Jackie

Στο πάνθεον των πρώτων κυριών της Αμερικάνικης ιστορίας, η Τζάκι Κένεντι απέσπασε τη μεγαλύτερη φήμη αλλά η ίδια δεν ήταν Έλενορ Ρούβλετ, πόσο μάλλον Μισέλ Ομπάμα. Δεν είχε πολιτικές ανησυχίες, δεν την απασχόλησαν οι μη προνομιούχοι, δεν ταξίδεψε σε ασθενέστερες χώρες και σίγουρα δεν ήταν σε θέση να συμβουλεύσει τον άντρα την σε θέματα πολέμου. Η παρουσία της περιορίζονταν στον παραδοσιακό ρόλο της αριστοκράτισσας μητέρας, της διακοσμήτριας του Λευκού Οίκου και του κομψού icon με μεγάλη γκαρνταρόμπα.

Ο σκηνοθέτης Pablo Larraín, στην βιογραφική του προσέγγιση της Τζάκι επιχειρεί μια σκοτεινή ενδοσκόπηση σε όσα συνέβαιναν στο σοκαρισμένο μυαλό της, τις ημέρες αμέσως μετά την δολοφονία του Τζον  Κένεντι. Μέσα από ελλειπτικό μοντάζ και σκόρπιες στιγμές, παρακολουθούμε μια ταραγμένη γυναίκα που από το ροζ συννεφάκι στο οποίο ζούσε, για να λαμπρύνει τα πιο υγρά όνειρα των μόδιστρων και να εμπνεύσει τις νυκοκοιρές που ξυπνούσαν αμήχανες από τα όνειρα των baby boomers, βρέθηκε να μαζεύει τα μυαλά του άντρα της από τη λαμαρίνα ενός κάμπριο αυτοκινήτου. Η εξομολογητική συνέντευξή της με έναν δημοσιογράφο (Billy Crudup) δίνει αφορμή για πισωγυρίσματα στο χρόνο, με τα jump-cut στο μοντάζ να δημιουργούν ένα νοητικό σλάλομ ανάμεσα στις πρώτες μέρες στον Λευκό Οίκο το 1962 και τις ταραχώδεις ημέρες μετα την μυστηριώδη δολοφονία. Εκεί βλέπουμε την Τζάκι να είναι στωική σύζυγος, αφοσιωμένη κυρία, λάτρης της (ακριβής) τέχνης, έρμαιο της αυλής της, μαύρη χήρα και ξανά από την αρχή, σε έναν ασπόνδυλο αφηγηματικό κύκλο. Στο μεταξύ στις σκηνές της μετωπικής συνέντευξης, φαίνεται ότι πρόκειται για άκρως υπολογιστική γυναίκα που ξέρει καλά να διαμορφώνει την δημόσια εικόνα της και να οχυρώνεται πίσω απ’ αυτήν.

1jackie.jpg

Το μεταμοντέρνο biopic είναι προσαρμοσμένο πάνω στο σώμα τη Natalie Portman η οποία παίρνει τόσο σοβαρά το δυσυπόστατο ρόλο της. Η δουλειά της σε επίπεδο προφοράς και κινησιολογίας «φαίνεται», και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην προσπάθειά της να ανασκευάσει τη μυθική εικόνα της Τζάκι, μέσα από εξομολογήσεις στον ιερέα, από στιγμές υπόκωφης απελπισίας και από επικοινωνιακό αδιέξοδο με την ισχυρή ελίτ της Αμερικής. Το πρόβλημα είναι οτι όλα αυτά τα προσπαθεί με σχετική αστοχία και φυσικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να ξεγελάσει το κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους.

Η Τζάκι αρνήθηκε να υπάρξει «γήινη» και γι’ αυτό ήταν πάντα γοητευτική στα μάτια όλων. Εδώ ακριβώς αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει καλή ερμηνεία πάνω σε ένα γυναικείο αρχέτυπο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη. Η Portman παριστάνει (δεν ερμηνεύει) την Τζάκι, όμως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας γυναίκας, που παρά την χρυσοθηρία και την φωταγωγημένη ματαιοδοξία της, ήταν πάντα θελκτική και ερωτεύσιμη. Η Portman πνίγεται σε ερμηνευτικά τερτίπια νομίζοντας ότι η παραμικρή στραβοτιμονιά στα βλέφαρα ή τα χείλη θα εξαφάνιζε από πάνω της την εικόνα της Τζάκι. Η ταινία πορφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Όμως ακόμα και μετά από ένα τόσο ημιτελές και προβληματικό πορτρέτο μιας γυναίκας που από τα ροζ Chanel έφτασε να είναι ψυχολογικά ράκος στο απόγειο της επιρροής και της δύναμής της, ο θεατής βγαίνοντας στην πραγματικότητα που τον περιμένει έξω από την αίθουσα και αφού αντικρύσει μια βίζιτα όπως την Μελάνια Τραμπ στην ίδια θέση, θα πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την πολιτισμική παρακμή που έχει ποτίσει σχεδόν τα πάντα.

2jackie.jpg

Από το Movieworld

Advertisements
Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #114

Rolling Stones

Black & Blue

Στις αρχές του 1962, δυο κολλητοί παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues, παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια εμφάνιση του σχήματος του κιθαρίστα Alexis Korner σε ένα λονδρέζικο club. Οι δυο νεαροί ήταν ο Mick Jagger και ο Keith Richards, οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία, ως Rolling Stones. 54 χρόνια μετά, οι ίδιοι άνθρωποι –παρέα με τον Charlie Watts και τον Ron Wood– κλείνονται για 3 μέρες στο στούντιο και ηχογραφούν το Blue & Lonesome, αντλώντας από την ίδια αστείρευτη πηγή, τα blues του βαθύ Νότου, του Δέλτα και του Σικάγο. Πρόκειται για τον μόλις 2ο δίσκο των Stones που περιέχει αποκλειστικά διασκευές (ο πρώτος ήταν το The Rolling Stones του 1964) και τον πρώτο τους που αποτελείται από 100% blues υλικό.

Οι Stones ήρθαν σε επαφή με αυτούς τους ήχους στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στην Αγγλία. Η καταπιεσμένη λαγνεία και ο φτωχικός καημός των σκληρών και αδικημένων μαύρων αρσενικών, ακουγόταν σαν μια ξένη γλώσσα που ήθελαν να μάθουν. Αποπειράθηκαν λοιπόν να σερβίρουν ξανά στην Αμερική τα καλοχωνεμένα riffs της γόνιμης παράδοσης της βαμβακοφυτείας, με τον Jagger να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Richards να ασελγεί στις φόρμες του Muddy Waters. Αν υπάρχει ένα αληθινό επίτευγμα στο φετινό Blue & Lonesome, είναι ότι μπορούν ακόμη σε κάνουν να αισθάνεσαι άχρονος ακροατής, με τη δυνατότητα να ταξιδεύεις με τη δική σου χρονοκάψουλα στο Μέμφις και στο Τενεσσί της δεκαετίας του 1940.

Η περικυκλωτική παρουσία του hype που κουβαλάει η μπ(ρ)άντα των Stones και η ασφυξία της απροβλημάτιστης κριτικής είναι συνήθως αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια των δυσκίνητων δισκογραφικά Jagger & Richards. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ενστικτώδεις ηχογραφήσεις, που δεν τάζουν «μεγαλεία». Αντιθέτως, η μπάντα προβαίνει σε μια ειλικρινή συνδιαλλαγή με τις ρίζες της, στεκόμενη με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνισμό περί ρεβιζιονισμού. Από την αλανιάρα τυπολογία του “Shake ‘Em Οn Down” και τη ρυθμική βρωμιά του “Commit A Crime”, ο Richards με την ασίγαστη όρεξή του αγκαλιάζει τη μελωδική συμμετρία και ο Jagger, με έκφυλο coolness, εκφέρει μοναδικά στίχους όπως «call the plumber darling, must be a leak in my drain».

Πρόθυμος αρωγός ο Eric Clapton, ο οποίος κοσμεί με τα σόλο του κομμάτια όπως το “Everybody Knows About My Good Thing” του Little Johnny Taylor, που ακούγεται με διασταύρωση των blues και της soul, σε κάποιον σκονισμένο δρόμο στην καρδιά της Λουιζιάνα. Ακούστε τις κραυγές πάνω στα μονότονα μα εύστροφα hooks του “All Οf Your Love”, την πνιγμένη στο μπέρμπον απελπισία του “Little Rain” ή τη φυσαρμόνικα που ηχεί σαν εκτροχιασμένη αμαξοστοιχία στο “I Gotta Go”. Οι άνθρωποι που για χρόνια φέρονται όχι σαν μουσικοί αλλά σαν μέτοχοι μιας επικερδούς επιχείρησης, δεν επιτρέπουν να παρεισφρήσει ούτε στιγμή η υποψία δεσμεύσεων συμβολαίου και παραγγελιάς. Δεν υπάρχει δηλαδή η άβολη αίσθηση του προμελετημένου –στα δικά μου μάλιστα αυτιά, οι Stones ακούγονται εδώ νεότεροι απ’ ότι στο A Bigger Bang του 2005 (για να μην πω και από το Voodoo Lounge του 1994).

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε 3 μόλις μέρες και έτσι πολλά τραγούδια βγήκαν μονοκοπανιά, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι ότι οι Rolling Stones κοιτάζονταν στα μάτια και (επιτέλους) έπαψαν να παίζουν από την κορυφή του βουνού. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλά άλλωστε ότι τα blues αγγίζουν το μέγιστο δυνατό εκτόπισμά τους όταν είναι απογυμνωμένα και όχι όταν βομβαρδίζονται από υπερπαραγωγές. Διασκευάζοντας λοιπόν τους δίσκους 45 στροφών των Magic Sam, Little Walter και Bukka White, οι Stones μειδιάζουν απέναντι στις απελπισμένες πλατφόρμες κατανάλωσης μουσικής, σε έναν δίσκο που, αντίθετα με τον τίτλο του, είναι γεμάτος ζωή και αναβλύζουσα χαρά.

Φυσικά και θα προτιμούσα αυτόν τον ενθουσιασμό από τη συγκεκριμένη φλέβα έμπνευσης να τον εφάρμοζαν σε ένα set από αυθεντικές συνθέσεις, αλλά, όπως μας έχουν συμβουλεύσει παλιότερα, «you can’t always get what you want».

Απο το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Moonlight

20151017_Moonlight_D04_C1_C8A0484.jpg

Σπάνια ο ανεξάρτητος Αμερικάνικος κινηματογράφος (για το mainstream κύκλωμα ούτε λόγος) εξερευνά σε τόσο βάθος το ζήτημα της ταυτότητας και μάλιστα με τέτοια σπαραξικάρδια ομορφιά, όσο το κομψοτέχνημα του Barry Jenkins με τίτλο “Moonlight”. Ένα θαυματουργό φιλμ με ιαματικές ιδιότητες. Η σεξουαλική και συναισθηματική αναγέννηση είναι η ιστορία του φοίνικα που αναδύεται από τις στάχτες του. Το Moonlight είναι μια οδυνηρή στην καρδιά αλλά δραματικά ρεαλιστική ταινία που δεν ηθικολογεί όυτε είναι χειριστική. Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ταινίας που δεν κάνουν λάθος επιλογή, είτε στο μοντάζ είτε στο σενάριο, ούτε στην προσέγγιση των χαρακτήρων. Χωρισμένη θεματικά σε τρεις ενότητες, μέσα από τη ζωή του Chiron, ξεδιπλώνεται όλη η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης οτι όσα νομίζεις ότι σε χαρακτηρίζουν, δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά που κατακάθονται ως ίζημα είναι μη διαπραγματεύσιμα. Η ερώτηση “Who is you, man?” πλανάται στον αέρινο ιστό του φιλμ. Στο πρώτο μέρος ο Chiron είναι ένα εννιάχρονο παιδί που μεγαλώνει δίπλα στην εθισμένη στο κρακ μητέρα του. Στο δεύτερο μέρος είναι ένας εσωστρεφής 16άρης που στέκεται σιδηροστόμαχα απέναντι στη βία του προαυλίου και στο τρίτο είναι ένας σκληρός γκάνγκστερ, λίγο πριν τα τριάντα, ερμητικά κλεισμένος στη μοναξιά του και τις μύχιες επιθυμίες του.

20151025_Moonlight_D10_C1_K1_0610.jpg

«Μπορείς να είσαι ομοφυλόφυλος αλλά δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν να σε αποκαλεί αδερφή». Μια σπάνιας ωριμότητας συμβουλή από τον άτυπο κηδεμόνα του μικρού Chiron, στην καρδιά του ομοφοβικού γκέτο, φέρνει δάκρυα στα μάτια. Το Moonlight είναι μια σπάνια, τρυφερή ταινία, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω», της πρώτης επιθυμίας, της οργής απέναντι στον κυνισμό και απέναντι  σε κάθε παραλογισμό ή αναίτια προδοσία που μας στοιχειώνει τις ζωές. Τρεις ηθοποιοί, σε τρεις ενότητες συμπλέουν σε ένα ακάνθινο και τρυφερό ταξίδι με προορισμό την αγάπη, από την «βάπτιση» στα νερά μιας συνοικίας στο Μαιάμι, σε μια εριστουργηματική σε απόδοση, ερωτική σκηνή, μέχρι τη συνάντηση δυο ανθρώπων σε ένα ξεχασμένο diner με ένα Juke Box να αγκαλιάζει σαν ζεστή κουβέρτα την ανάγκη για επαφή.

Από το Movieworld

20151104_124920_Moonlight_D16_0367.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Hell or High Water

1hell.jpg

Χάνει οριστικά το γοητευτικό πλεονέκτημα του παραγνωρισμένου σκηνοθέτη ο Σκωτσέζος Ντέιβιντ Μακένζι με αυτή την ταινία του. Ο εξαιρετικά ικανός δημιουργός υπέροχα σκοτεινών δραμάτων όπως Hallam Foe και Young Adam, κάνει έδρα του αυτή τη φορά το Texas για μια αρχετυπική ιστορία με κλέφτες κι αστυνόμους. Με τα πιο αγνά υλικά της παραδοσιακής Αμερικάνικης παράδοσης, σαν μοντέρνος Νίκολας Ρέι, καταφέρνει και αγγίζει τα όρια του μεγαλειώδους κινηματογράφου.

Το σενάριο που υπογράφει ο Taylor Sheridan (Sicario), εξετάζει τη σχέση δυο αδερφών, του Toby και του Tanner. O Chris Pine και ο Ben Foster βρίσκονται στους ρόλους των δυο βρώμικων αδερφών που εξαπολύουν ένα σερί ένοπλων ληστειών, ενώ στο κατόπι τους βρίσκεται ο βετεράνος αστυνομικός Marcus Hamilton με τον συνέταιρό του, τον Alberto Parker. Τα όργανα τις τάξης ερμηνεύουν ο Jeff Bridges με το ζεν και στωικό του βλέμμα και ο Gil Birmingham. Ο φακός του Mackenzie μας καθηλώνει, ειδικά όταν βρισκόμαστε εν μέσω των βεβιασμένων, απρογραμμάτιστων και συχνά πανικόβλητων ληστειών, με μια ένταση που εντείνει το αυτοκαταστροφικό παίξιμο του Ben Foster στο ρόλο ενός μανιακού χαρακτήρα με εμφανές death wish και με εμμονή να ζει στα όρια. Τον εξισορροπητικό ρόλο με την πραγματικότητα και τον ρόλο ευθύνης αναλαμβάνει ο Chris Pine. Ο στόχος του είναι να αποκτούν όσα μπορούν να κουβαλήσουν και να αποφεύγουν το αλόγιστο ρίσκο στο οποίο χάνεται ο αδερφός του.

3hell.jpg

Μη γελιέστε από την b-movie σημειολογία και το All American δράμα που αποπλέει η ταινία. Το Hell Or High Water είναι ένα σφριγηλό σε υφολογία και μοντέρνο σε αισθητική Γουέστερν, αλλά κυρίως σοφό στην οπτική του περί αυτοδικίας και κοινωνικής βίας. Αντλώντας από το σινεμά της δεκαετία του 70 και κάνοντας σλάλομ από τον crime ρομαντισμό του Bonnie & Clyde (1967) μέχρι το ερεβώδες ανθρωποκυνηγητό του Heat (1995), ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα μοντέρνο, σκονισμένο αριστούργημα που θα μείνει κλασικό. Χωρίς την ειρωνεία και την διάθεση για ανατροπή των Κοέν και χωρίς τη μονοδιάστατη macho, εμμονή για ηθικούς διδακτισμούς του σινεμά του Ίστγουντ. Ο Bridges είναι ξανά εδώ σε mode True Grit και ρίχνει τις ατάκες του σαν να μασάει βαμβάκι. Η θλιμμένη όψη του, τα καλόκαρδα ρατσιστικά πειράγματα στον Μεξικάνο συνέταιρό του και η σοφία του λόγου του εντυπώνονται σε κάθε σκηνή. Μετά τη θέαση της ταινίας, κρατήστε κοντά στην καρδιά σας τα λόγια του: “I never met nobody got away with anything, ever”.

4hell.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #113

Sting

57th & 9th

Έπειτα από μια 13χρονη απουσία από την pop/rock επικαιρότητα, ο Sting επανέρχεται στα γνώριμα mainstream μονοπάτια στα οποία θησαύρισε. Για πολύ καιρό, ο Βρετανός σταρ βουτούσε με τα μούτρα να ηχογραφήσει οτιδήποτε του κινούσε παρωδικά το ενδιαφέρον, προκειμένου να επιδείξει ποικιλία και ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες: μιούζικαλ, κλασική μουσική, κάλαντα κ.ά. Με το 12ο άλμπουμ του με του 57th & 9th, λοιπόν, μάλλον θέλει να πειθαρχήσει ξανά σε πλαίσιο ψυχαγωγικών, στρογγυλών rock τραγουδιών για λαϊκή κατανάλωση και ραδιοφωνικό airplay. Ο δίσκος έχει δανειστεί το όνομά του από τη συμβολή των οδών στο Hell’s Kitchen του Μανχάταν, όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήθηκε –μια προφανής ένδειξη νεοϋορκέζικης ταυτότητας και τάχα μου αυθεντικότητας στο όραμα. Όμως από το “I Can’t Stop Thinking About You” μέχρι την ανούσια cross dressing ιστορία των στίχων του “Pretty Young Soldier” και από τις προβλέψιμες ανατολίτικες επιρροές του “Inshallah” μέχρι το (ψευδο)μιούζικαλ του “Heading South On The Great North Road”, τα πάντα εδώ σέρνονται σε βαθμό απελπισίας.

Δυστυχώς ο Sting υποφέρει δραματικά σε εμπνεύσεις. Μπερδεύει την ανανέωση με το μπότοξ και επιδίδεται σε ένα κυκλοθυμικό παιχνίδι με το παρελθόν του, ως super star της απαστράπτουσας πρώτης εποχής του MTV. Τα κομμάτια του δίσκου διαβρώνονται έτσι μέσα σε ελάχιστα λεπτά ακρόασης, εξαιτίας της δυστοκίας τους να σε κάνουν να νοιαστείς έστω για μια στιγμή. Στο “If You Can’t Love Me”, ο Sting προσπαθεί να αναβιώσει ανεπιτυχώς τον εμμονικό αφηγητή του “Every Breath You Take” των ένδοξων ημερών των Police. Στο “50.000”, πάλι, προσπαθεί μάταια να γεννήσει το «sing-a-long anthem» για τα γεμάτα στάδια που τον περιμένουν, ενώ γκαζώνει με σπασμένα φρένα (sic)· τρίζει επίσης λίγο τα δόντια του στο “Petrol Head”, έτσι, για την αλητεία. Τραγούδια άχρωμα και άγευστα, δίχως τη στοιχειώδη συνθετική λειτουργικότητα. Και σιγά το σχόλιο του “Inshallah” επάνω στο προσφυγικό… Προσπεράστε, αν δεν έχετε χρόνο για χάσιμο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Paterson

1pat.jpg

Ένα κινηματογραφικό ποίημα για τα καλά πνεύματα της πόλης.

Ο τρόπος που ο Τζιμ Τζάρμους αγκαλιάζει το περιθώριο είναι μοναδικός. Καταφέρνει να το αναδείξει και να το κάνει cool, χωρίς να αφήνει την ιδέα της παρακμής να παρεισφρήσει στο συμμετρικό κάδρο. Το “Paterson” είναι η 12η fiction ταινία του υπέρ-cool σκηνοθέτη και πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην τάξη και το χάος. Πρόκειται για έναν ήπιο διαλογισμό πάνω στη δημιουργία και την ποίηση του δρόμου. Ένα φιλμ που δεν ανήκει πουθενά και ανοίγει το πνεύμα σου προς νέες κατευθύνσεις και διαστάσεις που δεν είχες διανοηθεί. Ο Adam Driver υποδύεται έναν οδηγό λεωφορείου που ονομάζεται Paterson και συμπωματικά ζει στην περιοχή του New Jersey με το ίδιο όνομα. Ο ήρωας είναι βουτηγμένος σε μια σωτήρια ρουτίνα. Ζει στο διαμέρισμα της Laura (έξοχη η Golshifteh Farahaniτ στον ρόλο της συντρόφου του), εργάζεται στωικά, βγάζει βόλτα τον σκύλο τα βράδια, πίνει μια μπύρα στο μπαρ της γειτονιάς και κάποιες ώρες τη μέρα αποτυπώνει την ποίησή του σε ένα τετράδιο. Ο κόσμος του είναι φαινομενικά μικρός, όπως και οι φιλοδοξίες του. Η Laura θέλει να τον πείσει να εκδώσει την ποίησή του ώστε να διαβαστεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια θέλει να εκπληρώσει τα δικά της σχέδια: να γίνει τραγουδίστρια της κάντρι (κάτι σαν την Patsy Cline) και να πουλάει τα καπ κεϊκ της.

Αρχικά αντιμετωπίζουμε με οίκτο τη ρουτίνα του Paterson, νομίζοντας ότι βρίσκεται σε μια σιωπηρή απόγνωση. Υπογράφει ποιήματα που αναφέρονται σε ασήμαντα πράγματα και δεν έχει τη φιλοδοξία να πάρει Νόμπελ. Όμως ο Paterson βλέπει την ποίηση παντού. Μιλάει για τις δυνατότητες ενός σπίρτου λέγοντας: “…lighting, perhaps, the cigarette of the woman you love for the first time.” Δεν οργίζεται και δεν έχει καμία διάθεση να γειώσει τις χίπστερ εμμονές της ελαφρόμυαλης συντρόφου του. Κάθε πρωί τον βρίσκει στην αγκαλιά της. Η χαμηλοβλεπούσα επανάληψη των ημερών του, λειτουργούν καθαρτήρια σε μια έξοδο στο φως. Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα, στο τελευταίο πείραμα του Τζάρμους. Η σοφία πίσω από την παρατήρηση του μεροκαματιάρη ποιητή εστιάζεται στον αντι-δραματικό τόνο. Η ομορφιά βρίσκεται παντού αλλά όχι στις σακούλες που χορεύουν στον άνεμο όπως μας δίδαξε το Χόλυγουντ στο κάθε American Beauty, αλλά σε όλα όσα είναι ικανά να πυροδοτούν την πρώτη λέξη σε μια λευκή σελίδα τετραδίου. Πρόκειται για ταινία σπάνιας εσωτερικής ομορφιάς, με ευγενική ψυχή. Είναι η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης ότι τα πραγματικά σπουδαία χρειάζονται εκπαιδευμένο μάτι για να τα δεις. Είναι η εκδίκηση του καλού που δεν επιτρέπει στα πάθη και τη φιλοδοξία να βρίσκουν χαραμάδες να τρυπώσουν και να παράγουν διάλυση. Είναι μια μπαλάντα για τα καλά πνεύματα της πόλης από ένα ειλικρινή δημιουργό που δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει.

3pat.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #112

Justice

Woman

Για περίπου 5 χρόνια, οι δύο Γάλλοι μουσικοί που κρύβονται πίσω από την επωνυμία Justice, παρέμειναν διακριτικά στο παρασκήνιο. Ο Gaspard Augé και ο Xavier de Rosnay έχουν να τραβήξουν από το μανίκι την επικαιρότητα από το 2007, όταν είχαν κυκλοφορήσει το υπερ-επιτυχημένο single “D.A.N.C.E.”. Φέτος λοιπόν κάνουν νέα εξόρμηση, παραμένοντας οχυρωμένοι κάτω από επιβλητικούς σταυρούς.

Αν και τα τραγούδια του Woman όταν παίζονται στη σειρά ηχούν απολαυστικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις πιο πυρετώδεις και φρενήρεις εποχές ακμής της clubbing κουλτούρας θα ακούγονταν μπανάλ και ελαφρώς δευτεροκλασάτα. Το εναρκτήριο “Safe Αnd Sound” είναι μια βραδείας καύσεως άσκηση ύφους στην αστική disco, με έξοχη χρήση χορωδίας και εθιστικό groove. Ακολουθεί το “Pleasure”, ένα mellow καλούδι που λιβανίζει περήφανα τη χορευτική soul των αρχών του 1980. Από το “Alakazam” και μετά, όμως, επανερχόμαστε χρονικά στο ζοφερό παρόν της ηλεκτρονικής μουσικής.

Τα πράγματα αρχίζουν και θολώνουν από το “Chorus” και μετά, ειδικότερα χάρη στα άβολα πρώτα 2 λεπτά κατά τα οποία περιμένουμε να πάρει μπρος το κομμάτι. Το “Heavy Metal”, με το σχεδόν ανατριχιαστικό intro –σε ύφος ταινίας τρόμου– δεν ξέρει προς τα πού να πάει, ενώ θυμίζει έντονα σε ιδέες το “Organ Donor” του DJ Shadow. Κομμάτια επίσης όπως το “Stop” και το “Love S.O.S.” πάσχουν από μεσογειακή αναιμία, ενώ πιο ενδιαφέρον είναι το single “Fire”: ένα πείραμα πάνω στο manual του Stevie Wonder, με layers από την ευρωπαική disco των 1990s (απολαύστε στο βιντεοκλίπ παρακάτω τον χορό της διαχρονικά σέξι, Σούζαν Σαράντον).

Θεωρώ πως οι Justice δεν ακούγονται τόσο περιπετειώδεις και μυστηριώδεις πειραματιστές, όσο νομίζουν. Μάλλον μοιάζουν με γρήγορο και άνετο όχημα, το οποίο ακολουθεί τον καπνό και τα σημάδια από καμένο λάστιχο που άφησε πίσω της η αφηνιασμένη αμαξοστοιχία των Daft Punk. Και η στυλιζαρισμένη νοσταλγία χρειάζεται περισσότερη αυτοπεποίθηση και περισσότερες φρέσκιες ιδέες.

Οι Justice μπορεί να κατέχουν καλά την ψυχεδελική disco και να είναι ικανοί στο χτίσιμο δυνατών, χορευτικών ρυθμών για λευκούς που χτυπάνε παλαμάκια σε πίστες –όσο πιο γεμάτες από όμορφο κόσμο, τόσο καλύτερα. Όμως για να δώσουν νέα (ευρωπαϊκή) πνοή σε ένα υβρίδιο τόσο εξωστρεφές και ευφορικό όπως η funk και η disco, δεν φτάνει η τεχνική στα vintage bleeps και η sci-fi τσαχπινιά. Όπως ακριβώς και τα αινιγματικά σύμβολα (†) δεν αρκούν για να συντηρήσουν από μόνα τους έναν μύθο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Σιωπή: Ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε.

Την εισαγωγή του στο βιβλίο Silence του Shusaku Endo, ο Σκορσέζε την αρχίζει με το εξής ερώτημα: «Πως ξεκινάς να αφηγείσαι την ιστορία της Χριστιανικής πίστης;» Ο 74χρονος σκηνοθέτης, μπορεί να θεωρείται ο κορυφαίος Αμερικάνος κινηματογραφιστής των τελευταίων 50 ετών, όμως είναι αρκετά σοφός ώστε να μην επιτρέψει στον εαυτό του την αλαζονεία να θεωρεί ότι δύναται να απαντήσει. Όμως, πέρα από απαντήσεις, η κινηματογραφική μεταφορά του Silence αποτελεί ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό βήμα στην καταγραφή της εσωτερικής αγωνίας του ανθρώπου απέναντι στα ερωτήματα που γεννάει η παρουσία ή ακόμη περισσότερο, η απουσία Θεού.

Η ιστορία που ζύμωνε σε εικόνες στο μυαλό του ο Σκορσέζε για περισσότερα από 25 χρόνια, διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα και έχει στο επίκεντρό της δυο Ιησουΐτες ιερείς. Ο Sebastiao Rodrigues (Άντριου Γκάρφιλντ) και ο Francisco Garrpe (Άνταμ Ντράιβερ) θα αναλάβουν εθελοντικά ένα επικίνδυνο ταξίδι από την Πορτογαλία στην Ιαπωνία, στην καρδιά των αιματηρών διώξεων των Χριστιανών, έχοντας στόχο να βρουν τον χαμένο από καιρό μέντορά τους, τον Cristóvão Ferreira (Λίαμ Νίσον), ο οποίος φημολογείτο πως απαρνήθηκε την πίστη του κατά τη διάρκεια των βασανισμών του. Η αβάσταχτη αυτή φήμη ταλανίζει την ψυχή των δυο αθώων ιερέων που χωρίς αποσκευές αλλά με πίστη στις καρδιές τους, θα θελήσουν να δοκιμαστούν για να βρουν απαντήσεις. Ο πατέρας Ferreira προσευχήθηκε με όλη τη δύναμή του και εισέπραξε αυτό που λαμβάνουν όλες οι προσευχές από καταβολής Χριστιανισμού: απόλυτη σιωπή. Ο Ferreira θεωρείται λοιπόν ένας έκπτωτος ιερέας, ένας βλάσφημος αποστάτης, μυθολογικό αντίστοιχό του παρανοϊκού στρατιώτη Kurtz, που ζει στην Καρδιά του Σκότους. Στο Silence, η έννοια της προσευχής χάνει την στενή θρησκευτική της έννοια και έρχεται να σημάνει μια γενναία αντιμετώπιση του εσωτερικού εαυτού. Τα γράμματα πίσω στην πατρίδα των δυο Ιησουιτών μετατρέπονται σε προσευχές, γραμμένες σε εξομολογητικό τόνο, με τους ήρωες να θέλουν να κουβαλήσουν το σταυρό που δεν κατάφερε ο μέντοράς τους. Σαν να θέλουν να τον εξιλεώσουν, ως εθελοντές μάρτυρες, σε μια τυφλή αποστολή.

siwpi1.jpg

Το Silence χάρη στην ήπια αφήγηση και τον συμπαγή λόγο του, στέκει υπεράνω κριτικής και ανάλυσης. Ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Σε υποβάλει με τη φωτογραφία του και σε βάζει στο υπογάστριό του με το εκτόπισμα της θεολογικής και υπαρξιακής αναζήτησης που επιχειρεί. Από τη μια βρίσκεται η ενάρετη διάδοση μιας πίστης πίσω απ’ την οποία καραδοκούν οι επεκτατικές διαθέσεις της Καθολικής εκκλησίας. Από την άλλη, η πολιτική σκοπιμότητα των διώξεων που επιβάλλεται με αυταρχισμό. Εκεί ανάμεσα, στις σκηνές που οι χωρικοί προκαλούνται να απαρνηθούν τη θρησκεία τους, ενώπιοι του Ιάπωνα ανακριτή που ζητάει την απόδειξη της αφοσίωσης στον Βουδισμό, αισθάνεσαι πως ο φακός του Σκορσέζε βιώνει τα πάθη τους. Με παντελή την απουσία μουσικής επένδυσης, η ταινία εντείνει το αίσθημα κατάνυξης και υπογραμμίζει τη Σιωπή που περιβάλλει τους ήρωες οι οποίοι μάταια αναζητούν θεϊκή παρέμβαση ή καθοδήγηση.

Η στωική ματιά του Σκορσέζε στο ταξίδι των ηρώων του, θέλει να δώσει μια ερμηνεία στους πόνους και τα κρίματα όσων θυσιάστηκαν σε ολότελα μάταιες ιεραποστολές και ξοδεύτηκαν πνευματικά σε άγονα διδάγματα. Το μοντάζ είναι προσεκτικά σχεδιασμένο ώστε να αφήνει χώρο σε πολλαπλά, αντικρουόμενα συμπεράσματα. Τα ηχητικά εφέ χτίζουν μια περιχέουσα ησυχία, με εσωτερικές εντάσεις. Βλέποντας το φιλμ, αισθάνεσαι όλη τη δουλειά που έκανε ο Σκορσέζε, όχι στο γύρισμα ή στην αίθουσα του μοντάζ, αλλά στο μυαλό του. Κάπου ανάμεσα στον υπαρξιακό διαλογισμό του Μπέργκμαν, την οραματική περιπλάνηση των ηρώων του Μπρεσόν και την θρησκευτική αναζήτηση του Ντράγιερ, ο Μάρτι υπέγραψε ένα αμιγές δοκίμιο νωχελικών ρυθμών που διαρρηγνύει τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια ενάρετη ιχνιλάτηση των πιο αμφιλεγόμενων αντιφάσεων της πίστης.

siwpi2.jpg

Ο Άντριου Γκάρφιλντ μέσα στην απόγνωσή του μοιάζει με άγιο σε πίνακα του Καραβάτζιο, ο Άνταμ Ντράιβερ χάνεται στην αμφισβήτηση του βλέμματος του και ο Λίαμ Νίσον είναι καθηλωτικός, ειδικά στον τρόπο που χαμηλώνει το βλέμμα από ντροπή μπροστά στον μαθητή του. Όμως, προσέξτε την αόρατη παραβολή που κρύβεται πίσω από τη φυσιογνωμία του Kichijiro. Ο Ροντρίγκεζ τον εξομολογεί τρεις φορές. Την πρώτη τον αντιμετωπίζει σαν πεφωτισμένος της Δύσης που μέσα στην άγνοιά του, του περισσεύει συμπάθεια για μια χαμένη ψυχή. Την δεύτερη φορά, όταν είναι χαμένος, τον αντιμετωπίζει με αποστροφή, σαν μίασμα που δεν αξίζει την αγάπη κανενός θεού. Την τρίτη φορά, ως Ιάπωνας πλέον και εξίσου παρατημένος και μόνος, ο Ροντρίγκεζ έρχεται σε απόλυτη ισοτιμία με τον άλλοτε γλοιώδη Kichijiro. Η Χριστιανική συμπόνια επετεύχθη άδοξα. Ο Ροντρίγκεζ μπορεί να μην υμνηθεί ποτέ σαν άγιος (μάλλον θα είναι η ντροπή της Καθολικής εκκλησίας καθώς έχει απαρνηθεί μετά βδελυγμίας τον Θεό), αλλά ποιος είναι αυτός που θα κρίνει την πορεία του και τις επιλογές του; Το rosebud εδώ, είναι ένα αυτοσχέδιο σταυρουδάκι που θα ήταν αθέατο στον ωκεανό πλούτου του κάθε Βατικανού. Πρόκειται για μια γενναία αμφισβήτηση της ιδέας του οσιομάρτυρα και μια αποδόμηση της κληρονομιάς κάθε αυτόκλητου εκπροσώπου του Θεού που αποζητά τη συμβολική δόξα μέσω ενός μαρτυρικού θανάτου.

Όπως οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί που βασανίζονται από αμφιβολίες, έτσι και η αβεβαιότητα των εικόνων του Silence είναι η μεγαλύτερη του αρετή. Τα πιο σπουδαία βιβλία μένουν ανοιχτά πριν την τελευταία σελίδα, τα πιο αμφίσημα ερωτήματα μένουν αναπάντητα και οι πιο προσωπικές ταινίες έχουν την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Ο Σκορσέζε με κάνει να νιώθω δικαιωμένος που αγαπάω τόσο παράφορα το σινεμά του, με όλο τον σεβασμό και την τρυφερότητα ενός Ιερέα ως προς την Αγία Γραφή. Τα ιερά κείμενα και τα σωτήρια κειμήλια άλλωστε είναι μια απόλυτα προσωπική υπόθεση και δεν υπακούν σε δογματικές παραδόσεις – όπως σοφά καταδεικνύει η κατακλείδα της τρίωρης σχεδόν ταινίας. Ο ναός που θα πρέπει να κοινωνήσει κάθε θεατής (είτε θρησκευόμενος, είτε άθεος, είτε αγνωστικιστής) αυτή την ταινία είναι η ίδια η κινηματογραφική αίθουσα. Εκεί που η σιωπή είναι σχεδόν πάντα καθησυχαστική.

siwpi3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #111

Lampchop

Flotus

Η χαμηλοβλεπούσα μπάντα από το Nashville, οι αγαπημένοι Lambchop, συνεχίζουν να παράγουν μεταμοντέρνα κιθαριστική pop με jazz καρυκεύματα και soul ευαισθησία. Εξακολουθούν επίσης να αντιλαμβάνονται τους μοντερνισμούς ως εναλλακτικό δρόμο για να επιστρέψουν και να αναδείξουν τη μουσική παράδοση που τους έθρεψε.

Η ουσία του ήχου των Lambchop προέρχεται κατευθείαν απ’ τα γεννοφάσκια της country –την έχουν τιμήσει μάλιστα με ευφάνταστους τρόπους– και απ’ το μαύρο χιούμορ, το οποίο επαναφέρουν με κάθε ευκαιρία. Άλλωστε βάφτισαν τους 2 καλύτερους δίσκους τους με το επίθετο του πιο ατιμασμένου Προέδρου των Η.Π.Α. (Nixon, 2000) και του πιο μοσχοπουλημένου άλμπουμ του Michael Jackson (Thriller, 1997), ενώ στο πιο προσιτό στα ραδιόφωνα τραγούδι τους έδωσαν τον τίτλο “Your Fucking Sunny Day”. O μπροστάρης Kurt Wagner παραμένει μέχρι σήμερα η ψυχή του συγκροτήματος και εκείνος που ισορροπεί την ειρωνεία με την εμπειρία. Αυτά ήταν τα στοιχεία που έκαναν τόσο γλυκό και απολαυστικό το Mr. M του 2012: έναν δίσκο που έμοιαζε σαν την υπόσχεση ενός τρυφερού ρομάντζου, φωταγωγημένου στα ακριβά στούντιο της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ.

Με το φετινό Flotus, οι Lambchop διαγράφουν σχετικά απρόσμενη στροφή σε ένα πεδίο πειραματισμού, με τη ζυγαριά να βαραίνει προς τους παραμορφωμένους βοκαλισμούς του Wagner. Πρόκειται για παράξενη και αμφιβόλου εξυπνάδας επιλογή, καθότι η θέρμη των λεπτεπίλεπτων φωνητικών και το χαρακτηριστικό φαλσέτο του –σήμα κατατεθέν του γκρουπ εδώ και 20 χρόνια– χάνονται παντελώς.

Το εναρκτήριο “In Care Οf 8675309” μπλέκει γλυκά την αίσθηση μιας αφηγηματικής μπαλάντας του Bob Dylan με τα ηλεκτρονικά στρώματα, σε μια σαφώς υπερ-δουλεμένη παραγωγή. Πρόκειται για ένα υπερφορτωμένο, περιπετειώδες τραγούδι, που αν και έχει ενδιαφέρον, δημιουργεί ένα μάλλον αμήχανο και αφιλόξενο περιβάλλον. Το 18λεπτο “The Hustle”, πάλι (με το οποίο κλείνει ο δίσκος), απογειώνει τον ambient πειραματισμό και τα ηλεκτρονικά τοπία μέσω της πολυδαίδαλης δομής του. Ανάμεσα όμως στα δύο αυτά μακράς διαρκείας τραγούδια, υπάρχουν μόνο μικρά fillers και διόλου αλησμόνητα ambient πειράματα.

Στα χνάρια του κατά Eno ευαγγελίου και τα διδάγματά του περί ambient μουσικής –που μπορεί να την αγνοούμε όσο ακούγεται, αλλά να παραμένει απολαυστική– οι Lambchop διακατέχονται για πρώτη φορά από άγχος να «ανήκουν» στον 21ο αιώνα. Με αποτέλεσμα να σερβίρουν έναν δίσκο αξιοπερίεργο, που δεν θυμίζει με τίποτα ολοκληρωμένη πρόταση. Είναι περισσότερο μια δήλωση, πως βρίσκονται σε μια προσωρινή και μεταβατική φάση. Μια φάση που ίσως οδηγήσει στο μέλλον σε κάτι που θα αγγίξει ξανά το ένδοξο παρελθόν τους και ίσως ξεθάψει τη ζεστή τους καρδιά από εκεί όπου θάφτηκε. Εδώ, ας πούμε, έμεινε κρυμμένη κάτω από την υπερβολική και άνιση χρήση του auto-tune.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

La La Land

O Φρανσουά Τρυφώ είχε πει κάποτε πως δεν υπάρχει ωραιότερη εικόνα από αυτή των θεατών ενός κινηματογράφου, όταν αντανακλάται στα πρόσωπά τους το φως της οθόνης, όταν την κοιτούν όλοι μαζί.

Είναι αλήθεια, αλλά χρειάζονται και σπουδαίες (like σπουδαίες) ταινίες σαν το La La Land για να μετατρέψουν την ιδέα πίσω από το ρομαντικό απόφθεγμα σε αληθινό συναίσθημα.

Το La La Land είναι ένα θαυματουργό φιλμ, στωικά κατασκευασμένο με βάση τις παραδοσιακές τεχνικές του μιούζικαλ και τη θέρμη των σινεμασκόπ εικόνων. Το σκίρτημα του έρωτα και τα προδομένα όνειρα, μπλέκονται τραγουδιστά, μέσα σε ονειρικές, πολύχρωμες εικόνες που αναδεικνύουν με παρρησία τις αρετές και τη χαζευτική μαγεία του κινηματογράφου. Η ιστορία ενός πιανίστα που θέλει μια μέρα να φτιάξει το δικό του jazz club και μιας ηθοποιού που τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν για να βγει από την αφάνεια, λειτουργεί ως πρόσχημα για ένα απόλυτα συγκινητικό, κινηματογραφικό επίτευγμα. Ο σκηνοθέτης Damien Chazelle, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται την ταινία του σαν αντίσταση ενάντια στο παρανάλωμα των ψηφιακών εφέ και της αφελούς mainstream ψυχαγωγίας, αλλά κάτι τέτοιο επιτυγχάνει. Η φιλοδοξία του είναι να ανακαλύψει από την αρχή την ηδονή της κινηματογραφίας, να αναδείξει την αξία των αισθήσεων που παράγει η jazz και να μας ωθήσει να αναλογιστούμε μετά από καιρό τις ιαματικές ιδιότητες ενός έξοχα κινηματογραφημένου love story.

1lalalamd.jpg

Ο Chazelle μετά το indie gem, με τίτλο Whiplash (2014) που σε αρρώσταινε με το το πάθος στο percussion, υπογράφει μια ταινία παλιάς κοπής ως προς την ευαισθησία, με απόλυτα μοντέρνα αισθητική και χορταστική βιρτουοζιτέ. Ο σκηνοθέτης τιθασεύει τα μεθυστικά φώτα και απελευθερώνει ευρυματικά τον χορό σε τέλεια κάδρα. Πραγματικά, μπορείς να απομονώσεις στην τύχη ένα οποιοδήποτε καρέ της ταινίας και να το κορνιζάρεις στο σαλόνι σου. Από το πλούσιο χορευτικό εν μέσω μποτιλιαρίσματος στον αυτοκινητόδρομο της εναρκτήριας σεκάνς, μέχρι το αδιανότητο “what might have been” μοντάζ του φινάλε, που είναι ικανό να φέρνει δάκρυα στα μάτια για ώρες μετά την θέαση.

2lala.jpg

Με ένα πρωτογενές υλικό που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μεταμοντέρνο κλείσιμο του ματιού στην παράδοση του μιούζικαλ ή εξυπνακίστικης αποδόμησης του είδους, η ταινία μας επαναφέρει στην απλότητα των προθέσεων του διαχρονικού σινεμά και όλα μοιάζουν όμορφα (τόσο διαολεμένα όμορφα). Το La La Land είναι μια μεθυστική αποκάλυψη της διαχρονικότητας του σινεμά, ειδιότερα των «boy meets girl» ιστοριών που σου σπάνε σε κομμάτια την καρδιά. Σε κάνει να χάψεις λαίμαργα τις χορογραφίες, να χαθείς στη δεξιοτεχνική συμπύκνωση της δράσης και να βουρκώσεις με βιωμένα αισθήματα: με ένα πρώτο φιλί σε κινηματογράφο, με ένα δειλό μπλέξιμο των δαχτύλων ή με τις αόρατες στιγμές που νιώθεις πως τα πιο όμορφα όνειρα πάνε χαμένα στο χρόνο. Η συγκινησιακή ακρίβεια του «κλασσικού» έχει ανασυσταθεί και απογειώνεται με ακρίβεια στο tempo, προάγοντας τα αγνότερα συναισθήματα. Αυτά που ο ηθοποιός οφείλει να επικοινωνεί με την εκφραστικότητα του σώματος.

3lala.jpg

Πατώντας με σιγουριά επάνω στη ρολαριστή (σχεδόν hard bop) αίσθηση της αφήγησης, οι δυο πρωταγωνιστές λάμπουν. Από τη μια ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι υπέροχος, ειδικότερα στις σκηνές που επικοινωνεί χιλιάδες λέξεις μέσω των πλήκτρων του πιάνου. Από την άλλη, η Έμα Στόουν είναι χάρμα οφθαλμών, ειδικότερα στις σκηνές που αφήνεται συναισθηματικά στις οντισιόν. Είναι ένα δώρο στην ολότητά του το La La Land. Ένας χορός στα αστέρια. Όσα δεν κατάφεραν ο Σκορσέζε και ο Κόπολα μαζί στο New York New York (1977) και στο One From The Heart (1981) αντίστοιχα, τα κατάφερε ο 30χρονος Damien Chazelle. Κυρίως όμως κατάφερε να ανασύρει τη σκονισμένη συνταγή με τα αυθεντικά καρυκεύματα από τα οποία φτιάχνονται τα γνησιότερα όνειρα, τυλιγμένα σε σελιλόιντ περιτύλιγμα. Και τόσο απλά και γενναιόδωρα, μας τα χαρίζει… Έτσι, για να έχουμε να πορευόμαστε.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #110

Lady Gaga

Joanne

Σε μια εποχή που η pop έχει κάνει στροφή στην ιδέα της (τάχα μου) αυτοβιογραφικής performance (με τη Beyoncé και την Taylor Swift), η διαστημικά sexy και στιλιστικώς ακραία μουσική της Lady Gaga ίσως να έμοιαζε κρύα και απόμακρη σε πολλούς. Όμως η έξυπνη σταρ άγγιξε χορδές στην pop κουλτούρα που δεν θα τολμούσε καμία συναγωνίστριά της (λ.χ. η Katy Perry) με το επιθετικό της look, με το cult της προσωπικότητάς της και με τον αστραφτερά ηλεκτρονικό ήχο της, όσο καταπονημένη και αν είναι η τελευταία από τον πακτωλό εύπεπτων τραγουδιών. Με τον δε φετινό της δίσκο Joanne, δείχνει πλέον να στοχεύει και σε μια «κάθαρση» για την πυκνά άγονη εξτραβαγκάντζα την οποία σέρβιρε, ώστε να προσφέρει κάτι «αληθινό» και να αποστασιοποιηθεί λίγο απ’ τις ορδές αξιολάτρευτων, trendy φρικιών που έθρεψε απογειώνοντας τo eurodisco brand.

Η Lady Gaga θέλει λοιπόν να πείσει ότι στοχεύει πλέον στο τραγουδιστικό νόημα και όχι στο στυλ. Όμως παραμένει καλύτερη όταν υποδύεται ρόλους κάτω από ξεσαλωμένα πανωφόρια παρά όταν μιλάει από καρδιάς, γιατί δεν έχει και πολλά να επικοινωνήσει, όπως μαρτυρούν οι αδύναμοι στίχοι. Το εναρκτήριο λ.χ. «Young wild American, looking to be something» είναι πολύ ασαφές και απλοϊκό για να σημαίνει κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε σύνθημα. Το Joanne συνεχίζει έτσι την καταγραφή της εξέλιξης μιας αυτόφωτης ντίβας, η οποία αρνείται να στρογγυλοκαθίσει σε ένα σημείο και δεν τρώει από τα έτοιμα.

Όσοι παρακολουθούμε την ιστορία της pop, γνωρίζουμε ότι γίνονται συνεχώς κύκλοι. Όμως η Αμερικανίδα σταρ ακολουθεί βάση σχεδίου αυτήν την προδιαγεγραμμένη πορεία «ωρίμανσης»· βιάζεται δηλαδή να περάσει στάδια, χωρίς να τα βιώσει. Ας το εξηγήσω με βάση την αγαπημένη της πηγή έμπνευσης: έπρεπε πρώτα να θητεύσει στη «φάση True Blue» για να φτάσει μετά στη «φάση Like A Prayer». Την ίδια στιγμή, δείχνει ότι θέλει να εδραιωθεί σαν songwriter μετά από έναν έξυπνο, συνεταιρικό δίσκο με τον Tony Bennett. Το τελικό αποτέλεσμα απέχει ωστόσο από μια «επανεφεύρεση». Είναι μάλλον ένα κλασικό reboot –πράγμα τελείως διαφορετικό.

Ο δίσκος διαθέτει έξυπνα hooks και τραγούδια όπως το γκουβάτο “A-YO” ή το disco rock καλούδι “John Wayne”, τα οποία προκαλούν αυθόρμητα παλαμάκια και χτύπημα των δαχτύλων. Συνεχίζει όμως να λοξοκοιτάει στα τρόπαια της Madonna: το “Dancin’ Ιn Circles” θυμίζει το “La Isla Bonita” όπως θα το διασκεύαζε η Lana Del Ray με τη μπλαζέ αθυροστομία της. Και το “Perfect Illusion” θυμίζει το “Papa Don’t Preach” όπως θα το διασκεύαζε η Stevie Nicks, με τη φωνητική υπεροχή της.

Όσο η Joanne κάθεται στα αυτιά μας με επαναληπτικές ακροάσεις, μοιάζει λιγότερο με ολοκληρωμένο άλμπουμ και περισσότερο με προσπάθεια που φέρνει κατά νου τη Lady Gaga με μια ακουστική κιθάρα στο χέρι (ή στον ώμο, απλά για το στυλ), να πετάει διαφορετικές ιδέες στον τοίχο για να δει ποιες θα πέσουν κάτω και ποιες θα κολλήσουν. Το “Come To Mama” μοιάζει έτσι με απόσπασμα από το original cast mainstream παράστασης του Broadway με θέμα κάποιο girl group της δεκαετίας του 1960. Η country pop σπίθα της μπαλάντας “Million Reasons” φέρνει στο μυαλό την Emmylou Harris και μπορεί να ανάψει τη φωτιά του sing-along με χιλιάδες αναπτηράκια στις συναυλίες: όσο όμως κολλητικό κι αν είναι, θα μπορούσε κάλλιστα να το τραγουδάει οποιοσδήποτε ροδομάγουλος ζεν πρεμιέ της pop. Από την άλλη, το “Sinner’s Prayer” με τον Father John Misty ανατρέχει στη σκονισμένη folk της ερήμου των 1970s, με παράλληλες gospel αναθυμιάσεις.

Οι αδυναμίες γίνονται λοιπόν εμφανείς: η κατά κόσμον Stefani Germanotta θέλει τόσο να πείσει σαν ερμηνεύτρια, ώστε στο “Angel Down” επιδίδεται σε αχρείαστα «oohs». Γιατί δεν αφήνει χώρο στα έγχορδα να κάνουν τη δουλειά –όπως θα το έκανε η Barbra Streisand– αντί να μπουκώνει το τραγούδι με μελόδραμα; Επίσης, αδυνατεί να πετύχει την αμεσότητα του τραγουδοποιού με την up tempo θεατράλε έκφραση ενός Freddie Mercury, γιατί απλά δεν μπορεί. Ακόμα μάλιστα και συνθετικά υπάρχουν αδυναμίες στα κομμάτια, όπως π.χ. στο “Grigio Girls”, που ακολουθεί την εύκολη λύση: όταν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις ένα τραγούδι, για να μην φαίνεται γυμνό το κλείσιμο, ρίξε μια παιδική χορωδία και καθάρισες…

H Gaga δείχνει επιπλέον να περιορίζεται πολύ: ποτέ άλλοτε η διάρκεια δίσκου της δεν ήταν κάτω από 40 λεπτά. Όμως, αν και το Joanne είναι μόλις 5 λεπτά μεγαλύτερο από το EP The Fame Monster (2009), το όραμά του, συγκριτικά, μοιάζει συρρικνωμένο. Η καλύτερη στιγμή του είναι σίγουρα το “Hey Girl”, το girl-power ντουέτο με τη Florence, το οποίο μιλάει για τη δύναμη των γυναικών να στηρίζουν η μία την άλλη. Μέσα σε έναν κακό χαμό συμμετοχών από «featuring artists» που κατακλύζουν τα charts της εποχής, δείχνει να έγινε από καρδιάς και οι δυο τους να το ευχαριστήθηκαν στο στούντιο.

Αυτός δεν είναι λοιπόν ο δίσκος ωρίμανσης με τον οποίον η Lady Gaga θα αποκαλύψει την «αληθινή τραγουδοποιό» μέσα της, βγάζοντας την ανθρώπινη μάσκα από το φτιασιδωμένο πρόσωπό της –όπως οι ήρωες του Mission: Impossible. Όμως είναι ένα άλμπουμ που θα κάνει όσους την ακολουθούν να αναρωτιούνται, να τσακώνονται και να στοιχηματίζουν για τα επόμενα βήματά της. Και μη γελιέστε, κάποια στιγμή θα έρθει και το μεγαλειώδες δισκογραφικό βήμα· το Joanne αποτελεί απαραίτητο βήμα για να φτάσει μέχρι εκεί.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Passengers

Το «πρωί» σε αυτή την περίπτωση βέβαια, απέχει 90 χρόνια, καθώς κάτι πήγε πολύ στραβά στο ταξίδι του με το διαστημόπλοιο που τον μετέφερε σε έναν άλλο πλανήτη, και ξύπνησε από τις κάψουλες ύπνωσης 9 δεκαετίες πριν φτάσει στον προορισμό τους. Ο προορισμός είναι μια νέα ζωή, σε έναν μακρινό αστέρα που ονομάζεται Avalon. Το “ξύπνημα” είναι προγραμματισμένο να έρθει λίγους μήνες πριν το τέλος του πανάκριβου ταξιδιού, ώστε να συνέλθουν απόλυτα οι επιβάτες, περνώντας το χρόνο τους απολαμβάνοντας τις υπερπολυτελείς παροχές του πλοίου, σε μπαρ, γυμναστήρια και πισίνες με θέα το βαθύ διάστημα. Ο ήρωας είναι αδύνατον να ξαναμπεί σε mode ύπνωσης και σκοτώνει το χρόνο του πίνοντας, τρόγωντας και μιλώντας με τον ευγενέστατο μπάρμαν – ένα εξελιγμένο ανδροειδές. Μετά από ένα χρόνο νιώθει να σαλεύει από τη μοναξιά στους διαδρόμους του πλοίου σε κάτι που θυμίζει κοκτέιλ του Wall-E και του The Shining. Όλα κινούνται σε ρυθμούς απελπισίας και πανικού μέχρι που ο ήρωας θέλει να κάνει κάτι για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του και μετά από εσωτερική πάλη με το ηθικό δίλλημα, επιλέγει να ξυπνήσει ερήμην της μια «ωραία κοιμωμένη» που κρυφά ερωτεύεται.

ghghgk.jpg

Το Passengers είχε τη φιλοδοξία να εγκλωβίσει τη δράση σε έναν συναρπαστικά κλειστοφοβικό διάκοσμο, να επενδύσει στη φωτογένεια δυο πρωταγωνιστών που περιφέρονται σαν πρωτόπλαστοι σε ένα βιομηχανικά ονειρικό περιβάλλον αφθονίας, πασπαλίζοντας ταυτόχρονα με πλάγια ερωτήματα βιοηθικής μια γνήσια sci–fi ιδέα που μοιάζει να έχει κλαπεί από κάποιο τσαλακωμένο, απραγματοποίητο σενάριο του Twilight Zone. Ο Chris Pratt και η Jennifer Lawrence κάνουν ότι μπορούν για να γεμίσουν την ταινία με την τεθλασμένη γραμμή συναισθημάτων της έκρυθμης σχέσης τους. Από την απελπισία, στον έρωτα και από την αγωνία για επιβίωση στην ανιδιοτελή αυτοθυσία. Το πρόβλημα που ρίχνει την ταινία στα αζήτητα και τα αξιολησμόνητα φιλμ του είδους είναι η έλλειψη σκηνοθετικής ματιάς. Ο Morten Tyldum μετά το καλλιγραφικά οσκαρικό The Imitation Game (2014), είναι σαφώς έξω από τα νερά του και όλες οι δυνατότητες της ταινίας να εξελιχθεί σε κάτι αξιόλογο, σαν το Moon (2009) για παράδειγμα, υποβαθμίζονται σε ύφος μιας απροβλημάτιστης, sci fi ρομαντικής κομεντί. Σαν αποτέλεσμα, το μεγάλο μυστικό που καιροφυλακτεί στην καρδιά του ερωτικού στόρι (το πρόωρο, εσκεμμένο ξύπνημα της ηρωίδας) είναι εφάμιλλο του μυστικού του Tom Hanks που έχει το μεγάλο βιβλιοπωλείο που θα κλείσει το συνοικιακό της Meg Ryan.

Η ταινία στερείται ταυτότητας και ο σκηνοθέτης δεν ξέρει τι πάει να κάνει. Ούτε ηθική αλληγορία, ούτε ηθικοπλαστική περιπέτεια για την ανθρώπινη υπέρβαση, αλλά με λίγο ζορισμένο ρομάντζο και μια άβολη υποψία (τάχα μου) αντί-κορπορατικού σχολίου για την τουριστική εκμετάλλευση του διαστήματος. Μια εξαιρετικά γόνιμη ιδέα όπου πραγματεύεται την απεραντοσύνη του χρόνου και τη μοναξιά πήγε χαμένη. Προσπεράστε το Passengers και βγάλτε από τις κάψουλες ύπνωσης (ανατρέξτε στα DVD δηλαδή) στις άψογα εκτελεσμένες πρωτογενείς ιδέες του Twilight Zone.

hjjgh.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #109

Alicia Keys

Here

Όσο και να θεωρώ αυταπόδεικτο ότι η Alicia Keys είναι η μοναδική τραγουδοποιός που διεκδικεί τον τίτλο «soul diva» μετά το 2000, τόσο θεωρώ ότι δεν έφτασε ποτέ ξανά στα ύψη των πρώτων 2 δίσκων της, Songs Ιn A Minor (2001) και The Diary Οf Alicia Keys (2003). Σε εκείνα τα άλμπουμ, συνδύασε με αρετή και γνώση την πυγμή της Jill Scott και το σοφιστικέ της Erykah Badu, και τα σέρβιρε με υπέροχα τραγούδια στο mainstream. Στη συνέχεια, όμως, διέγραψε μια τεθλασμένη γραμμή ποιότητας και η soul απόλαυση εκείνων των δίσκων χάθηκε, ιδίως με το ταγμένο στη λογική του «fast selling» As I Am (2007). Η δυναμική της επανήλθε βέβαια στη συνέχεια με διαφορετική μορφή στο ραφινάτο ποπ πείραμα του The Element Οf Freedom (2009), αλλά έμεινε ξανά μετέωρη με το αμήχανο και απορρυθμισμένο Girl Οn Fire (2012).

Η χαρισματική τραγουδοποιός ένιωσε λοιπόν την ανάγκη να δηλώσει ότι βρίσκεται στο «εδώ» και στο «τώρα», κοιτώντας όμως προς τα πίσω, ώστε να ξαναβρεί τις ρίζες της. Κι έτσι υιοθετεί άλλη ρητορική σε αυτό το 6ο της άλμπουμ: αποφάσισε να χριστεί σε εμπροσθοφυλακή της μαύρης παράδοσης, μα χωρίς να ξοδεύεται σε ρεβιζιονισμούς. Αποδοκιμάζει το μακιγιάζ, απορρίπτει το ποπ φτιασίδωμα, ξεσκονίζει τα soul βινύλια, διαβάζει τις βιογραφίες της Nina Simone και του Curtis Mayfield, καμαρώνει την αυθεντικότητα των Μαύρων Πανθήρων, μελετά τους στίχους των Last Poets, επιστρέφει σε μια αφρικάνικων καταβολών αυτοέκφραση. Και ανακαλύπτει παράλληλα την R&B αισθαντικότητα, προτού η τελευταία γίνει πηγή εκμετάλλευσης για το ψωνισμένο γκλάμουρ και το σαλονάτο sexploitation.

Το εναρκτήριο “The Gospel” βάζει σαν προτεραιότητα την ευκολία της οικειότητας του groove, για ένα τσαμπουκαλεμένα αυτοβιογραφικό «from the ghetto» πόνημα. Στο εθιστικό “Pawn It All”, πάλι, η Keys αποδεικνύει ότι η φωνή της διαθέτει ακόμη καθαρότητα, καθώς αναβιώνει τον μάχιμο νατουραλισμό των Staple Singers. Το δε ακουστικό “Kill Your Mama” κλείνει με περήφανο στυλ το μάτι στο πολιτικό τραγούδι της δεκαετίας του 1970, ενώ οι «δοξασμένες» συνοικίες της Νέας Υόρκης –σαν φορείς της sοul παράδοσης– λαμβάνουν τον δικό τους φόρο τιμής στο λουσάτο “She Don’t Really Care_1 Luv”, το οποίο διαθέτει ένα ψυχεδελικό groove που ακούγεται αγέρωχα παλιομοδίτικο, χωρίς όμως να είναι στερεοτυπικό.

Η Alicia Keys δεν απαρνιέται τον ψυχαγωγικό της ρόλο και ακουμπά με σιγουριά πάνω στην ποικιλομορφία της soul/pop στο “Work On It”, σε εκείνη της reggae στο “Girl Can’t Be Herself”, ενώ δείχνει άνεση και με τα gospel στο “More Than We Know”. Ξέρει άλλωστε να πατάει φωνητικά στην R&B κληρονομιά της δεκαετίας του 1960, με ρεφρέν που εντυπώνονται εύκολα στον ακροατή. Πετυχαίνει έτσι ένα ρεσιτάλ δεξιότητας, που ίσα που προλαβαίνει να εξατμιστεί στα 2-3 fillers τα οποία κλείνουν το Here.

Με τις μετωπικές της ερμηνείες, η 35χρονη Νεοϋορκέζα έχει στόχο να προκαλέσει αληθινά αισθήματα στον ακροατή –όπως π.χ. με το φωνητικό κρεσέντο στο “Illusion Οf Bliss” ή με την affirmative action ιδεολογία του “Holy War”. Αλλά οι ιδέες της δεν απογειώνονται όσο θα έπρεπε, ώστε να έχουμε ένα αληθινό instant classic. Πραγματικά, το Here περιέχει περισσότερα «yeah» και «ohh» και «ungh» από ολόκληρη τη δισκογραφία της και δεν βλέπω τον λόγο για τέτοιες εύκολες λύσεις. Αυτά τα πταίσματα συγχωρούνται όμως, γιατί τουλάχιστον κατάφερε να κατασκευάσει ένα σύγχρονο και «μορφωμένο» σύνολο από κλασικούς R&B ρυθμούς, με τραγούδια που απολαμβάνονται καλύτερα μέσω της επανάληψης.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Gimme Danger: Το πιο cool μουσικό ντοκιμαντέρ που έγινε ποτέ.

«Δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους του glam, δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους του hop people. δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους της τηλεόρασης και δεν θέλω να ανήκω στους εναλλακτικούς». Ο Iggy Pop με αυτά τα ειλικρινή λόγια στο φινάλε του Gimme Danger, υπογραμμίζει την ασυμβίβαστη ιδεολογία του και την ουσία πίσω από το άγριο και αδάμαστο ζώο που έμοιαζε να ήταν η μουσική των Stooges. Φαντάζομαι ότι ο Τζάρμους πίσω από τον φακό μειδίασε ηδονικά ακούγοντας αυτά τα λόγια, καθότι αυτός ο αφορισμός κουμπώνει στην δική του φιλοσοφία και τις δικές του υπέροχες ταινίες, οι οποίες χωρίς προσπάθεια και επιτήδευση, εκτοξεύουν τον δείκτη του coolness στην στρατόσφαιρα.

1igg.jpg

Το Gimme Danger αποτελεί σκηνοθετικό ταβάνι για την έννοια του μουσικού ντοκιμαντέρ και αποτελεί σπουδαία προσθήκη σε ένα είδος που θεωρούμε κορεσμένο αλλά είναι η μοναδική πλατφόρμα που μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας. Ο Τζάρμους εξερευνά τη ζωή του Iggy, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι το  reunion του συγκροτήματος στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Κυρίαρχο όχημα είναι ο ίδιος ο Iggy Pop, με την ταπεινότητα που διαφαίνεται στο νεφελώδες βλέμμα του, και αφηνόμαστε στις αφηγήσεις του, οι οποίες δεν διαθέτουν ίχνη κουτσομπολιού και «raawwkk» μεγαλοστομίες. Ο σκηνοθέτης στήνει ένα έντεχνο ανακάτεμα της τράπουλας σε μια βιογραφική διαδρομή, κάνοντας μόνο μικρά τάκλιν εμβόλιμων σχολίων, μέσα από τηλεοπτικές εικόνες της pop κουλτούρας.

2igg.jpg

Το Gimme Danger προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα γύρω από το πρωτόγονο punk των Stooges. Με ένα υλικό που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου κινδύνευε να γίνει ένα άψυχο μνημείο στην δεκαετία του 60, εδώ έχουμε μια αποδόμηση του χιπισμού και όσων ακολούθησαν το Woodstock. Ο Iggy Pop αποδεικνύει ότι έχει ισορροπημένη αίσθηση των ιδανικών και ότι διαφέρει τόσο πολύ από τους rock star που βουλιάζουν στην εγωπάθεια και ο Τζάρμους συλλαμβάνει την προσωπική του αποτίμηση επάνω στα χρόνια που προηγήθηκαν της έκρηξης του punk. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αυτοκαταστροφικές τάσεις του γκρουπ, ούτε οι άγριες καταχρήσεις, αλλά στέκεται στην συνολική παρατήρηση. Πίσω από τους σταθμούς της καριέρας του χαρισματικού, γυμνόστηθου performer και το χαζευτικό μοντάζ στα ντοκουμέντα της εποχής, υπάρχει η πρόθεση του σκηνοθέτη να μας εισάγει στον βίο και τη σκέψη ενός μουσικού. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τα διλήμματα των κατευθυντήριων επιλογών του νεαρού Iggy και τις καταστάσεις που γέννησαν εκείνη τη «ζωώδη» εικόνα που ακόμα και μετά από σαράντα χρόνια αντιγράφεται κατά κόρον από τα ψυχοπαίδια του.

4igg.jpg

Αυτό που κάνει το Gimme Dnager διαφορετικό από τα υπόλοιπα μουσικά ντοκιμαντέρ και την τυπολατρία που τα συνοδεύει, είναι πως πέρα από μια θεαματικά μονταρισμένη αναδρομή είναι ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα του Τζάρμους στο αγαπημένο του συγκρότημα. Ο σκηνοθέτης εξερευνά τον σύντομο ανεμοστρόβιλο ορμητικού punk που ήταν οι Stooges, όπου με 3 μόλις album άλλαξαν το πρόσωπο του rock, θέλοντας να δει πέρα από το χάος και τη σκόνη. Ο Τζάρμους ιχνηλατεί την πορεία μιας παρέας αυτοδίδακτων μουσικών με mainstream αλλεργία, οι οποίοι βρέθηκαν στα έγκατα μιας άκαμπτης βιομηχανίας, μέσα από όσα τους σημάδεψαν: τη σχέση με τον Bowie, την επιρροή των MC5, τη Nico, τον Lou Reed, τις χαοτικές περιοδείες και τον κόλαφο των σκληρών ναρκωτικών.

Μετά από δυο χορταστικές ώρες και καθώς μια μανιώδης εκτέλεση του “I Wanna Be Your Dog” κλείνει την ταινία, όλα έρχονται σε συσχετισμό. Ο Iggy είναι πια κειμήλιο της πνευματικής απελευθέρωσης μιας γενιάς που πραγματικά δεν είχε σχέση με τους προγόνους της και με όσα συμβαίνανε γύρω της, ακόμα και στα χρόνια της ξακουστής «αμφισβήτησης» και όπως σοφά αφήνει να εννοηθεί στην αυλαία της η ταινία: αν και οι εποχές που το ροκ είχε παρεμβατική σημασία στη ζωή των ανθρώπων έχoυn περάσει ανεπιστρεπτί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Arrival

Ανάμεσα στις Στενές Επαφές ΤρίτουΤύπου και στο Contact, η γενιά των millennials αποκτά την ταινία για την επαφή με εξωγήινους που της αξίζει.

Κάποια στιγμή ο Ντένις Βιλνέβ θα υπογράψει ένα αριστούργημα του Αμερικάνικου σινεμά. Ίσως η άποψη αυτή να θεωρηθεί αιρετική, καθώς πολλοί πιστεύουν πως ο Καναδός σκηνοθέτης κάνει σκηνοθετικό σλάλομ από τον ένα θρίαμβο στον άλλο. Θεωρώ όμως πως το Sicario υπολείπονταν σε ουσία και σενάριο έναντι του στυλ, το Prisoners πνίγηκε κάτω από τις λαϊκές συμβάσεις του σεναρίου ενώ το Enemy ήταν μια υπέροχη αποτυχία καφκικού τρόμου και (μισο)χωνεμένων Λιντσεικών εμμονών. Άλλοι τον θεωρούν πομπώδη, χειριστικό και σοβαροφανή σκηνοθέτη, ωστόσο με αρετές και προσωπικό κόσμο. Εκείνο που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό ασυνήθιστες συνθήκες, καθώς και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Το Arrival δεν είναι το απόγειο που μπορεί να φτάσει, αλλά είναι ένα γενναίο βήμα πιο κοντά προς το αριστούργημα (ας ελπίσουμε να είναι το Blade Runner που ετοιμάζει για το 2017).

1arr.jpg

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα της εξωγήινης έλευσης στη Γη. Όμως όλα εκείνα που δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό σκηνοθετών προς ενοικίαση (Έμεριχ, Μπρουκχάιμερ, Μάικλ Μπέι κτλ), βρίσκονται στον πυρήνα του Arrival. Η κατάσταση συναγερμού για το τέλος των ημερών δεν παίρνει το πάνω χέρι, δεν βλέπουμε καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Η υπόθεση αφορά την μυστηριώδη εμφάνιση δώδεκα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενων σκαφών σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, μια άφιξη που ο σκηνοθέτης συνδέει με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου. Μια γλωσσολόγος και ένας φυσικός, η Λουίζ και ο Ίαν, επιστρατεύονται για να διερευνήσουν τις προθέσεις των γιγαντιαίων πλασμάτων που παράγουν μεταλλικούς ήχους και θορύβους. Η Λουίζ αντιλαμβάνεται νωρίς πως η αιώνια γλώσσα επικοινωνίας είναι ο γραπτός λόγος και έτσι θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τα απόκοσμα πλάσματα. Πρόκειται για μια γυναίκα που έχει λόγους να πάει κόντρα στις επιλογές αλλοτριωμένων ανθρώπων, στους κοντόφθαλμους πατριώτες και πολεμοχαρείς στρατιωτικούς. Η Έιμι Άνταμς με την μελαγχολική περιέργεια στα μάτια, είναι πιο «γήινη» από ποτέ όταν ερμηνεύει την προσπάθεια της ηρωίδας να αποκωδικοποιήσει «εξωγήινους» βρυχηθμούς και άγνωστα σύμβολα απ’ το βαθύ διάστημα. Η κατάθλιψη και η αμφιβολία αντανακλώνται ποικιλότροπα στο φωτογενές πρόσωπό της.

2arr.jpg

«Now I’m not sure I believe in beginnings and endings» λέει ο χαρακτήρας της Λουίζ στο κλείσιμο του εισαγωγικού κομματιού, λίγο πριν εμφανιστούν οι εξωγήινοι που θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της αντίληψης. Αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι κάτι ανάμεσα σε ονειρικές επαφές τρίτου τύπου, σε διανοητικούς γρίφους και σε γλωσσολογικούς στοχασμούς, όλα κάτω από ένα πάζλ που μπλέκει το μεταφυσικό και το μεταφορικό, με άξονα τη γλώσσα και τη διαστολή της έννοιας του χρόνου. Οι διαστάσεις της ιστορίας απλώνονται υπομονετικά με εμβόλιμες σεκάνς «αναμνήσεων» που φέρνουν στο νου τον ποιητικό νατουραλισμό των θεόπνευστων πλάνων του Τέρενς Μάλικ. Ο Βιλνέβ καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στο ανθρώπινο δράμα (κάτι που δεν πέτυχε ποτέ ο Christopher Nolan στο υπερφορτωμένο Interstellar) και ο φακός του ακροβατεί ανάμεσα στην παρατήρηση και τον στοχασμό.

Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα που μιλάμε, υποδεικνύει και τον τρόπο σκέψης μας. Όλοι οι δίγλωσσοι άνθρωπος μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι η αλλαγή στη γλώσσα αλλάζει εν μέρει και τη ροπή της σκέψης. Κάθε γλώσσα δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα. Το Arrival πάει αυτή την προβληματική ένα βήμα πιο μακριά, με αποτέλεσμα η γλώσσα επικοινωνίας να δημιουργεί και το δικό της χρόνο. Οι επίπονοι μήνες κατά τους οποίους η Λουίζ (Έιμι Άνταμς) και ο Ίαν (Τζέρεμι Ρένερ) πασχίζουν να προσεγγίσουν τη συμβολική γραφή των επτάποδων πλασμάτων, φαίνονται να διαρκούν μονάχα μια δυο μέρες. Αυτή η σκηνοθετική επιλογή, που μοιάζει απλώς με εύκολη λύση για την  επιτάχυνση της αφήγησης, είναι μια αναγκαιότητα που τελικά κυοφορεί το βαθύτερο νόημα της ταινίας. Ο Βιλνέβ απορρυθμίζει τους χρόνους μέσα μας, σαν θεατές, για να δεχθούμε το ευρύτερο συμπαντικό νόημα που υπαινίσσεται το φινάλε. Ο σκηνοθέτης επίσης παραμερίζει το άχαρο επιστημονικό σασπένς, ξεφορτώνεται τα βαρίδια των εφέ και προτιμάει την πλήρη εσωτερικότητα. Με όπλο το μοντάζ, που παίρνει το πάνω χέρι σε όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων, κάνει ένα βήμα προς τα πίσω για να ανοίξει το διαμέτρημα της ιστορίας, πετυχαίνοντας έτσι μια από τις πιο σκεπτόμενες mainstream ταινίες της τρέχουσας δεκαετίας.

3arr.jpg

Πρόκειται για πικρή, ελεγειακή ταινία που μιλά με σπάνια τρυφερότητα για το ηθικό φορτίο των επιλογών και τη βαρύτητα της συνείδησης. Κάτω από τις σκόρπιες μνήμες και την sci-fi ονείρωξη της επαφής με εξωγήινους, υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: οι υποσυνείδητες επιλογές, ορίζουν ένα μέλλον που δεν είναι γραμμένο σε πέτρα. Λίγο αφότου η πανούργα αφήγηση της πιο αθόρυβης και εσωστρεφούς ταινίας με θέμα την εξωγήινη ζωή κάνει τον κύκλο της, μας αποκαλύπτεται και η παλίνδρομη φύση της. Εκείνο το “Now, I’m not sure I believe in endings and beginnings” της ηρωίδας επανέρχεται και αντηχεί σαν mantra στα αυτιά μου μετά την θέαση της ταινίας. Μπορώ να καταλάβω ακριβώς πως νιώθει.

Από το Movieworld

4arr.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Αμερικάνικο Ειδύλλιο

Λογοτεχνικό σινεμά με καλές προθέσεις και πλήρη δυστοκία.

Τον Ewan McGregor πάντοτε τον χαρακτήριζε το καλό γούστο. Από το ξεκίνημά του με τον Danny Boyle (“Trainspotting”), στην εξτραβαγκάντζα του Baz Luhrmann (“Moulin Rouge!”) και από τον glam παροξυσμό του Todd Haynes (“Velvet Goldmine”) μέχρι την ιμπρεσιονιστική κομεντί του Mike Mills (“Beginners”), ο McGregor πάντα άφηνε το αποτύπωμά του χάρη στο αγέραστο ύφος του. Φέτος, αποφάσισε να καταπιαστεί με την σκηνοθεσία, αλλά αντίθετα με τους συναδέλφους του που δοκιμάζονται με ένα προσωπικό πρώτο project στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Ewan βούτηξε στα βαθιά (στα άπατα μάλλον) επέλεξε για υλικό του το βραβευμένο μυθιστόρημα “American Pastoral” του Philip Roth. Ένα πυκνογραμμένο και σύνθετο έργο, που ανήκει στα πιο παθιασμένα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών.

AP_D27_10794R.jpg

Ο αφηγητής της ταινίας και alter ego του Roth είναι ο Nathan (τον υποδύεται ο υπέροχος μα ανεκμετάλλευτος εδώ David Strathairn) ο οποίος θα βρεθεί σε ένα ρουτινιάρικο reunion και θα ακούσει μια συγκλονιστική ιστορία, για έναν από τους ήρωες του σχολείου τους, τον Seymour τον οποίον συνήθιζαν όλοι να αποκαλούν Σουηδό. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο «Σουηδός» ενσάρκωσε το Αμερικάνικο όνειρο καθώς απέκτησε την προσοδοφόρα επιχείρηση του πατέρα του και παντρεύτηκε την πανέμορφη και χαρισματική Dawn (η Jennifer Connelly λάμπει κυριολεκτικά στον ρόλο της trophy wife). Η κόρη τους, η Merry, από τρυφερό κοριτσάκι που τραύλιζε, εξελίχθηκε σε ατίθαση έφηβο με πύρινες ιδέες και ιδιαίτερη ευαισθησία. Η Dakota Fanning προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί στο ρόλο της Merry, που γοητεύεται από τις εξτρεμιστικές ιδέες του 60 και την επαναστατική βία. Από ανταγωνιστική κοπέλα εξελίσσεται σε ένοπλο εχθρό του συστήματος, μέχρι που εξαφανίζεται για να γίνει περιβόητη καταζητούμενη του κράτους.

AP_D29_11307_R.jpg

Η κατάρρευση της οικογενειακής ισορροπίας, η φθορά της ατέρμονης αναζήτησης, η αμφισβήτηση κάθε ιδανικού, η ρήξη των ιδεολογικών και το πύρινο πάθος στο περιβάλλον του Σουηδού είναι στοιχεία που καθιστούν το American Pastoral ένα σπουδαίο έργο «βαριάς» λογοτεχνίας, που αφήνει ράκος τον αναγνώστη μετά το πέρας της ανάγνωσής του. Στην ταινία του, ο Ewan McGregor απογυμνώνει όλο το πάθος, τις σοκαριστικές στιγμές και τις δαιδαλώδεις ψυχολογικές διαδρομές, κρατώντας μόνο τις βουνοκορφές της πλοκής. Ακόμα και απογυμνωμένη όμως η βασική πλοκή, είναι κινηματογραφημένη σε ένα επίπεδο και άχρωμο πλαίσιο διάθεσης, χωρίς πάθος, αφήνοντας μια άβολη αίσθηση απογευματινής τηλεταινίας. Το πολιτικό πλαίσιο εξατμίζεται και οι σκηνές της κόρης συχνά προκαλούν αμήχανο γέλιο με τον τρόπο που εκφέρονται από την Fanning.

Ο McGregor είχε καλές προθέσεις αλλά δεν ξέρει από που να πιάσει το υλικό του και πως να προσεγγίσει τον κόσμο του Roth, αντίθετα με τον James Schamus που τα κατάφερε περίφημα στο “Indignation”. Όμως θα συγχωρούσαμε κάποια προβλήματα του American Pastoral, αν ο Mc Gregor δεν έκανε ένα τόσο απίστευτο misread στο βιβλίο με αποτέλεσμα να το απογυμνώσει από ζωτικότητα και στόχο. Που είναι ο Paul Thomas Anderson όταν τον χρειάζεσαι;

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #108

Chickn

Chickn

Χρειαζόμασταν, αλήθεια, να αποδώσουμε τιμή και δόξα στη Διονυσιακή ψυχεδέλεια του 1960 και στον ηδονισμό της σχολής του Σαν Φρανσίσκο, στα τέλη του 2016;

Οι Chickn, στον πρώτο τους αυτόν δίσκο, μας παίρνουν από το χέρι για να μας σερβίρουν ένα πανσεξουαλικό χαρμάνι από μετα-ψυχεδελικά groove και απαστράπτουσες κιθάρες που, όταν λικνίζονται, αφήνουν χρώματα στον αέρα. Σαν την αύρα γύρω από τα κεφάλια, την οποία παράγουν οι παραισθησιογόνες ουσίες.

Με την ευγενική συμμετοχή των Baby Guru, οι Άγγελος Κράλλης, Παντελής Καρασεβδάς & Ευάγγελος Ασλανίδης στήνουν χορό στην καρδιά μιας αχαρτογράφητης ερήμου, με όρεξη και πάθος. Το περιβάλλον όπου λαμβάνει χώρα ο χορός τους αυτός δεν είναι δυσοίωνο, δεν κοσμείται από κεφάλια τράγων και αίμα παρθένων, αλλά από σαγηνευτικές φιγούρες, οι οποίες σε καλωσορίζουν και σε στολίζουν για να συμμετέχεις.

Στα γκρουβάτα και εθιστικά κομμάτια του άλμπουμ (όπως το “Aleppo/Jam”), σχεδόν νιώθεις να στήνεται στα αυτιά σου μια τελετουργική γιορτή, όπου οι μασκοφορεμένοι καλεσμένοι θα επιδοθούν σε δέηση μέσω μιας βακχικής παρτούζας, πίνοντας νέκταρ και απαγορευμένους χυμούς. Οι διεγερτικές πάλι κιθάρες, δίνουν έναυσμα για ένα πληθωρικό, πολυοργασμικό «χάσιμο» σε ηχητικές πεδιάδες, πλήρες σε περιπετειώδεις ρυθμούς, που συχνά κλείνουν μάλιστα το μάτι και στην Ανατολή.

Μη γελιέστε όμως, η μουσική των Chickn –παρά τη σημειολογία που δείχνει εκ πρώτης όψεως να κουβαλάει– δεν πάσχει από στείρο νεοχιπισμό, ούτε και επιδίδεται σε ρεσιτάλ άστοχου ρεβιζιονισμού. Οι πειραματισμοί τους δεν απευθύνονται σε new agers που αγκαλιάζουν δέντρα ή σε ξυπόλυτους εραστές της μάνας Γης. Αντιθέτως, η μπάντα ανυψώνει τη διάθεση μέσω υπόκωφων εκρήξεων, χάρη κυρίως στο γοητευτικό χτίσιμο των ρυθμών, για το οποίο ευτυχώς αφιέρωσαν τον απαραίτητο χρόνο, δείχνοντας διάθεση να δουλέψουν στο στούντιο.

Εκεί όπου το ντεμπούτο των Chickn δείχνει να στραβοπατάει, είναι στην αίσθηση του ανοικονόμητου που διαπερνάει ορισμένα εννιάλεπτα και οκτάλεπτα κομμάτια, αφήνοντας μια αμήχανη αίσθηση πλαδαρότητας. Μυρίζει δηλαδή προγκρεσιβίλα σε ορισμένα σημεία, πράγμα δύσκολο να συγκεραστεί με τον σκοτεινό ηδονισμό από το υπερπέραν ο οποίος διακρίνει τον υπόλοιπο δίσκο –αίσθηση που σαγηνεύει ακόμα κι αυτούς που δεν νιώθουν απαραίτητα σκαπανείς της ψυχεδελικής παράδοσης.

Τελικά χρειαζόμασταν να αποδώσουμε τιμή και δόξα στη Διονυσιακή ψυχεδέλεια του 1960. Απλά δεν το φανταζόμασταν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Hacksaw Ridge

O παλιός καλός Μελ Γκίμπσον λείπει από τον mainstream κινηματογράφο. Ο ηθοποιός με το ήπιο βλέμμα και την εσωτερική οργή των ταινιών της πρώτης εποχής του Πίτερ Γουίαρ («Καλλίπολη», «Επικίνδυνα Χρόνια»). Ο ηθοποιός που έδωσε ζωή στον «Mad Max» στο δυστοπικό μέλλον της πρώτης τριλογίας Τζώρτζ Μίλερ. Ο star που μας χάρισε νιοστές, απολαυστικές θεάσεις στη σειρά ταινιών «Φονικό Όπλο», χάρη στο τρελαμένο ύφος του αστυνόμου Ριγκς. Τα τελευταία 20 χρόνια o Μελ είναι χαμένος σε ασημαντότητες («Ο Πατριώτης», «Οιωνός», «Edge Of Darkness») και σε παντελώς αδιάφορες περιπέτειες («Machete», «Οι Αναλώσιμοι 3») με μια δυο υποφερτές εξαιρέσεις (ίσως το «What Women Want» και αυτό με το ζόρι). Κανένας ρόλος αξιώσεων και καμία υποψία ερμηνείας στις ταινίες που εμφανίζεται για το γρήγορο paycheck. Πριν από αυτή την κατηφόρα, ο Μελ αποφάσισε στη δεκαετία του 90 να δοκιμαστεί στην σκηνοθεσία και το έκανε συμπαθητικά με το ήπιο «Ο Άνθρωπος Χωρίς Πρόσωπο» (1993) και το επικό crowdpleaser «Braveheart» (1995) που σάρωσε τα Όσκαρ και έδωσε αυτοπεποίθηση μεγάλου Αμερικάνου δημιουργού στον φωτογενή star. Εκείνο ήταν περίπου το σημείο που το μυαλό άρχισε να… σαλεύει.

1aaa.jpg

Ο Γκίμπσον επέστρεψε στη σκηνοθεσία σαν άλλος Τζεφιρέλι για μια gore αναπαράσταση στα «Πάθη Του Χριστού» στην αυθεντική Αραμαϊκή διάλεκτο. Το μεγαλοβδομαδιάτικο torture porn εκτόξευσε πίδακες αίματος και ηδονοβλεπτικής ηδονής σε εκατομμύρια θεατές που έκαναν το σταυρό τους σε κάθε σκηνή βασανιστηρίου στο πρόσωπο του Κυρίου. Δυο χρόνια αργότερα ήρθε το «Apocalypto» (2006) στη γλώσσα των Μάγια που βουτούσε τον θεατή σε έναν πολεμοχαρή κόσμο ανθρωποθυσιών και αρχέγονων τελετουργιών. Εκείνη η ακατάλληλη για ευαίσθητα στομάχια κατήχηση και η primal βία των αρχαίων φυλών που ακολούθησε, συνοδεύονταν από μια σκοτεινή περίοδο στην ζωή του Γκίμπσον. Κατάχρηση του αλκοόλ για αρκετά χρόνια, κάποια δημόσια αντισημιτικά σχόλια και μια σειρά από ηχογραφημένες συνομιλίες με την σύντροφό του που διέρρευσαν και πρόδιδαν ενδοοικογενειακή βία αποξένωσαν το κοινό από τον Χολιγουντιανό star.

2aaaa.jpg

Ο Μελ Γκίμπσον επέλεξε να επιστρέψει πίσω από την κάμερα με την ταινία «Αντιρρησίας Συνείδησης». Το θέμα της ιστορίας αναφέρεται στον Ντος, έναν εθελοντή στρατιώτη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος κατά την διάρκεια της μάχης Οκινάουα, έσωσε δεκάδες Αμερικάνους πολεμιστές χωρίς να κρατάει όπλο. Η ταινία παρακολουθεί τον στρατιώτη από τα παιδικά του χρόνια και την εκπαίδευσή του στο στρατό, μέχρι την υπεράνθρωπη προσπάθειά του στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Η ιστορία ενός θεοσεβούμενου παιδιού με συντηρητική ανατροφή που ήθελε να θυσιαστεί για την πατρίδα του χωρίς να παραβιάσει την ιερή εντολή περί φόνου, αποτελεί ενδιαφέρον υλικό για μια ταινία που θα εξέταζε το παράδοξο της εφαρμογής της συμπόνοιας ενός άοπλου μέσα στο αιματοβαμμένο μέτωπο πολέμου. Όμως στα χέρια του Μελ Γκίμπσον το υλικό μετατρέπεται σε μια αφόρητα διδακτική χριστιανική παραβολή, με ανόητα ηθικοπλαστικά διδάγματα. Είναι πραγματικά αδιανόητη η απλοϊκότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αγγίζει σύνθετα και σοβαρά ζητήματα όπως η ηθική, η αντίσταση στη βία και ο στείρος πατριωτισμός.

3aaaa.jpg

Η μεσσιανική παραβολή ξεκινάει με τα αθώα χρόνια του ήρωα, που σαν γιος συντηρητικού στρατιωτικού έμαθε από πρώτο χέρι την πειθαρχία και την έννοια του «καλού» με βάση το λόγο του Θεού. Μεγαλωμένος με φόβο θεού από αυταρχικό πατέρα, ο Ντος δεν απέκτησε  προβλήματα στη συμπεριφορά, αλλά εξελίχθηκε σε άξιο και λαμπρό νέο που δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τη Βίβλο του. Στην εφηβεία του, ζήτησε σε γάμο το πρώτο κορίτσι που κοίταξε στα μάτια και ερωτεύτηκε και αποφάσισε να γίνει σωστός σύντροφος και σύζυγος, όπως ήταν άλλωστε το θέλημα του Θεού. Ο Ντος κατετάγη στον πόλεμο γιατί αγαπούσε την μητέρα πατρίδα, γιατί ήθελε να νιώθει περήφανος και γιατί ήθελε να βοηθήσει τον συμπατριώτη στο ιερό καθήκον.

Ο Άντριου Γκάρφιλντ κάνει ότι μπορεί για να υποδυθεί το “χαζό παιδί – αγάπη γεμάτο”, που με τον Χριστό στην καρδιά, την οικογένειά του κορώνα στο κεφάλι και την πατρίδα στο μυαλό του, πήγε κόντρα στους νόμους και κατάφερε να γίνει ο πρώτος αντιρρησίας συνείδησης που τιμήθηκε με το μετάλλιο τιμής. Παρά την σθεναρή αντίσταση από το στράτευμα και τα καψόνια για την άρνησή του να αγγίξει όπλο, ο θεοσεβούμενος Ντος κατάφερε στο τέλος να κάνει τους πάντες να πιστέψουν στον αγώνα του και να σωπαίνουν σεβαστικά όταν προσεύχεται.

4aaaa.jpg

Το αν ο Μελ Γκίμπσον θέλει να κάνει Χριστιανικό σινεμά για την κινηματογραφική βραδιά του κατηχητικού της γειτονίας του είναι δικαίωμά του. Όπως δικαίωμά του και τιμή του είναι να δηλώνει καθαρός από την εξάρτησή του από το αλκοόλ χάρη στη δύναμη του Θεού. Ακόμα και το να ετοιμάζει το σίκουελ στα «Πάθη Του Χριστού» με την «Ανάσταση Κυρίου» μέσα στα επόμενα δυο χρόνια είναι απόλυτα σεβαστό. Όμως το γεγονός ότι σκηνοθετικά παρουσιάζει την συμπόνοια ως κεκτημένο μονάχα των Χριστιανών, όπως και το ότι βλέπει σαν μονόδρομο αρετής τη συμπεριφορά ενός στρατιώτη που μοιράζει ενέσεις μορφίνης δεξιά και αριστερά και κλωτσάει με ανάποδο ψαλίδι τις χειροβομβίδες του εχθρού (true story), είναι ηθικά προκλητικό και ανόητο. Δεν πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν αποτοξίνωση που να κόστισε 40 εκατομμύρια δολάρια, αλλά τόσο ήταν το budget του Hacksaw Ridge. Ελπίζω ο «νηφάλιος» Μελ,  οι ψηφοφόροι του Trump στις μεσοδυτικές πολιτείες και οι Αμερικανοί βετεράνοι να είναι περήφανοι με την ταινία. Όσοι αγαπάνε το σινεμά πάλι, όχι.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Under The Shadow

Μια μητέρα και η μικρή κόρη της προσπαθούν να γλιτώσουν από τον τρόμο που ελλοχεύει στο σπίτι τους, στην καρδιά της εμπόλεμης Τεχεράνης στη δεκαετία του 1980Τα χαμένα όνειρα μιας χειραφετημένης γυναίκας η οποία φιλοδοξούσε να γίνει γιατρός αλλά η δικτατορία και η φαλλοκρατική κοινωνία δεν της συγχωρέσε ποτέ τον ακτιβιστικό αγώνα της στα χρόνια του πανεπιστημίου, μπορεί να είναι το υλικό που πραγματεύεται μια ιστορία μεταφυσικού τρόμου. Στο «σκεπτόμενο» Under the Shadow, ο τεράστιος συμβιβασμός μιας γυναίκας που τόλμησε να εκφραστεί πολιτικά και επαγγελματικά ώστε να μην εγκλωβιστεί σε ρόλο συμβιβασμένης νοικοκυράς, ακόμα και με έναν εκ πρώτης όψεως προοδευτικό σύζυγο, μετατρέπεται σε εργαλείο αφήγησης για μια κατάβαση στην κόλαση.

1u.jpg

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και τον φασαριόζικο τρόμο του Χόλυγουντ, όμως αυτό το θρίλερ από το Ιράν καταφέρνει και δένει αριστοτεχνικά τον κοινωνικό ρεαλισμό με μια υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Τίποτα δεν μπορεί να προδιαθέσει τον θεατή για τον εφιάλτη που θα ζήσει η γυναίκα με την κόρη της σε μια εγκαταλελειμμένη από τους ενοίκους πολυκατοικία, ενώ προσπαθούν να επιβιώσουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής τριγύρω. Η κοσμική τους καθημερινότητα θα συγκρουστεί με άγνωστα πνεύματα και με φανταστικούς αντίλαλους του πολέμου.

Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό για να σπάσει τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ασχολείται επαρκώς με το υπόβαθρο των χαρακτήρων και το εσωτερικό των προηγμένων αστικών διαμερισμάτων: σοφή προπαρασκευή για να φτιάξει μια απογυμνωμένη από τη μια, μα εξαιρετικά μεγεθυμένη από την άλλη ιστορία αλληγορικών διαστάσεων. Στο φόντο βρίσκεται ο «ρεαλιστικός» τρόμος του πολέμου με τη μορφή μιας οβίδας. Συμπτώσεις ή συμπτώματα;

2u.jpg

Ακολουθούμε κατά πόδας την ηρωίδα, χωρίς να αποχωριζόμαστε ποτέ την υποκειμενική οπτική της. Βιώνουμε τις εφιαλτικές δοκιμασίες που υποβάλλεται ο νους της και τις επικίνδυνες φαντασιώσεις που γεννά το σκοτάδι. Η ετοιμόρροπη ισορροπία καταρρέει αργά και επίπονα, μέσα σε ένα θρησκόληπτο και συντηρητικό περιβάλλον. Η ρευστότητα της απειλής από τα βάθη του σκότους μεταμορφώνει τη συνείδηση της γυναίκας. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί η τζούφια οβίδα στην πολυκατοικία, οδηγεί σε μια μετωπική σύγκρουση με το κακοποιό πεπρωμένο, που σημαδεύει τις μεταστάσεις των χαρακτήρων. Στην καρδιά της «ρήξης» της γυναίκας με τη λογική και της άνισης εμπλοκής της με το άγνωστο, υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική. Ο τρόμος είναι η αντανάκλαση μιας βίαιης και άρρωστης κοινωνίας.

O πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Babak Anvari μεταφέρει πειστικά την πυρετώδη ανησυχία για το άγνωστο που καραδοκεί με αμφίδρομα νοηματικά περάσματα. Ισορροπεί στιλιζαρισμένα ανάμεσα στα ξεσπάσματα έντασης και πανικού, κρατώντας την ιστορία του στη κόψη του διφορούμενου. Η αλλόκοτη παραβολή εξελίσσεται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει. Η πιο πανούργα νοηματική παράμετρος της ταινίας όμως, είναι πως οι αναλύσεις του τρόμου δεν ανήκουν στους απέθαντους δαίμονες αλλά στους ψυχαναλυτές. Η καταστροφή δεν ήρθε από έναν απόκοσμο εχθρό αλλά προέκυψε γιατί οι αρχιτέκτονες του πολέμου έχτισαν σε λάθος θεμέλια.

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι είναι άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά τρόμου με πολιτικές προεκτάσεις και με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών.

Από το Movieworld

3u.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Τόνι Έρντμαν

Επτά χρόνια μετά την εξαιρετική της ταινία Everyone Else, η Γερμανίδα σκηνοθέτρια Maren Ade επιστρέφει με την Τρίτη ταινία της, το Toni Erdmann. Πρόκειται για μια πραγματική συναισθηματική εμπειρία. H πρωταγωνίστρια της ιστορίας είναι η Ines Conradi, μια φιλόδοξη επαγγελματίας που δίνει τις δικές της καθημερινές μάχες στο Βουκουρέστι όπου εργάζεται. Ένα μάλλον ευγενικό πνεύμα που σκύβει το κεφάλι και προσπαθεί με επιμονή και αξιοπρέπεια να διακριθεί. Η Sandra Hüller με την τρεμάμενη ερμηνεία της, γίνεται ο ενσαρκωμένος εφιάλτης όλων των γυναικών που χαριεντίζονται στη κορπορατική πραγματικότητά τους πριν το προδιαγεγραμμένο ραντεβού με τα δάκρυα στο μαξιλάρι το βράδυ. Η παλλόμενη ματιά της, ορίζει την κοινωνική δυσπραγία της. Η απροειδοποίητη επίσκεψη του πατέρα της στο Βουκουρέστι, με έναν υπόγειο και όχι εύκολα περιγράψιμο τρόπο θα φέρει τα πάνω κάτω και θα ανασύρει θαμμένες πτυχές της ημιφωτισμένης σχέσης τους.

1toni.jpg

Κάθε οικογένεια έχει τις δικές τις embarrassing σχέσεις ζωής και η Sandra κραυγάζει ψιθυριστά την απελπισία της και το πνιγηρό της αδιέξοδο. Η τάση του πατέρα της να κάνει συνεχή αστεία και να χρησιμοποιεί το χιούμορ σαν ασπίδα και ξιφολόγχη εντείνουν την σχέση τους. Ο πατέρας της έχει καλές προθέσεις και κάνει ό,τι μπορεί μέσα στην αδέξιότητά του για να είναι κοντά της. Δεν μπορεί όμως παρά να της γίνεται βάρος εξαιτίας του ιδιαίτερου κώδικα επικοινωνία που κουβαλάει, που δεν τέμνεται πουθενά με την ορθή κοινωνική συμπεριφορά της Sandra. Θα χρειαστεί λοιπόν να γίνει κάποιος άλλος. Θα χρειαστεί να μετατραπεί ολοκληρωτικά στον γραφικό Toni Erdmann με την αστεία περούκα και τα γκροτέσκο ψεύτικα δόντια. Τα επαγγελματικά κοκτέιλ πάρτι και οι κρίσιμες συναντήσεις με πελάτες της Δύσης γίνονται όλο και πιο δύσκολα και η σχέση πατέρα και κόρης θα φτάσει στα άκρα.

2toni.jpg

Αυτό που στα χέρια του Χόλυγουντ θα γινόταν μια indie απόπειρα σε μια ακόμη γλυκόπικρη ιστορία διάσπασης και επανένωσης της οικογένειας, εδώ γίνεται κοινωνική σπουδή με αδιανόητη εμβάθυνση στη λεπτομέρεια και με μια λεπτεπίλεπτη υπογράμμιση κάθε αόρατης συμπεριφοράς. Πολλές σκηνές είναι σχεδόν δύσκολο να τις παρακολούθησης εξαιτίας της embarrassing αμεσότητας που κουβαλάνε. Μέσα στα γεμάτα θέρμη και τρυφερότητα πλάνα της ταινίας, κρύβεται όλη η ουσία της σχέσης κάθε απόγονου με τον ηλικιωμένο γονιό του. Κάθε στιγμή κακότροπης παραμέλησης, κάθε ανομολόγητο παράπονο, κάθε μικρή ή μεγάλη ενόχληση, κάθε μη απαντημένη κλήση στο τηλέφωνο και κάθε ιδιωτικό αστείο, αποτυπώνονται αφοπλιστικά σε σκηνές του φιλμ. Όταν έρχεται όμως η σκηνή που η ηρωίδα σε ένα οικογενειακό πάρτι, θα ερμηνεύσει το “The Greatest Love of All” της Whitney Houston (σκηνή ανθολογίας και μια από τις καλύτερες της χρονιάς) που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Η οικονομική στενότητα με διάκοσμο την βιομηχανία στη Ρουμανία που πασχίζει να ορθοποδήσει, οι απαιτήσεις για υπακοή σε κάθε κοινωνική νόρμα.

Μονάχα η υποπλοκή της μητέρας φαντάζει σαν βαρίδιο στην μεγάλη διάρκεια της ταινίας και ίσως οι σκηνές που ο Τόνι Έρντμαν συνδιαλέγεται με κόσμο να έπρεπε να είναι πιο τριμαρισμένες (αν η ταινία τελείωνε στη σκηνή της «γυμνής» αγκαλιάς στο πάρκο με την στολή μεταμφίεσης θα μιλούσαμε για αψεγάδιαστο αριστούργημα). Όμως πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς και είναι αδιανόητο το ότι δεν βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό φεστιβάλ Καννών.

3toni.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #107

Jean-Michel Jarre

Electronica 2: The Heart Of Noise

Έναν χρόνο μετά το 1ο μέρος της νέας «αναγέννησης» του Jean-Michel Jarre, έρχεται το sequel με τον υπέρτιτλο Η Καρδιά του Θορύβου. Και, σαν κάθε άλμπουμ επιστροφής που σέβεται τον εαυτό του, η πόρτα του (υπερπολυτελούς, φαντάζομαι) στούντιο του πρωτοπόρου της electronica είναι ανοιχτή για μύστες του ρυθμού και συνοδοιπόρους. Από τον Jeff Mills και τους Orb, μέχρι τους Yello και τον Sebastien Tellier, όσοι έχουν πάρει μέρος στην εκλεκτή παράδοση της disco ρυθμολογίας αφήνουν εδώ ένα μικρό αποτύπωμα-δώρο στον οικοδεσπότη, ως μουσαφίρηδες στο ψηφιακό του σπίτι.

Τελικά το πνεύμα συνεργασίας μοιάζει να ευνοεί τη μουσική του αινιγματικού Γάλλου και να προκρίνει το δημιουργικό του πνεύμα. Χρειαζόταν δηλαδή ένα καλό format η έμπνευσή του, καθώς έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια πια από την εποχή που το Oxygène άνοιγε μεγαλοπρεπώς φωταυγείς δρόμους με neon σήμανση και απαστράπτουσα αισθητική. Το τραγούδι “Brick England” είναι πάντως ακριβώς η συνεργασία του με τους Pet Shop Boys που θα θέλαμε να ακούσουμε, ενώ το “Here For You” παντρεύει έξοχα τον synthpop ψυχισμό του Gary Numan με τον ξανανιωμένο συνθέτη. Η Julia Holter, πάλι, αποδεικνύεται εξαιρετική στο “These Creatures” (αν και το κομμάτι θυμίζει κάτι από το “O Superman” της Laurie Anderson με αυτά τα «ah ah ah» στα πίσω layers), ενώ ο Edward Snowden υπάρχει στο “Exit” για να δώσει –μάλλον αχρείαστα– μαθήματα ιδιωτικότητας στα παιδιά της φορητής τεχνολογίας.

Το Electronica 2 θέλει να πρεσβεύει τη «σπουδαγμένη» και σωστή dance μουσική για τη γενιά του smartphone. Επίσης, θέλει να φέρει στα σωθικά του τους μοντέρνους ακροατές, όσους δεν χόρεψαν ποτέ στην ηλεκτρονική έκρηξη της δεκαετίας του 1990, ούτε βίωσαν την αγνή μελαγχολία των synthesizer του 1980 –πόσο μάλλον τη disco μετάβαση των τελευταίων ετών των 1970s. Χωρίς όμως τη διάθεση ρεβιζιονισμού των Daft Punk και χωρίς να βρίσκει τον Jarre ζωσμένο με το σακίδιο του εξερευνητή, να ανηφορίζει σε κορυφές που δεν έχει ξαναπατήσει στο παρελθόν.

Στην πραγματικότητα, όλα τα κομμάτια θα ακούγονταν μπανάλ και ελαφρώς δευτεροκλασάτα στις πυρετώδεις εποχές της ακμής της clubland. Θα μπορούσαν πάντως να εξυπηρετήσουν την ανάγκη για χορό και εξωστρέφεια, αν δεν παρεμβαλλόταν η μεγαλομανία του Jarre και η τάση του να κοιτάει τους ακροατές από τον θρόνο του εκεί ψηλά. Έχω την αίσθηση, δηλαδή, ότι τελικά δεν κατέβηκε ποτέ από εκείνες τις πυραμίδες, καθώς αδιαφορεί να γειώσει –έστω φευγαλέα– τον ρυθμό, με αποτέλεσμα τα πάντα να ακούγονται μεγαλύτερα από το μέγεθός τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα τραγούδια να μοιάζουν ορφανά αν φύγουν από τους προβολείς και τα λέιζερ και (κατά λάθος) βρεθούν σε ιδιωτικές ακροάσεις.

Θα κρατήσω λοιπόν σαν highlight την πιο ασόβαρη στιγμή του δίσκου, με τη Cyndi Lauper να τραγουδάει χαριτωμένα στο “Swipe To The Right”. Κομμάτι που κλείνει το μάτι στους χρήστες του Tinder, αν και αμφιβάλλω ότι η Cindy ή ο Jean-Michel έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ το γνωστό dating app. Ελπίζω πως όχι, δηλαδή…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #106

Bob Dylan

Fallen Angles

(Μάλλον) επιθυμώντας να μας αποχαιρετήσει γενόμενος ο disc jokey της καρδιάς μας, ρίχνει φως στο «πατάρι» του αμερικάνικου songbook, έχοντας ως πλοηγό το σαρωτικό αποτύπωμα του Frank Sinatra…

Σε μία από τις θεματικές, ραδιοφωνικές του εκπομπές, ο Dylan περιέγραφε την πρώτη φορά που άκουσε το “The Man That Got Away” της Judy Garland, σε ένα τζούκμποξ που βρισκόταν σε κάποιο στέκι των beatniks. Το είχε γράψει ο Harold Arlen (διάσημος για το “Over The Rainbow”) και μέσα σε αυτό o νεαρός Dylan μπορούσε να ακούσει τις ρίζες της αμερικανικής folk παράδοσης.

Το “Skylark” και το “That Old Black Magic” που βρίσκονται στο Fallen Angels είναι σε στίχους Johnny Mercer και φημολογείται πως τα είχε γράψει για τη Garland, με την οποία υπήρξαν εραστές. Πολλοί θα επισημάνουν ότι ζούμε στην εποχή που ο Bob Dylan αναγεννήθηκε σαν εσωστρεφής crooner. Αυτή βέβαια η μεταστροφή δεν δυσαρεστεί κανέναν: πάντοτε άλλωστε μετρούσε τη «θερμοκρασία» της αμερικάνικης ψυχής και τη θεράπευε μέσα από τη folk και τα blues. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω πως δεν είναι αυτός ο ρόλος που έχει πραγματικά αναλάβει. Με βάση δηλαδή το παραπάνω παράδειγμα, θα έλεγα πως –λίγο πριν τα συντάξιμα χρόνια– ο μεγάλος μουσικός θέλει να μας αποχαιρετήσει ως ο disk jokey της καρδιάς μας.

Αντιθέτως με τον Frank Sinatra, ο οποίος διατήρησε την ίδια επιβλητική περσόνα σε όλες τις φάσεις της καριέρας του, υπήρξαν κάμποσες εκδοχές του αινίγματος Bob Dylan. Και μερικές περσόνες, ήταν καλύτερες από άλλες, στη διαδρομή από τον ιδεολόγο folk τραγουδιστή διαμαρτυρίας στον ηλεκτρισμένο Πικάσο του ροκ και από τον αυτοεξόριστο στα υπόγεια των bootleg, στον αναγεννημένο Χριστιανό και μετά στον βαρυκόκκαλο δεινόσαυρο με τα δερμάτινα τζάκετ και τα μακριά σκουλαρίκια στη δεκαετία του 1980. Γιατί όχι και crooner, λοιπόν; Άλλωστε δεν βάζει κάτω ο Dylan, με ένα και μόνο του τραγούδι, ορδές από ροδομάγουλους ζεν πρεμιέ που παριστάνουν τους απογόνους του Sinatra;

Ακούγοντας σχετικά πρόσφατα τις (περίπου) 100 ραδιοφωνικές του εκπομπές, αντιλήφθηκα πως ο τραγουδοποιός θέλει να σταματήσει τον χρόνο και να μας μιλήσει για πράγματα που κανείς πια δεν θεωρεί σημαντικά. Σαν DJ με εμπειρία και γνώση, θέλει να ρίξει φως στο υπόγειο και στο πατάρι του μουσείου της πολιτιστικής ιστορίας της Αμερικής. Να παίξει για εμάς τις συνθέσεις του Arlen και του Sammy Cahn και να επισημάνει τους φλογερούς στίχους της Carolyn Leigh και του Mercer. Πάντοτε με τραγούδια που έχουν κοινό παρονομαστή το σαρωτικό αποτύπωμα του Sinatra στη διαμόρφωση της παράδοσης των δεκαετιών του 1940 και του 1950.

Ενορατικός, σοφός και πλήρης εμπειριών, σαν απόμακρος φίλος, ο Dylan χαρίζει έναν ακόμη φόρο τιμής σε συνθέσεις όπως το “Nevertheless” (το είχε πει ο Bing Crosby στη δεκαετία του 1930), μας μαθαίνει άγνωστα τραγούδια όπως το “On Α Little Street Ιn Singapore” και τολμάει μια δυνατή ερμηνεία στο “All Or Nothing Αt All”.

Στα 54 χρόνια ντυλανικού βίου, ο κορυφαίος τραγουδοποιός του περασμένου αιώνα ήξερε καλά να ανοίγει και να κλείνει τις παρτίδες του σε θεματικές τριλογίες: από την επανεφεύρεση του rock ‘n’ roll με την τριλογία Bringing It All Back Home (1965), Highway 61 Revisited (1965) & Blonde On Blonde (1966), μέχρι την πρόσφατη επιστροφή στις ρίζες με άλμπουμ σαν τα Time Out Οf Mind (1997), Love Αnd Theft (2001) και Modern Times (2006). Είναι λοιπόν αναμενόμενη συνέχεια η αναβίωση των υποφωτισμένων standards του αμερικάνικου songbook που έχει ερμηνεύσει σε κάποια φάση της καριέρας του ο Frank Sinatra, μετά το υπέροχο Shadows In The Night του 2015.

Να περιμένουμε λοιπόν μία ακόμα τριλογία; Ακούγοντας την τρυφερή εκτέλεση του “Come Rain Οr Come Shine” να κλείνει τον δίσκο, δεν μπορούμε παρά να το ευχηθούμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Elle: Ο Πολ Βερχόφεν ξυπνάει τον Γάλλο auteur μέσα του

Έχει κάτι απερίγραπτα γοητευτικό το να βλέπεις τον Βερχόφεν να «μιλάει» Γαλλικά. Ένας Γερμανός στυλίστας, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, από διαχρονική sci-fi αναψυχή (Ολική επαναφορά), μεταλλικό blockbuster δράσης (RoboCop) και αριστουργηματικό, ερωτικό θρίλερ Χιτσκοκικής υφής (Βασικό Ένστικτο), μέχρι ψυχροπολεμική παπάτζα (Starship Troopers), άψυχο blockbuster παραγγελιάς (Hollow Man) και κάκιστο, μπανιστιρτζίδικο σκουπιδάκι (Showgirls). Είναι πολύ σημαντικό το ότι λίγο πριν τα 70 χρόνια του, ο Βερχόφεν κάνει την απρόβλεπτη κίνηση και αφήνεται σε κάτι παντελώς απενοχοποιημένο, διαολεμένα αστείο, υποχθόνια πολιτικό και διεστραμμένα σέξι.

Το «Elle» έχει την τύχη να διαθέτει την πρωταγωνίστριά του να επιδίδεται σε ένα αληθινό tour de force ερμηνείας. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ υπογραμμίζει την θέση της στις κορυφαίες ηθοποιούς στον κόσμο με μια τολμηρή ερμηνεία που παίζει με την αμφισημία του σεναρίου και κάνει σλάλομ στις παρανοϊκές παραμέτρους του χαοτικού δενδρογράμματος που ενώνει τις ζωές των χαρακτήρων στην πλοκή – κουβάρι. Η Ιπέρ υποδύεται μια διευθύντρια εταιρίας που κατασκευάζει video game, η οποία πέφτει θύμα βιασμού από έναν μασκοφορεμένο άνδρα. Παίρνει την απόφαση να αποκρύψει το γεγονός στην αστυνομία και τους φίλους και να εστιάσει στη δουλειά και την καθημερινότητά της. Το παιχνίδι της εταιρείας (που περιέχει έναν ζωώδη βιασμό στην εισαγωγή) της αργεί να ολοκληρωθεί. Ο επικείμενος γάμος του γιου της με μια γυναίκα που γέννησε το παιδί ενός τρίτου δημιουργεί ένταση. Ο πρώην σύζυγος της τα φτιάχνει με μια πολύ νεότερη καθηγήτρια. Η μητέρα της επιδίδεται σε πλαστικές και σχεδιάζει να παντρευτεί έναν νεαρό ζιγκολό που την εκμεταλλεύεται, ενώ διατηρεί άθελά της την παράνομη σεξουαλική σχέση της με τον άνδρα της καλύτερής της φίλης. Εν το μεταξύ ο πατέρα της ετοιμάζεται να αποφυλακιστεί ενώ εκτίει ποινή για μια σειρά από βάρβαρες δολοφονίες.

1elle.jpg

Η ενδοοικογενειακή, υπόκωφη ένταση κοντράρεται μετωπικά με την ανιδιοτέλεια του μητρικού ενστίκτου, την ανάγκη για γυναικεία επιβεβαίωση, το τραύμα τις κακοποίησης, τα ανεξερεύνητα σεξουαλικά απωθημένα, το μίσος για το παρελθόν και η ανοιχτή πληγή των father issues.  Μια σιδιροστόμαχη γυναίκα, έστω σε καταστολή, πασχίζει να αποταυτιστεί από τον τελματωμένο ψυχολογικό πόλεμο που δέχεται καθημερινά στο ανδρικό περιβάλλον, χωρίς δράμα και υπαρξιακές αναζητήσεις, αλλά με πικρόχολο σχόλιο, με ειρωνικό χιούμορ και με ένα δαιμόνιο κλείσιμο του ματιού στον υποψιασμένο θεατή του οποίου οι προσδοκίες ανατρέπονται. Οι οικογενειακές σκηνές είναι ηλεκτρισμένες, οι στερεότυπες απαντήσεις που δίνουν συνήθως ανάλογα φιλμ δεν σωματοποιούνται ποτέ και όλα είναι ζήτημα οπτικής και ερμηνείας (αν όχι ηθικής) ανάλογα από ποιο σημείο βλέπεις τη συναισθηματική ανταρσία της Μισέλ.

Πίσω από τον φακό, ο αναγεννημένος Βερχόφεν, μπολιάζει με δηλητηριώδη σχόλια το μακροσκελές στόρι, διασκεδάζει καθώς αφήνει νάρκες για να τις πατήσουν οι θιασώτες του politically correct (αυτοί που θέλουν να δουν σοβινισμό ή μισανδρία) και γουργουρίζει από αυταρέσκεια στη θέα της άφοβης ερμηνείας που αποσπά από την εκφραστική Ιπέρ, ενσαρκώνοντας μια γυναίκα με τα όρια της ευτυχίας να είναι αδιόρατα.

2elle.jpg

Η δυσαρέσκεια και η καρτερικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τον περιβάλλοντα κόσμο, κρατώντας ψηλά τον πήχη της ανθεκτικότητας για να μη λυγίζει κάτω από την αφέλεια του μονάκριβού της, τις επιθετικές ορέξεις του παράνομου εραστή της, την γραφικότητα της μητέρας της, τη γοητεία του γείτονα με την θρησκόληπτη σύζυγο και την απειλή του μασκοφόρου βιαστή και το φάντασμα του πατέρα που έχει αφήσει επώδυνα κατακάθια στο ζοφερό παρόν της και η διχασμένη αίσθηση ανασφάλειας είναι υπαίτια για πολλές πτυχές του ημιφωτισμένου εαυτού της. Πρόκειται για μεγαλειώδη σε σύλληψη και άκρως διασκεδαστική ταινία, που έχει το αίτημα της γνησιότητας τυπωμένο πάνω της και που διαβάζεται σε πολλαπλά επίπεδα, ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές παραμέτρους σε κάθε στροφή της ιστορίας. Ανάλογα δηλαδή με τη σχέση που θα αναπτύξει με Εκείνη.

 

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Neon Demon: Μια πανέμορφη και ντελιριακή ανοησία.

Αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε instant cult, βρίσκει περήφανο εκφραστή τον Nicolas Winding Refn και τις φαντεζί ιδέες αφήγησης που λανσάρει με το σινεμά του. Το Neon Demon είναι το απαύγασμα του μοντέρνου είδους ψυχολογικής αγωνίας που με την ιδιορρυθμία του θέλει να χλευάσει τους μηχανισμούς αδρεναλίνης του mainstream και λειτουργεί σαν μεταμεσονύκτιο, b-movie αγχολυτικό για τη χώνεψη του σινεμά του Γιοντορόφσκι, του Λιντς και του Αρζέντο (ιεροσυλία το ξέρω, αλλά κάπως πρέπει να αναφερθούν οι αναφορές). Σινεμά που πολλοί σκηνοθέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας έχουν καταναλώσει με βουλιμιά αλλά όχι απαραίτητα αφομοιώσει. Ο Refn σίγουρα ανήκει στην κατηγορία σκηνοθετών που πλεονάζουν σε ύφος και ερεθίσματα αλλά με καταγέλαστη καλλιτεχνική επάρκεια. Γι’ αυτό και οχυρώνεται (κρύβεται αν προτιμάτε) πίσω από το στυλ, με αγέλαστους ήρωες, τάχα βασανισμένους από τις εμμονές τους, που βρίσκονται μονίμως δέσμιοι ενός παθολογικού μοτίβου που διαβρώνει την καθημερινότητά τους και τους εξωθεί στη βία και το αίμα. Οι ήρωες των ταινιών του θαρρείς πως δεν είναι σάρκινοι. Περιφέρονται σαν να είδαν πριν πέντε λεπτά δεινόσαυρο και εκφέρουν αργόσυρτα τις ατάκες τους καθώς κάνουν βουτιά στο σκοτάδι – ενώ φαινομενικά δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο στα μάτια τρίτων.

1neon.jpeg

Η Elle Fanning υποδύεται με την τρεμάμενη ερμηνεία της την Jesse, το υποσχόμενο φωτομοντέλο με το knack και την αλαβάστρινη αθωότητα, που γίνεται έρμαιο στα ψυχολογικά παιχνίδια των beauty queens που την περιτριγυρίζουν και που θέλουν ένα κομμάτι της. Την βυθίζουν συνωμοτικά σε έναν σκοτεινό και απειλητικό κόσμο που είναι ταγμένος στην ομορφιά και τις εμμονές που γεννάει η τελειότητα της σάρκας. Μια καλλονή, μούσα για μόδιστρους, φωτογράφους και fashion victims που και στις πιο ήπιες στιγμές της μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην καταστροφή. Μια ψαρωμένη teenager που αδυνατεί να διαχειριστεί την εικόνα της απέναντι στο περιβάλλον της και παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ οραμάτων και οιωνών. Ο ψυχωμένος ανταγωνισμός θα αποκτήσει και αιματοβαμμένες διαστάσεις στο φινάλε.

2neon.png

Τα υπνωτικά ambient bleeps του Cliff Martinez, τα αποσβολωμένα πρόσωπα και το ξεχειλωμένο στυλιζάρισμα στο κάδρο συνθέτουν ένα διανοητικό πάζλ – με τον φακό του ορκισμένου στυλίστα σκηνοθέτη, να διχάζεται ανάμεσα στην κλινική παρατήρηση και τις βιρτουόζικες φανφάρες. Μετά το στοχαστικό «δήθεν» του Only God Forgives (2013) και τον γκαζωμένο εξπρεσιονισμό του ο-Μαικλ-Μαν-συναντά-τον-Cobra στο καινοφανές Drive (2011), το Neon Demon λυσσάει να μας σαγηνεύσει. Ο Δανός παρατηρεί τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν και η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση τους. Αντί όμως ενός ωρολογιακού μηχανισμού που οδηγεί την ηρωίδα στο να συγκρουστεί με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης (όπως είδαμε πετυχημένα στο Black Swan) το αποτέλεσμα θυμίζει παρανοϊκό installation με αστείο shock value, παρά σινεμά. Ο Δανός σκηνοθέτης έχει αναμφίβολα το craft αλλά όχι το υπόβαθρο να προκαλέσει δέος. Η μελαγχολία είναι στιλιστική επιλογή, σαν αντανάκλαση ενός παθολογικά άρρωστου μικρόκοσμου όπου η ομορφιά αντιμετωπίζεται σαν νόσος που θα μετουσιωθεί σε κακοποιό πεπρωμένο.

Το αυθεντικό instant cult εξ’ ορισμού δεν έχει ενσυναίσθηση της γοητείας του. Εδώ έχουμε καλτίλα με τα στανιό. Αμ, δε!

3neon.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #105

Bat For Lashes

The Bride

Η ροπή της Natasha Khan στη σκοτεινή αφήγηση και στην παραμυθόπληκτη μυθοπλασία στα προηγούμενα άλμπουμ που υπέγραφε ως Bat For Lashes, ήταν το συγκριτικό της πλεονέκτημα απέναντι σε πολλές ανταγωνιστικές θηλυκές τραγουδοποιούς, οι οποίες επίσης ευαγγελίζονται την έντεχνη rock θλίψη. Με το The Bride απογειώνει λοιπόν αυτήν ακριβώς την ανάγκη και ικανότητά της.

Πίσω από τα τραγούδια του 4ου δίσκου της, βρίσκεται η τραγική ιστορία μιας νύφης που χάνει τον μέλλοντα σύζυγό της σε ένα δυστύχημα ενώ βρίσκονται καθοδόν για τον γάμο τους –με αποτέλεσμα να πάει στο ταξίδι του μέλιτος μόνη, συνοδευόμενη από τη στοιχειωμένη απουσία της μνήμης του άντρα της. Πρόκειται για μια ιστορία που κρύβεται σε μια μικρού μήκους ταινία την οποία είχε σκηνοθετήσει η ίδια. Ο δρόμος προς τη συναισθηματική καταστροφή και την (αυτο)ανακάλυψη είναι έτσι στρωμένος με τραγούδια όπως τα ονειρικά “I Do” και “Joe’s Dream”, αλλά και το “Honeymooning Alone”.

Το The Bride είναι ένα μυσταγωγικό, πλήρες όσον αφορά στις στρώσεις του ήχου, μελαγχολικό και κατωφερές άλμπουμ, γεμάτο συναισθηματικά ιντερλούδια βραδείας καύσεως, που αντλεί έμπνευση από κινηματογραφικές πηγές: τα ambient εφέ του “I Will Love Again” φτιάχνουν μια «λιντσεϊκή» ατμόσφαιρα, ενώ το “In God’s House” θα έβρισκε τη θέση του σε μια στυλιζαρισμένη σκηνή του Nicolas Winding Refn. Σε αυτό το τερέν της αφήγησης μέσω pop νανουρισμάτων που απεχθάνονται τα beats (το έχει περπατήσει και η Tori Amos το 1998 με το άλμπουμ From The Choirgirl Hotel) η Natasha Khan ερμηνεύει και συμπεριφέρεται με έναν αέρα νίκης. Και αναδεικνύει όλα τα απαραίτητα δραματικά φωνητικά περάσματα της φωνής της, θυμίζοντας και την Joni Mitchell (κυρίως στο “If I Knew”) και –φυσικά– την Kate Bush, σε πετυχημένα goth/pop πειράματα όπως το “Sunday Love”.

Αυτό που νέτα-σκέτα εννοώ, είναι ότι το The Bride είναι ένα άλμπουμ φτιαγμένο με υλικά τα οποία κατατείνουν στην κομψότητα. Η πεντακάθαρη παραγωγή έρχεται σε πλήρη συσχετισμό με την κατήφεια των στίχων («what does it mean? / The bad things I’ve seen»), ανεβάζοντας τη Bat For Lashes ένα σκαλί πιο ψηλά στο στριμωγμένο από κόσμο βάθρο της βρετανικής art pop.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Don’t!

Με αφορμή το επερχόμενο θρίλερ “Don’t Breath” θυμόμαστε τις ταινίες που ο τίτλος τους ξεκινούσε με “Don’t” και αποτέλεσαν στη δεκαετία του 70 μια ανεπίσημη ομάδα από φιλμ τρόμου: τα λεγόμενα «don’t movies»…

Don’t Look Now (1973)

Don’t Look Now (1973).jpg

Σε τούτο το μεταφυσικό θρίλερ, ο σκηνοθέτης Νίκολας Ρεγκ κρατάει τα απολύτως απαραίτητα της ιστορίας της Δάφνης ντι Μοριέ σχετικά με ένα ζευγάρι που θρηνεί τον χαμό της κόρης του στα υγρά σοκάκια της Βενετίας, και δημιουργεί ένα μεγεθυμένο δράμα αλληγορικών διαθέσεων και σχεδόν κοσμικών διαστάσεων. Με υπνωτική χρήση του περιβάλλοντος, με μινιμαλιστική χρήση διαλόγων το Don’t Look Now αποτελεί μια οραματική εμπειρία τρόμου, πληθωρική και απόλυτη στο παράδοξο στυλιζάρισμά της. Μια ταινία που νικάει τη σκέψη και κάθε μονοσήμαντη απόπειρα ανάλυσής της, ειδικά με την εφιαλτική σκηνή του φινάλε.

Don’t Torture a Duckling (1972)

Don't Torture a Duckling (1972).jpg

Ο σκηνοθέτης Lucio Fulci με αυτή την ταινία εγκαινιάζει τη σχέση του με το giallo, το ιταλικό genre τρόμου.  Νεαρά αγόρια δολοφονούνται άγρια σε ένα Ιταλικό χωριό και η λίστα υπόπτων είναι μεγάλη. Γλαφυρή βία και φόνοι πνιγμένο στο αίμα από έναν μάστορα του είδους που στη συνέχεια της καριέρας του θα μεγαλουργήσει (Η έβδομη πύλη της κολάσεως, City of the Living Dead κτλ).

Don’t Look in the Basement (1973) 

filename-0=Don’t Look in the Basement (1973)-.jpg

Μια low budget άσκηση τρόμου με ρεαλιστική απεικόνιση των φόνων, σε σημείο να θυμίζουν ντοκιμαντέρ για serial killer. Η Rosie Holotik (πρώην Playmate) υποδύεται μια παράφρων νοσοκόμα που αναλαμβάνει να εργαστεί σε αν άσυλο φρενοβλαβών, μια μέρα μετά αφότου δολοφονήθηκε ο επικεφαλής γιατρός. Οι σκηνές θανάτων διαδέχονται η μια την άλλη σε ένα φεστιβάλ βαρβαρότητας που έχει αποκτήσει cult following.

Don’t Open the Door (1974)

Don’t Open the Door (1974).png

Πρόκειται στην ουσία για follow-up του Don’t Look in the Basement, αλλά κανονικά θα έπρεπε να ονομάζονταν “Don’t Answer the Phone” – όμως ο τίτλος ήταν πιασμένος από άλλη ταινία. Μια νεαρή γυναίκα επιστρέφει σπίτι όπου η μητέρα της είχε δολοφονηθεί και ξαφνικά αρχίζει να δέχεται αλλόκοτα τηλεφωνήματα από έναν ψυχοπαθή. Χειροποίητη αισθητική και ωμότητα χαρακτηρίζουν αυτό το slasher movie για φανατικούς του είδους.

Don’t Be Afraid of the Dark (1973) 

filename-0=Don’t Be Afraid of the Dark (1973).jpg

Η ταινία αυτή ψεύδεται απ’ τον τίτλο της. Η ηρωίδα πρέπει να φοβάται το σκοτάδι καθώς  στο υπόγειό της υπάρχουν μικρά διαβολικά τέρατα που καραδοκούν και θέλουν να την κάνουν δική τους. Αυτή η τηλεοπτική ιστορία οικόσιτης απειλής έχει μια ερασιτεχνική γοητεία και αν η Kim Darby ήταν μια ατυχής επιλογή για τον κεντρικό ρόλο, το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την Katie Holmes στο γυαλισμένο και ανούσιο remake παραγωγής του Guillermo del Toro το 2010.

Don’t Go in the House (1979)

Don't Go in the House (1979).png

Σαδιστής νεαρός που είχε υποστεί εγκαύματα απ’ τη μητέρα του, κυνηγάει γυναίκες με φλογοβόλο. Ο serial killer της ταινίας ζει σε ένα σπίτι με μεταλλικό επίστρωμα στους τοίχους και με αλυσίδες να κρέμονται από το ταβάνι. Το παιδικό του τραύμα από την μητρική τιμωρία, τον έκανε να τιμωρεί γυναίκες με φωτιά. Σαδιστικό θρίλερ με αναπάντεχη μεταφυσική τροπή στην κάθαρση του τέλους.

Don’t Answer the Phone! (1980)

Don't Answer the Phone! (1980).jpg

Διεστραμμένος φωτογράφος και βετεράνος του Βιετνάμ τρομοκρατεί και σκοτώνει (κυρίως γυμνόστηθες) γυναίκες και τις νύχτες εξομολογείται τα εγκλήματά του στην εκπομπή μιας ραδιοφωνικής ψυχολόγου, η οποία προσπαθεί να του αποσπάσει στοιχεία ώστε να τον συλλάβουν. Συμπαθητικό θρίλερ που στοχεύει λίγο ψηλότερα από τα slasher movies της εποχής, κυρίως χάρη στις ψευδο-ψυχολογικές παραμέτρους και τον κοινωνικό σχολιασμό με βάση τον μισογυνισμό που πυροδοτεί τα δολοφονικά ένστικτα.

Don’t Go In the Woods (1981)

Don’t Go In the Woods (1981).png

Οι τέσσερις εκδρομείς της ιστορίας αγνόησαν την προειδοποίηση του τίτλου και βρέθηκαν στο έλεος ενός ψυχοπαθούς που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από το The Hills Have Eyes του Γουες Κρέιβεν. Αντιπροσωπευτικό είδος της κατηγορίας «bad movies we love» με καλή δουλειά στην κάμερα αλλά με βασικό πρόβλημα το ενοχλητικό ντουμπλάρισμα που αποξενώνει τον θεατή. Τα δάση κατακλύζονται από χωριάτες, birdwatchers και ζευγαράκια, μέχρι που ένας μανιακός παίρνει στο κατόπι τους τέσσερις ταξιδιώτες σε μια καταδίωξη χωρίς επιστροφή στο αχανές δάσος.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #104

Garbage

Strange Little Birds

Για να φιλοδοξεί ένα συγκρότημα να μας απασχολεί ακόμα, 20 και βάλε χρόνια από το ντεμπούτο του, θα πρέπει κάποια τουλάχιστον στοιχεία να μένουν αναλλοίωτα.

Κι αν κάτι έχει διατηρηθεί από το περίφημο ντεμπούτο των Garbage (1995), είναι σίγουρα η γοητευτική Shirley Manson, η οποία διατηρεί την περσόνα της μυστηριώδους ντίβας που θέλγει τους πάντες γύρω της με την επικίνδυνη σεξουαλική της αύρα. Η βελούδινη επιθετικότητά της ξεχωρίζει έτσι σε ένα οπλοστάσιο πλεονεκτημάτων του συγκροτήματος. Με λακωνικές συνθέσεις και με τα πολύ ουσιώδη, ξεκάθαρα ρεφρέν (σπεσιαλιτέ τους), με τα πειθαρχημένα κουπλέ και με τις επίμονες κιθάρες στις επάλξεις, οι Garbage προσπαθούν εδώ να πετύχουν εκείνη την αυθόρμητη σκοτεινιά του πρώτου τους δίσκου.

Η 6η τους δουλειά αποδεικνύεται ένας καταιγισμός από synths και τσιτωμένες κιθάρες, που έχουν σαν αυτοσκοπό την έκκριση της αδρεναλίνης του ακροατή. Τα τραγούδια του Strange Little Birds είναι τίμια και προσφέρονται για ολονύχτιες, μοναχικές αυτοκινητάδες με πατημένο γκάζι. Τα όποια εύσημα πάνε στον σχεδιασμό του παραγωγού και ντράμερ Butch Vig, κυρίως όμως στη Shirley: είναι το στυλ της που αφήνει τα στοιχεία κινδύνου και απελπισίας να βρουν τον δρόμο τους στα φωνητικά της ακροβατικά.

Το «υγρό παράπονο» του θηλυκού ερωτισμού πέφτει σε σταγόνες –σαν ναρκωτική ουσία– στις πυκνές μελωδίες, ενώ το «απαγορευμένο ποτό» γίνεται απολαυστικό σε κομμάτια όπως το “Empty” και το “We Never Tell”. Στο ξεκίνημα του “Night Drive Loneliness”, μάλιστα, η Manson ακούγεται σαν μια alt-rock εκδοχή της Lana Del Rey, που πνίγεται σε παραμορφωμένους κιθαρισμούς.

Δεν βρίσκω σχεδόν τίποτα στραβό σε αυτό το απολαυστικό σύνολο, τίποτα που να πηγαίνει λάθος. Όμως τι γίνεται με το συνθετικό knack; Οι Garbage δεν το έχουν χάσει, αλλά το έχουν «ζαχαρώσει» και το έχουν παραβράσει για να μην παραβιάσουν τη συνταγή. Κοινώς, τα όσα συναρπαστικά και sexy και οργισμένα συμβαίνουν στο Strange Little Birds προκύπτουν θαρρώ από ολογράμματα φαντασιώσεων και από περήφανες μνήμες των έξαλλων 1990s.

Το εδώ και το τώρα σε όσα (διαχρονικά, δεν λέω) διακυβεύουν οι Garbage, αναζητήστε το αλλού.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #103

Nick Cave & The Bad Seeds – Skeleton Tree

Από τα πρώτα του δισκογραφικά βήματα, ο Nick Cave έτεινε να εκθέτει απεγνωσμένα τις θνητές του αγωνίες. Προσομοίαζε την εμπειρία του θανάτου στη μουσική του ή έστω την προσέγγιζε εγκεφαλικά και τελικά τη μετουσίωνε σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα –αυτό που του υπαγόρευαν κάθε φορά οι προβολές της φαντασίας του. Άλλοτε σε φαντασιόπληκτα αφηγήματα σαν τις «φονικές μπαλάντες», άλλοτε με την ενορατική σοφία των πολλών αριστουργηματικών τραγουδιών που έχει αφήσει πίσω του.

Ο Cave μπορεί λοιπόν κατά βούληση να ακούγεται ρομαντικός ή μελωδικός, περιπαικτικός ή απειλητικός. Αλλά στον 16ο δίσκο του, η μοίρα τον φέρνει να δεσμεύεται από συγκεκριμένα βιώματα και να βρίσκεται σε αληθινό θρήνο. Ξαφνικά, το θανατικό και η απώλεια είναι πεδίο απάτητο για τον τραγουδοποιό. Πλέον δεν μπορεί να υποδυθεί τον υπερταλαντούχο μποέμ ή τον καμένο ποιητή και δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακουστεί σοφός, πλήρης και στιβαρός. Οι πνιγηρές ιστορίες του –όσες μας έχουν ρίξει κατά καιρούς σε ψυχικά τάρταρα– απογυμνώνονται από την ανάγκη ψυχαγωγίας και παράνοιας: περιβάλλουν πλέον τον ακροατή με μια ασφυκτική, βαθιά λυπηρή αίσθηση. Το αληθινό συναίσθημα του μουσουργού κατορθώνει μάλιστα και ξεπερνάει τέτοιες ανέξοδες περιγραφές, αν θέλουμε όμως να είμαστε ειλικρινείς, τα σπουδαία τραγούδια απουσιάζουν από το Skeleton Tree.

Τα τραγούδια του δίσκου σηματοδοτούν μια σπαταλημένη προοπτική. Ένα πρόωρο φινάλε· μία αδιέξοδη λύπη. Ο Cave τραγουδάει μελωδίες που μοιάζουν σαν να τις έχει συλλάβει σε ντουμανιασμένο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και χωρίς φώτα, αγκαλιά με τη Βίβλο, με λίγες φωτογραφίες και πολλά μπουκάλια κρασί. Και τις τραγουδάει σαν να έχει καταπιεί το σκοτάδι. Όμως χωρίς το reality value γύρω από τον θάνατο στην οικογένειά του και χωρίς το συμπληρωματικό φιλμ One More Time With Feeling (το οποίο δεν έχω δει), τα τραγούδια στέκουν αδύναμα. Ορισμένα, μάλιστα, ανήκουν στα περισσότερο αξιολησμόνητα που μας έχει χαρίσει την τελευταία 20ετία.

Μπορεί έτσι τα “Girl In Amber” και “Jesus Alone” να χαρτογραφούν ένα πορτραίτο θλίψης, όμως στίχοι όπως το «with my voice I’m calling you» δεν αφήνουν αντάξιο συγκινησιακό αποτύπωμα. Μπορεί τα αέρινα bleeps στο “Rings Of Saturn” να θέλουν να χτίσουν μια υποφερτή κατοικία για τους νικημένους από τον θάνατο, υπάρχει όμως η αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Τα κομμάτια του Skeleton Tree ξεκίνησαν να γράφονται σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά στην πορεία απόκτησαν χαρακτήρα επιτάφιας συνοδείας. Σίγουρα εξυπηρετούν την ανάγκη του Cave να επικοινωνήσει τον χαμό του ανήλικου γιου του, με τον μόνο τρόπο τον οποίον διαισθάνεται αποδοτικό: με το να γίνει δηλαδή ο ίδιος ένα καλλιτεχνικό όχημα και να κατατάξει σε τραγούδια το δυσβάστακτο κενό που αφήνουν οι αγαπημένοι όταν φεύγουνnothing really matters when the one you love is gone»). Με συνεργάτη τον  Warren Ellis, ακολουθεί τον δρόμο της ευγένειας και της κομψότητας –όπως ο Sufjan Stevens με το περσινό Carrie & Lowell– και δεν τραγουδάει σαν «καμένος» από τη μοίρα, μα ως ένας άνθρωπος που θέλει να εξωραΐσει τη λύπη του και να την περάσει στην αιωνιότητα. Αν μη τι άλλο το αξίζει. Και ας μην έγραψε αντάξιο τραγούδι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #102

Nada Surf – You Know Who You Are


Κάπου στο 8ο κομμάτι του You Know Who You Are, ο ήρωας του τραγουδιού παίρνει μια λάθος στροφή και χάνει τον δρόμο του. Αυτό είναι και το συναισθηματικό ναδίρ του δίσκου: τίποτα δεν ακούγεται δυσμενέστερο και τίποτα δεν θα πάει πιο στραβά.

Έχουν κάνει κάμποσα πράγματα οι Nada Surf στην 20ετή τους καριέρα. Έχουν υπάρξει οne-hit wonders στη δεκαετία του 1990 (με το “Popular”). Έχουν καταταχθεί στα αποκαΐδια της έκρηξης του alternative rock εκείνης της δεκαετίας. Έχουν φτιάξει ένα καλοδεχούμενο από την κριτική comeback album. Έχουν κάνει δίσκο με διασκευές. Έχουν προσθέσει έξτρα κιθαρίστα στη σύνθεσή τους. Με λίγα λόγια, θα πρέπει να διαθέτουν κάμποσες εμπειρίες ζωής, οπότε με τίποτα δεν δικαιολογείται αυτή η αναιμική συλλογή άνευρων κιθαροτράγουδων, τα οποία δεν επικοινωνούν τίποτα ανήσυχο και στερούνται συναισθηματικής ραγάδας.

Αυτό που ακούγεται εδώ είναι το μεσόκοπο ροκ όπως το αντιλαμβάνονται εκείνοι οι τύποι που έχουν μετακομίσει στο ήσυχο προάστιο, που έχουν δυο παιδιά και που δεν ξεμυτίζουν στον ήλιο χωρίς λάδι με 50 βαθμούς προστασία, που μετράνε εμμονικά τις θερμίδες σε κάθε γεύμα και που τις νύχτες αποκοιμιούνται από νωρίς μπροστά στην τηλεόραση. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι οι καινούριοι Nada Surf γίνονται η επιτομή της κανονικότητας. Μετουσιώνουν δηλαδή σε μουσική τη φιλοσοφία ζωής του «πάρε μια ζακέτα κι αχρείαστη να ‘ναι».

Δεν είναι πάντως εύκολο να φτιάξεις ένα άλμπουμ γεμάτο στανταρισμένα τραγούδια σε ρεφρενάτο power pop στιλ, με στίχους πεισματικά ανθρώπινους και κανονικούς. Επιπλέον, είναι προς τιμήν τους που δεν έχουν την ανάγκη να νιώσουν ότι αποτελούν μέρος ενός «σήμερα» το οποίο κατατρέχεται από τον ψυχαναγκασμό των trends. Θα ακούσετε έτσι και τη ραστώνη του Tom Petty στο You Know Who You Are και την αυταρέσκεια των Death Cab For Cutie, αλλά και τον στιλπνό επαγγελματισμό των Soul Asylum. Μάλιστα, τα γλυκόπικρα φωνητικά του Matthew Caws είναι πιο easy-going από ποτέ: δεν θα βρείτε ούτε παραφωνίες, ούτε ηχητικές αβλεψίες.

Πρόκειται στην ουσία για έναν δίσκο ο οποίος απολαμβάνει τη βελούδινη χροιά και την καλοσωριστική αίσθησή του, θέλοντας να σε κάνει να εξοικειωθείς με το περιβάλλον του, μα και να ακούγεται ολόκληρος –χωρίς διαβαθμίσεις και χωρίς να αλλάζει ποτέ ταχύτητα στο συναίσθημα. Για πόση όμως ώρα μπορείς να οδηγείς με τρίτη στον αυτοκινητόδρομο για να μην πουντιάσουν τα παιδιά στο πίσω κάθισμα, πανάθεμά με;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Sully

1sully (2).jpg

Τον Ιανουάριο του 2009, μια ανθρώπινη ιστορία διάσωσης γράφτηκε στον αέρα της Νέας Υόρκης. Υπεύθυνος για το λεγόμενο «θαύμα του ποταμού Χάντσον» ήταν ο πιλότος Σάλι ο οποίος την πιο δύσκολη στιγμή της ζωή του πήρε μια κρίσιμη απόφαση και με μια θαρραλέα πρωτοβουλία έριξε το αεροπλάνο στον ποταμό Χάντσον. Κανείς από τους 155 επιβάτες δεν έχασε τη ζωή του – πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που ο έμπειρος πιλότος είχε να σκεφτεί και να πράξει ανάλογα. Η ιστορία του Sully από μόνη της προσφέρει όλο το πακέτο για μια πρώτης τάξεως ανθρωπιστικής παραβολής που υμνεί την αυταπάρνηση, το ανθρώπινο ιδεώδες και την έμφυτη αλληλεγγύη σε ακραίες στιγμές κινδύνου.

Ο παλαίμαχος Κλιντ Ιστγουντ επέλεξε να είναι αυτή η ιστορία της 35ης ταινίας που  σκηνοθετεί, θέλοντας να υμνήσει με τρυφερότητα έναν αγνό ήρωα της διπλανής πόρτας. Ευπρόσδεκτη αλλαγή πλεύσης μετά το κατάπτυστο μιλιταριστικό μανιφέστο του American Sniper στο οποίο θριάμβευσε εμπορικά παραδίδοντας μαθήματα «υγειούς εθνικισμού». Ο Κλιντ επέστρεψε στις ανθρώπινες ιστορίες που κρατάνε περήφανα τη σκυτάλη της ηρωικής αμερικάνικης ιστορίας, με πιο εμφανές σημείο αναφοράς, το σινεμά του Τζον Φορντ, και στο πρώτο μισό της ταινίας τα καταφέρνει περίφημα. Προσέχοντας πολύ το ύφος της σκηνοθεσίας και κρατώντας στο μεγαλύτερο μέρος χαμηλούς τους τόνους στον ηρωισμό και τα ηθικοπλαστικά διδάγματα, ο Ίστγουντ θέλει ως γνήσιος πατριώτης να μιλήσει για την φωτεινή πλευρά του τραύματος της 11ης Σεπτεμβρίου και σαν συντηρητικός άνθρωπος να θέσει τεχνοφοβικά ερωτήματα πάνω στο αέναη σύγκρουση «ανθρώπου και κομπιούτορα».

2sully (1).jpg

Ο Σάλι και κατ’ επέκταση ο Κλιντ (όπως έδειξε πιο πρόσφατα στο Trouble With The Curve) δεν θέλει να ξέρει τι λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί. Τον ενδιαφέρει το ανθρώπινο gut. Το σθένος και η ανδρεία σε στιγμές αντιξοότητας. Ως γνήσιος αντιφρονών της προεδρίας του Ομπάμα, ο Ίστγουντ δεν χάνει ευκαιρία να υπογραμμίσει την αντιπαλότητά του στην πρόσφατη οκταετία των Δημοκρατικών – ένας μετανάστης ταξιτζής διαμαρτύρεται για τους πολέμους που έχει μπλέξει η χώρα του (!) και ένα σπίτι μένει ανοίκιαστο γιατί η οικονομία έχει βουλιάξει (!!). Η χώρα χρειάζεται ήρωες και ανθρώπους που θα προσπεράσουν το σύστημα του κράτους και τους νόμους των πολυεθνικών συμφερόντων για να κάνει το «σωστό».

Ο Σάλι αναπτερώνει την πίστη μας στον άνθρωπο και τον χαμένο ιδεαλισμό και ιδανικότερος ηθοποιός από τον Τομ Χανκς δεν θα μπορούσε να βρεθεί για να γλυκάνει και να εξανθρωπίσει το τρυφερό μήνυμα του Ίστγουντ. Ισορροπημένος και τίμιος, ο Χανκς μπολιάζει με καθαρότητα το βλέμμα του ήρωά του (την καθαρότητα που έχουν οι άνθρωποι μετά από μια ηλικία όταν δεν έχουν υπάρξει σκατόψυχοι στα νιάτα τους). Ο ηθοποιός αποφεύγει τις ερμηνευτικές παγίδες που βρίσκουμε στο σινεμά του Ζεμέκις και δημιουργεί έναν αξιομνημόνευτο λαϊκό ήρωα που βασανίζεται από εφιάλτες και από τύψεις ενώ θα έπρεπε να χαθεί στην έπαρση και να καταπιεί τη δημοσιότητα.

Δεν ξέρω αν το Sully έχει να πει κάτι σε σκεπτόμενους και ανήσυχους θεατές που δεν θέλουν τις ταινίες να τους «αρέσουν» που θέλουν στρογγυλά, πρωτοεπίπεδα μηνύματα και δεν μπορούν να αγαπήσουν ταινία δίχως ηθικό δίδαγμα. Όλο το παραπάνω ισχύει άλλωστε για το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Ίστγουντ. Ωστόσο το λαϊκό και εύκολο σινεμά θα χρειάζεται πάντα και έχει τη δύναμη να συγκινεί, όσο ο δημιουργός του διαθέτει αγνά κίνητρα και δεν σκέφτεται βραβεία και box office.

Μοιράζεται όμως ο Κλιντ Ίστγουντ τα αγνά κίνητρα του ήρωά του; Ας το σκεφτούμε για λίγο. Ο Σάλι θέλει να μένει στη σκιά, δεν θέλει να τον προσκυνούν ούτε θεωρεί ότι είναι ο καλύτερος πιλότος στον κόσμο. Δεν έκανε μια πράξη ηρωισμού για να στρέφεται ο κόσμος γύρω του και παρόλο που έσωσε ψυχές, βλέπει την αυτοπεποίθησή του να συρρικνώνεται. Σε μια σκηνή της ταινίας ο ήρωας διασχίζει τροχάδην της Times Square και από πάνω του φαίνεται ένα τεράστιο billboard με την γιγαντιαία, επιβλητική αφίσα του Κλιντ Ίστγουντ, η φιγούρα του οποίου  γεμίζει το πλάνο της πόλης. Μίλησε κανείς για ταπεινότητα;

Από το Movieworld

3sully.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #101

Maxwell – blackSUMMERS’night

Για να ξεκινήσουμε να μιλάμε για τον Maxwell, θα πρέπει να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως έχουμε να κάνουμε με τον αθόρυβο ανανεωτή του κουρασμένου soul τοπίου, το οποίο μοιάζει πνιγμένο στη γλίτσα των application και της εφηβικής ταχύτητας.

Μιλάμε για έναν αιρετικό της macho υπεροχής του αρσενικού R’n’B, που δεν εστιάζει στην υπεροχή της περήφανης γενετήσιας ζώνης και δεν έχει πολλά να μοιραστεί με τα τεστοστερονούχα αγόρια της επικαιρότητας. Για έναν θιασώτη του άφοβου R’n’B, που διαθέτει αρετή και γνώση. Βλέπετε, τα φροντίζει στωικά τα άλμπουμ του ο 43χρονος Νεοϋορκέζος: τα δουλεύει σε βάθος, τα γεμίζει τολμηρά jazzy στοιχεία, τους προσδίδει πολιτισμικές αναφορές που θέλουν ψάξιμο. Ο άνθρωπος έχει άλλη ρητορική και αντικρίζει τα πράγματα υπό το δικό του πρίσμα, από τον πρώτο του κιόλας δίσκο πριν 20 χρόνια –το Urban Hang Suite.

Εδώ ο Maxwell ακούγεται αγέρωχα παλιομοδίτικος, χωρίς όμως να είναι στερεοτυπικός. Θέλει να αφήσει αποτύπωμα δημιουργού, αλλά αισθάνεται και την ανάγκη του καλού νυχτερινού ραδιοφώνου. Διαθέτει όραμα για την επέκταση της R’n’B παλέτας, μα εκτιμάει και τη soul της κρεβατοκάμαρας. Κοινώς, σέβεται ποικιλοτρόπως τον Al Green και τους Earth, Wind Αnd Fire. Και είναι κι αυτό το falsetto του, το οποίο παραμένει αχτύπητο καθώς τυλίγεται γύρω από την πολύχρωμη jazz των συνθέσεων και τη soul παραγωγή.

Ο μυσταγωγικός ζεν soulman δικαιώνει λοιπόν φέτος το φιλόδοξο όραμα της τριλογίας που άρχισε το 2009 με το BLACKsummers’night και συνεχίζεται φέτος με το blackSUMMERS’night (τα κεφαλαία γράμματα μεταφέρονται προοδευτικά στις τρεις λέξεις του τίτλου). Ο νέος δίσκος πατάει στην αφαιρετική soul των 1970s και στους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς, διαθέτοντας ένα easy flow, που σε κάνει αβίαστα φίλο του.

Από το εναρκτήριο κιόλας “All Τhe Ways Love Can Feel” γίνεται αντιληπτό ότι ο Maxwell είναι ο μόνος ζωντανός καλλιτέχνης που μπορεί να αποδώσει tribute στον Prince. Τα επίπεδα των φωνητικών του τα αισθανόμαστε σαν στρώσεις από μετάξι πάνω σε σαγρέ επιφάνεια, λίγο πριν μεταμορφωθεί σε μαλακό βελούδο –αποτελεί λοιπόν πρότυπο χλιδάτης σαγήνης, η οποία συνδυάζεται με κομψότητα και ουσία. Το δε μεσόρυθμο groove των τραγουδιών δημιουργεί υγρή διάθεση, αλλά και αληθινά αισθήματα. Κι όλα αυτά μέσα από groove πνευστά, διακριτικά έγχορδα και δουλεμένα keyboards, που ιονίζουν την ατμόσφαιρα και σε κρατούν σε εγρήγορση.

Το blackSUMMERS’night δεν βασίστηκε στις επιθετικές πρακτικές του digital marketing και δεν είναι φτιαγμένο με προθέσεις να κόψει την ανάσα. Είναι αντίθετα σταθερά προσανατολισμένο στον δικό του κομψό διάκοσμο και του αρκεί να νιώσει ότι αποτελείς μέρος του. Ο ακραιφνής σπεσιαλίστας της φινετσάτης soul βασίζεται εδώ στην ευαισθησία, στην τρυφερότητα και στο μυαλό του. Μας χαρίζει λοιπόν ένα δώρο, πλουμιστό και αγέρωχο μέσα στην αυτοπεποίθηση της παραγωγής του, καθότι είχαμε χρόνια να ακούσουμε τόσο μετεξελιγμένη, απολαυστική soul με ηλεκτρονικό υπόβαθρο και τόσο καλά δεμένη γύρω από τη rhythm section –και μάλιστα στην «οικονομική» διάρκεια των 40 λεπτών.

Για να ξεκινήσουμε λοιπόν να μιλάμε για τον Maxwell, θα πρέπει να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως μιλάμε για SOUL. Με κεφαλαία γράμματα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #100

Paul Simon – Stranger To Stranger

Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς γίνεται ν’ ακούγεται τόσο ακμαίος συνθετικά και ερμηνευτικά ο Paul Simon στο 13ο προσωπικό του άλμπουμ, συνεχίζοντας το σερί των υπέροχων δίσκων που ξεκίνησε το 1972. Πρόκειται για έναν μουσικό ο οποίος συναντά την έμπνευση παρορμητικά. Δεν υπήρξε πάντα δημιουργικός, ήταν όμως πάντοτε παραγωγικός, απρόβλεπτος και φρέσκος. Το νέο του «μορφωμένο» δημιούργημα συνδυάζει ψυχαγωγία και περίσκεψη.

Ακούγοντάς το, το Stranger To Stranger σε συμπαρασύρει σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς ανταγωνιστικές οικονομίες, καθημερινή πάλη και αναίτια ζόρια. Σου ανεβάζει μερικά επίπεδα το coolness και σε κάνει να πιστεύεις ξανά στους αυτόφωτους, στους αυθεντικά δημιουργικούς (όχι δηλαδή σε αυτούς που θεωρούν τα start-up και την «υγιή επιχειρηματικότητα» ως μέτρο αξίας) και σε εκείνους που συμπεριφέρονται με τρόπο ο οποίος προκαλεί μειδιάματα στους κυνικούς. Με λίγα λόγια, σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια.

Ο κύριος Simon επιμένει να μην τρώει από τα έτοιμα. Βασίζεται γερά στην παράδοση της ποίησής του (ακούστε τι λέει το στόμα του στο ομώνυμο “Stranger Τo Stranger”) και ρυθμίζει σε θερμοκρασία δωματίου τραγούδια όπως το “Proof Of Love”, τα οποία είναι βουτηγμένα στην κληρονομιά που τον έθρεψε ενώ ταυτόχρονα ακούγονται τραγανά και επίκαιρα. Το νέο του άλμπουμ είναι πολυκύμαντο. Οριακά μοιάζει μάλιστα με ντεμπούτο, έτσι όπως συνδυάζει τον ορθόδοξο πειραματισμό με κλασικότροπη folk και με vintage μελωδικότητα, χρωματισμένη με λαχούρια.

Δαιδαλώδης αλλά ταυτόχρονα προσιτός, ο παλαίμαχος Νεοϋορκέζος επανατοποθετεί την έννοια του «προοδευτικού» στις ρίζες της. Έχοντας θρέψει έναν σωρό γενιές από τροβαδούρους, αντιμετωπίζει ακόμα το στούντιο σαν μια μεγάλη σειρά δυνατοτήτων και κατευθύνσεων. Ευτυχώς, η εμπειρία του τον προστατεύει από το να χαθεί σε λαβυρίνθους, όμως μέσα στον δίσκο αυτόν συμβαίνουν τόσα πολλά προς αφομοίωση, που δεν είμαι σίγουρος ότι ξεμπλέκεις αν δεν έχεις διάθεση για πλήρη δέσμευση μαζί του.

Ακόμα πάντως και για όσους δεν διατίθενται να ξεκλειδώσουν τις πίστες των πολιτισμικών/μουσικών αναφορών του μεγάλου τραγουδοποιού ώστε να προχωρήσουν στο επόμενο level, ο δίσκος θα φροντίσει να πετύχει τα προσδοκόμενα με το τελευταίο κομμάτι: ένα ερωτικό γράμμα στη Νέα Υόρκη, που φέρνει βούρκωμα περηφάνειας στα μάτια. Πολύ καθαρό, έντιμο και απαλλαγμένο από έπαρση και αστική τοξικότητα.

New York will always be his home…

 

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #99

Gwen Stefani – This Is What The Truth Feels Like

Περί «αληθείας» γίνεται λόγος στον τίτλο του δίσκου της συμπαθέστατης Gwen Stefani. Ας μιλήσουμε για «αλήθειες» λοιπόν. Πάνε 12 χρόνια από το Love.Angel.Music.Baby., που πήγε να λανσάρει την αποχωρήσασα των No Doubt ως αυτόφωτη pop star, της οποίας η λάμψη παρεμποδίζονταν από τα μέλη του συγκροτήματος –οπότε ήταν καιρός να μείνει μόνη στη σκηνή.

Εκείνο το δισκογραφικό εγχείρημα πέτυχε φευγαλέα, χάρη στο φωτογενές στυλ της Αμερικανίδας ερμηνεύτριας, στις χαρούμενες αναμνήσεις τσιχλόφουσκας από τα ζαχαρωμένα 1980s και στις στιλιστικές παραινέσεις, όπως π.χ. τις καρτουνίστικες μαζορέτες ή εκείνο το γκρουπ από υπερκινητικές Κινεζούλες που την πλαισίωναν. Η «αλήθεια», πάντως, είναι ότι η Gwen Stefani δεν κατάφερε να εξαργυρώσει τα όποια εύσημα απόκτησε επί No Doubt ως εστέτ αλητήρια τύπισσα με attitude, ενώ ποτέ δεν έγινε δεκτή από το mainstream R’n’B ακροατήριο, αν και το προσπάθησε πολύ.

Η «αλήθεια» είναι, βέβαια, πως η Gwen Stefani είχε περισσότερες περγαμηνές για να γίνει fashion icon και φωταγωγημένος μαϊντανός των κόκκινων χαλιών, παρά διάδοχος της Kylie Minogue. Έχοντας κατά νου αυτόν τον περιορισμό, όπως και τις λιγοστές φωνητικές της δυνατότητες, η παραγωγή του καινούριου της δίσκου περπατάει πάνω στη λεπτή εκείνη γραμμή που χωρίζει την αυτόνομη ποπ σύνθεση από το εξαρτώμενο από την εικόνα διαφημιστικό προϊόν. Όμως πάνε 10 χρόνια από την εποχή του “Hollaback Girl” κι ένα τέτοιο hit single δεν υπάρχει εδώ.

Η παραγωγή είναι «υστερική»: κάνει θόρυβο για να ξεχωρίσει ανάμεσα στον θόρυβο, μπας και τσιμπήσει έφηβους clubbers. Ακόμα πάντως και μετά από γιαλαντζί ποπ μπαλάντες και τα τσίγκινα beats λαϊκής νοοτροπίας, ίσως να προέκυπτε μία clean-cut ποπ που να μην ήταν καταγέλαστη. Όμως το υλικό δεν προσφέρεται για ιδιωτικές ακροάσεις και είναι εν τέλει χρήσιμο μόνο για τριζάτα, φρέσκα remixes, με τραγούδια ελαφρώς δευτεροκλασάτα. Τα κομμάτια εδώ είναι τόσο επίπεδα, ώστε καίγονται κατευθείαν αν ξεφύγουν από την πίστα και βγουν στο φως.

Η «αλήθεια» είναι, επίσης, πως η Gwen στα 46 της παριστάνει τη ναζιάρα μπουμπού, χωρίς να θέλει να χάσει τη βολή της ποθητής και της στιλάτης. Μια σημειολογία που εδώ και χρόνια καλλιεργεί αυτό το κορίτσι στο αμερικανικό mainstream, σαν κριτής του The Voice, σαν «ska milf» και σαν πληγωμένη πρώην του Gavin Rossdale. Αν καταφέρει λοιπόν κανείς να ξεπεράσει τη δοκιμασία της ροζ/ένρινης ερμηνείας, θα αντιμετωπίσει ένα κύμα πηχτής ανοησίας σε τραγούδια όπως το “You’re My Favorite” και το “Make Me Like You”. Ακόμα και οι καλές στιγμές, όπως το “Red Flag” και το “Naughty”, μοιάζουν με λοβοτομημένη girly pop.

Αν τα παραπάνω δεν σας έπεισαν, δοκιμάστε να δείτε το βιντεοκλίπ του “Used To Love You” με τη φωνή στο mute και παρακολουθείστε αυτές τις «τάχα μου» μούτες θλίψης, απογοήτευσης, νοσταλγίας και θυμού που εναλλάσσει η Gwen Stefani σε κοντινό μονοπλάνο. Σαν ατάλαντη ηθοποιός, η οποία προορίζεται για καθημερινή σαπουνόπερα. Αν πιστεύετε ότι μπορεί να βρεθεί «αλήθεια» σε μια τέτοια οντισιόν, καλή τύχη με αυτόν τον δίσκο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Money Monster

1money.jpg

Η νέα σκηνοθετική απόπειρα της Τζόντι Φόστερ μπορεί να μην αγγίζει τα ύψη του σινεμά της παράδοσης του μεγάλου Sidney Lumet (θαρρώ πως η ταινία της πάτησε υφολογικά με το ένα πόδι στο καταγγελτικό αδιέξοδο του Dog Day Afternoon και με το άλλο στην οργισμένη μιντιακή σάτιρα του Network) αλλά τουλάχιστον προσφέρει μια στρωτή, γάργαρη ψυχαγωγία με καλή αίσθηση ρυθμού, με το αποτέλεσμα να μοιάζει εντιμότερο και ρεαλιστικότερο σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του οικονομικού συστήματος, από την οσκαρική περσινή έκπληξη του Big Short.

Η Julia Roberts υποδύεται μια τηλεοπτική παραγωγό που κρατάει γειωμένο τον τσαρλατάνο τηλεπαρουσιαστή μιας εκπομπής με θέμα τις μεταπτώσεις του Dow Jones. Ο Clooney χαρίζει γενναιόδωρα την σπιρτάδα του και το αλάθητο σχεδόν ένστικτό του στον τρόπο που εναλλάσσει την κωμωδία με το δραματικό στοιχείο, στον Lee Gates, έναν τηλεοπτικό πλασιέ χρηματικής ελπίδας και κούφιας ενημέρωσης, ήρωα για το ρεμπουμπλικάνικο κοινό του FOX news. Ο εγωπαθής τηλεαστέρας με τις άκρες στη Wall Street δίνει τη λάθος πληροφορία και ένα αγανακτισμένος πολίτης που εξαπατήθηκε (τον οποίο υποδύεται ο πάντα εξαιρετικός Jack O’Connell) διεισδύει στο στούντιο σε μια ατσούμπαλη απόπειρα διαμαρτυρίας και απρογραμμάτιστης ομηρίας. Φυσικά, η συμπαθέστατη Αμερικανίδα ηθοποιός δεν φιλοδοξεί να αφήσει εποχή με αυτή τη screwball κωμική περιπέτεια, μπολιασμένη με οργή κατά της μηχανής. Οι σκηνές αγωνίας δεν παράγουν αξιόλογο σασπένς και το κοινωνικό «κατηγορώ» της ταινίας σκοντάφτει στο φινάλε σε στερεότυπα διεφθαρμένων γιάπηδων και αδικοχαμένων, ανώνυμων θυμάτων του συστήματος, με την σχηματική εξιλέωση του ήρωα να υπογραμμίζεται κάπως ενοχλητικά στην κατακλείδα του τέλους.

2money.jpg

Φανταστείτε τους εργασιομανείς ήρωες του τηλεοπτικού Newsroom σε κλειστοφοβικό διάκοσμο δανεισμένο από το Mad City του Γαβρά και έχετε μια εικόνα για την πρώτη ύλη της ζουμερής ιστορίας, που δικαιολογημένα έκανε την Jodie Foster να θέλει να την διηγηθεί με τον τρόπο της. H Foster δεν έχει το craft να χτίσει την ιστορία και ρίχνοντας μας με τα μούτρα στο ζουμί της πλοκής, νομίζει ότι μας απαλλάσσει από περιττές λεπτομέρειες που δεν μας αφορούν. Οι ήρωες πέφτουν αζύμωτοι στα βαθιά μιας πλοκής που κουβαλάει οριακές διαπραγματεύσεις, εναλλαγές στην ηθική ματιά και υπέρβαση ρόλων, με τον θεατή να μην έχει προλάβει να νιώσει πολλά για κανέναν από τους ολοζώντανους και ταλανιζόμενους ήρωες μιας ζοφερής ιστορίας.

Χωρίς να χολοσκάει για λεπτομέρειες (πως γίνεται να μπεις σε ένα πλατό καναλιού εθνικής εμβέλειας; ) και για περιττές σοβαροφάνειες, η Foster κάνει όλες τις σωστές επιλογές στην εκτέλεση. Χρησιμοποιεί στακάτο μοντάζ, μπολιάζει με νεύρο και ενέργεια τα πλάνα και εμπιστεύεται τους πρωταγωνιστές της περισσότερο από τις ατάκες στις σελίδες του σεναρίου: την αγέλαστη γοητεία εν μέσω παραλογισμού του Clooney (πάντα πίστευα ότι θα ήταν υπέροχος σαν άλλος Leslie Nielsen στις κωμωδίες των Zucker/Abrahams) την πειθώ της Julia Roberts και την τσαντισμένη αβεβαιότητα του O’Connell.

Το Money Monster έχει τελικά την δύναμη των κλασικότροπων κοινωνικών περιπετειών του συντηρητικού Χόλυγουντ (έστω από τη ματιά Δημοκρατικών), όσες ενστάσεις και να έχεις με όσα συμβαίνουν, τα αφήνεις στην άκρη γιατί παρασύρεσαι από την απόλαυση της αφήγησης και όσες αντιρρήσεις και να σου προκαλούν οι απιθανότητες του σεναρίου, μετά την θέαση της ταινίας έχουν γίνει καπνός, απλά γιατί πέρασες χάρμα.

3money.png

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας (The BFG)

To περίφημο “the stuff that dreams are made of” είναι μια σταθερή εμμονή στο Σπιλμπεργικό σύμπαν, εδώ και σαράντα χρόνια. Ο μεγάλος Αμερικάνος αφηγητής χειρίζεται με δεμένα τα μάτια το genre της ονειρόπλαστης περιπέτειας και παραμένει άφταστος δεξιοτέχνης στον τρόπο που καλλιεργεί εικόνες με εφιάλτες και ονειρότοπους, με τον τρόπο που τα καταγράφει η αθώα, παιδική ματιά – όσο πιο τραυματισμένη από την έλλειψη οικογενειακής θαλπωρής τόσο το καλύτερο. Προς τιμήν του, ο Σπίλμπεργκ έχει αφηγηθεί κάμποσες φαντασιόπληκτες εξτραβαγκάντζες όπου ο θεατής (ανεξαρτήτου ηλικίας) δεν νιώθει ασφαλής και προστατευμένος με τρόπο Ντισνεϊκό, με ελάχιστα στραβοπατήματα όπως στην περίπτωση του The Lost World (1997). Το σενάριο της ταινίας είχε δουλέψει η (εκλιπούσα από το 2015) Melissa Mathison, η οποία είχε υπογράψει και το E.T.: The Extraterrestrial (1982). Πρόκειται για μια ιστορία όπου ένα μικρό κορίτσι συναντά έναν καλοσυνάτο γίγαντας που παγιδεύει τα όνειρα (που μοιάζουν με πολύχρωμες πυγολαμπίδες) ανάμεσα σε ανεπιθύμητους εφιάλτες, για να τα εμφυσήσει σε μοναχικές, παιδικές καρδιές τις νύχτες, με την τρομπέτα του, πριν γυρίσει στην Γιγαντοχώρα με τους μόνιμα πεινασμένους και μοχθηρούς γίγαντες που λαχταρούν να καταβροχθίσουν ανθρώπους και επιδίδονται σε bulling στον αγαθό γίγαντα.

1gig.jpg

Στο BFG τα καρυκεύματα του παραμυθιού, ο Σπίλμπεργκ μπορεί να τα δανείζεται από μια πολυδιαβασμένη ιστορία του Ρόαλντ Νταλ (του συγγραφέα του «Ματίλντα» και του «Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο της Σοκολάτας») όμως δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία βγαλμένη από θεματικό πάρκο της Disneyland ούτε με ένα «χάρτινο» animation που θα κάνει babysitting ώστε να αφήσουν ανενόχλητοι οι γονείς τα παιδιά τους για δυο ώρες. Ο συνδυασμός live action ερμηνειών και computer animation είναι απολαυστικός. Τα ανθρώπινα αποτυπώματα είναι φανερά στην κατασκευή του φιλμ. Ειδικότερα η ερμηνεία του Mark Rylance είναι «ορατή» καθώς πίσω από τον BFG ακούς μια καρδιά που χτυπάει, έτη φωτός μακριά από το φασαριόζικο σύμπαν της Marvel και της άψυχες φανφάρες της σχολής του Michael Bay. Οι συσπάσεις στο πρόσωπο του γίγαντα απεικονίζουν όλη την αγαθοσύνη και την τρυφερότητα του ντουνιά. Ο Σπίλμπεργκ απολαμβάνει την παιδαριώδη πλοκή και παράγει τρυφερό χιούμορ μέσα από μια ολόκληρη γλώσσα από υπέροχους αναγραμματισμούς και απολαυστικά γλωσσικά λάθη του καλοκάγαθου γίγαντα. Την μικρή Sophie υποδύεται με σχετική πειθώ η Ruby Barnhill, χωρίς να είναι υπερβολικά γλυκερή ή να παριστάνει την υπέρ του δέοντος αξιολάτρευτη.

2gig.jpg

Ο Σπίλπεργκ κάνει σινεμά και σε όποιες συνθήκες και να βλέπεις το φιλμ, ακόμα και μέσα από ένα smartphone, είναι αδύνατον να μην νιώσεις ενστικτωδώς την μυρωδιά του ποπ κορν να τυλίγεται γύρω από τη γνώριμη αίσθηση του αναπαυτικού βελούδινου καθίσματος. Εκεί είναι η διαφορά του «σκηνοθέτη» με τον «τεχνίτη εικόνων». Η διαφορά του «δημιουργού» με τον «συντονιστή των οπερατέρ». Παρόλη την αφηγηματική δεινότητα όμως και τις μικρές δόσεις μαγείας στην εικόνα, δεν πρόκειται για μια από τις δυνατές δουλειές του Σπίλμπεργκ. Η ιστορία δεν ανθίζει ποτέ και τελικά δεν αναβλύζει η φαντασία ενός σκηνοθέτη που έχει θρέψει τα κινηματογραφικά όνειρα τριών γενιών, τουλάχιστον. Το τελικό αποτέλεσμα δεν φιλοδοξεί να σκάψει βαθύτερα, όπως είχε κάνει για παράδειγμα το “Where the Wild Things Are” του Spike Jonze, για να δούμε σε βάθος την μελαγχολία πέρα από την πολύχρωμη επιφάνεια του συλλέκτη παιδικών ονείρων. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλήρες crowdpleaser αλλά η φιλοδοξία του σταματάει εκεί. Πρόκειται για μια ταινία με μεγάλη καρδιά και για μια γιγαντιαία επίδειξη φιλμοκατασκευής. Όμως, στις επί μέρους λεπτομέρειες, οι άνισες και αμήχανες στιγμές (οι φυσαλίδες στο ποτό που προκαλούν αέρια στο Μπάκιγχαμ) είναι εμφανείς. Τελικά, ακόμα και όταν πρόκειται για θεόρατους γίγαντες, την αλήθεια την βρίσκεις κοιτώντας στις μικρές λεπτομέρειες.

3gig.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #98

Pet Shop Boys – Super

Οι δύο πατέρες της ηλεκτρονικής ποπ, επιμένουν να είναι συνεπείς στις μονολεκτικά τιτλοφορούμενες κυκλοφορίες τους, να παίζουν εκκωφαντικά εκμεταλλευόμενοι τις τεχνολογικές δυνατότητες και να αδιαφορούν σαν σνομπ εστεμμένοι για τα σχόλια που θα αποσπάσει ο μαθουσαλισμός τους. Οι Pet Shop Boys αντλούν ακόμα ικανοποίηση όταν βλέπουν τα πόδια ορδών από ανήλικους ακροατές να πασχίζουν να προλάβουν τα καταιγιστικά beats τα οποία παράγουν.

Όμως έχουν να κυκλοφορήσουν πλήρη δίσκο (ως αίσθηση) από την εποχή του Very (1993) –κι ας προηγήθηκε το ενδιαφέρον Electric το 2013. Πίσω από το acid house και την ηλεκτρισμένη space disco του Super, θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει μια ιδέα που θα επιτύγχανε ένα πιο διαχρονικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, ο Neil Tennant και ο Chris Lowe καταπιάνονται εδώ με μια ξαναμμένη αναπόληση: τι σήμαινε να είσαι 20άρης στη δεκαετία του 1980 και του 1990, τα ανέμελα βράδια στα gay club της εποχής, τις ηδονιστικές νύχτες σε πάρτι όπου παρευρισκόταν οποιοσδήποτε ήταν «κάποιος». Σε αυτό το τερέν είναι άλλωστε πρωταγωνιστές ήδη από την εποχή που μεσουρανούσαν με τη μπλαζέ υπεροχή του “West End Girls”.

Αλλά το Super φαίνεται να βαράει ανελέητα πάνω σε έναν επίμονο, παχύ, αυτάρεσκο, ρυθμό. Τουλάχιστον, βέβαια, το ντουέτο το κάνει με την άνεση που έχουν βετεράνοι αθλητές όταν κάνουν τον γύρο του θριάμβου. Το δικαιούνται, άλλωστε είναι οι τροπαιούχοι της βρετανικής χορευτικής κουλτούρας. Όμως κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει τον νέο τους δίσκο να φαντάζει ναρκωμένος, παρόλη την ξέφρενη διάθεση που χτίζει γύρω από τα τραγούδια ο παραγωγός Stuart Price. Δεν σου δημιουργεί ανάγκη το Super, δεν δένεται με το μέσα σου. Όχι γιατί περίμενες κάτι από τους Pet Shop Boys ως παραγόμενη –νέα– αξία, απλώς είναι περίεργη η αίσθηση να λειτουργεί το σώμα, αλλά ο νους να μη βρίσκει κάτι και για εκείνον.

Οι Tennant & Lowe έχουν αφενός καταγράψει χιλιόμετρα επιτυχιών, αφετέρου δεν υπάρχουν πια οι disco που θα φιλοξενήσουν τις album versions αυτού του δίσκου. Δεν υπάρχει πια η εκτόνωση του ecstasy, δεν υπάρχει πια γνήσια acid house. Δεν υπάρχει δηλαδή το υπέδαφος που έκανε ακόμα και τις πιο κιτς μελωδίες τους να διαμορφώνουν την club όψη της electro κουλτούρας. Οι δύο τους είναι οι άνθρωποι που «ήταν εκεί» όταν ξεκινούσαν τα electro pop ντουέτα στη Βρετανίας. Κι αν κάτι τους κρατά εδώ ακόμα και σήμερα, είναι κυρίως ότι δεν διεκπεραιώνουν μια ρουτινιάρικη δισκογραφική υποχρέωση με κάθε τους επιστροφή, όπως ας πούμε οι Depeche Mode ή οι New Order.

Στο μεγαλύτερο λοιπόν μέρος του Super, αναπαριστούν τους κώδικες της ηλεκτρονικής ποπ με έναν αλάνθαστο τεχνικά και αισθητικά τρόπο. Η περφεξιονιστική μανία φτάνει σε πυρετώδεις εντάσεις, υπάρχουν μάλιστα στιγμές στις οποίες η ευφυία τους χαμογελάει, κάνοντας ηχητικές γκριμάτσες: το διασκεδαστικό “Happiness”, το σαρδόνιο “Twenty-Something”, το μελοδραματικό “The Dictator Decides” (μοιάζει να βγήκε από το Violator των Depeche Mode) και το υπνωτιστικό “Inner Sanctum”. Τραγούδια που αποτελούν σωτήρια αντιπρόταση απέναντι στην τσίγκινη χορευτική ποπ που έχει τυραννικά σφετεριστεί τα αμερικανικά charts των mid-’10s, πηγάζουσα από εξελιγμένα apps. Σε όλη όμως την υπόλοιπη διάρκειά του, το Super απλώς δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ενός brand τόσο βαθιά ριζωμένου στην καρδιά.

Ως κορυφαία έτσι στιγμή μένει το “Pop Kids”: ένας συναισθηματικός φόρος τιμής στη δεκαετία του 1990, ο οποίος αποπνέει νοσταλγία και τρυφερότητα με μια αισθαντικότητα που ευαγγελίζεται το πόσο σημαντική είναι η χωνεμένη ποπ κουλτούρα, πώς δένει ζωές και πώς γεννάει τις πιο ζωτικές αναμνήσεις. Προσωπικά, όμως, μου λείπει το συστατικό που θα έκανε τους Pet Shop Boys απαραίτητους στο 2016. Να με συμπαθάτε, αλλά δεν μου φτάνουν οι τρεις φορές που πάτησα repeat σε έναν δίσκο, όταν οι δημιουργοί του με έκαναν στο παρελθόν να πέφτω αυτιστικά στις λούπες τους, δίχως αύριο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Everybody Wants Some!!

Μπορεί και καταφέρνει με ένα ρημαδοτρόπο ο Richard Linklater και κάνει τις ζωές μας ταινία. Ακόμα και αν ελάχιστα κοινά βιώματα (ως προς την εποχή και την κουλτούρα) με τους ήρωες του Everybody Wants Some!! την νέα του ταινία δηλαδή, η οποία θεωρείται πνευματικός απόγονος (και όχι sequel) του αλησμόνητου Dazed and Confused (1993). Θεωρώ ότι το Everybody Wants Some!! έχει λιγότερα κοινά με εκείνη την κλασική stoner-δραμεντί που χαρτογραφούσε με τρυφερότητα μια αξέχαστη «ολονυχτία» σχολικής αποφοίτησης και περισσότερα με τον χειροποίητο animated φιλοσοφικό διαλογισμό του Waking Life (2001). Η νέα ταινία ενός από τους συνεπέστερους και πιο συναρπαστικούς ανεξάρτητους κινηματογραφιστές της γενιάς του Sundance, είναι στην ουσία της μια σπουδή πάνω στη μνήμη, μια γλαφυρή αναπαράσταση αναμνήσεων και ταυτόχρονα ένα γλυκόπικρο love letter στην γενιά βρέθηκε έχοντας στα χέρια της μεγαλύτερη πολιτισμική κληρονομιά απ’ όση μπορούσε να διαχειριστεί (την ζορισμένη δεκαετία του 70 μέσα σε χιλιάδες ρεύματα και τάσεις, η ιστορία δούλευε υπερωρίες) και βρισκόταν εν αγνοία της στην αυγή της πιο άχαρης και ανταγωνιστικής εποχής, στα 80’s.

1some.jpg

Το Everybody Wants Some!! δανείζεται ξανά τον τίτλο του από την rock μυθολογία – από ένα τραγούδι των Van Hallen (ενώ ο πνευματικός προκάτοχος δανείστηκε τον τίτλο τραγουδιού των Led Zeppelin). Αυτή τη φορά, ο χρόνος μετράει τρία εικοσιτετράωρα πριν το ξεκίνημα της εβδομάδας και από την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς. Δεν υπάρχει πλοκή φυσικά, υπάρχει μια αφήγηση όμως. Το σενάριο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά διαθέτει σπάνιο εσωτερικό ρυθμό που σε αγκιστρώνει. Ο Linklater κινηματογραφεί βιωματικά και σε «εμπλέκει» στο κάδρο. Τον ενδιαφέρει να νιώσεις το «μαζί». Το πετυχαίνει με τον πιο ανέλπιστα γοητευτικό τρόπο επιτυγχάνοντας την πιο χαζευτική, αληθινή, πετυχημένη και λειτουργική ανασύσταση εποχής που έχουμε δει στο σινεμά τα τελευταίες δεκαετίες – χωρίς υπερβολή. Ο Σεπτέμβρης του 1980 ξεπηδάει γάργαρος, ζωντανός και ιδρωμένος από την οθόνη, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και με απόλυτο νατουραλισμό σε χρωματισμούς, σε ιδιοσυγκρασία και σε έκφραση. Σαν ένα ψηφιακά αναπαλαιωμένο ντοκουμέντο που έμεινε σε κάποιο ντουλάπι και αναπαλαιώθηκε σε digital κόπιες.

2some.png

Ο Linklater μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του αριστουργηματικού Boyhood (2014) επιστρέφει με μια από τις πιο διακριτικές και βιωματικές ταινίες που έχει υπογράψει ποτέ. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια παρέα από κολεγιόπαιδα αλλά η διεισδυτική ματιά του μας παίρνει από το χέρι και πάει την αφήγηση πιο βαθιά. Οι ήρωες δεν είναι τα στερεότυπα ενός Breakfast Club (ο γκόμενος, η bimbo, ο σπασίκλας και η συνεσταλμένη). Οι χαρακτήρες είναι σάρκινοι και ο σκηνοθέτης τους κρατάει εντός κάδρου. Από τον άτυπο πρωταγωνιστή Jake Bradford (Blake Jenner), τον αθώο Billy Autrey (Will Brittain) τον μυστακοφόρο weirdo Jay Niles (Juston Street) τον μαστουρωμένο Willough (Wyatt Russell) και των ώριμο σε ηλικία Glenn (Tyler Hoechlin). Ο φιλοσοφημένος ηδονιστής Finnegan (Glen Powell) όμως είναι η αληθινή αποκάλυψη.

Πέρα από την αποδεδειγμένη από την εποχή του Slacker (1991) δεινότητα του Linklater στο διάλογο, το κερδισμένο στοίχημα έρχεται από τις πλουμιστές και ευφάνταστες επιλογές στο soundtrack. Από τους Van Halen και τους  Blondie με το “Heart of Glass”, στους Cars, τους Cheap Trick, στο “Pop Muzik” των M και στο “My Sharona” των Knack. Ανάμεσα σε ξεσαλωμένα πάρτι και νυχτερινά club, την disco και το punk να μεσουρανούν, το hip hop να γεννιέται και το new wave να έρχεται σαρωτικό, όλα με διάκοσμο την country καρδιά του νότιου Τέξας. Η πραγματικά αριστουργηματική σκηνή ανθολογίας έρχεται η ομήγυρη, τραγουδάει σύσσωμη το Rapper’s Delight των Sugarhill Gang. Μια σαγηνευτική σκηνή, παιχνιδιάρικης βιρτουοζιτέ σε μια σκηνή που παγώνει ο χρόνος και όλα είναι εφικτά και ευοίωνα. Μια σκηνή που σε κάνει να σκας από τη ζήλια που δεν βρίσκεσαι στο αμάξι αλλά η ανεμελιά και το coolness ποτίζουν τις αισθήσεις. Εκεί όμως που πραγματικά η ταινία κερδίζει το στοίχημα, είναι το ότι κάνει τόσο γοητευτικό το αντρικό male bonding, που αποθεώνει το buddy bullshit, το ατέρμονο κυνήγι της γκόμενας και κάνει θελκτική την ιδέα των αγοριών που πάνε να παρατάρουν για να τα ισοπεδώσουν όλα με το drive τους, για να διατηρήσουν τη βαθιά ποτισμένη με μπίρα, παράδοση.

3some.jpg

Η εμμονή με την έννοια του περάσματος του χρόνου εξακολουθεί να βγάζει τον καλύτερο δημιουργικό εαυτό του Linklater. Όμως οι ταινίες του είναι προορισμένες να βλέπονται για πάντα. Χρειάστηκαν δυο χρονικές αποστάσεις 9 ετών για να ολοκληρωθεί η τριλογία (Before Sunrise, Before Sunset, Before Midnight), χρειάστηκαν 12 χρόνια για να καταγραφεί ρεαλιστικά το πέρασμα το χρόνου στην ενηλικίωση του Boyhood. Χρειάστηκαν 23 χρόνια για να κλείσουν οι παρτίδες με το Dazed & Confused. Ο χαρακτήρας του Matthew McConaughey σε εκείνη την ταινία είχε κάνει για τα κορίτσια το αξέχαστο σχόλιο : “I get older, they stay the same age”. Αυτό ακριβώς μοιάζει ταιριαστό για να περιγράψει τη μεγαλύτερη επιτυχία των ταινιών του Linklater. Θα μας βρίσκουν 12 ή 23 χρόνια μετά και θα ξαναζούμε δίπλα στους αγέραστους ήρωες, θα τους ζηλεύουμε και θα τους απεχθανόμαστε από την αρχή και θα μοιραζόμαστε κοινές μνήμες. Αυτή είναι άλλωστε και η δύναμη του «προσωπικού σινεμά».

4somr.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Τηλεόραση: Το νέο «παλιό Χόλυγουντ»

Είναι σχεδόν αδύνατον να γίνει μια καταγραφή των νέων σειρών με επεισόδια-πιλότους, έτοιμα να πάρουν το πράσινο φως για να δοκιμαστούν στο κοινό. Είναι εξίσου αδύνατον να γίνει μια παρουσίαση στις δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) σειρές που βρίσκονται σε εξέλιξη, που περιμένουν ανανέωση για την σαιζόν 2016-17 ή που περιμένουν το τέλος τους.

Το content το οποίο παράγουν οι Αμερικάνικοι τηλεοπτικοί σταθμοί πλέον είναι ανυπολόγιστο και το επίπεδο ποιότητας είναι τρομερά υψηλό. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η «τεχνική» των γυρισμάτων για τις δραματικές σειρές που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν διαφέρουν πουθενά σε σχέση με τις κινηματογραφικές παραγωγές. Το μέγεθος των παραγωγών και ακόμα περισσότερο η γλώσσα της σκηνοθεσίας είναι απαράλαχτη με την mainstream κινηματογραφική ματιά που παράγει το Χόλυγουντ. Ο τρόπος είναι απολύτως ίδιος, επομένως, όρος «τηλεταινία» έχει πάψει εδώ και χρόνια να αποτελεί προσβολή για τις κινηματογραφικές ταινίες.

1article.jpg

Αυτό έκανε πολλούς να μιλάνε (εύστοχα) για την χρυσή εποχή της τηλεόρασης πριν μια δεκαετία περίπου, μια κατάσταση που ζούμε ακόμα και που απογειώθηκε στην μετά-Sopranos εποχή. Πλέον μιλάμε μια ισοδύναμη βιομηχανία με τεράστια ζήτηση και υπερπροσφορά εργασίας. Αυτή τη στιγμή μόνο ανάμεσα σε εκατοντάδες σειρές, μια θέση στον ήλιο μόνο μέσα στο 2016 διεκδικούν μεγάλες παραγωγές όπως τα: “Divorce”, “Shots Fired”, “Atlanta”, “The Crown”, “11.22.63”, “Luke Cage”, “The Night Manager”, “War And Peace”, “Hap & Leonard”, “The Young Pope” και “Vice Principals”. Οι νικητές στην κούρσα δείχνουν να είναι τα “Preacher”, “Billions”, “The OA”, “Westworld”, “The Get Down”, “Taboo”, “UnReal” και “Bloodline”. Σειρές με χιλιάδες εργαζόμενους που απαιτούν χιλιάδες ώρες θέασης.

Τα περισσότερα άρθρα στέκονται σε μια ανάλυση στα οικονομικά στατιστικά και στην άνθηση του υλικού από κανάλια όπως το HBO, το Showtime, το NBC, το ABC, το CBS, το Fox ή το Starz, που είναι μερικά από τα δυνατότερα Networks στην Αμερικάνικη τηλεόραση. Όμως σπάνια γίνεται λόγος για τον ρόλο του σκηνοθέτη σε αυτά τα «ανθηρά» τηλεοπτικά χρόνια. Αυτή είναι μια συζήτηση που πρέπει να ξεκινήσει καθότι πλέον οι σκηνοθέτες δεν έχουν καμία θέση στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο. Οι τηλεοπτικές σειρές ανήκουν στον παραγωγό , ο οποίος έχει τον ρόλο του δημιουργού και παίρνει το “Created By…” credit στους τίτλους αρχής κάθε σειράς. Για παράδειγμα το Mad Men άνηκε στον Matthew Weiner και το Game of Thrones ανήκει στους David Benioff και D. B. Weiss.

2article.jpg

Και με τους σκηνοθέτες τι γίνεται;

Δεν έχει απολύτως καμία σημασία αν ο σπουδαιότερος εν ζωή σκηνοθέτης, ο Martin Scorsese σκηνοθέτησε το πρώτο επεισόδιο του Vinyl ή αν οι προερχόμενοι από Όσκαρ Steve McQueen και Katherine Bigelow θα σκηνοθετήσουν τα επερχόμενα “Codes of Conduct” και “Mogadishu, Minnesota”αντίστοιχα ή αν ο δεξιοτέχνης Guillermo del Toro θα υπογράψει επεισόδιά του “Carnival Row”. Η αισθητική κάθε σειράς είναι ενιαία, απαράλαχτη και από βδομάδα σε βδομάδα περνιέται μια σκυτάλη στην πλοκή, από τον έναν σκηνοθέτη στον επόμενο. Οι ενιαίες σεκάνς που μπορεί να εκτείνονται σε δυο ή περισσότερα επεισόδια, σκηνοθετούνται από πολλαπλούς σκηνοθέτες, οι οποίοι όχι μόνο δεν επιτρέπεται να αφήνουν κάποιο δημιουργικό αποτύπωμα, αλλά δεν μπορούν καν να καθοδηγήσουν στοιχειωδώς τους ηθοποιούς καθώς οι χαρακτήρες χτίζονται σε βάθος χρόνων. Ο σκηνοθέτης στο σημερινό τηλεοπτικό τοπίο προσλαμβάνεται για να κάνει τα απολύτως απαραίτητα και πλέον είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην δημιουργική διαδικασία.

Οι επικεφαλής των HBO, Showtime και ABC, λειτουργούν με τρόπο ανάλογο τον προέδρων των studio της «Χρυσής εποχής» του Χόλυγουντ, στη δεκαετία του 30 και στις αρχές της δεκαετίας του 40. Η προσοχή σήμερα είναι στραμμένη υπερβολικά στους παραγωγούς, ακόμα περισσότερο στους σεναριογράφους και ενίοτε και στους ηθοποιούς. Οι παραγωγοί των δραματικών τηλεοπτικών σειρών είναι οι νέοι David O. Selznick της εποχής μας και οι μεγάλοι σταθμοί τα νέα Metro-Goldwyn-Mayer Studios. Ζούμε την εποχή όπου ο σεναριογράφος υπέγραφε δεκάδες σενάρια με τη βδομάδα (είτε ήταν γουέστερν, είτε νουάρ, είτε κωμωδίες) και οι σκηνοθέτες έψαχναν πλατό να προσληφθούν.

3article.jpg

Η επένδυση ταλέντου των μεγάλων καναλιών γίνεται σε σεναριογράφους. Όλοι πλέον αναζητούν τη χρυσή φωνή στους αφηγητές, σε αυτούς που θα απλώσουν την αρχική ιδέα σε 13 ωριαία επεισόδια το χρόνο, σε αυτούς που θα αναπτύξουν συναρπαστικούς χαρακτήρες και θα τους γράφουν τις ατάκες τους για πέντε ή περισσότερα χρόνια και σε αυτούς που θα εφεύρουν τα καλύτερα cliffhangers. Από την άλλη πλευρά, οι ηθοποιοί που θα γίνουν ένα με τον χαρακτήρα τους για πολλά χρόνια και θα μεγαλώνουν μαζί του, δημιουργούν ένα πολύ σύνθετο star system.

Το σινεμά είναι υπόθεση σκηνοθέτη, όμως στο τηλεοπτικό τοπίο, οι σκηνοθέτες πλέον προσλαμβάνονται καθαρά για βιοπορισμό. Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε δυο επεισόδια της ίδιας σειράς και είναι αδύνατον να διακρίνεις το ποιος είναι πίσω από την κάμερα κάθε φορά. Ακόμα και αν πρόκειται για σκηνοθέτες με απολύτως διαφορετικές κινηματογραφικές καταβολές. Το στυλ μιας σειράς χωνεύει την προσωπικότητα των δημιουργών. Μπορεί ο ίδιος σκηνοθέτης να πορεύεται σκηνοθετώντας ένα επεισόδιο της σειράς The Americans, μετά να σκηνοθετεί ένα επεισόδιο του Homeland και μετά να υπογράφει ένα επεισόδιο του House Of Cards και να υιοθετεί απόλυτα στο στυλ των επεισοδίων της προηγούμενης και της επόμενης βδομάδας.

4article.jpg

Η περίπτωση της Nicole Kassell είναι μια τέτοια, η οποία πρόσφατα σκηνοθέτησε επεισόδιο του “Vinyl”, του “Better Call Saul”, του “American Crime”, του “Rectify”, του “The Killing” και του “Leftovers” μεταξύ άλλων. Η Nicole Kassell είχε ξεχωρίσει πριν μια δεκαετία στο Sundance με την ταινία “The Woodsman”, ένα εξαιρετικό και τολμηρό, χαμηλόφωνο δράμα με τον Kevin Bacon. Παρόλα τα Indie Spirit Awards που απέσπασε, δεν έχει καταφέρει έκτοτε να χρηματοδοτήσει το επόμενο βήμα της και είναι ένα πρόσωπο που στη δεκαετία του 70 ή του 90 πιθανότατα θα χάριζε ανεξάρτητα διαμάντια στο σινεμά. Από την άλλη βλέπεις παλιότερους σκηνοθέτες που είχαν προσωπικό κόσμο στο σινεμά τους όπως τον στυλίστα John Dahl (της φήμης του Last Seduction) να μην καταφέρνουν να ορθοποδήσουν σαν αυτόνομοι δημιουργοί και να «βρίσκουν δουλειά» σε τηλεοπτικές σειρές όπως το “Justified” και το “The Affair”.

Στον παραπάνω συλλογισμό, φυσικά δεν χωράνε εξαιρέσεις όπως το νέο Twin Peaks που σκηνοθέτησε ο David Lynch και θα δούμε το 2017 ούτε την ατιτλοφόρητη ακόμα σειρά που έφτιαξε για λογαριασμό του Amazon ο Woody Allen και θα δούμε το φθινόπωρο. Αυτές είναι εξαιρέσεις όπου μεγάλοι δημιουργοί βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ευελιξία του μέσου και αποφεύγουν την δυσκίνητη κινηματογραφική διανομή. Η Τηλεόραση δεν είναι το νέο σινεμά. Είναι το νέο «παλιό Χόλυγουντ». Και όπως συνέβη με εκείνα τα αριστουργήματα του 30, το αποτέλεσμα καμιά φορά είναι συναρπαστικό. Αρκεί να έχουμε τη νηφαλιότητα να ξέρουμε τι λέμε.

5article.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #97

James Blake – The Colour In Anything

Η δισκογραφία του James Blake αποτελεί ένα μικρό songbook του τι σημαίνει να είσαι μελαγχολικός νέος και αταξινόμητη ψυχή στον 21ο αιώνα. Μοιάζει με μια συλλογή από non-singles, προορισμένη να μετεωρίζεται πάνω από διψασμένα για ταύτιση αυτιά. Ο εξαιρετικός μουσικός έζησε από τα γεννοφάσκια του την ηλεκτρονική avant-garde σκηνή του Λονδίνου και έμαθε να μιξάρει με μαεστρία τους downtempo dubstep ρυθμούς. Χρησιμοποιεί δε ακόμα και τη gospel αφήγηση, βασιζόμενος σε πιανιστικές μπαλάντες (αυτή την ικανότητα διέκριναν και τον τσάκωσαν οι παραγωγοί της Beyoncé και του Frank Ocean).

Το νέο του άλμπουμ είναι μια λυρική λιτανεία, η οποία, μέσα σε 76 (εξοντωτικά και ελαφρώς φλύαρα) λεπτά, τον βρίσκει να επανέρχεται στα καραμελωμένα synths και στις αφηρημένες μελωδίες, για να φτάσει την έκφρασή του ως τραγουδοποιός σε νέα επίπεδα θλιμμένης ματαιοδοξίας. Μια συνταγή, όμως, που καταλήγει ύποπτη. Γιατί μπορεί από τη μία η μουσική του Blake να αποτελεί πέλαγος ταξιδιάρικης ευδαιμονίας με πλοηγό τη μοναξιά, αλλά αυτό το λαβωμένο στυλ στα φωνητικά –τα οποία είναι η κινητήριος δύναμη της επιτηδευμένης μελαγχολίας– έχει πλέον κάνει «φωλιά» στη μουσική του.

Ακούγοντας ξανά και ξανά το The Colour In Anything, αισθάνομαι ότι το θλιμμένο περίβλημα στην «ατμόσφαιρα» είναι το στιλιστικό ζητούμενο. Ο James Blake ψάχνει με αγωνία να βρει την άκρη του νήματος. Οποιουδήποτε νήματος. Διαθέτει ζωντάνια, πειστικότητα, αισθητική υπεροχή και στιλ κομψό και ευγενές. Η αστική θλίψη σε ένα άμουσο ψηφιακό περιβάλλον είναι το στοιχείο που θα εμφυσήσει τελικά την πάλλουσα ψυχή στα νέα του τραγούδια. Ξεδιπλώνει βέβαια και κάμποσα ζοφερά, ιεροτελεστικά ιντερλούδια, πνιγμένα στη μελαγχολία –με highlight τη συνεργασία με τον Bon Iver “I Need Α Forest Fire” και το “Love Me In Whatever Way”. Θέλει πάση θυσία να βρει το ανθρώπινο στοιχείο σε μια ηλεκτρονική πραγματικότητα, αλλά επικοινωνεί με αλγόριθμο.

Οι αυτιστικές λούπες στιγμών όπως το “Radio Silence”, το “Choose Me” και το “Timeless”, σιγοβράζουν εσωτερικά, ξεπερνώντας τις συμβάσεις της (ντε και καλά) «μουντής» ατμόσφαιρας του trip hop. Η hi-tech φιλοσοφία της αποστειρωμένης no-brainer electronica και η ανακυκλούμενη ποπ ελάχιστα κοινά έχουν με αυτόν τον μουσικό, ο οποίος έσκασε στη ζωή μας σαν αξιοπερίεργο. Τα auto tune φωνητικά του έχουν κάτι από την τραγικότητα του Antony Hegarty και την τρυφερότητα ενός μαύρου soulman, δημιουργώντας έτσι μια anti-pop περσόνα.

Όμως, όσο η μουσική του James Blake «κατατάσσεται» και «περιγράφεται», τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες απορρόφησής της από κάθε καινούριο ακροατή. Όχι πως δεν αγάπησα αυτόν τον δίσκο. Απλώς νομίζω πως μόνο τουρίστες μπορούμε να νιώσουμε στην εγκεφαλική παλίρροια που συμβαίνει στο μυαλό του. Ο James Blake θέλει να δει χρώμα παντού, αλλά εγώ βλέπω μόνο ένα: το γκρίζο σταχτί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Florence: Φάλτσα Σοπράνο

1florence.jpg

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Στήβεν Φρίαρς, βαφτισμένος στην παράδοση της μυθοπλασίας και πιστός υπηρέτης της απολαυστικής αφήγησης σε όποιο genre και να δοκιμαστεί, επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα «άπιαστο» ρομάντζο από πολλαπλές ματιές. Αρχικά από τη ματιά της προστατευόμενης από τον ρεαλισμό, φαντασμένης μεγαλοκληρονόμου που κολυμπάει σε έναν ωκεανό ματαιοδοξίας και κοσμοπολίτικης αγάπης για την υψηλή τέχνη. Μετά τα μισά της ταινίας το δραματουργικό βάρος γέρνει προς τη ματιά του αιώνιου μνηστήρα της, που ζει κάθε της βήμα, σαν σύντροφος, σαν αδερφός, σαν προστάτης αλλά και σαν οπορτουνιστής προστατευόμενος ο ίδιος. Ο Φρίαρς φιλοδοξεί να ανασκευάσει την εικόνα της Φλόρενς σαν αποσπασμένο μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης περί οικειοποίησης της ποιοτικής τέχνης από την προνομιούχα μπουρζουαζία και τις αυταπάτες που επιλέγουμε για να πορευτούμε.

2florence.jpg

Πέρα από μια βιαστική αποδόμηση της Φλόρενς ως μια παράφωνη ξιπασμένη, η ταινία μας κάνει να σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια γυναίκα με εμμονές και λατρεία για το «ωραίο» που έζησε τη ζωή της αρνούμενη να υπάρξει «γήινη» και αυτό ήταν που την έκανε γοητευτική. Μια παντελώς ατάλαντη σοπράνο που τόλμησε να σηκώσει μπαϊράκι στην κοινή λογική και το αισθητήριο του κόσμου και να ζήσει με δίψα για το χειροκρότημα. Η ταινία προφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Αυτό που λειτουργεί καλά είναι η ντελικάτη και φροντισμένη ανασύσταση εποχής παρά τα πταίσματα «χαριτωμενιάς» στην προσπάθεια.

Η Μέριλ Στριπ πιθανότατα θα αποσπάσει την 20η υποψηφιότητα της για όσκαρ σε 40 χρόνια καριέρας με αυτή την ερμηνεία. Όμως πέρα από τη ντελικάτη και σκαμπρόζικη προσέγγιση στο ρόλο της, η αλήθεια είναι πως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και στα ευφάνταστα ερμηνευτικά της τερτίπια, χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας κατά φαντασία σταρ η οποία ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στους κοσμικούς κύκλους που ταύτισαν με μοσχομυριστά αρώματα και τα πανάκριβα εισιτήρια με την Όπερα.

3florence.jpg

Αυτός που κερδίζει όμως το στοίχημα των προσδοκιών είναι ο Χιου Γκραντ, ο οποίος με οικονομία στην έκφραση και σωστές δόσεις δράματος και κωμωδίας καταφέρνει και υποδύεται τον σύζυγο της Φλόρενς σε πολλαπλά επίπεδα. Σαν playboy που στο απόγειο της προικοθηρίας του βρήκε καταφύγιο στην περιουσία της Φλόρενς, σαν δαιμόνιο μάνταζερ που ξέρει τα κόλπα της βρωμοδουλειάς, σαν αληθινό φίλο που στέκεται πρωτίστως στα δύσκολα, σαν σύζυγο με διπλή ζωή, αλλά και σαν στυλοβάτη σύντροφο που δίνει όλο του τον εαυτό για την αγαπημένη του.

4florence.jpg

Είναι αδύνατο να μην γοητευτείς από τη σχέση των δυο ηρώων, την τόσο φωταγωγημένα ματαιόδοξη Φλόρενς και τον ζεν πρεμιέ σύντροφό της με την σπιρτάδα στο μάτι και τις δημόσιες σχέσεις στα κοσμοπολίτικα στρώματα. Όμως το σενάριο κάνει λιγότερα απ’ όσα πρέπει για να αναδείξει την τραγικότητα της ιστορίας, να σχολιάσει την σαρκοφάγα ματαιοδοξία, τα τσακισμένα όνειρα, τα απωθημένα που αφήνει το πέρασμα του χρόνου, την ζωή σε άρνηση. Ο Φρίαρς ποντάρει όλα του τα χαρτιά στο βαρύ πυροβολικό της Στριπ αντί να αναδείξει περισσότερο μια παράδοξη ιστορία τραγικότητας και υπερβολής. Τελικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να καλοπιάσει το ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους. Η δραματουργία προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια και δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Όλα είναι ιδωμένα κάτω από ένα μόνιμο «χαμογελάκι» και δεν μπορούν όμως να αφήσουν ουσιαστικό συγκινησιακό αποτύπωμα γιατί η πανηγυρική επικράτηση της ελαφράδας μοιάζει και η μοναδική λύση στα αδιέξοδα – στην παράδοση crowd pleasing ταινιών όπως το King’s Speech.

Όμως στην καρδιά της ιστορίας, υποβόσκει ένα ερωτικό δράμα που στοχεύει μετωπικά στις αισθητήριους μηχανισμούς. Η φιλόμουση Φλόρενς δεν ξεπερνάει την ηδυπάθεια και τον ναρκισσισμό και ανεβαίνει στη σκηνή του Carnegie Hall για να εκτεθεί. Αν οι δημιουργοί της ταινίας δεν αυτοθαυμάζονταν για την κομψότητα και την εκλεκτικότητά τους και δεν χαριεντίζονταν στις δάφνες της «φιλολογικής» βιρτουοζιτέ τους θα είχαμε μια βιογραφική δραμεντί εποχής που θα έγραφε ιστορία και θα ήταν σημείο αναφοράς με την υπέροχα παράδοξη ιστορία που αφηγείται. Αντ’ αυτού έχουμε μια ευχάριστη κωμωδία με δραματικές παραινέσεις που θα κάνει τους θεατές να φύγουν με ένα πλατύ χαμόγελο από τα θερινά – αφού έχουν σκουπίσει και μερικά πνιχτά δάκρυα στην διάρκειά της θέασης. Ας είναι, η Φλόρενς τελικά το άξιζε το χειροκρότημά της.

6florence.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment