Album Of The Week #153

Black Rebel Motorcycle Club

Wrong Creatures

Οι μέρες που οι Black Rebel Motorcycle Club τραγουδούσαν “Red Eyes And Tears” (2001) και έμοιαζαν με cool συγκρότημα, φαντάζουν τρομερά μακρινές. Είναι σχεδόν μνήμες μιας άλλης γενιάς. Στον 8ο δίσκο τους Wrong Creatures, πατάνε σε ένα μονόχορδο «rawk» για να επικοινωνήσουν. Αυτή όμως η στάμπα της ρέμπελης αλητείας πάνω τους, δεν ξεγελάει κανέναν: πλέον νοιάζονται απλά να παράξουν ορθόδοξη, έγκριτη rock, που θα γίνει αποδεκτή στα πιο λαϊκά ραδιόφωνα. Αρκεί να μην ακουστούν «λιγότεροι» των προσδοκιών. Δεν κάνουν καν τον κόπο να ξανοίξουν λιγάκι το εύρος του ήχου τους.

Μέσα σε τούτο το ντελίριο κιθαριστικής προβλεψιμότητας, ο δίσκος τολμάει και κάνει στροφή στη ματαιοδοξία, κυρίως με το “Echo”, στο οποίο αντιγράφουν τα στιλιζαρισμένα και φωτογενή τραγούδια των U2. Όμως, τελικά, το “Echo” ακούγεται σαν ροκ σιγκλάκι που παίζουν οι Snow Patrol την ώρα που παριστάνουν τους U2 μπροστά στον καθρέφτη. Γενικά, οι Black Rebel Motorcycle Club χαϊδολογούνται και παινεύονται αρκετά, ενώ το υλικό του δίσκου εκθέτει πλήρως την κούρασή τους σε επίπεδο τραγουδιών και χαρακτήρα. Την κατάσταση δεν βοηθάει ούτε η σκονισμένη americana του “Haunt”, η οποία θα κάνει τους ακροατές του Sivert Høyem να χαμογελάσουν συγκαταβατικά και κάποιους μιλένιαλς, αμερικανολιγούρηδες ακροατές που μεγάλωσαν με indie, να τους πουν «παιχταράδες».

Όταν ακούς εμφανώς αδύναμα τραγούδια όπως το “King Of Bones” (ο Billy Idol αυνανίζει τους Raveonettes) ή τη συντηρητικότατη ψυχεδέλεια του “Ninth Configuration”, δεν έχεις παρά να απογοητευτείς. Ούτε καν τα riffs τους δεν είναι πραγματικά πιασάρικα, ενώ μια αίσθηση αχρείαστου machismo δείχνει κυρίαρχη παντού. Αν βέβαια καταφέρει κανείς να ξεπεράσει το θολό κλίμα σε τραγούδια όπως το “Spook”, ίσως διασκεδάσει μαζί τους σε διάφορα ροκ μπαρ με στριμωγμένο κόσμο.

Οι Black Rebel Motorcycle Club έφτιαξαν κάποτε ένα «μπλαζέ», «υγρό» και «γκαραζοβρώμικο» στιλ που αρχικά επιβραβεύτηκε με την αποδοχή των κριτικών και ενός κοινού που ήταν πολύ μικρό για να ξέρει τι θα πει «μπλαζέ», «υγρό» και «γκαραζοβρώμικο». Στο Wrong Creatures ακούγονται διψασμένοι για την υπερεπιτυχία που θα τους ανυψώσει στο επιτελείο των ισχυρών, εκείνων που σχεδιάζουν περιοδεία με 30 σταθμούς στις σημαντικότερες πολιτείες των Η.Π.Α. Δυστυχώς, όμως, η έλλειψη στοιχειώδους αδρεναλίνης αυτού του un-happening συγκροτήματος, θα απομακρύνει τους γνώστες του alternative.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Three Billboards Outside Ebbing, Missouri

Όπως ακριβώς μας προϊδεάζει ο τίτλος του φιλμ, λίγο έξω απ’ το Έμπινγκ, στην πολιτεία του Μιζούρι, υπάρχουν τρεις παλιές πινακίδες, η μια δίπλα στην άλλη, οι οποίες είναι στη διάθεση του καθενός για να διαφημίσει ή να δηλώσει ό,τι θέλει. Επάνω στις φθαρμένες αφίσες και τα ξυσμένα χαρτόνια στην επιφάνεια των πινακίδων, μια μητέρα θα αναρτήσει την αλήθεια που της τρώει την ψυχή. Η αστυνομία άλλωστε είναι ανεπαρκής για να διεξάγει έρευνα για να βρει τον ένοχο για τη δολοφονία και τον βιασμό της κόρης της.

Ο «ανεξάρτητος» Αμερικάνικος κινηματογράφος είναι γεμάτος από γλυκόπικρα δράματα, οικογενειακές ελεγείες και εγκληματικές μπαλάντες που διαδραματίζονται στην επαρχιακή Αμερική. Αυτή εδώ όμως αποφεύγει με μαεστρία τις συμβάσεις ων περισσότερων, που τείνουν να γέρνουν στο νεο-γουέστερν. Αυτό οφείλεται κυρίως στη θεατρική εμπειρία του Βρετανού σκηνοθέτη, Μάρτιν Μακ Ντόνα (της φήμης του υπέροχου “In Bruges”).

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι θαυμάσια στον ρόλο της μεσήλικης, χωρισμένης ηρωίδας που ζει με τον έφηβο γιο της και που ψάχνει απεγνωσμένα για μια φωνή λογικής στον μικρόκοσμό της. Η ηρωίδα κοντράρεται μετωπικά με την τοπική εξουσία και τον βαθύ συντηρητισμό του «χωριού». Το βλέμμα της ανήκει σε μια δυναμική γυναίκα, που όμως κρατιέται με όλες τις δυνάμεις της για να μη λυγίσει. Οι αντιδράσεις και οι εναλλαγές στην ψυχολογία του σερίφη (ένας στιβαρός Γούντι Χάρελσον) και του ρατσιστή, οξύθυμου βοηθού του (σε εξαιρετική φόρμα ο Σαμ Ρόκγουελ) ιχνηλατούνται κάτω από παχιές στρώσεις κοινωνικής ειρωνείας, διακριτικής βίας και δραματικών εντάσεων.

51eeMvw_2.jpg

Η μισαλλοδοξία, η ιδιοτέλεια και η προκατάληψη κυριαρχούν στο Έμπινγκ. Όμως μη γελιέστε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ανθρωποκεντρική ιστορία που θα μας κάνει να ταυτιστούμε με τον δίκαιο αγώνα μιας γυναίκας που θα δικαιωθεί κοινωνικά ή νομικά μέσα σε έναν κατακλυσμό μελοδραματικών κλισέ που θέλουν να μας κάνουν να βουρκώσουμε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διεισδυτική ματιά στους μηχανισμούς που πυροδοτούν το νοιάξιμο, την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια.

Η ταινία ρίχνει φως στην βουβή απελπισία μιας γυναίκας που καλείται να συγκεράσει τις απαιτήσεις του μητρικού ρόλου, το προκλητικό midlife crisis του κρετίνου πρώην συζύγου και την ρατσιστική ανοησία των ξεβρασμένων white trash χαρακτήρων, που ζουν την άσκοπη ρουτίνα τους χωρίς ιδανικά και αξίες. Πόση οργή αιτιολογεί η θλίψη και πόσοι νόμοι που αντιφάσκουν μεταξύ τους, συγκρούονται με την κοινή λογική; Άβολα ερωτήματα που θα προκαλούσαν το πέτρινο μειδίαμα της άφοβης ηρωίδας και που θα της όπλιζαν με μολότοφ το χέρι. Σε αυτές τις τρεις πινακίδες θα γραφτεί μια μικρή εποποιία, με τη μορφή μιας οργισμένης καμπάνιας ενός ανθρώπου.

51eeMvw_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

The Post

Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ ακολουθεί τα κρίσιμα γεγονότα του 1971, όταν ο υπάλληλος του υπουργείου Αμύνης, Ντάνιελ Έλσμπεργκ, έκανε υπέρβαση καθήκοντος και υπέκλεψε τα περίφημα Pentagon Papers: μια εκτενέστατη έρευνα για την εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ, που θα είχε ολέθριες συνέπειες για τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Ήταν η εποχή που η Washington Post προσπαθούσε να ορθοποδηδήσει ενώ βρισκόταν κάτω απ’ τη βαριά σκιά των New York Times, με την εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ να προσπαθεί δειλά να αρθρώσει λόγο σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο εκδοτών. Την εποχή εκείνη οι «Times» δημοσίευσαν ένα καυτό άρθρο σχετικά με μια απόρρητη έκθεση του Πενταγώνου, που προκάλεσε το μένος του Λευκού Οίκου. Όταν αυτές οι χιλιάδες σελίδες της έκθεσης έφτασαν στα χέρια του διευθυντή της «Post», του Μπέντζαμιν Μπράντλι, άρχισε μια εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στους επενδυτές, στους νομικούς συμβούλους, στους συντάκτες του πολιτικού ρεπορτάζ και στη διεύθυνση της εφημερίδας. Άλλωστε ο εκδοτικός όμιλος ετοιμάζονταν να εισαχθεί στο χρηματιστήριο και το μέλλον του θα ήταν δύσκολο μετά τη μετωπική σύγκρουση με τις εντολές του Νίξον. Η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ όφειλε να αναλάβει τις σκληρές αποφάσεις για πρώτη φορά στη ζωή της.

52mv_2.jpg

Η μάχιμη δημοσιογραφία σε άνιση μάχη με το χρόνο και με τα όρια της ίδιας της ηθικής της. Το αίσθημα καθήκοντος σε αντιδιαστολή με τα αχαρτογράφητα δικαστικά νερά μια «εθνικής προδοσίας». Ο πατριωτισμός ως το είδωλο στον κυρτό καθρέφτη της αναζήτησης της αλήθειας. Αυτές ήταν μάλλον οι ιδέες που έκαναν τον Στίβεν Σπίλμπεργκ να σταματήσει το post production της sci-fi περιπέτειας Ready Player One, για να ξεκινήσει να δουλεύει αυτή την ταινία, τον Φεβρουάριο του 2017. Σε 10 μόλις μήνες η ταινία ήταν στις αίθουσες και το αποτέλεσμα καταδεικνύει ένα φιλμ που μοιάζει να χρειάστηκε χρόνια ολόκληρα για να φτιαχτεί στην κάθε του λεπτομέρεια. Το The Post κατασκευάστηκε με τους πυρετώδεις ρυθμούς που οι ήρωες έτρεχαν να προλάβουν το τυπογραφείο στα θορυβώδη γραφεία της Washington Post.

Με μια αδιανόητη βιρτουοζιτέ, ο Σπίλμπεργκ αντλεί από τις πρακτικές του πολιτικού θρίλερ για να ρίξει φως στα κίνητρα των δημοσιογράφων και των εκδοτών. Χρησιμοποιεί τις πιο αγνές μεθόδους του ψυχολογικού δράματος, χωρίς να γίνεται χειριστικός και χωρίς να χρωματίζει με γκρίζα χρώματα τους «κακούς» και τους ανήθικους. Κυρίως όμως, αναπλάθει ένα ιστορικό ντοκουμέντο μιας εποχής της κλασικής δημοσιογραφίας που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Περισσότερο απ’ όλα τα προηγούμενα, το The Post είναι ένα ερωτικό γράμμα στην αξία της έντυπης δημοσιογραφίας, στις μηχανές του τυπογραφείου, στις μακέτες, στη διανομή του πρωινού φύλλου και στη δύναμη του τυπωμένου χαρτιού, που θα μπορούσε να ανοίξει στα δυο την αυθαίρετη εξουσία του κράτους.

52mv_3.jpg

Θεωρώ πως οι ερμηνείες δεν ήταν ποτέ το μεγάλο ατού του Σπίλμπεργκ, ειδικότερα στους δεύτερους και τρίτους ρόλους που πλαισιώνουν τον ήρωα που συνήθως κουβαλάει την ταινία στους ώμους του. Εδώ, όχι μόνο διανθίζει την αφήγηση με δεκάδες αξιοσημείωτους ρόλους, αλλά τους απογειώνει όλους, χάρη σε ένα υποδειγματικό μοντάζ – μακράν το καλύτερο της χρονιάς. Ιδιαίτερα η Μέριλ Στριπ στη σκηνή ενός τηλεφωνήματος που καλείται σε λίγα δευτερόλεπτα να χαράξει την στρατηγική της εφημερίδας με κίνδυνο να την καταστρέψει, είναι μαγική. Ο αγώνας με το ρολόι, το φιλτράρισμα της χαοτικής απόρρητης έκθεσης, η απόφαση της μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, το σκοτεινό lobbying, αλλά και το καθήκον στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, χρειάζονται μια στιβαρή σκηνοθεσία για να βρουν πρώτα και να κουνήσουν στη θέση του το παμφάγο κοινό που ζητά ψυχαγωγικά θεάματα. Ο Σπίλμπεργκ επιλέγει να μην κάνει υπαρξιακό στοχασμό στις έννοιες, ούτε κανένα «εστέτ» καταγγελτικό σινεμά. Επιλέγει σοφά να αφηγηθεί με τα πιο απλοϊκά και δημοφιλή μέσα, μέσω του αγνού μελοδράματος και του παλιομοδίτικου ιδεαλισμού. Θέλει η ταινία του πρωτίστως να «αρέσει» ώστε να δημιουργήσει συσχετισμούς με το παρόν και αυτό είναι το καλύτερο κωλοδάχτυλο στον Ντόναλντ Τραμπ.

Το Post έρχεται για να ρυμοτομήσει την εποχή που τα fake news έχουν θολώσει το τοπίο και που η δημοσιογραφία καλείται να σταθεί στο ύψος της. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που ένας (άλλος) παράφρονας κάθεται στην καρέκλα του προέδρου. Ο Σπίλμπεργκ το πετυχαίνει, με ένα αριστούργημα, εντελώς Αμερικάνικο στη σκέψη αλλά αφοπλιστικά οικουμενικό, χάρη στην λιτή του εκτέλεση και το πηγαίο συναίσθημα. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως, είναι πως κάνει μια αληθινά και ουσιαστικά φεμινιστική ταινία, μέσω της καλλιγραφίας του χαρακτήρα που υποδύεται η Μέριλ Στριπ. Η δημοσιογραφία υπηρετεί αυτούς που κυβερνιούνται και όχι τους κυβερνώντες μας λέει στην κατακλείδα του The Post. Αναρωτιέμαι, κοιτάζοντας τα θλιβερά εξώφυλλα των ξεπουλημένων εφημερίδων της εποχής μας, ποιος θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο σήμερα.

52mv_4.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #152

 Jesse Ware
Glasshouse

Ο βασικότερος λόγος που μας κέρδισε με το καλημέρα η Jessie Ware, ήταν γιατί κατάφερε να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στη ντελικάτη soul της Sade και στην πολιτισμένη pop της Corinne Bailey Rae. Με τον νέο της όμως δίσκο, ακούγεται σαν μια αποχρωματισμένη εκδοχή της Alicia Keys. Πραγματικά, στο “Alone” και στο “Stay Awake, Stay For Me” ο μελοδραματισμός της τελευταίας παίρνει νοερά το πάνω χέρι, αλλά χωρίς εκείνο το αυθεντικά δραματικό στοιχείο της σύγχρονης soul ντίβας. Οι μελωδίες στο Glasshouse προσποιούνται τις συναισθηματικά φλογισμένες, μα το πολύ-πολύ να σε κάνουν να αλλάξεις σταυροπόδι: ποτέ δεν θα σηκωθείς.

Με μια προσεκτικότερη πάντως ακρόαση του δίσκου, νιώθω πως η Αγγλίδα τραγουδοποιός περιδιαβαίνει τον μουσικό της κήπο με σοβαροφάνεια, χαρίζοντας μόνο προσποιητά χαμόγελα. Αυτό άλλωστε την κάνει ιδιαίτερα θελκτική στα λευκά ακροατήρια που συχνάζουν σε αποψάτα wine bar, όπως και σε όσους χρειάζονται μια χαλαρωτική μουσική ανάσα στα αυτοκίνητά τους, καθώς ανεβαίνουν τη Δευτέρα το πρωί την πηγμένη στην κίνηση Βασιλίσσης Σοφίας.

Το περιεχόμενο του Glasshouse με άφησε πολύ διχασμένο. Σίγουρα τo πρόσχαρο “Your Domino” θα το αγκαλιάσουν περήφανα όσοι μεγάλωσαν με την pop των Saint Etienne, δυστυχώς όμως το “Selfish Love” θα συγκινήσει μόνο το ώριμο κοινό που βρίσκει κάποια «μαγεία» στο αργεντίνικο σκέρτσο των Gottan Project. Ακούγοντας την Jessie Ware να αγκαλιάζει όλα τα στερεότυπα της γαλανομάτας R’n’B στο “First Time” και να χαϊδεύεται με την ανώδυνη folk του Ed Sheeran στο “Sam” (ναι, του Ed Sheeran), φοβάμαι ότι, προκειμένου το όνομά της να συνεχίζει να παίζει στο «χρηματιστήριο» των charts, είναι ικανή να ερμηνεύει σούπες κατά βούληση. Για παράδειγμα το “Finish What We Started” θα ήταν τραγούδι τέλους οποιασδήποτε νεανικής, δακρύβρεχτης ρομαντικής κομεντί της δεκαετίας του 1990, από αυτές που διεκδικούν πρωτεία αφέλειας.

Από αρχαιοτάτων χρόνων, ο δρόμος της μελαγχολικής, γυναικείας soul είναι στρωμένος με δίσκους-διαμάντια, οι οποίοι κάνουν την έντεχνη κατάθλιψη να ακούγεται σαν ανοργασμικό καπρίτσιο. Με το ντεμπούτο της Devotion(2012), η Jessie Ware έδειχνε ότι είχε τα προσόντα να μπει σε αυτό το πάνθεον. Όμως το 3ο της άλμπουμ είναι φτιαγμένο μόνο από εγγυημένα βασικά υλικά για όλη την οικογένεια –σε καμία περίπτωση με τα εκλεκτά κερυκεύματα που καθιστούν την R’n’Β σπουδαία.

Πάλι καλά που η 33χρονη δημιουργός εξακολουθεί και τραγουδάει μεστά και στέρεα και το κυριότερο: που δεν πιστεύει ότι όλοι κρεμόμαστε από τα χείλη της. Ίσως να πρόκειται για το υγιέστερο «ενήλικο» mainstream της εποχής της –στρωτά τραγούδια, φιλικός ήχος και ευχέρεια στα επικοινωνιακά τρικ. Είναι προς τιμήν της ωστόσο ότι εξακολουθεί να τραγουδάει ανθρώπινα, σε μια εποχή που η φρίκη του auto tune απειλεί με λοβοτομή το pop ακροατήριο.

Αν μια γενιά νέων κοριτσιών και αγοριών έθρεψε τα αδιέξοδα ερωτικά σκιρτήματα με ταβανοθεραπεία συνοδεία Adele κι εξέφρασε την αυτολύπησή της με τη μπλαζέ μελαγχολία της Lana Del Rey, τότε το Glasshouse είναι δίσκος για τις μαμάδες αυτών των παιδιών. Δεν το λέω υποτιμητικά. Τα ρολαριστά  τραγούδια του δίσκου μπορούν κι ακούγονται ακαταμάχητα στις μητέρες των σημερινών εφήβων, καθώς διαθέτουν την αύρα του «αξιόπιστου» και δεν βρίσκεις τίποτα χτυπητό να τους προσάψεις. Σχεδόν ορκίζεσαι δηλαδή ότι γράφτηκαν με αυτήν τη λογική, να μη βρεθεί κανείς να τα κατηγορήσει για ανεπάρκεια. Δεν έχουν κανένα cuttin’ edge, βέβαια, αλλά το ακροατήριο στο οποίο η Jessie Ware έχει στρέψει πια την προσοχή της, μάλλον δεν το χρειάζεται.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Molly’s Game

53yy_2.jpg

Η πένα του Άαρον Σόρκιν μας έχει χαρίσει σημαντικότατες τηλεοπτικές σειρές, όπως το προεδρικό δράμα “The West Wing” και το “Newsroom” που τρύπωνε στα παρασκήνια της μάχιμης τηλεοπτικής δημοσιογραφίας. Δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του: ο αγνός, προοδευτικός ιδεαλισμός του και η ικανότητά του στον έντονο διάλογο γρήγορης ταχύτητας. Από την εποχή του “A Few Good Men” κιόλας, ο Σόρκιν έδειξε ότι μπορούσε να κοσμήσει με αξέχαστες ατάκες τους ήρωές του («You Can’t Handle the Truth») που μάχονταν το κακό και τη διαφθορά. Στην δεκαετία που διανύουμε, ο πολυγραφότατος Σόρκιν καταπιάστηκε με πρωτοπόρους της τεχνολογίας όπως ο Μάρκ Ζούκεμπεργκ στο Social Network και τον Στιβ Τζομπς στην ταινία “Jobs” και φέτος αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα καθήκοντα του σκηνοθέτη, για να αφηγηθεί μια ιστορία τζόγου, εξαπάτησης και δικαστικού σασπένς.

Η ηρωίδα που μοιράζει το παιχνίδι στο “Molly’s Game” είναι μια έξυπνη και χειραφετημένη γυναίκα, που αποφασίζει να πιάσει την καλή διοργανώνοντας VIP παιχνίδια πόκερ στα οποία παίρνουν μέρος επιχειρηματίες, σταρ του Χόλιγουντ, αθλητές και πολιτικά πρόσωπα. Η Μόλι, ποντάρει στην αφηνιασμένη ανάγκη των αντρών να επιδείξουν χρήμα, στην αδρεναλίνη της τράπουλας και στην αίσθηση υπεροχής και γλαμουριάς που σου δίνουν τα πριβέ παιχνίδια με ανθρώπους εξουσίας. Η Μόλι είναι μια γυναίκα που δεν τρομάζει από τον macho κόσμο των ανδρών και τους στέλνει πίσω στη γυναίκα τους κλαίγοντας. Τα βάζει με γκάνγκστερ, παίζει στα δάχτυλα τα αρσενικά που είναι επιρρεπή στα πάθη και νιώθει δυνατή ακόμα κι όταν τρώει ξύλο από μαφιόζους. Όμως η ίδια δεν θέλει να πληγωθεί κανείς και κρατάει τα παιχνίδια σε πολιτισμένο επίπεδο.

53yy_3.JPG

Σε επίπεδο αφηγηματικό, ο Σόρκιν κάνει σλάλομ με ένα φλογερό voice-over της Τζέσικα Τσαστέιν η οποία εδώ παρουσιάζεται πιο σέξι από ποτέ. Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας όπου μαθαίνουμε το παρελθόν της σαν επαγγελματία σκιέρ είναι καταιγιστική και οι ρυθμοί δεν πέφτουν ούτε στιγμή για τις επόμενες δυο ώρες. Η χρήση του voice-over αντλεί τα εργαλεία που εφηύρε ο Σκορσέζε με το “Goodfellas” και συνέχισε να αναπτύσσει με το “Casino”, μια τεχνική που έχει κοπιαριστεί κατά κόρον στο σύγχρονο σινεμά. Η φωνή της ηρωίδας δεν μας λέει απλά την ιστορία της, αλλά σχολιάζει τα δρώμενα. Κομπιάζει στις λεπτομέρειες, αλλού δίνει έμφαση, αλλού μας λέει ψέμματα και κυρίως δίνει πνοή στο κάδρο που μας υποδεικνύει που να κοιτάξουμε χάρη στο freeze frame και το γρήγορο μοντάζ που συναγωνίζεται την ταχυλογία των ηρώων. Ο Σόρκιν δεν εμπιστεύεται τις σιωπές. Αντιθέτως αφήνει τον καλογραμμένο διάλογο να ανθίσει και ο θεατής καλείται να αφομοιώσει γρήγορα τις πληροφορίες, τον έξυπνο σαρκασμό και την αγωνία στον προφορικό λόγο. Μοναδική παραφωνία της ταινίας είναι η αφελής εξερεύνηση της σχέσης της Μόλι με τον πατέρα της (ο Κέβιν Κόσντνερ στον ρόλο του Κέβιν Κόστνερ) που καταλήγει σε μια βιαστική «ψυχανάλυση του φτωχού» σε ένα παγκάκι στο Σέντραλ Παρκ.

Η ταινία είναι από την κορυφή έως τα νύχια ραμμένη για την ηρωίδα, όμως ο Ίντρις Έλμπα είναι ο κλασικός Σορκινικός ήρωας της ιστορίας (στην παράδοση του προέδρου Μπάρτλετ στο “The West Wing”) με την κριτική σκέψη, την καθαρή συνείδηση και την ηθική σύγκρουση στις γκρίζες ζώνες των ιδεών του σύγχρονου, προοδευτικού, εγγράμματου ανθρώπου. O Σόρκιν έδωσε επιτέλους στο Πόκερ την ταινία που του αξίζει (μην ακούσω για το “Rounders”) και εκμεταλλεύτηκε τα υλικά της απληστίας, του γκλάμουρ και του γλυκού εθισμού στο εύκολο χρήμα. Φυσικά δεν «τζογάρει» πουθενά και δεν τραβάει την ιστορία του σε αχαρτογράφητες περιοχές, εκεί όπου ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» σνίφαρε ζεστό χρήμα και θα έφτανε στην αυτοκαταστροφή. Δεν πειράζει όμως. Οι νηφάλιοι κινηματογραφιστές δεν κάνουν ποτέ στραβοπατήματα γιατί δεν ρισκάρουν, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

53yy_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #151

Sia

Everyday Is Christmas

Η γιορτινή περίοδος με τον ισχυρότερο ψυχαναγκαστικό αντίκτυπο στους ανθρώπους είναι ταυτισμένη με οικογενειακή θαλπωρή, χιλιάδες λαμπιόνια, γλυκά και χαμογελαστά πρόσωπα γύρω από γεμάτα τραπέζια. Τα Χριστούγεννα, όμως, δεν είναι μόνο υπόθεση κουραμπιέδων και δώρων γύρω απ’ το στολισμένο δέντρο. Αντίστοιχα, τα ορφανά της Barbra και του Franky αλωνίζουν κάθε χρόνο το χριστουγεννιάτικο ρεπερτόριο, με τη βουλιμία που πέφτει ο δικός μας Πέτρος Γαϊτάνος στους πασχαλινούς ύμνους. Έτσι, η σαμπανιζέ μουσική που συνοδεύει τους χριστουγεννιάτικους στολισμούς και τις ημέρες του Δεκέμβρη, κατακλύζεται από γκλαμουράτους crooner που τραγουδάνε την Άγια Νύχτα (στη χειρότερη περίπτωση) και από υπέρλαμπρες διασκευές της Motown ή του Phil Spector (στην καλύτερη). Κανείς όμως δεν έχει πια ανάγκη τις ετήσιες εκτελέσεις σε χριστουγεννιάτικα standards από ερμηνευτές της συνομοταξίας του Michael Bublé ή του Josh Groban.

Η Sia έχει διαφορετική αισθητική και προσεγγίζει αλλιώς τη χριστουγεννιάτικη ευδαιμονία. Μέσω μιας παραγωγής που αξιοποιεί όλα τα τρικ τα οποία φέρνουν συνειρμικά «τρίγωνα-κάλαντα» στο μυαλό, η Αυστραλή τραγουδοποιός προκρίνει την εξωστρέφεια της γιορτινής μουσικής με ενδιαφέρον στυλ, διατηρώντας τα απαραίτητα επίπεδα σάχλας που οπωσδήποτε χρειάζονται οι καλοστολισμένες ρεβεγιόν. Έτσι, πετυχαίνει να αποδώσει την αίσθηση της ελεγχόμενης χριστουγεννιάτικης κραιπάλης (που είναι προαπαιτούμενο των ημερών), αλλά χωρίς να τη συνοδεύει με εξαλλοσύνες και απρόβλεπτα, ακραία συναισθήματα. Επιπλέον, μπολιάζει με θέρμη και αγαπησιάρικη διάθεση τις απλοϊκές μελωδίες της, ώστε να πετύχει την εντύπωση της ασφάλειας και του υγιούς ξεφαντώματος που νιώθουμε πλάι στα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Το Every Day Is Christmas θα θρέψει λοιπόν ιδανικά τις στιγμές που ένα κορίτσι με γιορτινά κερατάκια πάνω απ’ το κεφάλι θα φλερτάρει ένα αγόρι με λυμένη τη γραβάτα, στους διαδρόμους κάποιου ξενέρωτου χριστουγεννιάτικου πάρτι πολυεθνικής. Τραγούδια όπως το “Puppies Are Forever” θα συνοδεύσει τους αυτοσχέδιους στολισμούς στο μικρό, ενοικιαζόμενο διαμέρισμα κάποιου νέου ζευγαριού που αδιαφορεί για τη μπαναλαρία των μεγάλων δέντρων με φάτνη. Το “Sunshine” θα είναι ό,τι πρέπει για να συνοδεύσει ένα σπιτικό brunch με τα γιορτινά leftovers της προηγούμενης βραδιάς. Το “Snowman” και το “Every Day Is Christmas” μπορεί να μην είναι τραγούδια μεγάλων αξιώσεων, απευθύνονται όμως σε ανθρώπους που δεν γιορτάζουν την έλευση του θείου βρέφους, αλλά αντιμετωπίζουν τις γιορτές σαν απαραίτητη ανάπαυλα αγάπης.

Έχουν αόρατες προσωπικές στιγμές αυτές οι μέρες των γιορτών, με όλη την αναίτια μελαγχολία και τους απολογισμούς που κουβαλάνε. Σε εκείνα τα γκρίζα σημεία έκρινε η Sia ότι υπήρχε η έλλειψη ενός ενήλικου soundtrack και φρόντισε να το καλύψει με τον τρόπο της. Και πολύ καλά έκανε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #150

H εμπειρία και η αθωότητα συνυπήρχαν στην καρδιά της μουσικής των U2, απ’ την εποχή της άγουρης οργής του Boy κιόλας (1980). Όπως και το δίπολο του μάχιμου Προτεσταντισμού και του ενοχικού Καθολικισμού, την εποχή που υιοθετούσαν το προφίλ του μεσσιανικού αγγελιοφόρου με την ψηλοτάκουνη μπότα και την ιρλανδική σημαία στα χέρια, στη δεκαετία του 1980. Όπως, αναλόγως, μάχονταν έπειτα μεταξύ τους, στη δεκαετία του 1990 πια, η ειρωνεία και η καμουφλαρισμένη οδύνη.

Ξεκίνησα να γράφω μια επαινετική κριτική στο 14ο άλμπουμ των U2, κυρίως γιατί εξακολουθούν να προκαλούν λυτρωτική ανύψωση χάρη στα φωταγωγημένα τους ρεφρέν. Αλλά και γιατί αρνούνται να γίνουν συγκρότημα των greatest hits, κρατώντας σε υψηλά επίπεδα την ξεχωριστή αρχιτεκτονική κάθε δίσκου, στη μετα-Brian Eno εποχή τους. Επιπλέον, τα τραγούδια τους  ακόμα διαθέτουν τη θετική αύρα που σε κάνει να μην αντιμετωπίζεις τον διπλανό σου ως απειλή που προσπαθεί να σου κλέψει τον χώρο στο μετρό, τη σειρά σου στην όποια αναμονή ή γενικώς το οξυγόνο.

Έχω αγαπήσει τους U2, ακριβώς γιατί δεν διέθεταν ποτέ τον δικό μου κυνισμό. Πάντα άλλωστε προτιμούσα ο αγαπημένος μου frontman να κάνει λομπίστικες χειραψίες με πολιτικούς στον ελεύθερό του χρόνο, παρά να κλωτσάει φωτογράφους στα μούτρα. Δεν είναι θέμα ηθικής, είναι θέμα «αθωότητας». Προτιμώ δηλαδή να βλέπω τα μέλη της μπάντας να έχουν οικογενειακούς δεσμούς μεταξύ τους, παρά να πετάνε τηλεοράσεις απ’ τα μπαλκόνια ξενοδοχείων με τις γκρούπις να χασκογελάνε. Δεν είναι θέμα συντηρητισμού, είναι θέμα «εμπειρίας».

Ακούγοντας καλά το Songs Of Experience, ωστόσο, η επαινετική κριτική μετατράπηκε σε κείμενο οργής. Τα πρώτα singles χαροποίησαν μόνο τους τεχνοκράτες των δισκογραφικών, όσους προσπαθούν να πιάσουν τους «οικονομικούς στόχους της χρονιάς», όπως βέβαια και τους επενδυτές των royalties και τους μάνατζερ.

Το “Get Out Of Your Own Way” δεν είναι παρά ένα ξαναζεσταμένο “Beautiful Day”, το οποίο ταιριάζει σε καμπάνιες εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και όχι στον δίσκο του συγκροτήματος που έριξε κάποτε τα τσιμέντα του Red Rock, που τέντωσε στα άκρα τον πειραματισμό στο μουσικό φάσμα που απασχολεί το ραδιόφωνο, που επανεφηύρε τον ήχο του ολοκληρωτικά τρεις φορές. Τα πρώτα δευτερόλεπτα του “Blackout” ξυπνούν μνήμες της φρενίτιδας του “Fly”, προτού προσγειωθεί σε χαμηλοτάβανο ροκάκι των FM, με ανώδυνα σχόλια περί επικαιρότητας («democracy is flat on its back») και στίχους που προσποιούνται πως έχουν την ευφυΐα του Paul Simon. Το “You’re The Best Thing About Me” περιγράφει τον αθώο έρωτα με την ανεμελιά της Motown, αλλά δίνεται με την πόζα ενός έμπειρου τραγουδιστή, ο οποίος ξέρει ακριβώς ποια κίνησή του θα ξεσηκώσει την αρένα. Το “Love Is Bigger Than Anything In Its Way” κάνει όλες τις προβλέψιμες μανούβρες μιας ανθεμικής μπαλάντας, ώστε το στάδιο να γεμίσει αναπτηράκια.

Πουθενά λοιπόν δεν έβρισκα ίχνη του περήφανου εκείνου new wave που αγνοούσε τη βρωμιά του punk και λοξοκοιτούσε στην πνευματική κληρονομιά του David Bowie. Μέσα μου, ο έμπειρος ακροατής εντόπισε όλα τα συμπτώματα μιας μεγαλομανούς παραγωγής σε πάνοπλα στούντιο, ενός «μεγαλύτερου απ’ τη ζωή» συγκροτήματος που, αν δεν κατακλύσει τα ραδιόφωνα, θα πέσει να πεθάνει από μοναξιά. Δυστυχώς, οι U2 ανταγωνίζονται σήμερα τη μηχανή προώθησης της Taylor Swift και τα μη-αλκοολούχα ποτά που σερβίρει το μαγαζί των Coldplay.

Ωστόσο το Songs Of Experience δεν είναι το σίκουελ του προ τριετίας Songs Of Innocence (εκείνο το άλμπουμ που πολλοί δεν άκουσαν καν, απλά γιατί τους την έσπασε που το βρήκαν ένα πρωί στο iPhone). Είναι το δεύτερο μισό, που συμπληρώνει ένα άλμπουμ φτιαγμένο σε δύο μέρη. Αν οι U2 έκαναν αλλεπάλληλα sessions με στρατιές παραγωγών μέσα σε 3 χρόνια για να καταλήξουν σε μια τελική version, δικαιούται κι ένα κείμενο κριτικής να έχει τρία και τέσσερα drafts διαφορετικών απόψεων. Πάμε πάλι, επομένως, με τα αυτιά της αθωότητας αυτή τη φορά.

Στο “Love Is All We Have Left” ακούς τον Bono να κηρύττει μηνύματα αγάπης φιλτραρισμένα στο auto tune, σαν αστρικός πάστορας. Το “Lights Of Home” διαθέτει μια γκρουβάτη μελωδία, που εύκολα θα ευοδωθεί στα πλήθη και που μετά από ένα δεξιοτεχνικό σόλο να χαϊδεύει τα αυτιά θα καταλήξει στο συμπλήρωμα του “Iris” απ’ το Songs of Innocence: η κατακλείδα του συνεχίζει το «Free yourself to be yourself, If only you could see yourself». Κατόπιν, ο Kendrick Lamar σε ρόλο παρανοϊκού ιεροκήρυκα μάς εισάγει στο εκρηκτικό “American Soul”, δίδυμο αδερφάκι της glam εποποιίας του “Volcano” απ’ τον προηγούμενο δίσκο. Και το αλαφιασμένο mantra του Bono στα δύο αυτά κομμάτια μας λέει ρυθμικά: «you and I are rock and roll». Στο “Summer Of Love”, πάλι, ακούς ένα συγκρότημα επί δεκαετίες βουτηγμένο σε στουντιακές αλχημείες να μας αποπλανεί με ένα ανθρώπινο και τρυφερό riff, το οποίο σκάει απ’ τα ηχεία σαν καλοκαιρινό αεράκι. Ένας σαγηνευτικός ρυθμός, που συμπληρώνει την ονειροπόληση του “California, There’s No End To Love”. Όσο για το “13” στο φινάλε του άλμπουμ, είναι μια πιανιστική διασκευή στο “Song For Someone”.

Έχουμε έτσι ένα παζλ στα χέρια μας, από τραγούδια που κουμπώνουν και που κοιτάνε σε καθρέφτη.

H σημειολογία του Songs Of Experience συμπληρώνει εμμονές οι οποίες κρατάνε απ’ το ταραγμένο Δουβλίνο των 1970s και διαπερνούν τα σαράντα κύματα που έχει διαβεί το συγκρότημα μέσα στα χρόνια. Τα παιδιά των μελών στο εξώφυλλο –είναι η κόρη του Edge και ο γιος του Bono– έχουν αμφότερα την πληγωμένη καθαρότητα του αγοριού με το κράνος στο War (1983). Δεν είναι επομένως εντελώς τυχαίο που το υπέροχο “Red Flag Day”, με τις πυκνές κιθάρες και τα δεύτερα φωνητικά του Edge, ανοίγει διάλογο με τις μουσικές θεματικές του War, θίγοντας ζητήματα που πολύ θα ήθελαν να κατέχουν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να ανοίξουν βιβλία. Διάολε, μέσα από τόση εμπειρία χειραγώγησης του κοινού, οι U2 δείχνουν εδώ να διαθέτουν μια άφθαρτη αθωότητα. Ακόμα και το επιμελώς ακατέργαστο “Showman” σηκώνει αναθυμιάσεις απ’ τον αυθορμητισμό παλιών fan darlings, όπως το “Party Girl”.

H δε κριτική μου είχε γίνει ξανά θετική μετά τις απανωτές ακροάσεις του “Little Things”. Αυτό το ψυχόδραμα σου ξυπνάει τον συναισθηματικό αντίκτυπο των στιγμών που βρέθηκες σε τρελές εξομολογήσεις, σε αποφάσεις ζωής και ξαφνικές παρορμήσεις να αφήσεις τη δουλειά σου, να μεταναστεύσεις, να πάρεις τηλέφωνο μέσα στη νύχτα τον έρωτα της ζωής σου –και πάει λέγοντας. Στο τέλος, όμως, η εμπειρία πήρε ξανά το πάνω χέρι, όταν συνειδητοποίησα ότι το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, το “Book Of Your Heart”, είναι bonus track δίπλα σε κάτι αχρείαστα remix.

Οι U2 που αγάπησα, τις εποχές που χάνονταν στην έρημο του Joshua Tree(1987), όταν είχαν μόνο μουσικές φιλοδοξίες, θα έβγαζαν αυτό το τραγούδι πρώτο-πρώτο εκεί έξω· και όποιος ήθελε, θα ακολουθούσε. Για τούτο δε το «έξτρα» τραγούδι θα έκαναν έγκλημα οι 9 στις 10 hip μπάντες μετά το 2000, ώστε να λανσάρουν την καριέρα τους. Μετά από τόσα αρμονικά λόγια περί αγάπης στα manual αυτοβελτίωσης, έρχονται στίχοι τύπου «I don’t belong to you, Love is what we choose to do, Υou don’t belong to me, It’s not that easy». Εδώ είναι οι U2 που είχα ερωτευτεί, σήμερα όμως αρνούνται να εντάξουν στην track sequence το συγκεκριμένο τραγούδι, μη τυχόν και αποξενώσουν τα πιτσιρίκια που «κατεβάζουν» στις ψηφιακές πλατφόρμες… Μη τυχόν και δεν ακουστούν επίκαιροι –αυτή η καταραμένη εμμονή, που τους κάνει να γεμίζουν στάδια με «αθώα» αυτιά και τους έχει καταστήσει αντιπαθείς στα μάτια των «έμπειρων».

Η κριτική μου πήρε λοιπόν αρνητικό πρόσημο στο τέλος. Δυστυχώς, ο στόμφος και ο ναρκισσισμός για τον οποίον έχουν κατηγορηθεί οι Ιρλανδοί (κυρίως από εκείνους που καραδοκούν στα σκοτάδια σαν ελεύθεροι σκοπευτές, ψοφώντας για αποδόμηση των «πουλημένων»), παίρνει κεφάλι.

Υπάρχει ένα καλό τελευταίο άλμπουμ μέσα στους U2, αντάξιο των πιο ένδοξων ημερών τους. Πιστεύω όμως ότι δεν θα το βρουν ποτέ, γιατί τους απασχολεί η αναζήτηση της ποπ μελωδίας που θα τους κρατήσει στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Φυσικά, στο τέλος της 4ης δεκαετίας της ζωής τους, η συνθετική φλέβα δεν θα μπορούσε να αναβλύζει τους ίδιους χυμούς με τότε: ο Bono έχει ακόμη την έμφυτη τάση να υποκύπτει σε μεγέθυνση και να είναι ερωτευμένος με την ίδια τη φωνή του, ενώ το εύστροφο μυαλό του Edge παράγει ακόμη δειγματολόγια από περιπετειώδη κιθαριστικά μοτίβα. Η ψυχική τους ευαισθησία είναι λοιπόν που τους κρατά όρθιους.

Θα ήθελα πολύ να τους πω ότι το «Βιβλίο της Καρδιάς» μας θα γέμιζε και χωρίς τις στρατιές ακριβών παραγωγών, με συνεργασίες από Adele μέχρι Beyoncé στο βιογραφικό τους. Αλλά δεν θα με άκουγαν. Θα με κάλυπτε η βοή απ’ τις εκατό χιλιάδες τσιρίδες που έχουν κάθε μέρα στα αυτιά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #149

Taylor Swift

Reputation

Ακόμη κι αν επιχειρήσουμε να βάλουμε σε τάξη τη σημειολογία της αισθητικής που καλλιεργεί μέσα στα χρόνια η Taylor Swift, η ανάλυση της εμπορικής της απήχησης είναι δύσκολη: το 6ο της άλμπουμ Reputation, είχε 400.000 προπαραγγελίες πριν τη μέρα κυκλοφορίας του· ένα νούμερο που θυμίζει ξεχασμένες εποχές της pop βιομηχανίας.

Η εκσυγχρονισμένη Barbie της νεανικής country σηκώνει πλέον για τα καλά το μπαϊράκι της σύγχρονης pop, η οποία έχει παραδοθεί στη smartphone αισθητική. Είτε βέβαια παριστάνει τη μοντέρνα Σταχτοπούτα, είτε ποζάρει σαν «darling» κάθε lifestyle εντύπου, η Taylor Swift παραμένει οχυρωμένη πίσω από μια αλάνθαστη στρατηγική προώθησης. Η διαφορά της όμως με τη Lady Gaga, είναι ότι αυτή δεν είναι «γεννημένη έτσι». Αντιθέτως, εκπροσωπεί το πιο συντηρητικό μοντέλο κατασκευασμένης σταρ: εκείνο που πατάει στην παράδοση της παραγωγής ειδώλων απ’ το στυγνό πρόσωπο της μουσικής βιομηχανίας. Οι μέρες έτσι της country pop τραγουδοποιίας είναι παρελθόν, αν και δεν θα λείψουν σε κανέναν, ούτε καν στις πιο φανατικές θαυμάστριές της, όσες την αποθέωναν από τότε. Και η ζαλιστική της άνοδος μοιάζει με αποκύημα της υγρής φαντασίωσης κάθε λογιστή ή δικηγόρου που δουλεύει σαν CEO σε παρακμάζουσα πολυεθνική δισκογραφική.

Δεν πρέπει πάντως να είμαστε κυνικοί και απορριπτικοί με το φαινόμενο Taylor Swift, για έναν απλούστατο λόγο: δεν συμβαίνει τυχαία μια τέτοια επιτυχία, ειδικά σε μια εποχή μεταμοντερνισμού, όπου όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί. Για να κατανοήσουμε τη δημοφιλία της, θα πρέπει να εντρυφήσουμε στην υπεροχή των application, που ωθούν το νεανικό κοινό να επενδύσει σε προϊόντα ψηφιακής pop. Πρέπει να ακούσουμε τη μουσική με τον ενθουσιασμό των εφήβων που σκρολάρουν το Facebook timeline τους με τέτοια ταχύτηταώστε κάθε «νέο» τραγούδι να καθιστά το αμέσως προηγούμενο «παλιό», όσο εκείνοι επικοινωνούν με memes, gifs και άλλα μονοσύλλαβα.

Τα τραγούδια του Reputation θέλουν τόσο λυσσαλέα να γίνουν απαραίτητα, ώστε ακούγονται σαν συνονθύλευμα εκκωφαντικών ρυθμών και ντελιριακών beat –αυτών που κυριαρχούν στην ατσαλάκωτη εποχή του David Guetta. Τη σκληρή δουλειά της παραγωγής αναλαμβάνουν ένα κάρο νοματαίοι, οι οποίοι στριμώχνονται στα credits, μα και άλλοι τόσοι, που δίνουν μάχη να χωρέσουν μαζί τους. Αγνοώντας, βέβαια, πως «μεγαλύτερο» και «ακριβότερο» δεν σημαίνει «καλύτερο», με αποτέλεσμα τα μπάσα στο woofer να τσιτώνουν για να καθίσει ο δίσκος πολλές βδομάδες στο No.1 του Billboard και να φάνε τα λυσσακά τους οι haters. Φυσικά, η ίδια η Swift έχει πολλά να ζηλέψει απ’ τις ομογάλακτες αδερφές της: δεν μπορεί να παράξει την υγρή R’n’B της Beyoncé, ούτε τους χυμούς της Katy Perry· δεν έχει τα παιχνιδίσματα της Britney Spears ή την απρόβλεπτη αλητεία της Miley Cyrus, δεν διαθέτει καν το αισθητήριο μόδας της Gwen Stefani.

Έτσι, τα τραγούδια της δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, αλλά πασχίζουν να παραμείνουν ζωντανά στα κοινωνικά media, πυκνώνοντας τον γύρω τους θόρυβο. Γι’ αυτό και η 27χρονη Αμερικανίδα σταρ στρέφει το ενδιαφέρον της στα media που την καταναλώνουν, στις δημόσιες κόντρες της (όπως με τον Kanye West) και σε όσες φήμες πλήττουν την υπόληψή της. Εξαπολύει λοιπόν όλη την αφέλεια του λευκού πλουσιοκόριτσου με τραπεζικό λογαριασμό που στενάζει υπό το βάρος των πολυπλατινένιων καταθέσεων, ενώ χρησιμοποιεί λέξεις όπως το «dat» στα σχόλιά της στο Instagram, σε φωτογραφίες celebrity φίλων από VIP clubs στο Beverly Hills.

Καλά όλα αυτά, όμως τα τραγούδια της ηχούν «άδεια»: αν τα γυρίσεις ανάποδα, δεν θα πέσει τίποτα κάτω. Για παράδειγμα, ακούγοντας το single “Look What You Made Me Do”, φαντάζεσαι πόσο καλύτερα θα έκανε το ρεφρέν του η Kelis ή η Fergie. Στο “Don’t Blame Me” κάνει ένα gospel πείραμα, στο “End Game” δέχεται τις επιθυμίες των promoters της να συνεργαστεί με τον Ed Sheeran, ενώ στο “I Did Something Bad” ρίχνει μπόλικη εφηβική ανεμελιά, με αστραφτερό γκλίτερ. Εάν πάντως πρόθεσή της ήταν να προσδιοριστεί ως κακό κορίτσι με στίχους όπως «I don’t trust nobody and nobody trusts me», έχει αποτύχει.

Οι καλύτερες στιγμές του Reputation είναι το “Delicate” και το “Gorgeous”, δυο όμορφα mid-tempo τραγούδια που θα μπορούσαν να είχαν πει οι Yazoo στη δεκαετία του 1980. Ακόμα κι αυτά, όμως, μπορούν να φέρουν ξαφνικό αέρα κανονικότητας μόνο σε κάποιο club του οποίου τα ηχεία μαστιγώνουν τα αυτιά εφήβων με γιαλαντζί hip hop και φτηνή reggaeton. Ας δεχτούμε απλά ότι η Taylor Swift είναι πια 27 χρονών και έβαλε σκοπό να το ρίξει έξω, φτάνει μόνο να μην «κατεβάσει» τον καπνό γιατί τη χαλάει. Το θέμα είναι αν εμάς μας αφορά αυτό το προβλέψιμο crazy night out μαζί της.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Υπόθεση Γούντι Άλεν: Όλη η αλήθεια

Αυτή τη βδομάδα προβάλλεται στους κινηματογράφους η 46η ταινία του Γούντι Άλεν με τίτλο “Wonder Wheel”. Μαζί με το ετήσιο γουντιαλενικό ραντεβού στις αίθουσες, τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε και το ετήσιο πανηγύρι από κατηγορίες, κουτσομπολιό, παρασκήνιο και δημόσιες κινήσεις μικροπολεμικής που αφορούν στην προσωπική ζωή του σκηνοθέτη. Ειδικότερα φέτος, σε μια χρονιά που ένα φεμινιστικό ρεύμα ξεσκέπασε ένα σαθρό σύστημα γυναικείας εκμετάλλευσης στο Χόλιγουντ, ήταν επόμενο να βρουν χώρο και να ξεσπαθώσουν και κάθε λογής κουτσομπόλες σχετικά με τον «ανώμαλο» (!), και τον «παιδεραστή» (!!) που «παντρεύτηκε την κόρη του» (!!!) για να ανέβουν στο τρένο του hype. Πολλά site βρίσκουν χώρο για clickbait επικαιρότητας και πετάνε ανούσια άρθρα για την υπόθεση της προσωπικής ζωής του Γούντι Άλεν. Χιλιάδες υβριστικά σχόλια από χρήστες τον social media κατατάσσουν (χωρίς κανένα λόγο) τον Άλεν σε μια λίστα βιαστών, δίπλα στον Γουάινστιν. Η πρεμιέρα του “Wonder Wheel” ματαιώθηκε για να αποφύγουν οι συντελεστές τις επιθετικές ερωτήσεις στο κόκκινο χαλί. Τα screeners που στέλνονται στην ακαδημία για τα βραβεία δεν εμπεριέχουν πουθενά το όνομα του δημιουργού και μια στρατιά δημοσιογράφων υποκινούν επιθέσεις σε ηθοποιούς που δέχονται να συνεργαστούν με τον σκηνοθέτη – πρόσφατο παράδειγμα η Selena Gomez που έπαιξε την 47η ταινία του Άλεν, το “A Rainy Day in New York” που θα δούμε του χρόνου με πρωταγωνιστή τον Τζουν Λο. Όσο υπάρχει αυτό το παράξενο και νοσηρό κλίμα υστερίας και παραπληροφόρησης, αξίζει να θυμηθούμε τα αποδεδειγμένα γεγονότα, ώστε να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.

Η ταραγμένη σχέση του Άλεν και της Μία Φάροου ξεκίνησε το 1980. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ και καθ όλη τη διάρκεια της 12ετούς επαφής τους, ουδέποτε έζησαν στο ίδιο σπίτι. Επιπλέον ο Άλεν, δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαπαιδαγώγησή τους. Μέχρι το 1990 η σχέση των δυο είχε γίνει απολύτως τυπική και είχε περιοριστεί στην κινηματογραφική συνεργασία τους. Άλλωστε, η Μία πρωταγωνίστησε σε 12 ταινίες του σκηνοθέτη, όλες όσες δηλαδή κατάφερε να γυρίσει σε ισάριθμα χρόνια, μέχρι το 1992 και το υπέροχο “Husbands and Wives” που υπογράμμιζε με κάποιο τρόπο το τέλος της σχέσης. Ο Άλεν έδειχνε αφοσίωση μόνο στην Ντίλαν Φάροου την οποία υιοθέτησαν μαζί ως νεογέννητο το 1985, ενώ η Μια είχε αδυναμία στον Σάτσελ Φάροου τον οποίο γέννησε η ίδια το 1987. Η Μία απομάκρυνε με κάθε τρόπο τον Σάτσελ απ’ τον Γούντι και απέφευγε να τους αφήσει μαζί στον ίδιο χώρο. Ο παιδοψυχολόγος που κατέθεσε στη δίκη τους λίγα χρόνια αργότερα, είπε ότι ο Σάτσελ εμφάνιζε συμπτώματα παιδικής οργής όταν ο Άλεν ήταν μαζί τους, με επιθετικές κινήσεις γρατσουνιές και τσιρίγματα, κάτι που είναι συνήθως αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου απ’ τον ένα γονιό. Ο Γούντι Άλεν δεν είχε επαφή με κανένα από τα έξι παιδιά που η Μία είχε αποκτήσει με τον πρώην σύζυγό της, Αντρέ Πρεβέν, αν και ήταν εγκάρδιος μαζί τους, ειδικότερα με τον Μόουζες Φάροου, ο οποίος υιοθετήθηκε το 1980 όταν ήταν μόλις δυο ετών. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Γούντι με την Σουν-Γι Πρέβιν, έγινε μόλις το 1990, όταν η Φάροου ζήτησε απ’ τον Γούντι να συνοδεύσει την 20χρονη σε ένα παιχνίδι μπάσκετ. Η Σουν-Γι γεννήθηκε το 1970 και υιοθετήθηκε απ΄τη Μία και τον Πρεβέν όταν ήταν 7 χρονών. Καθόλη τη δεκαετία του ’80 ο Γούντι Άλεν δεν βρέθηκε ποτέ μόνος του στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.

57jjmv_1.jpg

Το κακό στην διάσημη δυσλειτουργική οικογένεια ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1992, όταν η Φάροου αντιλήφθηκε ότι ο 56χρονος τότε Άλεν και η 21χρονη Σουν-Γι είχαν ξεκινήσει να βλέπονται ερωτικά. Η Σουν-Γι ομολόγησε ότι έκαναν σεξ για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 1991, λίγο μετά τα γενέθλιά της. Η παράνομη σχέση είχε καταφέρει να μείνει κρυφή λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Έξι μήνες αργότερα απ’ το συμβάν, στα γενέθλια της επτάχρονης Ντύλαν, η Φάροου είχε γεμίσει το σπίτι με χαρτιά και σημειώσεις σε πόρτες και τοίχους, που έγραφαν ότι ο παιδόφιλος Γούντι Άλεν είναι ανεπιθύμητος στο σπίτι καθώς αφότου αποπλάνησε τη μία αδερφή, τώρα έχει βάλει στο μάτι και τη μικρότερη. Επαναλαμβάνω, ότι η η Ντύλαν ήταν μόλις 7, δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα και αυτό ήταν το πάρτι γενεθλίων της. Το καλοκαίρι του 1992, όταν ήταν πια φανερό πως δεν ήταν φευγαλέα αποπλάνηση, αλλά ο Άλεν και η Σουν-Γι είναι ζευγάρι, η Φάροου επιστράτευσε παιδοψυχολόγους και δικηγόρους για να τον χτυπήσει και τον φωτογράφιζε στα media «σατανικό», λέγοντας ότι είχε κάνει κόλαση τη ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Τα πράγματα έγιναν πολύ άγρια όταν ο Γούντι, για να σταματήσει τον αναμενόμενο κυκεώνα κίτρινου τύπου που τον ακολουθούσε, δήλωσε στη Σουν-Γι την πρόθεσή του να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί κανονικά. Λίγες βδομάδες αφότου η Φάροου έμαθε τα νέα γύρω απ’ τον επικείμενο γάμο, οργάνωσε συνάντηση με δικηγόρους και τους είπε πως η Ντύλαν παραπονέθηκε ότι ο Γούντι Άλεν την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά στη σοφίτα του σπιτιού της.

Για να υποστηρίξει την κατηγορία, η Φάροου αποφάσισε να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της Ντύλαν σε κάμερα. Για την ιστορία, η Φάροου χρειάστηκε τρεις μέρες μόνη της με την 7χρονη για να καταφέρει να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της μικρής. Η Ντύλαν, σύμφωνα με μάρτυρες, έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για τη διαδικασία και να προσπαθεί να επαναλάβει τα λόγια της μαμάς της. Επιπλέον, το τελικό αποτέλεσμα είχε μονταριστεί πολύ έντονα. Οι ειδικοί έκριναν ότι η βιντεοσκοπημένη ομολογία της Ντύλαν ήταν σκηνοθετημένη και καθοδηγούμενη απ΄τη μητέρα της. Δυο διαφορετικές ομάδες ειδικών σε περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης διεξήγαγαν 14μηνη εξονυχιστική έρευνα και δεν βρήκαν ούτε ένα στοιχείο κακοποίησης ή παράνομης συμπεριφοράς. Λίγες βδομάδες αργότερα, η Φάροου πήγε το θέμα ένα βήμα παραπέρα και δήλωσε ότι βρήκε ίχνη σεξουαλικής κακοποίησης και στον γιο της, τον Σάτσελ. Αυτές κατηγορίες δεν έφτασαν ποτέ στο δικαστήριο, καθώς τα γεγονότα χαρακτηρίστηκαν πολύ παρανοικά ακόμα και να να διερευνηθούν και η Φάροου τις απέσυρε.

Όλη η ιστορία γύρω από το «χαμένο 20λεπτο» κατά το οποίο η Ντύλαν κακοποιήθηκε στη σοφίτα, στηρίχθηκε μόνο στη δήλωση της νταντάς της. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα η συγκεκριμένη γυναίκα βρήκε την babysitter του Σάτσελ και της είπε ότι στην πραγματικότητα δεν άφησε την Ντύλαν απ’ τα μάτια της για περισσότερα από 2-3 λεπτά και ότι μετάνοιωσε πικρά που είπε αυτά τα πράγματα για «τον κύριο Άλεν που της φέρονταν πάντα τόσο καλά». Η babysitter του Σάτσελ μετέφερε τα λόγια αυτά στα media για να απολυθεί λίγες μέρες αργότερα απ’ την Φάροου. Στο μεταξύ, ο Μόουζες είχε ήδη αρχίσει να αποστασιοποιείται απ’ τη μητέρα του και να δηλώνει ότι όλη την υπόθεση την είχε ενορχηστρώσει εκείνη. Στην τρίωρη ομολογία του, ο Γούντι Άλεν αρνήθηκε κάθε κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης και μάλιστα χωρίς την παρουσία δικηγόρου υπεράσπισης. Ο Γούντι Άλεν έδωσε πρόσβαση στα πρακτικά και τις σημειώσεις της ψυχοθεραπείας του, όπου δεν βρέθηκαν ποτέ αναφορές σε ερωτικές επιθυμίες για ανήλικα κορίτσια ή έστω κάτι που να δείχνει ότι είχε οποιαδήποτε έλξη σε αγόρια. Επιπροσθέτως, ο Άλεν δέχτηκε να περάσει ανιχνευτή ψεύδους για την ιστορία. Το αποτέλεσμα τον έκρινε αθώο. Η Μία Φάροου αρνήθηκε να περάσει το ίδιο τεστ.

57jjmv_2.jpeg

Το παράξενο είναι ότι εν μέσω αυτού του χαμού, η Μία Φάροου ήθελε διακαώς να συνεργαστεί με τον Γούντι Άλεν για 13η φορά στην επόμενη ταινία του, στο “Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν” (1993). O ρόλος τελικά πήγε στην παλιά συνεργάτιδα και πιστή φίλη του Άλεν, στην Ντάιαν Κίτον, η οποία δεν είχε εμφανιστεί σε καμία από τις 12 τανίες του καθ όλη τη διάρκεια της σχέσης του με την Φάροου, εξαιτίας του βέτο που είχε ασκήσει η Μια καθώς την αντιπαθούσε. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, η Φάροου εμφανίστηκε στα γυρίσματα για να υποδυθεί την πρωταγωνίστρια, σε μια άβολη στιγμή για όλο το συνεργείο, προτού της δείξουν την πόρτα της εξόδου.

Όσον αφορά τη ζωή της Φάροου, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τέσσερα πράγματα: α) γνωρίζουμε ότι ο Ρομάν Πολάνσκι έχει κατηγορηθεί δίκαια για τον βιασμό ανήλικων κοριτσιών στη δεκαετία του 60. Η ίδια η Μία ήταν στο πλευρό του και μάλιστα κατέθεσε στο δικαστήριο προς υπεράσπισή του. Να θυμίσω ότι ο ο Πολάνσκι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης πέραν του Γούντι που της έχει δώσει αξιοσημείωτο ρόλο στο σινεμά με το «Μωρό της Ρόζμαρι». Ο Ρόναν Φάροου έγραψε τα άρθρα στους New York Times που πυροδότησαν όλη την φριχτή ιστορία σχετικά με τον Γουάινστιν, αλλά ουδέποτε αναφέρθηκε στο όνομα του Πολάνσκι. β) η Μία παντρεύτηκε τον Φρανκ Σινάτρα όταν ήταν 21 ετών. Ο Φράνκι ήταν 50 όταν άρχισαν να βγαίνουν. Η Σουν-Γι ήταν 20 όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Άλεν και αυτός ήταν 56. Οι κατηγορίες για «ανήθικη» σχέση παιδεραστίας, αν ευσταθούν για τον Άλεν, τότε θα πρέπει να «καίνε» και τον πρώτο σύζυγό της Μία. Μάλιστα η Φάροου είχε μεγάλο ιστορικό με σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους άνδρες, όπως τον Γιουλ Μπρίνερ ή τον Κερκ Ντάγκλας. γ) Ο αδερφός της Μία, ο Τζον Φάροου, πήγε στη φυλακή καθώς κρίθηκε ένοχος για τον βιασμό αγοριών μεταξύ 8 και 10 ετών. δ) H τραγουδοποιός Ντόρι Πρεβέν ήταν η πρώτη γυναίκα του Άντρε Πρεβιν (του πρώην συζύγου της Φάροου) και είχε γράψει ένα τραγούδι για τη Μία με τίτλο “Beware of Young Girls”. Το τραγούδι περιέγραφε τον τρόπο που ένα μικρό και φρέσκο κορίτσι παρίστανε τη φίλη της και τελικά της αποπλάνησε το σύζυγο. Οι στίχοι έλεγαν: «Beware of young girls who come to the door. Wistful and pale of 24. She was my friend, she was invited to my house. She admired my wedding ring, she sent us little silver gifts, oh, what a rare αnd happy pair she inevitably said, as she glanced at my unmade bed. She admired my unmade bed».

57jjmv_3.jpg

Το τέλος του τραγουδιού που μπορείτε να ακούσετε ΕΔΩ αφήνει μια πικρόχολη πρόβλεψη πως μια μέρα θα τον αφήσει κι αυτόν για κάποιον άλλον, όπως και τελικά έγινε. Οι ενοχές της Μία Φάροου για αυτή την προδοσία ήταν πολλές και στην αυτοβιογραφία της μιλάει εκτενώς και με εμμονή για την Ντόρι, την οποία αντιμετωπίζει ως πρότυπο. Αυτό το γεγονός δεν θα είχε μεγάλη σχέση με την ιστορία, εάν στον ίδιο δίσκο δεν υπήρχε μυστηριωδώς ένα τραγούδι με τον τίτλο “With My Daddy in the Attic”, που περιγράφει μια fiction ανατριχιαστική ιστορία ενός θύματος βιασμού απ’ τον πατέρα της στη σοφίτα…

Μετά το τέλος της διαμάχης, η Μία απαγόρευσε στον Γούντι να έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον Μόουζες, τη Ντύλαν και τον Σάτσελ, ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Σίμους και λίγα χρόνια μετά το άλλαξε για δεύτερη φορά σε Ρόναν. Η Μία Φάρρου υιοθέτησε άλλα 6 παιδιά μετά την υπόθεση, φτάνοντας συνολικά τα 15 παιδιά μέχρι σήμερα. Δεν έπαιξε σε καμία αξιοσημείωτη ταινία μετά το “Husbands and Wives”.

Κανείς δεν κατηγόρησε για παιδεραστία τον Άλεν πριν ή μετά τη Φάροου. Ο Γούντι και η Σουν-Γι τελικά παντρεύτηκαν το 1997 και μαζί υιοθέτησαν δυο παιδιά. Παραμένουν παντρεμένοι για είκοσι χρόνια. Παρ όλες τις κατηγορίες από την πλευρά της Μία Φάροου πως είναι πνευματικά καθυστερημένη και έτσι δέχεται εύκολα τους χειριστικούς τρόπους του Γούντι, η Σουν-Γι προχώρησε στις σπουδές της και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της το 2006.

57jjmv_4.jpg

Η υπόθεση βρήκε ξανά το δρόμο στη δημοσιότητα, με τη βράβευση του Άλεν με το βραβείο Cecil B. DeMille στις Χρυσές Σφαίρες, το 2004. Η Μία και ο Ρόναν επανέφεραν την υπόθεση στον τύπο σαν έκφραση διαμαρτυρίας για να θολώσουν το θετικό κλίμα απέναντι στον σκηνοθέτη και να αμαυρώσουν τη βραδιά, με συνεντεύξεις στο Vanity Fair και μια ανοιχτή επιστολή στους New York Times. Ένα μήνα μετά την επιστολή, ο απηυδισμένος Μόουζες έσπασε τη σιωπή του πήρε και πήρε θέση επίσημα υπέρ του Γούντι Άλεν. Συγκεκριμένα είπε: «Φυσικά ο Γούντι δεν επιτέθηκε σεξουαλικά στην αδερφή μου. Η μητέρα μου ήταν αυτή που μας μάθαινε να τον μισούμε γιατί μας έλεγε ότι διέλυσε την οικογένεια και ότι μας βίασε. Τον μισούσα για πολλά χρόνια εξαιτίας της. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι όλα τα έκανε για να εκδικηθεί το γεγονός ότι ερωτεύτηκε τη Σουν-Γι». Η σχέση του Μόουζες με τον Άλεν μετά απ’ αυτό, αποκαταστήθηκε.

Ένα απ’ τα πιο αστεία αλλά και σκοτεινά σημεία του άρθρου που δημοσίευσε το Vanity Fair, ήταν πως ο πραγματικός πατέρας του Ρόναν Φάροου δεν είναι άλλος από τον Φρανκ Σινάτρα. Η Μία δηλαδή, σε μια αδιανόητη κίνηση εντυπωσιασμού και νοσηρής εκδίκησης, παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Γούντι Άλεν τον απατούσε με τον πρώην σύζυγό της. Αυτό το θέμα φυσικά το έκρυβε όταν είχε το ρόλο της θιγομένης συζύγου στα δικαστήρια το 1993. Ο Σινάτρα μισούσε τον Γούντι Άλεν και φήμες λένε ότι προσφέρθηκε να βάλει τη μαφία να τον σκοτώσει επειδή πλήγωσε την παλιά αγαπημένη του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γούντι Άλεν είχε βασίσει το ρόλο του Lou Canova, ενός ξεπεσμένου crooner, στην ταινία “Broadway Danny Rose” (1984) στον Σινάτρα. Έτσι θα είναι πάντα, οι αληθινοί καλλιτέχνες θα έχουν για όπλο την ευφυΐα της τέχνη τους και οι ετερόφωτοι δορυφόροι τους, θα θρέφονται τρώγοντας τις σάρκες τους για πάντα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

To Νήμα

57wwNima_2.jpg

Το «Νήμα» είναι μια χειροποίητη και απαράμιλλη εμπειρία βιογραφικών σημείων και εύπλαστης μνήμης. Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (ή «The Boy» όπως τον γνωρίζουμε απ΄τη μουσική του καριέρα) με την βιρτουοζιτέ και την επιτήδευση ενός τζαζίστα βιογράφου, μιλάει για τις φοβίες, τις μάχες, τον βασανισμό και την πνευματική κληρονομιά μιας ηρωίδας με έντονη αντιδικτατορική δράση, η οποία κουβαλάει όλη την οργή και τα απωθημένα που αφήνει η μητρότητα. Σταδιακά λοιπόν μας τραβάει στον ιστό του ασυνείδητου μιας γυναίκας που βρίσκεται σε διαρκή ρήξη με το ρευστό περιβάλλον της. Το πετυχαίνει, όχι φυσικά με τη μέθοδο της άχαρης αναπαράστασης αναμνήσεων αλλά με κεντραρισμένα, κλειστοφοβικά πλάνα τα οποία κυκλώνουν δυστοπικοί ήχοι και αληθινά εφέ που αντιβαίνουν τους κανόνες της αφήγησης. Η φαινομενική αναρχία του μοντάζ και η παραμορφωμένη ματιά του φακού όμως, δεν οδηγεί τελικά σε κάτι ανοίκειο.

Το ταραγμένο σύμπαν του έργου εκφράζεται με εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς και με υποκειμενικές λήψεις, που περιορίζουν το κάδρο αλλά «ανοίγουν» την αντίληψη του θεατή. Το ρευστό μοντάζ κάνει τη μια σκηνή να χωνεύει την προηγούμενη. Ως αποτέλεσμα, ο φαντασιακός κόσμος του σεναρίου προβάλλει τον ψυχισμό μιας ηρωίδας που βασανίζεται από τους Οραματιστές (ρετροφουτουριστική αναφορά στους συνταγματάρχες της Χούντας), αγαπιέται από το μικρό της αγόρι, μεγαλοπιάνεται εξαιτίας αυτάρεσκων ψευτοδιανοούμενων της παριζιάνικης nouvelle vague, ψωνίζεται με την επανάσταση, γίνεται σοσιαλιστικό σύμβολο και φυλακίζεται στο μπουντρούμι του κορμιού της. Κάπου ανάμεσα στον αφρό της τέχνης, στο ανήσυχο πνεύμα και στο πέρασμα του χρόνου που ξεπεζεύει τα ιδανικά μας, ο θεατής αναζητά την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ξετυλίγουμε ένα κουβάρι εικόνων στους εφιάλτες μας. Το παθιασμένο όραμα του Αλέξανδρου Βούλγαρη προκρίνει η Σοφία Κόκκαλη, η οποία ερμηνεύει έξοχα την ηρωίδα, σαν να φοράει πολλές μάσκες αγωνίας στο πρόσωπό της.

Κάτω από τη φόδρα της ταινίας, φυσικά κρύβεται ένα ειλικρινές γράμμα αγάπης στην Ιωάννα Καρυστιάνη. Η ταινία δεν χαρίζεται στον βίο και τα έργα της αληθινής γυναίκας και ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καταγράψει τον πόνο που συνεπάγεται ένα τέτοιο ταξίδι με μηχανισμούς ενός φαντασιακού θρίλερ που θα οδηγήσουν σε ένα μικρό Rosebud (Κυκλάμινο). Το σκηνογραφικό στυλ μιας τόσο πολυμορφικής ιστορίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι αφαιρετικό, όμως η συνοχή και το νόημα δεν προδίδονται ποτέ, παρά τους υπερβολικoύς συμβολισμούς στο δεύτερο μέρος. Ποτέ δεν σε προδίδουν άλλωστε οι ταινίες που φτιάχνονται από δημιουργούς που νοιάζονται τόσο για τους ήρωές τους και παιδεύονται απ’ αυτούς.

57wwNima_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #148

Evanescence

Synthesis

 

Οι επικές μπαλάντες συμφωνικού ροκ που έγραψαν οι Evanescence, ήταν ο λόγος που ξέφυγαν απ’ τον σωρό της νεογοτθικής metal αφάνειας, φτάνοντας ως τα Grammy. Το συγκρότημα ευνοήθηκε βέβαια και απ’ το καλό timing, καθώς το ντεμπούτο Fallen (2003) κατάφερε να θρέψει μουσικά τις ολονύχτιες ταβανοθεραπείες μιας ρομαντικής γενιάς μαθητών, που δεν έδιναν δεκάρα για τις ασχήμιες στο προαύλιο του σχολείου, αλλά προτιμούσαν να χάνονται σε χαοτικές ζωγραφιές με έκπτωτους αγγέλους –πάντα με μαύρο στυλό στα οπισθόφυλλα των τετραδίων.

Τα τραγούδια εκείνα συστήνονται τώρα ξανά στο κοινό, σε πιο πομπώδεις εκτελέσεις, συνοδεία ορχήστρας, με νέες ενορχηστρώσεις επιμελημένες από τον David Campbell. Το Synthesis αποτελεί δηλαδή ένα επαναδούλεμα των πιο γνωστών τίτλων του αμερικάνικου γκρουπ, με γαρνιτούρα 2 καινούριες συνθέσεις.

Στην καλύτερη περίπτωση, τα τραγούδια των Evanescence θα έντυναν μουσικά μία μικρού μήκους ταινία για δύο ερωτευμένες έφηβες που αυτοκτονούν μαζί στο αγαπημένο τους νεκροταφείο, την οποία θα είχε σκηνοθετήσει μια πρωτοετής σπουδάστρια κινηματογράφου, που ασχολήθηκε σοβαρά με το σινεμά εξαιτίας της ερμηνείας του Μπράντον Λι στο Κοράκι. Στη χειρότερη πάλι περίπτωση, αποτελούν επένδυση για αυτοσχέδια βιντεάκια στο YouTube,  από συρραφές στατικών εικόνων με δακρυσμένους παλιάτσους, αιματοβαμμένες γοργόνες, λαβωμένα ξωτικά και κόκκινα ρόδα, πίσω από τζάμια με φόντο τη βροχή.

Η μελοδραματική οργή της Amy Lee βρίσκει χώρο να ξεχυθεί σ’ αυτές τις καινούριες ενορχηστρώσεις και το ένα κρεσέντο ακολουθεί το άλλο, σε μία πληθώρα από θεατρίζουζες ερμηνείες. Όμως τραγουδάει χωρίς μέτρο, σαν να θέλει να πείσει τους κριτές της επιτροπής ενός φανταστικού talent show. Η γενιά των emo μεγάλωσε και ούτε θέλει να κοιτάξει πίσω στις πρώτες της παιδικές αρρώστιες· η δε απουσία κιθάρας –ως εστέτ επιλογή– και το «συμφωνικό άλλοθι ωριμότητας» δεν ευδοκιμούν καθόλου σε ακροατές απομακρυσμένους πια από τα άγουρα νεανικά χρόνια.

Στο Synthesis, ακόμα και τα καλύτερα τραγούδια των Evanescence μοιάζουν με ιδανικές επιλογές για διαγωνισμούς ταλέντου, για όταν οι παίκτες καλούνται να πουν ένα «καλό ξένο». Το ορχηστρικό δηλαδή πανωφόρι που φοράνε κατάσαρκα το “Bring Me Τo Life” και το “My Immortal”, τους προσδίδει μια άβολη αίσθηση eurotrash. Θα έλεγα μάλιστα πως τα κάνει να μοιάζουν με αυτό που οι παρουσιαστές της εκάστοτε Eurovision χαρακτηρίζουν (με ενθουσιασμό) «καλή ροκ παρουσία».

Κάπως έτσι, το Synthesis είναι απ’ τα λίγα φετινά άλμπουμ που, μόλις τελειώσει, σου δημιουργεί την ανάγκη να βάλεις αμέσως να ακούσεις κάτι άλλο, μπας και σου φύγει γρήγορα η άσχημη γεύση.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Κ.Βήτα & Μιχάλης Δέλτα // DJ Set

Το συναισθηματικό αποτύπωμα που άφησαν οι Στέρεο Νόβα μετά τη διάλυσή τους, είναι ανυπολόγιστο. Κατά συνέπεια, είναι μεγάλος ο θόρυβος που ξεσπά γύρω από κάθε δημόσια, κοινή συνάντηση του Μιχάλη Δέλτα και του Κωνσταντίνου Βήτα. Ακόμα και η ανακοίνωση του διήμερου DJ set στα decks του club Stream, που τους επανένωσε 9 χρόνια μετά το live για τα γενέθλια της Lifo, σκόρπισε ενθουσιασμό· φανταστείτε λοιπόν τι έχει να γίνει σε μια πιθανή ανακοίνωση νέας δισκογραφικής συνεργασίας ή έστω κανονικής συναυλίας. Οι ίδιοι, πάντως, ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αν υπάρχει ουσιαστικός καλλιτεχνικός λόγος για κάτι τέτοιο.

Ο κόσμος που έδωσε το παρών σε αυτό το πάρτυ, ήθελε σαφώς να χορέψει και να διασκεδάσει. Ωστόσο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη επιθυμία όλων, ήταν να δουν τον Μιχάλη και τον Κωνσταντίνο στο ίδιο πλάνο: να τους χωρέσουν μαζί τα μάτια τους. Ας μην έπαιζαν ζωντανά τις αλησμόνητες ηλεκτρονικές μελωδίες τους, ας μην τραγουδούσαν τους ένδοξους στίχους τους. Η ιδέα πως οι δυο μουσικοί βρίσκονται στον ίδιο χώρο είναι γοητευτική· και δημιουργεί μια επιθυμία για «συμμετοχή» μέσω του χορού.

58kStereo_3.png

Την ατμόσφαιρα στο Steam φρόντισε να θερμάνει με εξαιρετικό στυλ και συνέπεια η Miss Fo. Οι deep house επιλογές της και οι παιχνιδιάρικες μίξεις, έδωσαν από νωρίς ιδανικό τέμπο. H Miss Fo μας χάρισε προσεγμένα αστικά beats, χωρίς συγκεκριμένο χρώμα, και συντόνισε τους καρδιακούς παλμούς των θεατών· πολλοί μάλιστα απ’ αυτούς, ίσως και να είχαν ξεχάσει πια τι σημαίνει να στοιβάζεται στα κλαμπ της πόλης.

Λίγο μετά τη 1, η πασίγνωστη μελωδία του “Νέα Ζωή 705” σημοτοδότησε την άνοδο των δύο βασικών ονομάτων στην κονσόλα. Ήταν μια τόσο/όσο εισαγωγή, η οποία άνοιξε τον δρόμο για ένα εξωστρεφές ηχοσύνολο, γεμάτο πυκνά, οριακά beat, από εκείνα που στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συναντούσες σε club όπως το +Soda, αλλά και στα πρώιμα πάρτι του King Size. Απελευθερωμένη house μουσική για την αθόρυβη ελίτ των νυχτόβιων πλασμάτων, αυτών που μπορούν και χορεύουν ακόμα στην καρδιά των διαβρωμένων αστικών κέντρων, αποφεύγοντας με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά των μπουζουκτζίδικων της Ιεράς Οδού και τις ντόπιες λαϊκές αγορές της mainstream μαζικής διασκέδασης, μέσω βίαιων ντεσιμπέλ και φτηνού αλκοόλ.

Ο Μιχάλης Δέλτα είχε άνετα τον ρόλο του frontman: ήξερε πότε να δώσει τον πλαμό, πότε να αφεθεί σε χορούς και πότε να τερματίσει την έντασηγια να ξεσηκώσει και τους τελευταίους θαμώνες. Ο Κ.Βήτα ήταν σαφώς πιο ντροπαλός, με μια ευγενική συστολή πάνω απ’ τον μίκτη, αν και στη διάρκεια της βραδιάς «λύθηκε» και σήκωνε ρυθμικά τη γροθιά του με αυτοπεποίθηση. Ακολούθησαν αρκετές ώρες γεμάτες acid house ευδαιμονία και τεταμένη space disco, που στις εποχές της ακμής της clubland θα ακούγονταν σαν μια ανέμελη διανυκτέρευση στον κήπο των απολαύσεων.

Το ντουέτο μας χάρισε ένα σφιχτό και μαστορεμένo DJ set με χρώμα, βάση και περισσευούμενη αδρεναλίνη. Οι πονηρές, «χειροποίητες» μίξεις σε κρατούσαν δέσμιο και σου έφερναν στο μυαλό την εποχή που το clubbing είχε διαφορετικό παρονομαστή και ο κόσμος εξυπηρετούσε διαφορετικές ανάγκες όταν υπάκουε σωματικά στην κλιμάκωση ανάλογων ρυθμών. Αυτή είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νοσταλγία και στην πολύτιμη ανάμνηση. Κάτι που νομίζω πως εκτίμησαν οι εγκεφαλικοί χορευτές της βραδιάς στο Steam, που ήταν πλέον στην ώριμη θέση να χορέψουν έξαλλα χωρίς να υπάρχει ανάγκη να καταρρεύσουν απ’ την κραιπάλη το ξημέρωμα.

Και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, ήταν Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί…

58kStereo_5.png

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #147

Billy Corgan
Ogilala
Ας το πάρουμε απόφαση: ο frontman που υπήρξε μία από τις βασικότερες πηγές έμπνευσης της δεκαετίας του 1990 και άφησε το στίγμα του στην Generation X γράφοντας ροκ τραγούδια που ζέσταναν την καρδιά μας, έχει χαθεί οριστικά. 

Ο Billy Corgan, ο οποίος έδωσε φωνή στη «μελαγχολία και στην αέναη θλίψη» της νιότης μας και όρισε ως σημείο βρασμού το ZERO για το εναλλακτικό rock, κατάντησε ο ίδιος να μας προκαλεί θλίψη και να συμπεριφέρεται σαν μηδενικό. Εκείνο όμως που δεν έχει εξαφανιστεί ολοσχερώς είναι το αδιανόητο ταλέντο του στην τραγουδοποιία· το Oceania (2012) και το Monuments Τo Αn Elegy (2014) που κυκλοφόρησε με το όνομα των Smashing Pumpkins ήταν αξιόλογοι δίσκοι, με ωραίο υλικό. Θα ήμουν λοιπόν άνετος με τον σημερινό Corgan αν ήταν απλά ένας εμμονικός «has been», ο οποίος γκρινιάζει για τα περασμένα μεγαλεία. Δυστυχώς, οι λόγοι που κάνουν δύσκολη την προσέγγιση του νέου σόλο δίσκου του, είναι σοβαρότεροι.

Τα τελευταία 20 χρόνια, μετά την τελευταία πραγματικά σπουδαία δουλειά του (Adore), ο Corgan θρέφει με παράλληλες δραστηριότητες την ανεπίκαιρη παράνοιά του. Να αφήσουμε στην άκρη τη χρηματοδότηση αγώνων wrestlingως εκκεντρικότητα, να αγνοήσουμε (με το ζόρι) τη new age ιστοσελίδα που είχε φτιάξει για θέματα αρμονίας ψυχής, σώματος και πνευματικής αφύπνισης. Να υποβιβάσουμε σε επίπεδο «κουτσομπολιού» τα παραληρηματικά ξεκατινιάσματα στο Twitter και τη σχέση του για ένα φεγγάρι με την Tila Tequila –το trash σελεμπριταριό που είχε εκφραστεί θετικά για τον Χίτλερ.

Πώς όμως να προσπεράσουμε ότι ο άνθρωπος έχει εξισώσει δημόσια τους διαδηλωτές στις προεκλογικές ομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ με την Κου Κλουξ Κλαν; Πώς να παραβλέψουμε ότι είναι τακτικός καλεσμένος στην αμφιλεγόμενη εκπομπή του ακροδεξιού Alex Jones, όπου μιλάνε για θεωρίες συνωμοσίας; Σε μία απ’ αυτές που άντεξα να δω 10 λεπτά, ο Corgan έκανε παραλληλισμό της Φάρμας των Ζώων με το …Matrix, μιλώντας για ελευθερία της σκέψης στη Nέα Tάξη Πραγμάτων. Για να ακούσεις πια με καθαρό μυαλό τα τραγούδια του, πρέπει να ρυθμίσεις στο mute τέτοιες άβολες σκέψεις.

Πού μας αφήνουν όλα αυτά ως προς το Ogilala;

Αφιέρωσα δύο παραγράφους στη ζωή του Corgan γιατί είναι αδύνατο να συγκεντρωθείς στα νέα του τραγούδια χωρίς να τον ακούς να σου ψιθυρίζει στο αυτί θεωρίες για τη συνωμοσία της κλιματικής αλλαγής, για τα επικίνδυνα εμβόλια, για την επίπεδη Γη ή για ό,τι άλλο του καίει τον εγκέφαλο. Αυτό το «Take me as I am» που τραγουδάει ικετευτικά στο “The Spaniards”, είναι το πιο ανέφικτο πράγμα που μπορεί πια να μας ζητήσει.

Αρχικά, μας συστήνεται ως William Patrick· ποιος αφυπνισμένος πνευματικά 50χρονος θέλει άλλωστε να αποκαλείται ακόμα Billy; Στη συνέχεια αποδεσμεύεται από ηλεκτρονικούς ήχους και κρουστά και επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο την ακουστική του πλευρά, στο ύφος που θα ακούγονταν οι R.E.M. σε unplugged διασκευές του Elton John. Η παραγωγή του Ogilalaανήκει στον Rick Rubin, ο οποίος αναδεικνύει στη μίξη τη φωνή του Corgan, χωρίς να την καλλωπίζει. Ο τραγουδοποιός αφήνει τις ρωγμές της φωνής του να φανούν, χωρίς ρετούς. Έχει διανύσει μια διαδρομή 30 χρόνων για να έχει ακομπλεξάριστη αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο. Παρά την αμεσότητα και την ειλικρίνεια του εγχειρήματος, όμως, ο Corgan είναι 20 χρόνια νεώτερος απ’ ό,τι θα ‘πρεπε για να κάνει ο Rubin μαζί του το κόλπο που έκανε με τον Johnny Cash. Όπως δεν του είχε βγει η shoegaze στροφή στο άλλο του σόλο άλμπουμ, το The Future Embrace (2005), έτσι δεν λειτουργεί και η ακουστική εκδοχή απ’ το σκαμνί του έμπειρου folk τροβαδούρου.

Βέβαια, τα ίδια τα τραγούδια δεν φταίνε καθόλου για την όποια αστοχία του δίσκου. Ο Corgan έχει στον οργανισμό του το ίδιο ένζυμο με τον Paul McCartney και τον Burt Bacharach, αυτό που έχουν δηλαδή οι άνθρωποι στων οποίων το κεφάλι συνωστίζονται χιλιάδες μελωδίες, που θέλουν να βγουν προς τα έξω. Εξακολουθεί να είναι καλός συνθέτης, να περιφρονεί μεγαλοπρεπώς τα κλισέ και να έχει μια ακαταμάχητη θηλυκότητα στον τρόπο με τον οποίον εκφράζεται. Και με τραγούδια όπως το “Processional” και το ”Aeronaut”, διατηρεί την ικανότητά του να μας ρίχνει, παρόλο που του τα έχουμε μαζεμένα.

Ο «artist formerly known as Billy Corgan» κάποτε μας έκανε να νιώθουμε ότι πετάμε πάνω από έναστρους ουρανούς με τις κιθάρες του Siamese Dream. Φέτος μας χαρίζει έναν δίσκο γεμάτο με γλυκά και καλοσυνάτα τραγούδια, όπως το “Shiloh”, στο οποίο βγάζει τον Nick Drake από μέσα του. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει όμως το γλυκό από το αδιάφορο, καθώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα βρεθεί κάποιος που θα ανατρέχει σε αυτά τα κομμάτια, ακόμα κι αν τα ευχαριστήθηκε σε πρώτη ακρόαση: το Ogilala θα αρέσει σε όλους αλλά θα εξατμιστεί σύντομα, ακόμη και στα αυτιά των πιο ορκισμένων αμετανόητων.

Τελικά, ισχύει το «The world is a vampire». Και θύμα του είναι ο Corgan, ο οποίος είχε τον κόσμο στα πόδια του και κατέληξε ημίτρελος και ταλαντούχος, εγκλωβισμένος σε ένα τηλεοπτικό reality δικής του κατασκευής, έρμαιο των εμμονών και του πολέμου που διαδραματίζεται μόνο στο κεφάλι του. Ελπίζω το επόμενο άλμπουμ να μην τον βρει να διαφημίζει στην τηλεόραση βιβλία με αποκαλύψεις για Νεφελίμ, αλλά να ξαναπιάσει τις κιθάρες του Gish και να τραγουδήσει με την πνιχτή και χαδιάρα φωνή του όσα βασανίζουν το υπέροχα παράξενο μυαλό που απολαμβάναμε πριν τη new age αυτοβελτίωση και τους εξωγήινους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Lucky

58yyLucky_1.jpg

Το Lucky είναι ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Πρόκειται για την πρώτη ταινία του έμπειρου, ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, ενός καρατερίστα που μπορεί να υποδυθεί πειστικά απ’ τον τον all American, φιλήσυχο οικογενειάρχη, μέχρι τον ψυχοπαθή της διπλανής πόρτας. Το Lucky είναι ταυτόχρονα και το ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο δευτεραγωνιστή Χάρι Ντιν Στάντον. Ο τελευταίος ρόλος που σφράγισε με κομψότητα μια τίμια και μακρά καριέρα την οποία ο Χάρι Ντιν έχτιζε σιωπηρά εδώ και δεκαετίες. Το αργό τέμπο αυτής της ανέλπιστα αισιόδοξης κινηματογραφικής μπαλάντας, θα ξενίσει μια μερίδα του κοινού που είναι μαθημένο να κρεμιέται απ’ την πλοκή. Δεν έχει καμία σημασία όμως αυτό ως προς την αντικειμενική αξία αυτής της γλυκιάς και ευρηματικής κωμωδίας.

58yyLucky_2.jpg

Το χιούμορ λάμπει πανηγυρικά σε αυτή την χαμηλοβλεπούσα δραμεντί. Η ταινία επικοινωνεί με ένα χιούμορ απρόβλεπτο, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται σε ίση ταχύτητα. Αυτά που συμβαίνουν όταν η μπαταρία του χιούμορ πέφτει, αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία. Όταν η αφήγηση αφήνεται με σιγουριά στις ήπιες, αμήχανες, καθημερινές στιγμές του Λάκι, πετυχαίνει μια περιστασικακή γεύση από σουρεαλισμό, αλλά και ένα υπόγειο φιλοσοφικό δέος, πολύ διακριτικό. Το δέος αυτό αφήνεται ελεύθερο να αρμενίσει και να καθίσει στην καρδιά του θεατή, σαν απρόοπτη και στοχαστική ενατένιση στο πνιγηρό συναίσθημα του θανάτου.

Ο Χάρι Ντιν Στάντον μας άφησε πλήρης ημερών, στα 91 του, χορτασμένος από εμπειρίες και ζωή. Όμως, το αναπόφευκτο τέλος τον τρομάζει, όπως ακριβώς τον μοναχικό ηλικιωμένο που τόσο υπέροχα υποδύεται. Η ρουτινιάρικη καθημερινότητά του στη μικρή κωμόπολη που ζει, περιλαμβάνει σταυρόλεξα, πρωινή γυμναστική, καφέ στο diner, τηλεπαιχνίδια γνώσεων και small talk με τους θαμώνες του τοπικού bar. Ο Λάκι, με στωικότητα στην έκφραση και την τρυφερότητα στα μάτια, θέλει να αντιμετωπίσει με ορθολογισμό το τέλος του. Δίχως απελπισία και πεσιμισμό. Με όπλο τη ρουτίνα και τις άδειες στιγμές που γεμίζουν τις μέρες του. Το αποτέλεσμα διακρίνεται από σπάνια κινηματογραφική απλότητα. Αυτό το χαμηλότονο και ελεύθερο ταξίδι αναζητεί ματιά ανάλογων προσόντων για να διανύσει τη μοναχική του διαδρομή μέσα στη θάλασσα των crowd pleasing ταινιών μαζικής κατανάλωσης.

58yyLucky_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #146

Carla Bruni
French Touch

Φανταστείτε ότι είστε καλεσμένοι σε δεξίωση που λαμβάνει χώρα στο μεγάλο σαλόνι μιας έπαυλης, στα γενέθλια ενός υπερήλικα μεγιστάνα (φανταστείτε το, μπορείτε).

Η κατανάλωση σαμπάνιας με σπάνια ορντέβρ, το χάζι στα φορέματα των νεαρών δεσποινίδων που συνοδεύουν τους καλεσμένους επιχειρηματίες και το χαμηλόφωνο small talk στα πηγαδάκια σταματάει απότομα: η όμορφη και κατά πολύ νεότερη σύζυγος του εορτάζοντα, η οποία έχει αρχίσει μαθήματα ορθοφωνίας και κιθάρας με τους πιο ακριβούς δασκάλους, θα δώσει ένα ρεσιτάλ, αποκλειστικά για τους παρευισκoμένους, με τα αγαπημένα της «ροκ» και «μοντέρνα» τραγούδια. Η υπομονή που θα δείξετε και τα γελάκια τα οποία θα πνίξετε όταν θα κάθεστε λίγα μέτρα πίσω από την πολυθρόνα του ευκατάστατου κυρίου –κι ενώ θα σας έρχεται ο καπνός από το πούρο που καπνίζει, περήφανος για το κορίτσι του– αποτυπώνουν την αίσθηση της ακρόασης αυτού του δίσκου.Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν υπήρξα ποτέ αρνητικά προκατειλημμένος με την καλλονή που γεννήθηκε για τον τίτλο της «πρώτης κυρίας»· η Carla Bruni μου είναι συμπαθής, καθώς δεν έχει τη μπίχλα πολλών εστεμμένων celebrities. Επιπλέον, το πρώτο της άλμπουμ Quelqu’un M’a Dit (2003), παραμένει ιδανικό για μελαγχολικά, Κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι.

Στον φετινό της τώρα δίσκο, η αυτοκρατορική σύζυγος διασκευάζει αγαπημένα της (λέμε τώρα) τραγούδια, ερμηνεύοντάς τα στα αγγλικά, με ένα κάποιο «γαλλικό άγγιγμα» στην έκφραση, όπως προμηνύει και ο τίτλος. Η Bruni θυμίζει εδώ καλοθρεμμένη γόνο για την οποία έχει προσχεδιαστεί ο τέλειος διπλωματικός γάμος, εκείνη όμως πιστεύει μέσα της ότι είναι αντισυμβατική και «προχώ», απλά γιατί έχει κάποια CD των Rolling Stones και των Depeche Mode τα οποία ακούει τις νύχτες και οι γονείς της δεν θα καταλάβουν ποτέ.

Στο French Touch, το πρώην μοντέλο τραγουδάει σαν να χαριεντίζεται ηδονικά σε μεταξωτά σεντόνια, ενώ ταυτόχρονα βαριέται του θανατά. Καλύπτει τις αδυναμίες της στα φωνητικά πίσω από εφαρμοσμένα τρικ, σαν την «καπνισμένη» βραχνάδα και τους υγρούς αναστεναγμούς· πάντα με ένα σαγηνευτικό χαμογελάκι σε κάθε φθόγγο και με ένα αχρείαστο κλείσιμο του ματιού σε κάθε συλλαβή. Μερικές «σατέν» διασκευές, όπως στο “Miss You” των Stones και στο “Highway Τo Hell” των AC/DC, μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για lounge συλλογές, από αυτές που μοιράζουν τα club της Ibiza με το δεύτερο κοκτέιλ σε θαμώνες που ευαγγελίζονται τις νερόβραστες chill-out και bossa nova εκτελέσεις. Άσε που πετάει κι ένα ξεκούδουνα χαριτωμένο «Mon amour tu me manques» στο “Miss You” («French Touch», να μην ξεχνιόμαστε).

Ωστόσο η Carla Bruni δεν έχει ιδέα τι λέει όταν τραγουδάει το “Stand Βy Your Man”, ενώ στην καλύτερη περίπτωση κάνει καραόκε στο “Moon River” του Henry Mancini. Δεν θα ήμουν τόσο αυστηρός αν με έπειθε ότι το διασκεδάζει λιγάκι, πιστεύω όμως ότι ακόμη και το αυθόρμητο γελάκι της στο “Perfect Day” του Lou Reed ήταν προσχεδιασμένο και γραμμένο στο χαρτί.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Καζαντζάκης

Ο τίτλος της ταινίας θα όφειλε κανονικά να είναι «Καζαντζάκης ο Μεγαλοπρεπής», καθώς η αισθητική και η σκηνοθετική ικανότητα του Γιάννη Σμαραγδή συγκρίνονται μόνο με αυτές των  αντίστοιχων δημιουργών των τούρκικων σήριαλ (τύπου “Σουλειμάν”) και με ανάλογες δημιουργίες του χείριστου είδους. Η ταινία ακολουθεί τα γεγονότα της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του Καζαντζάκη, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και φιλοδοξεί να ανασκευάσει όσα σημάδεψαν τη ζωή ενός ανήσυχου ανθρώπου, ο οποίος έγινε από νωρίς διάσημος στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ενώ κατάφερε να αφήσει πίσω του αρκετά σπουδαία βιβλία. Όμως οι 2 ώρες που διαρκεί το φιλμ είναι παντελώς ανέμπνευστες και αγγίζουν τα όρια της «προχειράντζας». Το στοίχημα της ταινίας είναι να εξερευνήσει το αόρατο πεδίο του βάρους της υπογραφής του παθιασμένου στοχαστή. Ο Σμαραγδής δεν φεύγει από τον στόχο του, αλλά το κάνει με ψευδοϊστορική αφέλεια, σε ένα έργο που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ξόδεμα ενέργειας.

60_2.jpg

Όσοι έχουν δει προηγούμενες δουλειές του Γιάννη Σμαραγδή («Ελ Γκρέκο», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι») γνωρίζουν καλά ότι τον διακρίνει μια επιδερμική προσέγγιση σε επίπεδο τηλεταινίας, με μπόλικη δόση αβάσιμης ματαιοδοξίας. Έτσι, οι σταθμοί στη ζωή του Καζαντζάκη υπογραμμίζονται με ένα άβολο χριστιανικό στυλ, του είδους που συναντάμε σε εκπαιδευτικές ταινίες για κατηχητικά. Οι σκηνές πλαισιώνονται με camp παρουσίες, όπως η καρικατούρα της Μελίνας Μερκούρη (η Ζέτα Δούκα σε αποκριάτικη αμφίεση Μελίνας) και η περσόνα του Άγγελου Σικελιανού (με εξαιρετικά φροντισμένο φρύδι, το οποίο ταιριάζει σε έκφυλο μπάρμπα και όχι σε καλλιεργημένο μεγαλοαστό). Το πανηγύρι κακογουστιάς συμπληρώνει η γειτόνισσα, που με ύφος αλαφροίσκιωτης χαρτορίχτρας, προειδοποιεί τον ήρωα να «μην πάει στην Κίνα».

Η πατριωτική ψυχαγωγία αγγίζει τα όρια της χασμωδίας και σαν να μην έφτανε αυτό ο Σμαραγδής ανακάλυψε ότι ο κόσμος του διαδικτύου προσφέρει εικόνες σε public domain. Αντί λοιπόν να κινηματογραφήσει ένα ταξίδι του τρένου ή τα ξωκλήσια της Κρήτης, δανείζεται εικόνες, θαρρείς από screensaver και από διαφημίσεις για τον τουρισμό. Σαφώς ανήθικη επιλογή που υπονομεύει το έργο και δεν σέβεται τι σημαίνει κινηματογραφική αισθητική. Για να καταλάβετε τι εννοώ, η αναζήτηση του Καζαντζάκη στην έρημο συνοψίζεται με ένα travelling πλάνο, δανεικό από κάτι σαν το National Geographic, με μια εικόνα του ήρωα να γονατίζει (που μπορεί να είναι στην ψιλή άμμο μιας παραλίας). Αυτό είναι το σινεμά; Πρόκειται τελικά για απόλυτη διηγηματική σύγχυση που απογειώνεται από την ενοχλητική τοποθέτηση προϊόντος. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το μέλι Αττική και κυρίως τα παξιμάδια Τσατσαρωνάκη είναι προϊόντα που η ταινία στα τρίβει στη μούρη, εξασθενίζοντας το δραματικό πυρήνα που όφειλε να έχει η βιογραφία ενός τόσο αξιοσημείωτου ανθρώπου.

60_3.jpg

Αναρωτιέμαι αν ο κύριος Σμαραγδής μπορεί να θεωρεί ότι μπορεί ένας ηθοποιός όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, να ερμηνεύει τον ήρωα από τα 16 του μέχρι τα 70 του, και ξαφνικά 3 χρόνια αργότερα (στα 73 του) να έχει το πρόσωπο του Στέφανου Ληναίου. Κανένας σεβασμός στους ηθοποιούς που μένουν ξεκρέμαστοι και εκτεθειμένοι με τόσο κακές επιλογές. Αυτή η κατακλυσμιαία επίδειξη άστοχων επιλογών του σκηνοθέτη στην προσπάθειά του να καλοπιάσει το κοινό, είναι γεμάτη εικόνες που δεν έχουν καν τη συναίσθηση της εφημερότητάς τους.

Παρόλη την τοποθέτηση προϊόντος, τις ψεύτικες εικόνες ερήμου και τρένων, τον υστερικό ψευδορομαντισμό στις σκηνές της Μόσχας, το ιστορικό φούμαρο στην περίοδο του Εμφυλίου, όλα θα ήταν καλύτερα αν δεν υπήρχε η ενοχλητική παράμετρος του μισογυνισμού. Οι γυναίκες του φιλμ στην καλύτερη περίπτωση φέρονται σαν προσωπικοί βοηθοί και δακτυλογράφοι των συζύγων τους. Γυναίκες που υπάρχουν μόνο και μόνο για να κοιτάνε τους άντρες τους με θαυμασμό στα μάτια, δίχως ανταμοιβή και χωρίς να εισπράττουν συναίσθημα. Η αναδρομή μέσα μια σειρά από αναμνήσεις δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Ο Σμαραγδής περιδιαβαίνει ανενόχλητος με θράσος «περισπούδαστου αδιάβαστου» που πατάει σε υπολογισμένες προσδοκίες, προσθέτοντας έτσι ένα ακόμα ένα αξιοθρήνητο φιλμ στην αχρείαστη φιλμογραφία του.

60_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Happy End

60ttt_1.jpg

Ο μέγας δημιουργός Μίκαελ Χάνεκε εστιάζει με πειθώ και με σκηνοθετική ακρίβεια στους χαρακτήρες μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Ένα ατύχημα σε κάποιο έργο της κατασκευαστικής  εταιρείας η οποία τους ανήκει, θα σταθεί η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι από μυστικά και ψέμματα. Ο Χάνεκε, έχοντας υπογράψει κάμποσα αριστουργήματα στην καριέρα του, καταπιάνεται με ένα ήπιας δυναμικής σενάριο, που θα μπορούσε να κινηματογραφήσει και ο Γούντι Άλεν (στα πιο δραματικά του). Η κατάμαυρη ειρωνεία επάνω στην ανασφάλεια, στις εμμονές και στην αλλοτρίωση της έκπτωτης μεγαλοαστικής τάξης, είναι η πρώτη ύλη για μια βαθιά πεσιμιστική και ουσιαστικά πολιτική ταινία. Με υπομονή και σεμνότητα, ο Χάνεκε κινηματογραφεί ήρωες αληθινούς και σάρκινους. Με ψύχραιμη μελαγχολία αφουγκράζεται την απελπισία στις επιλογές και την ψυχολογική δοκιμασία των ηρώων του. Μπορεί το Happy End να μην αγγίζει τα μπεργκμανικά ύψη της «Λευκής Κορδέλας», να μην έχει την αιχμηρή επιφάνεια του «Κρυμμένου» και να μην είναι τόσο διεισδυτικό όσο η «Δασκάλα του Πιάνου», όμως ο 75χρονος Γερμανοαυστριακός δημιουργός επανέρχεται στο γνήσια μισανθρωπικό και ασφυκτικό φιλμικό του σύμπαν, ακόμα και με τη μορφή της ανάλαφρης ηθογραφίας.

Το υπαρξιακό αδιέξοδο, η υπόκωφη κατάθλιψη, τα κληροδοτημένα «γονεϊκά» αμαρτήματα, οι ψηφιακές εικόνες βίας, το φαίνεσθαι των περήφανων αστών, ο στραγγαλισμός της ελεύθερης σκέψης, το παράνομο sexting, ο ευτελισμός των ιδανικών και οι οικογενειακές σχέσεις που έχουν χτιστεί στο ψέμα, όλα βρίσκονται στο μικροσκόπιο του δημιουργού, ο οποίος για πρώτη φορά μοιάζει να θέλει να δώσει μια μικρή ελπίδα στους ήρωές του. Τα αμίλητα κάδρα του φιλμ λένε όσα άλλοι σκηνοθέτες χρειάζονται σκηνές μακράς διάρκειας με voice over. Aυτό που στα χέρια έτερου σκηνοθέτη θα ήταν ένας κατακλυσμός από εύκολους εκβιασμούς, εδώ είναι παραταγμένο με αρχοντιά και σοφία. Από την εποχή του “Benny’s Video” ο Χάνεκε έδειξε ότι ήξερε πως να αντικρίσει κάθε φορά την τεχνολογία. Όσον αφορά όμως το Happy End, πρέπει να πούμε συγχαρητήρια στον άνθρωπο που του έδειξε το Snapchat. Του χρωστάμε χάρη.

60ttt_2.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #145

Stereophonics

Scream Above The Sounds

Χωρίς τίποτα απολύτως το εναλλακτικό, οι Ουαλοί παίζουν την ηρωική και «

Φαίνεται ίσως δύσκολο να το πιστέψουμε, αλλά στα ξεκινήματά τους οι Stereophonics ήταν μοντέρνο συγκρότημα, με cuttin’ edge και πυγμή.

Βέβαια, εξίσου δύσκολο είναι να ξαναπιστέψουν όσοι ακροατές έχουν εγκαταλείψει πια το τρένο τους, ότι εν έτει 2017 το συγκρότημα δεν ηχεί καθόλου παρωχημένο και βαρετό. Το νέο άλμπουμ Scream Above Τhe Soundsδεν διαθέτει απολύτως τίποτα εναλλακτικό –και, όχι, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Επίσης, δεν διακυβεύονται πολλά σε επίπεδο «δράματος» και ο δίσκος είναι ακριβώς ό,τι θα χαιρόταν μια cool, σύγχρονη μαμά να ακούει στα ακουστικά του ο ανήλικος γιος της. Όχι, ούτε αυτό είναι απαραίτητα κακό.

Θεωρώ ότι ο σημαντικότερος λόγος που οι Stereophonics δεν έχουν πνιγεί στο βόλεμα και στην προβλεψιμότητα, παραμένοντας μια μπάντα συγκινητική, είναι η φωνή του Kelly Jones. Είναι εντυπωσιακό το πόσο ωραία και άνετα τραγουδάει ο Jones. Οι ερμηνείες του διαθέτουν την ευγένεια ενός ανθρώπου που έχει ακόμα τη διάθεση να «τα χώσει»: η φωνή του έχει αρρενωπότητα, μα και μια ικεσία ταυτόχρονα. Ο άλλος σημαντικός λόγος είναι ότι το γκρουπ εκμεταλλεύεται την εμπειρία του, μένοντας ταγμένο στη δουλειά και στην ενορχήστρωση και όχι στο κυνήγι της εύκολης, κολλητικής μελωδίας.

Το “All In One Night” προκαλεί εκείνη τη μοναχική μελαγχολία μετά το hangover που προκαλούσε και η παλιότερη αγαπημένη επιτυχία τους, το “Maybe Tomorrow”. Η γκρουβάτη αναπόληση του “What’s All The Fuss All About”, με τα παρατεταμένα πνευστά, καθώς και το τρυφερό “Geronimo” –το οποίο θα υπέγραφαν δίχως δεύτερη σκέψη οι Waterboys– είναι τραγούδια που μας θυμίζουν ότι το rock ‘n’ roll μπορεί να είναι απλή υπόθεση, όπως ένα (ημι)έξαλλο ξεφάντωμα με παιδικούς φίλους, χωρίς δράματα και δεύτερες σκέψεις.

Πίσω όμως από τα «κολεγιακά κουσούρια» του παρεΐστικου rock, τα κομμάτια του Scream Above Τhe Sounds είναι τεχνικώς οργανωμένα: πουθενά δεν υπάρχει στις ηχογραφήσεις μία έστω και φευγαλέα ένδειξη ότι το συγκρότημα δεν «σοβαρολογεί». Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που συνδέει με κάποιο τρόπο τους Stereophonics με την «άλλη σοβαρή μπάντα απ’ την Ουαλία» τους Manic Street Preachers. Άλλωστε και τα δυο συγκροτήματα είχαν από έναν αδικοχαμένο ντράμερ.

Οι Stereophonics παίζουν την ηρωική και «αγορίστικη» μουσική τους με το σθένος 20άρηδων και μας πείθουν να ξεχάσουμε την ηλικία τους. To ανάλαφρο “Caught By The Wind” και το εμψυχωτικό “Cryin’ In Your Beer” εξυπηρετούν ένα συνολικό, συνεκτικό όραμα, ωραία εκτελεσμένο, που τουλάχιστον φτιάχτηκε με σκληρή γυμναστική στον στίβο των συναυλιών και όχι με new age βότανα ευεξίας και μάσκες ομορφιάς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Το Οριάν Εξπρές και ο Ηρακλής Πουαρό

Η παράξενη και σκοτεινή υπόθεση φόνου που εξελίσσεται στο ακινητοποιημένο εξαιτίας του χιονιά, Οριάν Εξπρές, έμεινε στην ιστορία ως μια από τις κορυφαίες ιστορίες που γέννησε η φαντασία της Άγκαθα Κρίστι. Το έγκλημα στο μυθικό τρένο με προορισμό το Καλέ, αποτέλεσε έναν από τους πιο δύσκολους γρίφους που έλυσε ο Ηρακλής Πουαρό. Ο Βέλγος ντετέκτιβ αναβιώνει φέτος στον κινηματογράφο από τον Κένεθ Μπράνα, ο οποίος τον υποδύεται και ταυτόχρονα σκηνοθετεί την λαβυρινθώδη ιστορία δολοφονίας ενός παράνομου επιχειρηματία, μέσα στο πολυτελές τρένο. Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έστω έχουν δει την παλιότερη εκδοχή του Σίντνει Λιούμετ, θα γνωρίζουν ότι μια τέτοια ιστορία προσφέρεται για all-star cast στη διανομή των ρόλων. Ο σκηνοθέτης επιστρατεύει την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ουίλεμ Νταφόε, την Τζούντι Ντεντς, τον Τζόνι Ντεπ και την Μισέλ Φάιφερ για να δώσει λάμψη και φωτογένεια στο κομψό μυστήριο που αναπτύσσεται ανάμεσα σους ετερόκλητους χαρακτήρες.

62bAgatha_1.jpg

Ο Μπράνα δεν επιχειρεί μια ριζοσπαστική διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος και προσεγγίζει παραδοσιακά το υλικό του, απευθυνόμενος (δυστυχώς) στη γενιά που γνώρισε τον Σέρλοκ Χολμς μέσα από τις ταινίες του Γκάι Ρίτσι. Από την προηγούμενη ταινία του άλλωστε, την «Σταχτοπούτα», μας έδειξε τις προθέσεις του να κατασκευάσει την τέλεια οικογενειακή ιστορία, από αυτές που βλέπονται για πολλά χρόνια το μεσημέρι των Χριστουγέννων μετά το φαγητό, δίπλα στο δέντρο με τα δώρα. Ως αποτέλεσμα, το σασπένς δεν χτίζεται πειστικά μέσα στη γενικότερη προσπάθεια για «κλασικά εικονογραφημένα». Η μεγαλομανία και η «Σαιξπηρόπληκτη» (αν μου επιτρέπεται η λέξη) αυταρέσκεια που χαρακτηρίζουν κάθε ερμηνεία της καριέρας του Κένεθ Μπράνα, ευτυχώς παραμερίζονται σχετικά εδώ, αν και η ψωνισμένη πλευρά του (αυτή που τον κάνει αρεστό σε φοιτήτριες δραματικών σχολών) βρίσκει το δρόμο της προς την επιφάνεια, ιδιαίτερα στην τελευταία σκηνή της λύσης του μυστηρίου.

Ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε άλλους 5 ηθοποιούς που ερμήνευσαν τον αριστοκράτη Βέλγο ντετέκτιβ με το προσεγμένο μουστάκι, την παλιομοδίτικη ευγένεια, την εμμονή στη συμμετρία και την πίστη του στη φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Austin Trevor

62bAgatha_3.jpg

Ο πρώτος ηθοποιός που ενσάρκωσε τον Πουαρό ήταν ο Όστιν Τρέβορ, ο οποίος έπαιξε σε τρεις Βρετανικές παραγωγές της δεκαετίας του 1930 – στο “Alibi” (1931), στο “Black Coffee” (1931) και το “Lord Edgware Dies” (1934), από τα ομώνυμα μυθιστορήματα της θείας Άγκαθα. Εξαιρετικά δυσεύρετες ταινίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος πλέον, αλλά γοητευτικές με τον τρόπο τους.

Tony Randall

62bAgatha_4.jpg

Η ιστορία του “The Alphabet Murders” (1965) αφορούσε μια σειρά δολοφονιών στο Λονδίνο όπου τα θύματα δολοφονούνταν με βάση τα αρχικά του ονόματός τους. Η ταινία προβλήθηκε και στην Ελλάδα με τον τίτλο “Μεσάνυχτα στο Πικαντίλι”. Ο η θοποιός Τόνι Ράνταλ πλησίασε με στυλ και με κωμική φλέβα όλα τα γοητευτικά στερεότυπα της εικόνας του Ηρακλή Πουαρό.

Albert Finney

62bAgatha_5.jpg

Την πρώτη και αξεπέραστη κινηματογραφική διασκευή του “Murder on the Orient Express” έκανε ο Σίντνει Λιούμετ το 1974. Ο Άλμπερτ Φίνεϊ είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο του εκκεντρικού Βέλγου. Το  Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (ή “Φόνος στο Όριεντ Εξπρές”) ήταν τεράστια εμπορική επιτυχία που έφτασε μέχρι τα όσκαρ, με ένα φανταστικό cast: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Σων Κόνερι, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Λωρέν Μπακόλ, και Άντονι Πέρκινς. Αγέραστο φιλμ με υποδειγματικό μοντάζ και στυλ.

Peter Ustinov

62bAgatha_6.jpg

Αν ο Άλμπερτ Φίνεϊ δόξασε στη μεγάλη οθόνη τον Ηρακλή Πουαρό, ο Πίτερ Ουστίνοφ αγκάλιασε το ρόλο χάρη σε μια σειρά εξαιρετικών ταινιών, με πρώτη και καλύτερη το «Έγκλημα στο Νείλο» που γυρίστηκε το 1978. Το φιλμ ήταν βασισμένο στο “Death on the Nile”, ένα από τα πιο καλογραμμένα και εμπνευσμένα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Ο Ουστίνοφ αγάπησε τον ρόλο του Πουαρό, έδωσε σωματικά χαρακτηριστικά στον ντετέκτιβ και τον υπηρέτησε σε άλλες δυο καλές ταινίες. Το «Έγκλημα στο Νείλο» ακολούθησε με σχετική επιτυχία η διασκευή του “Evil Under the Sun” το 1982, με τον ελληνικό τίτλο “Δύο Εγκλήματα Κάτω από τον Ήλιο”, και το “Appointment with Death” του 1988 που προβλήθηκε με το όνομα “Ραντεβού με το Θάνατο”. Στο μεταξύ ο Ουστίνοφ πρόλαβε και επανέλαβε τον ρόλο σε τρεις διόλου ευκαταφρόνητες τηλεταινίες του BBC: το “Thirteen at Dinner” (1985), το “Dead Man’s Folly” (1986) και το “Murder in Three Acts” (1986).

David Suchet

62bAgatha_7.jpg

Όσο καλοί και να ήταν οι προηγούμενοι ηθοποιοί, ένα είναι το βέβαιο: οι εκφράσεις, οι εμμονές, τα σωματικά τικ, οι συνήθειες, η προφορά, οι εκκεντρικότητες και όσα απαρτίζουν την λατρεμένη περσόνα του τετραπέρατου Ηρακλή Πουαρό, θα μείνουν για πάντα στην ιστορία μέσω της εικόνας του Ντέιβιντ Σάτσετ. Ο Βρετανός ηθοποιός ενσάρκωσε τον Πουαρό σε 70 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς “Agatha Christie’s Poirot”. Πρόκειται στην ουσία για ένα έργο ζωής, που κράτησε από το 1989 μέχρι το 2013 και που κάλυψε άπαντες τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι με ήρωα τον Πουαρό. Εβδομήντα διαχρονικές και καλογυρισμένες τηλεταινίες υψηλής αισθητικής που μπορεί κανείς να βλέπει ξανά και ξανά, όσο χρόνια κι αν περάσουν.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Ατέλειωτα Χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι

 

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #144

Robert Plant

Carry Fire

Τα καλά νέα που έρχονται με το Carry Fire δεν αφορούν απλώς την ποιότητα του περιεχομένου του, αλλά κυρίως το ότι ο Robert Plant συνεχίζει να κυκλοφορεί καλή μουσική λίγο πριν τα 70 του χρόνια, με την όρεξη ενός 20χρονου που μόλις ανακαλύπτει τη χαρά της μουσικής και τις απέραντες δυνατότητες της μελωδίας.

Η ιστορία έχει κατατάξει πλέον τους Led Zeppelin εκεί που τους αξίζει, απ’ τη στιγμή που τα μνημειώδη τους άλμπουμ αφέθηκαν ελεύθερα στην ιονόσφαιρα. Όσα βιβλία και άρθρα ήταν να γραφτούν γι’ αυτούς, γράφτηκαν. Η καταξίωση ήρθε με το παραπάνω. Ο Plant εξακολουθεί λοιπόν πεισματικά να αντιστέκεται στη στείρα παλαιοντολογία και να αρνείται αμύθητες αμοιβέςγια την επανασύνδεσή τους. Δεν νιώθει άνετα να αναμασά το φορτίο του παρελθόντος με πρακτικές νοσταλγίας και δεν θέλει να ακούγεται σαν ανθρώπινο juke-box για γιγαντοπεριοδείες της μεσόκοπης καραφλοχαίτης. Προτιμά να εμπνέεται από τα Ομιχλώδη Όρη του Τόλκιν, να διασχίζει μουσικά τις ανοιχτές πεδιάδες των Μεσοδυτικών Πολιτειών, να ατενίζει τις φυτείες του Μισισίπι, να εξερευνά τη folk παράδοση που κρύβουν τα Απαλάχια, να σαγηνεύεται από τα blues της ερήμου.

Αυτός είναι ο 11ος προσωπικός δίσκος του Χρυσού Θεού του ροκ της δεκαετίας του 1970, χωρίς να μετράω το άλμπουμ με την Alison Krauss και τα δύο συνεταιρικά με τον Page. Τον Plant συνοδεύει εδώ το συγκρότημα Sensational Space Shifters, το οποίο ήταν μαζί του και στο εξαιρετικό Lullaby Αnd… The Ceaseless Roar (2014). To Carry Fire προσφέρει μια αναζωογονητική βουτιά στα σπλάχνα της βρετανικής folk και των αμερικάνικων blues, για ένα κοινό που θέλει «ακούσει» και όχι να «θαυμάσει».

Ο Plant ερμηνεύει με την καρδιά του τραγούδια όπως το “New World” και το “Bones Οf Saints” και τα απολαμβάνει, δεν τα απογειώνει με κραυγές και πόζες απ’ την ανθολογία του φωτογενούς μύθου του. Ακούστε τον πόσο ανθρώπινα και αλάνθαστα διασκευάζει το “Bluebirds Over Τhe Mountain” παρέα με τη διακριτική συμμετοχή της Chrissie Hynde στα φωνητικά, ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1958 απ’ τον Ersel Hickey. Η ποικιλόμορφη και ζεστή εξερεύνησή του τον στρέφει σε κρυφές πτυχές της μουσικής που τον ανέθρεψε –όσο μακριά από το American Songbook γίνεται.

Τραγούδια όπως το “Bone Of Saints” ανασύρουν μάλιστα κεφάλαια της ιστορίας του rock ’n’ roll που πολύ θα ήθελαν να ήξεραν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να τα ερευνήσουν. Ακούστε επίσης την jazzy χαλαρότητα του “A Way With Words”, την ακαταμάχητη εσωτερικότητα του “Season’s Song” ή την ηλεκτρονική αισθητική του “Keep It Hid”… Μπορεί τα τραγούδια του νέου αυτού άλμπουμ στο σύνολό τους να είναι λιγότερο ευδιάκριτα και τολμηρά από εκείνα του Mighty Rearranger (2005), του καλύτερου κατά τη γνώμη μου post-Zeppelin δίσκου του Plant. Αλλά όσο υπάρχει υλικό καμωμένο με αγάπη, τα γαλόνια στο συρτάρι είναι παγίδα επανάπαυσης· και όσο υπάρχει αληθινό αίσθημα περιπέτειας, όλα τα Hall Of Fame του κόσμου μοιάζουν με μαυσωλεία, τα οποία βιάζονται να βάλουν ταφόπλακα στη δημιουργικότητα. Ελπίζω πραγματικά ο Plant να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει όσο πιο μακριά γίνεται το ταξίδι του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Dream Syndicate – Live

62nDreamsnd_5.jpg

Με τα υπαρξιακά άγχη και την κρίση ηλικίας χλευασμένα και πεταμένα στο καλάθι των αχρήστων, οι Dream Syndicate επέλεξαν την Αθήνα ώστε να ολοκληρώσουν την περιοδεία για το φετινό, υπέροχο άλμπουμ που τους επανένωσε μετά από δεκαετίες. Αυτό που παρουσίασαν ήταν πολύ παραπάνω από μία ακόμη συναυλία: ήταν κανονικό boost ενέργειας, για όσους λόγους μπορεί να φανταστεί κανείς –ένα μουσικό αντίδοτο στη σημερινή μετριότητα (αρχικά τη δική μας). Στις ζωντανές τους εκτελέσεις, τα τραγούδια τους διατήρησαν όλη την τραγανή αίσθηση, τη στακάτη δομή και την ξεκάθαρη ενέργειά τους. Από το “Halloween” και το “The Circle” μέχρι το “80 West” και το “Filter Me Through You”, ο ήχος τους ήταν προσανατολισμένος σε αυτό το πιστό, αφοσιωμένο στις αξίες του rock συστατικό, το οποίο τους έχει κάνει τόσο αγαπητούς. Πάντα με alternative αγνότητα, αλλά και με μια συγκινητική «κανονικότητα» στο παίξιμο και στη συμπεριφορά.

Δυόμιση ώρες έμεινε στη σκηνή του Fuzz η παρέα του Steve Wynn και μας έκαναν να νιώθουμε ότι δεν το χόρτασαν καλά-καλά οι ίδιοι και ότι θα έπαιζαν ευχαρίστως άλλο τόσο. Αυτό που στην ουσία δέσποζε, βέβαια, ήταν η αίσθηση ότι δεν αναζητούν καμιά επιβεβαίωση. Ήταν απλά ακμαίοι και τρυφεροί μεταξύ τους και κατάφεραν να ρολάρουν ενστικτωδώς, σαν ορκισμένοι rockers που δεν έχουν καμία ανάγκη να νιώσουν μέρος μιας εστέτ ηλεκτρικής κοινότητας.

Οι Dream Syndicate δεν χρειάζονται τα πολτοποιημένα ντεσιμπέλ της μεγάλης αρένας για να ακουστούν τεράστιοι, ούτε και περιόρισε τον μύθο τους το Fuzz. Η εμφάνισή τους έφερε παλαιορομαντικό αέρα, τον οποίο εισέπνευσε μονορούφι ένα κοινό που δεν πήρε τα μάτια του από πάνω τους και έτσι δεν είχε την ανάγκη να σηκώσει το smartphone για να καταγράψει βιντεάκια τα οποία δεν θα ξαναδεί ποτέ. Τους άκουγες να παίζουν το περιπετειώδες “Forest For The Trees”, το γκρουβάτο “That’s What You Always Say” και το φετινό, αχαλίνωτο “Glide” και –χωρίς να το καταλάβεις– είχες σχηματισμένο ένα διάπλατο χαμόγελο. Μέσα δε στο “Boston” έκαναν κι ένα συγκινητικό tribute στον Tom Petty διασκευάζοντας το “Refugee”, που με έκανε να χειροκροτήσω πολύ. Η εξοντωτική setlist περιλάμβανε διπλό encore, στο οποίο έλαμψε το “John Coltrane Stereo Blues”.

Η συναυλία ήταν ένα αληθινό, μικρό δώρο, μα και μια τεράστια πιστοποίηση για το ίδιο το συγκρότημα, πως είναι αναλλοίωτο απ’ τον χρόνο. Τα τραγούδια του αδιαφιλονίκητου αριστουργήματος The Days Οf Wine Αnd Roses (1982), πραγματικά παλιώνουν σαν το καλό κρασί: ενώ λειτουργούν ως δικλείδες πολιτισμικών αναφορών, δεν καπελώνονται ποτέ από εκείνες. Ο Steve Wynn είπε ότι σύντομα θα ξεκινήσουν να δουλεύουν ένα ακόμα άλμπουμ, για του χρόνου. Βρίσκονται σε ντουζένια έμπνευσης οι Dream Syndicate. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, δηλώνω εντυπωσιασμένος.

62nDreamsnd_6.jpg

Posted in Music | Leave a comment

Η μυθολογία γύρω απ’ το ιστορικό Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης

Σκονισμένοι τοίχοι, κάτοικοι φαντάσματα και παρατημένοι πίνακες σε τοίχους τους οποίους δεν βλέπει το φως της ημέρας. Έτσι ξεχρέωναν πολλοί τα νοίκια τους ώστε να έχουν έναν χώρο να εργάζονται. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του Chelsea Hotel, που βρίσκεται στο έλεος των συμφερόντων κληρονόμων και επενδυτών. Κάποτε, ήταν ο Thomas Wolfe και ο Sid Vicious που έδιναν τον παλμό στο θρυλικό ξενοδοχείο, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί κάπου ανάμεσα στην 7η και στην 8η λεωφόρο του Μανχάταν σαν ουτοπική εστία μιας ανώνυμης κομμούνας.

Το Chelsea άνοιξε τις πόρτες του το 1884 και γέμισε με συγγραφείς, μουσικούς και ποιητές. Μετά το 1910, προσωπικότητες όπως ο Μαρκ Τουέιν, αλλά και οι εκφραστές των αναπτυσσόμενων underground καλλιτεχνικών κινημάτων, έβρισκαν καταφύγιο στα δωμάτιά του. Κι σπό τη δεκαετία του 1940 και μετά, θα αποτελούσε φυσικό σπίτι για όλους τους ασυμβίβαστους καλλιτέχνες. Μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη ιδεών, με χρυσές και μαύρες σελίδες στη διαδρομή του: το τελευταίο σύνορο των αντισυμβατικών μυαλών και τη no man’s land όλων όσων ένιωθαν αταίριαστοι με την εποχή τους, ακόμα και στη δεκαετία του 1960.

68jjChels_2.png

Προσωρινοί και μόνιμοι θαμώνες του υπήρξαν μουσικοί, punks και rockers, ηθοποιοί, ποιητές, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, μπίτνικς και χίπηδες. Τα ανήσυχα πνεύματα έβρισκαν μια περίεργη ανεξαρτησία εκεί: το μέρος τους πυροδοτούσε μια ανεξήγητη έμπνευση και όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν σε κάποιο «υποσχόμενο» διαμέρισμά του, κάθε βράδυ. Κάποιος δηλαδή θα ήξερε κάποιον, ο οποίος θα ήξερε κάποιον που θα είχε εξασφαλίσει δωμάτιο για διαμονή. Οι θαμώνες στα πάρτι πίσω από τις κλειστές ή τις ανοιχτές πόρτες στο Chelsea έχουν διηγηθεί μυθικές ιστορίες και πολλές φήμες έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα· τόσες, ώστε κάνουν το Playboy Mansion να μοιάζει με κοσμικό κέντρο οικογενειακών εκδηλώσεων. Γιατί το ξενοδοχείο δεν φιλοξενούσε απλώς party animals, αλλά avant-garde ποιητές, αταξινόμητες φυσιογνωμίες, ξεπεσμένα celebrities, καταπιεσμένους καλλιτέχνες, εγκληματίες, εκκεντρικούς, μποέμ, διανοούμενους, πόρνες και φιλόσοφους.

Εκεί συνέβαιναν επίσης μερικά από τα after parties πολλών punk συγκροτημάτων, μετά τις  εμφανίσεις τους στο club CBGB. Οι καθημερινές ιστορίες του 12όροφου ξενοδοχείου περιείχαν ποταμούς από ναρκωτικά, καθημερινή performance art στους διαδρόμους, ποίηση, μουσική, σεξουαλικά έκτροπα, αλλά και βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, υλικές καταστροφές και θλιβερά overdoses, με ανθρώπους σε κώμα. Πέρα όμως από τη ρουτίνα των τυχαίων πυροβολισμών, των μυστήριων κλοπών και το μόνιμο άρωμα της μαριχουάνας στους διαδρόμους, έχουν καταγραφεί και περίεργες μαρτυρίες. Πολλοί λ.χ. έβλεπαν το φάντασμα του Thomas Wolfe στους διαδρόμους ή άλλων αγνώστων μορφών, που περιφέρονταν τις νύχτες. Χημικές παρενέργειες ή μεταφυσικά φαινόμενα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο χώρος ασκούσε περίεργη επιρροή. Πολλοί πήγαιναν για να γίνουν κάποιοι άλλοι, μσ ακόμα περισσότεροι πήγαιναν εκεί απλά για να βρουν τον εαυτό τους.

68jjChels_3.png

You can check out any time you like, but you can never leave

@ O Bob Dylan παντρεύτηκε τη Sara Lownds κατά τη διάρκεια των 3 χρόνων που έμενε στο ξενοδοχείο, από το 1961 έως το 1964 –μάλιστα ο πρώτος του γιος, ο Jesse, γεννήθηκε εκεί. Στο δωμάτιο 211, το 1966, ο Dylan έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Blonde On Blonde. Τις εμπειρίες του από εκείνη την περίοδο θα τις μετέφερε στο τραγούδι “Sara”, 10 χρόνια μετά.

@ Η star του Andy Warhol με το όνομα Viva εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο το 1963. Στα 25 χρόνια που έμεινε εκεί έκανε 2 γάμους.

@ Ο Leonard Cohen ήταν από τους μόνιμους κάτοικους του Chelsea και περιέγραψε κάπως έτσι την αγάπη του για το ξενοδοχείο: «I love hotels to which, at four a.m., you can bring along a midget, a bear and four ladies, drag them to your room and no one cares about it at all». Στον 5ο όροφο, είχε μια σύντομη ερωτική σχέση λίγων ωρών με την Janis Joplin, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του κτιρίου.

@ Η Janis Joplin ανεβοκατέβαινε με το ασανσέρ και φιλούσε αδιακρίτως όποιον έμπαινε μέσα.

@ Ο Jack Kerouac, ο Allen Ginsberg και ο William S. Burroughs ήταν μερικοί από τους μπιτ συγγραφείς που είχαν σαν σπίτι τους το ξενοδοχείο, με μόνες τους αποσκευές τα σημειωματάρια ή τις  γραφομηχανές τους. Κανείς τους δεν πλήρωνε ποτέ ενοίκιο. Ο Burroughs έγραψε το Γυμνό Γεύμα στο Chelsea.

@ O Jack Kerouac είχε εκεί ένα one-night stand με τον Gore Vidal, το οποίο μνημονευόταν από πολλούς για χρόνια ως σπουδαία στιγμή και για τους δυο.

@ Ο cult κινηματογραφιστής Harry Smith συγκατοικούσε για ένα διάστημα με τον Allen Ginsberg στο ξενοδοχείο.

68jjChels_4.jpg

@ Υπήρχαν ένοικοι που συγκατοικούσαν με αλιγάτορες, φίδια και μαϊμούδες στα δωμάτιά τους.

@ Η σχεδιάστρια μόδας Betsey Johnson πήγε να κοιμηθεί στο ξενοδοχείο αμέσως μόλις χώρισε τον John Cale το 1969 και έμεινε εκεί 8 μήνες.

@ Η Betsey Johnson σχεδίασε μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου τα κοστούμια της cult ταινίας Ciao Manhattan, την εποχή που έμενε εκεί σαν καλεσμένη των Velvet Underground.

@ Ο Rufus Wainwright έγραψε το 2ο άλμπουμ του Poses (2001) στο ξενοδοχείο. Στο δωμάτιό του έμενε ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν και η Κλόε Σεβινί.

@ Η Patti Smith έζησε εκεί από το 1959 μέχρι το 1962 με τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe, ο οποίος έδινε στον ιδιοκτήτη έργα του, αντί να πληρώνει ενοίκιο.

@ Στις 12 Οκτωβρίου του 1978, η Nancy Spungen θα βρεθεί νεκρή από  μαχαιριές στη μπανιέρα της στο διαμέρισμα 100, στο οποίο συζούσε με τον σύντροφό της και μπασίστα των Sex Pistols, Sid Vicious. Ο δολοφόνος μέχρι σήμερα δεν έχει συλληφθεί. Το χρονικό καταχρήσεων αυτοκαταστροφής και θανάτου εξιστορεί η ταινία Sid & Nancy (1986) του Alex Cox, καθώς και το ντοκιμαντέρ Who Κilled Nancy?. Ο Vicious αυτοκτόνησε τον επόμενο χρόνο με μια θανατηφόρα δόση ηρωίνης. Ορδές από punks μαζεύονταν για χρόνια προσπαθώντας να μείνουν στο δωμάτιο 100, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να το γκρεμίσουν και να το διαμορφώσουν διαφορετικά για να αποφύγουν τους παρανοϊκούς που έφταναν για να αυτοκτονήσουν εκεί.

68jjChels_5.png

@ Ο Άρθουρ Κλάρκ έγραψε το βιβλίο 2001: A Space Odyssey (1968) στο δωμάτιο που έμενε. Για ένα μεγάλο διάστημα, πριν εγκαταλείψει την Αμερική, ο Stanley Kubrick ζούσε κι αυτός μόνιμα στο Chelsea Hotel.

@ Ο Andy Warhol σκηνοθέτησε το ιστορικό ντοκουμέντο Chelsea Girls (1966), διάρκειας 3,5 ωρών. Το art house πείραμα παρατηρούσε τα κορίτσια του Factory να κυκλοφορούν απλά και να συμπεριφέρονται όπως θέλουν στους χώρους του Chelsea.

@ Ο Dee Dee Ramone σερνόταν ανάμεσα στα δωμάτια του ξενοδοχείου για μεγάλο διάστημα, σαν ένοικος ή σαν επισκέπτης. Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλο Chelsea Horror Hotel έγραψε για τις εμπειρίες του. Οι διασκεδαστικές ιστορίες του περιείχαν σκοτεινά οράματα, παραισθησιογόνα trip και σκηνές τρόμου μέσα σε απειλητικά δωμάτια.

@ Υπάρχουν μαρτυρίες πως ο ποιητής Dylan Thomas, μετά από πολλές νύχτες αϋπνίας, ήπιε 18 (!) συνεχόμενα ποτήρια ουίσκι στο μπαρ του ξενοδοχείου και έπεσε σε κώμα.

@ Ο συγγραφέας Arthur Miller ζούσε μεγάλα διαστήματα στο ξενοδοχείο. Το δωμάτιό του ήταν χώρος εργασίας και πολλών ειδών «πειραματισμών». Εκεί μέσα έγραψε σειρά από θεατρικά έργα. Σε μια συνέντευξή του περιέγραψε τη διαμονή του στο ξενοδοχείο ως εξής: «This hotel does not belong to America. There are no vacuum cleaners, no rules and shame…it’s the high spot of the surreal». Έχουν γραφτεί μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν δει τη Marilyn Monroe σε απίστευτες σκηνές ζηλοτυπίας στην είσοδο, όπου απειλούσε να βάλει φωτιά αν δεν κατέβει ο Miller, ο οποίος είχε κλειδωθεί για μέρες στο δωμάτιό του.

68jjChels_6.jpg

@ Η Μadonna τράβηξε τις φωτογραφίες του βιβλίου της Sex στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.

@ Ο σχεδιαστής μόδας Charles James βρήκε ανεξήγητο θάνατο το 1978, μετά από διαμονή 14 χρόνων στο ξενοδοχείο.

@ Η αστυνομία μπήκε σε ένα πάρτι που εξελισσόταν για 4 μέρες, με το ίδιο τραγούδι να ακούγεται στη διαπασών. Έπαιζε σε επανάληψη για 4 εικοσιτετράωρα και κανείς απ’ όσους βρίσκονταν στο δωμάτιο δεν το άλλαζε.

@ Ο μετέπειτα γκουρού του punk rock κινήματος και συγγραφέας Ντάνι Φιλντς διοργάνωσε εκεί ένα μυθικό πάρτι τη μέρα της δολοφονίας του JFK, για να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Πολλές είναι οι ιστορίες που λέγονται για όσα περίεργα εκτυλίχθηκαν εκείνη τη βραδιά. Ένα από τα πιο σίγουρα γεγονότα, είναι ότι εκεί ο Warhol γνώρισε τη Nico, η οποία θα γινόταν ηγετική μορφή του Factory.

@ Εκεί έζησε ο Ίθαν Χοκ μετά τη διάλυση του γάμου του με την Ούμα Θέρμαν, για να ξεπεράσει το διαζύγιο. Ο Χοκ είχε σκηνοθετήσει την ταινία Chelsea Wallsλίγα χρόνια πριν, η οποία διαδραματίζονταν στο ξενοδοχείο.

68jjChels_7.png

@ Ο συγγραφέας Τσάρλς Τζάκσον (The Lost Weekend) αυτοκτόνησε στο δωμάτιό του το 1968. Στο Chelsea συχνά πήγαιναν άνθρωποι μόνο και μόνο για να αυτοκτονήσουν. Πολλές είναι οι περιπτώσεις ατόμων που έφταναν στο ξενοδοχείο και πηδούσαν από τα μπαλκόνια, χωρίς καμία εξήγηση.

@ Εκεί κατέφευγαν πολλές βραδιές ο Robert De Niro Sr. (πατέρας του γνωστού ηθοποιού) με τον Τένεσι Ουίλιαμς. Εκεί πήγαινε και ο Jim Morrison όταν ήθελε να απομονωθεί από τις υποχρεώσεις με τους Doors, ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ για να γνωρίσει κόσμο, η Φρίντα Κάλο για να ζωγραφίσει, ο Σαμ Σέπαρντ για να γράψει, ο Ντένις Χόπερ όταν δραπέτευε απ’ το Χόλυγουντ, ο Lou Reed, ο Frank Zappa και αμέτρητοι ακόμα επώνυμοι.

Σήμερα το θρυλικό ξενοδοχείο κατακλύζεται από περίεργους τουρίστες, γιάπηδες και τυχαίους περαστικούς. Εκεί που ο Jimi Hendrix δοκίμαζε τα πιο πολλά και καινούρια ναρκωτικά, υπάρχει απαγορευτικό καπνίσματος στην είσοδο.

68jjChels_8.png

6 Tραγούδια που μιλούν για το Chelsea Hotel

O Bob Dylan στο τραγούδι ”Sara” του 1976 τραγουδάει:

«I can still hear the sound of the Methodist bells,  I’d taken the cure
and had just gotten through Staying up for days in the Chelsea Hotel 
Writing Sad-Eyed Lady of the Lowlands for you»

Ο Leonard Cohen έγραψε το τραγούδι “Chelsea Hotel No 2”, που μιλούσε για τη σχέση του με την Janis Joplin στο δωμάτιο 104, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του ξενοδοχείου. Οι στίχοι είναι πολύ αναλυτικοί.

«I remember you well at the Chelsea Hotel, you were talking so brave and so sweet giving me head on the unmade bed while the limousines wait in the street».

Η Joni Mitchell στο ”Chelsea Morning” περιγράφει ένα υπέροχο πρωινό:

Woke up, it was a Chelsea morning and the first thing that I heard
aas a song outside my window and the traffic wrote the words
It came ringing up like Christmas bells and rapping up like pipes and drums

Η Nico σε μία από τις πρώτες σόλο προσπάθειές της τραγουδάει στο “Chelsea Girls”:

Here’s Room 506 It’s enough to make you sick. 
Bridget’s all wrapped up in foil You wonder if she can uncoil.
Here they come now See them run now
Here they come now Chelsea Girls
Here’s Room 115 Filled with S&M queens
Magic marker row. You wonder just high they go.

Ο Ryan Adams έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Love Is Hell κατά τη διαμονή του στο ξενοδοχείο. Στο αυτοβιογραφικό τραγούδι “Hotel Chelsea Nights”, αναφέρει:

In fact I’m tired of living in this hotel
With the snow and the rain falling through the sheets
And I’m tired of 23rd Street
Strung out like some Christmas lights
Out there in the Chelsea nigh

Το άλμπουμ Song For Survivors του Graham Nash περιέχει το “The Chelsea Hotel” με τους υπέροχους στίχους:

Down at the Chelsea Hotel, with poetry and paintings.
The walls are still holding memories of people who fell, down through the years, fighting their fears.
ill vanish before the city’s merchant greed,
Wreckers will wreck it, and in its stead. More lofty walls will swell
This old street’s populace. Then who will know
About its ancient grandeur, marble stairs, Its paintings, onyx-mantels, courts, the heirs
Of a time now long ago?

Από το Avopolis

Posted in Article | Leave a comment

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού

Η σύμπραξη του ξεχωριστού ύφους γραφής του Ευθύμη Φιλίππου και της δυσοίωνης βιρτουοζιτέ του Γιώργου Λάνθιμου, εξακολουθεί με κάθε νέα ταινία να αρνείται να κάνει έκπτωση χάριν καλοπιάσματος των mainstream θεατών, όσων αντιμετωπίζουν καχύποπτα οτιδήποτε τα βάζει με τις κατασταλτικές δυνάμεις της ανώδυνης ψυχαγωγίας. Ο αναγνωρισμένος παγκόσμια πλέον σκηνοθέτης εξακολουθεί να αναπτύσσει τις προβληματικές του σε «διεθνή γλώσσα» και τα καταφέρνει. Αποταυτισμένος πια από  τις weird wave εξαλλοσύνες των άμοιρων ανταγωνιστών του, τους οποίους μας άφησε πίσω του (και τι να τους κάνουμε), με τη νέα ταινία του εξερευνά τη ματαιότητα και το βάρος μιας συναισθηματικής επιλογής. Ο ήρωας είναι ένας χειρούργος που μάχεται χωρίς ελπίδα το πεπρωμένο της οικογένειάς του, από τη στιγμή που ένα αγόρι του ζητά μια ανείπωτη θυσία. Ο Λάνθιμος διαθέτει απεριόριστη εμπιστοσύνη στην κάμερα, έτσι ώστε να φωτίσει έναν έφηβο χαρακτήρα, βαθιά ψυχωτικό, ο οποίος περικυκλώνει τη ζωή του επιστήμονα. Ένα λάθος του γιατρού είχε κοστίσει τη ζωή του πατέρα του αγοριού και το χρέος πρέπει να ξεπληρωθεί με τη μορφή μιας αρχέγονης κατάρας. Ένα μέλος της οικογένειάς του θα πρέπει να πεθάνει.

Είναι φανερό ότι η σκηνοθετική γραφή του φιλμ, αντλεί από το οπλοστάσιο του σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ· τα μαγνητικά τράβελινγκ στους εσωτερικούς χώρους του ξενοδοχείου φέρνουν στο μυαλό τους διαδρόμους του ξενοδοχείου της «Λάμψης». Όμως το σινεμά του Χάνεκε είναι αυτό που πραγματικά εμπνέει το δημιουργικό δίδυμο, ειδικά στον τρόπο που δίνουν μορφή αρχαίας τραγωδίας σε αυτή την ιστορία εμμονής και ενοχής. Η χειρουργική ακρίβεια των πλάνων θα πυροδοτήσει εντάσεις, εσωστρέφεια και παρατεταμένη καχυποψία. Η λαιμητόμος της τιμωρίας του γιατρού –με τη μορφή της στυγερής κατάρας- τοποθετούν την οικογένειά του ως έρμαιο στο «συμβολικό» αίτημα του ψυχωτικού νέου, σαν πράξη δικαιοσύνης.63c_2.jpeg

Θεωρώ πως υπάρχουν δυο σοβαρά αφηγηματικά προβλήματα στην ταινία. Το πρώτο είναι ότι η συμβολική τιμωρία λειτουργεί ρεαλιστικά, σαν ασφυκτική αντίστροφη μέτρηση πριν το θάνατο κάποιου μέλους της οικογένειας. Για να δεχθούμε ως θεατές μια τέτοια απόκοσμη τιμωρία σε πλαίσιο ρεαλιστικό, που σημαίνει ότι ο μικρός ήρωας διαθέτει την εξώκοσμη δύναμη να επεμβαίνει στη μοίρα, θα πρέπει η σκηνοθεσία να είναι σε άλλο επίπεδο – μόνο σαν μπρεχτικό δοκίμιο στα χέρια ενός Λαρς Φον Τρίερ θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αυτό. Ο Λάνθιμος είναι σκηνοθέτης αξιώσεων αλλά ακόμη δεν έχει βρεθεί εκεί ως auteur. Αν πάλι, παραβλέψουμε την οφθαλμοφανή αμφιβολία του ρεαλισμού του ευρήματος, και το αντιμετωπίσουμε σαν μοντέρνα πλαστογράφηση του Ευριπίδη, τότε το ύφος της ταινίας θα όφειλε να είναι λεπτό σαν ξυράφι για να αφήσει συγκινησιακό αποτύπωμα, όπως ο «Κρυμμένος» του Χάνεκε. Η προσέγγιση εδώ είναι φιλοσοφική αλλά καθόλου ανθρωπολογική (όπως στο σινεμά του Χάνεκε) κάτι που αφαιρεί σε αμεσότητα.

63c_3.jpg

Το δεύτερο ουσιαστικό πρόβλημα είναι η αδιαφορία του σκηνοθέτη για το ζήτημα της ηθικής. Ο Λάνθιμος παρατάει την ηθική πλευρά της ενοχής και της δικαίωσης, ακριβώς τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε πλήρως την ιντριγκαδόρικη ιδέα του. Το παιχνίδι τιμωρού και τιμωρημένου, δεν λειτουργεί σαν συμβολική εξομάλυνση του τραύματος, ούτε καν σε πλαίσιο παραβολής γύρω απ’ την αυτοδικία, όπως έκανε το «Ακρωτήρι του Φόβου» του Σκορσέζε. Ο φακός δείχνει να μην έχει οίκτο για τους ήρωές του και να υιοθετεί τον πικρό τόνο των συμπεριφορών που εξερευνά, από το νεκροφιλικό σεξ μέχρι την ύπουλη φιλία. Φυσικά, ο δαιμόνια έξυπνος σκηνοθέτης, με μια προσέγγιση ανοιχτά φιλοσοφική, φυτεύει άβολα ερωτήματα για το δράμα των ανύπαρκτων δεσμών αγάπης εντός της οικογένειας, όπως είχε κάνει στον «Κυνόδοντα». Η οικογενειακή θαλπωρή μοιάζει με ταριχευμένο ζώο, χωρίς στίγμα κοσμικής ζωής και αλήθειας. Ο Λάνθιμος ασχολείται για άλλη μια φορά αποτελεσματικά με την επίπλαστη ψευδαίσθηση των ευτυχισμένων δεσμών και σε αυτό συμβάλλει ο εξαιρετικός Κόλιν Φάρελ και η Νικόλ Κίντμαν η οποία μετά το Eyes Wide Shut, παίζει στην δεύτερη ταινία ενός άριστου απόφοιτου της σχολής Κιούμπρικ (η πρώτη ήταν το «Birth» του Τζόναθαν Γκλέιζερ.

Η ταινία έχει μια αδιευκρίνιστη ακαμψία όσο πλησιάζουμε στην τελευταία σκηνή και ποτέ δεν φτάνει στο επίπεδο του σπαραγμού που αρμόζει στο θέμα. Οι μεταπτώσεις των ηρώων από ψυχαναλυτικής άποψης οδεύουν στην αυθαιρεσία. Όμως τελικά ο Λάνθιμος εξαιτίας της επινοητικότητάς του και των αριστουργηματικών του γεωμετρικών του κάδρων, πετυχαίνει την ταύτιση και την αποστροφή τη στιγμή ακριβώς που πρέπει.

63c_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #143

Liam Gallagher

As You Were

Είναι μάλλον αχρείαστη η μιλιταριστική προσταγή του τίτλου (στον στρατό σημαίνει: «επιστρέψτε σε αυτό που κάνατε πριν την προσοχή»), καθώς κανείς δεν χτυπάει πια προσοχές όταν μπαίνει στο δωμάτιο η πρώην θεότητα του brit rock της δεκαετίας του 1990.

Η έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Liam Gallagher δεν οφείλεται πάντως στο ότι έχει ξεφτίσει ο θρύλος των Oasis: μια απλή υποψία επανένωσής τους, μπορεί ακόμα να σπείρει κύματα ενθουσιασμού και προσμονής σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που αντιμετωπίζεται με χλευασμό είναι η αλαζονική του μεγαλοθυμία, οι αστεία ματαιόδοξες δηλώσεις του και η αίσθηση «κατινιάς» που συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνισή του. Αυτό είναι το πρώτο του σόλο άλμπουμ, καθώς οι Beady Eye (με τους οποίους κυκλοφόρησε 2 δίσκους) διαλύθηκαν κάτω απ’ το βάρος των μεγάλων προσδοκιών. Αν θέλουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο του ξεκίνημα με τη δική του φαρμακερή γλώσσα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, μετά το 2ο διαζύγιό του και με 4 παιδιά να θρέψει (από 4 διαφορετικές μητέρες), χρειαζόταν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν το κοινό του τον ίδιο (sorry lad).

Δίχως αμφιβολία, ο Liam Gallagher δεν διαθέτει την ικανότητα του αδερφού του στη δημιουργία στρογγυλών μελωδιών και crowd-pleasing τραγουδιών, ικανών να απογειώνουν συναυλίες χάρη στο μαζικό sing-along στην αρένα. Όμως ήταν η δική του φωνή πίσω από τη μηχανή που κινούσε το όχημα των Oasis, η οποία κάποτε κατάφερε να παρασύρει ένα έθνος και να χαράξει μουσικά μια ολόκληρη γενιά. Κι έτσι, το As You Were είναι ποτισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με την υπερβολική αυτοπεποίθηση του Liam, ο οποίος νιώθει υπέρλαμπρος rock star και θέλει πάση θυσία να το πιστέψουμε κι εμείς.

Και τελικά, το υλικό του δεν είναι καθόλου άσχημο. Ρυθμικά τραγούδια όπως το “Bold” και το “Come Back To Me”, αν και ελαφρώς άτολμα, είναι απολαυστικά και γεμάτα ενέργεια. Αυτή θα μπορούσε πράγματι να ήταν μια ντουζίνα κομματιών που γράφτηκαν την εποχή του (What’s The Story) Morning Glory? (1995) και απλά δεν στάθηκαν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήξουν εκεί.

Φυσικά υπάρχουν οι αναμενόμενες μπιτλικές μελωδίες, όπως το “Universal Gleam” και ο παραδοσιακά ξεπατικωμένος John Lennon στο “Paper Clown”. Πρόκειται για ωραία τραγούδια, που όμως δεν έχουν τη δύναμη να πετάξουν αγκαλιά με τη Λούσι σε Διαμαντένιους Ουρανούς, όπως νομίζουν, αφού η εμμονή του Liam με τους Beatles μοιάζει πλέον σχεδόν παρωχημένη: στο “I Get By” τραγουδάει «I’m about to fall stone cold, Helter Skelter», ενώ στο “Chinatown” μας θυμίζει ότι «happiness is still a warm gun» (sic). Πίσω από τις επιφανειακά ανάλαφρες ιδέες, πάντως, υπάρχουν κάποιες ευφυείς εκλάμψεις με ωραία δομή και διακριτική μελαγχολία, όπως το“When I’m In Need” ή το “Greedy Soul”, στο οποίο η φωνή του απλώνεται στα ηχεία και αποτυπώνεται στα καλύτερά της.

Πραγματικά, ο άνθρωπος τραγουδάει υπέροχα, ίσως καλύτερα από ποτέ. Από την άλλη, η μανία με την tabloid παραφιλολογία και ο χουλιγκανίστικος κωλοπαιδισμός που κουβαλάει, δεν μας επιτρέπει να πάρουμε στα σοβαρά το απολογητικό αμένσιωτο προς τον αδερφό του στο “For What It’s Worth”, ειδικότερα όταν αντιμετωπίζουμε στίχους τύπου «Let’s leave the past behind with all our sorrows / I’ll build a bridge between us and I’ll swallow my pride». Είναι κρίμα να αναλώνεται σε μικροπολεμική με την ίδια του την κληρονομιά ο Liam Gallagher, γιατί, αν αποτινάξει τη μιντιακή περσόνα του, είναι ικανός να μας χαρίσει υπέροχα μελωδικά, όσο και ψυχεδελικά ταξίδια.

Θα περιμένουμε.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #142

Ariel Pink

Dedicated To Bobby Jameson

Η μουσική του ιδιότροπου Ariel Pink ακόμα μπορεί να παράγει ψυχεδελική ζαλάδα, δημιουργώντας μια φούσκα που σε καλεί να μπεις μέσα της για να μην σε αγγίζει η ασχήμια τριγύρω. Οι μελωδίες του, όσο πιο σχιζοφρενικές και πολύχρωμες, τόσο περισσότερο λειτουργούν σαν ασπιρίνη απ’ τη μουντάδα του αστικού τοπίου ή της προαστιακής οκνηρίας. Ο 11ος δίσκος του είναι αφιερωμένος στον εκκεντρικό τραγουδοποιό Bobby Jameson, ο οποίος έδρασε στο περιθώριο της δεκαετίας του 1960, προτού χαθεί ακόμα κι απ’ τις λίστες των παραγνωρισμένων μουσικών λόγω παρανομίας, άγριων εξαρτήσεων και ψυχολογικών προβλημάτων, που είχαν σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να τον θεωρεί νεκρό μέχρι πολύ πρόσφατα. Την obscure φύση του Jameson ζήλεψε μάλλον o Ariel Marcus Rosenberg Rosenberg και έβαλε έτσι μπροστά τους μουσικούς πυλώνες της φαντασίας του, ώστε να ηχογραφήσει κάμποσα παραισθησιογόνα lo-fi τραγούδια, με το πορτραίτο του κατεστραμμένου καλλιτεχνικά Jameson να κοσμεί το στούντιο.

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την υπναγωγική δύναμη της pop του Ariel Pink θα απολαύσουν «μπιτλικά» πειράματα όπως το “Another Weekend” και τραγούδια όπως το “Death Patrol”: μοιάζουν με ξεχασμένα ψυχεδελικά nuggets από συλλεκτικά maxi singles της δεκαετίας του 1970. Το πνεύμα των Animal Collective διαφαίνεται στο “Kitchen Witch”, ο τραγουδοποιός βγάζει τον Prince από μέσα του στο “I Wanna Be Young”, ενώ οι τραγανιστές κιθάρες κουμπώνουν ωραία με την ειρωνεία στο περιπαικτικό “Santa’s In The Closet”.

Ο δίσκος περιέχει pop δωματίου, η οποία μοιάζει να ακούγεται από φθαρμένες κασέτες VHS. Τα synths έχουν βάλει σκοπό να σε σαγηνεύσουν για να σου δημιουργήσουν δυσφορία λίγο αργότερα και να σε γοητεύσουν ξανά μετά. Στις απολαυστικές στιγμές συγκαταλέγεται βέβαια και το “Bubblegum Dreams”, το οποίο μοιάζει με κλασικό gay ύμνο που επηρεάστηκε απ’ τον Phil Spector για να θρέψει μουσικά το ψωνιστήρι στη Sunset Srip.

Ο αταξινόμητος μουσικός είναι εδώ περήφανα αντι-ραδιοφωνικός: δεν λειαίνει τις γωνίες των τραγουδιών και αφήνει τις ατέλειες να βγάζουν μάτι, σαν σιδερένια εξογκώματα σε βελούδινο στρώμα. Ακούστε τον στο “Dreamdate Narcissist” να επιδίδεται σε μια κωμική stand-up παράσταση, που μιλάει για τα τοτέμ των ανέσεων του μοντέρνου τρόπου ζωής («Netflix and chill» και «She’s sending me an Uber ’cause she wanted some dick»). Η μεγαλύτερη ικανότητά του είναι να συλλαμβάνει τις μελωδίες και αμέσως να τις αφήνει ελεύθερες στον αέρα, πριν προλάβει να τις εξημερώσει.

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, ο νέος αυτός δίσκος μοιάζει περισσότερο με παρέλαση από psych-pop ονειρώξεις, παρά με καλλιτεχνική πρόταση αξιώσεων. Το Dedicated Τo Bobby Jameson τελικά ακούγεται σαν το bonus disc με τα πρώιμα demo ενός αριστουργηματικού ψυχεδελικού δίσκου που δεν έχει ακούσει κανείς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Suburbicon

64cccSubrb_2.jpg

Οποιοσδήποτε μπορεί να μουρμουρίζει και να τραγουδάει τη μελωδία ενός τραγουδιού. Όταν έρθει η ώρα της εκτέλεσης και της ηχογράφησης, όμως, ακόμα κι αν η μελωδία παραμείνει απαράλλακτη, μετασχηματίζεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο Τζόρτζ Κλούνεϊ αναλαμβάνει κάθε τριετία καθήκοντα σκηνοθεσίας για μια ιστορία που του τραβάει για κάποιο λόγο την προσοχή. Το Suburbiconείναι η 6η του ταινία και η πρώτη στην οποία δεν κρατάει κάποιο ρόλο σαν ηθοποιός. Ίσως να είναι ο τρόπος του για να μας δείξει πως αυτή τη φορά συγκεντρώθηκε απόλυτα στη σκηνοθεσία.

Το σενάριο του Suburbicon έχουν υπογράψει ο Τζόελ και ο Ίθαν Κοέν, αλλά μάλλον τα αδέλφια δεν το θεώρησαν αρκετά καλό για να το σκηνοθετήσουν. Ο Κλούνεϊ βρήκε ευκαιρία να πατήσει στον crime σουρεαλισμό και το μηδενιστικό σύμπαν των Κοέν και να αναπαράξει το ύφος της αφήγησης του, όμως παρόλο που τους γνωρίζει καλά (έχει συνεργαστεί τρεις φορές μαζί τους) το αξίωμα για τη διασκευή μιας μελωδίας λειτουργεί εις βάρος του. Άλλωστε, ακόμα κι αν ένας δημιουργός προσλάβει τον καλύτερο διευθυντή φωτογραφίας, τον πιο τεχνίτη μοντέρ και τον πιο έμπειρο καλλιτεχνικό διευθυντή, το αποτύπωμα ενός δημιουργού είναι αποτέλεσμα αυθεντικότητας, όχι απλά δεξιοτεχνίας. Το αμίμητο στυλ των αδερφών Κοέν (και κάθε auteur) δεν μπορεί να αναπαραχθεί με δανεική τεχνογνωσία.

64cccSubrb_3.jpg

Η υπόθεση του φιλμ είναι καθαρά Κοενική και πλησιάζει περισσότερο στο “Blood Simple”, το νεο-νουάρ που το 1984 λάνσαρε εντυπωσιακά την καριέρα του τρομερού διδύμου. Μια εισβολή σε ένα σπίτι και μια τσαπατσούλικη απάτη, στήνουν έναν χορό στον οποίο μπλέκονται κακοποιοί της κακιάς ώρας με κουτοπόνηρους εγκληματίες της διπλανής πόρτας και ο νόμος του Μέρφι ξεσαλώνει. Σε μια φιλήσυχη γειτονιά της δεκαετίας του 1950, από τη μια πλευρά του φράχτη έχουμε τον αμοραλισμό ενός κακομοίρη και της κουνιάδας του που έχουν βάλει στο μάτι τα χρήματα απ’ την ασφάλειας ζωής και απ΄την άλλη της προκαταλήψεις απέναντι σε μια οικογένεια μαύρων που εγκαταστάθηκαν στη συνοικία. Οι baby boomers μπλέκουν σε μια αδιέξοδη ιστορία που τους βυθίζει στο αίμα την ώρα που ξεσπάει μια άγρια εξέγερση για να φύγουν οι «έγχρωμοι» απ’ τη γειτονιά.

Όσο όμορφα και να έχει σκηνοθετήσει ο Κλούνεϊ την ιστορία, το αποτέλεσμα στην καλύτερη περίπτωση μοιάζει με ένα καλό b-side στο “Fargo”. Στην χειρότερη μοιάζει με άτολμο Καραόκε με αφορμή ένα στόρι απ’ τα αζήτητα των Κοέν. Ο Ματ Ντέιμον και η Τζούλιαν Μουρ ερμηνεύουν σε δραματικό ύφος τους δυο παράνομους πρωταγωνιστές – ολέθριο σκηνοθετικό λάθος του Κλούνεϊ, καθώς αυτό αφαιρεί κάθε ίχνος ειρωνείας. Το αποτέλεσμα μοιάζει με ληγμένο χυμό στο ψυγείο με το brand των Κοέν στο κουτί: έχουν χαθεί όλα τα συστατικά της μαύρης κωμωδίας (Burn After Reading) όλη η σύγκρουση του μηδενικού IQ με τον μηδενισμό στην ραχοκοκκαλιά του εγκλήματος (Raising Arizona) και κάθε πολύχρωμο τερέν γύρω απ’ το αδιέξοδο των all American κακομοίρηδων που πέφτουν άτσαλα στο κυνήγι της εύκολης μπάζας. Το Suburbicon είναι όσο απολαυστική μπορεί να είναι μια ωραία παράσταση από μια καλή tribute band. Ο Κλούνεϊ πρέπει να βρει το δικό του ύφος γραφής την επόμενη φορά, αλλιώς θα πρέπει να πούμε «Καληνύχτα, και Καλή Τύχη» στη σκηνοθετική του πορεία.

64cccSubrb_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Σεξουαλική παρενόχληση: Φάκελος Hollywood

H πρόσφατη αποκάλυψη (;) για τις απεχθείς πράξεις του παραγωγού Harvey Weinstein σε βάρος γυναικών ήταν μια από τις μεγαλύτερες θύελλες που έχουν χτυπήσει την πόλη των αγγέλων στην Καλιφόρνια – και συμπεριλαμβάνω και τις κλιματικές. Τίποτα πια δεν είναι ίδιο στο Χόλιγουντ και από τα κρυφά «casting couch» στα πολυτελή ξενοδοχεία, ξεκινά μια χιονοστιβάδα που θα αλλάξει ριζικά πολλά πράγματα σε κάθε περιβάλλον εργασίας. Τα γεγονότα που αφορούν στις αποκαλύψεις δεκάδων (ίσως εκατοντάδων) ηθοποιών σε σχέση με το μεγάλο αφεντικό της παλιάς αυτοκρατορίας της Miramax, είναι μια αφορμή για μια σύντομη ανασκόπηση σε μια σκοτεινή πλευρά της ιστορία της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Το Χόλιγουντ ήταν πάντοτε γεμάτο από πλούσιους, λευκούς άνδρες οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία τους σε γυναίκες που κυνηγούσαν το όνειρο της καριέρας ή συντηρούσαν τον μύθο τους στις αντρικές φαντασιώσεις.

Πολύ πριν από τον Weinstein υπήρχε ο Louis B. Mayer, συνιδρυτής του μεγάλου στούντιο με το όνομα Metro-Goldwyn-Mayer απ’ το 1924. Ο Mayer ήταν γνωστό ότι παρενοχλούσε συστηματικά τις ηθοποιούς των ταινιών του και απειλούσε να βλάψει τις ίδιες αλλά και μέλη της οικογένειάς τους εάν μιλούσαν στον τύπο ή αν πήγαιναν στις αρχές. Ως αποτέλεσμα, καμία υπόθεση δεν διασταυρώθηκε  επίσημα και τίποτα δεν έφτασε σε δικαστήριο. Ο Mayer ήταν γνωστός για τη μανία με την οποία κυνηγούσε την Jean Howard. Οι πιέσεις ήταν τόσο ασφυκτικές και επιθετικές, που ώθησαν την Jean να παντρευτεί τον ατζέντη της, Charles Feldman. Μετά απ’ αυτό, ο Mayer όχι μόνο δεν έδωσε ξανά δουλειά στην Howard αλλά κάθε πελάτης του Feldman έμπαινε στη μαύρη λίστα της MGM. Ένα ακόμη από τα λιγότερο καλά κρυμμένα μυστικά της βιομηχανίας ήταν η συμπεριφορά του ζάπλουτου παραγωγού Harry Cohn, αφεντικού της Columbia, ο οποίος δεν προσλάμβανε ποτέ ηθοποιούς στις ταινίες του, ακόμα και αν αυτές ήταν σταρ όπως η Marilyn Monroe και η Kim Novak, αν αυτές δεν περνούσαν απ’ το κρεβάτι του.

65aaMvw_2.jpg

Όλοι το γνώριζαν και οι πάντες είχαν μάθει να ζουν με αυτή τη συνθήκη εργασίας. Κάθε ραντεβού του Mayer με οποιαδήποτε νεαρή ηθοποιό διεξάγονταν με τα κορίτσια να κάθονται στα γόνατά του και με το χέρι του στο στήθος τους. Ο Mayer είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την Judy Garland όταν η διάσημη ηθοποιός ήταν ακόμη στην εφηβεία. Όμως αυτός δεν ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο παραγωγός έβλαψε τον «Μάγο του Οζ». Ο Mayer πίεζε ψυχολογικά την Garland, λέγοντάς της ότι δεν είναι αρκετά όμορφη και αρκετά λεπτή, με αποτέλεσμα η Judy να κάνει επέμβαση στη μύτη της και ταυτόχρονα να αρχίσει τι αμφεταμίνες, το αλκοόλ και πολλά ακόμη χάπια. Μετά την περίοδο του οικονομικού Κραχ, τα studio έγιναν τεράστια οικονομική δύναμη και έτσι γεννήθηκε η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, την δεκαετία του ‘30. Όσο περισσότερο άνθιζαν τα studio, τόσο η οικονομική δύναμη μαζεύονταν σε λίγους ισχυρούς άνδρες και σε όσους πιστούς συνεργάτες τους πλαισίωναν. Σε ανθρώπους δηλαδή όπως ο παραγωγός που κακοποίησε την Shirley Temple στο γραφείο του όταν η ίδια ήταν μόλις 12 ετών.

65aaMvw_5.jpg

Η Marilyn Monroe ήταν μια από τις καλλονές που δεν στάθηκε αρκετά δυνατή ώστε να αντιδράσει στις παρενοχλήσεις και εξαιτίας της εξαιρετικά χαμηλής αυτοπεποίθησης που διέθετε, υπέκυπτε σε άνδρες των studio με την υπόσχεση χρυσών συμβολαίων και μεγάλων συμπρωταγωνιστών πλάι της. Οι ναρκωτικές ουσίες, το αλκοόλ και οι αυτοκτονίες ήταν κοινό χαρακτηριστικό πολλών βιογραφιών από  γυναίκες με star quality σαν την Marilyn. Η ίδια είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της: «Τους γνώρισα όλους. Η υποκρισία και η αποτυχία ήταν γραμμένες πάνω τους. Μερικοί ήταν μοχθηροί και διεφθαρμένοι, όμως όλοι τους σχετίζονταν με τον κινηματογράφο. Οπότε έκανες υπομονή και καθόσουν δίπλα τους για να ακούσεις τα ψέμματα και τις σκευωρίες τους. Έτσι, έβλεπες το Χόλιγουντ με τα μάτια τους: σαν ένα πυνκνοκατοικημένο μπορντέλο, σαν ένα καρουζέλ με κρεβάτια αντί για άλογα». Ο Eddie Judson, σύζυγος της Rita Hayworth έπαιρνε επαγγελματικά ανταλλάγματα από άλλους άνδρες με αντίτιμο τις σεξουαλικές χάρες της λαμπερής ηθοποιού. Όταν όμως η Rita Hayworth αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε με τον Harry Cohn, το πλήρωσε ακριβά. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την Joan Collins η οποία έχει δηλώσει πως δεν πήρε τον ρόλο της ”Κλεοπάτρας” επειδή δεν κοιμήθηκε με τον Darryl Francis Zanuck, τον αργηγό της 20th Century-Fox. Άσχημη και είναι η υπόθεση όπου ο γνωστός ηθοποιός Errol Flynn, ενώ είχε σχέση με την 15χρονη Beverly Aadland, κατηγορήθηκε για βιασμό δυο ανήλικων ηθοποιών.

Μια ακόμη σημαντική περίπτωση ήταν αυτή της Tippi Hedren, η οποία αποκάλυψε ότι ο μεγάλος μετρ του σασπένς, ο Alfred Hitchcock την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά. Η ξανθιά πρωταγωνίστρια του “The Birds” και του “Marnie” είχε εξευτελιστεί και τραυματιστεί ψυχολογικά, σε μια χρονική περίοδο που όφειλε να είναι το απόγειο της καριέρας της (το χρονικό της εμμονής του Χιτς με την Heddern έχει καταγραφεί στην τηλεταινία του BBC με τίτλο “The Girl”). Η Hedren, μητέρα της Melanie Griffith, δεν έπαψε ποτέ να μιλάει για τον ψυχολογικό πόλεμο που της ασκούσε ο Χίτσκοκ και τους χειρισμούς με τους οποίους την έκανε να λυγίσει. Οι βιογράφοι του σκηνοθέτη λένε ότι ο Άλφρεντ δεν ξεπέρασε ποτέ το γεγονός ότι απ’ την εποχή του “Vertigo” κιόλας, δεν είχε πια την Grace Kelly για πρωταγωνίστριά του. Με κάποιο τρόπο λοιπόν, o μεγάλος σκηνοθέτης τιμωρούσε όλες τις υπόλοιπες, είτε ήταν η Kim Novak είτε η Tippi Hedren, ως ανάξιες των ρόλων τους.

65aaMvw_3.jpg

H άρνηση στις ερωτικές προκλήσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση για καμία ηθοποιό. Στην περίπτωση της πανέμορφης Jean Seberg, πρωταγωνίστριας μεταξύ άλλων του “Breathless” του Γκοντάρ, η καριέρα της ηθοποιού και μοντέλου είχε ξεκινήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν ο τυραννικός Otto Preminger την σκηνοθέτησε στην μεταφορά του έργου του Bernard Shaw με τίτλο “Saint Joan”. Η κακοποίηση στα γυρίσματα της ταινίας δεν ήταν μόνο σεξουαλική καθώς ο σκηνοθέτης την έβαζε να κάνει αχρείαστα, εξευτελιστικά πράγματα εκτός σεναρίου μόνο και μόνο επειδή μπορούσε, με αποκορύφωμα τον σοβαρό τραυματισμό της σε μια σκηνή πυρκαγιάς. Ο μυστηριώδης θάνατος της Seberg πολλά χρόνια αργότερα καταχωρήθηκε ως «πιθανή αυτοκτονία».

Η κουλτούρα του βιασμού δεν αφορούσε μόνο τις γυναίκες. Ο διάσημος ατζέντης Henry Willson, ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως αυτός που ανακάλυψε τον Rock Hudson, είχε στο ρόστερ του τον Tab Hunter, την Lana Turner και την Natalie Wood. Ήταν πολλοί οι νεαροί άνδρες ηθοποιοί που έκαναν ερωτικές χάρες στον Willson, πάντα με αντάλλαγμα κάποιο συμβόλαιο σε ταινία. Οι νεαροί ηθοποιοί, είτε στρέιτ, είτε γκέι, δεν μίλησαν ποτέ ανοιχτά για τον ίδιο. Άλλωστε, στη δεκαετία του 50’ μια φήμη ότι κοιμήθηκαν με τον ατζέντη τους θα κατέστρεφε την καριέρα και την υπόληψή τους ανεπιστρεπτί. Ο Roddy McDowall ήταν απ’ τους λίγους που δήλωσαν επίσημα ότι ο Wilson ήταν: «σαν το σκουλήκι κάτω από την πέτρα την οποία δεν ήθελες ποτέ να σηκώσεις».

65aaMvw_4.jpg

Τέτοιου τύπου σκάνδαλα, εκβιασμοί και σεξουαλικές παρενοχλήσεις συνοδεύουν σε κάθε δεκαετία τους προνομιούχους και ισχυρούς άνδρες του Χόλυγουντ. Ιδιαίτερα ανατριχιαστική είναι η ιστορία του Roscoe Arbuckle, ο οποίος το 1921 μετά από ένα οργιαστικό πάρτι βρέθηκε κατηγορούμενος για τον βιασμό και το φόνο της ηθοποιού Virginia Rappe. Ο Arbuckle δεν καταδικάστηκε ποτέ για την σεξουαλική κακοποίηση.

Ο συγγραφέας F. Scott Fitzgerald πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του γράφοντας το “The Last Tycoon”, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Elia Kazan το 1977, με τον Robert De Niro στον κεντρικό ρόλο του μεγαλοπαραγωγού Monroe Stahr. Σε μια σκηνή της ταινίας, ένας σεναριογράφος προετοιμάζει την ηρωίδα για το μεγάλο ραντεβού στο γραφείο του Stahr. Ο διάλογος υπονοούσε ξεκάθαρα τι έπρεπε να κάνει στο «casting couch» για την καριέρα της. Η Theresa Russell, η οποία υποδύεται την ηρωίδα, δήλωσε χρόνια αργότερα ότι κινδύνευσε να χάσει τον ρόλο στο φιλμ εξαιτίας την άρνησής της να ενδώσει στις παρενοχλήσεις του παραγωγού Sam Spiegel. Η ζωή μιμείται την τέχνη που εμπνέεται απ΄τη ζωή, με παράξενο τρόπο.

Η πτώση της αυτοκρατορίας των studio μετά τη δεκαετία του 1970, η άνθηση της τηλεόρασης και η φωνή των φεμινιστικών κινημάτων έδωσαν την ψευδαίσθηση ότι το φαινόμενο είχε περιοριστεί σχετικά. Η δεκαετία του 1980, μάλιστα, έφερε και τις πρώτες γυναίκες σε διευθυντικές θέσεις μεγάλων studio. Η υπόθεση του Weinstein έσκασε φέτος σαν βόμβα, για να ξεσκεπάσει με τον χειρότερο και πιο κυνικό τρόπο ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από την εποχή των πρώτων «talkies».

Συμπτωματικά, όπως είδαμε πρόσφατα στη σειρά «Feud», το soft porn που είχε γυρίσει σε νεαρή ηλικία η Joan Crawford και με το οποίο την εκβίαζαν πως θα το διαρρεύσουν στον τύπο, είχε τον τίτλο «Casting Couch». Η κουλτούρα είναι ίδια, απλώς ο Weinstein είχε την «ατυχία» να προλάβει την εποχή των social media και εξαιτίας της δύναμής τους να προσπερνούν τα ελεγχόμενα ΜΜΕ τον είδαμε να καταστρέφεται ολοσχερώς δημόσια, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. #KarmaIsaBitch

Από το Avopolis

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #141

The National 

Sleep Well Beast

Είναι απολύτως σάρκινοι οι χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει ο Matt Berninger σε κάθε δίσκο των National. Είναι άνθρωποι σε εφησυχασμό με τους «δαίμονές» τους, ρημάδια που τους κατατρώνε οι ενοχές. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για άνδρες που έχουν φτάσει στα όριά τους, πνίγονται στη στασιμότητα και βλέπουν όλους όσους τους αγαπούν, να απομακρύνονται από κοντά τους. Το συγκρότημα, βέβαια, δεν κάνει τα λάθη των καταραμένων ηρώων που ζουν στους μεθυσμένους στίχους του: οι National δεν θα επιτρέψουν σε κανένα «κτήνος» να τους κρατήσει στάσιμους. Σε πείσμα του, μάλιστα, αποφασίζουν να χτίσουν νέες διόδους επικοινωνίας με τους ακροατές, δίχως όμως να χάσουν τις σταθερές της ταυτότητάς τους.

Τέσσερα χρόνια μετά το σχεδόν αριστουργηματικό Trouble Will Find Me (2013), έχουμε λοιπόν ένα νέο μπουκέτο τραγουδιών, κατευθείαν από το καθαρτήριο των τσακισμένων ηρώων· και μαζί ένα σύνολο ποιημάτων που αντηχούν σε κάθε φθόγγο τους τη μεσόκοπη απελπισία των απανταχού αυτοκαταστοφικών. Το Sleep Well Beast είναι το πιο πειραματικό απ’ τα τελευταία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει οι National. Πραγματικά, τα drum machines χαράζουν τολμηρές πλεύσεις (“Empire Line”), ενώ τα synths φτιάχνουν έναν ηχητικό διάκοσμο (“I’ll Still Destroy You”) ικανό να χωρέσει το υπαρξιακό άγχος του Berninger, ο οποίος αποδεικνύεται ακόμα ικανός για συγκλονιστικά μονόστιχα σαν το «The day I die, the day I die, where will we be?». Μέσα σε ντουμανιασμένο λίβινγκ ρουμ με χοντρές κουρτίνες, οι National έχουν στήσει καπνισμένο διάλογο με τα φαντάσματα του Lou Reed και του Leonard Cohen, ενώ σε κομμάτια όπως το “Turtleneck” μπαίνουν περήφανα και στα χωράφια των Bad Seeds.

Ο δίσκος περιέχει στιγμές εσωστρεφείς όπως το “Nobody Else Will Be There” και το “Walk It Back” και γι’ αυτό ακριβώς η παραγωγή τις κρατάει ημιφωτισμένες. Πρόκειται για τραγούδια που συνομιλούν ψιθυριστά με τον ακροατή, με στίχους οι οποίοι τιμούν τη μελαγχολία και ενίοτε αγκαλιάζονται με την πιανιστική αύρα που κυριαρχεί στα “Born To Beg” και “Carin Αt Τhe Liquor Store”. Το μόνο απογοητευτικό είναι, ότι αυτή τη φορά, όσο οι National μαλακώνουν και όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο σκληραίνει η επιφάνεια του νέου τους δίσκου, αποκτώντας κάτι σαν άγρια κρούστα. Τα τραγούδια είναι δηλαδή δυσκολότερο να τα κουβαλήσεις μαζί σου και ο βυθός τους φαίνεται όλο και πιο θολός. Πουθενά δεν υπάρχει το θάμβος του Boxer (2007) ή έστω η ρομαντική μέθεξη του Trouble Will Find Me.

Το σίγουρο είναι πως μόνο τα λυσσασμένα ντραμς του ιδιοφυή  Bryan Devendorf στο “The Day I Die” και το υπέροχο “The System Only Dreams In Total Darkness” –στο οποίο οι Αμερικανοί βγάζουν ξανά τους U2 από μέσα τους– αρκούν για να μας θυμήσουν το ζητούμενο: ότι το πιο επικίνδυνο κτήνος για τα πετυχημένα συγκροτήματα, είναι ο «εφησυχασμός». Όσο λοιπόν οι National βγάζουν δίσκους σαν αυτόν, το κτήνος μπορεί να κοιμάται ακίνδυνο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

mother!

Η πραγματικότητα είναι μια βολική συναίνεση, απ’ την οποία η ηρωίδα της ταινίας θα κάνει ένα βήμα προς το άγνωστο. Η δραματική αυτή κίνηση γεννάει ένα σύμπαν πιθανοτήτων πέρα από τα νοητικά της σύνορα. Ποιο είναι τελικά αυτό το υπερ-σύμπαν και ποια είναι η ψευδαίσθηση απ’την οποία δραπετεύει; Προδομένη απ’ τους μηχανισμούς της λογικής, η «μητέρα» αφήνεται στο σοκ του φόβου.

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή, όμως: το πρώτο μέρος της ταινία «μητέρα!» είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ ρεαλιστικής απειλής. Δυο παράξενοι επισκέπτες (ο Εντ Χάρις και η Μισέλ Φάιφερ) βρίσκονται στο κατώφλι του σπιτιού που ζει ένας ποιητής (Χαβιέ Μπαρδεμ) με την αρκετά νεότερη σύζυγό του (Τζένιφερ Λώρενς), οι οποίοι έχουν ξεκινήσει να χτίζουν τη δική τους Εδέμ. Η ειδυλλιακή καθημερινότητα του ζευγαριού είναι τελικά μια εύθραυστη βιτρίνα που θα σπάσει στη σύγκρουση με φιλικούς εισβολείς και με φυλές μετα-ανθρώπων. Ενώ αρχικά τα πάντα προμηνύουν έναν Πολανσκικό εφιάλτη (στην παράδοση της «Αποστροφής» και του «Μωρού της Ρόζμαρι»), η βαθμιαία πρόσβαση στον πυρήνα του φιλμ αποκαλύπτει την παράδοξη φιλοσοφία του. Το πεπρωμένο είναι ο «κακός» της ιστορίας. Αυτό που αλέθει ανθρώπινες ζωές στον βωμό μιας αόρατης αναγκαιότητας.

Από το μαθηματικό θρίλερ «π» μέχρι το δράμα εθισμού «Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», και από το ρομαντικό «The Fountain» μέχρι τον χορογραφημένο εφιάλτη του «Μαύρου Κύκνου», οι ήρωες του Αρονόφσκι λειτουργούν σαν Μεσσίες μιας νέας πραγματικότητας. Οι εμμονές του σκηνοθέτη συνηγορούν σε μια τέτοια ανάγνωση των προθέσεών του, καθώς τα πλάνα του διαθέτουν πάντοτε μια έξη στο διφορούμενο. Πρόκειται τελικά για στοχαστικό θρίλερ πέρα από κάθε ορθότητα; Για οικολογικό σχολιασμό; Για βλάσφημη θρησκευτική ονείρωξη; Πάνω απ’ όλα, είναι μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να απεικονίσει τον υπέρτατο σωματικό τρόμο: την απώλεια κάθε ελέγχου στο κορμί, τη βιοφυσική κατασκευή που ο άνθρωπος έχει τη συνήθεια να θεωρεί δική του. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό είχε η επιλογή του σκηνοθέτη να φιλμάρει τον εφιάλτη με τον φακό σχεδόν ταυτισμένο με το ανήσυχο βλέμμα της πρωταγωνίστριας, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τις συμφορές γύρω της όταν η ψευδαίσθηση αρχίσει να καταρρέει. Η ηρωίδα μοιάζει αβοήθητη και άρρωστη όσο περνάει η ώρα, αλλά τα συμπτώματα δεν αποκαλύπτουν τη φύση της ασθένειας. Ο περφεξιονιστής Αρονόφσκι, ωθεί την Τζένιφερ Λώρενς να ερμηνεύει την ηρωίδα σαν δελφίνι το οποίο έξαλλοι τουρίστες έβγαλαν απ’το νερό και το κρατάνε ψηλά για να βγάλουν μαζί του selfie. Έρμαιο μιας ιστορίας που το πλήθος ούτε καν θα αντιληφθεί.

Οι απρόοπτες αμυχές της στρωτής ιστορίας του πρώτου μέρους προκαλούν τις πιο αντιφατικές διαθέσεις, πριν έρθει η βαρβαρότητα του δεύτερου μέρους, όταν η αλλόκοτη ιστορία διασχίζεται από ζοφερή βία. Ο δαιμόνια αόρατος μηχανισμός του φιλμ, βάζει τον φιλόδοξο Δημιουργό και τη μητέρα Φύση να αλληλοσυγκρούονται σε μια παραβολή ηθικής, με φόντο το αλαφιασμένο ποίμνιο και με manual τις βάρβαρες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Πλάσματα με εκδικητική ταυτότητα και με τυφλή πίστη στον λόγο του ποιητή θα θολώσουν τα νερά ανάμεσα στο όποιο «καλό» και «κακό» και θα παίξουν κομβικό ρόλο στον ψυχο-λογικό γρίφο. Η τάξη του κόσμου αποδεικνύεται εύθραυστη. Κανένα συμπέρασμα δεν προλαβαίνει το προκαθορισμένο τέλος του αέναου κύκλου της ζωής. Μιλάμε για μια ταινία της οποίας η ταυτότητα σχεδόν δεν διακρίνεται ούτε στις επί μέρους λέξεις της. Φυσικά, κάποιος που έχει μελετήσει το καταστάλαγμα ταινιών όπως ο «Εξολοθρευτής «Άγγελος» του Μπουνιουέλ ή το «Μωρό της Μακόν» του Γκρίναγουει, μπορεί να θεωρήσει ευκολοχωνεμένη pop φιλοσοφία τούτη τη σχιζοφρενική φαντασίωση του Αρονόφσκι και να προσπεράσει, χωρίς να έχει καθόλου άδικο. Ωστόσο, ελάχιστες ταινίες πια είναι ικανές να προκαλέσουν ζωηρές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις και τοποθετήσεις, οπότε αυτές οι δημιουργίες, που μοιάζουν να ξεπηδούν σαν άγριο ζώο από το μυαλό ενός σκηνοθέτη, αξίζουν την προσοχή και τον παραπανίσιο έπαινό μας.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #140

Tori Amos

Native Invader

Στο 15ο της άλμπουμ, η πολυγραφότατη μούσα της πιανιστικής μπαλαντοποιίας κατεβαίνει για λίγο απ’ τον θρόνο της «θεότητας της αρμονίας» (σε περίοπτη θέση επάνω στο έντεχνα καμωμένο σύννεφό της) και αποφασίζει να κοιτάξει λίγο την κατάσταση των πραγμάτων.

Λευκή ανωτερότητα, αμοραλισμός και οικολογικά εγκλήματα μαστίζουν την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα ο γάμος της βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και χρειάζεται θεραπεία. Η Tori Amos μας κουράρει για το σύγχρονο, μαζικό τραύμα με 15 κεντημένα στο χέρι τραγούδια και ταυτόχρονα αυτοψυχαναλύεται για το συναισθηματικό τέλμα του γάμου της με τον Mark Hawley, ο οποίος παίζει κιθάρα και είναι σχεδιαστής ήχου. Πρόκειται για ένα σύνολο υψηλής εκφραστικότητας, που στοχεύει στο να μας ψιθυρίσει άβολες αλήθειες, όπως στο “Broken Arrow”, ή να μας παρασύρει, όπως στο ταξιδιάρικο “Cloud Riders”, το οποίο λοξοκοιτάει στο soft rock της δεκαετίας του 1970.

Η Tori Amos εκφράζει απτά συναισθήματα μέσω της αποδραστικής δύναμης της μουσικής της. Η εξημέρωση της θηλυκής pop είναι η διανοουμενίστικη κατάκτησή της. Στο φετινό Native Invader τραγουδάει ξανά σαν το εκλεπτυσμένο εξωγήινο πλάσμα που γνωρίσαμε κάποτε, παραμένοντας ακαταμάχητη ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του δίσκου –όπως π.χ. στο “Benjamin”. Στο “Climp” θυμάται ξανά την αφηγηματική της folk δεινότητα, ενώ στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του “Mary’s Eyes” μορφοποιεί τις αναμνήσεις απ’ τη μητέρα της. Στο δε “Up The Creek” διαθέτει ένα νεύρο που φαντάζομαι πως άνετα θα το διασκεύαζε ο παλιός αγαπημένος της Robert Plant, αν μονάχα ο Hawley δεν πείραζε την οργανική φύση του τραγουδιού.

Ο Hawley, λοιπόν, αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη του δίσκου καθώς εμπνέει παρηγορητικές μπαλάντες σαν το “Breakaway”, που μιλάει σε όλες τις ρομαντικές γλώσσες του κόσμου, το “Wildwood” –το οποίο σε στέλνει νοερά σε θολά τοπία της μνήμης– ή το “Chocolate Song”, που ξύνει με καθαρή εκφραστικότητα τις πληγές μιας φθαρμένης σχέσης («we used to make happy»). Από την άλλη, στις επιλογές του οφείλονται και οι αδυναμίες του άλμπουμ, είτε κοιτάξουμε το προβλέψιμο wah-wah της πεταλιέρας στο “Broken Arrow”, είτε τον αχρείαστο κατακλυσμό από fuzz κιθαρισμούς στο “Wildwood”.

Έτσι είναι ο έρωτας, όμως· παρά τα βαρίδια που μας φορτώνει, μας παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας. Το ίδιο νιώθουμε κι εμείς κάθε φορά που ένα νέο άλμπουμ της Tori Amos φτάνει στα χέρια μας: ένα αίσθημα ασφάλειας πως όλα θα πάνε καλά και πως, ακόμα και αν η πραγματικά σπουδαία στιγμή δεν έρθει ποτέ, θα μας συνδέει τουλάχιστον η ειλικρίνεια και τα τραγούδια θα σχηματίσουν μια ζεστή κουβέρτα για να μας προστατεύει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Blade Runner 2049

H ταινία Blade Runner που κατασκεύασε ο Ρίντλεϊ Σκοτ πριν από 35 χρόνια, άνοιξε μια τρύπα στη στρατόσφαιρα του sci-fi, με τρόπο που μόνο ο Κιούμπρικ είχε καταφέρει με την Οδύσσειά του (1968), όταν απεικόνισε το αστρικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Τα δάκρυα των ανθρωποειδών στο Blade Runner του 1982 χάνονταν στη βροχή και η φαντασία των θεατών υπερπηδούσε τους κινηματογραφικούς φραγμούς για να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε νερά, χάρη σε εκείνο το φουτουριστικό νουάρ πρωτοποριακής αισθητικής. Προτού δω το φιλμ του Ντένις Βιλνέβ, είχα αποφασίσει το κείμενό μου να μην υποπέσει σε τυχόν συγκρίσεις με το πρώτο Blade Runner. Κανένα σύγχρονο κινηματογραφικό εγχείρημα άλλωστε δεν θα μπορούσε να αναπαράξει εκείνο το φιλοσοφικό φιλμ, αγωνιώδους πλοκής. Όμως η έπαρση του κανακεμένου απ’ τον παγκόσμιο τύπο σκηνοθέτη και η πεποίθησή μου πως πρόκειται απλώς για ακραιφνή στυλίστα που παράγει χαζευτικό μα άψυχο σινεμά, με κάνει απλώς να θέλω να προπαγανδίσω τις αρετές του αυθεντικού, το οποίο στιγμάτισε οποιονδήποτε έζησε τις εποχές του Atari και της cyberpunk φαντασίας.

Εν αρχή ην η πλοκή, όμως: βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, όταν ένας νέος blade runner με το κωδικό όνομα “Κ” (ή αλλιώς KB36-37) ξεσκεπάζει ένα μυστικό που μπορεί να ταράξει την τάξη και την ασφάλεια του δυστοπικού νέου κόσμου. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Ντεκάρντ, του ήρωα της πρώτης ταινίας,  ο οποίος έχει παραμείνει εξαφανισμένος. Η αστυνομική πλοκή είναι γραμμική, δίχως δεύτερο επίπεδο, και αυτό που κλέβει τις εντυπώσεις είναι ο κινηματογραφικός διάκοσμος, εξαιτίας της φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίνκινς που αποτυπώνει τη βροχερή και πνιγηρή σκοτεινιά του Λος Άντζελες.

Η ταινία του Βιλνέβ είναι αριστοτεχνική σε εικαστικό επίπεδο και αξιοποιεί την αγριότητα του βιομηχανικού θορύβου που εντείνει τη μοναξιά, τα νεοκλασικά ερείπια που θυμίζουν μαυσωλείο ψυχών και το αχανές τοπίο, το οποίο έχει μετατραπεί σε χωματερή. Όμως, όσο περισσότερο παρατηρούμε το περιβάλλον του Blade Runner 2049, τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση πως όλα τα στοιχεία που το καθιστούν γοητευτικό αποτελούν μια δοσμένη με ακρίβεια ρέπλικα των συστατικών του πρώτου φιλμ. Τα υλικά του Ρίντλεϊ Σκοτ, δηλαδή, είναι το μόνο καύσιμο και εφόδιο για τη διαδρομή.
Οι όποιες καινές ιδέες έρχεται να συνεισφέρει αυτό το σίκουελ στη μυθολογία, αποτελούν και τα αδύνατα σημεία του. Κραυγαλέο παράδειγμα ο ρόλος του Τζάρεντ Λέτο, ο οποίος υποδύεται έναν μεσσιανικού τύπου παράφρονα με γυάλινα μάτια που εξαπολύει αφορισμούς και στίχους της Βίβλου (sic), με προσποιητό στόμφο, που θα ταίριαζε περισσότερο στο saga του Underworld. «Εταιρείες» με αμοραλιστικά κίνητρα, ανδροειδή με συνείδηση και οι νέον διαφημίσεις φορτώνουν τις 2,5 ώρες της ταινίας που έχει πειστεί πως είναι μεγαλειώδης επειδή φοράει βαριά φανέλα. Καμία αυτοψία στους χαρακτήρες, κανένα επιστημονικό σασπένς και μια εκνευριστική «υπόσχεση» για σίκουελ που υπόσχεται μελλοντική επανάσταση στο κλίμα του «Εξολοθρευτή».

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, με το πέτρινο ύφος του, κάνει ό,τι μπορεί για να αποκρυσταλλώσει τη μοναξιά της virtual σχέσης του με ψηφιακή σύντροφο και την άνιση μάχη με τη θνητή μνήμη, αλλά στερείται σκηνοθετικών οδηγιών καθώς ο Βιλνέβ ουδεμία σχέση έχει με ανάπτυξη χαρακτήρων: τον αφορούν μόνο οι cool μοντερνισμοί. Επίσης, ο Χάρισον Φορντ θα είχε σίγουρα τη διάθεση να δώσει πιστότητα και βάθος στον μοναχικό και αμίλητο χαρακτήρα του, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει με παρατεταμένο cameo. Το υπαρξιακό διαμέτρημα της ιστορίας χάνεται έτσι κάπου μέσα στην ευκολοχώνευτη πλοκή, και το φιλμ χάνει το στοίχημα γιατί βολεύεται στις εφαρμοσμένες τεχνικές του σασπένς, αντί να ποντάρει στο καλλιτεχνικό ένστικτο και στη σκεπτόμενη ψυχαγωγία.

Τέλος, αξίζει να σημειώσω πόσο μας έλειψαν τα ανεπανάληπτα μουσικά αναπτύγματα του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που εδώ έχουν αντικατασταθεί από πομπώδεις εκρήξεις και (τάχα μου) επιβλητικούς θορύβους στη διαπασών. Οι αυξημένες προσδοκίες δεν σημαίνουν αυστηρότητα, απλώς πηγάζουν από αγάπη για το αληθινό σινεμά, το οποίο σχεδόν ποτέ δεν έχει σχέση με το hype.

67tBl_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | 4 Comments

Album Of The Week #139

Prophets of Rage

Η χημεία ανάμεσα στο μπάσο του Tim Commerford, στα ντραμς του Brad Wilk και στις βιρτουόζικες κιθάρες του Tom Morello, δημιούργησε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά σύνολα του σύγχρονου rock: τηv καταιγιστική rhythm section των Rage Against The Machine. Ο Morello χρησιμοποιούσε πάντα την ηλεκτρική του σαν όπλο στις οδομαχίες με τα όργανα της μηχανής, σαν disc jokey που έκανε σκρατς αλαφιασμένος, σαν τρελός επιστήμονας που εκστασιάζεται με τον ήχο της κιθάρας να βγαίνει με πιρουέτες απ’ τα ηχεία.

Η ιδέα να ανασυγκροτηθεί η τριανδρία σε ένα νέο rap-metal super group, με τον θρυλικό Chuck D και τον B Real στα φωνητικά, μας γέμισε αισιοδοξία. Ειδικότερα σε μια εποχή όπου το rock παρατηρεί τον κόσμο απ’ τη λήθη των κατεβασμένων MP3s και στέκει ανήμπορο να έχει παρεμβατικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όλα αυτά ενώ οι εφιαλτικές αμερικάνικες εκλογές του 2016 απλώνουν ακόμη βαριά τη σκιά του φασισμού στον Δυτικό κόσμο, με το soundtrack διαμαρτυρίας να απουσιάζει.

Όμως, ακόμα και με φόντο τον σύγχρονο ακτιβισμό του Black Lives Matter και τις Antifa κοινωνικές ομάδες να δίνουν τη μάχη ενάντια στη μετατροπή της Αμερικής σε δικτατορία «λευκής υπεροχής», οι Prophets Οf Rage μοιάζουν περισσότερο με μηχανή που παράγει εύκολα σλόγκαν για κατανάλωση, παρά με επικίνδυνο συγκρότημα, το οποίο θα πολεμήσει με και θα πολεμηθεί από την εξουσία.

Δύσκολα θα φανταστούμε δηλαδή μια πορεία χιλιάδων προς την Ουάσινγκτον να υποστηρίζεται μουσικά με κάποιο από αυτά τα 12 τραγούδια, τα οποία μοιάζουν με συρραφή από συνθήματα γραμμένα σε πλακάτ («Stand up and rise like the tide»), ενώ θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο: απ’ τον δίσκο να βρίσκουν τον δρόμο προς τις πορείες διαμαρτυρίας. «Everything is changed, yet nothing is changed» λέει ο Chuck D στο “Unfuck Τhe World” και το βιντεοκλίπ –σε σκηνοθεσία Michael Moore– μας δείχνει διαδοχικά τις προεδρικές ορκωμοσίες (Reagan, Clinton, Bush, Obama και Trump). Ένα μήνυμα ανασφαλές μέσα στην αμήχανη ιδέα του, παρά ώριμο σύνθημα συναγερμού.

Το σίγουρο είναι πως η στρατευμένη οργή των Prophets Οf Rage δεν θα έχει τον ίδιο συναισθηματικό αντίτυπο στους σημερινούς ακροατές, σε σχέση με εκείνο που άφησαν οι πρώιμοι δίσκοι των Public Enemy, των Cypress Hill και των Rage Against The Machine. Δεν υπάρχει πουθενά ένας αναρχικός ύμνος σαν το “Killing In The Name”, ούτε η αίσθηση του «CNN των γκέτο» που κάποτε κραύγαζε “Fight The Power”, κάνοντας ίσωμα την κοινωνία. Ακόμα και οι θεματικές σταθερές του B Real, στον οποίον οφείλεται το “Legalize Me”, έχουν εκφραστεί απείρως πιο πειστικά σε κομμάτια όπως το “I Wanna Get High”.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κιθαριστική μολότοφ του πρώτου δίσκου των Rage Against The Machine και 30 χρόνια μετά το εμβληματικό It Takes A Nation Of Millions To Hold Us Back, που έχρισε τον Chuck D ως την επαναστατική φωνή της γενιάς του, τα συνθήματα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, αλλά έχουν υποστεί φυσιολογική φθορά δια της επαναλήψεως: oι Rage Against The Machine θέλουν να καταστραφεί το σύστημα, ο Chuck μισεί την αστυνομία και ο B-Real επιθυμεί τη μαριχουάνα νόμιμη.

Στα καλά νέα, τα “Radical Eyes”, “Unfuck The World” και “Hands Up” θα έβρισκαν εύκολα τον δρόμο για έναν δίσκο των Rage Against The Machine. Το “Hail Τo Τhe Chief”, επίσης, υπογραμμίζει έξυπνα το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής σκυτάλης στον Mike Pence στην τερατωδία της νυν αμερικάνικης κυβέρνησης, ενώ το “Take Me Higher” ξεκινάει σαν μεταλλική διασκευή του “Fame” για να εξελιχθεί σε συνομωσιολογική προειδοποίηση για τις παράνομες παρακολουθήσεις του κράτους («Drones, they got ya tapped, they got ya phone»).

Μοναδικός κερδισμένος του εγχειρήματος είναι ο Morello, ο οποίος διεκδικεί τον τίτλο του πιο ευρηματικού κιθαρίστα της γενιάς του: κάποια σόλο εδώ, όντως μυρίζουν βενζίνη και δακρυγόνο. Είχε πολλά χρόνια να λάμψει το ταλέντο του σε ολοκληρωμένο δίσκο. Ας το παραδεχτούμε, πλέον, ότι η τσιριχτή μελαγχολία του αδικοχαμένου Chris Cornell δεν κούμπωσε ποτέ με το πυρακτωμένο funk του στους Audioslave. Σε φωνητικό επίπεδο, ο πάντα ικανός B Real συνεργάζεται άψογα με τον Chuck D –τουλάχιστον έκανε καλύτερη δουλειά απ’ ότι θα έκανε ο αλλοτριωμένος πλέον Flavor Flav.

Ο δίσκος μοιάζει με αποστειρωμένη και «φιλική» στο εφηβικό ακροατήριο εκδοχή της αφοπλιστικής ωμότητας ενός «Fuck you, I won’t do what you tell me», ενώ η παραγωγή του Brendan O’Brien περισσότερο θέλει να ικανοποιήσει τη στραβοχυμένη αδρεναλίνη του κοινού που θέλει να χτυπηθεί ομαδικά –αυτό που πιτσιρικάδες στα σχολεία λέγαμε «σχιζοφρένεια»– χωρίς να έχει τη δύναμη να κάνει τη λαοθάλασσα του Lollapalooza να πάρει αυθόρμητα φωτιά, όπως συνέβαινε παλιά. Δύσκολα δηλαδή ένα κομμάτι σαν το “Smashit” θα οπλίσει το χέρι ενός νέου για να ρίξει πέτρες στο αστυνομικό όχημα. Πιο πιθανό είναι να τον κατευθύνει στο κοντινότερο 1990s rock nostalgia partyγια να χορέψει με Beastie Boys και Red Hot Chili Peppers.

Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις για την επανάσταση. Οι Prophets Οf Rage ήταν μια ονειρεμένη ιδέα επίκαιρου συγκροτήματος, αλλά μάλλον το βιάστηκαν το υλικό τους και κατέληξαν να ακούγονται σαν support γκρουπ για το main act, το οποίο θα ξεκινήσει τη συναυλία με το “Guerrilla Radio”, που είναι το τραγούδι που περιμένουν όλοι. Άσε που ο δίσκος μας θύμισε το πόσο μας λείπει ο Zack De La Rocha. Κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι θα έκανε με το συγκεκριμένο υλικό, αν έβγαινε για λίγο απ’ την αυτοεξορία του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

120 Χτύποι το Λεπτό

68j120_2.jpg

Πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό μείγμα δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, πολιτικής καταγγελίας και αγνού μελοδραματισμού, με επίκεντρο την σαρωτική επιδημία του AIDS στο Παρίσι των αρχών του ’90 και της ακτιβιστικής οργάνωσης «Act Up». Η τρυφερή και έντιμη ταινία του Ρομπέν Καμπιγιό, μιλάει για αληθινούς ανθρώπους για αληθινές απώλειες και για αληθινά ζητήματα που καίνε ακόμα. Η αλήθεια είναι το σπαθί και η πανοπλία αυτού του δράματος που μας βάζει στις συνελεύσεις των μελών της Act Up, και μας ξεναγεί στην καρδιά του τι ακριβώς σημαίνει ακτιβισμός με παρεμβατική σημασία (δεν ήταν αστείοι Ατενίστας τα μέλη εκείνης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας). Η ασφυκτική μάχη με τις φαρμακευτικές εταιρείες και την κοινωνική προκατάληψη που έδιναν οι ήρωες της ταινίας περιγράφεται με ανάγλυφο τρόπο.

Η καρδιά παράγει 120 χτύπους το λεπτό όταν είμαστε σε αγωνία, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν αγωνιούμε για κάτι που αγαπούμε… Αυτό τυγχάνει να είναι και το μέτρημα των beat της house μουσικής που άνθιζε στις αρχές του 90 και έκανε τα πρώτα του βήματα στα gay club της εποχής. Ο Καμπιγιό κρατάει καλά το ρυθμό και αποτυπώνει πειστικά τον γυμνό φόβο, την καύλα, την απελπισία, το ανθρώπινο άγγιγμα και την οργή απέναντι στο καπιταλιστικό τέρας της φαρμακοβιομηχανίας. Όλα αυτά μέχρι που τα συναισθηματικά τραύματα γίνονται σωματικά, και οι στιγμές ηδονής κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτη την απώλεια.

68j120_3.jpg

Ο σκηνοθέτης ξέρει καλά τους ήρωές του. Είναι ένας απ’ αυτούς. Τους αφήνει να συγκρούονται, να πηδιούνται, να διαδηλώνουν στο gay pride και να πετάνε συμβολικά ψεύτικο αίμα στους εχθρούς. Η εξέλιξη του φιλμ είναι καλά δομημένη: από την θεωρητική προσέγγιση του αγώνα, στις μικρές συγκρούσεις και από τον δυνατό έρωτα στον αποχωρισμό. Οι «120 Χτύποι το Λεπτό» είναι μια επίκαιρη ταινία, όχι μονό γιατί η μάχη με το AIDS ακόμη δεν έχει κερδηθεί, αλλά γιατί οι δυναμικές των σημερινών ομάδων που ενώνονται για ένα κοινό σκοπό ώστε να τα βάλουν με τον Γολιάθ της πολιτικής, δεν διαθέτει πια το ίδιο πάθος, την ίδια πίστη και την ίδια αγωνία. Δεν έχει καν το ίδιο soundtrack. Αν θα μπορούσε να ήταν μισή ώρα πιο μικρή η ταινία για να τονώσει το νεύρο της αφήγησης; Σίγουρα θα μπορούσε. Αν θα μπορούσε να είναι πιο υπαινικτική στον χειριστικό μελοδραματισμό του τελευταίου μέρους; Αναμφισβήτητα. Όμως μια ταινία που σου χαρίζει μια ποιητική σκηνή όπως αυτή με το “Smalltown Boy” των Bronski Beat σε μια σκηνή διαδήλωσης, δεν μπορείς να την κακοκαρδίσεις.

68j120_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Το Αυτό

Υπάρχει λόγος που αυτή η κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου του Στίβεν Κινγκ έσπασε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ όλων των εποχών στις Η.Π.Α. για ταινία τρόμου. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες απόπειρες στην τηλεόραση και το σινεμά, να αποτυπωθεί ο επαρχιακός ονειρόκοσμος τεράτων και ανείπωτης απειλής (αυτός που δακτυλογραφεί μανιασμένα εδώ και δεκαετίες ο Κινγκ) το «Αυτό» έγινε σωστά.

Πρόκειται για ένα δράμα αλληγορικών διαθέσεων και σχεδόν κοσμικών διαστάσεων. Απείρως καλύτερο από την τηλεοπτική μίνι σειρά του 1990, το φιλμ του Άντι Μουσιέτι αποτελεί μια ψυχαγωγική εμπειρία τρόμου, πληθωρική και απόλυτα πιστή στο στυλιζάρισμά της. Επιπλέον τον σκηνοθέτη δικαιώνει απόλυτα η επιλογή να κρατήσει την «ενήλικη» περίοδο των ηρώων για τη δεύτερη ταινία το 2009. Έτσι καταφέρνει να μην υπερφορτώσει το φιλμ με τις λεπτομέρειες του θηριώδους βιβλίου, ούτε να στριμώξει σε δυο ώρες τον πλούτο φαντασίας που κατάφερε και χώρεσε σε αρκετές εκατοντάδες σελίδες ο Στίβεν Κίνγκ.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1989, στην κωμόπολη του Ντέρι, όπου μια ομάδα εφήβων θα αντιμετωπίσει έναν δαιμονικό και αιμοσταγή κλόουν, μια απόκοσμη οντότητα που τρώει τις ψυχές των παιδιών. Οι ιδέες του σκηνοθέτη μπορεί να μην καινούριες αλλά καταδεικνύουν τον πλούτο ενός άφθαρτου στον χρόνο κινηματογραφικού στυλ.

68jAyto_2.jpg

Η άριστα κινηματογραφημένη ιστορία ενηλικίωσης δανείζεται απ’ τον παιδικό ονειρόκοσμο του Σπίλμπεργκ και απ’ την ευαισθησία του «Στάσου Πλάι μου» (1986) του Ρομπ Ράινερ και «κουμπώνει» από άποψη μάρκετινγκ σε μια εποχή όπου αγκάλιασε το τηλεοπτικό “Stranger Things” που μοιράζεται πολλά σε επίπεδο αισθητικής. Οι παιδικές φοβίες και οι εφιάλτες απ’ την κόλαση (όσο πιο αναίτιοι τόσο το καλύτερο) θα θρέψουν τον δυσοίωνο ερχομό του φρικιαστικού κλόουν ο οποίος θα γίνει ο τραγικός κοινωνός των αρχέγονων φόβων μας. Ο νοσηρός Πένιγουαϊζ έρχεται για τις ψυχές αθώων παιδιών, οι οποίες καταδικάζονται να «επιπλέουν» στο φαντασιακό μαυσωλείο του.

Η καλή χρήση του ζωηρού περιβάλλοντος και η λεπτή δουλειά οπτικές λεπτομέρειες καθιστούν αυτή την ταινία μια πραγματική ανάσα στη σύγχρονη, mainstream ψυχαγωγία τρόμου. Η ρευστότητα της απειλής από τα βάθη του σκότους μεταμορφώνει την παρέα παιδιών σε αληθινούς ήρωες της διπλανής πόρτας, που καλούνται να υπερβούν τις παραισθητικές ενοράσεις, το bullying και τις δοκιμασίες στις οποίες σε βάζει το μυαλό όταν φοβάσαι το σκοτάδι.

Το «Αυτό» παραμένει αναίσχυντα ψυχαγωγικό, διαθέτει ανέλπιστη συνέπεια ύφους και τιμιότητας, ενώ ξεφεύγει απ’ τα στεγανά ενός b-movie με καλές προθέσεις. Ο φιλοσοφικός κορμός της ταινίας, όμως, μας ψιθυρίζει πως όσο σατανικός και να είναι ο κλόουν Πένιγουαϊζ, η Αμερική των ενηλίκων θα είναι πάντα βουτηγμένη στη βία, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό, την άγνοια και την κακοποίηση –δηλαδή είναι πολύ πιο τρομακτική.

68jAyto_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Kingsman: The Golden Circle

69jkingsm_2.jpg

H συνέχεια της εμπορικής επιτυχίας του Kingsman μπορεί να σας κάνει να αναρωτιέστε για ποιο λόγο είδατε αυτή την ταινία και γιατί χάσατε την ώρα σας – κάτι που δεν συνέβη με την πρώτη ταινία. Η σκηνοθεσία του Matthew Vaughn έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να αρέσει σε μεγαλύτερο κοινό: μεγαλύτερα σκηνικά, περισσότεροι σταρ, πιο πολλά τζεϊμσμποντικά γκάτζετ και άφθονη χορογραφημένη βία. Όμως η αίσθηση του «μπανάλ» και του διεκπαιρεωτικού, κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτό το παιδαριώδες κοκτέιλ ιστορίας ενηλικίωσης και κατασκοπικής περιπέτειας βρετανικής κοπής. Αμέσως μετά την αρχική σεκάνς της αυτοκινητικής καταδίωξης στο νυχτερινό Λονδίνο, όλα παίρνουν την κατηφόρα. Τα εμπνευσμένα σκηνικά, το σνομπ βρετανικό lifestyle, η σάτιρα στην αμερικανική μισαλλοδοξία και οι πολλές σινεφίλ αναφορές προσθέτουν μυρωδικά στο μείγμα, αλλά το στοιχείο της παρωδίας δεν απογειώνεται ποτέ ενώ η πλοκή είναι πιο ανάλαφρη και από ένα ποτήρι αφρώδους οίνου.

Στην πραγματικότητα η ταινία, κυρίως πουλάει εξυπνάδα παρά είναι αληθινά έξυπνη. Τούτο το σίκουελ προσπαθεί εντονότερα απ’ όσο χρειάζεται, προκειμένου να μας προσφέρει όσα νομίζει ότι ζητάμε. Έτσι, υπερ-φορτώνει την πλοκή με καρτουνίστικη βία και τοποθετεί τη δράση σε Αμερικάνικο έδαφος με το πρόσωπο του «κακού» να ενσαρκώνει η μοχθηρή Τζουλιάν Μουρ. Ο Χάρι του Κόλιν Φερθ επανέρχεται, αν και χαμένος στις πεταλούδες του, χωρίς μνήμη μέσα σε ένα λευκό κελί ενώ την παράσταση κλέβει ο ακομπλεξάριστος Έλτον Τζον που είναι παγιδευμένος για να ψυχαγωγεί την κλίκα της Τζούλιαν Μουρ.

Ο Χρυσός Κύκλος θα μπορούσε να ήταν μια απολαυστικά διασκεδαστική μπαλαφάρα, αν δεν άπλωνε το σύμπαν των Kingsman με νέους χαρακτήρες και μυστικές οργανώσεις και δεν χρησιμοποιούσε αχρείαστη υπερβολή στη δράση. Η κλασάτη βρετανική ειρωνεία του πρώτου φιλμ έπρεπε να φαρδύνει λίγο το κομψό κουστούμι της και να γίνει «κάζουαλ μπλέιζερ» για να φοριέται και λίγο απ’ το Αμερικάνικο κοινό που θα βρεθεί στα multiplex το πρώτο τριήμερο ανοίγματος. Επιπλέον ο Τσάνινγκ Τέιτουμ και η Χάλι Μπέρι δεν πείθουν στον ρόλο των “Statesman”, δηλαδή των Αμερικάνων ομολόγων των ultra cool κατασκόπων της πρώτης ταινίας.

Η μόνη ενδιαφέρουσα υποπλοκή είναι ο τρόπος που ο Αμερικάνος πρόεδρος (ο Bruce Greenwood σε ένα απολαυστικό κακέκτυπο του Τραμπ) καπηλεύεται την προπαγάνδα κατά των ναρκωτικών. Τι τα θες όμως… Τα καουμπόικα stunts, η πληθωρική πλοκή και η πηχτή δράση δεν κάθονται καλά στο μπλέντερ της μονταζιέρας και το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα οποιοδήποτε b-side του Elton John: έχει ωραίο ρυθμό, κρατάει πολύ, δεν σε συγκινεί παρά τα πολλά κουπλέ και δεν θες για κανένα λόγο να ακούσεις ξανά στο repeat.

69jkingsm_4.jpeg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #138

Alan Vega

IT

«Life is no joke, it’s days and nights of pure evil».

O υπέροχα παρανοϊκός ιεραπόστολος του ωμού punk των Suicide, ήταν πάντα το αυτοεξόριστο πλάσμα με συμπόνοια που εξαπέλυε εκδικητική μανία προς πάσα κατεύθυνση. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ της καριέρας του με τίτλο ΙΤ. Πρόκειται για μια δουλειά που ο Alan Vega ετοίμαζε περίπου 7 χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και συνεργάτιδα Liz Lamere· τελικά έμελλε να είναι μεταθανάτια.

Η κολασμένη αφήγηση του Elvis από την κόλαση ή, αν προτιμάτε, του Ritchie Valens από τη ζώνη των νεκρών ή το σατανικό alter ego του Dion –όπως θέλετε περιγράψτε τον Vega– δεν συστήνεται βέβαια για όλους. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή τους ορκισμένους fans που πίνουν νερό στο όνομα των Suicide, δεν ξέρω πόσοι ακροατές θα εκτεθούν από σύμπτωση σε αυτό το αμάλγαμα από ψυχωτικές φαντασιώσεις, ανίερους πόθους, τυφλή βία και φιλοσοφικά παραληρήματα κατά των δαιμόνων της αμερικάνικης ψυχής: είναι γεμάτο από αδηφάγα media, μισαλλόδοξη θρησκεία και πολεμικά ένστικτα. Το rock ‘n’ roll του Alan Vega βρίσκεται εδώ στην πιο βάρβαρη εκδοχή του και ο ίδιος, σαν ένας Hubert Selby Jr. σε παράκρουση, σκορπίζει τους αιμοσταγείς στίχους του σαν σάλια και ούρα μεθυσμένου προφήτη.

Ο Alan Vega επιδίδεται σε ένα rockabilly βγαλμένο κατευθείαν από το στόμα της τρέλας. Φωνάζει συνθήματα όπως «It’s doomsday, doomsday» και «America, America is killing its youth» σαν τα μισόλογα τα οποία μονολογεί ο ενοχλητικός ρακένδυτος τύπος που περπατάει δίπλα μας στο κέντρο της πόλης –και που είναι φανερό ότι έχει σαλτάρει, προ πολλού. Στο “Prayer”, φωνάζει «hallelujah», «meditation» και «war is over». Οι κραυγές του πατάνε σε industrial λούπες που μοιάζουν να ξέφυγαν από το ασκησιολόγιο των Skinny Puppy, με το drum machine να χτυπάει σαν σκουριασμένη πρόκα την τραχιά επιφάνεια των τραγουδιών, όσο τα κοφτερά synths δίνουν χώρο στις άναρθρες κραυγές του αλαφιασμένου πάστορα, την ώρα που καίει βιβλία και φτύνει στη μούρη το ποίμνιο.

Ο δίσκος δεν συντονίζεται λοιπόν σε κανέναν εξωγενή ρυθμό, παρά μόνο με τον δικό του, εσωτερικό –και γι’ αυτό πνίγεται τελικά στον industrial εμετό του. Οι εφιάλτες του έχουν νόημα μόνο σαν την καθαρτήρια κραυγή την οποία εξαπολύει κάποιος που βρίσκεται σε αγωνία και έκσταση καθώς βλέπει να πλησιάζει το φως στην άκρη του τούνελ. Το ακροατήριο είναι λογικό να γυρίσει την πλάτη στο IT και στην πυρακτωμένη οργή του. Αυτή όμως είναι η καλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να είχε αφήσει ο Alan Vega. Αμήν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Logan Lucky

Όταν το 1989 ο 26χρονος Στίβεν Σόντερμπεργκ κέρδισε τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών με το ντεμπούτο του “Σεξ, Ψέματα και Βιντεοκασέτες”, δήλωσε ότι «από ‘δω και πέρα ακολουθεί μόνο κατηφόρα». Το τρομερό παιδί του indie Αμερικάνικου κινηματογράφου ξεκίνησε πρώτος στη γραμμή της αφετηρίας σε σχέση με τους υπόλοιπους (Λινκλέιτερ, Ταραντίνο κτλ) και όταν η γενιά της Miramax μεσουρανούσε σε βραβεία και εισπράξεις, αυτός έμεινε πίσω και χάθηκε σε εξαφανισμένα φιλμ (“Kafka”, “King of the Hill”, “Underneath” κτλ). Το άστρο του έλαμψε ξανά με το “Out Of Sight” (1998) για να βγει από την αφάνεια και να φτάσει ξανά στην κορυφή χάρη σε καλοφτιαγμένα crowd pleasers (“Traffic”, “Erin Brockovitch”) αλλά και υπέροχα προσωπικά φιλμ (“The Limey”, “Che”, “The Informant!”).

72jMovwr_2.jpg

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σόντερμπεργκ δήλωσε πως έφτασε σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και έπρεπε να αποσυρθεί απ’ τον κινηματογράφο. Ο πολυσχιδής σκηνοθέτης είχε χάσει τον προσανατολισμό του και παρά την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του πίσω απ’ τον φακό, οι ταινίες του δεν πετύχαιναν το σκοπό τους. Ταινίες όπως τα “Side Effects”, “Haywire” και “Contagion” δεν βρήκαν τον ρυθμό και το κοινό τους, ενώ ο σκηνοθέτης σπάνια έπιανε τη φλέβα της ταινίας που ήθελε να φτιάξει (“Magic Mike”). Η «αποχώρηση» από την ενεργό δράση μόνο καλό έκανε στον Σόντερμπεργκ, καθώς χωρίς άγχος παρέδωσε το θαυμάσιο “Behind the Candelabra” (2013) μια γλαφυρή βιογραφία του Λιμπεράτσε, πριν ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Φυσικά είναι ανόητο να μιλάμε για αποχώρηση καθώς τα χρόνια της απουσίας του ο Σόντερμπεργκ ήταν πιο ενεργός από ποτέ, καθώς σκηνοθέτησε το τηλεοπτικό δράμα “The Knick“, σχεδίασε το διαδραστικό crime story με τίτλο “Mosaic” που θα εμπλέκει τον θεατή, καθώς και το θρίλερ “Unsane” που γυρίστηκε εξολοκλήρου σε κάμερα iphone.  Όμως, κάπου εκεί ανάμεσα σκηνοθέτησε και το heist movie με τίτλο «Logan Lucky» που τον επαναφέρει στην αγαπημένη αφηγηματική φόρμουλα των “Ocean’s Eleven”.

To Logan Lucky είναι μια εξωφρενική ιστορία ληστείας, βουτηγμένη στην hillbilly πλευρά της Αμερικής και ειδικότερα στην πολυτραγουδισμένη επαρχία της West Virginia. Πρόκειται για μια πανέξυπνη country ιστορία για τους αφανείς blue-collar ήρωες της μετά Τραμπ εποχής. Όμως σε κάθε καλά μελετημένο πλάνο του φιλμ, ξεπηδάει το αγνό κινηματογραφικό fun, αυτό δηλαδή που σε κάνει να παραβλέπεις αναληθοφάνειες, που σε κάνει να θες να ρυθμίσεις το «φίλτρο ρεαλισμού» στο μηδέν, μόνο και μόνο γιατί θες να σε ρουφήξει η καλά δομημένη πλοκή. Οι ήρωες του Logan Lucky δεν έχουν σχέση με τους φωτογενείς ήρωες του Ocean’s Eleven. Η κακόμοιρη οικογένεια των Λόγκαν βασανίζεται από κακοτυχίες και χρειάζεται μια γερή μπάζα για να πιάσει την καλή. Ο Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί με παραπανίσια αυτοπεποίθηση τα κομμάτια του δαιμόνιου παιχνιδιού. Από τη μια βαδίζει στα μονοπάτια του Τζόελ και του Ίθαν Κοέν, με τους κακοποιούς ήρωες να διαθέτουν μηδενικό IQ, (αλλά με τρυφερότητα και χωρίς τον φιλοσοφημένο μισανθρωπισμό των αδερφών Κοέν) και από την άλλη τρέχει με χίλια στις δαιδαλώδεις στροφές του «είναι» και του «φαίνεσθαι» των καλοκουρδισμένων λεπτομερειών της ξεσαλωμένης πλοκής, στην παράδοση του Ντέιβιντ Μάμετ.

72jMovwr_3.jpg

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ είναι ο πρώην αθλητής του σχολείου που η ζωή τον προσπέρασε. Ο Άνταμ Ντράιβερ είναι ο καλόκαρδος αδερφός του που έχει χάσει το ένα του χέρι στο Ιράκ, αλλά παραμένει good ol’ boy. Για το μεγάλο σχέδιο στην ληστεία την ώρα που γίνονται οι αγώνες ταχύτητας, πρέπει να επιστρατευτεί ο ειδικός στις εκρήξεις – ένας ανέλπιστα αστείος και απολαυστικός Ντάνιελ Κρέγκ που ακόμα και το να αλατίζει το βρασμένο του αυγό το κάνει να φαίνεται αστείο. Είναι τελικά χαζοί και άτυχοι οι Λόγκαν ή είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας ένα τόσο δύσκολο σχέδιο; Η jazzy σκηνοθεσία του “Logan Lucky”, ο ρυθμός στο μοντάζ που βγάζει μάτια, η country φλέβα του Τζον Ντένβερ, η ανοιχτοί αυτοκινητόδρομοι, το φρενήρες σενάριο και το παζλ χαρακτήρων, δημιουργούν ένα γνήσια απολαυστικό χαρμάνι, που ακόμα και αν δεν διεκδικεί βραβεία πρωτοτυπίας, τουλάχιστον είναι πραγματικά έξυπνο (και το κυριότερο όχι εξυπνακίστικο). Επιπλέον διαθέτει κάμποσες σκηνές ανθολογίας με αποκορύφωμα την εξέγερση στη φυλακή με αφορμή τα βιβλία του Game Of Thrones. Η αποχή τελικά έκανε καλό στον Σόντερμπεργκ. Το ίδιο και σε εμάς ,γιατί συνειδητοποιήσαμε πόσο μας άρεσε το σινεμά του.

72jMovwr_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #137

Washed Out

Mister Mellow

Όσοι έχουν παίξει σαν DJ έστω για μία μέρα, σε οποιοδήποτε κλασάτο μπαρ, θα ξέρουν ότι υπάρχουν κάποια τραγούδια «καβάτζες», που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, έχουν τη δυναμική να ανεβάσουν τη διάθεση στη στιγμή, προκαλώντας ενστικτώδη λικνίσματα.

Δεν πρόκειται για ραδιοφωνικά hits, τα οποία φτιάχνουν θετική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αναγνωρισιμότητάς τους, αλλά για συνθέσεις που διαθέτουν ένα ιδιαίτερο crowd pleasing συστατικό: αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Hard To Say Goodbye” του κυρίου Washed Out, μέσα από τον φετινό, 3ο δίσκο του. Μη γελιέστε, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν εξαιρέσουμε τον Kid Loco, τον DJ Shadow και κάμποσους ακόμα, δεν είναι πολλοί όσοι έχουν πετύχει το «στολίδι» για καλοκαιρινά compilations, που κάποτε έβγαιναν σωρηδόν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, επώνυμα μαγαζιά και μουσικούς παραγωγούς.

Ο Washed Out μας συστήνεται λοιπόν ξανά ως «Mister Mellow» και επιμένει πως οι ανέμελες θερινές εποχές, όσες θυμίζουν κοκτέιλ και μαγιό, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Τα τραγούδια του, όμως, δεν προορίζονται για τα φτηνά ηχεία των θλιβερών μπιτσόμπαρων. Η μουσική του ακούγεται από την ηλιοφάνεια μέχρι το σούρουπο και δρα σε έναν υπόγειο, ιδιωτικό κόσμο, εκεί όπου νιώθουμε απελευθερωμένοι και σε απόλυτη επαφή με το σώμα μας, κάτω από τον ήλιο. Τα τραγούδια του θέλουν δηλαδή πρώτα να μας χαμογελάσουν και μετά να μας παρασύρουν.

Στο Mister Mellow, λοιπόν, ο Washed Out μας κάνει να ατενίσουμε τον έναστρο ουρανό με το “Floating By”, να χορέψουμε με το “Get Lost” και να αγαπηθούμε με τον «ανώνυμο κανέναν» στο “Million Miles Away”. Ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που ζητούν τη συμμετοχή και τη συναρμονία του ακροατή, ενώ ίπτανται χάρη σε πανάλαφρα ηλεκτρονικά αναπτύγματα, «κεντώντας» σε μοντέρνο soul καμβά. Πραγματικά, στο “I’ve Been Daydreaming My Entire Life” σου δημιουργείται μια ανίκητη προσδοκία να μπει ξαφνικά η φωνή της Sade –δεν συμβαίνει, αλλά δεν πειράζει καθόλου– ενώ το “Instant Calm” μας δείχνει περίτρανα ότι το lounge δεν είναι απλά το καταφύγιο των άμουσων.

Από την άλλη, το Mister Mellow δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με τα προηγούμενα άλμπουμ του Washed Out, χρησιμοποιεί όμως έξυπνα τα samples –και όχι εξυπνακίστικα– θρέφοντας έτσι την ανάγκη μας για «ώριμη» εξωστρέφεια,χωρίς μεθυσμένα ξεσαλώματα και απαίτηση για «μουσικάρες». Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μουσικό καρουσέλ, το οποίο σε επαναφέρει στο ίδιο σημείο του κύκλου, αλλά με διαφορετικές διαθέσεις κάθε φορά.

Ίσως το θετικό πρόσημο και η ζεν ευγνωμοσύνη στους χυμούς της μουσικής να μην πείσει τη χίπστερ κοινότητα, που αναζητά μονίμως αιχμηρά και «βρώμικα» ακούσματα ως πειστήριο αυθεντικότητας. Καλό πάντως θα ήταν να αγνοήσετε τέτοιες απαίδευτες φωνές. Η θαλπωρή της συναισθηματικής ηρεμίας που προσφέρει το Mister Mellow ελπίζω να αποτελέσει για όλους πάτημα για καλοκαιρινή νιρβάνα και εφόδιο για να πλάσουμε τους δικούς μας φαντασιακούς κόσμους.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)

Οι δρόμοι ενός δημοσιογράφου κι ενός εγκαταλελειμμένου μικρού κοριτσιού, σμίγουν κάπου στην Αμερική. Οι δυο τους επιστρέφουν μαζί στην Ευρώπη και βρίσκονται σε αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής. Το χρονικό της περιπλάνησής τους κινηματογραφείται με καθαρότητα και απίστευτα μοντέρνα ματιά από τον Βέντερς, ο οποίος δείχνει μια τρυφερότητα που σπανίως επανέλαβε έκτοτε. Αυτό το αρχετυπικό road movie του 1974 μοιάζει σχεδόν αυτοσχέδιο, όμως η πλανοθεσία μαρτυρά μεγάλη δεξιοτεχνία από τον Γερμανό πρωτοπόρο.

Ο Ριούντιγκερ Φόγκελερ υποδύεται τον Γερμανό δημοσιογράφο που είναι το alter ego του σκηνοθέτη. Ο ήρωας, ολότελα χαμένος στην χαοτική Αμερική, τραβάει φωτογραφίες πολαρόιντ για να καταγράψει το άγνωστο που τον περιβάλλει και που συνάμα τον συναρπάζει. Προτού ταξιδέψει για τη Γερμανία, η τυχαία γνωριμία του με το εννιάχρονο κορίτσι θα πυροδοτήσει τον υπαρξιακό συναισθηματισμό του Βέντερς. Η καριέρα του σκηνοθέτη ξεκίνησε με μια ανεκτίμητη low-budget τριλογία που συμπληρώθηκε με το Wrong Move” (1975) και το “Kings of the Road” (1976), ταινίες που διακατέχονται από μια μελαγχολική νοσταλγία για την αφιλόξενη πατρίδα και που παίζουν με τις διαχωριστικές γραμμές της Γερμανικής ανομίας και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

77bwim_2.jpg

Η ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά του ήρωα απέναντι στο αχανές αστικό τοπίο είναι αρχικά το όχημα του Βέντερς για να κάνει ένα σχόλιο σχετικά με τη δημιουργική αμηχανία που νιώθουν οι σκεπτικιστές διανοούμενοι Ευρωπαίοι όταν δοκιμάζουν την τύχη τους στην Αμερική. Στο μυαλό του ήρωα, μάχονται μεταξύ τους η γοητεία και η απέχθεια που του προκαλούν ο απρόσωπος καταναλωτισμός και το φάντασμα της ιστορίας. Ο τρόπος που ο ήρωας συνδέεται με την Polaroid του, θυμίζει τον τρόπο που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι με τα κινητά μας σήμερα, απαθανατίζοντας τα πάντα και βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό του βιώνουμε ανά πάσα στιγμή. Η ταινία αυτή ξεκίνησε τον αέναο διάλογο των εικόνων του Βέντερς με την ίδια την Αμερική, ο οποίος συνεχίστηκε με το αριστούργημα «Παρίσι, Τέξας» (1984). Ένα jukebox που παίζει Canned Heat, ένα κονσέρτο του Chuck Berry, ακόμα και η κηδεία του John Ford, όλα δίνουν χρώμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία σε 16 mm και στον ήπιο στοχασμό του Βέντερς, που με τον φακό του διασχίζει τους ανοιχτούς δρόμους, τα βενζινάδικα, τα περιθωριακά μοτέλ και τα καταγώγια κάτω απ’ τις γέφυρες.

77bwim_3.jpg

Η εναρκτήρια σεκάνς μας ξεγελά και μας πείθει πως η ταινία αφορά τον φωτογράφο σε υπαρξιακή κρίση που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Σύντομα όμως το κέντρο βάρους κλίνει προς την μικρή ηρωίδα που θα σωματοποιήσει την ψυχή του ταξιδιού. Η στιγμή που από ένα παράθυρο ξενοδοχείου, η μικρή Αλίκη νιώθει πως μπορεί να σβήσει τα φώτα του Empire State Building σαν γενέθλια κεράκια, η οπτική μας ταυτίζεται με τη δική της. Η ταινία πλέον είναι το δικό της ταξίδι.

Το αμερικάνικο σινεμά συνηθίζει να αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν άγουρα πλάσματα γεμάτα αθωότητα και σπανίως αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο Βέντερς αντιμετωπίζει την ηρωίδα του σαν πολύπλοκο και αυτόνομο ον, γεμάτο επιθυμίες που πασχίζει να απαγκιστρωθεί από τον έλεγχο τον μεγαλυτέρων. Επιπλέον αποφεύγει να περιγράψει την Αλίκη σαν ενήλικη φαντασίωση ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος. Η ανύπαντρη μητέρα της έχει ομολογήσει πως δεν την αγαπά και πως θέλει να την εγκαταλείψει. Όμως ο Βέντερς δεν κρίνει ηθικά τους ήρωες του ταξιδιού. Όλοι τους άλλωστε περιπλανιούνται στο χάρτη σαν ασήμαντες κουκκίδες.

Οι εκδηλώσεις φευγαλέας ευτυχίας, ξαφνικών θυμών, ακόμα και ενήλικης ζήλιας εξελίσσονται μελαγχολικά και σκηνοθετούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια όσον αφορά την έκφραση και τις προθέσεις.

77bwim_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment