3 Women

Picture

Πίσω από το ψηλό κορμί της και την ευγενική μορφή της Ε. κρύβεται μια βαθειά ριζωμένη αβεβαιότητα για το πώς ο κόσμος την αντιλαμβάνεται και τη βλέπει. Από μικρή της ασκούσαν γοητεία τα έντονα χρώματα σε ρούχα και έπιπλα. Είχε ανάγκη να εκφράζει με χρώματα το πώς ένιωθε, όπως κάποια κωμικά sitcom που χρειάζονται το laugh track για να σου θυμίζουν το σημείο που πρέπει να γελάσεις. Η κλίση της στις ξένες γλώσσες δεν της έχει φανεί πουθενά χρήσιμη, όμως πάντα ήθελε να είχε γεννηθεί Γαλλίδα. Η Ε. όταν βγαίνει έξω φοράει πάντα ένα μακρύ κεντημένο φουλάρι και πάντοτε νιώθει την ίδια παράλυση επιλογών σχετικά με το ποτό που θα επιλέξει να παραγγείλει. Έχει μια περιέργεια για τα ζώα, ιδίως τα πολύ μικρά αλλά όχι με τη σαχλή εμμονή των φιλόζωων. Προτιμάει να ξεχνιέται καθώς τα παρατηρεί να παίζουν και να χαμογελάει. Η Ε. έχει ελάχιστα κοσμήματα, όμως είναι όλα αγαπημένα και έχουν μια ιστορία από πίσω τους – άλλωστε τα έχει αγοράσει όλα μόνη της. Θα ήθελε να μπορεί να χορεύει αλλά δεν νιώθει καθόλου ευλύγιστη. Η τρυφερότητα και η καλοσύνη της μπλοκάρουν όταν προσπαθεί να συμπεριφερθεί ερωτικά, νιώθει σχεδόν εκτεθειμένη αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να δείξει εμπιστοσύνη. Δεν έχει σκοτεινές φαντασιώσεις. Στο μυαλό της, οι εραστές κυλιούνται με αργές κινήσεις σε σατέν υφάσματα. Θέλει να κάνει κάτι για να βελτιώσει τη γκρίζα ατμόσφαιρα του διαμερίσματος του κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερου συντρόφου της, ο οποίος είναι συγγραφέας – χωρίς να έχει εκδώσει τίποτα- και που έχει σχεδόν μόνιμα ένα τσιγάρο στα χείλη του. Από θαύμα δεν έχει κάψει το απεριποίητο και άγριο μούσι του. Όλοι συμφωνούν πως την έχει δεδομένη αλλά αυτή στωικά παραμένει στο πλάι του για χρόνια και δεν χολοσκάει να διεκδικήσει συναισθηματική ανταπόδοση. Τις νύχτες, για να την πάρει ο ύπνος, φτιάχνει με τη φαντασία της το μικρό πέτρινο σπίτι που θέλει κάποτε να αποσυρθεί.

Εδώ και λίγα χρόνια η Ζ. έχει μετακομίσει στο daydreaming των βορείων προαστίων, αφήνοντας πίσω της το ταλαιπωρημένο κέντρο. Θα έπρεπε να είναι πολύ τσαντισμένη με την απόφαση των γονιών της αλλά για κάποιο λόγο δεν έχει οργή μέσα της για κανέναν. Η Ζ. πάντα ζούσε σε μια δική της διάσταση αλλά δεν ήταν ποτέ weirdo. Είναι ισορροπημένη και οργανωτική αλλά ταγμένη στον κόσμο της απειθαρχίας. Αν είχε πλήρη συνείδηση των ικανοτήτων της θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας -ή μάλλον της περιέργειας- που ασκούσε σε όσους είχαν την υπομονή να ασχοληθούν μαζί της. Όχι άδικα, καθώς έχει έναν ολότελα δικό της τρόπο να βλέπει τα πράγματα που μοιάζει καμιά φορά ανησυχητικός. Δεν έδινε ποτέ δεκάρα για τα trend της μόδας, ούτε θα δώσει ποτέ. Αν και ξέρει να μαγειρεύει πολλά -κυρίως παραδοσιακά- φαγητά, το διαιτολόγιό της θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από φρούτα. Η Ζ. είναι από τους ανθρώπους που ελέγχουν απόλυτα τις αντοχές και τις δυνάμεις τους. Είναι παράξενο που μπορεί να κοιμηθεί 13 ώρες και να μείνει ξύπνια για τρεις νύχτες με την ίδια άνεση. Κανένας άνδρας δεν την έχει κοιτάξει ποτέ στα μάτια για να της πει ερωτικά λόγια. Αν και έχει καλοσχηματισμένο κορμί, τίποτα πάνω της δεν θυμίζει αυτό που εκλαμβάνουμε ως «όμορφο». Ελάχιστα την αφορά να βρει ερωτική χημεία με κάποιον ή τουλάχιστον έτσι λέει σε όλους. Είναι άλλωστε από αυτές τις γυναίκες που ζουν διαρκώς και με άνεση μονόπλευρους και ανομολόγητους έρωτες χωρίς να ξέρει κάτι διαφορετικό. Όσο υψηλή ευαισθησία κι αν έχει σε θέματα αισθητικής, άλλη τόση ανοχή έχει στην ανθρώπινη ασχήμια. Αν υπήρχε μια δουλειά που θα έκανε με πάθος θα ήταν να γράφει παραμύθια ή να διακοσμεί κοινόχρηστους χώρους. Ενώ δεν της φαίνεται καθόλου, αγαπάει τα μεγάλα και φαντασμαγορικά θεάματα όπως την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχει βαρεθεί το ποδήλατο με το οποίο κινείται εδώ και χρόνια αλλά δεν έχει χρόνο και χρήματα να πάρει μηχανή. Μπορεί όμως και να το αναβάλει γιατί κατά βάθος φοβάται την ταχύτητα και το ρίσκο.

Υπήρξε μια εποχή που η Σ. άνοιγε τη πόρτα της και έβγαινε έξω χωρίς να το σκεφτεί και πάντα έβρισκε τον τρόπο να καταλήγει στα μέρη που τα ενδιαφέροντα πράγματα θα συνέβαιναν. Δεν υπήρξε ποτέ party animal ή rock’n’roll queen και δεν κυνηγούσε ποτέ τον φωτεινό προβολέα. Είχε όμως το έμφυτο χάρισμα να βρίσκεται στο μέρος που θα φιλοξενούσε το πιο ενδιαφέρον συμβάν της πόλης, να επιλέγει ενστικτωδώς τα αυθόρμητα κοσμικά events και να είναι παρούσα σε περιστατικά που θα γεννούσαν τους πιο παράδοξους αστικούς μύθους. Πλέον, τίποτα δεν τη συνδέει με εκείνο το κορίτσι που χόρευε σαν τρελό στα αλαφιασμένα rave πάρτι στα χωράφια της Αττικής. Ήταν πάντα χαρισματική η Σ. Και διατηρεί ακόμη τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Με το ανεπαίσθητο χαμογελάκι της μπορούσε εύκολα να γοητεύσει οποιονδήποτε. Κοιτούσε τα πράγματα με λαχτάρα, σαν να θέλει να αποθηκεύσει τις εικόνες. Στη πραγματικότητα δεν κρατούσε πολλά στη μνήμη της και ακόμη λιγότερα ένιωθε πραγματικά. Από μικρή είχε μια ανεξήγητη σχέση αγάπης με τη Μαφάλντα γιατί έβρισκε μια τραγικότητα στο σκίτσο της. Αν της δίνονταν η ευκαιρία να ζήσει κάπου στο εξωτερικό θα επέλεγε το Τόκυο. Ο Ασιατικός κώδικας αισθητικής κούμπωνε με ένα μεταφυσικό τρόπο μέσα της. Συνήθως επιλέγει να πίνει κάποιο κοκτέιλ, με βάση το αν τη γοητεύει το χρώμα του ή το ποτήρι που σερβίρεται και όχι απαραίτητα η γεύση του. Η Σ επένδυσε όλο της το “είναι” σε έναν άνθρωπο μέχρι που ήρθε η τραυματική πρόσκρουση. Η πτήση προσγειώθηκε ανώμαλα στο έδαφος μετά από μια εξαετία γεμάτη κενά αέρος και ακραίες καιρικές συνθήκες. Από τότε, η Σ. είναι μόνη της και έχει περάσει ολόκληρες βδομάδες κλειδωμένη σπίτι της. Πλέον, σπάνια βγαίνει από το εξοπλισμένο και hi-tech διαμέρισμά της. Έχει δυο laptop και ένα i-pad. Η ώρα είναι περασμένες τρεις. Μέσα στη νύχτα η Σ. μετράει τα dm σβήνει παλιά private messages, ταξινομεί τα email στο inbox, κάνει update στο λογισμικό και μετράει τα αναπάντητα sms της ημέρας. Κάποτε, τέτοια ώρα, μετρούσε τ’ άστρα.

 

*Οι φωτογραφίες είναι από την ομώνυμη ταινία του Robert Altman

Advertisements
Posted in Interlude | Leave a comment

The Beguiled – Η Αποπλάνηση

Η σεξουαλικότητα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου στην νέα ταινία της Σοφία Κόπολα, η οποία διασκευάζει ένα ξεχασμένο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ στον κεντρικό ρόλο του στρατιώτη που βρίσκει άσυλο σε ένα σχολείο θηλέων οικότροφων. Εκείνη η έντεχνη ηθογραφία του τεχνίτη Σίγκελ, αποτελούσε ένα σχόλιο στη Δύση της σεξουαλικής απελευθέρωσης που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια και ελάχιστη σχέση έχει με την φετινή δηλητηριώδη αλληγορία.

Η Κόπολα αφήνει το «καλό» ή το «κακό» να φωτιστούν σαν ένα αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Οι σεξουαλικές δυνατότητες διαστρέφουν τη φύση των ηρώων. Η Νικόλ Κίντμαν χρωματίζει τα δρώμενα και η Κρίστεν Ντάνστ κοντράρεται με την μητριαρχική πειθαρχεία. Δίπλα τους, ο Κόλιν Φάρελ ερμηνεύει τον ελκυστικό και σαστισμένο άνδρα (δίχως την macho σοβαροφάνεια του Ίστγουντ). Ο έκπτωτος στρατιώτης γίνεται ανθρώπινο πιόνι σε μια σκακιέρα που δεν αντιλαμβάνεται. Η αρσενική του φύση άγεται και φέρεται, εκμεταλλευόμενη τη γυναικεία φιλοξενία. Λες και είναι ο «κακός» της ιστορίας που θα ταράξει τα θεμέλια της θηλυκής αδελφότητας. Οι γυναίκες θα είναι οι μεσσίες μια θυσίας, που παραπέμπει σε ευνουχισμό.

80za_2.jpg

Η απατηλά απλοϊκή ιστορία αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα τη φιλοσοφική της οδό. Η «επιθυμία» γίνεται παράδοξο που αποκτά τοξική υπόσταση και είναι ο αστάθμητος παράγοντας που διαρρηγνύει τα τοιχώματα των ψευδο-φεμινιστικών αντιλήψεων. Σαν αποτέλεσμα, η ψευδαίσθηση της αδελφότητας καταρρέει, επειδή τόλμησε το ανήκουστο: να ξεστρατίσει στα μονοπάτια του πόθου και να «αποπλανηθεί». Η «θηλυκή συνείδηση» όμως τελικά γίνεται ισχυρότερη, θωρακίζοντας την προκατάληψη που την κρατάει ενωμένη.

Η Σοφία Κόπολα κινηματογραφεί λακωνικά μια σκοτεινή αντανάκλαση του πιο σκληρού προσώπου της μητριαρχίας, χωρίς το εστέτ ύφος που κλείνει δυνατά την πόρτα στο πρόσωπο του θεατή. Μπορεί κανείς να βυθιστεί στο φιλμ ή απλά να το παρατηρεί, εξαιτίας της νωχελικής εξέλιξης των γεγονότων. Η «πλοκή» άλλωστε εξελίσσεται ανάμεσα στις σκηνές. Τα σημεία της δράσης δηλαδή που θα φώτιζε το ψυχαγωγικό Χόλιγουντ, «συμβαίνουν» αμέσως μετά το cut και λίγο πριν το ξεκίνημα της επόμενης σκηνής. Πρόκειται τελικά για ένα φιλμ που απευθύνεται σε θεατές που δεν διστάζουν όταν οι χρόνοι της ταινίας δεν είναι στα μέτρα τους, ούτε απορούν εάν δεν κατανοούν μια στρωτή πλοκή και που αποβλέπουν στις ταινίες ως αξίες.

80za_3.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #133

Big Boi

Boomiverse

Χρειάζεται αρκετή τόλμη και δουλειά ώστε το «σκοτεινό μισό» των OutKast να βρει τα πατήματα μιας σόλο καριέρας, ξεφεύγοντας από τη μεγάλη σκιά που ακόμη ρίχνει το (προσωπικό) Speakerboxxx (2003) και το Stankonia (2001), τα οποία κυκλοφόρησαν όταν το θρυλικό ντουέτο διέπρεπε στον χώρο του hip hop. Κανείς δεν θα το παραδεχθεί ανοιχτά, αλλά η φωτογένεια και η ευρηματικότητα του πολυσχιδούς Andre 3000, αυξάνει λίγο περισσότερο τις απαιτήσεις για κάθε δισκογραφικό βήμα του Big Boi. Στο Boomiverse, όμως, ο έμπειρος ράπερ καταφέρνει περήφανα και αφήνει το στίγμα του στην εποχή της πρωτοκαθεδρίας του Kendrick Lamar.

Το νέο άλμπουμ του Big Boi είναι πλούσιο σε ελέη και πατάει με αυτοπεποίθηση στα ηλεκτρονικά bleeps, με 12 τραγούδια που εκπέμπουν σοβαρές δονήσεις. Το αυτάρκες σύνολο δεν περιέχει περιττές συνεργασίες για τη μαρκίζα, ούτε άστοχα ιντερλούδια για εντυπωσιασμό και υπερβολική διάρκεια, ώστε να πλαδαρέψει σε ύφος: αντιθέτως, ο δίσκος καταφέρνει και δεν υστερεί καθόλου σε groove. Οι space disco εκφάνσεις του “Mic Jack”, η ακαταμάχητη μελωδικότητα του “Get Wit It” –με τον εμβόλιμο Snoop Dogg να απογειώνει το κομμάτι– και η «βρώμικη» ταχυλογία των Killer Mike & Jeezy στο “Kill Jill” αποτελούν τις καλύτερες στιγμές. Επιπλέον, οι λεκτικές μανούβρες του περιπετειώδους “Order Οf Operations” επιβάλλουν επαναλήψεις στην ακρόαση, ενώ η εξαιρετικά φροντισμένη παραγωγή του “Chocolate”, με το πυρωμένο beat και τα ρομποτικά φωνητικά, θα έκαναν τη Missy Elliott να μειδιάσει με ικανοποίηση.

Ο Big Boi δεν έχει λοιπόν ανάγκη να παριστάνει τον μάγκα «γειτονιάς» και δεν χρειάζεται εξάρσεις εφηβικού μισογυνισμού ή gangsta κλισέ για να θολώσει τα νερά. Έχει εμπιστοσύνη στο υλικό του. Μπορεί ο δίσκος να μην κάνει το πέρασμα στο ευρύ κοινό, αλλά ο στυλιστικός πλουραλισμός και η τέχνη στην παραγωγή (τα εύσημα πάνε ιδίως στους Organize Noize) σώζουν ακόμα και αδύναμες στιγμές σαν το “In Τhe South”, το οποίο δοξάζει την κληρονομιά του Pimp C· ή το “All Night”, που φέρνει κατά νου κάτι από τον «γουέστερν ραπ» πειραματισμό του αποτυχημένου Idlewild (2006).

Το Boomiverse προδίδεται μόνο από κάποιες στιγμές εδώ κι εκεί στις οποίες βουτάει στην κληρονομιά της δεκαετίας του 1980 και σε κάμποσες εύκολες λύσεις στην παραγωγή (σε κομμάτια όπως το “Freakanomiks”). Ίσως δηλαδή τέτοιες επιλογές να ακουστούν ολίγον «συνηθισμένες», σε ένα σύνολο που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικεί το credit του «φρέσκου», με αποτέλεσμα πολλοί πιτσιρικάδες να θυμηθούν ότι αυτό που ακούνε είναι το «ραπ του μπαμπά».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Heat-Wave: 10 περιπτώσεις στις οποίες ο καύσωνας «χτύπησε» τη μεγάλη οθόνη

Διανύουμε την πιο ζεστή βδομάδα του χρόνου. Μια καλή λύση για τον καύσωνα και τις θερμοκρασίες που πιθανότατα θα «γλύψουν» τους 46 βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα, είναι το home cinema, με το κλιματιστικό για μοναδικό σύμμαχο.

Ακολουθεί μια λίστα από ταινίες στις οποίες οι υψηλές θερμοκρασίες όρισαν την ατμόσφαιρα, τις πράξεις και την ψυχολογία των ηρώων. Ταινίες που αγαπήσαμε και στις οποίες ο καύσωνας αποτελούσε βασικό στοιχείο στη σκηνοθεσία και την πλοκή…

Rear Window (1954)

81tMvw_2.jpg

Έχοντας μια σταθερή οπτική, που κρατάει τον θεατή καθηλωμένο μαζί με τον ήρωα (Τζέιμς Στιούαρντ) ο οποίος βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, ο Χιτς δημιουργεί ένα ολόκληρο σύμπαν από χαρακτήρες σε εκείνη την αξέχαστη αυλή που έβλεπαν τα παράθυρα των πολυκατοικιών. Η υπερβολική ζέστη είναι ο λόγος που αναγκάζονται οι ένοικοι να κρατάνε τα παράθυρα ανοιχτά και να είναι εκτεθειμένοι στους γείτονες. Πέρα από τη δημιουργία ενός πανούργου σασπένς, που παραδόξως εντείνει η απουσία δράσης, η πιο δαιμόνια παράμετρος της ταινίας είναι το ηδονοβλεπτικό σχόλιο, τόσο για τον ήρωα όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.

12 Angry Men (1957)

81tMvw_3.jpg

Δώδεκα ένορκοι κλείνονται σε ένα δωμάτιο για να καταδικάσουν με συνοπτικές δοκιμασίες ένα αγόρι που κατηγορείται ότι διέπραξε μια δολοφονία. Όμως, ο προοδευτικός χαρακτήρας του Peter Fonda είναι αυτός που την τελευταία στιγμή σπέρνει το σπόρο της αμφιβολίας και σπάει την ομοφωνία. Η κουφόβραση στη Νέα Υόρκη είναι αφόρητη και η ζέστη πυροδοτεί τις ηθικές συγκρούσεις. Kλειστοφοβικό δράμα, διορατικά σκηνοθετημένο από τον Σίντνευ Λιούμετ ως προς τις συνθήκες κλειστοφοβίας, με δώδεκα ερμηνείες απίστευτου νεύρου και με τους ανεμιστήρες να μη βοηθάνε καθόλου.

Body Heat (1981)

81tMvw_4.jpg

Εν μέσω αφόρητου καύσωνα, θα δημιουργηθεί ένας παράνομος δεσμός ανάμεσα σε μια παντρεμένη femme fatale και σε έναν σχετικά αφελή δικηγόρο. Η Kathleen Turner θα υποδυθεί μια απίστευτα ερωτική και επικίνδυνη γυναίκα που θα παρασύρει την δικηγόρο (William Hurt) στο έγκλημα πάθους. Ένα από τα πιο καυτά και «ιδρωμένα» film noir που έγιναν ποτέ και μαζί μια ταινία ορόσημο για τον στυλιζαρισμένο ερωτισμό της δεκαετίας του 1980.

Do The Right Thing (1989)

81tMvw_5.jpg

«I have today’s forecast: HOT!» ήταν τα λόγια του DJ Love Daddy (τον υποδύονταν ο Samuel Jackson) στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας – βόμβα μολότωφ, που σκηνοθέτησε ο Spike Lee. O υπερβολικός καύσωνας εντείνει τις συγκρούσεις στο γκέτο και πυροδοτεί την φυλετική βία. Ποτέ άλλωτε η διεύθυνση φωτογραφίας δεν κατέγραψε τόσο ζωντανά την άβολη αίσθηση της αφόρητης ζέστης μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η κάψα, οι Public Enemy, η θορυβώδης γειτονιά, η πιτσαρία των Ιταλοαμερικάνων, οι αντικρουόμενες διδαχές του Malcom X και του Martin Luther King και το ρατσιστικό πάθος, βρίσκονται σε θερμοκρασία βρασμού, πράγμα που θα οδηγήσει στη σοκαριστική κορύφωση του φινάλε.

Falling Down (1993)

81tMvw_6.png

Οι απόψεις ακόμα διίστανται σχετικά με το εάν ο ήρωας που υποδύεται ο Michael Douglas στο απίθανο δραματάκι αστικής παράνοιας του Joel Schumacher, είναι παρανοϊκός ή ανθρώπινο θύμα μιας «κακής στιγμής». Πάντως, το Falling Downκατηγορήθηκε ως ταινία-πρότυπο σύγχρονου μικροαστικού φασισμού. Ένα ακραίο μποτιλιάρισμα εν μέσω αφόρητης ζέστης και ένα χαλασμένο air condition είναι η αφορμή για να σαλτάρει ο ήρωας και να ξεκινήσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, προς κάθε εκνευριστικό άνθρωπο και κάθε κανόνα που μπορεί να σου καταστρέψει τη μέρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκηνή έκρηξης θυμού στα McDonald’s είναι σχεδόν κλασική.

Οι Απέναντι (1981)

81tMvw_7.jpg

Η πόλη σιγοβράζει τα βράδια του Αυγούστου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων γεφυρώνουν τα ανομολόγητα πάθη. Ο νεαρός ήρωας της ταινίας είναι γνωστός σαν το «Φάντασμα». Ένας απόμακρος παρατηρητής σε μια σκληρή πόλη από αφιλόξενους αυτοκινητόδρομους, φλιπεράδικα, πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές. Κλεισμένος στο δωμάτιο του, παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του την άγνωστη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Ο Γιώργος Πανουσόπουλος κινηματογραφεί με υπέροχο στυλ και διακριτικότητα, την ερωτική ενηλικίωση ενός ήρωα που θέλει να δει τη «γυμνή αλήθεια» της ζωής και να έρθει σε επαφή με κάτι «πραγματικό». Την περιπέτεια δηλαδή που δεν έζησε ποτέ και τις αόρατες στιγμές που παίρνει μαζί του κάθε πρωί το φως του ήλιου στον ουρανό της Αττικής.

Barton Fink (1991)

81tMvw_8.jpg

Για κάθε σοβαρό καλλιτέχνη, το «συγγραφικό μπλοκ» είναι η κόλαση. Τίποτα δεν σε προϊδεάζει όμως για την υπαρξιακή κόλαση στην οποία βουτάει ο διανοούμενος σεναριογράφος με το όνομα Barton Fink, σε ένα δωμάτιο ενός ξεχασμένου απ’ το Θεό ξενοδοχείο στο Χόλυγουντ, με τις ταπετσαρίες στον τοίχο να ξεκολλάνε απ’ τη ζέστη. Το σενάριο μιας φτηνοταινίας με θέμα έναν παλαιστή θα μετατραπεί σε υπαρξιακή Νέμεσις για τον αγαθό συγγραφέα (John Turturro) με τον αινιγματικό γείτονα (John Goodman) να ανοίγει τις πύλες της κολάσεως στο δρόμο προς τη «φλεγόμενη» λύτρωση του δημιουργικού μυαλού. Κάπου ανάμεσα στη “Λάμψη”, τον “Ένοικο” και το “Eraserhead”, το αριστούργημα των αδελφών Coen κλείνει θριαμβευτικά το μάτι με την αινιγματική ατάκα «I’ll show you the life of the mind».

Το Σπιρτόκουτο (2002)

81tMvw_9.jpg

Ένα ασφυκτικό διαμέρισμα που βράζει απ΄ το λιοπύρι θα χωρέσει όλη τη μικροαστίλα και την ενδοοικογενειακή λεκτική βία. Ο πάτερ φαμίλιας, η νοικοκυρά και τα τέκνα τους, θα βρεθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο με τα λεκτικά πυρά να εκτοξεύονται ακατάπαυστα. Ένας ποταμός από χυδαίες βρισιές και ασχήμιες μέσα στους τέσσερις τοίχους, συνθέτουν το πολυσυζητημένο ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη, ο οποίος σκηνοθετεί με γνήσιο μισανθρωπισμό και μπόλικη οργή τους ήρωές του να σβήνουν κάτω από σκληρές συνθήκες ζέστης.

The Day the Earth Caught Fire (1961)

81tMvw_10.jpg

Αντιπροσωπευτικό δείγμα ψυχροπολεμικής φαντασίωσης και ψυχαγωγικού θρίλερ αγωνίας μαζί, το “The Day the Earth Caught Fire” κουβαλάει ένα απλοϊκό αλλά διαχρονικό μήνυμα για την καταστροφική ανθρώπινη φύση που προκαλεί τη θεία δίκη. Δυο ταυτόχρονες πυρηνικές δοκιμές από Ρωσία και Αμερική, προκαλούν ανεξίτηλη ζημιά στην περιστροφή τη Γης, με ολέθριο αποτέλεσμα στις κλιματικές συνθήκες. Τίμιο θρίλερ στην παράδοση του “The Day the Earth Stood Still” με την κατάσταση συναγερμού της ακραίας ζέστης να αξιοποιείται κινηματογραφικά, παρά την χαμηλού κόστους παραγωγή.

Dog Day Afternoon (1975)

81tMvw_11.jpg

Ίσως το κορυφαίο heist movie του σύγχρονου Αμερικάνικου κινηματογράφου. Ταινία-ωρολογιακή βόμβα με τον Al Pacino σε σπάνια υποκριτική κορύφωση. Το σχέδιο δεν πάει καλά και οι τρεις ληστές εγκλωβίζονται μέσα στην τράπεζα κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους. Η ζέστη δημιουργεί πανικό και επηρρεάζει και τους περαστικούς που ανταποκρίνονται στην ιαχή “Attica!, Attica!”. Ένα κοινωνικό μανιφέστο με φινάλε-σοκ που σήμερα δεν υπήρχε περίπτωση να χρηματοδοτήσει μεγάλο στούντιο.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #132

 

Perfume Genius

No Shape

«Είμαι εδώ. Πόσο παράξενο…»

Με αυτά τα τρυφερά λόγια προς τον “Alan” κλείνει τον νέο του δίσκο ο Perfume Genius. Λίγο νωρίτερα του έχει πει: «Έχεις προσέξει ότι κοιμόμαστε τις νύχτες; Όλα είναι καλά».

Τα στοιχεία και τα υλικά με τα οποία μπορεί να ζήσει κανείς χαρούμενος, τελικά είναι πολύ απλά. Ακούγοντας στη σειρά τους δίσκους του Mike Hadreas, είναι σαν να παρακολουθείς την επούλωση των πληγών του, σε αληθινό χρόνο: από τη lo-fi εσωστρέφεια του Learning (2010) και την ωμή εξομολόγηση του Put Your Back N 2 (2012), μέχρι το λυτρωτικό, δημιουργικό ξέσπασμα του Too Bright (2014). Κάθε δίσκος του είναι μια μελαγχολική γιορτή για τσακισμένα αισθήματα και πνιγμένους πόθους.

Στην 4η δημιουργία του, ο Perfume Genius δικαιώνει το όνομα του αρώματός του και μας χαρίζει (περί δώρου πρόκειται άλλωστε) ένα πολυπρισματικόάλμπουμ, το οποίο αποτελείται από τραγούδια δύσπεπτης art pop. Τραγούδια δηλαδή λουσμένα στην αστερόσκονη, μα και στο χώμα. Με τους μώλωπες του κορμιού σε ανοιχτή θέα και με μια ορατή μελαγχολία στην καρδιά, το No Shape καταφέρνει πολλά περισσότερα από μια προσωπική αυτοθεραπεία: μπορεί να ρουφάει τους δικούς μας πόνους και τα κρίματα, και ύστερα τα εξαϋλώνει σε έναν δικό του κόσμο.

Στο πονεμένο θυμικό των δημιουργιών του ο Perfume Genius μας δίνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Ο δίσκος διαθέτει στρογγυλές γραμμές και τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ανατρεπτική υπεροχή, με μια παραγωγή που αξιοποιεί θαυμάσια τόσο τα synths, όσο και τα έγχορδα. Όμως σε κάθε βήμα του δίσκου, διακυβεύονται σοβαρές ψυχικές μεταπτώσεις. Το μουσικό δάπεδο αποτελείται τη μία από κρύο τσιμέντο και την άλλη από ροζ βελούδο. Το αίμα διαδέχεται τα υγρά σώματος. Τη συναισθηματική τρυφερότητα διαδέχεται η σωματική βία. Οι queer ονειρώξεις και τα πνιγηρά αδιέξοδα καιροφυλακτούν στους στίχους, με τον Hadreas να πασχίζει να αναδυθεί από τους glam λαβύρινθους που έφτιαξε ο ίδιος για να χαθεί μέσα τους.

Το No Shape ακούγεται λοιπόν με την ίδια άνεση με την οποία θα απολάμβανες τη γλυκιά ερμηνεία μιας μούσας μαζί με τον πολυπρόσωπο θίασό της. Ειδικά στο “Run Me Through”, όπου η μεγαλοπρέπεια και ο αφηγηματικός πλούτος αποκτούν αξία ανεκτίμητη, σε μια εποχή που η pop προσπαθεί να υποβιβάσει τα πάντα στην οθόνη του smartphone.

Ο 35χρονος μουσικός παραμένει έτσι ένας darling της καλαισθησίας, ο οποίος μάχεται τους δαίμονες που ταλανίζουν το μυαλό του ενώ αυνανίζεται μπροστά στο πόστερ του Ziggy. Οι επιρροές του είναι άλλωστε πολλές και διάσπαρτες και ανεβάζουν τον πήχη της ψυχαγωγικής αξίας: στο “Just Like Love” αναπολεί την Kate Bush, στο “Go Ahead” θυμάται τον Prince, ενώ στο “Wreath” τιμάει τους Talk Talk. Και, παρότι δεν είναι ερμηνευτής ολκής, παράγει σεισμικό μέταλλο σε κάθε φθόγγο, καταφέρνοντας να βρεθεί σε κοντινή, γήινη επαφή με τον ακροατή. Ακούστε το κρεσέντο στο “Slip Away”, την ανάπτυξη του “Sides”, τα έγχορδα του ονειρικού “Every Night”, το R’n’B στυλιζάρισμα του “Die 4 You” ή τη σινεμασκόπ πανδαισία του “Choir”, η οποία σε στέλνει κατευθείαν σε ξεχασμένα όνειρα καστροφαντασίας.

Η κλασική αρμονία, οι ασχήμιες του παρελθόντος, οι βεβαιότητες που μας πρόδωσαν, η παραβιασμένη ηθική, μαζί με όλα όσα ανακλαδίζουν την ψυχή μας, «είναι εδώ». Στο ακέραιο και χωρίς σχήμα. Χάρη σε ένα μουσικό ταλέντο που βρίσκεται στην πλήρη ωριμότητά του και, αντί να περιφέρει το δράμα του, προτιμά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να τον αγαπήσει ξανά. Πόσο παράξενο…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Πέντε ταινίες για το τέλος του κόσμου

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία με τη συνοδεία pop corn να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα του «τέλους του κόσμου». Όμως, όλα όσα δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό «σκηνοθετών» όπως οι Ρόναλντ Έμεριχ, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Μάικλ Μπέι, βρίσκονται στον πυρήνα των 5 παρακάτω ταινιών εσχατολογικού προβληματισμού, που χειρίζονται το ζήτημα του «τέλους του κόσμου» με παράδοξο τρόπο. Σε αυτές τις ταινίες, το τέλος των ημερών δεν συνδέεται με καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Είναι ταινίες που δεν μιλούν για τον τρόμο απέναντι στις καταστροφές, αλλά θέτουν ως μεγαλύτερο ανθρώπινο φόβο την απώλεια του ελέγχου της μοίρας…

Melancholia (2011)

82smvw_2.jpg

Η κατάθλιψη και η οργή σε σχέση με την τιμωρία και την κάθαρση αντανακλούνται ποικιλότροπα στο πλούσιο έργο του πιο διάσημου προβοκάτορα του ευρωπαϊκού σινεμά. Όμως στο Melancholia, ο von Trier καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ένα επίπονο διανοητικό παζλ-μονόδρομο για το συμφιλιωτικό φινάλε μιας αυτοεξορισμένης από την πληροφορία και την τεχνολογία μπουρζουαζίας με τη λύτρωση από τον αδιόρατο ψυχικό πόνο της. Ο φακός του Δανού διχάζεται ανάμεσα στην ηδονή του να τιμωρεί βάναυσα τις γυναικείες φιγούρες στο έργο του (ψυχαναλυτική επέκταση της προσωπικότητάς του) και στην ταύτισή του με την απόγνωση που νιώθουν. Μετά το στοχασμό στα Dogville και Mandelray, τις ψυχαναλυτικές φανφάρες του Antichrist, τον ιδεολογικό εξπρεσιονισμό του Europa και τον συναισθηματικό εκβιασμό του Dancer In The Dark, είναι ανέλπιστη η διακριτικότητα του Melancholia. Ο von Trier παρατηρεί το μικρό γενεαλογικό ψηφιδωτό χαρακτήρων που σκαρφίστηκε, σε μια ζεστή τελετή γάμου όπου η ετοιμόρροπη ισορροπία της νύφης καταρρέει αργά και επίπονα. Η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση των ηρώων. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί ο άγνωστος αστέρας, μετράει αντιστρόφως ανάλογα με την εξυγίανση (ή τη συμφιλίωση) της νύφης με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μελαγχολικοί, κυνικοί και αποξενωμένοι αλλά στην καρδιά της «ρήξης» υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: η μελαγχολία είναι η αντανάκλαση μιας παθολογικά άρρωστης κοινωνίας. Η νόσος του μυαλού θα μετουσιωθεί σε ένα κακοποιό πεπρωμένο.

The Last Wave (1977)

82smvw_3.jpg

Αυτό που έκανε ξεχωριστό σκηνοθέτη τον Πίτερ Γουίαρ, ήταν η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ασυνήθιστες συνθήκες και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Σε αυτή την παράξενη ταινία των τελών της δεκαετίας του 1970, ο Γουίαρ υπέγραψε την πιο αθόρυβη ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου χωρίς ίχνος των συμβάσεων της επιστημονικής φαντασίας που ήταν στο απόγειό της τότε. Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλειν υποδύεται έναν οικογενειάρχη που θα κληθεί να βρει την άκρη του νήματος ενός αρχέγονου μυστικού μέσα από μια άνιση εμπλοκή με το άγνωστο. Η μοντέρνα καθημερινότητα θα συγκρουστεί με αρχαία πνεύματα που κατέχουν τα μελλούμενα, με κοσμικές προφητείες και με αρχαίους αντίλαλους από τις φυλές των ιθαγενών και των μυστήριων δοξασιών των μάγων τους. Όπως πάντα στις ταινίες του Γουίαρ, τα στοιχεία της φύσης θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ειδικότερα το νερό με τη μορφή καταιγίδας, πλημμύρας και καταστροφικού τσουνάμι. Τα κοσμογονικά οράματα προειδοποιούσαν για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός κύκλου ζωής. Πάντοτε οι αλλόκοτες παραβολές του Γουίαρ, εξελίσσονται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει και τον τρόπο του να αποκαλύπτει όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων. Η φιλοσοφία του αόρατου φόβου δεν διεκδικεί την άμεση προσοχή του θεατή αλλά τελικά καταφέρνει και τον περικυκλώνει, η αντίδραση μοιάζει με το δέος στα μάτια του πρωταγωνιστή στην τελευταία σκηνή που εξατμίζονται όλες οι προκαταλήψεις και οι αμφιβολίες όταν αντικρίζει το καταστροφικό παλιρροιακό κύμα να έρχεται.

Last Night (1998)

82smvw_4.jpg

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι από τον Καναδά το έχουν δει ελάχιστοι, αλλά πρόκειται για ένα άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών. Στην ταινία του Ντον Μακ Κέλαρ, ο κόσμος γνωρίζει από καιρό ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί τα μεσάνυχτα και ο καθένας έχει λίγες ώρες για να ξοδέψει με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Δεν υπάρχει κατάσταση συναγερμού γιατί το αναπόφεκτο έχει γίνει γνωστό από καιρό. Ο Καναδός σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Παρατηρεί λίγους χαρακτήρες και μελετά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τελευταία τους μέρα πάνω στη Γη. Μια πικρή ελεγειακή ταινία με ολοκληρωμένη δομή τραγωδίας, αλλά με σπάνια τρυφερότητα που φέρνει δάκρυα. Με την σπονδυλωτή αφηγηματική όψη ιστοριών που διασταυρώνονται με ήρωες που σύρονται υποχρεωτικά στο κατώφλι ενός είδους Αποκάλυψης, είτε παθαίνοντας ανοσία στην καταστροφολογία, είτε γιορτάζοντας, είτε διαπράττοντας βανδαλισμούς είτε πραγματοποιώντας σεξουαλικές φαντασιώσεις, είτε απλά ψάχνοντας να αγαπηθούν την ύστατη ώρα. Το κερδισμένο στοίχημα είναι οτι το κρεσέντο εκπλήρωσης αναγκών κλέβει τη παράσταση από το βαρυσήμαντο φινάλε κάθε ζωντανής ύπαρξης. Ο Μακ Κέλαρ χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, η προοπτική του ανοίγει διακριτικά, προσπερνάει τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και αποξένωσης και αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων που έμειναν αθέατες και ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής.

Take Shelter (2012)

82smvw_5.jpg

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Until The End Of The World (1989)

82smvw_6.jpg

Τοποθετημένο χρονικά στο μακρινό έτος του 1999, το φιλμ του Βιμ Βέντερς έχει το επίκεντρο της ιστορίας μια γυναίκα που μετά από ένα ατύχημα, θέλει να μεταβεί στο Παρίσι για να μεταφέρει εκεί τα χρήματα μιας ληστείας. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει τη βοήθεια ενός κυνηγημένου από την CIA, ο οποίος διαθέτει μια συσκευή που ανιχνεύει τα όνειρα και τις σκέψεις του μυαλού. το οποίο θα ανακαλυφθεί από τον ήρωα μέσα από μη γραμμικά μονοπάτια. Το τέλος του κόσμου θα συνδεθεί άμεσα με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου αλλά και με ζητήματα ηθικής και τεχνολογίας. Η αδυναμία του ανθρώπου να νοιώσει και να επικοινωνήσει, θα τιμωρηθεί κάτω από το βάρος μιας αόρατης αναγκαιότητας με τη μορφή πυρηνικής απειλής. Η βασική νοηματική παράμετρος της ταινίας είναι πως οι αναλύσεις και οι υπολογισμοί της συντέλειας δεν ανήκουν στους αστρονόμους αλλά στους ψυχαναλυτές. Ο Βέντερς βλέπει με συγκρατημένη περιφρόνηση τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια σειρά αντιδράσεων και πρακτικών που ορίζουν το πλαίσιο της μοναξιάς τους. Μπορεί τον Γερμανό σκηνοθέτη κατά καιρούς να τον έχουμε αγαπήσει, να τον έχουμε αποκηρύξει, να τον έχουμε αποθεώσει και ενίοτε να τον έχουμε βαρεθεί, αλλά η ματιά του παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Την ταινία κοσμούσε ένα υπέροχα πληθωρικό soundtrack με τραγούδια του Nick Cave, των U2, των R.E.M. και των Talking Heads, του Lou Reed και του Elvis Costello μεταξύ πολλών άλλων.

Aπό το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #131

Gorillaz

Humanz

Μετά το hangover της ποδοσφαιροποιημένης britpop αντιπαλότητας μεταξύ Oasis και Blur, ο Damon Albarn είχε ανάγκη να αποδράσει με όχημα μια αόρατη μπάντα, στην οποία έδωσε ψηφιακή εικόνα και πνοή ο Jamie Hewlett. Οι Gorillaz έγιναν έτσι ένα ακόμη μουσικό προσωπείο για τον Albarn, ο οποίος το αξιοποίησε στο έπακρο με σκοπό να τεντώσει τις ηλεκτρονικές του εμμονές και να γυμνάσει το soul ένστικτό του, επεκτείνοντας παράλληλα την pop εκλεκτικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Από το 2ο κιόλας άλμπουμ (Demon Days, 2005), μάλιστα, το virtual σχήμα αγκάλιασε περήφανα το mainstream. Στη συνέχεια, το Plastic Beach (2010) ήταν μια διαδραστική εμπειρία ιδιωτικών ακροάσεων, η οποία συνδύαζε φιλόδοξες αναζητήσεις σε widescreen καμβά, ενώ το The Fall (2011) συνέχισε τη multimedia εμπειρία με video που λύσσαγαν να γίνουν meme και με τραγούδια που προτιμούσαν να ντύνουν installations.

Μια επταετία αργότερα, με τις σχέσεις μεταξύ των «εγκεφάλων» Albarn & Hewlett να έχουν και πάλι εξομαλυνθεί, οι Gorillaz επιστρέφουν με το Humanz. Μετά από ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ και ένα θριαμβευτικό reunion με τους Blur, ο Albarn βάλθηκε να ηχογραφήσει έναν περιπετειώδη δίσκο, ετοιμάζοντας στο μεταξύ –στο μυαλό του– και την επιστροφή των The Good The Bad And The Queen (του χρόνου). Ως εκ τούτου, είναι λογικό το Humanz να τον βρίσκει με άδειο ντεπόζιτο και είναι επόμενο ότι δεν διαθέτει τη φρεσκάδα να εξερευνήσει τη μεταμοντέρνα nu-soul της φουτουριστικής εποχής που φαντασιώνεται. Ο Albarn βρίσκεται εδώ σε δημιουργικό ντελίριο, ακολουθώντας τον καλπάζοντα οίστρο του από το ένα side project στο άλλο, αντί να πέφτει βουλιμικά στο «soul searching» που τόσο ένδοξα τον έχει τοποθετήσει στο βάθρο του ευφυέστερου εκπροσώπου της σνομπ, κωλοπαιδίστικης νεολαίας που γέννησε την έκρηξη της βρετανικής pop.

Στο σύνολό του, το άλμπουμ διακατέχεται από ένα άγχος να ακουστεί μοντέρνο: πασχίζει να πείσει για την πρωτοπορία του στην έκφραση και για το πόσο εύγευστα είναι τα πολύχρωμα κοκτέιλ ήχων τα οποία σερβίρει. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν ακριβό mixtape, πηγμένο στις «φιλικές συμμετοχές», με την κανονική εκδοχή να περιέχει 20 τραγούδια (η special edition έχει άλλα 6, που καλά έκαναν και δεν χώρεσαν στην κανονική διάρκεια).

Οι Gorillaz του Humanz δεν είναι πια οι προβοκάτορες της pop κουλτούρας· δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ένα βολεμένο groove. Δεν μας δείχνουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, αλλά μοιάζουν με nerds που έφαγαν κόλλημα με τα smartphone apps και τα 360ο video. Η άβολη αίσθηση των επίπεδων τραγουδιών, τα χαοτικά ιντερλούδια και η θάλασσα από συνεργασίες, υπονομεύει κάθε σκόρπια έμπνευση εδώ κι εκεί. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες που περνάνε από τον δίσκο δεν θα έβρισκαν ποτέ τον δρόμο τους στο σαλόνι του λευκού, μεσοαστικού ακροατηρίου –εκείνου που θέλει να παραμείνει hip και μετά τα 40 και στα πάρτυ γάμου (ή στα reunions) ξεδίνει με το “Song 2” των Blur. Όμως η ευεργετική του σημασία σταματάει κάπου εκεί, καθώς το αποτέλεσμα θυμίζει τις μινιμαλιστικές απόπειρες του Prince στη δεκαετία του 1980, με πολλά καρυκεύματα από τη χορευτική σκηνή του Detroit να καλύπτουν την άνοστη γεύση και τη μελαγχολική pop του Albarn να χρησιμοποιείται σαν ασπίδα γνησιότητας απέναντι στη συνολική μπαναλαρία των synths.

Πραγματικά, το “Let Me Out” με το ραπάρισμα του Pusha T και τις παρεμβολές της Mavis Staples είναι φτιαγμένο για να ακούγεται σε καγκουρομάγαζα με ολόλευκο εσωτερικό και black light με λέιζερ να δημιουργεί εφέ για χορό –η δε εστέτ παρουσία της Grace Jones πνίγεται στην αποπροσανατολισμένη παραγωγή του “Charger”. Ο δίσκος σώζεται εν τέλει με τραγούδια όπως το “Andromeda” και το “Momentz”, με τους De La Soul να δείχνουν την υψηλή τους κλάση. Προσωπικά, πάντως, πάτησα το repeat μόνο στο “Sex Murder Party”, όπου ο Jamie Principle και ο Zebra Katz ρυθμίζονται άριστα. Άκρως απολαυτικό είναι όμως και το “Hallelujah Money”, με την παραμορφωμένη crooner πόζα του Benjamin Clementine.

Θα επιστρέψουν κάποια στιγμή οι Gorillaz, να είστε σίγουροι. Αλλά ελπίζω να το κάνουν με μεγαλύτερη χάρη και με λιγότερο αποστασιοποιημένη πόζα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η θαυμαστή καριέρα του κυρίου Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Με μια λιτή ανακοίνωση, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έκανε σαφές ότι θα αποχωρήσει από την ενεργό δράση, μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηθοποιός έχει κάνει ανάλογη δήλωση, καθώς πάντα μας έδινε να καταλάβουμε ότι δεν τον αφορά καθόλου η κινηματογραφική ζωή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οσκαρούχος σταρ εγκατέλειψε την κινηματογραφία και ασχολήθηκε για χρόνια με την …ξυλουργική και την υποδηματοποιία, όμως αυτή τη φορά η απόφαση φαίνεται τελεσίδικη. Σε ηλικία 60 ετών, πλέον, ο Ντέι Λιούις έχει δικαιώσει τον ρόλο του ερημίτη. Έχοντας διανύσει μια αξιοζήλευτη καριέρα 35 ετών, είναι εντυπωσιακό να αναλογιστούμε ότι ο Βρετανός ηθοποιός έχει κάνει μόλις 20 κινηματογραφικούς ρόλους. Η εκλεκτικότητά του τον αντάμειψε με 3 βραβεία Όσκαρ ανδρικού ρόλου, σε 5 συνολικά υποψηφιότητες -ένα πραγματικά σπουδαίο ρεκόρ.

82wwMv_1.jpg

Μετά από σκόρπιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και μερικά κινηματογραφικά περάσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι θεατές είδαν για πρώτη φορά το άστρο του να λάμπει το 1985, όταν ερμήνευσε έναν αφελή υπερόπτη στο “Δωμάτιο Με Θέα” του Τζέιμς Άιβορι και έναν σκληροτράχηλο gay στη θατσερική Αγγλία, στο επαναστατικό “Ωραίο Μου Πλυντήριο” του Στίβεν Φρίαρς. Ο διάσημος κριτικός Roger Ebert είχε γράψει εκείνη τη χρονιά: «βλέποντας αυτές τις δυο ερμηνείες δίπλα-δίπλα, είναι σαν να επιβεβαιώνεται το θαύμα της υποκριτικής. Το γεγονός πως ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να παίξει αυτούς τους δυο ανθρώπους, είναι μαγικό».

82wwMv_2.jpg

Έχοντας ξεχωρίσει από μια φουρνιά σπουδαίων Άγγλων ηθοποιών, όπως ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τιμ Ροθ, ο Ντέι Λιούις έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εξοντωτικές προετοιμασίες για κάθε ρόλο, στο πνεύμα των μεγάλων ηθοποιών της «Μεθόδου», από την πρώτη εποχή που ηγείτο ο Μάρλον Μπράντο μέχρι τη δεύτερη γενιά της δεκαετίας του 1970, με κορυφαίο εκφραστή τον Ντε Νίρο. Ο Ντέι Λιούις επέμενε π.χ. να μάθει τσεχοσλοβάκικα για την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” (1989) και να ζήσει στο δάσος μόνος του, για τον χαρακτήρα του στον “Τελευταίο Των Μοϊκανών” (1992) του Μάικλ Μαν. Η πρώτη καταξίωση ήρθε το 1989 με το δίκαιο Όσκαρ για την ταινία “To Αριστερό Μου Πόδι”, στην οποία υποδυόταν τον Κρίστι Μπράουν, έναν καλλιτέχνη που υπέφερε από εγκεφαλική παράλυση. Να σημειωθεί εδώ πως την εποχή που ο Ντέι Λιούις ερμήνευε τον ήρωα με αναπηρία, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει ακόμα μανιέρα ως συντομότερος δρόμος προς τα βραβεία από τους σύγχρονους ηθοποιούς του Χόλυγουντ. Όπως ακριβώς και η επιλογή του Ντε Νίρο να πάρει 30 κιλά για το “Οργισμένο Είδωλο” είχε έρθει πολύ πριν τα συχνά «φουσκώματα» των μεταγενέστερων, που λιμπίζονταν βραβεία και αναγνώριση.

Η μεγαλύτερη ικανότητα του Ντέι Λιούις ήταν να υποδύεται καταραμένους χαρακτήρες που ταλανίζονται από αβάσταχτα πάθη έχοντας την επίγνωση πως η καθαρτήρια λύση θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μετά από αυτούς. Το πάθος του ηθοποιού έλαμψε σε δύο καθοριστικές ταινίες για την καριέρα του. Αρχικά αξίζει να θυμηθούμε τη διάσταση της πνευματικότητας την οποία έδωσε στη ρωμαλέα ορμή του ήρωά του στον “Τελευταίο Των Μοικανών” (1992), καθώς στάθηκε καταλυτική για το (συνήθως) macho σύμπαν των αρσενικών ρόλων του Μάικλ Μαν. Όμως η πιο λεπτοδουλεμένη και σύνθετη ερμηνεία του ήρθε στα “Χρόνια της Αθωότητας” του Μάρτιν Σκορσέζε. Εκεί ήταν όπου ξεδίπλωσε την τεχνική του, στον ρόλο ενός ανθρώπου που διχάζεται ανάμεσα στους μύχιους πόθους του και στις ταξικές απαιτήσεις που καλείται να εκτελέσει.

82wwMv_3.jpg

Το μελαγχολικό ρομάντζο του Σκορσέζε παραμένει η καλύτερη ταινία «εποχής» της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα “Απομεινάρια Μιας Ημέρας” της ίδιας χρονιάς, σε ακηνοθεσία του Τζέιμς Άιβορι -ο οποίος και είχε λανσάρει την καριέρα του Ντέι Λιούις. To 1993 o ηθοποιός μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά για τον ρόλο του στο λαϊκό ιρλανδικό ψυχόδραμα “Εις το Όνομα του Πατρός”. Μια βίαιη και ενοχική σχέση πατέρα-γιου στην καρδιά των οδομαχιών στο Δουβλίνο και του πολιτικοποιημένου αιματοκυλίσματος του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν για τον Ντέι Λιούις, αποδείχθηκαν αποτυχίες και η σχέση του με το σινεμά κλονίστηκε έτσι σοβαρά. Από τη μία δεν έγινε δεκτό με θετικά σχόλια το δράμα εποχής “Crucible” με θέμα το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα και από την άλλη το “The Boxer” του Σέρινταν ήταν μία απο τις πιο αδιάφορες προσθήκες στο δοξασμένο σινεμά των βιοπαλαιστών μποξέρ. Το τελικό αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, δεν φάνηκε αντάξιο της εντατικής προετοιμασίας και της αφοσίωσης του ηθοποιού.

82wwMv_4.jpg

Αν η δεκαετία του 1980 ήταν το breakthrough και η δεκαετία του 1990 ήταν το φλερτ με το Χόλυγουντ, τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ήταν αυτά της μεγαλομανίας, αποτελούμενα από 4 εμβληματικούς και «μεγαλύτερους απ’τη ζωή» χαρακτήρες. Πρώτος στη σειρά ο Bill “The Butcher” του χειροποίητου passion project του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο Gangs of New York (2002). Ο Ντέι Λιούις πήρε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον Ντε Νίρο και ερμήνευσε τον αυταρχικό εθνικιστή που εξουσιάζει τη Νέα Υόρκη με πάθος που ξεπηδούσε από την οθόνη. Πέντε χρόνια μετά, ερμήνευσε τον Ντάνιελ Πλέινβιου, στο «κιουμπρικικής» σύλληψης έπος του Πωλ Τόμας Άντερσον “Θα Χυθεί Αίμα” (There Will Be Blood). Στο πρόσωπο του ήρωα εκφράστηκε η γέννηση του καπιταλιστικού πνεύματος και ο θρησκευτικός πόλεμος, στοιχεία που αμφότερα χάραξαν τον ψυχισμό της Αμερικής. Οι υπερτονισμένες εικόνες του Άντερσον και η μανιασμένη υπερβολή του Ντέι Λιούις, μας χάρισαν μια υπέροχη ταινία, η οποί χαιρετίζεται ως μία από τις 10 καλύτερες του αιώνα που ζούμε. Ακολούθησε ο ονειρικός στοχασμός του Nine (2009), που δοκίμασε έναν φόρο τιμής στο φελινικό “8 ½” μέσα από μια συρραφή διαφορετικών σεκάνς και μετά ήρθε η προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν το 2012, δια χειρός Στήβεν Σπίλμπεργκ. Μια προσεγμένη και άρτια προσέγγιση ενός οξύνοου και δίκαιου ανθρώπου, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας.

82wwMv_5.jpg

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η 8η ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον με τίτλο “Phantom Thread”, η οποία προορίζεται για τα Χριστούγεννα του 2017. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως σχετίζεται κάπως με τον κόσμο της μόδας στη δεκαετία του 1950. Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης, πάντως, δεν έχει κάνει ποτέ στραβοπάτημα. Περιμένουμε λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την τελευταία ερμηνεία ενός μεγάλου ηθοποιού, του οποίου οι επιλογές (όπως και οι μη-επιλογές), αλλά και το έργο του, θα μείνουν για πάντα στην κινηματογραφική ιστορία.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Sid & Nancy

83fSid_1.jpg

H καρμική και αυτοκαταστροφική σχέση του Σιντ Βίσιους με τη Νάνσι Σπάντζεν, ανήκει στις σπουδαιότερες ιστορίες που γέννησε η rock ‘nroll μυθολογία. Ο σκηνοθέτης Alex Cox κατέγραψε με τον φακό του την καταραμένη ιστορία του μπασίστα των Sex Pistols και της κοπέλας του, ακριβώς την εποχή που η «επικίνδυνη» ιδέα του punk έπαιρνε σάρκα και οστά. Το punk ήταν το σπουδαιότερο σύγχρονο μουσικό κίνημα, όχι για τη μουσική του αξία, αλλά γιατί απλά «συνέβη».  Η μουσική ιστορία χωρίζεται σε προ-Punk και σε μετά-Punk και ένας από τους σπουδαιότερους λόγους γι’ αυτό ήταν το δημιούργημα του Μάλκομ Μακ Λάρεν, oι Sex Pistols – που έγιναν ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων στην Αγγλία το 1977.

Το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Σιντ, της Νάνσι και της ηρωίνης, κατέστρεψε τους αντικοινωνικούς ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων στις πιο ζόρικες χρονικές συντεταγμένες για την ιστορία του rock. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν το punk σνίφαρε τις στάχτες του progressive, κατούρησε στον τάφο του δεινοσαυρικού ροκ και έφτυσε μια ροχάλα στη μούρη της disco. Ο Cox δεν θα μπορούσε να κάνει μια στρωτή αγιογραφία για την χαμένη νιότη – από αυτές που αγαπούν τα BAFTA- ούτε ένα ατίθασο rockumentary για το BBC4, με όλη την τυπολατρία που τα συνοδεύει. Λίγα χρόνια μετά το έξοχο “Repo Man”, ο σκηνοθέτης τόλμησε να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο τον punk νιχιλισμό στα πεζοδρόμια του Λονδίνου και τιμώρησε τους δυο ήρωές του, δείχνοντάς τους να σέρνονται σαν κουρέλια μετά από τις αυτοκαταστροφικές βουτιές στα ναρκωτικά.

83fSid_2.jpg

Συνήθως, στα μουσικά biopics, η φόρμουλα είναι ίδια: μεγάλοι βίοι και συμπυκνωμένο συναίσθημα, με πισωγυρίσματα στο χρόνο. Όμως το Sid & Nancy μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας που αναφέρεται. Ο νεαρός και οργισμένος Γκάρι Όλντμαν, στην πρώτη του σπουδαία ερμηνεία κάνει ένα αδιανόητο tour de force στο ρόλο του Σιντ. Με ένα πάθος που θυμίζει Ντε Νίρο στη δεκαετία του 70, ξεδιπλώνει τη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του, οι οποίες ταράζουν τη μονόχνωτη φύση του. Ενός μουσικού που ήταν χαμένος στην punk δυσοσμία και που σταδιακά βούλιαζε στην εγωπάθεια. Επίσης, η Κλόε Γουέμπ σωματοποιεί έξοχα την παρασιτική, ερωτική μανία της Νάνσι, ειδικά μέσα στους τέσσερις τοίχους του Chelsea Hotel.

Το φιλμ προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα, βλέπει πιο βαθειά και προσθέτει παραμέτρους στην προσωπική του αποτίμηση στον μύθο των Pistols. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τα ιστορικά μουσικά γεγονότα πάντα ένα βήμα μπροστά από τα φριχτά βιώματά του Vicious και υπογραμμίζει έξυπνα την «αλητήρεια» τυποποίηση. Η διακριτική (και όμως δεν είναι κουτσομπολίστικη) ματιά του Cox στην κατατονική και βαρετή καθημερινότητα του ζευγαριού με εξάρσεις αλητείας, βανδαλισμού και βίαια live που εν αγνοία τους έγραφαν τη σύγχρονη rock ιστορία, είναι απολαυστική ακόμα και 30 χρόνια μετά.

83fSid_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που εκτός απ’ την εποχή του punk, μας θυμίζει και την εποχή που τα ανεξάρτητα Βρετανικά δράματα δεν έμοιαζαν μόνο με το The Theory of Everything ή με το King’s Speech. Στο τέλος, ο Sid Vicious κακοποιεί το My Way του Sinatra και πυροβολεί εν ψυχρώ το εφησυχασμένο κοινό. Στο νεφελώδες βλέμμα του είναι φανερή η διαπίστωση πως αν και οι εποχές έχουν διαφοροποιηθεί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Τέλος, προσέξτε το cameo της Courtney Love, μερικά χρόνια πριν γράψει το δικό της Kurt & Courtney. Τα παράδοξα της rock μυθολογίας βλέπετε…

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #130

Blondie

Pollinator

Αν έχετε ζήσει αμήχανες στιμές σε σχολικά reunion, διαπιστώνοντας ότι ο έρωτας της νιότης σας –για την οποία χάνατε ύπνο και δάκρυα στα χρόνια της αθωότητας– εξελίχθηκε πολύ άσχημα, τότε ίσως φαντάζεστε πώς ακούγεται το Pollinator, όπως και όλα τα πρόσφατα άλμπουμ των Blondie.

Η αέναη επιστροφή της αρχετυπικής ξανθιάς performer, που ήξερε πάντα πώς να αναβλύζει χυμούς, γίνεται βέβαια κάθε φορά δεκτή με χαμόγελο και με ένα συναίσθημα ελπίδας για νέα, ωραία τραγούδια. Πάνε πια σχεδόν δύο δεκαετίες από την επανένωση των Blondie, ύστερα από μια απαραίτητη 15ετή αποχή, και το Pollinator είναι ο 3ος τους δίσκος στα τελευταία 6 χρόνια –μια υπερπαραγωγικότητα την οποία δεν ζήτησαν ούτε οι πιο αμετανόητοι οπαδοί.

Το Pollinator ακολουθεί το Ghosts Οf Download του 2014 και βρίσκει το θρυλικό γκρουπ σε εξωστρεφή διάθεση συνεργασιών. Οι Blondie δείχνουν δηλαδή εδώ να κεφαλαιοποιούν την ιερή φήμη τους, συνεργαζόμενοι με τα πνευματικά τους τέκνα για να δηλώσουν με το στανιό «παρών» στην επικαιρότητα. Μαζί τους στο στούντιο μπαίνει λοιπόν η Sia, η Charli XCX, ο Nick Valensi των Strokes και ο David Sitek των TV On The Radio.

Η φωνή της Debbie Harry, η οποία έχει περάσει πια τα 70, ακούγεται πραγματικά τόσο καθαρή και απολαυστική, όσο και στα ένδοξα νιάτα της. Χαριεντίζεται όμορφα στο μικρόφωνο, αλλά οι τσαχπινιές της δεν πιάνουν τόπο. Ίσως να φταίει που τραγουδάει δίχως επίγνωση του τόπου και του χρόνου –σαν να μη θέλει να πιστέψει ότι οι εποχές στις οποίες έβαζε φωτιά στη φαντασία μας, πέρασαν. Επιπλέον, παρόλο που η παραγωγή ανήκει στον ικανό John Congleton (ο οποίος έχει επιμεληθεί σειρά κυκλοφοριών), το πλαίσιο διάθεσης των τραγουδιών αποδεικνύεται τόσο απελπιστικά επίπεδο, ώστε η όποια φρεσκάδα ακυρώνεται, καθώς δεν έχει μελωδίες να πατήσει.

Καλύτερη στιγμή είναι ίσως το “Fun”, ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έχει βγει από τα ομορφότερα δείγματα της ηλεκτρονικής pop των 1980s. Απολαυστικό είναι όμως και το “Long Time”, το οποίο στα πρώτα του δευτερόλεπτα φέρνει στιγμιαία στο μυαλό το “Heart Οf Glass” –μαζί και κάμποσα ενστικτώδη χαμόγελα ευδαιμονίας. Η μόνη δε «αληθινή» θα λέγαμε στιγμή του δίσκου είναι το “Fragments”, στο οποίο οι Blondie φέρονται σαν έμπειρο σχήμα και όχι σαν καλλιτεχνικό φαβορί μιας Eurovision. Και σιγά τη συμμετοχή του Johnny Marr…

Στην πραγματικότητα, οι Blondie δεν έχουν κυκλοφορήσει τίποτα σπουδαίο μετά το Autoamerican του 1980· από την άλλη, δεν σου πάει η καρδιά να τους κακολογήσεις. Τους χρωστάμε τόσες ξάγρυπνες νύχτες, στις οποίες φαντασιονώμασταν ότι ήμασταν στις πρώτες σειρές του ασφυκτικά γεμάτου CBGB, βλέποντας τη νεαρή Deborah Ann Harry να λαμποκοπάει βρώμικα, τραγουδώντας μεθυσμένη για τη «γυάλινη καρδιά» της.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Monster Movies – Η κινηματογραφική ιστορία των κλασικών ταινιών με τέρατα

Το studio της Universal σε μια προσπάθεια να απαντήσει στον κατακλυσμό υπερ-ηρώων, ξεσκονίζει το χρυσωρυχείο εικόνων της από κλασικές «ταινίες τεράτων» στα αρχεία της. Τα φημισμένα Monster Movies φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα νέο star-driven σύμπαν με την ονομασία “Dark Universe”. Όποια και να είναι η εμπορική και καλλιτεχνική μοίρα του μοντέρνου «σκοτεινού σύμπαντος», καλό είναι να γίνει μια αναδρομή στην παράδοση των Monster Movies και στην ιστορικό-κοινωνική τους αντήχηση, όπως πέρασε αρχικά στο σελιλόιντ της δεκαετίας του 1930.

83wm_2.jpg

Το νήμα της απαρχής των τρομακτικών ιστοριών που αντλούσαν υλικό από σκοτεινούς μύθους, ίσως να οδηγεί στο μακάβριο ρομάντζο του Νοσφεράτου (1922) του Φρίντριχ Μουρνάου. Αυτή η «συμφωνία τρόμου» θα πρόσφερε την πρώτη καθοριστική εκδοχή του μύθου του κόμη Δράκουλα, χάρη στην τολμηρή του εικαστική διάσταση. Το εξπρεσιονιστικό αριστούργημα είχε απορροφήσει έντονες επιρροές απ’ το κίνημα του ρομαντισμού και θα γνώριζε μεγαλύτερη δόξα απ’ την Αμερικάνικη εκδοχή του Δράκουλα που γυρίστηκε το 1931, με τον επιβλητικό Bela Lugosi στο ρόλο του κόμη από την Τρανσυλβανία. Λίγο νωρίτερα όμως, το 1920, ο Πάουλ Βέγκενερ είχε ολοκληρώσει το προπολεμικό έπος «Γκόλεμ», που αναφέρονταν σε έναν αρχαίο εβραικό μύθο που ήθελε ένα άψυχο πλάσμα να ζωντανεύει χάρη στην θεική πνοή. Ο εκλεκτισμός και η αύρα του «Γκόλεμ» αποτέλεσε την αρχή των σπουδαίων ταινιών τρόμου και επηρέασε την εικονογραφία των πρώτων χολυγουντιανών ταινιών του είδους. Μια από τις ταινίες που γέννησε ο αντίκτυπος του «Γκόλεμ», ήταν το πρώτο «Φρανκενστάιν» (1931), ένα φιλμ κομβικής σημασίας, γυρισμένο στις ΗΠΑ από τον Τζέιμς Γουέιλ. Το «Γκόλεμ» βέβαια, δεν διέθετε μια αρχετυπική μορφή σαν τον Μπόρις Καρλόφ που κυριαρχούσε στον «Φρανκενστάιν».

83wm_3.jpg

Ο Καρλόφ πέρασε στην κινηματογραφική αθανασία χάρη στον ρόλο του νεκρού πλασματος που απέκτησε μαρτυρική ζωή, εξαιτίας της ύβρης των δυνάμεων της ανθρώπινης προόδου. Ο φόβος της προμηθεικής και επικίνδυνης όψης της επιστήμης που πυροδότησε τη ρομαντική φαντασία της Μαίρη Σέλεϊ, έσπειρε τρόμο που πήρε ανησυχητικές διαστάσεις στην χτυπημένη από το κραχ Αμερική του ‘30. Η επιτυχία της ταινίας δεν ήταν απλά αποτέλεσμα μιας ανησυχίας για τα άλματα της επιστήμης προς ένα άγνωστο μέλλον, αλλά εξέφραζε και μια κοινωνική απελπισία που μεταφέρονταν στην τραγική αναμέτρηση του πλάσματος με μια ρεαλιστική πραγματικότητα που δεν έχει χώρο γι’ αυτό. Για πρώτη φορά, το τέρας δεν εμφανίζονταν σαν πηγή του κακού αλλά σαν θύμα, μια μυθική αντιστροφή τεράστιας σημασίας που δεν έγινε άμεσα κατανοητή στον καιρό της. Τα ψήγματα ρομαντικών στοιχείων που έδωσαν πνοή στους μύθους του άμοιρου «Γκόλεμ» και του θανάσιμα ερωτευμένου «Νοσφεράτου» βρήκαν το δρόμο τους και στην ταινία του Γουέιλ και ο τρόμος συνάντησε για πρώτη φορά την τραγωδία.

83wm_4.jpg

Ανάμεσα στον πρώιμο Γερμανικό τρόμο και στις ταινίες με κάθε λογής μεγάλα τέρατα στη δεκαετία του ‘40, άνθισε η χρυσή εποχή του είδους. Τα καλύτερα δείγματα της εποχής περιλάμβαναν τη «Μούμια» (1932) με τον Μπόρις Καρλόφ, τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933) με τον Κλοντ Ρέινς και αργότερα τον «Λυκάνθρωπο» (1935) με τον Λον Τσάνει Τζούνορ. Η «Μούμια» γνώρισε ένα κάκιστο σίκουελ με τίτλο «The Mummy’s Hand» (1940) και κάμποσες ξαχασμένες συνέχειες όπως το «The Mummy’s Tomb» (1942), το «The Mummy’s Ghost» (1944) και το «The Mummy’s Curse» (1944). Τον μύθο της Αιγύπτιας βασίλισσας που σηκώνεται από τον τάφο εξαιτίας μιας αρχαιολογικής ανασκαφής θα αναλάβει στη συνέχεια η εταιρεία Hammer, που ειδικεύονταν στον Γοτθικό τρόμο, με πρωταγωνιστή τον Christopher Lee.

83wm_5.jpg

Η φολκλόρ απειλή της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε λύκο εντυπώθηκε εξαιρετικά στο «Werewolf of London» (1935) και στο μεταγενέστερο «Wolfman» (1941). Αυτές οι δυο ταινίες ώθησαν το είδος προς έναν ανατέλλοντα κινηματογράφο της ψευδαίσθησης, χάρη στο εντυπωσιακό (για τα δεδομένα της εποχής) make-up και την πρόοδο των ειδικών εφέ. Το ίδιο ισχύει και για τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933), που βασίστηκε στο βιβλίο του H.G. Wells, με τον Claude Rains στον ρόλο του διαφανούς ήρωα. Η σημειολογία των μακάβριων τεράτων είχε σαν αντίπαλο τον εστέτ ρομαντικό τρόμο του «Phantom Of The Opera» (1925), ο οποίος απογειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 με την αριστουργηματική «Παναγία των Παρισίων» (1939), όπου είδαμε τον Τσαρλς Λότον στον ρόλο του Κουασιμόδου.

83wm_6.jpg

83wm_7.jpg

Παρά τα σπουδαία ξεσπάσματα των τρομακτικών τεράτων μετά το 1930, το στούντιο της Universal (που ήταν η φυσική μητέρα τους) έφτασε στην ιστορική κορύφωση των μύθων από το πρώτο κιόλας μισό της δεκαετίας εκείνης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το «The Creature From The Black Lagoon» του 1954. Η ιστορία του αμφίβιου ανθρωποειδούς ξέφευγε για πρώτη φορά από τις Γοτθικές καταβολές των Monster Movies και αντλούσε έμπνευση από αστικούς μύθους για γκροτέσκο ανθρώπους-ψάρια που ζούσαν στον Αμαζόνιο.

83wm_8.jpg

Αυτό που ακολούθησε ήταν η καθιέρωση και για πολλούς η εκλαΐκευση του είδους για ένα πιο ευρύ κοινό. Ο Τζέιμς Γουέιλ ολοκλήρωσε τον κύκλο του, υπογράφοντας το 1935 τη «Νύφη του Φρανκενστάιν», μια από τις διαχρονικά κορυφαίες παραγωγές του είδους, με την τραγική φιγούρα σε ένα κορμί γεμάτο ράμματα να δανείζεται στοιχεία από τον τρόμο, την επιστημονική φαντασία και τη μαύρη κωμωδία. Η «Νύφη του Φρανκενστάιν» προοιωνιζόταν την παρακμή του είδους που τη γέννησε. Ήδη ως προς τα μέσα στης δεκαετίας του ‘40 η παρέα των τεράτων άρχισε να καταντάει γραφική καθώς τα νέα γούστα την έδειχναν το δρόμο προς την λαική κωμωδία αλλά και την αυτοπαρωδία (Abbott and Costello Meet Frankenstein).

83wm_9.jpg

Τα υπόλοιπα μεγάλα στούντιο άρχισαν να αντιγράφουν τη χρυσοφόρα συναγή τερατόμορφης απειλής, αναπαράγοντας άφθονα b-movie στερεότυπα όπως τρελούς επιστήμονες, άψυχα ζόμπι και μοχθηρούς εξωγήινους από τον κακό «κόκκινο πλανήτη» Άρη που συντονίστηκαν με την κομουνιστική απειλή. Η ψυχροπολεμική παράνοια έδωσε ζωή σε αναρίθμητες ταινίες με την απειλή του «ξένου» στην φιλύσυχη Αμερική των προαστίων. Αυτό το κύμα όμως γέννησε και σπουδαίες ταινίες με κυρίαρχο το «Ιnvasion of the Body Snatchers» (1956) που αν και φτηνοπαραγωγή ξέφυγε από το αισθητικό περίβλημά της. Το ίδιο συνέβη και με τον τρόμο της ατομικής βόμβας ως πηγή τερατογέννεσης, με κλασικά μικρά διαμάντια όπως το Them! (1954) ή τον «Άνθρωπο που Ζάρωνε» (1957). Φυσικά, ο ερχομός της τηλεόρασης μεταμόρφωσε τα τέρατα από αλλόκοτες, αρχετυπικές μορφές απειλής σε ανακυκλώσιμα κλισέ της ανερχόμενης τότε ποπ κουλτούρας. Ό,τι περίπου δηλαδή συνεχίζει να ισχύει και σήμερα.

83wm_10.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #129

Slowdive

Slowdive

Ελάχιστη σημασία έχει το στατιστικό στοιχείο της επιστροφής των Slowdive μετά από 22 χρόνια, μιας και το νέο τους άλμπουμ λειτουργεί πέρα από χρονικές συντεταγμένες. Η καινούρια μάλιστα κυκλοφορία τιτλοφορείται απλώς με το όνομά τους και μοιάζει με επετειακό πάρτι, όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονται σε κατατονία.

Πάντοτε αντιμετώπιζα τους Slowdive σαν αντι-δημιουργικούς στιλίστες, οι οποίοι θέλγονται μονάχα από ατμόσφαιρες ως αισθαντικό περίβλημα. Ακόμα και στο αντικειμενικά υψηλής ποιότητας Souvlaki (1993), ζητούμενο παρέμενε η «ατμόσφαιρα». Σαν κουκούλι που υφαινόταν γύρω από τα τραγούδια, ως στιλιστικός αυτοσκοπός.

Όσο όμως γοητευτικά ονειροπόλος και να είναι ο συμπαγής ήχος τους, όσο ανάγλυφη και αν αποτυπώνεται η ατμόσφαιρα την οποία πράγματι δημιουργούν οι κιθάρες και τα πλήκτρα, δεν αποτελούν πανάκεια για την έλλειψη στιβαρών συνθέσεων.

Επέστρεψαν λοιπόν οι Slowdive, για να θρέψουν το daydreaming των απανταχού shoegazers. Αλλά το κιθαριστικό ambience του νέου τους δίσκου, δεν φέρνει ψυχική ανάταση στο τέρμα της διαδρομής.

Ωστόσο, αν παρακάμψουμε τη χασμωδία της shoegaze αυτοαναφορικότητας, υπάρχουν και κάποιες ωραίες στιγμές εδώ. Στο “Sugar For The Pill”, ας πούμε, φαίνεται να έχουν γράψει τη μουσική που όφειλαν να έχουν γράψει οι xx, ενώ στο “Falling Ashes” ακούγονται σαν να υπέγραψαν ένα τραγούδι που περιμέναμε από τους Low. Από την άλλη, το “No Longer Making Time” είναι ένα μπανάλ τεστ ρομαντισμού, ενώ το “Slomo” αποδεικνύεται νεοκυμαντική άσκηση ύφους, η οποία καταλήγει σε οκνηρία.

Το συγκρότημα δεν λαθεύει βέβαια εκφραστικά στον τρόπο με τον οποίον επιχειρεί αυτό το συνονθύλευμα παχύρρευστων θορύβων. Για πρώτη όμως φορά, τα μέλη του ακούγονται σαν να κουτουλάνε στα όργανά τους εξαιτίας ακατανίκητης νύστας.

Οι αμετανόητοι φετιχιστές του noise rock και οι εμμονοληπτικοί shoegazers πιθανότατα να καταδιασκεδάσουν με το Slowdive, όμως αυτά τα σκόρπια, ξεψυχισμένα φωνητικά εδώ κι εκεί και οι ασπόνδυλες αναπτύξεις, υπερίσχυσαν της πειθούς που το συγκρότημα είχε δείξει στην πρώτη του περίοδο.

Κρατήστε λοιπόν το “Star Roving” ως την πιο περιπετειώδη στιγμή του άλμπουμ και αφήστε τα υπόλοιπα τραγούδια στη μοναξιά τους, να αναρωτιούνται τι πήγε στραβά ατενίζοντας μελαγχολικά τα παπούτσια τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

3 Songs

The War On Drugs – Thinning Of A Plane

Το Thinking Of A Place θα ήταν το αγαπημένο album ενός σαρανταπεντάρη άνδρα (θα τον έκανε μικρότερο όποιος τον έβλεπε) που θα ήταν κάτοικος του ιστορικού κέντρου. O τύπος θα έμενε σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα, μιας σχεδόν αρχαίας πολυκατοικίας, χωρίς ασανσέρ, η οποία θα ήταν γεμάτη γραφεία και αποθήκες. Θα πέρναγε τα βράδια του σε μικρά τραπεζάκια στους πεζόδρομους του κέντρου συζητώντας μόνο με τους θαμώνες που θα γνώριζε από τις συχνές τους επισκέψεις στα ίδια μπαρ. Θα ήταν άνθρωπος με ένα κάρο ιστορίες -οι περισσότερες από τα νιάτα του, όταν ζούσε σε διάφορες πρωτεύουσες του εξωτερικού. Τις περισσότερεςαπό αυτές θα ψιλοβαριόταν να τις αναφέρει. Θα έβλεπε με λύπηση την έπαρση των “αποψάτων” που πολλαπλασιάζονται τριγύρω, αλλά δεν θα τους έβριζε ποτέ. Θα είχε διαβάσει τα πάντα μέχρι και πριν δεκαπέντε χρόνια και από τότε δεν θα είχε ξαναπιάσει ούτε περιοδικό στα χέρια του. Τα motto του για τη ζωή δεν θα τα συναντήσεις ποτέ σε “έξυπνες στάμπες” από t-shirt και σε status στα social media. Θα έκανε μόνο χλιαρά και λακωνικά αστεία για να προκαλεί χαλαρό γέλιο στη παρέα. Θα χαμογελούσε χαιρέκακα με όσους τρέχουν και δε φτάνουν. Το ανήσυχο αίσθημα που θα προκαλούσε το άγριο και αξύριστο look του, θα ισορροπούσε κάτι καθησυχαστικό στο χαμόγελό του. Θα φορούσε πετροπλυμένα τζιν σε μαύρες αποχρώσεις και δερμάτινο τζάκετ, φθαρμένα και τσακισμένα στις άκρες. Κάθε αυτοσχέδιο λογύδριο που θα έβγαζε θα ήταν προσεκτικό και θα ακούγονταν επεξεργασμένο, σαν να το έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές. Θα έπαιρνε πάντα το χρόνο του και δεν θα κοίταζε ποτέ το ρολόι. Παρά το χαλαρό του look, δεν θα βαριόταν και δεν θα χασμουριόταν ποτέ. Αν και θα είχε μελαγχολική διάθεση μονίμως, δεν θα έμοιαζε ποτέ δυσοίωνος και σκοτεινός. Θα ήταν ο τύπος που αδιαφορεί για το αδηφάγο συναίσθημα του έρωτα και αυτός που πάντα χλευάζει τις καταστροφικές επιπτώσεις του. Θα είχε ερωτευτεί παράφορα, αλλά μία μόνο φορά. Το δικό του χάσιμο χρόνου θα ήταν ο δημιουργικός χρόνος των υπόλοιπων και το αντίθετο. Αν δεν έδινες σημασία στα σημάδια αυτοκαταστροφής πάνω του, θα τον έλεγες και ταλαντούχο.

Chromatics – Shadow

Το Shadow θα ήταν το αγαπημένο album μιας 23χρονης κοπέλας που θα έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα, κάπου στο Λυκαβηττό. Το σπίτι της θα είχε πολλά και μικρά δωμάτια αξαιτίας κακής διαρρύθμισης και η πολυκατοικία θα ήταν τίγκα στους αντιπαθητικούς, μικροαστούς τύπους. Δεν θα την ενοχλούσαν καθόλου. Θα είχε διακοσμήσει όλους τους χώρους με τις δικές της χειροτεχνίες από πεταμένα υλικά και θα είχε δημιουργήσει μια ασύμμετρη pop αισθητική. Παντού θα υπήρχαν παράξενα κομμάτια τέχνης, που θα είχε συλλέξει από μικρά bazaar. Ο χώρος της δεν θα ήταν καθόλου παρακμιακός, ούτε κρύος. Δεν θα υπήρχε κεντρικό φως, αλλά πολλά περίεργα πορτατίφ και χρωματιστά κεριά. Τίποτα δεν θα θύμιζε αυτό που αποκαλούμε «φοιτητικό σπίτι» ή κουκλόσπιτο. Στη μέση του δωματίου, ίσα που θα χώραγε ένα μεγάλο κρεβάτι με ένα poster του Blue Velvet πάνω από το μαξιλάρι. Τα σχέδιά της να ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική θα τα είχε εγκαταλείψει νωρίς. Θα της αρκούσε να σχεδιάζει διαφημιστικές αφίσες. Σε λίγο θα ξεκινούσε μαθήματα Ισπανικών και θα ήθελε να μάθει κάποια στιγμή να σχεδιάζει web sites. Πάντα μπαινόβγαινε σε μια σειρά από βάναυσες, on&off ερωτικές σχέσεις. Θα δίνονταν εύκολα και άνευ όρων. οπουδήποτε έβρισκε bonding και επικοινωνία. Θα κρατούσε μια απρόσμενη για την ηλικία της αξιοπρέπεια, κάθε φορά που πληγώνονταν. Παραδόξως, δεν θα την είχε δει ποτέ κανείς να κλαίει. Θα αντιπαθούσε τα κατοικίδια και τα φυτά εσωτερικού χώρου. Θα βαριόταν τα γλέντια του Σαββατόβραδου. Θα προτιμούσε να κυκλοφορεί Δευτέρες ή Τρίτες. Θα είχε μια ενοχική αγάπη στα πολύ girly αξεσουάρ. Mερικά θα τα αγόραζε αλλά ποτέ δεν θα τα έβγαζε από το συρτάρι της. Θα κρατούσε πάντα μεγάλες βελούδινες τσάντες. Δεν θα τη πολυένοιαζε να βλέπει ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Θα είχε σε ένα μικρό ράφι καμιά δεκαριά αγαπημένα dvd για να τα βλέπει ξανά και ξανά. Θα ήταν sexy με τον τρόπο της, όμως θα μπορούσε να περάσει πολύς καιρός χωρίς να σκεφτεί το σεξ. Τα βιομηχανικά σκηνικά της πόλης θα της έφερναν κατάθλιψη αλλά δεν θα τα απέφευγε. Θα ήθελε να αλλάξει τη ζωή της αλλά δεν θα είχε τη παραμικρή ιδέα για το τι θα ήθελε να κάνει. Θα είχε αγαπηθεί πολύ από τους φίλους της και θα ένιωθε αχάριστη που απλά ήθελε την ησυχία της. Θα μπορούσε να χορεύει για ώρες μόνη της στο σπίτι.

Arcade Fire – Everything Now

Το Everything Now θα ήταν το αγαπημένο album ενός εικοσιεννιάχρονου που μόλις μετακόμισε από το πατρικό του σπίτι στους Αμπελόκηπους και πήγε στα Εξάρχεια. Θα είχε ξεκινήσει να σπουδάζει προγραμματιστής πριν τα εγκαταλείψει για να γίνει ηθοποιός. Τα άγχη του παρελθόντος για τη καριέρα του και το μέλλον θα είχαν εξανεμιστεί μόλις θα είχε διαβάσει το “The Book of Laughter and Forgetting” του Κούντερα. Θα πίστευε πως είχε χάσει πολύ χρόνο και πως για καιρό είχε θέσει λάθος προτεραιότητες. Αυτό, θα του δημιουργούσε μια μόνιμη κοινωνική δυσλειτουργία και μια δυσκολία στο να εντάξει τον εαυτό του σε παρέες. Οι απαιτήσεις για πρόβες και η θεωρητική της υποκριτικής θα τον κούραζαν απερίγραπτα. Διψούσε όμως να χαθεί σε ρόλους και να δοκιμάσει τα όριά του με αποδέκτη αληθινό κοινό. Θα ένιωθε ευτυχής όταν χάνονταν στα αμέτρητα ποτά τις Παρασκευές το βράδυ σε ένα after-bar πίσω από τη Μαβίλη. Θα βαριόταν να έμενε μόνος του σπίτι τις Κυριακές. Η προσωπικότητά του θα είχε κάτι μαγνητικό για τους γύρω του αλλά ποτέ δεν θα το είχε αξιοποιήσει σε κάτι γόνιμο. Το να είναι ευχάριστος θα ήταν το φόρτε του, αλλά η αυτοπεποίθησή του θα είχε άλλες ανάγκες αναγνώρισης για να αναζωπυρωθεί. Θα πέρναγε καλά όταν πήγαινε σε μικρές πειραματικές θεατρικές σκηνές. Ο κρυφός καημός είναι να γράψει ένα δικό του έργο αλλά οι ιδέες του δεν τον ικανοποιούν. Θα ανησυχούσε ότι ποτέ δεν θα μεγαλώσει πραγματικά. Θα βρίσκονταν διαρκώς σε μπλέξιμο και ζόρια με διάφορες περιστασιακές σχέσεις και παράλληλα φλερτ, που θα οδηγούσαν μετά σε άλλες σχέσεις και ζόρια για να τα αφήσει ή να τον αφήσουν, πριν ξαναπιάσει τα παλιά από εκεί που τα άφησε. Θα είχε ξεπεράσει το κόλλημα με τους Smiths και τώρα θα έψαχνε για νέες απολαύσεις στην ένοχη disco του Barry Manilow. Θα του άρεσε ιδιαίτερα το σινεμά του Wes Anderson. Θα έβρισκε για κάποιο λόγο ακαταμάχητα sexy τη Kate Moss. Ο χώρος του θα ήταν ακατάστατος, ποτέ βρώμικος. Μερικές φορές θα τον τσάντιζε η ίδια του η ευαισθησία. Θα μπορούσε να δουλεύει σκληρά χωρίς να παίρνει λεφτά. Θα ήθελε τα καλύτερα πάρτι που είχε πάει να μην έπρεπε να τελειώσουν ποτέ.

Posted in 3 | Leave a comment

Album Of The Week #128

Future Islands
 The Far Field

Κάποτε, ο Φρανσουά Τρυφώ είπε στον Άλφρεντ Χίτσκοκ ότι κάθε φορά που ξεκινούσε να δει την ταινία του Η Κυρία Εξαφανίζεται (1938), ήταν αποφασισμένος να παρατηρήσει τις τεχνικές αφήγησης, το μοντάζ και να αναλύσει τη σκηνοθεσία του Μετρ. Κάθε φορά όμως, η ιστορία τον παρέσερνε και η ταινία τον μάγευε, με αποτέλεσμα να μην καταφέρνει ποτέ να αναλύσει στο μυαλό του την κατασκευή της.

Κάτι ανάλογο παθαίνω όταν βάζω να ακούσω το The Far Field των Future Islands: προσπαθώ να αναλύσω και να επεξεργαστώ τις τεχνικές των λεπτόγραμμων synths, να βρω επιρροές στα στρογγυλά κουπλέ, να ξεχωρίσω στίχους και πιθανά να εντοπίσω αδυναμίες –γιατί έτσι κάνουμε εμείς οι γραφιάδες. Όμως, κάθε φορά, χάνομαι στην αγκαλιά του γενναιόδωρου rock που έγραψε το τελευταίο συγκρότημα που αγάπησα παράφορα.

Χωρίς ψυχαναγκαστικά βαρίδια στο στυλ και δίχως ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, οι Future Islands χτίζουν ένα συμπαγές σύνολο από εμβατηριακά ντραμς και περικυκλωτικά πλήκτρα, τα οποία μπλέκουν γλυκά με το μυώδες μπάσο και τη λαχτάρα που δείχνει ο χαρισματικός Samuel T. Herring στο μικρόφωνο. Ο απόκοσμος crooner χλευάζει στα μούτρα τις ορδές από κατασκευασμένα, ροδομάγουλα αγόρια που έπιασαν μικρόφωνο λόγω φωτογένειας. Και τραγουδάει με τη γοητευτική επικινδυνότητα ενός τύπου που νιώθει ότι ο κόσμος του ανήκει.

Τον αγαπώ βαθιά τον Herring, κυρίως γιατί νιώθω ότι είναι ο πιο ειλικρινής καλλιτέχνης στον κόσμο: σου λέει τα πάντα και δεν έχει ανάγκη να «παριστάνει» ή να αφήνει χώρο για δεύτερες ερμηνείες –σαν ένας γνήσιος ιεροκήρυκας αρσενικού πάθους, ο οποίος «ζορίζει» τις λέξεις για να βγουν από μέσα του και δίνει σχήμα στις φλεγόμενες σκέψεις που παλεύουν στο κεφάλι του. Η φωνή του γίνεται έτσι φωτεινός σηματοδότης και καθοδηγεί την υπόλοιπη μπάντα να ξεπεράσει τον εαυτό της και να αβαντάρει μουσικά τις παρορμήσεις του και όσα τον κινητοποιούν.

Το νέο άλμπουμ των Future Islands διαθέτει ανάγλυφους ρυθμούς, που γίνονται περισσότερο εθιστικοί με κάθε ακρόαση. Το σύνολο μοιάζει με επιθετική electro pop, η οποία γράφτηκε για νεορομαντικές ψυχές που δεν τις εξέφρασε ποτέ η άτεχνη ωμότητα του punk. Τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Ran” και το βελούδινης αισθητικής “Cave”, πατάνε σε μοτίβα που γράφτηκαν για ανθρώπους οι οποίοι χορεύουν σαν να νιώθουν άβολα μέσα στο ίδιο τους το σώμα, αλλά κατά βάθος θέλουν να τρέξουν γυμνοί στον δρόμο ή να οδηγήσουν με λυτρωτική ταχύτητα σε ανοιχτό αυτοκινητόδρομο.

Στο ημι-γοτθικό “Time On Her Side”, στο εξώστρεφο μπαρόκ του “Beauty Of The Road”, στο διαολεμένα ρυθμικό “Through The Roses” και εν μέσω της αναπόλησης του “Day Glow Fire”, οι Future Islands απευθύνονται τόσο όμορφα σε ανθρώπους που θέλουν να γλεντάνε ακόμα και τα πιο πετρώδη συναισθήματα. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα πιο καλλιεργημένα σύνολα που δρουν σήμερα, αποτελώντας καμάρι για το σύγχρονο, ασθμαίνον εναλλακτικό rock. Ευγνωμοσύνη απέραντη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

A Quiet Passion (Ήρεμο Πάθος)

85zMvwr_3.jpg

Η «βιογραφία εποχής» στο σινεμά, ποτέ άλλοτε δεν έρρεε σαν ποίημα. Έχουμε αντιμετωπίσει ταινίες εποχής που κατασκευάστηκαν για να ικανοποιήσουν τα υγρά όνειρα ενδυματολόγων που βούτηξαν στους κορσέδες και τα τούλια. Έχουμε παρακολουθήσει βιογραφίες από τον 19ο αιώνα να αναπαράγουν πληκτικά τη μανιέρα του Τζέιμς Άιβορι. Έχουμε δει Βρετανικά δράματα να πνίγονται στον ακαδημαϊσμό, με ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουζα» υπερβολή στην έκφραση. Όμως, ο σκηνοθέτης Τέρενς Ντέιβις (της φήμης του “The Deep Blue Sea”) ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο: αυτόν της εσωτερικότητας, όπου τα στατικά πλάνα – σαν ενότητες – κάνουν ρίμα μεταξύ τους και αφήνουν στις χαραμάδες τους την ιστορία να κυλάει σαν ρευστό ποίημα.

85zMvwr_2.jpg

Η διακύμανση των σχέσεων υπαγορεύεται συχνά από σιωπές και παύσεις, από φωνές και ψιθύρους, δίχως παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας και χωρίς καμία προσπάθεια του δημιουργού να καλοπιάσει το κοινό. Ο 70χρονος Βρετανός σκηνοθέτης, στην 7η μόλις ταινία της «μοναχικής» καριέρας του, μπολιάζει με δωρικότητα την αφήγησή του, αφήνει τη δύναμη των λέξεων της διάσημης ποιήτριας να πάρει σχήμα μέσα μας, και όλα αυτά δίχως ίχνος ηδυπάθειας και ναρκισσισμού στο στυλ. Καταφέρνει λοιπόν, ουσιαστικά να «κεντήσει» ένα κινηματογραφικό φόρεμα, διακριτικά όμορφο.

Έχοντας βαθειά γνώση του υλικού του, ο Ντέιβις απογυμνώνει την ταινία από τον συνήθη κατακλυσμό δραματικών εξάρσεων που συνοδεύει τα δράματα εποχής. Με αφοπλιστική διακριτικότητα και υπομονή, εμπιστεύεται τους ηθοποιούς του και ιχνιλατεί τον μελαγχολικό βίο της Έμιλι Ντίκινσον. Επιπλέον, φωτίζει με μαεστρία και αγάπη το αόρατο ψυχολογικό πεδίο όπου γεννήθηκαν οι προσωπικές αγωνίες μιας υπερ-ευαίσθητης γυναίκας, η οποία παρά τη συναισθηματική καταχνιά που τη συνόδευε (και αδυνατούσε να αντιμετωπίσει) παρέμενε θελκτική και τρυφερή. Μια γυναίκα που ήθελε να αγαπηθεί, αλλά τελικά προτίμησε να αγαπήσει τις λέξεις και τις ποιητικές περιγραφές ενός κόσμου που δεν μπορούσε να ακουμπήσει.

85zMvwr_4.jpg

Από την άδηλη σύγκρουσή της με τη θρησκευτική εκπάιδευση στα νειάτα της, μέχρι τον τρόπο που εξαπέλυε λεκτικά πυρά απέναντι στο συντηριτικό της περιβάλλον, ο χαρακτήρας της ποιήτριας και το ανυπότακτο πνεύμα της, περιγράφονται με γοητευτικό τρόπο. Το «πνεύμα» που λειτουργεί τόσο σαν πανοπλία όσο και σαν σπαθί στις κοινωνικές συγκεντρώσεις της έκπτωτης αριστοκρατίας, οι ηθικές συγκρούσεις σε μια εποχή που ο παλιός κόσμος άλλαζε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι διαφαίνονταν, η Χριστιανική ηθική που συγκρούονταν με τη συναισθηματική νοημοσύνη, η αυστηρή πατρική επηρροή που ωστώσο άφηνε πατήματα για να ανθίσει ο προοδευτισμός και τέλος, το βάρος του χρόνου σε μια γυναίκα που η αυτοπεποίθηση την εγκατέλειπε, αφήνουν συναισθηματική ένταση στο θεατή. Χάρη σε μια πρώτη ύλη που στα χέρια άλλου θα μπορούσε να ήταν μια συρραφή από τρυφερές και φωταγωγημένες εικόνες, σαν κακοφορμισμένη συνταγή, για να γνωρίσουμε την ταλαιπωρημένη ψυχολογική διάθεση της ηρωίδας και να κατανοήσουμε το μετερίζι της, προκύπτει ένα μικρό, λογοτεχνικό διαμάντι, φτιαγμένο απο καρδιάς.

Τέλος, πόσο προσεγμένη και πόσο γενναιόδωρη η ερμηνεία της Cynthia Nixon, μιας ηθοποιού που δεν είχα ποτέ σε υπόληψη καθώς δεν την είχα προσέξει σε τίποτα εκτός του ρόλου της στη σειρά Sex and the City. Η ηθοποιός μας χαρίζει μια ερμηνεία αψεγάδιαστη, ειδικά στον τρόπο που σταδιακά αφήνει το σκοτάδι να παρεισφρήσει στην ψυχή μιας ηρωίδας που γέννησε εκατοντάδες ποιήματα και τα τρύπωνε στα συρτάρια. Λογική επιλογή. Απ’ τη μια γιατί κανείς δεν θα δημοσίευε την σπαρακτική απόγνωση μιας ποιήτριας που αψηφά τα ήθη και απ’ την άλλη γιατί, μάλλον προτίμησε να προστατεύσει την ομορφιά των λέξεών της απ’ τα μάτια ενός αμοραλιστικού κόσμου.

85zMvwr_5.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Δαιμονισμένος Άγγελος

86bMv_2.jpg

Φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την εποχή που έκανε πρεμιέρα το ατμοσφαιρικό θρίλερ “Angel Heart” που σκηνοθέτησε ο Άλαν Πάρκερ. Η Ελληνική απόδοση του τίτλου, «Δαιμονισμένος Άγγελος», μπορεί να ξέφευγε από το λογοπαίγνιο του πρωτότυπου, αλλά αποδείχθηκε μια από τις πιο πετυχημένες «βαφτήσεις» ξένης ταινίας. Ο τίτλος εστίαζε στην κολασμένη ψυχή του αντι-ήρωα, ο οποίος έμπλεκε όλο και περισσότερο στον ιστό ενός πυκνού μυστηρίου. Ακόμα πιο εύστοχος είναι ο τίτλος του πρωτότυπου μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Χιόρτσμπεργκ, το «Falling Angel». Αυτή την πτώση του κεντρικού χαρακτήρα είναι που υπογραμμίζει η σταδιακή επαφή του με το μεταφυσικό και η κάθοδός του σε μνήμες που λούζει το σκοτάδι της κολάσεως.

Το “Angel Heart” είναι ένα στυλιζαρισμένο θρίλερ που διαδραματίζεται στην απειλητική Νέα Ορλεάνη της δεκαετίας του 50. Το σενάριο συνδυάζει μια απλή ιστορία μυστηρίου με τον διαχρονικό μύθο του Φάουστ. Όχημα της αφήγησης είναι ένας φτηνο-ντετέκτιβ με το όνομα Χάρι Έιντζελ, ο οποίος αναλαμβάνει μια φαινομενικά απλή δουλειά: να βρει τα ίχνη ενός εξαφανισμένου τραγουδιστή με το όνομα Τζόνι Φέιβοριτ. Την αποστολή του την έχει αναθέσει ένας εκκεντρικός τύπος, με το όνομα Λούι Σάιφερ. Ένας άγνωστος κόσμος από δοξασίες και βουντού, θα κυκλώσει σαν δαιμονική απειλή τον ήρωα (ο οποίος έχει θέμα με τις κότες) και θα τον ρίξει σε ένα ανθρωποκυνηγητό που θα μπλέξει τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας.

86bMv_3.jpg

Συνδυάζοντας την ανάπτυξη της δαιδαλώδους πλοκής του Chinatown (με το προστατευτικό στα γυαλιά του Μίκι Ρουρκ να θυμίζει την σπασμένη μύτη του Τζακ Νίκολσον στο κλασικό νουάρ), την ατμοσφαιρική γραφή του Ρέιμοντ Τσάντλερ και τα αρχέτυπα φιλμ τρόμου του Ζακ Τουρνέρ (“Περπάτησα Με Ένα Ζόμπι”, “Άνθρωποι Γάτες”), ο «στυλίστας» Άλαν Πάρκερ αποδείχθηκε άριστος γνώστης των βασικών μηχανισμών του φιλμ νουάρ. Ένα low life ρεμάλι, μπλέκει σε ένα μυστήριο με σκόρπια στοιχεία, μυστικά πέρα από τις δυνάμεις του και μοιραίες γυναίκες που θα παίξουν με τη συνείδησή του. Μέχρι την τελική αποκάλυψη που σηματοδοτεί την οριστική κάθοδο στον «κάτω κόσμο». Μια κάθοδος που οπτικοποιείται με τις σιδερένιες θύρες ενός ασανσέρ που οδεύει προς το υπόγειο.

86bMv_4.jpg

Όλη η ταινία διαποτίζεται από μια σχεδόν ονειρική αίσθηση φόβου και ποτέ δεν αποχωριζόμαστε την οπτική του Χάρι Έιντζελ. Σκοτεινό, υποβλητικό και μονταρισμένο με απερίγραπτο νεύρο, το αποτέλεσμα είναι ένα από τα λαμπρότερα δείγματα μεταφυσικού τρόμου που προέκυψαν στην δεκαετία του 80. Οι fans των Led Zeppelin θα αναγνωρίσουν το αυθεντικό κτίριο που φιγουράρει στο εξώφυλλο του Physical Graffiti, σε μια απο τις σκηνές-κλειδιά της ιστορίας. Κερασάκι στην τούρτα, η σκηνή ανθολογίας, με τον επιβλητικό Ρόμπερτ Ντε Νίρο να τρώει το βραστό αυγό -που συμβολίζει την ψυχή του ανθρώπου – κοιτώντας με άδειο βλέμμα απειλής, μέσα στα μάτια τον Μίκι Ρουρκ. Μια αποθέωση της μινιμαλιστικής προσέγγισης του Ντε Νίρο, σε μια σκηνή άδεια από εφέ και μουσική, που δημιουργεί υποβολή μονάχα από την έκφραση, με τρόπο που απογείωσε τον Μεφιστοφιλικό τρόμο.

86bMv_5.jpg

Από το Movieworld

 

Posted in Cinema | Leave a comment

Twin Peaks – Καλωσήλθατε στον νέο εφιάλτη του Ντέιβιντ Λιντς

Κάθε πιθανή απόπειρα εξήγησης και ταξινόμησης της πλοκής των έργων του Λιντς, μοιάζει εξίσου αδόκιμη με την ανάλυση ενός παράξενου ονείρου. Μπορεί να μιλάς γι’ αυτό, αλλά είναι αδύνατον να αναδομήσεις τη βιωματική του αίσθηση. Ο Ντέιβιντ Λιντς, 40 χρόνια μετά τον πρωτόλειο εφιάλτη του “Eraserhead” (1977), συνεχίζει να στοχεύει σε έναν συνεχή υπνωτισμό του θεατή. Το αποτέλεσμα, συχνά το αποκαλούμε «ονειρικό» –ελλείψει πιο ταιριαστής ορολογίας.

Όπως ξετυλίγεται το κουβάρι ενός εφιάλτη κι εμείς αδυνατούμε να παρέμβουμε, έτσι ακριβώς ο σκηνοθέτης δημιουργεί τις υπερβατικές του εικόνες, στοχεύοντας στο ασυνείδητο του αποδέκτη. Μετα-εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί που αποκρύπτουν σκιές. Στιλιζαρισμένες ερμηνείες, που υπαινίσονται τρόμο. Ήρωες που ξεγλυστράνε μέσα στις νοηματικές τρύπες της ιστορίας. Όλες μαζί, αυτές οι εικόνες δημιουργούν έναν καθρέφτη του ασυνειδήτου. Όποιος δεν χαθεί μέσα τους, δεν θα μπορέσει ούτε καν να υποψιαστεί τις κρυφές τους κατευθύνσεις.

89gtp_2.jpg

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για την υπόθεση του reboot στο “Twin Peaks”, είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα για να «κατανοηθεί», τουλάχιστον με τη λογική των θεατών που χρησιμοποιούν τη σύνοψη της πλοκής για φωτεινό σηματοδότη επιλογών. Ο μόνος τρόπος «εισόδου» σε αυτήν την αλλόκοτη πόλη με τον υπέροχο καφέ, τα ψηλά δέντρα, τις αόρατες στοές και τις απειλητικές κουκουβάγιες, είναι να αφεθεί κανείς με εμπιστοσύνη στη συνειδητή και συνεχιζόμενη (οι πολέμιοι θα έλεγαν επαναλαμβανόμενη) ακεραιότητα ύφους και αισθητικής του δημιουργού.

Το “Twin Peaks” σημάδεψε την τηλεοπτική εικόνα της δεκαετίας του ’90 ως αυτοδίκαιος cult θρίαμβος. Η απόλυτα πρωτότυπη σειρά έμεινε στην ιστορία σαν μνημείο έμπνευσης και θάρρους, εξαιτίας των πρωτόγνωρων αισθήσεων που άφησε, ακόμα και σε όσους είχαν ήδη μυηθεί στον σαλταρισμένα βίαιο κόσμο του “Μπλε Βελούδου” (1986) και σε όσους είχαν βουτήξει στον αρρωστημένο ψυχισμό της ”Ατίθασης Καρδιάς” (1990). Μετά από έναν θριαμβευτικό πιλότο, ακολούθησε ο αριστουργηματικός πρώτος κύκλος 7 επεισοδίων και ένας χαοτικός δεύτερος, με άλλα 22 επεισόδια που αψηφούσαν κάθε ερμηνευτική λογική.

Η φετινή επιστροφή του Ντέιβιντ Λιντς στον κόσμο του Twin Peaks σήμαινε απεριόριστο δημιουργικό έλεγχο στη σκηνοθεσία και των 18 επεισοδίων (ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει μόνο 6 από τα 30 επεισόδια των πρώτων δυο σεζόν). Η υπόσχεση της δολοφονημένης Λόρα Πάλμερ ότι θα ξανασυναντήσει τον πράκτορα Κούπερ, 25 χρόνια μετά (διαολεμένα εύστοχος χρησμός), δίνει το λάκτισμα για μία ακόμη εξερεύνηση. Σε ένα σύμπαν τόσο καλά δομημένο, ώστε τελικά ξαναχτίζεται (έστω με διαφορετικά υλικά) με αναπάντεχη κανονικότητα.

Όπως φάνηκε από τα τέσσερα πρώτα μέρη, ο ασυμβίβαστος δημιουργός επιστρέφει στις οραματικές του εξάρσεις και την εξω-λογική αφήγησή του. Στα τελειώματα της καριέρας του, ο Λιντς δίνει τη δική του αποστομωτική απάντηση στην ολοένα αναπτυσσόμενη (και μάλλον αυτοκαταστρεφόμενη, λόγω της υπερπροσφοράς περιεχομένου) τηλεοπτική βιομηχανία, εξαργυρώνοντας τον μύθο μια πόλης που δημιούργησε από το μηδέν, στα -απάτητα τότε- τηλεοπτικά εδάφη.

Ο Λιντς μηδενίζει τον χρόνο και ξεκινάει από την αρχή. «Βρισκόμαστε στο μέλλον ή βρισκόμαστε στο παρελθόν;», ρωτάει ο μονόχειρας άνδρας στα έγκατα της Μαύρης Στοάς. Αρκεί το απλό πέρασμα πίσω από μια κόκκινη κουρτίνα για να χαθούν οι ήρωες στο ανεξήγητο. Το «Χέρι» προειδοποιεί για κάποιον σωσία. Ένα γυάλινο κουτί ελέγχεται από ένα πολύ ισχυρό και επικύνδυνο άτομο, με άγνωστους σκοπούς. Ένας βίαιος φόνος επιτρέπει την κρουστή αίσθηση-σοκ στη θέα ενός φρικιαστικά παραμορφωμένου πτώματος. Ο στατικός ηλεκτρισμός προμηνύει τον ερχομό μαγεμένων ηρώων και μοχθηρών τύπων που τους υπονομεύουν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός απέραντου καμβά, τον οποίον ο Λιντς χρησιμοποιεί για να δώσει ξανά πνοή σε όσα στροβιλίζονται στον υπέροχο εγκέφαλό του.

Μέχρι την ολοκλήρωση των 18 ωρών αυτού του φαντασιακού θρίλερ, ελπίζουμε να απογειωθεί η ονειρική δραματουργία, με το μυστήριο, την επιβολή και την παραπλάνηση να παραμένουν τονισμένα σε ένα αξιοθαύμαστο έπακρο.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Depeche Mode @Terra Vibe

90yDepeche_3.jpg

Η βροχή είναι ο εφιάλτης του συναυλιακού καλοκαιριού. Στην περίπτωση όμως της πολυαναμενόμενης εμφάνισης των Depeche Mode στην Αθήνα, αποτέλεσε production value και αισθητικό πλεονέκτημα, ώστε να ακουστούν στίχοι όπως το «Let Me See You Stripped Down To The Bone» σε όλη τους την καταραμένη μεγαλοπρέπεια. Έστω κι αν ορισμένοι, πηγαίνοντας στη Μαλακάσα, αγωνιούσαν, φέρνοντας ίσως στον νου τους το φιάσκο του 2009. Όπως και στην εποχή του Τοuring The Angel (2006), οι Raveonettes έστρωσαν το χαλί για την επέλαση ενός συγκροτήματος που περίμενα με τρόμο ψυχής ότι θα με απογοητεύσει οικτρά, σαν σκιά του εαυτού του που βγαίνει στη γύρα για αρπαχτή. Αυτή η αμήχανη αίσθηση που συνοδεύει πλέον τους Depeche Mode, έχει χτιστεί με τις απανωτές μετριότητες τις οποίες έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 10-12 χρόνια.

Εν τέλει, όμως –έστω και με τα βαρίδια των αδιάφορων νέων τους τραγουδιών να τους κρατάνε στο έδαφος, αλλά και με το πέρασμα χρόνων από τότε που είχαν τη δύναμη να αλλάξουν ζωές και να διαμορφώσουν ανθρώπους (κυριολεκτικά) με τα live της εποχής του 101– οι θρύλοι της synth pop έκαναν καλά που ήρθαν, καθώς μας υπενθύμισαν τι είναι αυτό που τους καθιστά σπουδαίους. Ακούγοντας ξανά τις ηλεκτρονικές «πλάτες» των τραγουδιών τους, χάρη στον υπέροχο ήχο στο Terra Vibe, καταλάβαινες ξανά γιατί το συγκρότημα αυτό κατάφερε να τετραγωνίσει των κύκλο των πρωτόλειων αναπτύξεων των Kraftwerk. Καταλάβαινες επίσης γιατί ο Dave Gahan υπήρξε ανέκαθεν ιδανικός εκφραστής, ικανός να μπολιάσει με νατουραλισμό και άψογη σωματική κίνηση τη σκοτεινιά και την περιρρέουσα λαγνεία της δαιμόνιας μουσικής αρχιτεκτονικής του Martin Gore.

90yDepeche_4.jpg

Ο Gahan υπήρξε ο πρώτος που απενοχοποίησε τους «άντρες», κάνοντάς τους να χορέψουν πραγματικά, αντί να κουνιούνται ρυθμικά σαν να κατάπιαν κρεμάστρα. Και στο Terra Vibe όργωσε τη σκηνή συμπεριφερόμενος σαν έκφυλη θεότητα του περιθωρίου, με look νταβατζή ύστερα από οργιώδες clubbing ή λάγνου τροβαδούρου σε μόνιμα «βρώμικη» διάθεση, ο οποίος ξανάνιωσε αφού πρώτα κατάπιε όλα τα παραισθησιογόνα χάπια. Έβλεπες ξεκάθαρα σε τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Stripped» τον τρόπο με τον οποίον μπορούσε να δαμάσει τις αισθήσεις των περίπου 15.000 θεατών χάρη στο αψεγάδιαστο, ερμηνευτικό του εκτόπισμα –αμέσως δε μετά, λίκνισε περήφανα τα οπίσθιά του. Για 2 λοιπόν ώρες, ο Gahan δεν πάτησε σε λάθος νότα (δεν μπορεί, και να θέλει), ενώ ο Gore ενορχήστρωνε όλο το στιβαρό doom & gloom που άστραψε και βρόντηξε στο ξεσηκωτικό “Everything Counts” ή στο αγωνιώδες “In Your Room”, το οποίο συνοδεύτηκε μάλιστα από ένα υπέροχο video.

Οι μεγάλες οθόνες εστίαζαν στις λάγνες ματιές του frontman όταν επικοινωνούσε το transgender δράμα του “Try Walking In My Shoes” σε κάθε φθόγγο ή στην τρυφερή προσήλωση στη μελωδία που δείχνει πάντα ο Gore όταν παίρνει το μικρόφωνο –ειδικά όταν τραγούδησε την υπέροχα εξομολογητική καντάδα “Home” ή το αφοπλιστικό “Question Of A Lust” σε μια πιανιστική, απογυμνωμένη εκδοχή, με ταπεινότητα που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Το κοινό τον επιβράβευσε με ένα παρατεταμένο sing-along.

90yDepeche_5.jpg

Το μετα-βιομηχανικό ύφος του “I Feel You”, έδεσε με την άβουλη οργή του “Wrong”. Τα πύρινα synths του “World In My Eyes” κόλλησαν με τα σκονισμένα φετίχ του “Barrel Of A Gun”. Η «αιώνια» μελωδία του “Enjoy The Silence” με τη δερμάτινη αυτολύπηση του “Pain That I’m Used To”. Και το “Never Let Me Down Again” ξεσήκωσε (όπως ήταν αναμενόμενο) τα πλήθη που αναζητούσαν ένα καλό best of, ενώ το tribute στον David Bowie με τη διασκευή στο “Heroes” ήταν αξιοπρεπέστατο.

To ψιλόβροχο δεν ένοιαξε κανέναν και θεωρώ πως ακόμα και να άνοιγαν οι ουρανοί, δεν θα έφευγε άνθρωπος. Ας όψεται ο ντελικάτος ρυθμικός μανδύας του καταλόγου του συγκροτήματος και το έκφυλο tour de force του Gahan να φτύνει «σαλιωμένους» στίχους όπως το «Ι’ve Got Sooooo Much Loooove In Meeeee». Πραγματικά δεν περίμενα να απολαύσω αυτό το τραγούδι, όπως και το “Going Backwards” και το “Cover Me” από τον καινούριο δίσκο. Βρήκα όμως όλον τον αρρενωπό δυναμισμό στις αναπτύξεις αυτών των τραγουδιών, που, αν και δεν είναι σπουδαία, τα χαντάκωσε η παραγωγή του James Ford στο άλμπουμ.

Με το “Personal Jesus” που έκλεισε το encore να βουίζει στα αυτιά κατά την έξοδο από το Terra Vibe, αναλογιζόμουν ότι, ενώ μέχρι πρότινος ευχόμουν να διαλυθεί το συγκρότημα παρά να εκτίθεται με αναιμικά ανά τετραετία άλμπουμ, τώρα πια θέλω να μην πάψουν να βγαίνουν σε περιοδείες. Αν αυτή η κάθετη αλλαγή σκέψης δεν είναι αποτέλεσμα πετυχημένης συναυλίας, τότε τι στο διάολο είναι;

90yDepeche_8.jpg

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #127

The Magnetic Fields

50 Song Memoir

https://i2.wp.com/static.stereogum.com/uploads/2016/11/The-Magnetic-Fields-50-Song-Memoir-1479398892-640x640.jpg

Ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να υπάρξει άλλο άλμπουμ των Magnetic Fields που να σταθεί επάξια δίπλα στο 69 Songs (1999), δίσκο που κατέχει περίοπτη θέση στην καρδιά μου, τόσο σε επίπεδο φιλοδοξίας, με το αριθμητικό concept να σε ιντριγκάρει εξαρχής, όσο και σε περιεχόμενο.

Όμως η μπάντα-όχημα της χαρισματικής ψυχολογίας του τραγουδοποιού Stephen Merritt επιστρέφει με ένα μουσικό ημερολόγιο φτιαγμένο με τα πιο αγνά υλικά, με τον ίδιο να πασπαλίζει τις θολές μνήμες του με σκόρπιες αναφορές στην pop κουλτούρα και με γενναιόδωρες περιγραφές. Το 50 Song Memoir εμπεριέχει 50 τραγούδια, ένα για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι το 2015, τα οποία περιγράφουν σύμπασα τη ζωή του 50χρονου Merritt. Έρχεται δε χωρισμένο σε 5 CD, με το καθένα να περιέχει από 10 κομμάτια γεμάτα χυμούς.

Τα νέα τραγούδια του Merritt είναι συνεκτικά, λαχταριστά και αλλόκοσμα. Πρόκειται για μια δουλειά που τρέφεται και αναπτύσσεται με τη συναισθηματική συμμετοχή του ακροατή. Μια δεκαετία ζωής χωράει σε καθένα από τα 5 μέρη μιας ανάγλυφης, μουσικής αυτοβιογραφίας, η οποία αίρει τους περιορισμούς μιας συμβατικής κυκλοφορίας.

Πατινάρει στα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 αναπολώντας την αθωότητα, την πρώτη ανθρώπινη επαφή, τις μητρικές συμβουλές και τις μικρές τραγωδίες. Αναρωτιέται για την καταγωγή του, θυμάται μια γάτα του, μνημονεύει την Judy Garland στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τους ξυπόλυτους χίπις, μια συναυλία των Jefferson Airplane, την αστερόστονη της disco το 1976, τη χιονοθύελλα του 1978, τα synths της «νεοκυματικής» εφηβείας, τις ντισκοτέκ, τη λαίλαπα του AIDS, την πρώτη κατάθλιψη, τις χυλόπιτες, τα Levi’s 501, τα δάκρυα, τα one night stand. Καθώς και άλλα αμέτρητα σημαντικά και ασήμαντα περιστατικά, όσα διαμόρφωσαν αυτό το παράξενο και ελαφρώς διαταραγμένο παιδί, που δεν ένιωσε ποτέ βολικά μέσα στο σώμα του, στην εκάστοτε ηλικία του και στο ίδιο το μυαλό του. Κι όλα αυτά, δίχως να ξοδεύεται σε pop trivia και φυσικά χωρίς να γίνεται υπερβολικά αυτοαναφορικός –πραγματικό επίτευγμα διακριτικότητας και ήθους, αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του concept album.

Τα τραγούδια του Merritt μας τον παρουσιάζουν σαν σκοτεινό ξαδελφάκι ενός Burt Bacharach ή σαν το εκκεντρικό διδυμάκι ενός Paul McCartney –τα ερμηνεύει δε όλα με τη λατρεμένα βαρύτονη οκνηρία του. Αυτός λοιπόν ο άτιμος είρωνας μας κάνει δώρο ένα πολυπρισματικό άλμπουμ, προϊόν της μεσόκοπης κρίσης ενός υπέροχου μυαλού. Αφήστε όμως τη λύση του κάμπριο αυτοκινήτου για τους κρετίνους. Εδώ καλούμαστε να συμμετάσχουμε στο μπλαζέ ψυχόδραμα του Αμερικανού τραγουδοποιού, για τον οποίον τα λάθη, τα πάθη, τα λησμονημένα όνειρα και η ματαιότητα του έρωτα είναι περισσότερο προϊόντα χημικών ενώσεων του εγκεφάλου, παρά λυγμόλαλοι αυτοσκοποί. Τα νοήματά του σχηματίζουν έτσι ένα κεκλιμένο έδαφος προς την πόρτα που ανοίγει στη ζωή του.

Αναλογιστείτε λίγο μερικούς τίτλους: “Dreaming Ιn Tetris”, “How I Failed Ethics”, “Eurodisco Trio”. Χωρίς να μας πει τίποτα, γνωρίζουμε τα πάντα για εκείνον, για το γούστο του στα βιβλία και στις τέχνες, για την ηθική του, την αισθητική του και τις σχέσεις του. Ο ίδιος ποτέ δεν ακούγεται μελό ή ευάλωτος, σε πρώτο επίπεδο. Τα σχήματα όμως που χορεύουν στις μνήμες του, δεν έχουν προηγούμενο. Ελάχιστοι μορφοποίησαν τόσο καλά τα βιώματά τους, μέσα σε εύσχημα pop τραγούδια.

Η βαθμολογία του δίσκου θα μπορούσε να είναι «8» ή «10». Τίποτα λιγότερο από γενναιοδωρία για έναν σοφό φίλο, ο οποίος μου εξιστόρησε τα πάντα σε ένα πλήρες ταξίδι 2,5 ωρών. Το περίμενα ότι οι μελωδίες θα μπορούν να τραγουδιούνται παντού και θα ήταν έξυπνες. Αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι η ματιά ενός επιτηδευμένα κυνικού 50άρη θα γεννούσε μερικές μπαλάντες που σε κόβουν στα δύο, όπως λ.χ. το “I Wish I Had Pictures” –κάτι σαν “In My Life” για τη γενιά μας.

O Merritt μεγαλώνει και χαίρομαι που μεγαλώνω μαζί του. Οι μελωδίες του ωριμάζουν καθώς κάθονται στα αυτιά, βγάζουν περικοκλάδες στην καρδιά μας και στο τέλος κουμπώνουν στο δικό μας θυμικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για ένα από τα ακρογωνιαία άλμπουμ της δεκαετίας. Κυριολεκτώ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Alien: Η μυθολογία του διασημότερου διαστημικού θρίλερ

Με την ευκαιρία του Alien: Covenant, θυμόμαστε τις 5 ταινίες που προηγήθηκαν και μας έκαναν να αγαπήσουμε τη μυθολογία που ξεκίνησε πριν από σχεδόν 4 δεκαετίες.

Alien (1979)

91bMov_2.jpg

 

Στο βαθύ διάστημα, τις κραυγές σου δεν τις ακούει κανείς. Το έσχατο μεγάλο φιλμ τρόμου της δεκαετίας του 1970 ταξίδεψε στο μέλλον, αν και ήταν βασισμένο σε μια horror κουλτούρα από το παρελθόν και συγκεκριμένα στα εξωγήινα τέρατα της δεκαετίας του 1950. Το Alien του 1979 υπέγραψε ο Ρίντλει Σκοτ, ο οποίος είχε σημαδευτεί από τις παραδοσιακές γκραν γκινιόλ ταινίες με τέρατα. Υποδειγματικά κλειστοφοβικό και αγωνιώδες στον τρόπο με τον οποίον έδινε υπόσταση στον μικρόκοσμο του διαστημοπλοίου, το Alien ήταν προορισμένο να γίνει κλασική ταινία και να επανακαθορίσει τον διαστημικό τρόμο. Ο Ευρωπαίος ζωγράφος Γκίγκερ ενσωμάτωσε σεξουαλικά, μηχανικά και δαιμονικά χαρακτηριστικά στο αξέχαστο εξωγήινο πλάσμα που σχεδίασε. Η έννοια του Άλλου, όπως την είχαν διαμορφώσει τα παλιά monster movies, δεν διαφοροποιείται στα συστατικά της στοιχεία, αλλά αυτή τη φορά έχουμε το στοιχείο της «κυοφορίας» του εξωγήινου τέρατος, με ξενιστή το ανθρώπινο σώμα. Μια προσθήκη σωματικού τρόμου, η οποία απογείωσε το «μεταλλικό» σύμπαν, δίπλα σε τοξικά σάλια και σε αγωνιώδη κυνηγητά σε φουτουριστικά ντεκόρ.

Aliens (1986)

91bMov_3.jpg

Μια ευφάνταστη έκθεση μιλιταριστικών ακροτήτων, αυθάδικης φαντασίας και ένα γοητευτικά ιδιότυπο -και ενίοτε αποξενωτικό- χιούμορ κατακλύζει την αγεωγράφητη βιρτουοζιτέ του Τζέιμς Κάμερον στη δεύτερη ταινία της σειράς. Ανάμεσα σε ποταμούς από σφαίρες και φλογοβόλα, καρποφορεί η ανατρεπτική προβληματική της «μητρότητας», ενώ ο αμφίσημος ρόλος της Ρίπλει βρίσκει τον δρόμο του στη μυθολογία του φιλμ. To μεταλλικό περίβλημα που στεγάζει τις συναισθηματικές επάλξεις των ηρώων είναι τίγκα στα πυρομαχικά και ο άνθρωπος μοιάζει με αφελές πλάσμα που ταράζει την ταγμένη στη συμμετρία κοσμική τάξη, αδιαφορώντας τόσο για τα μεγέθη, όσο και για το αν δύναται να χωνέψει τις εκκωφαντικές συμπαντικές απαντήσεις που κρύβονται στο βαθύ διάστημα.

Alien 3 (1992)

91bMov_4.jpg

Το Alien 3 προσπάθησε να κερδίσει το στοίχημα της προσωπικότητας μετά το πληθωρικό δεύτερο μέρος, στρέφοντας ξανά την προσοχή στο σενάριο. Μια σκοτεινή και μακάβρια σειρά από πύρινα, βουτηγμένα στο χαλκό πλάνα, στοιχειώνει την ιστορία, χαρίζοντάς της μια εσχατολογική απελευθέρωση και μια θρησκόληπτη απελπισία, η οποία γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του φιλμ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, δουλεύοντας με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς του σασπένς, ρίχνει το πλάσμα και τη Ρίπλει σε μια απομονωμένη φυλακή υψίστης ασφαλείας, με συμμάχους ένα μάτσο παιδεραστές, δολοφόνους και ψυχωτικούς που βρήκαν τον Θεό. Εκεί που το αυθεντικό Alien ξεκίνησε από μια αποστολή ρουτίνας και κέντησε διαφορετικές υφές του κινηματογραφικού τρόμου, το Alien 3 κυκλώνεται από παχιά θεολογικά στρώματα και από μια «υπέρβαρη», μυθική αύρα αιρετικού στοχασμού.

Alien Resurrection (1997)

91bMov_5.jpg

Ο στρατιωτικός μηχανισμός θέλει να ξαναδώσει ζωή στην κλωνοποιημένη Ρίπλει και να αφαιρέσει την εξωγήινη βασίλισσα που μεγαλώνει μέσα της για να γεννήσει τερατόμορφα τέκνα. Μια ομάδα μισθοφόρων καταφθάνει με ανθρώπους-φορείς εξωγήινων αυγών, και καταλαμβάνει το σκάφος. Ο ειδικευμένος σε ονειρόκοσμους φαντασίας Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Πιερ Ζενέ (βλέπε το «Delicatessen», αλλά και την «Πόλη των Χαμένων Παιδιών») διεγείρει το σασπένς και τη συνενοχή του θεατή, με αποκορύφωμα μια υπέροχη υποβρύχια καταδίωξη. Η ταχυδακτυλουργική σκηνοθεσία γεννάει ποιητικώς …ψυχαναλυτικές φαντασιώσεις, αλλά και μια εφευρετική αισθητικά αντιμετώπιση ενός ολόκληρου πάνθεου τερατομορφίας.

Prometheus (2012)

91bMov_6.jpg

Η συγγένεια του Prometheus με το αριστούργημα του 1979 είναι μονάχα εξ αγχιστείας. Το μεγαλειώδες μυθολόγημα κλειστοφοβικού τρόμου της δεκαετίας του 1970 αντανακλάται μόνο στην κοινή σημειολογία (το πλήρωμα του σκάφους, το εξελιγμένο ανθωποειδές, η εταιρεία) και ο Προμηθέας απαγκιστρώνεται από το μαρκετίστικο δέλεαρ της δύσμορφης, σιελογόνου απειλής. Όμως ο Ρίντλει Σκοτ επανέρχεται στο τιμόνι της σκηνοθεσίας και δείχνει ότι ξέρει να προκαλεί ραφιναρισμένο δέος. Το διακύβευμα εδώ δεν είναι οι μάταιες κραυγές στο διάστημα, ούτε ο τρόμος απέναντι στα υγρά του τέρατος, αλλά η ατέρμονη εξερεύνηση της προέλευσης του ανθρώπινου είδους. H επανεκκίνηση των ιδεών γίνεται μέσα από την εξερεύνηση για αρχαίους εξωγήινους πολιτισμούς και την ανάγκη για απαντήσεις σε κοσμογονικά ερωτήματα. Η -ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση της αφήγησης θα εγκλωβιστεί στα ουρλιαχτά των προπατόρων του homo sapiens, με μια διεύθυνση φωτογραφίας που μυρίζει θειάφι και με τα επιστημονικά ευρήματα να είναι εξωγήινες ωοθήκες και μεταλλαγμένα ερπετά.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #126

«Body Count Motherfuckeeeeer!».

Με αυτήν την αξέχαστη ιαχή πολέμου ξεκινούσε το Body Count του 1992, εκείνο το πύρινο ντεμπούτο του side project του Ice T, σε μια ταραγμένη εποχή, κατά την οποία το Λος Άντζελες έβραζε από διαδηλώσεις και η αστυνομική βία προκαλούσε οδομαχίες. Το rap metal υβρίδιο των Body Count κόχλαζε από οργή και έτριζε τα δόντια του απέναντι στο ρατσιστικό κράτος, ξεμπροστιάζοντας το αστυνομικοκρατούμενο σύστημα των αστικών κέντρων.

Μέσα στα χρόνια οι Body Count συνέχισαν να κυκλοφορούν δίσκους, όταν ο Ice T έβρισκε χρόνο ανάμεσα στα σόλο LP του ή στους τηλεοπτικούς του ρόλους (ειρωνικά, ήταν συνήθως ρόλοι μπάτσων). Πλέον, όμως, το συγκρότημα είναι αποδεκατισμένο καθώς πολλά ιδρυτικά μέλη έχουν πεθάνει. Μόνο ο Ice T και ο κιθαρίστας Ernie C έχουν απομείνει να εξαπολύουν το thrash βιτριόλι κατά της «μηχανής».

Στα 2017, οι βασικές επιρροές των Body Count δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα: τα επιθετικά τους riff κινούνται ανάμεσα στους Black Sabbath και στους Suicidal Tendencies, αλλά και ανάμεσα στους Slayer και στους Bad Brains. Κανένα όμως κομμάτι του Bloodlust δεν αφήνει αποτύπωμα στον ακροατή και κάνενα riff δεν μπορεί να ακουστεί ως soundtrack σε σκηνές λαϊκής εξέγερσης –για να τις κινητοποιήσει δε, ούτε λόγος.

Το εξτρεμιστικό “Civil War” (με guest τον Dave Mustaine των Megadeth) ξεκινάει βέβαια τον δίσκο κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο μέσα σε metal πανικό, το “All Love Is Lost” (guest εδώ ο Max Cavalera) φτύνει μισογυνικό μίσος και το “Here I Go Again” γεννάει εικόνες ενός αιματοβαμένου b-movie. Πρόκειται ωστόσο για τραγούδια που ακολουθούν μια απλή φόρμουλα: ο Ice-T κραυγάζει για ένα κοινωνικό ζήτημα ώστε να θέσει το θεματικό τερέν, μετά βρίζει ακατάπαυστα για το πόσο «fucked up» είναι το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται και κάπου στη μέση ένα παχύρρευστο κιθαριστικό riff έρχεται για να κάψει τα ηχεία και να τα κάνει όλα ίσωμα.

Ενώ λοιπόν κάποτε οι Body Count προκαλούσαν αντιπαραβολές με τους Rage Against The Machine, πλέον μπορούν να συγκριθούν με ένα μεταλλικό κακέκτυπο των Limp Bizkit. Πριν δύο δεκαετίες, ασφαλώς, αυτή θα ήταν η χειρότερη προσβολή για την thrash συμμορία του Ice-T, αλλά ίσως να μη χολοσκάνε πλέον για την επικινδυνότητά τους, παρά να νοιάζονται μόνο για την εκτόνωσή τους. Το σαρωτικό Bloodlust μπορεί έτσι να νομίζει ότι λειτουργεί σαν εμπρηστικός μηχανισμός απέναντι στη ρατσιστική και βίαιη κοινωνία που το έθρεψε, μα πάσχει τόσο πολύ μουσικά και στιχουργικά, ώστε δεν είναι ικανό να παράξει έστω ένα τραγούδι-σύνθημα.

Οι Body Count δεν μπορούν πια να ξεσηκώσουν, δεν μπορούν καν να ενοχλήσουν. Ούτε μια ωμή ανταπόκριση από το πολεμικό μέτωπο των γκέτο δεν πείθουν ότι κάνουν με ειλικρίνεια, καθώς η οργή εδώ είναι τoποθετημένη μόνο για να συνοδεύει τη macho πόζα και τα (ανώδυνα) κωλοδάχτυλα προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο το “No Lives Matter” κάνει ένα σχετικά ενδιαφέρον σχόλιο επάνω στο κίνημα του Black Lives Matter, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να αποκαλείται απόγονος του “Cop Killer”.

Αυτό το άλμπουμ, ας είναι το τελευταίο τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #125

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο. Ο τρόπος που η ζεστή φωνή της τυλίγεται γύρω από τρυφερές, μελίρρυτες μελωδίες, τρύπωσε στην καρδιά μου, κυρίως με τα τραγούδια που χάρισε στο soundtrack του Magnolia (1999). Η ίδια ανήκει άλλωστε σε μια γενιά γυναικών τραγουδοποιών της δεκαετίας του 1990, από τη Fiona Apple μέχρι και την Cat Power, που επιβιώνουν ακόμα, ανάμεσα σε συνταγές γιατρού και παρτιτούρες. Γυναίκες με παραπανίσια εξυπνάδα, των οποίων η καλλιτεχνική αυτοέκφραση και οι αποτοξινωτικές μελωδίες γίνονται σωσίβια, ώστε να μπορούν να αντέχουν το βάρος τους.

Στο πρώτο της άλμπουμ μετά από 5 χρόνια, η πολυσχιδής τραγουδοποιός αντιμετωπίζει μετωπικά την ψυχική νόσο και τα τραύματα που γεννάει στις καθημερινές σχέσεις. Από την αρχή άλλωστε της καριέρας της έδινε φωνή σε ήρωες που δεν ήταν θύματα των υπολοίπων ή γεννημένοι losers, μα αυτοκαταστροφικοί σαμποτέρ των ίδιων τους των ζωών. Σε εραστές που απεχθάνονται την οικειότητα, σε αστούς που χρησιμοποιούν τον σαρκασμό για να καλύψουν τον τραυματισμένο τους εαυτό, σε αταξινόμητους κοινωνικά ανθρώπους, όσους τρέχουν ασθμαίνοντας προς μια κάποια ευτυχία –μόνο και μόνο για να σωριαστούν εξαντλημένοι στα μισά της διαδρομής– αλλά και σε αφελείς που επιχειρούν πτώση στο κενό, πεπεισμένοι ότι θα προσγειωθούν ελαφρά στο έδαφος σαν πούπουλα.

Τα τραγούδια του Mental Illness μοιάζουν να μην ηχογραφήθηκαν απλώς, αλλά να απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα· σαν αποδημητικά πουλιά που δεν αντέχουν άλλο να παριστάνουν τα κατοικίδια στα μπαλκόνια αστικών διαμερισμάτων. Από τις soft-rock γραμμές των Bread μέχρι τις mid-tempo μπαλάντες του Elliott Smith, η Aimee Mann αφηγείται folk ιστορίες, ενδεδυμένες με βασανισμένο περιτύλιγμα και με μαύρο χιούμορ. Προκειμένου λοιπόν να οικειοποιηθούμε τραγούδια όπως το “Lies Of Summer”, το οποίο αφηγείται μια βάναυση σχέση με έναν παθολογικό ψεύτη (και για κάποιον λόγο φέρνει στον νου τον Neil Young του “Harvest Moon”), το διπολικό δράμα του “Rollercoasters” ή το “Knock It Off”, μια ιστορία διαχείρησης ενός πρώην που δεν δέχεται το τέλος της σχέσης («Come on, get in the car –it’s over»), η ακρόαση πρέπει να συνοδεύεται από ανάγνωση των στίχων για να αποδώσει τα δέοντα.

Τα τύμπανα, το πιάνο και τα διακριτικά έγχορδα δεν παίρνουν ποτέ το πάνω χέρι, κάνοντας έτσι το Mental Illness έναν δίσκο εύκολο να χαθείς μέσα του. Φυλάξτε το “You Never Loved Me” για ένα μελαγχολικό βράδυ και το “Stuck In The Past” για όταν χρειαστείτε ένα μικρό καταφύγιο παρηγοριάς, φιλοτεχνημένο με ειλικρίνεια και ψυχοθεραπευτική διάθεση.

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο· αλλά τον αντίκτυπο των τραγουδιών του Magnolia, δεν τον έφτασε ξανά. Επιλέγω όμως να κρατήσω τις τρυφερές της ερμηνείες σε στίχους όπως το «My heart is a poor judge / It harbours an old grudge», καθώς επιμένουν να θυμίζουν αληθινά αισθήματα στην ψηφιακή, φωτοσοπαρισμένη φαντασία που κατακλύζει τις μέρες μας.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Jonathan Demme (1944–2017)

O θάνατος του Jonathan Demme, μας δίνει μια αφορμή για να θυμηθούμε όλους εκείνους τους σκηνοθέτες του σύγχρονου Αμερικάνικου σινεμά, που διαθέτουν προσωπικό κόσμο, δεξιοτεχνία και πάθος, αλλά συνήθως δεν τιμώνται όσο πρέπει. Ο Demme δεν ήταν παραγνωρισμένος, καθότι έχει βραβευτεί με όσκαρ και έχει αποκτήσει τεράστια φήμη. Όμως, ο Νεουορκέζος σκηνοθέτης πάντα διέθετε το «ενοχλητικό» για το mainstream κοινό, ένζυμο του «πάθους για εικόνα», (όπως ο Michael Mann). Με παραπανίσια εξυπνάδα και με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω στην καριέρα του, ο Demme δεν ήθελε (ή δεν μπορούσε) να ακολουθήσει τη δαφνοστεφανωμένη διαδρομή συναδέλφων του, όπως ο Ron Howard ας πούμε, που ήταν ετοιμοπόλεμοι σε κάθε «πρόσληψη του studio». Ο ίδιος δεν ανέλαβε δαπανηρά σίκουελ, ούτε ήρωες της Marvel. Έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο με τεθλασμένη γραμμή στο σχεδιάγραμμα ποιότητας, ο Demme θα μείνει στην ιστορία κυρίως για τον τρόπο που ενσωμάτωσε την rock κουλτούρα στις εικόνες του, όπως προγενέστερα ο Nicholas Roeg ή μεταγενέστερα ο Cameron Crowe. Όμως ο Jonathan Demme δεν έκανε rock’n’roll σινεμά, αλλά τίμησε τη μουσική με έναν τρυφερό και διακριτικό τρόπο.

silence_6.jpg

Ο καριέρα του ξεκίνησε με γνήσια b movie ψυχαγωγία, με τον ίδιο να απολαμβάνει τη χαρά της σκηνοθεσίας σε μια σειρά μικρών ταινιών (Last Embrace, Melvin and Howard). Όμως στην κωμωδία Something Wild (1986) ήταν που έλαμψε για πρώτη φορά το άστρο του και στο Married to the Mob (1988) ήταν που έγινε περιζήτητος. Αντί όμως να εκμεταλλευτεί την επιτυχία και να αναλαμβάνει να διαικπεραιώνει κωμωδίες στο στυλ του Rοb Reiner, ο Demme αμέσως βούτηξε στον πειραματισμό με το “Swimming to Cambodia” και λίγο μετά αποθέωσε τη μουσική των Talking Heads με το “Stop Making Sense, αντικειμενικά την «καλύτερη συναυλία που κινηματογραφήθηκε ποτέ», με τον Byrne σε άπιαστη δημιουργική νιρβάνα επί σκηνής. Ο Demme είδε τη συναυλία σαν ένα θεατρικό και τους μουσικούς σαν χαρακτήρες ενός έργου με τους οποίους έπρεπε να δεθείς σαν θεατής.

2017-03-06.jpg

Ο Demme έφτασε την δημοτικότητά του στα ύψη με τον τρόπο που κινηματογράφησε το πρόσωπο του Anthony Hopkins να λέει «Hello Clarice» και να μας παγώνει το αίμα στους κινηματογράφους το 1991. Η ταινία άνοιξε το δρόμο για το Seven και το X-Files αλλά και για εκατοντάδες απομιμήσεις, με κάθε λογής ψυχωτικών serial killers να παρελαύνουν στις οθόνες. Κανένας δεν έφτασε τον Buffalo Bill και κανένας σκηνοθέτης δεν θα ταίριαζε τόσο καλά το ‘Goodbye Horses’ των Q Lazarus στη σκηνή με το χορό του δολοφόνου. Ο θρίαμβος συνεχίστηκε με το οσκαρικά ανθρωποκεντρικό και διδακτικό Philadelphia (1993). Από τότε ο Demme αποφάσισε να κάνει τα δικά του. Να κάνει παρέα με τον John Cale, τον Bruce Springsteen, τη Laurie Anderson, τον Robyn Hitchcock, τον David Byrne και τον Neil Young. Με τον Neil Young μάλιστα, έφτιαξε τρια υπέροχα ντοκιμαντέρ: το Heart of Gold (2006), το Trunk Show (2009) και το Journeys (2011). Σαν να μην ήθελε να αποχωριστεί τη μουσική του φίλου του.

6a00d8341c630a53ef0168e5c36406970c.jpg

Το σινεμά του Demme είχε τίμιες ασημαντότητες (The Truth About Charlie), φιλόδοξες αποτυχίες (Beloved), αναιμικές ηθογραφίες (Rachel Getting Married), δειλές απόπειρες στο mainstream (The Manchurian Candidate) και υποτιμημένες κομεντί (Ricki and the Flash). Κυρίως όμως περιείχε κάμποσες τηλεταινίες, μικρά ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικά επεισόδια. Τη μέρα που ο Demme πέθανε, προβάλλονταν στην Αμερικάνικη τηλεόραση ένα επεισόδιο που σκηνοθέτησε για την αστυνομική σειρά Shots Fired – ένα από τα αμέτρητα αστυνομικά σήριαλ του συρμού στα οποία σπαταλήθηκε. Ο άνθρωπος για τον οποίο πίνουν νερό στ΄όνομά του ο Fincher και ο Soderbergh, αναλάμβανε δουλειές για εκτόνωση και για βιοπορισμό, σαν να μη νοιάζονταν πια να φτιάξει σπουδαίο σινεμά. Για κατευόδιο, να δείτε το “A Master Builder” (2013) ένα τρυφερό φιλμάκι που κρατάει ζωντανούς τους χαρακτήρες του Wallace Shawn και του Andre Gregory από το “My Dinner with Andre” (1981) του Λουί Μαλ. Το έργο του Demme θα μείνει για να μας θυμίζει ότι μερικοί δημιουργοί βγαίνουν… Once In A Lifetime.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #124

The Flaming Lips

Oczy Mlody

Μία από τις πιο ευεργετικές δυνατότητες της μουσικής, είναι ότι μπορεί να σε παρασύρει σαν φαντασιακή χρονοκάψουλα, στέλνοντάς σε σούμπιτο σε μακρινούς ονειρόκοσμους, εκεί όπου η μονοτονία δεν έχει καμία θέση και οι μέρες σου δεν είναι ρουτινιασμένες κι άραχλες.

Η αποδραστική της δύναμη δημιουργεί ψυχεδελικούς διάκοσμους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα κακοφωτισμένα γραφεία που σε κρατούν δέσμιο, εκεί όπου μοναδικό soundtrack είναι ο ήχος του φωτοτυπικού μηχανήματος και του τηλεφώνου. Η μουσική διώχνει την ασχήμια μακριά και σε κάνει να νιώθεις ότι φοράς φαντεζί στολή αστοναύτη, αντί για ασιδέρωτα και πιτσιλιασμένα από τον πρωινό καφέ μπλουζάκια. Οι Flaming Lips θέλουν πολύ να είναι σε θέση να κάνουν αυτό το δώρο της απόδρασης, νομίζω όμως ότι πλέον είναι πολύ απασχολημένοι με το να χάνονται οι ίδιοι σε «αποδραστικούς» πυλώνες φαντασίας, με αποτέλεσμα να ξεχνάνε το κοινό. Με αυτό μάλιστα το 14ο άλμπουμ τους, φαντασιώνονται εαυτούς στη θέση των Pink Floyd, όταν εκείνοι είχαν βουτήξει στα καλύτερα παραισθησιογόνα που βρήκαν στο στούντιο των Beatles.

Το Oczy Mlody είναι μια πλαδαρή σε ύφος και δομή rock opera, η οποία λειτουργεί σαν ψυχοτροπικό μανιτάρι: έστω κι αν δεν δύναται να κάνει τα ανδροειδή να ονειρευτούν ηλεκτρικά πρόβατα, θέλει τουλάχιστον να ρίξει τους ανθρώπους σε τριήμερο ύπνο, για να κάνουν αχαλίνωτο σεξ στα όνειρά τους με μονόκερους. Όμως τα χρόνια των σπουδαίων εμπνεύσεων (ανάμεσα στο Soft Bulletin του 1999 και στο Yoshimi Battles The Pink Robots του 2002, δηλαδή) έχουν παρέλθει για τους Lips, και το να βρεις τις αληθινά καλές ιδέες μέσα σε αυτήν την παρέλαση από psych-pop ονειρώξεις γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Το εναρκτήριο “How” είναι ένα synth rock τέρας με πολλά πόδια, το οποίο αφήνει χώρο στον Wayne Coyne να κάνει τα δικά του, υποχρεώνοντάς σε, με το στυλ του, να ακούσεις τι έχει να πει. Όσο όμως προχωράει ο δίσκος ανοίγει και το κάδρο: η εικονογραφία γίνεται πιο χαοτική, τα χρώματα στάζουν από τον μουσαμά και όλα μπλέκουν σε θραύσματα ενός κακού trip, που μέσα στο χάος επιμένει να επικοινωνεί τα πιο αισιόδοξα –γιατί έτσι λένε τα διδάγματα του Δρ. Timothy Leary. Κάπου στο “Galaxy I Sink” ακούς ωραίες κιθάρες βγαλμένες από σπαγγέτι γουέστερν, το “Listening Τo Τhe Frogs With Demon Eyes” θέλει να κάνει τον Johnny Greenwood των Radiohead να μειδιάσει (και το καταφέρνει), ενώ στο “We The Family” η Miley Cyrus τραγουδάει μια νεοχριστιανική παραβολή για έναν εξωγήινο Ιησού που έπεσε στη Γη με διαστημόπλοιο. Οι Flaming Lips φέρονται σαν πρώην καταξιωμένοι καλλιτέχνες, οι οποίοι αποκύρηξαν μετά βδελυγμίας την επιτυχία του παρελθόντος κι έκαναν κοσμήματα τους χρυσούς τους δίσκους, σνιφάροντας παράλληλα τις στάχτες των συμβολαίων τους με τις μεγάλες δισκογραφικές.

Αλλά αυτή η ψυχεδελική americana δεν έχει πραγματικό fun: ακούγεται σαν ένα μπάσταρδο τέκνο του Flying Lotus και του Paul McCartney, το οποίο δεν πήρε ποτέ σχήμα τραγουδιού για το εμπόριο κι έμεινε στους πειραματισμούς της κονσόλας. Οι Flaming Lips ψυχαγωγούν λοιπόν μόνο τον εαυτό τους στο Oczy Mlody, λες και κάθονται σε εμβρυική στάση στο στούντιο, αδιαφορώντας για τον αποδέκτη. Το ψυχρό, μινιμαλιστικό ύφος του Wayne Coyne υστερεί και σε ποίηση και σε αθωότητα, ενώ οι παραμορφωμένες μελωδίες – βγαλμένες από τα σημειωματάρια των Beach Boys– ψάχνουν σαν έρημες να χτίσουν μια γέφυρα με τον ακροατή, τη στιγμή που το μυαλό του αρχιτέκτονα έχει αφεθεί στην παράνοια.

Περισσότερο ένα installation που εκπέμπει σήμα ζωής, χωρίς απαραίτητα να ψάχνει αποδέκτη, παρά καλλιτεχνική πρόταση αξιώσεων.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #123

Οι Jesus And Mary Chain θα είναι πάντα πιο cool απ’ το αγαπημένο σου συγκρότημα. Μπορεί τα αδέρφια από τη Γλασκώβη να μην έγιναν ποτέ Velvet Underground, Stooges ή έστω Sonic Youth, όμως ακούγοντας ακόμη και τα πιο μέτρια τραγούδια τους, ανεβαίνουμε μερικά επίπεδα στη σκάλα του coolness. Το αξίωμα αυτό όχι μόνο δεν ακυρώνεται με την επιστροφή τους, αλλά ενισχύεται. Χάρη σε ένα comeback album εξίσου ευπρόσδεκτο με εκείνο των My Bloody Valentine.

Είναι σχεδόν ενοχλητικό ότι τα αδέρφια Reid ακούγονται σαν να μη μεγάλωσαν ούτε μέρα και μπορούν ακόμη να ποτίζουν με απόηχους της Motown την κληρονομιά του «wall of sound» του Phil Spector, πάνω σε έναν τάπητα από υπερτονισμένες κιθάρες. Είχαν 19 χρόνια να κάνουν κάτι δισκογραφικά οι Jesus Αnd Mary Chain (από το Munki του 1998), όμως ήδη από τις πρώτες νότες του εναρκτήριου “Amputation”, μας στέλνουν ξανά πίσω στις χρονικές συντεταγμένες. Τότε που λέγαμε απλώς «alternative» και καταλαβαίναμε μεταξύ μας τι ακριβώς εννοούμε.

Το Damage Αnd Joy διαθέτει απλή δομή, δίχως αχρείαστη καταχνιά στην ατμόσφαιρα και μπορεί να ακουστεί τόσο σε ημιφωτισμένα καταγώγια τίγκα στην κάπνα, όσο και σε γκλαμουράτα πάρτι με καλοντυμένα κορίτσια. Αποτελείται από μια παχιά δέσμη 14 εμπνεύσεων, που προκαλούν πειθαρχημένη διέγερση: τραγούδια χωρίς καθόλου «λίπος», τα οποία μπορούν και να χορευτούν, αλλά με τη δική σου απαραίτητη συναίνεση.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι ικανά να θρέψουν άγρια ξενύχτια, με τις γόπες και τα άδεια μπουκάλια να μαρτυρούν το hangover, αλλά και να συντροφεύσουν μελαγχολικούς daydreamers. Ακούστε τις περιπετειώδεις κιθάρες στο τελευταίο λεπτό του “War On Peace”, την πηχτή μελωδικότητα του “Presidici”, την περήφανη ευδαιμονία του “Get On Home” –όπου ο Jim Reid μας λέει ότι πέρασε τη νύχτα με το κορίτσι του και λίγο LSD (και το λέει σαν να είναι το καλύτερο πράγμα που του έτυχε ποτέ). Ακόμα και τη στιχουργική μυθοπλασία του “Song For A Secret”, όπου αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής σκότωσε τον Kurt Cobain μετά από εντολή της Courtney Love.

Ακούγοντας πάλι άλλα κομμάτια, όπως το ευοίωνο “All Things Pass” ή το αγαπησιάρικο “The Two Of Us”, παρασύρεσαι σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς ανταγωνιστικές οικονομίες, καθημερινή πάλη με τον φιλελέ κυνισμό και τη λογικάρια ανοησία. Ο Jim και ο William Reid, σε κάνουν να πιστεύεις ξανά στους αυτόφωτους και στους αληθινά δημιουργικούς –όχι δηλαδή σε εκείνους που θεωρούν την επιχειρηματικότητα ως μέτρο αξίας. Με λίγα λόγια, σε κάνουν να νιώθεις ασφάλεια. Δίχως την αλαζονεία «σεβάσμιων πατεράδων», κατασκευάζουν ένα αντίδοτο για όλες τις κάλπικες ροκιές που μας φοράνε κολάρο κάθε λογής απέθαντοι δεινόσαυροι, τσαρτόπληκτοι αριβίστες και άτεχνα φρικιά.

Ήταν πάντα και παραμένουν διαφήμιση του rock ‘n’ roll οι άτιμοι οι Jesus And Mary Chain, ήδη από την εποχή κατά την οποία εξαπέλυσαν δίσκους που προλείαναν το έδαφος για την έκρηξη του alt-rock μετά το 1990. Όταν λοιπόν νιώθω προδομένος από χαζοκιθάρες που βολοδέρνουν στον μουσικό τύπο αποσπώντας ανόητους διθυράμβους, επιστρέφω σε συγκροτήματα σαν κι αυτό, που λειτουργούν σαν σωσίβια για την ταλαιπωρημένη αγάπη μας για το μοντέρνο ροκ.

Για να αφομοιώσει βέβαια κάποιος το Damage Αnd Joy, θα πρέπει πρώτα να αισθανθεί ότι συμμετέχει στην ομήγυρη για την οποία κατασκευάστηκε. Προσωπικά ανήκω στη φυλή που έχει λιώσει το Pshychocandy (όπως και το Loveless των My Bloody Valentine, αλλά και το Siamese Dream των Smashing Pumpkins και το Sister των Sonic Youth). Φυσικά, η παγοθραυστική αύρα ενός Darklands (1987) δεν μπορεί να επαναληφθεί 30 χρόνια μετά, τελικά όμως αυτή η επιστροφή αποδεικνύεται απαραίτητη κι όχι απλά ευπρόσδεκτη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

10 ταινίες για τη Μεγάλη Βδομάδα

Αν ανήκετε σε αυτούς που αντιπαθούν τις επικές ταινίες Χλαμύδας, τον Τζεφιρέλι και τα πάθη του Μελ Γκίμπσον, υπάρχουν 10 αριστουργηματικές ταινίες θρησκευτικού προβληματισμού που αξίζει να θυμηθείτε ή να ανακαλύψετε.

The Station Of The Cross (2014)
Του Dietrich Brüggemann

The Station Of The Cross (2014).jpg

Η 14χρονη Μαρία μαθαίνει από μικρή το αυταρχικό πρόσωπο του Χριστιανισμού και αισθάνεται ότι το σώμα της ανήκει μόνο στον Ιησού. Η Μαρία θα βιώσει τις 14 στάσεις του Σταυρού μέσα από ισάριθμες σκηνές. Ο Γολγοθάς της ανήλικης μαθήτριας είναι σοκαριστικός. Ο δρόμος για την ενσάρκωση των Παθών, είναι μια κατάβαση στην κόλαση και στην πνευματική αστάθεια. Η ακραία αφοσίωση χαρτογραφείται από 14 μεγάλες σεκάνς που προκαλούν σφίξιμο στο στομάχι, καθώς η μικρή οδηγείται στην αποξένωση, στην τρέλα και τελικά στην ατομική της «θέωση». Ένα δράμα-σοκ, άθικτο από τις αισθητικές ανάγκες της καθημερινότητας που τα έθρεψε, χάρη στην εστέτ αδιαλλαξία του δημιουργού του, εφάμιλλο ενός «Δαμάζοντας τα Κύματα». Έργο που σε αποξενώνει, που προκαλεί τις αντοχές σου και δεν εκμαιεύει τη προσοχή σου με τις κατασταλτικές μηχανές του entertainment.

 
Ida (2013)
Του Pawel Pawlikowski

Ida (2013).jpg

Την Άννα μεγάλωσαν Πολωνές καλόγριες. Λίγο πριν ασπαστεί τον μοναχισμό, ταξιδεύει να επισκευτεί την μαναδική εν ζωή συγγενή της, η οποία την ενημερώνει για την Εβραική της καταγωγή. Οι δυο κοπέλες ξεκινούν να ανακαλύψουν τα κρυμμένα οικεγενειακά τους μυστικά, που θα κλονίσουν όσα οι ίδιες πίστευαν για τις ζωές τους και για το ποιές είναι πραγματικά. Ασπρόμαυρο, υπαρξιακό, Πολωνικό δράμα υψηλής κλάσεως που λειτουργεί ως χαμηλόφωνος στοχασμός στα ιδανικά και τις ρίζες της πίστης, όπως σχηματίζονται από το κοινωνικό πλαίσιο που ζούμε και αναπνέουμε. Μια αναχρονιστική προσπάθεια, σχεδόν με όρους βωβού σινεμά, για δοκιμιακές ιδέες σε μια γεμάτη νοήματα, κοσμογονική ιστορία αφιλόξενων χώρων και διστακτικών κινήσεων.

 

Beyond the Hills (2012)
Του Cristian Mungiu

Beyond the Hills (2012).jpg

O Ρουμάνος σκηνοθέτης Cristian Mungiu (της φήμης του «4 Months, 3 Weeks and 2 Days») αφηγείται μια αδιανόητη ιστορία, με τη μορφή παραβολής επάνω στην έννοια της Θείας τιμωρίας και του μοντέρνου σκοταδισμού. Δυο φίλες που μεγάλωσαν στο ίδιο ορφανοτροφείο, έχουν μια ιδιότυπη ερωτική σχέση μέσα στα χρόνια. Η μια μεταναστεύει στη Γερμανία στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής και τελικά βρίσκει το Θεό. Ως καλόγρια πλέον, θα φιλοξενήσει στο μοναστήρι που ζει την πρώην ερωμένη της, που παραμένει ατίθαση και την οποία οι υπόλοιποι θα θεωρήσουν δαιμονισμένη και θα υποβάλλον σε εξορκισμό διαρκείας. Τις ταινίες σαν κι αυτή, τις καθιστά σπουδαίες ο απόηχός τους, που φωλιάζει στο υποσυνείδητο. Λίγο μετά τη στιγμή που το δράμα σωπάσει και αφότου ξεπεραστεί το αντανακλαστικό σοκ της θέασης. Ρεαλισμός με σκληρά κατακτημένη σοφία, αδιανόητη κατάληξη στο φινάλε και πράξεις ελέους του καίνε την ψυχή των ανθρώπων αντί να της δώσουν ανάταση.

Hadewijch (2009)
Του Bruno Dumont

Hadewijch (2009).JPG

Μια Καθολική μοναχή, θα επιστρέψει για λίγο στο πατρικό της. Στην πορεία θα γνωρίσει έναν Μουσουλμάνο νεαρό, αλλά θα του επισημάνει ότι έχει ορκιστεί να μείναι παρθένα. Η νεαρή θα παρευρεθεί στις λατρευτικές τελετές των Μουσουλμάνων, μετά από πρόσκληση του μεγάλου αδερφού του φίλου της. Σπουδαία δουλειά ενός ανήσυχου, νεωτεριστή σκηνοθέτη που αποκτά υπόσταση μόνο όταν πατάει στα πτώματα των πατροπαράδοτων ιδεών σχετικά με το αντιλαμβανόμαστε ως πίστη και τρομοκρατία. Ταινία με βαθύτατη θεολογική και φιλοσοφική διάσταση, με πολλαπλά επίπεδα γραφής και με αναπάντητα ερωτήματα που θέτει προς πάσα κατεύθυνση.

The Third Miracle (1999)
Της Agnieszka Holland

The Third Miracle (1999).jpg

Ελάχιστοι έχουν δει αυτό το εξαιρετικό διαμαντάκι με πρωταγωνιστή τον Εντ Χάρις, στο ρόλο ενός σκεπτικιστή Ιερέα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ένα κορίτσι με ανίατη ασθένεια, γιατρεύτηκε όταν έσταξε πάνω της το αίμα του αγάλματος της Παρθένου Μαρίας. Ένα βαθύ δράμα και μια σπουδή χαρακτήρων γεμάτη νεύρο. Το πνευματικό ταξίδι που θα πυροδοτήσει αυτή η έρευνα είναι άριστα δωσμένο, με τον φακό να ψυχανεμίζεται τον διχασμό του Ιερέα ανάμεσα στην κοσμική φιλοσοφία ζωής και το δόγμα πάντα με οδηγό το καθαρό βλέμμα του Εντ Χάρις.

Of Gods and Men (2010)
Του Xavier Beauvois

Of Gods and Men (2010).jpg

Το διαστρεβλωμένο μόρφωμα του Ιερέα / Σωτήρα, μέσα από καθημερινές πρακτικές και η σιωπή του Θεού, απαρτίζουν τη ραχοκοκκαλιά αυτού του Γαλλικού δράματος, που διαδραματίζεται μέσα σε ένα μοναστήρι όπου εννέα μοναχοί βρίσκονται κλεισμένοι. Οι ιερείς συνυπήρχαν με τους Αλγερινούς μουσουλμάνους, μέχρι που ορισμένοι από αυτούς εκτελέστηκαν στον εμφύλιο. Οι εννέα μοναχοί θα μεινουν έγκλειστοι και θα προσευχηθούν, μέχρι να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν για να μη θανατωθούν. Αεροστεγώς κλεισμένο δράμα που θέτει ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα ερωτήματα για τον εκκλησιαστικό ρόλο και τη μεταμέλεια σε καθεστώς πολέμου.

Turin’s Horse (2011)
Του Bella Tarr

Turin’s Horse (2011).jpeg

Μια κρυπτική μυσταγωγία με υποβλητική δύναμη που θα προκαλέσει τόσο πλήξη και αμηχανία σε κάποιους όσο και συναισθήματα δέους στους υπόλοιπους. Ένα ασπρόμαυρο κινηματογραφικό δοκίμιο δυόμιση ωρών, παντελώς άδειο από διαλόγους και δράση με μια υπνωτική παρατήρηση μιας άγονης στατικότητας δυο ανώνυμων χαρακτήρων σε ένα πέτρινο σπίτι για έξι μέρες, με τη μινιμαλιστική μουσική και τον αφύσικο αέρα που λυσσομανάει να ντύνουν μουσικά μια παράτολμη αλληγορία. Ο έκπτωτος ανθρώπινος πολιτισμός σε «κενό σκοτάδι», η ρήξη με το “Θείο” εξαιτίας της διαβρωτικής μανίας του ανθρώπου, η τιμωρία του με “άρνηση” και η μανία της φύσης. Η εικονοπλασία του “The Turin Horse” καλλιεργεί στο θεατή την ιδέα μιας θεολογικής παραβολής με τη δράση να απουσιάζει. Ο Νίτσε έκλαψε με λυγμούς όταν αγκάλιασε ένα άλογο που χτυπήθηκε από τον ιδιοκτήτη του. Λίγο μετά θα διακήρυττε τη φιλοσοφική χρεοκοπία του πριν αφεθεί στη παράνοια. Ο κινηματογραφικός φακός ψάχνει την αλήθεια των εικόνων με μακράς διάρκειας λήψεις και προσδίδει φιλοσοφική βαρύτητα στην παραβολή που γεννάει μια ιστορία που δεν είδαμε, αυτή ενός φιλοσόφου σε ολική κατάρρευση. Η στείρα καθημερινότητα είναι η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου.

Bringing Out The Dead (1999)
Του Martin Scorsese

Bringing Out The Dead (1999).jpg

Η νυχτερινή βάρδια εκτυλίσσεται σε βρώμικα στενά και κακόφημα στέκια. Το ασθενοφόρο προσπερνάει σωρό από όρθια πτώματα, ντίλερς, άστεγους, τοξικομανείς, πόρνες και προσπαθεί να σώσει τη ζωή των χαμένων ψυχών. Όμως εδώ η αστική κόλαση εσωτερικεύεται και εκφράζεται μέσα από το ταραγμένο από τις ενοχές και την αϋπνία μυαλό του ήρωα. Το μεσσιανικό σύμπλεγμα είναι εμπόδιο για την αγωνία για λύτρωση ενός τσακισμένου ανθρώπου που έχει περάσει πολύ χρόνο δίπλα στο θάνατο για να αισθανθεί ζωντανός. Ο κόκκινος σταυρός που εσωκλείει τη ματιά «αγιοσύνης» του Νίκολας Κέιτζ στην αφίσα φυσικά δεν είναι του ασθενοφόρου. Ο ήρωας διανύει ένα σιωπηλό, σχεδόν παραλυτικό ταξίδι στην κενότητα, βασανιζόμενος από την οδύνη για τις ψυχές που δεν έσωσε. Ο διχασμός ανάμεσα στην απέχθεια για τις ασχήμιες του δρόμου και της χριστιανικής συμπόνιας, τον παρασύρει σε ένα ασταμάτητο hangover διάσωσης και μαζοχιστικής κατάβασης στη μεταμεσονύχτια κόλαση των δρόμων. Από τις πιο θρησκευτικές ταινίες του Σκορσέζε.

 

Ordet (1955)
Του Carl Dreyer

Ordet (1955).jpg

Δωρικό δράμα, με δράση δωματίου και μετρημένο διάλογο. Η παρατήρηση ενός ακίνητου και απολιθωμένου κόσμου είναι η παλέτα για μια πλατύτερη αλληγορία σύγχρονου υπαρξισμού. Με περίσσια ταπεινότητα, ο μεγάλος Dreyer χρησιμοποιεί ευθύγραμμη αφήγηση για να κινηματογραφίσει τους ήρωές του σαν έγχορδα σε κονσέρτο δωματίου. Ο φακός παρατηρεί αόρατος, σχηματίζει συμμετρικά πλάνα, σαν μπαρόκ αριστουργήματα και αφουγκράζεται τις λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς που επιτρέπουν το «Θείο» στο δράμα. Ο Dreyer επιχειρεί μια χαμηλοβλεπούσα ιχνηλάτιση του αγγίγματος του Θεού. Η αποθέωση του συμβολικού σινεμά με αργόσυρτο βήμα, που αδιαφορούν για κάθε υποψία αφήγησης και εσωκλείουν μια εικονοκλαστική εποποιία του νου. Συμμετρικά πλάνα και διάλογοι, είναι παραταγμένα με αρχοντιά και σοφία σε ένα αριτούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Léon Morin, Priest (1961)
Του Jean-Pierre Melville

Léon Morin, Priest (1961).jpg

Βρισκόμαστε στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και μια άθεη μητέρα (εξαιρετική η Emmanuelle Riva) ασπάζεται αναγκαστικά τον Καθολικισμό για χάρην την σωτηρία της κόρης της. Κλοσνισμένη από τον πόθο της για το πρώην αφεντικό της, θα αναπτύξει θερμά αισθήματα προς έναν νεαρό ιερέα που τη συστήνει στις διδαχές του Καθολικισμού. Ο Jean-Paul Belmondo είναι υπέροχος στον ρόλο ενός στωικού και επίμονου ιερέα, σε ένα πυκνό δράμα που απογειώνεται χάρη στον εκλεκτισμό του Melville και τα πυκνά συναισθηματικά στρώματα του σεναρίου. Τα καταπιεσμένα πάθη και η ανάγκη για λύτρωση ποτέ δεν κινηματογραφήθηκαν τόσο τρυφερά και ξάστερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Η Πόλη της Σιωπής

Η πρώτη μυθοπλαστική ταινία της Άντζελας Ισμαήλου διαδραματίζεται στην Πάτμο και στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο χαρακτήρας της Δάφνης.Η ίδια η Ισμαήλου υπογράφει το σενάριο και ερμηνεύει αυτή την μυστηριώδη γυναίκα, η οποία για κάποιους λόγους ζει απομονωμένη, βιώνοντας έναν προσωπικό, συναισθηματικό Γολγοθά. Στο ίδιο νησί θα βρεθούν δυο άνδρες: ο Θεόντορικ ένας καθολικός ιερέας που αναζητά σπάνια χειρόγραφα που θα τον οδηγήσουν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και ο Εστέμπαν, ένας ταυρομάχος (!) που ψάχνει το νήμα που θα τον οδηγήσει σε ένα οικογενειακό μυστικό.

Δεν χωράει σε ψύχραιμες περιγραφές η κατακλυσμιαία επίδειξη ύφους και η πανάλαφρη ανοησία που κουβαλάνε οι εικόνες του έργου. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα του νησιού, οι επιτηδευμένες σιωπές, το συνεχές θλιμμένο βλέμμα της ηρωίδας (επιπέδου πρωτοετούς σπουδάστριας στη δραματική) και ο «φιλολό» στόμφος, συνθέτουν μια χασμωδία που πνίγεται στο χάος των εντυπώσεων. Η φιλόδοξη και αυτάρεσκη δημιουργός νομίζει ότι κάνει μια βουτιά στο μαύρο σκοτάδι της ψυχής των ηρώων (τρομάρα της) αλλά στην πραγματικότητα κάνει τα απολύτως απαραίτητα (τόσα μπορεί άλλωστε) για να ποτίσει με μυστήριο, υπαρξιακά ερωτήματα και ενοχικά πάθη τις σκηνές, χωρίς όμως να έχει χτιστεί κανένα δράμα.

1inter.jpg

Το ολότελα άστοχο και αποτυχημένο φιλμ πάσχει από μεσογειακή αναιμία και χάσκει η ανάγκη του να καλοπιάσει το κοινό, χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεπεράσει ούτε στιγμή την ηδυπάθεια και τον αφόρητο ναρκισσισμό στο στυλ. Αυτό που η Ισμαήλου καταφέρνει τελικά, είναι να κατασκευάσει ημιφωτισμένες εικόνες και χάρτινες ερμηνείες, αποτέλεσμα κακοφορμισμένης συνταγής. Ακόμη και να συγχωρήσεις την άψυχη αφήγηση και τις ξεκούδουνες απαγγελίες λογοτεχνικών τσιτάτων από τους ήρωες, είναι αδύνατον να ξεπεράσεις τον αυτοθαυμασμό της Ισμαήλου που παίζει μπροστά σε έναν αόρατο καθρέφτη, μοστράροντας την (τάχα μου) κομψότητα και εκλεκτικότητά της ενώ χαριεντίζεται με το ναρκισσευόμενο ύφος αυτού του «έντεχνου» δράματος.

Κούφια σε νοήματα και αδικαιολόγητα πομπώδης στο στυλ, η «Πόλη της Σιωπής» θυμίζει μια Λιβ Ούλμαν του φτωχού, για ένα κοινό που ξεγελιέται όταν οι εικόνες μοσχομυρίζουν ακριβό άρωμα. Τελικά το μόνο επίτευγμα της αλαζονικής δημιουργού είναι πως έκανε ακόμα και τις σιωπές να μοιάζουν με ακατάσχετη φλυαρία.

Interlude8.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Raw

Το σοκ της σαρκοφαγίας και η εφιαλτική ενηλικίωση αποκτούν σωματική διάσταση στο ντεμπούτο της Γαλλίδας Ζουλιά Ντικουρνό.

Πρόκειται για ένα θεματικά τολμηρό θρίλερ, που παίζει με την σεξουαλική ταυτότητα και τα αονομολόγητα πάθη της σάρκας. Μια εσωστρεφής, νεαρή σπουδάστρια και ορκισμένη χορτοφάγος, θα βιώσει με τραυματικό τρόπο τη μύηση στον άγριο φοιτητόκοσμο, όταν θα μετακομίσει από το σπίτι των γονιών της, στην εστία της κτηνιατρικής σχολής όπου πρόκειται να σπουδάσει. Η μεγαλύτερη αδερφή της φοιτά ήδη εκεί δεν θα τη στηρίξει απέναντι στο σκληρό, ομαδικό bulling προς τους νεοφερμένους. Οι ήρωες ανήκουν στον δικό μας κόσμο, μέχρι που τους παρασέρνουν τα γρανάζια μιας αιματηρής τραγωδίας, με τη μορφή ενός ύπουλου «φιλμικού εγκλήματος».

1raw.jpg

Τα ρεαλιστικά και αλληγορικά πλαίσια του φιλμ δεν βουτάνε άτσαλα στο ωμό gore, αλλά έχουν αρχικά ποτιστεί στις πρώιμες εμμονές ενός Κρόνενμπεργκ και στο ψυχεδελικό σινεμά του τρόμου των 70’s. Η έλξη προς τον κανιβαλισμό προκαλεί μια ιδιότυπη σεξουαλική φρενίτιδα, ως το βιολογικό σύμπτωμα μιας αρρώστειας. Η απελευθέρωση από τις κοινωνικές αναστολές κάνει φανερό το σημάδι της μόλυνσης. Η διασύνδεση των δύσκολων ιδεών γίνεται με απλότητα και με αποκρουστική, συχνά, ευθύτητα. Οι δυο ηρωίδες φέρονται σαν σαρκικά ρομπότ ενός παράσητου, που σωματοποιείται με όρεξη για ωμή σάρκα. Ηρωίδες που δεν είναι συμπαθείς, αλλά περισσότερο «κατανοητές» -ανθρώπινες- μέσα στις αδιανόητες ανάγκες της καθημερινότητά τους. Τις δυο αδερφές, δεν τις νικάει κάποιος εχθρός, αλλά απλώς παύει να τους ανήκει το σώμα και το μυαλό τους, σαν ιδιοκτησία που τους έχει δωθεί δανεική και τώρα ανακαλείται.

2raw.png

Ένας συνεπής κόσμος φιλοσοφικών και κινηματογραφικών αναφορών (από το «Κάρι» μέχρι το «Ginger Snaps») αναδύεται από την Γαλλίδα δημιουργό που με απίστευτη αυτοπεποίθηση υπογράφει μια τόσο επιθετική και γενικά προσβλητική προς το απαίδευτο μάτι ταινία, που κατάφερε να προκαλέσει και μερικές λυποθυμίες στα φεστιβάλ όπου προβλήθηκε. Το βασικό σοκ της ταινίας δεν έρχεται απο κουβάδες αίματος, αλλά από μια αρχική φιλοσοφική μετατόπιση: την απουσία της τροφής από τη θέση που η παιδεία μας της επιφυλάσσει εφ’όρου ζωής. Το Τοτέμ του φαγητού μπορεί να αποκτά ελάσσονες διαστροφές αλλά σημασία έχει να μην μετατοπίζεται από την θέση που του ορίζει η πολιτισμένη κοινωνία. Αυτή η υπερ-φετιχοποιημένη άσκηση ψυχολογικού τρόμου ανοίγει ένα νέο συναίσθημα αναγνώρισης αυτού του δυσοίωνου κόσμου, σαν να κοιτάμε ένα κυρτό καθρέφτη, μέσα στις διαταραγμένες γραμμές του οποίου μπορούμε να διακρίνουμε τις δικές μας εξαρτήσεις και όνειρα.

3raw.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #122

Κτίρια Τη Νύχτα
Συγκεκριμένα Διαμερίσματα

Υπάρχει λόγος που οι πιο αυθεντικές μουσικές ιδέες είναι πιο ζωντανές από ποτέ ακριβώς τη στιγμή που τις συλλαμβάνει ο δημιουργός τους. Το σουλούπωμα και η επεξεργασία που θα ακολουθήσουν, θα αφαιρέσουν κάτι από την πρωτογενή έμπνευση η οποία τις συνοδεύει. Ο μουσικός που κρύβεται πίσω από το όνομα Κτίρια Τη Νύχτα, τοποθετεί εκεί ακριβώς τα θέλγητρα της μουσικής του: δημιουργεί αυτοσχέδια άλμπουμ για να ανταποκριθεί σε μια ζωτική του ανάγκη, η οποία τον θέλει να αποτυπώνει τις ιδέες του ακατέργαστες.

Σκόρπια λόγια, δηλαδή, και θραύσματα από εικόνες που του γεννάει το (αφιλόξενο, συνήθως) αστικό τοπίο, μπλέκουν σε έναν κατακλυσμό από σύντομες ηχητικές διαδρομές –άλλοτε αδέξια, άλλοτε αριστοτεχνικά. Και, τελικά, μέσα από άφθονα κομμάτια και κάμποσα ιντερλούδια ανάμεσά τους, αυτό το άλμπουμ δημιουργεί κάτι πολύ περισσότερο. Δημιουργεί το συναίσθημα μιας σχέσης που θα είχες με έναν παλιό φίλο με τον οποίον έχτισες κοινά όνειρα πριν η ζωή σας απομακρύνει, καθώς αυτός επιστρέφει μετά από χρόνια, χρησιμοποιώντας κώδικες επικοινωνίας που μοιραζόσασταν παλιά, ώστε να επαναφέρει, φευγαλέα, το οικείο εκείνο αίσθημα των ανθρώπων που, με έναν παράδοξο τρόπο, δεν χάνονται.

Τα Συγκεκριμένα Διαμερίσματα είναι ένα άλμπουμ περιπλανώμενο, γοητευτικό και «τυχοδιωκτικό», με ωραίες ηχητικές υφές, που έρχονται σε φυσική αλληλουχία με τις αστικές νευρώσεις και τις αλλοτριωμένες ανάγκες του μικρόκοσμου στον οποίον είναι εγκλωβισμένος ο Κτιριοκράτορας αφηγητής. Παρόλο μάλιστα που γίνεται σαφές ότι η αίσθηση του «καταραμένου» φοριέται σαν στυλ στα κομμάτια του δίσκου, ο Κτίρια Τη Νύχτα προκρίνει την art rock ευαισθησία του και γεφυρώνει με αυτοπεποίθηση το κενό μεταξύ των Κόρε.Ύδρο. και του The Boy. Έστω με αυτούς τους μπλαζέ εξυπνακισμούς που επαίρονται πως αδιαφορούν για αποδέκτες.

Η αδιέξοδη αγωνία στη “Ζωή”, η περιπαικτική αφηγηματικότητα στο “Λεωφορείο” (το οποίο λοξοκοιτάει στο γραπτό του Φοίβου Δεληβοριά), η ετεροχρονισμένη παιδικότητα του “Καθώς Ξημερώνει Η Δευτέρα”, το περιβάλλον αποξένωσης στο “Μια Αρρυθμία Πόλεων” και η αυτοσχέδια παλαβομάρα στα “Σαρκοβόρα Ασανσέρ”, συνθέτουν ένα πειραματικό κοκτέιλ που δημιουργεί ρεαλιστικά πεδία ταύτισης με τον ακροατή. Πάντα με διαπραγματευτική διάθεση και χωρίς τον μπαμπούλα της «ποίησης» να σαμποτάρει την αμεσότητα. Ο καλλιτέχνης, βέβαια, δεν κλείνει την πόρτα στη μελωδικότητα –ακούστε για παράδειγμα τη “Μεγάλη Παραλία”– αστοχεί όμως όταν ξεπέφτει σε σχηματικό μισανθρωπισμό (“Εμπορικό Κέντρο”), σε εύκολο χαβαλέ (“Αστροδονητή”) και σε εκείνες τις μικρές στιγμές που θέλει να τη σκαπουλάρει πριν εκτεθεί από τις ημιτελείς ιδέες του, με την εύκολη λύση του να τα αναγάγει όλα σε επίπεδο ευγλωττίας.

Θα κρατήσω τον πειραγμένο μελοδραματισμό που διαπερνά όλον τον δίσκο, τις ψύχραιμες αλλαγές στη διακύμανση που κοσμούν το υπέροχο “Χειρουργείο”, τα ανάλυφα επίπεδα του “Άτλαντα” και τη μοναχικότητα στο μητροπολιτικό χάος που σκιαγραφείται στο “Η Πόλη Απόψε”. Τραγούδια με πυξίδα τον μινιμαλισμό, προορισμένα για ανθρώπους που νιώθουν πως δεν θα είναι ποτέ το επίκεντρο της ιστορίας της ζωής τους.

Προορισμένους δηλαδή να ζουν σε συγκεκριμένα διαμερίσματα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #121

Jens Lekman

On Life Will See You Now

Στον 4ο «κανονικό» του δίσκο, ο Σουηδός τραγουδοποιός (σχεδόν) παραμερίζει τις ευαισθησίες του, επιλέγοντας να ανακαλύψει ξανά τις χαρές του λόγου και την αξία της σπαρταριστής αφήγησης. Μας τραγουδάει λοιπόν ιστορίες που φαίνεται να έγραψε κάποιες ηλιόλουστες μέρες στο Γκέτεμποργκ, πάνω σε ρυθμούς που προκαλούν ένα είδος μητροπολιτικής ευδαιμονίας προς κάθε δυνητικό ακροατή. Το “To Know Your Mission”, για παράδειγμα, αφηγείται την ιστορία ενός Μορμόνου ιεραπόστολου ευρισκόμενου σε υπαρξιακό δράμα, ενώ τα hits στα charts του 1997 του δυσκολεύουν τη ζωή. Αν στοιχειωδώς είσαι στα σύγκαλά σου, δεν γίνεται να μη σε συναπάρουν οι μελίρρυτες ερμηνείες του Lenkman και το παρεΐστικο πλαίσιο διάθεσης το οποίο φτιάχνει (και) σε αυτόν τον δίσκο.

Τα τραγούδια είναι ικανά να συντροφεύουν στα ακουστικά εκείνους τους «προχώ» με τα μακριά φουλάρια που συχνάζουν σε στέκια με ενημερωμένους barista, τους τύπους που κυκλοφορούν με το iPad ως αξεσουάρ για να διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία –και να συνομιλούν παράλληλα με μποέμ φοιτήριες της Γαλλικής λογοτεχνίας– τους μοδάτους web designers που διοργανώνουν τα πιο «in» πάρτυ της πόλης σε αποθήκες, τους freelance φωτογράφους που κάνουν σεμινάρια στα new media και τους σερβιτόρους/ηθοποιούς, όσους μονίμως έχουν φιλόδοξους μονολόγους στα σκαριά. Χάρη στο On Life Will See You Now, ο Jens Lekman ζει την κομφορμιστική του φαντασίωση, σαν ιδανικός αφηγητής ιστοριών όλων των παραπάνω, μα και εκείνων που θεωρούν ότι ανήκουν σε αυτήν τη φυλή.

Φυσικά και παραμένει ακαταμάχητος ο Σουηδός τραγουδοποιός στον τρόπο με τον οποίον στήνει μελωδίες, ενώ συνεχίζει να είναι ταγμένος στην αρμονία και να φιγουράρει ως ένας γενναιόδωρα ρομαντικός βάρδος. Η πλευρά ωστόσο που μας παρουσίασε στο ξεκίνημά του, εκείνη η παθιασμένη φωνή που εξέφραζε με απόγνωση την ανάγκη για αυτοέκφραση, έχει καλυφθεί πλήρως από το φάντασμα του Paul Simon –αλλά στη λοβοτομημένη του εκδοχή, η οποία παίζει με ψευδοντίσκο τρικ και με τερτίπια της tropicalia. Τα δράματα των σχέσεων αντιμετωπίζονται έτσι με αδιανόητη ελαφρύτητα σε κομμάτια όπως στο “Our First Fight”, με στυλ δηλαδή που μόνο σε έντεχνους βουτυρομπεμπέδες μπορεί να δημιουργήσει πεδίο ταύτισης. Οι μελωδίες όμως είναι τόσο διαολεμένα όμορφες, ώστε δεν γίνεται να μην αφεθείς να τις απολαύσεις. Τουλάχιστον μέχρι να πεταχτούν κάτι ξακούδουνα πνευστά για να σε γειώσουν απότομα, πετώντας σε τελικά εκτός κλίματος.

Όλο αυτό το χαριτωμένο τσιλιμπούρδισμα με τον ακροατή, έχει σαν αποτέλεσμα να χάνουν τη δυναμική τους οι μελωδικές ιδέες του Lekman. Ακούγοντας πάντως ένα κομμάτι σαν το “Hotwire Τhe Ferris” –στο οποίο συμμετέχει η Tracey Thorn– ή το γκρουβάτο “How We Met”, δεν μπορείς να του κακιώσεις για πολύ. Η επιτυχία ωστόσο ενός τέτοιου δίσκου μετριέται σε αληθινό συναισθηματικό αντίκτυπο και όχι στις φορές που θες να κάνεις γούτσου-γούτσου τα μάγουλα του τρισχαριτωμένου τραγουδιστή με τη βελούδινη φωνή.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Ghost in The Shell

GITS_FF_005R.jpg

Κάπου ανάμεσα στην cyberpunk φαντασία του William Gibson, που μας χάρισε το “Neuromancer” και στην virtual φανατασμαγορία των αδελφών Wachowski, που επηρρέασαν ανεπιστρεπτί την pop κουλτούρα με το “Matrix”, βρίσκει χώρο να αναπνέυσει η anime ιστορία του Mamoru Oshii. Ένα αγωνιώδες κυνηγητό ανάμεσα σε cyborgs και αστυνόμους, αποτελούσε τη ραχοκοκκαλιά του αυθεντικού Ghost in the Shell. Εμφυτευμένα ανθρώπινα μέλη σε μηχανικούς σκελετούς, ψευδαισθήσεις από glitch, μυστικά από cyborg αποστάτες και μια συνομωσία από εκμεταλλευτές ανθρώπινης μνήμης, μπλέκονται σε ένα κουβάρι μιας πλοκής, όπου μια αστυνομικός ξεκινά να εξιχνιάσει μια σειρά δολοφονιών, στελεχών της εταιρείας που την κατασκεύασε.

Η manga δυναμική του έργου, ο animated υπαρξισμός ως προς το χτίσιμο των ηρώων, η στυλιζαρισμένη δράση και η δυστοπική ματιά σε μια απειλητική μητρόπολη, μεταφέρονται επαρκώς σε αυτή τη Χολυγουντιανή live-action διασκευή, η οποία μπορεί να ήταν αποτέλεσμα παραγγελιάςαπό τους executive των studio και όχι προιόν πάθους, αλλά τουλάχιστον είναι φτιαγμένη με αξιοπρέπεια και νεύρο.

GITS_FF_013K.jpg

Τη σάρκα και τα οστά σε αυτή την cyberpunk περιπέτεια δεν δίνει ούτε το ποτισμένο με neon σκηνικό, ούτε η σκοτεινή, urban παρακμή που μνημονεύει το Blade Runner, αλλά η ερμηνεία της Σκάρλετ Γιόχανσον, η οποία αξιοποιεί πλήρως την ικανότητά της να παίζει υπαινικτικά και να χρησιμοποιεί σωστά το σώμα της. Η Γιόχανσον τα κατεφέρνει άριστα σε χαρακτήρες που δεν νιώθουν άνετα μέσα στο ίδιο το σώμα τους, από την αινιγματική ύπαρξη στο Under the Skin του Jonathan Glazer, την smartphone φαντασίωση στο Her του Spike Jonze, ή ακόμα και στον κόμικ παροξυσμό της Lucy του Luc Besson. Από την γέννηση της Major και την αμφισβήτηση της cyborg φύσης της, μέχρι την αποκάλυψη του παρελθόντος της και το αιματηρό ξεκαθάρισμα του φινάλε, η Σκάρλετ παίζει με την αμφιβολία στα μάτια και την πίεση του καθήκοντος, σαν ένα paranoid android που ξεμένει από ενέργεια.

Όλες οι φιγούρες της ταινίας συμπεριφέρονται σαν ολογράμματα, ντυμένα με Kabuki αμφιέσεις. Από το αδιαπραγμάτευτο sexyness της Σκάρλετ Γιόχανσον μέχρι το απόλυτο coolness του Τακέσι Κιτάνο, και από το περιπετειώδες score του Clint Mansell μέχρι την εικονογραφική παράδοση των manga, τα πάντα δίνουν έναν αέρα φρεσκάδας στο Ghost In The Shell. Είναι χαζευτική η αρχιτεκτονική αυτού του φουτουριστικού cosmopolis αλλά όμως υστερεί σε ουσία. Aν αποζητάς την τόλμη και το όραμα, δεν προσλαμβάνεις τον τεχνίτη Rupert Sanders (Snow White and the Huntsman) στο ρόλο του σκηνοθέτη αλλά έναν οραματιστή καλλιτέχνη. Παρά την άρτια τεχνική αξιοποίηση της ακριβής cybersploitation αισθητικής, το αποτέλεσμα υστερεί σε ανθρώπινη ψυχή (Ghost). Σαν αυτή που αναζητούν τόσο λυσσαλέα για καταφύγιο οι cyborg παρίες της ιστορίας. Κάτι έπρεπε να διδαχθούν από το πάθος των ηρώων (αλλά και τον αμοραλισμό των αντίστοιχων executives) οι παραγωγοί της ταινίας.

GITS_FF_090.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

It’s Only The End Of The World: Κάθε γενιά έχει το enfant terrible που της αξίζει.

O κινηματογράφος στην εποχή των social media έχει στέψει τον Xavier Dolan ως τον ήρωα των αυτόκλητων auteur, των φιλόδοξων μικρομηκάδων και των απανταχού influencers στο απόγειο του χιπστερισμού. H υπόθεση Dolan, φυσικά σηκώνει πολύ συζήτηση. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν διάνοια, άλλοι είναι επιφυλακτικά γοητευμένοι, ενώ πολλοί τον θεωρούν απατεώνα. Εγώ συντάσσομαι με τους τελευταίους, αν και πιστεύω ότι πρόκειται στην ουσία για ένα ταλαντούχο κωλόπαιδο που δεν θα προκόψει γιατί είναι πνιγμένος στην έπαρση και οχυρώνει την φιλόδοξη κενότητά του πίσω από ασκήσεις στο στυλ και σε παιχνίδια με το κάδρο. Προτιμώ έναν άτεχνο, μα φιλότιμο κινηματογραφιστή από ένα κωλόπαιδο με ταλέντο, χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι βαθύστομες οικογενειακές παραβολές του Dolan είναι κινηματογραφημένες με παράξενο θράσσος και αποτελούν προμαχώνα για να εκσπερματώσει ο ίδιος με ασφάλεια τις εμμονές του και την μανία του να χαρακτηριστεί νέος Γκοντάρ ή νέος Φασμπίτερ ή ό,τι άλλο έχει στο μυαλό του μετά από κάθε βράβευσή του στις Κάννες.

1it.jpg

Το It’s Only The End Of The World (ατυχώς τιτλοφορούμενο στα Ελληνικά ως “Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου”) είναι η ιστορία ενός συγγραφέα που επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι μετά από 12 χρόνια, με σκοπό να κάνει μια σοβαρή ανακοίνωση στην οικογένειά του. Βασισμένο σε θεατρικό έργο του Jean-Luc Lagarce, μιας ακόμη νεαρής διάνοιας που διέπρεψε στο θέατρο με περισσότερες από 25 παραγωγές, πριν πεθάνει το 1995. Ο πολυγραφότατος Dolan, στα 27 του, διασκευάζει το έργο του Lagarce, στην 6η (!) ταινία του. Το soundtrack έχει όλα τα επιτηδευμένα anti-cool αποτυπώματα του Dolan, γιατί φυσικά μόνο μια ιδιοφυΐα μπορεί να κάνει επιλογές από Blink 182 και Moby μέχρι το euro trash κομμάτι Dragostea Din Tei.

2it.jpg

Η συγκέντρωση των μελών της οικογένειας εξελίσσεται σε μια διαρκή, σκληρή αντιπαράθεση, με τον Dolan να σκηνοθετεί με ανταγωνιστικό πάθος να φανεί πιο διαβασμένος και από τους βετεράνους δασκάλους του. Οι κόντρες και οι αψιμαχίες σε τέσσερις τοίχους θα συμβούν ανάμεσα στα πρόσωπα που λειτουργούν σαν έγχορδα δωματίου: η προσιτή και καλοπροέραιτη μητέρα (η Nathalie Baye μοιάζει βγαλμένη από ταινία του Almodóvar το 1988), η οργισμένη μικρή αδερφή (η Léa Seydoux κάνει την επαναστάτρια χωρίς αιτία), ο εξουσιαστικός και κυνικός μεγάλος αδερφός (ο Vincent Cassel τραμπουκίζει σαν λαικός νταής) και η ταπεινή σύζυγός του Catherine (η Marion Cotillard με μόνιμα ικετευτικό βλέμμα κατανόησης).

Ο Dolan προσπαθεί να επικυρώσει το ταλέντο του μέσα από σιωπηλές εντάσεις που υπερθεματίζει η συμφωνική μουσική, από ζωηρά flashback και από υστερικές συγκρούσεις με λεκτικά πυρά που δίνουν νέυρο στο σπαρακτικό reunion. Το δημιούργημά του όμως βασίζεται σε υπολογισμένες προσδοκίες και χαντακώνεται από την υπερφίαλη αυτοέκφραση του ψωνισμένου auteur. Ο Dolan νομίζει ότι και τη μπογιά στον τοίχο που στεγνώνει να κινηματογραφήσει, θα αποτελεί sensation. Όμως θα πρέπει να καταλάβει πως δεν είναι ούτε κατά διάνοια Φασμπίντερ και οι αστείοι συμβολισμοί όπως το νεκρό πουλάκι στο φινάλε μόνο να τον εκθέσουν μπορούν, στα μάτια των «διαβασμένων» θεατών.

4it.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #120

Baby Guru

IV

Αναζωπυρώνουν την πίστη μου στη μουσική του σήμερα οι Baby Guru. Καταρχάς να εξηγηθώ, το 4ο άλμπουμ τους δεν φιλοδοξεί να «τα πει όλα», αλλά επαναφέρει ένα (ξεχασμένο σχεδόν) καλλιτεχνικό στοίχημα στο τραπέζι: τη συμπόρευση και τη συναρμονία των τραγουδιών με τον αποδέκτη τους. Χωρίς εύκολες λύσεις και πιασάρικα κόλπα, οι Baby Guru επιθυμούν να μας κάνουν κοινωνούς της διάθεσής τους και μας χρίζουν, με κάποιον τρόπο, συνυπεύθυνους για το καινούριο δημιούργημά τους.

Τα καλά νέα αρχίζουν από το μελίρρυτο και πολιτισμένο “Tell Me What You’re Made Of”, ένα φωτεινό κομμάτι που λειτουργεί σαν ίαμα ικανό να σε ανακουφίσει απο τις ασχήμιες της καθημερινότητας με το γεμάτο ρεφρέν του –κι ας το έχουν ζαχαρώσει λίγο παραπάνω στη «μπουμπουδίστικη» διάθεση. Οι μελωδίες τους είναι στρογγυλές, κομψές και εμπεριέχουν δόσεις ψυχεδέλειας, όπως λ.χ. στο “Before Sundown”. Οι καλές στιγμές συνεχίζονται και στο διονυσιακό “Motel Rwanda”, αλλά και στο μεγαλοπρεπές “Oaxaca”, το οποίο απογειώνεται με μια «νεοκυματική» αναπόληση, κάνει έπειτα κάτι brit pop κραδασμούς στον αέρα, για να προσγειωθεί στο τέλος σε μακρινούς progressive διαδρόμους, απευθυνόμενους σε εκείνους που μεγάλωσαν με Genesis.

Περί progressive o λόγος λοιπόν, αν και οι Baby Guru έχουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που με κάνουν να μη σιχτιρίζω τους αμφιλεγόμενους δρόμους του 1970 τους οποίους ακολουθούν: οι ενορχηστρώσεις τους έχουν βάθος πεδίου που ξεπερνά την παλαιολιθική γραμμικότητα του progressive manual. Δεν ξεχνούν επίσης τις ηδονές των hooks, αυτές που οι prog πατεράδες απέφευγαν με ευλάβεια που θύμιζε θρησκευτική ανάγκη. Εκεί δηλαδή που οι Yes αντιμετώπιζαν τη δεξιοτεχνία τους ως Γολγοθά, οι Baby Guru σερβίρουν τραγούδια που έχουν «αποτοξινωθεί» από τα βαρυκόκκαλα σολαρίσματα και την υπεροψία των μουσάτων μουσουργών.

O Prins Obi δεν μπαίνει σε «ρολάκια» για να τραγουδήσει· ούτε τον οργισμένο Βαλκάνιο κάνει, ούτε τον διαβασμένο rawwker, ούτε τον καταραμένο μποέμ. Εναρμονίζεται με τα τραγούδια, μια σεμνή επιλογή που συνεπικουρείται και από τη θεματολογία των στίχων: νοηματική σαφήνεια, δίχως ποιητική καύχηση που σε απιθώνει. Εντυπωσιάζεσαι με το πώς μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο η indie pop, το kraut rock και η ψυχεδέλεια χωρίς να ασφυκτιούν. Όχι πως δεν έχει και άτυχα σημεία ο δίσκος, βέβαια. Για παράδειγμα το “Bluebird Picnic” ακούγεται σαν κακή στιγμή του Youssou N’Dour, στον οποίον ζητήθηκε να γράψει μουσική για ξενέρωτο σποτάκι της Διεθνούς Αμνηστίας στη δεκαετία του 1980.

Βέβαια, κάπου στην 5η ή στην 6η ακρόαση, το IV αντί να αρχίσει να πυκνώνει στα αυτιά, κάπως αραιώνει επικίνδυνα: τα τραγούδια του δεν βρίσκουν το ίδιο εύκολα διαδρόμους να προσγειωθούν και μετεωρίζονται κάπως άσκοπα πάνω από τα κεφάλια μας. Μικρό το κακό, όμως. Η πίστη στην «ευγενή» πηγή της μουσικής έχει αναζωπυρωθεί. Καθόλου αμελητέο επίτευγμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #119

Depeche Mode

Spirit

Κανείς δεν ξέρει πού κρυβόταν το επαναστατικό πνεύμα των Depeche Mode, πάντως ξεθαρρεύει στον 14ο δίσκο τους. Οι θρύλοι της synth pop με το ένα χέρι κρατάνε πλακάτ με συνθήματα και με το άλλο χαλάνε τις φράτζες των νεορομαντικών και αρπάζουν απ’ τον γιακά όσους απολιτίκ καίγονται μονίμως για «1980s reunion». Πώς, όμως, από την άβατη αισθητική μιας Μαύρης Γιορτής και από το μετα-βιομηχανικό ύφος των τραγουδιών που απαιτούσαν Πίστη και Αφοσίωση, φτάσαμε στο αίτημα για Επανάσταση; Πώς δηλαδή μεταβήκαμε από την εγκεφαλική παρατήρηση στη σκεπτόμενη οργή; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το εναρκτήριο “Going Backwards”, μια ζοφερή προειδοποίηση ότι ξαναγράφουμε την ιστορία μας ανάποδα, σαν άβουλα όντα («we feel nothing inside») και το “Fail” με το οποίο τελειώνει το άλμπουμ («Our consciences bankrupt, we’re fucked»), αποτελούν ουσιαστικά το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας παρένθεσης που εμπεριέχει ένα σκληρό σχόλιο πάνω στην ταραγμένη επικαιρότητα. Το Spirit είναι ένας συναγερμός, προερχόμενος από ένα συνεπές και δικαιωμένο σε κάθε επίπεδο συγκρότημα, το οποίο θυμώνει για όσα μας κάνουν να βουτάμε ολοταχώς στον σκοταδισμό. Και αποτελείται από τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί για να χορευτούν, αλλά για να ακουστούν πάνω από τις ιαχές ενός εξεγερμένου ακροατηρίου, με στίχους που κατακεραυνώνουν τις κοινωνίες της αμάθειας και όσους αγνοούν τα σήματα τα οποία προμηνύουν την παγκόσμια αλλοτρίωση.

Όμως, αν και το Spirit αποδεικνύεται κλάσεις ανώτερο από το σχεδόν απαράδεκτο Delta Machine (2013) και από το αναιμικό Sounds Of The Universe (2009), δεν είναι ακριβώς και το What’s Going On του αειθαλούς γκρουπ από το Έσσεξ.

Η συνθετική τους ατμόσφαιρα παραμένει περιεκτική και επιφυλακτική σε ξένες προσμίξεις. Και η πυκνή τραγουδιστική τους φόρμα δεν πνίγεται αυτή τη φορά στο δερμάτινο doom & gloom, καθώς τα κομμάτια μας καλούν να καβαλήσουμε το τρένο της επανάστασης. Αλλά στον πυρήνα της δημιουργίας δεν υπάρχει η μεστωμένη σκέψη πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών, μα η οργισμένη έπαρση των μελών ενός γκρουπ που γύρισαν πωρωμένα να γράψουν τραγούδια, αφότου παρακολούθησαν καταγγελτικές ομιλίες σε κάποιο φεστιβάλ της ΚΝΕ.

Αλλού, οι Depeche Mode απευθύνονται μετωπικά στους πολιτικούς και στα πρόσωπα του δημόσιου λόγου, χαρακτηρίζοντάς τους «scum» και καλώντας σε ένοπλη αντίστασηit’s time to pull the trigger»). Βέβαια, με έναν ψυχοπαθή Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο στις Η.Π.Α., δεν ξέρω πώς μία αντίστροφη α λα Dirty Harry ανάγνωση του τραγουδιού θα βοηθούσε την κατάσταση. «Who’s making your decisions? You and your religions? Your government, your countries, you patriotic junkies», τραγουδάει ο David Gahan στο πρώτο single “Where’s The Revolution”, πάνω από synths που παίζουν κάτι σαν λιπόσαρκο swamp blues. Σε αυτό, αλλά και στη macho ποζεριά του λαχανιασμένου “So Much Love” είναι που βρίσκει χώρο η ματαιόδοξη rock περσόνα του, ώστε να ανθίσει. To τραγουδιστικό του ύφος αναθερμαίνει τη σημειολογία του ασπρόμαυρου φόντου, με τις φτηνές μπότες, τις πόρνες της ερήμου και τα κρόσια.

Φυσικά, το Spirit περιέχει διαμάντια που στολίζουν κάθε επιστροφή των Βρετανών, όπως το το “No More”, με το οποίο ξαναγυρνούν θριαμβευτικά στον ήχο που τους άνδρωσε και το “Move”, που επαναφέρει το σέξι groove του “It’s No Good”, με το bondage και τα έκφυλα φετίχ να κοσμούν την ατμόσφαιρα. Φυσικά υπάρχει και το λυτρωτικό “Cover Me”, με τη φωνή του Gahan να μοιάζει ξανά με ηδονική φωλιά και με τον ντελικάτο ρυθμικό μανδύα του Martin Gore να φέρνει στο μυαλό το “Clean” από το Violator (1990) –ενδιαφέρον είναι επίσης και το μπαχάρι της Motown με το οποίο έχει πασπαλιστεί το “Poison Heart”. Παραδόξως, αυτά είναι τα μη πολιτικά τραγούδια του δίσκου, στιγμιότυπα όπου ο soulful ήχος του Gore παίρνει το πάνω χέρι και οι ευέλικτες φόρμες θυμίζουν τον ιδιοφυή τρόπο με τον οποίον η μπάντα έδινε σχήμα και συναίσθημα στις ηλεκτρονικές αναπτύξεις των Kraftwerk με τα πρωτόλεια synthesizers, από την εποχή κιόλας του Broken Frame (1982).

Πελαγωμένο στο να ασκήσει την επίκαιρη πολιτική κριτική του, το Spirit είναι στην ουσία λιγότερο ενήλικο απ’ ό,τι νομίζει: είναι γεμάτο με τραγούδια διαμαρτυρίας, τα οποία θα αφυπνίσουν όμως πραγματικά μόνο τους απαίδευτους. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, θυμίζει εκείνα τα αναίσθητα και δήθεν μονοπάτια του Exciter (2001). Ωστόσο, ακόμα κι αν δεχθείς τη λιτή ηχητική τεχνική του “Poorman” –που καταδικάζει την απάνθρωπη ανισότητα την οποία προκαλούν οι πολυεθνικές (sic)– και κάνεις τα στραβά μάτια στις αδυναμίες του “Worst Crime” (ένα δράμα κοινωνικού απολογισμού), δεν μπορείς παρά να απορήσεις και να γίνεις έξαλλος για το πώς ο Gore έχει αναλώσει το ταλέντο του σε μια διεκπεραιωτική καντάδα όπως το “Eternal”.

Το Spirit διαθέτει πάντως δύο ιερά συστατικά, τα οποία απουσίαζαν από τα τελευταία δύο άλμπουμ των Depeche Mode: την αυθεντικότητα στις προθέσεις και την απουσία «κούρασης» σαν αίσθηση –credit σε αυτό πρέπει να πάει στον παραγωγό James Ford.

Ίσως τελικά να ήταν απλά μια επιλογή ύφους και αισθητικής το επαναστατικό πνεύμα για τους Depeche Mode. Ένα τρικ ανανέωσης. Ας είναι. Τα σχεδόν αλάθητα εκφραστικά μέσα αυτού του συγκροτήματος, δεν δίνουν δικαιώματα για αμφισβήτηση ήθους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Last Face

Η καριέρα του Sean Penn ως σκηνοθέτης, είναι σπαρμένη από μικρά, ακατέργαστα διαμάντια, εσωτερικής δύναμης και σπάνιας ιδιοσυγκρασίας. Απο την παραβολή “The Indian Runner” (1991), μια σκληρή ιστορία δυο αδερφών αλά Κάιν και Άβελ σε ύφος μπαλάντας του Springsteen και το σπαραξικάρδιο δράμα αυτοδικίας The Crossing Guard (1995) με τον συγκλονιστικό Tζακ Νίκολσον, μέχρι το υπαρξιακό θρίλερ The Pledge (2001) και το δοκίμιο πνευματικής απόδρασης “Into The Wild” (1997), οι ταινίες του Penn ανήκουν σε μια μικρή λίστα προσωπικών “character driven” ταινιών που ορίζουν αυτό που λέμε «ανεξάρτητο σινεμά» του δημουργού. Ο Penn, ανάμεσα στους ρόλους του, βρίσκει χρόνο να σκηνοθετήσει σαν πρώιμος Εγκογιάν που εκφράζεται με τη φωνή του Μπουκόφσκι ή με το πάθος ενός Νίκολας Ρέι που μετενσαρκώθηκε στον Σαμ Σέπαρντ. Το αποτέλεσμα μένει σχεδόν πάντα στην ιστορία του μοντέρνου αμερικάνικου κινηματογράφου. Η πέμπτη ταινία του Sean Penn, με τίλτο “The Last Face” προβλήθηκε στο περσινό φεστιβάλ Καννών. Οι φήμες που τη συνόδευαν ήταν αποκραδιωτικές: γέλια στην έναρξη της προβολής, γιουχαΐσματα και αποδοκιμασίες στο τέλος. Είχα θεωρήσει κακοήθιες και υπερβολές όλα αυτά. Άλλωστε, πως γίνεται ένας καλλιτέχνης που όταν πιάνει την κάμερα δείχνει να διαθέτει τόσο ξεχωριστό μάτι και τόσο πάθος, να έχει σκηνοθετήσει κάτι τόσο κακό; Η υπόθεση της ταινίας είναι απλοική: εθελοντές βοηθοί και γιατροί προσπαθούν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες στην Αφρική. Ένα ρομάντζο ξεκινάει ανάμεσα σε μια πρέσβειρα ανθρωπιστικής βοήθειας και σε έναν γιατρό του κόσμου και η αγάπη τους θα προσπαθήσει να ανθίσει ανάμεσα σε εμπόλεμες καταστάσεις, αντάρτες, βία και ασθένειες. Και κάπου εκεί αρχίζει η κατρακύλα…

2.jpg

Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί προτού δει την ταινία, πόσο στραβά πάνε όλα σε αυτό το κακόγουστο αστείο που πλασάρεται για έργο προβληματισμού και αξιώσεων. Με ένα ξεκούδουνο μοντάζ που ανακατέβει καρτ-ποστάλ εικόνες και σκόρπια βλέμματα ηθοποιών που δεν έχουν ιδέα τι παριστάνουν και με σκηνοθεσία αισθητικής δίωρου spot ανθρωπιστικής οργάνωσης, το αποτέλεσμα είναι τόσο άστοχο που προκαλέι οργή εξαιτίας της κακοτεχνίας του. Αιματηρές εικόνες με ακρωτηριασμένα σώματα προσδίδουν (τάχα μου) shock value στην ανύπαρκτη πλοκή και συναισθηματικοί εκβιασμοί προσπαθούν να εκμαιεύσουν φτηνό συναίσθημα. Πρόκειται για ένα ολότελα ανόητο εγχείρημα refugee porn και ουμανιστικής αυταρέσκειας, με πρόχειρο διάλογο και με ανόητα παιχνίδια με το focus του φακού, τα οποία δεν δικαιολογούνται ούτε από πρωτοετή φοιτητή σκηνοθεσίας. Επιπλέον το The Last Face χαντακώνει τους ηθοποιούς του σαν να τους μισεί: ο Javier Bardem θυμίζει κακό ηθοποιό σε Τούρκικη σαπουνόπερα τύπου “ER” ενώ την Charlize Theron προδίδει η αχρείαστη Βρετανική προφορά της, που αποπροσανατολίζει το θεατή ακόμα και στις ελάχιστες φιλότιμες στιγμές. Να πιστέψετε λοιπόν το τοξικό word of mouth και προτείνω να στείλετε αυτό το φτηνιάρικο κοκτέιλ σαθρού ρομαντισμού και πολιντικάντικου φούμαρου, πίσω στη μήτρα που το ξέβρασε.

1.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Get Out

Φρέσκο σε ιδέες και πρωτοτυπία θρίλερ που παίζει με τα σύγχρονα ρατσιστικά στερεότυπα και τα χρησιμοποιεί σαν όχημα για χτίσει σασπένς διαφυλετικών προεκτάσεων, με αντίλαλους μοντέρνου τρόμου. Η πυρετώδης ανησυχία ξεκινά από τη στιγμή που ο Αφροαμερικανός Κρις δέχεται να συνοδεύσει τη λευκή κοπέλα του Ρόουζ, για ένα σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι, όπου θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους γονείς της, οι οποίοι είναι προοδευτικοί και εύποροι. Ένα φαινομενικά ήπιο ταξίδι αναψυχής θα μετατραπεί σε παρανάλωμα και δεν θα αργήσει να εξελιχθεί ένας απίστευτα διασκεδαστικός εφιάλτης.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Jordan Peele, ξεμπροστιάζει τον συντηρητισμό και τον ρατσισμό που όλοι μας κρύβουμε πίσω από μια επίπλαστη άνεση σχετικά με τη «διαφορετικότητα». Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τα διαφυλετικά διλήμματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό για να σπάσει τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης περί ρατσισμού στα λευκά προάστια. Ασχολείται επαρκώς με το υπόβαθρο του ζευγαριού που θα περάσει λίγες μέρες με τα «πεθερικά»: σοφή προπαρασκευή για να φτιάξει μια ιστορία αλληγορικών διαστάσεων που φέρνει τούμπα τις αρχικές προσδοκίες του θεατή, για να τις ανατρέψει ξανά στο τέλος. Το προοδευτικό περιβάλλον της μεγαλοαστής οικoγένειας είναι η βιτρίνα που κρύβει μια ρευστή απειλή. Οι λοβοτομημένοι και παγιδευμένοι ήρωες παίρνουν μέρος σε ένα απάνθρωπο παιχνίδι για το οποίο όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο. Ο ωρολογιακός μηχανισμός του σεναρίου παίζει με τις μεταστάσεις των χαρακτήρων και η ένταση του σασπένς σκάει στο τέλος, ως αντανάκλαση μιας άρρωστης, μετά-ρατσιστικής κοινωνίας που διαπράττει ύβρη.

Αυτή η κινηματογραφική έκπληξη είναι ευπρόσδεκτο δείγμα μοντέρνου σινεμά τρόμου με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά την ιστορία του στη κόψη του διφορούμενου. Λειτουργεί σαν δαιμόνιο B-movie και σαν πανούργα άσκηση τρόμου με ξεσπάσματα έντασης και πανικού. Μοναδική ένσταση που με άφησε με μια  ιδέα «ενόχλησης»; Το happy ending φαίνεται «φορεμένο» από το studio και αποτέλεσμα των γελοίων test screenings με επίλεκτο κοινό και στερεί το cult status από την ταινία. Υποψιάζομαι ότι ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του ένα «μαύρο» φινάλε, ανάλογου ύφους με την αυθεντική «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» (1968). Μπορεί να είναι απλά η ιδέα μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι ένα σκληρό τέλος, αποτέλεσμα του ίδιου του ρατσισμού που υπονομεύει η ταινία, θα έδινε μακροζωία μεταμεσονύκτιων προβολών στο Get Out.

2477_D014_00139R.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #118

Julie Byrne

Not Even Happiness

Η εικόνα μιας κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά, που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, είναι διαχρονικά γοητευτική, ανεξαρτήτως γενεών και τάσεων. Ωστόσο το ζητούμενο είναι να διαθέτει και ουσία ή έστω κάποιο μουσικό ενδιαφέρον.

Η Julie Byrne είναι μια κοπέλα, ανάμεσα σε χιλιάδες, που θα δείχνει υπέροχη αγκαλιά με την κιθάρα στην παρέα της –η οποία θα την ακούει οκλαδόν– κάποιο σούρουπο στην καλύβα που θα χρησιμοποιεί σαν θέρετρο, ξυπόλυτη (φαντάζομαι) και με μια κούπα τσάι του βουνού στο πλάι. Το ερώτημα είναι: γιατί να ηχογραφήσει έναν δίσκο με 8 τραγούδια μουδιαστικής πλήξης, που κάνουν τη folk να ακούγεται σαν μουσειακό απολίθωμα, αντί να μείνει στις διασκευές της Joni Mitchell, με τις οποίες είμαι σίγουρος ότι γαλουχήθηκε;

Η τραγουδοποιός από το Buffalo της Νέας Υόρκης παίζει τα ταξιδιάρικα ακόρντα της τάχα μου ανέμελα, ενώ με τη θερμή, υγρή φωνή της  τραγουδάει παρηγορητικά στίχους δροσοσταλίδας, έμπλεους συμβολισμών, που διαπνέονται από πνεύμα άχραντης σοβαρότητας απέναντι στη βουκολική folk παράδοση. Με ένα μάτσο κομμάτια ζαλισμένα μέσα στη φιλολογική διάθεση στην οποία γράφτηκαν, η Byrne μάλλον θεωρεί ότι ακούγεται σαν φιλοσοφημένη ιέρεια που απελευθερώνει το rock από τον πολυεθνικό του εκφυλισμό, δίνοντας παράλληλα στη folk ιδέα ένα περιεχόμενο το οποίο πουλάει ως αποψάτο.

Αν δεν έχεις εκτεθεί στην κιθαριστική folk ή αν ανήκεις σε κάποια κολλεκτίβα που έχει συντροφεύσει κατά καιρούς την Julie Byrne, πιθανώς και να σε συνεπάρει το ολόρθο στυλ της. Αυτό που ευαγγελίζεται την επιστροφή του ακουστικού ροκ στην «αθωότητα ηλιαχτίδας».

Αν όμως είσαι ενημερωμένος ακροατής, δεν θα βρεις κανένα στοιχείο για να την πάρεις στα σοβαρά. Αντιθέτως, θα εκνευριστείς με το ύφος της πεφωτισμένης χίπισσας με το οποίο ερμηνεύει τραγούδια παπαριασμένα στην «υγιεινή» αντίληψη περί αρμονίας. Το Not Even Happiness είναι δηλαδή ένα προσχέδιο δίσκου, κραυγαλέα αναχρονιστικού στο περιεχόμενο και χωρίς καλλιτεχνικό στίγμα.

Η εικόνα της κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, ας μείνει στις φωτογραφίες.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου

KG-FP-165.jpg

O διάλογος είναι χάρτινος, οι διάσημοι ηθοποιοί δεν ξέρουν τι ρόλο έχουν και τι κοιτάνε μπροστά στο πράσινο τοίχο του studio και τη δράση της ταινίας την έχουμε ξαναδεί. Όμως το Kong: Skull Island είναι  ένα monster movie που μπορείς μέχρι και να απολάυσεις, παρά την καρτ-ποστάλ σκηνοθεσία και την κακοτεχνία σε επίπεδο μονταζιακό.

Βρισκόμαστε στο 1973, τον καιρί που η Αμερική ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τον πόλεμο του Βιετνάμ, μια σεναριακή αφορμή που δίνει πάτημα στον Jordan Vogt-Roberts να ξεσηκώσει ιδέες από το «Αποκάλυψη Τώρα!» – από το soundtrack στη ζούγκλα μέχρι τον χαρακτήρα που υποδύεται ο John C. Reilly, που ξεπατήκωσε τον αντίστοιχο του Dennis Hopper από το αντιπολεμικό αριστούργημα του Κόπολα. Ο John Goodman, που είναι ο μόνος από το καστ που προσπαθεί να αφήσει ένα αποτύπωμα, ερμηνεύει έναν εξερευνητή που είναι πεπεισμένος για την ύπαρξη προιστορικών τεράτων σε εκείνη την περιοχή. Για την έρευνά του, θα ταξιδέψει με την επίλεκτη ομάδα στρατού, της οποίας ηγείται ο Samuel L. Jackson, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός που θα φέρει την καταστροφή. Οσο φιλότιμο έδειξαν οι προαναφερθέντες, έμπειροι ηθοποιοί, τόσο τα κάνουν μαντάρα οι νεότεροι και ωραιοπαθείς, Tom Hiddleston και Brie Larson. Ο Hiddleston κάνει έναν ολότελα αχρείαστο ιχνηλάτη (πιο πολύ σε Κροκοδειλάκια φέρνει παρά σε Ιντιάνα Τζόουνς) που αντί να κάνει μια προσπάθεια να «παίξει» το ρόλο του, εκφέρει αισθαντικά τις ατάκες του, τονίζοντας την προφορά που αρέσει στις κυρίες. Η δε Larson, κάνει μια φωτογράφο που στέκεται όλο πόζα και “καυλοθυμό” δίπλα στον φωτογενή συνπρωταγωνιστή της, μπας και πουλήσουν «χημεία» και ξεκλέψουν κάνα spin-off.

KG-FP-184r.jpg

Τα καλά νέα έρχονται όταν την οθόνη καταλαμβάνουν τα γιγάντια τέρατα. Τεράστιες σαύρες, προιστορικά πουλιά, θηριώδη μυρμήγκια, γιγαντιαίες αράχνες, θαλάσσια βουβάλια και θεόρατες ακρίδες μεταξύ άλλων, πλαισιώνουν την επιβλητική παρουσία του Βασιλιά Κινγκ Κονγκ, ο οποίος παραδόξως είναι καλά σχεδιασμένος και προκαλέι συναίσθημα. Στο σύνολό της η ταινία είναι τρεις κλάσεις πάνω από το άψυχο reboot του Godzilla πριν τρία χρόνια. Όσο ο φακός δεν πλατειάζει με στυλιζαρισμένα πλάνα και δεν γεμίζει την πλοκή με βιντεοκλιπίστικα καδραρίσματα των ηρώων, η ταινία είναι η χαρά της χαράς για τον θεατή που θέλει να καταναλώσει περήφανα κουβάδες από pop corn. Ο σκηνοθέτης θυμάται που και που να τονίζει τις αρετές της ελαφρόμυαλης λογικής των b-movies και να γίνεται αρκούντως trashy.

Ο Κονγκ δεν είναι το κτήνος χωρίς έλεος που βλέπουν οι στρατιωτικοί. Πρόκειται για φρουρό των ιθαγενών από μια προιστορική απειλή που μπορεί να αφανίσει τα πάντα. Αυτή η εξίσωση θα μπορύσε να λειτουργήσει αβίαστα, χωρίς την προσπάθεια των δημιουργών να τονίσουν την κόντρα άψυχου μιλιταρισμού και αλληλέγγυας κοινότητας. Ο σκηνοθέτης έπρεπε να διδαχθεί από την απλότητα της αυθεντικής ταινίας του 1933 ή έστω από την τρυφερή ματιά της ταινίας του 1976, με τον Jeff Bridges και την Jessica Lange (η προσωπική μου αγαπημένη, αν και δεν αγαπήθηκε ποτέ από τους κριτικούς).

Το “Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου”, δεν νοιάζεται να γίνει ένα φιλμ με μεγάλη καρδιά που θα αγαπηθεί. Αντιθέτως βιάζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες των multiplex για εύπεπτα 3-D υπερθεάματα. Κρίμα, γιατί ούτε την πειθώ ενός τετάστιου event movie τύπου Jurassic Park διαθέτει, ούτε τις διαχρονικές αρετές ενός b – movie τολμάει να εσνστερνιστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα b-movie που ντρέπεται για την καταγωγή του και ντύθηκε με ακριβό κοστούμι για να συναγωνιστεί τα blockbuster που φωνάζουν περήφανα ότι «To Mέγεθος Μετράει».

 

KSI-06277r-VFX.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Logan

1lo.jpg

Μέσα σε έναν ποταμό από «ηπερηρωικές» κακοτεχνίες, από ανήθικα spin-offs που αρμέγουν τη χρυσή αγελάδα της Marvel, από άψυχα prequel και sequel που στοχεύουν σε ένα γρήγορο πρώτο τριήμερο (πριν τα πάρει χαμπάρι ο κόσμος και χαθούν στη λήθη) υπάρχουν και οι σπάνιες περιπτώσεις που προκύπτουν ταινίες αξιώσεων. Το σύμπαν των X-Men, από την πρώτη στιγμή που το ανέλαβε ο Bryan Singer μέχρι και σήμερα, δεν έπαψε ποτέ να ανθίζει και να γεννοβολάει spin off. Οι ιστορίες του έχουν ζυμωθεί σε πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας με ταξίδια στο χρόνο, σε κοινωνικές αλληγορίες αλλά και σε πολιτικά θρίλερ. Το Logan είναι η συνέχεια της ιστορίας του Wolverine και πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες, όχι μόνο των Χ-Men αλλά και τω  superhero movies στην μετά-Dark Knight εποχή.

Ο χαρακτήρας του Logan είναι τραυματισμένος. Όχι γιατί έφαγε τις γροθιές ενός γραφικού κακού, αλλά γιατί είναι τσακισμένος άνθρωπος. Ο Hugh Jackman έδωσε την ανθρώπινη υπόσταση και τον «ματωμένο» ρεαλισμό σε έναν ήρωα κόμικ, ανάλογο με αυτό που είχε φέρει ο Daniel Craig  στον ατσαλάκωτο Τζέιμς Μποντ. Βρισκόμαστε στο 2029 και ο Logan ζει απομονωμένος, δουλεύοντας ως οδηγός λιμουζίνας μαζί με τον αλμπίνο ανιχνευτή μεταλλαγμένων, τον Caliban (υπέροχα εύθραυστος ο κωμικός Stephen Merchant) και τον εξασθενησμένο από τα γηρατειά Professor X (υποβλητικός ξανά ο Patrick Stewart σε ένα ρόλο που παίζει με κλειστά τα μάτια). Οι επιληψίες του εγκαφάλου του καθηγητή είναι πολύ επικίνδυνες και προκαλούν μεγάλες καταστροφές. Την ανωνυμία και την καθημερινότητα των τριών θα διαταράξει η παρουσία της μικρής Laura (Dafne Keen), ένα βίαιο και τρομαγμένο κορίτσι που μπορεί και να είναι κόρη του Logan. Το ανθρωποκυνηγητό που θα ξεκινήσει, ευτυχώς θυμίζει περισσότερο (αν και ίσως λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ‘πρεπε) τη σκονισμένη βιαιότητα του Mad Max, παρά την πολύχρωμη παιδική χαρά των Avengers. Ακόμα και ο Jackman έχει πατήσει στο τρελιάρικο βλέμα του μουσάτου Mel Gibson.

2lo.jpg

Ο σκηνοθέτης James Mangold (υπεύθυνος για το αστυνομικό δράμα Copland και τη μουσική βιογραφία Walk The Line μεταξύ άλλων) κάνει εξαιρετική δουλειά στον τρόπο που κατασκευάζει τη δράση από μέσα προς τα έξω και τιμάει την παράδοση του franchise αλλά και την ιστορία των κόμικ (τα περιοδικά παίζουν ρόλο στην ταινία) ενώ παράλληλα μπολιάζει με μια δόση μελαγχολίας τα πλάνα δράσης. Ο Logan δεν συνεχίζει να κουβαλάει τη σκυτάλη των X-Men αλλά μοιάζει με μακρινό απόγονο των μεταλλαγμένων φίλων του. Ένας αληθινός απόκληρος, αποτέλεσμα της νίκης του «κακού» ενάντια στη ρομαντική συλλογικότητα της χαρισματικής μειονότητας. Το Logan είναι ένα noir ανοιχτών χόρων, με έντονες επηρροές από το κλασικό western που θα μπορούσε αυθαίρετα να περιγραφεί σαν ξεδελφάκι του Children of Men, σκηνοθετημένο από τον John Carpenter. Καιρός ήταν το studio να αγνοήσει τις απαιτήσεις των fanboys και να επιτρέψει μια ταινία που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους αγαπούν το γνήσιο σινεμά δράσης.

3lo.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #117

Thievery Corporation

The Temple Of I&I

Φανταστείτε ένα café bar με ευρύχωρους καναπέδες και χαμηλό φωτισμό, διακοσμημένο με έντονη βλάστηση από εξωτικά φυτά και κάδρα στους τοίχους με «ινσταγκραμικές» φωτογραφίες από την Τζαμάικα ή το Μπαλί. Έναν χώρο όπου αποψάτοι γνώστες με αντιεξουσιαστικό κοινωνικό προφίλ θα παραγγέλνουν χαλαρωτικά ροφήματα σε σέξι σεβιτόρες με afro look.

Στο υποφωτισμένο bar, η ένταση της μουσικής κυμαίνεται στο ύψος των φωνών, χωρίς να καταλαβαίνεις έτσι πότε το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο (δεν έχει σημασία άλλωστε το κομμάτι, μα η σκυτάλη της ατμόσφαιρας), ενώ η κονσόλα παίζει reggae συλλογές σε βινύλιο –όχι με τα ηλιόλουστα hits των beach bars, αλλά με χαμένες ηχογραφήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σε αυτόν τον χώρο όλοι μιλούν πολύ σοβαρά: δεν ακούγονται γέλια και οι θαμώνες ξέρουν ο ένας τον άλλον με το μικρό όνομα, χωρίς όμως να έχουν και πολύ ο ένας την όρεξη του άλλου. Αν βλέπετε τον εαυτό σας να νιώθει οικεία και να περνάει καλά σε κάτι τέτοιο, το νέο άλμπουμ των Thievery Corporation θα σας φανεί σκέτη απόλαυση.

Από το συνωμοτικό dub στο εναρκτήριο “Thief Rockers” μέχρι τα νυχτερινά, βρώμικα beats των “Fight To Survive” και “Road Block”, οι Thievery Corporation αποδεικνύουν γιατί παραμένουν γοητευτικοί για το κοινό τους, μετά από μια διαδρομή 20 ετών. Το καταγγελτικό rap ακούγεται φρέσκο στο “Letter To The Editor” –η μοναδική στιγμή του The Temple Of I & I που πραγματικά μπορεί να ακούγεται για χρόνια στα μπαράκια του κέντρου, αυτά με τις trendy φατσούλες– και δεν το λεω υποτιμητικά, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επιβληθεί ένα τραγούδι για χρόνια στα ποτάδικα.

Βέβαια υπάρχουν και αδύναμες στιγμές, όπως η παρωχημένη reggae του “Strike The Root” που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τα πνευστά, ή το “Time & Space”, το οποίο λοξοκοιτάει επικίνδυνα τις crowd pleaser συλλογές επιπέδου Buddha Bar. Επιπλέον, στο “Love Has No Heart” ή στο “Lose To Find Lounge”, το γκρουπ επιμένει αδικαιολόγητα σε ατμόσφαιρες για νυχτερινά ραδιόφωνα που απευθύνονται σε ακροατές οι οποίοι τριπάρουν με διάφορα «extended chill out remix», τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οι καλές στιγμές έρχονται ξανά στις περιπετειώδεις διαδρομές σε διαστημικούς προορισμούς που φτιάχνουμε με τον νου στο ομώνυμο “The Temple Οf I & I”, όπου ο Rob Garza και ο Eric Hilton δείχνουν για τι θα ήταν ικανοί, αν δεν έτρωγαν από τα έτοιμα. Ακόμα πάντως και χωρίς τις γνώριμες τζαμαϊκανές φόρμες να ορίζουν το μονοπάτι και χωρίς το πολυφορεμένο wah pedal να δίνει εύκολες λύσεις, οι Thievery υπηρετούν τη dub/electronica με την παλιά καλή «ντουμανιασμένη» downbeat διάθεση –άσε που έχουν κι ένα πολύ cool εξώφυλλο να κοσμεί τον καινούριο τους δίσκο.

Το café bar που περιέγραψα στην αρχή, άνοιξε και σας περιμένει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment