίας που θες να ανοίξεις μια αγκαλιά να την κρατήσεις εκεί για πάντα. Καθ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο θεατής νιώθει ότι βαδίζει «μαζί» με τους ήρωες. Νιώθει όσα περνάνε από την καρδιά τους. Νιώθει τα κίνητρα πίσω από τις επιλογές τους. Πάμε πάλι. Με το Call Me by Your Name, ο θεατής «νιώθει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Phantom Thread

Στο αόρατο σημείο όπου βάλλονται οι πνευματικές ισορροπίες και μάχονται οι σχέσεις εξουσίας με τις σχέσεις προστασίας, ανθίζει το εκλεκτό σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον. Από το “Hard 8” (με τη σχέση του παλαίμαχου Sydney με τον νεαρό τζογαδόρο), το “Boogie Nights” (με τη σχέση του προικισμένου πορνοστάρ Ντερκ Ντίγκλερ και του σκηνοθέτη) και φυσικά από τη σαρωτική εποποιία του “There Will Be Blood” (με τον μεταλλωρύχο και τον τοπικό θρησκόληπτο ιερέα) μέχρι το “The Master” (με την πνευματική αντιπαλότητα ενός ψευδοπροφήτη αυτοβελτίωσης και του άγουρου πρωτοπαλίκαρου), η τόλμη των εικόνων του σκηνοθέτη είναι αδιαφιλονίκητη. Στο “Phantom Thread”, ο αμοραλισμός που σακατεύει την ψυχή του ήρωα κινηματογραφείται με εργαλείο την υψηλή ραπτική του μοντάζ. Τα κρυφά νοηματικά περάσματα είναι καλυμμένα με τα πιο ποιοτικά υφάσματα…

Ένας από τους λόγους που ο Πολ Τόμας Άντερσον βγαίνει θριαμβευτής με την 8η ταινία του, είναι ο περίτεχνα γραμμικός τρόπος με τον οποίο κατασκευάζει ένα αψεγάδιαστο μα καθόλα δυσοίωνο ψυχογράφημα αυτοκυριαρχίας και επιβολής. Ο PTA αφηγείται με αυτοσυγκράτηση μια ταινία εποχής για τον κόσμο της μόδας στο Λονδίνο της δεκαετίας του ‘50, που σε άλλα χέρια θα ήταν αφορμή για να ικανοποιήσουν τα υγρά τους όνειρα οι ενδυματολόγοι που θέλουν να βουτήξουν στους κορσέδες και τα τούλια, με «ρομαντικές» ιστορίες που πνίγονται στον ακαδημαϊσμό και ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουσα» πόζα. Όμως ο Άντερσον αδιαφορεί για το παρασκήνιο της ακριβής κοπτοραπτικής και εστιάζει αλλού το ενδιαφέρον του. Πού ακριβώς όμως;

49n_2.jpg

Ο σκηνοθέτης αναζητάει αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ξεφορτωθούν τα βαρίδια περασμένων ζωών και να επιβληθούν στα πάθη του παρόντος. Είναι πολλές οι λεπτομέρειες που θα πρέπει να αναλογιστεί κάποιος ώστε να μπορέσει να εκτιμήσει την ταινία στην ολότητά της. Στο “Phantom Thread”, η παρακμή είναι βραδύκαυστη και προκαλείται από απραγματοποίητους πόθους και ανίκητες ανάγκες. Επιπλέον, το στυλιζάρισμα πατάει στις μύτες, σε μια ψιθυριστή, υπνωτική σχεδόν αφήγηση και σε ένα άβολο αίσθημα ιδιωτικότητας. Αυτό υπογραμμίζεται με την παρατήρηση του κάδρου, τη συνωμοτική γλώσσα του σώματος και το ηχητικό μιξάζ που συλλέγει λόγια από τα σημεία που δεν εξελίσσεται η δράση – μια τεχνική που ο Άντερσον έμαθε από τον μέντορά του, Ρόμπερτ Άλτμαν. Όλες οι πραγματικές εκρήξεις συμβαίνουν εκτός κάδρου. Η αλαζονικές συμπεριφορές και οι μικρές ψυχολογικές πτώσεις, αφήνουν μόνο απόηχους. Το ίδιο και οι ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα. Το φιλμ είναι γεμάτο με ερωτήματα-νάρκες και ιδέες που δύσκολα αφομοιώνονται με την πρώτη θέαση. Ίσως αυτός ο υψηλός δείκτης απαιτήσεων και υπαινιγμού ιδεών να αποδειχθεί ο λόγος που η ταινία θα σκοντάψει στη συνείδηση του μέσου θεατή και της Ακαδημίας των Όσκαρ, παρά τις 6 υποψηφιότητες.

49n_3.jpg

Ο κύριος Γούντκοκ ζει κάτω από την επιτήρηση της αδελφής του και παλεύει με τα φαντάσματα της μνήμης, μέσα σε έναν αεροστεγώς κλεισμένο κόσμο που έφτιαξε ο ίδιος. Αυτό που αναζητάει στο πρόσωπο κάθε όμορφου μοντέλου, είναι κάτι περισσότερο από συντροφικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι καν η εύρεση μιας Μούσας. Βλέπουμε τον περιζήτητο ράφτη να τρέχει για να γλυτώσει από τους δαίμονές της κοσμικής πραγματικότητας και η αόρατη κλωστή του τέλειου φορέματος του δείχνει τον προορισμό. Όμως αδυνατεί να ξεφύγει από το τελεσίδικο πεπρωμένο. Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις βρίσκεται σε σπάνια ερμηνευτική κορύφωση, με τον τρόπο που κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από το δέρμα του ήρωά του. Τι υπέροχη αυλαία σε μια τόσο αξιοθαύμαστη φιλμογραφία χωρίς «λίπος» και άστοχες επιλογές.

Το “Phantom Thread” είναι ένα κονσέρτο δωματίου με τρία έγχορδα. Μπορεί κάποιος να δει τα ψυχαναλυτικά-φροϊδικά υποστρώματα του τριγώνου χαρακτήρων. Κάποιος άλλος μπορεί να δει μια ρομαντική ιστορία (όσοι δεν βλέπουν το “Vertigo” του Χίτσκοκ ως θρίλερ αλλά ως μια ρομαντική ταινία). H τελική ενδοφλέβια ένεση του σκηνοθέτη στον ψυχαναλυτικό κορμό του σεναρίου είναι το «δείπνο αγάπης», ένα παράδοξα πορνοδιαστροφικό rosebud και ταυτόχρονα ένας συμβολισμός του αέναου βασανισμού του ήρωα που θα παραμείνει για πάντα χαμένη ψυχή, αλλά ίσως να βρήκε πια την ευτυχία και να νιώθει άνετα πια μέσα στα καλοραμμένα ρούχα του. Αν αυτός νιώθει ευτυχής όταν φτάνει μια μπουκιά πριν τον θάνατο, τότε ποιος μπορεί να τον διαψεύσει;

49n_4.JPG

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #155

Jef Maarawi

Comfort Food

Από τα μελαγχολικά, βροχερά βράδια που έθρεψαν το Once Part Οf Α Whole Ship των Egg Hell (2014), μέχρι τη σπιτική θαλπωρή του φετινού Comfort Food, δεν έχουν αλλοιωθεί τα στοιχεία που κάνουν τη μουσική του Jef Maarawi απολαυστική.

Το ειρωνικό, αυτοσαρκαστικό του ύφος, βρίσκει δρόμο μέσα από τραγούδια με γήινα χρώματα, τα οποία πάση θυσία θέλουν να διατηρούν το βλέμμα μας σκυθρωπό. Τον ακούς δηλαδή να κραυγάζει με όλη τη δύναμή του ανάμεσα στις ασύμμετρες jazzy εκρήξεις του “Reverend Jones” ή να «ψυχεδελίζεται» ξυπόλητος σε folk μονοπάτια στο ομώνυμο “Comfort Food” και τον αισθάνεσαι κάπως δικό σου άνθρωπο.

Ο δίσκος έχει όλες τις αρετές που θα περίμενε κανείς από τη ντόπια σκηνή της ανεξάρτητης pop: ευπρεπή ατμόσφαιρα και πίστη στη στρογγυλή μελωδία. Διακρίνεις ξεκάθαρα πίσω από τα ρεφρέν την τραγανή αμεσότητα των Coralτην ελευθερία έκφρασης του Father John Misty, ακόμα και την οξυδέρκεια των Eels. Ο Maarawi διαθέτει τετράγωνη λογική και κοιτάζει σε συγκεκριμένο ορίζοντα. Συνεπαρμένος και ο ίδιος από τις δυνατότητες του δημιουργικού του ενστίκτου, μας συνεπαίρνει κι εμάς σε πολλά σημεία.

Το Comfort Food καταφέρνει εύκολα να ευθυγραμμιστεί με τις δικές μας ανάγκες απόλαυσης, καλώντας μας να ταιριάξουμε τη καθημερινή μας διάθεση με τις τρυφερές του μελωδίες. Σαν ικανός μουσικός, ο Maarawi βολοδέρνει με αυτοπεποίθηση στα αγαπημένα του μονοπάτια. Το μόνο ζήτημα είναι πως αυτά τα μονοπάτια δεν είναι κρυφά και αθέατα, δεν βγάζουν σε άγνωστα σημεία, ούτε εγκυμονούν κινδύνους τις νύχτες. Αντιθέτως, είναι πολυσύχναστα από brit pop τραγουδοποιούς και χιλιοπατημένα από εκατοντάδες indie συγκροτήματα, τα οποία μοιράζονται την ίδια τετράγωνη λογική και κοιτάζουν στον ίδιο συγκεκριμένο ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Maarawi θα βρει τον δρόμο του σε ακροατές που δηλώνουν αστοί και ταγμένοι βιβλιοφάγοι, όσους ξέρουν πάντα τι λένε, αλλά μπορούν και σέβονται τα ελαφριά και τα φαινομενικώς ασήμαντα. Η συνετή και τρυφερή φωνή του θα τους συντροφεύσει στο μελαγχολικό daydreaming που τόσο έχουν ανάγκη, ιδιαίτερα σε κομμάτια σαν το καλόκαρδο “Coming Going” ή το εσωστρεφές “LA”.

Δίσκοι όπως το Comfort Food μπορούν να προσδώσουν περιεχόμενο και coolness στην εντροπία της 30something απόδρασης μέσω της βιωματικής pop και μπορούν να μιλήσουν σε όλες τις ερωτικές γλώσσες του κόσμου. Ένα πιο προσεκτικό αυτί, όμως, θα ακούσει ταυτόχρονα χιλιάδες τέτοιες φωνές από αμέτρητες (ψηφιακές κυρίως) μεριές, με αποτέλεσμα να μην ξέρει πού να πρωτοστραφεί και πού να πρωτακουμπήσει. Και πράγματι, το Comfort Food δεν έχει τόση δύναμη για να φωνάξει πιο δυνατά από τον ομοιογενή θόρυβο και να τον καπελώσει. Ας όψεται λοιπόν η αγάπη και η ειλικρίνεια με την οποία έχει ηχογραφηθεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Φοίβος Δεληβοριάς – Μαρίνα Σάττι Live @ Passport

50bDelSt_2.pngΑνακάτεμα μουσικής από διαφορετικές κουλτούρες, γιουσουρούμ ετερόκλητων ήχων, ένωση δύο κόσμων και πολλά άλλα τέτοια όμορφα υπoσχόταν στη σκηνή του PassPort Κεραμεικός η συνεργασία του Φοίβου Δεληβοριά και της Μαρίνας Σάττι με τις Fonés. Ωστόσο, η τουριστική περιήγηση σε διαφορετικά στυλ και το εύκολο ανακάτεμα τραγουδιών με εκ διαμέτρου αντίθετες καταβολές, δεν αρκούν για μια αξιομνημόνευτη παράσταση. Το κλείσιμο δηλαδή του ματιού δεν φτάνει, ειδικά όταν πρόκειται για συνεργασίες-στοιχήματα. Χρειάζεται δουλεμένη χημεία για να προκύψουν ενδιαφέρουσες επιμειξίες, ενώ το γεφύρωμα των αντιθέσεων προϋποθέτει πηγαία έμπνευση.

Το πρώτο πάντως μέρος κύλησε αναμενόμενα ψυχαγωγικά, έχοντας σαν βάση τη νοσταλγική αναπόληση της Αθήνας της δεκαετίας του 1980 στην οποία έχει βουτήξει λυτρωτικά τον τελευταίο καιρό ο Δεληβοριάς, με θαυμαστά αποτελέσματα είναι η αλήθεια, όπως το εξαιρετικό άλμπουμ Καλλιθέα (2015). Από το περιγραφικό “Ένας Σκύλος Στο Κολωνάκι” που άνοιξε τη βραδιά και τη γλυκιά “Πέρα Χώρα”, μέχρι τη σαρκαστική “Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα” και τον θηλυκό ύμνο της “Γυναίκας Του Πατώκου”, τα τραγούδια ζέσταναν τον χώρομε την ανεπαίσθητη αμηχανία του Δεληβοριά στις εισαγωγές να μην επηρεάζει ούτε στο ελάχιστο τη συνολικά καλή διάθεση. Ο τρελός Ισπανόφωνος ειρμός στο “Hijo De Puta” πάντα θα προκαλεί γέλιο, το “Bolero” πάντα θα παρασύρει το κοινό σε sing-along και ο βιογραφικός “Φώτης” θα είναι πάντα μια τρυφερή οικογενειακή ανάμνηση. Το χαριτωμένο tribute στα Ημισκούμπρια με το γαλλοθρεμένο ψευδο-ρομάντζο “Je Suis Bossu” και η καλλιθεώτικη περιήγηση του “Ξένου” θα ήταν ωστόσο τα τελευταία καλά μαντάτα της βραδιάς.

50bDelSt_5.png

Τα πρώτα βαρίδια στις τσέπες της παράστασης φάνηκαν νομίζω από τα άχαρα δεύτερα φωνητικά της Νεφέλης Φασούλη και την αβέβαιη πόζα της στο μικρόφωνο. Όχι πως η νεαρή τραγουδίστρια δεν διαθέτει αξιόλογη φωνή, κάθε άλλο. Όταν όμως η Δυτική, μελισματική soul του “Who’s Loving You” και η ανατολίτικη, ρεμπέτικη σαγήνη της “Μισιρλού” εναλλάσσονται στο καπάκι, με το πάτημα θαρρείς ενός διακόπτη, τότε υποψιάζεσαι ότι η Φασούλη δεν κλίνει πουθενά με την καρδιά της –απλά τη νοιάζει να τα λέει ωραία.

Η αναλογική γοητεία του Φοίβου Δεληβοριά, η καλά δεμένη μπάντα που τον συνοδεύει και η φυσικότητα στην πρόζα έμειναν από καύσιμα τη στιγμή της εμφάνισης της Μαρίνας Σάττι και των «Φωνών» που την πλαισιώνουν. Η Σάττι, σαν μπροστάρισσα των πολυφωνικών Spice Girls των Βαλκανίων, έδειξε μπόλικη «μικρομέγαλη» αυτοπεποίθηση. Κοιτούσε με το ένα μάτι στο Bollywood, με το άλλο στη Θράκη. Πατούσε με το ένα πόδι στη Μικρά Ασία, με το άλλο στη Βουλγαρία. Όλα σερβιρισμένα σαν άπαχος χυμός, που μόλις βγήκε απ’ το μπλέντερ.

50bDelSt_8.png

Είτε λοιπόν το φόντο έδειχνε κάποια κολομβιάνικη φιέστα, είτε ένα παραδοσιακό πανηγύρι στη Θράκη, η πόζα στη σέλφι έμενε ίδια. Τουριστικές βόλτες σε ολόκληρες κουλτούρες, με μόνο εφόδιο το χαμογελάκι, για τους θεατές που θέλουν τραγούδια περιπετειώδη, μα τους αρέσει στα κρυφά και η Έφη Θώδη –για παραφράσω την ειρωνεία του Τζίμη Πανούση στον “Νεοέλληνα”. Ένα καλύτερο tribute απ’ αυτό έκανε στον εκλιπόντα Τζιμάκο ο Δεληβοριάς, όταν τραγούδησε τον νιχιλιστικό ύμνο “Γυφτάκι”. Και ήταν τα δικά του greatest hits, όπως ο “Καθρέφτης”, το “Αυτή Που Περνάει” (σε μια ανέλπιστη, σχεδόν disco ενορχήστρωση) και το “Θέλω Να Σε Ξεπεράσω” που επανέφεραν τον ρυθμό και τις υγιείς ανάσες στη βραδιά.

Πιστεύω ότι τα μπλουζ της αμερικάνικης βαμβακοφυτείας και το “Τι Σε Μέλλει Εσένανε Από Που Είμαι Εγώ” σε ευθεία παράταξη, προκαλούν κύματα ευδαιμονίας μόνο σε ακροατές που νιώθουν πως είναι πολίτες του κόσμου, αλλά κατά βάθος τους λείπει το χωριό. Δεν το εννοώ υποτιμητικά. Υπάρχει ωστόσο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στις αισθήσεις και στα συναισθήματα που γεννάει η ζωντανή μουσική. Αν η Σάττι φύγει από το κυνήγι των αισθήσεων, αν βρει τα βήματά της ακουμπώντας στωικά σε μια πορεία χωρίς πυροτεχνήματα και εντυπωσιασμούς, τότε κι εγώ θα σπάσω μια κούπα για τα λόγια που ‘πα και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια. Μέχρι τότε, θα θυμάμαι το πόσο στριμωγμένο και ερμητικά μόνο του έμεινε το ρεπερτόριο του Δεληβοριά σε τούτη ζωντανή σύμπραξη.

50bDelSt_12.png

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment