Twin Peaks – Καλωσήλθατε στον νέο εφιάλτη του Ντέιβιντ Λιντς

Κάθε πιθανή απόπειρα εξήγησης και ταξινόμησης της πλοκής των έργων του Λιντς, μοιάζει εξίσου αδόκιμη με την ανάλυση ενός παράξενου ονείρου. Μπορεί να μιλάς γι’ αυτό, αλλά είναι αδύνατον να αναδομήσεις τη βιωματική του αίσθηση. Ο Ντέιβιντ Λιντς, 40 χρόνια μετά τον πρωτόλειο εφιάλτη του “Eraserhead” (1977), συνεχίζει να στοχεύει σε έναν συνεχή υπνωτισμό του θεατή. Το αποτέλεσμα, συχνά το αποκαλούμε «ονειρικό» –ελλείψει πιο ταιριαστής ορολογίας.

Όπως ξετυλίγεται το κουβάρι ενός εφιάλτη κι εμείς αδυνατούμε να παρέμβουμε, έτσι ακριβώς ο σκηνοθέτης δημιουργεί τις υπερβατικές του εικόνες, στοχεύοντας στο ασυνείδητο του αποδέκτη. Μετα-εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί που αποκρύπτουν σκιές. Στιλιζαρισμένες ερμηνείες, που υπαινίσονται τρόμο. Ήρωες που ξεγλυστράνε μέσα στις νοηματικές τρύπες της ιστορίας. Όλες μαζί, αυτές οι εικόνες δημιουργούν έναν καθρέφτη του ασυνειδήτου. Όποιος δεν χαθεί μέσα τους, δεν θα μπορέσει ούτε καν να υποψιαστεί τις κρυφές τους κατευθύνσεις.

89gtp_2.jpg

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για την υπόθεση του reboot στο “Twin Peaks”, είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα για να «κατανοηθεί», τουλάχιστον με τη λογική των θεατών που χρησιμοποιούν τη σύνοψη της πλοκής για φωτεινό σηματοδότη επιλογών. Ο μόνος τρόπος «εισόδου» σε αυτήν την αλλόκοτη πόλη με τον υπέροχο καφέ, τα ψηλά δέντρα, τις αόρατες στοές και τις απειλητικές κουκουβάγιες, είναι να αφεθεί κανείς με εμπιστοσύνη στη συνειδητή και συνεχιζόμενη (οι πολέμιοι θα έλεγαν επαναλαμβανόμενη) ακεραιότητα ύφους και αισθητικής του δημιουργού.

Το “Twin Peaks” σημάδεψε την τηλεοπτική εικόνα της δεκαετίας του ’90 ως αυτοδίκαιος cult θρίαμβος. Η απόλυτα πρωτότυπη σειρά έμεινε στην ιστορία σαν μνημείο έμπνευσης και θάρρους, εξαιτίας των πρωτόγνωρων αισθήσεων που άφησε, ακόμα και σε όσους είχαν ήδη μυηθεί στον σαλταρισμένα βίαιο κόσμο του “Μπλε Βελούδου” (1986) και σε όσους είχαν βουτήξει στον αρρωστημένο ψυχισμό της ”Ατίθασης Καρδιάς” (1990). Μετά από έναν θριαμβευτικό πιλότο, ακολούθησε ο αριστουργηματικός πρώτος κύκλος 7 επεισοδίων και ένας χαοτικός δεύτερος, με άλλα 22 επεισόδια που αψηφούσαν κάθε ερμηνευτική λογική.

Η φετινή επιστροφή του Ντέιβιντ Λιντς στον κόσμο του Twin Peaks σήμαινε απεριόριστο δημιουργικό έλεγχο στη σκηνοθεσία και των 18 επεισοδίων (ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει μόνο 6 από τα 30 επεισόδια των πρώτων δυο σεζόν). Η υπόσχεση της δολοφονημένης Λόρα Πάλμερ ότι θα ξανασυναντήσει τον πράκτορα Κούπερ, 25 χρόνια μετά (διαολεμένα εύστοχος χρησμός), δίνει το λάκτισμα για μία ακόμη εξερεύνηση. Σε ένα σύμπαν τόσο καλά δομημένο, ώστε τελικά ξαναχτίζεται (έστω με διαφορετικά υλικά) με αναπάντεχη κανονικότητα.

Όπως φάνηκε από τα τέσσερα πρώτα μέρη, ο ασυμβίβαστος δημιουργός επιστρέφει στις οραματικές του εξάρσεις και την εξω-λογική αφήγησή του. Στα τελειώματα της καριέρας του, ο Λιντς δίνει τη δική του αποστομωτική απάντηση στην ολοένα αναπτυσσόμενη (και μάλλον αυτοκαταστρεφόμενη, λόγω της υπερπροσφοράς περιεχομένου) τηλεοπτική βιομηχανία, εξαργυρώνοντας τον μύθο μια πόλης που δημιούργησε από το μηδέν, στα -απάτητα τότε- τηλεοπτικά εδάφη.

Ο Λιντς μηδενίζει τον χρόνο και ξεκινάει από την αρχή. «Βρισκόμαστε στο μέλλον ή βρισκόμαστε στο παρελθόν;», ρωτάει ο μονόχειρας άνδρας στα έγκατα της Μαύρης Στοάς. Αρκεί το απλό πέρασμα πίσω από μια κόκκινη κουρτίνα για να χαθούν οι ήρωες στο ανεξήγητο. Το «Χέρι» προειδοποιεί για κάποιον σωσία. Ένα γυάλινο κουτί ελέγχεται από ένα πολύ ισχυρό και επικύνδυνο άτομο, με άγνωστους σκοπούς. Ένας βίαιος φόνος επιτρέπει την κρουστή αίσθηση-σοκ στη θέα ενός φρικιαστικά παραμορφωμένου πτώματος. Ο στατικός ηλεκτρισμός προμηνύει τον ερχομό μαγεμένων ηρώων και μοχθηρών τύπων που τους υπονομεύουν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός απέραντου καμβά, τον οποίον ο Λιντς χρησιμοποιεί για να δώσει ξανά πνοή σε όσα στροβιλίζονται στον υπέροχο εγκέφαλό του.

Μέχρι την ολοκλήρωση των 18 ωρών αυτού του φαντασιακού θρίλερ, ελπίζουμε να απογειωθεί η ονειρική δραματουργία, με το μυστήριο, την επιβολή και την παραπλάνηση να παραμένουν τονισμένα σε ένα αξιοθαύμαστο έπακρο.

Από το Movieworld

Advertisements
Posted in Cinema | Leave a comment

Depeche Mode @Terra Vibe

90yDepeche_3.jpg

Η βροχή είναι ο εφιάλτης του συναυλιακού καλοκαιριού. Στην περίπτωση όμως της πολυαναμενόμενης εμφάνισης των Depeche Mode στην Αθήνα, αποτέλεσε production value και αισθητικό πλεονέκτημα, ώστε να ακουστούν στίχοι όπως το «Let Me See You Stripped Down To The Bone» σε όλη τους την καταραμένη μεγαλοπρέπεια. Έστω κι αν ορισμένοι, πηγαίνοντας στη Μαλακάσα, αγωνιούσαν, φέρνοντας ίσως στον νου τους το φιάσκο του 2009. Όπως και στην εποχή του Τοuring The Angel (2006), οι Raveonettes έστρωσαν το χαλί για την επέλαση ενός συγκροτήματος που περίμενα με τρόμο ψυχής ότι θα με απογοητεύσει οικτρά, σαν σκιά του εαυτού του που βγαίνει στη γύρα για αρπαχτή. Αυτή η αμήχανη αίσθηση που συνοδεύει πλέον τους Depeche Mode, έχει χτιστεί με τις απανωτές μετριότητες τις οποίες έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 10-12 χρόνια.

Εν τέλει, όμως –έστω και με τα βαρίδια των αδιάφορων νέων τους τραγουδιών να τους κρατάνε στο έδαφος, αλλά και με το πέρασμα χρόνων από τότε που είχαν τη δύναμη να αλλάξουν ζωές και να διαμορφώσουν ανθρώπους (κυριολεκτικά) με τα live της εποχής του 101– οι θρύλοι της synth pop έκαναν καλά που ήρθαν, καθώς μας υπενθύμισαν τι είναι αυτό που τους καθιστά σπουδαίους. Ακούγοντας ξανά τις ηλεκτρονικές «πλάτες» των τραγουδιών τους, χάρη στον υπέροχο ήχο στο Terra Vibe, καταλάβαινες ξανά γιατί το συγκρότημα αυτό κατάφερε να τετραγωνίσει των κύκλο των πρωτόλειων αναπτύξεων των Kraftwerk. Καταλάβαινες επίσης γιατί ο Dave Gahan υπήρξε ανέκαθεν ιδανικός εκφραστής, ικανός να μπολιάσει με νατουραλισμό και άψογη σωματική κίνηση τη σκοτεινιά και την περιρρέουσα λαγνεία της δαιμόνιας μουσικής αρχιτεκτονικής του Martin Gore.

90yDepeche_4.jpg

Ο Gahan υπήρξε ο πρώτος που απενοχοποίησε τους «άντρες», κάνοντάς τους να χορέψουν πραγματικά, αντί να κουνιούνται ρυθμικά σαν να κατάπιαν κρεμάστρα. Και στο Terra Vibe όργωσε τη σκηνή συμπεριφερόμενος σαν έκφυλη θεότητα του περιθωρίου, με look νταβατζή ύστερα από οργιώδες clubbing ή λάγνου τροβαδούρου σε μόνιμα «βρώμικη» διάθεση, ο οποίος ξανάνιωσε αφού πρώτα κατάπιε όλα τα παραισθησιογόνα χάπια. Έβλεπες ξεκάθαρα σε τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Stripped» τον τρόπο με τον οποίον μπορούσε να δαμάσει τις αισθήσεις των περίπου 15.000 θεατών χάρη στο αψεγάδιαστο, ερμηνευτικό του εκτόπισμα –αμέσως δε μετά, λίκνισε περήφανα τα οπίσθιά του. Για 2 λοιπόν ώρες, ο Gahan δεν πάτησε σε λάθος νότα (δεν μπορεί, και να θέλει), ενώ ο Gore ενορχήστρωνε όλο το στιβαρό doom & gloom που άστραψε και βρόντηξε στο ξεσηκωτικό “Everything Counts” ή στο αγωνιώδες “In Your Room”, το οποίο συνοδεύτηκε μάλιστα από ένα υπέροχο video.

Οι μεγάλες οθόνες εστίαζαν στις λάγνες ματιές του frontman όταν επικοινωνούσε το transgender δράμα του “Try Walking In My Shoes” σε κάθε φθόγγο ή στην τρυφερή προσήλωση στη μελωδία που δείχνει πάντα ο Gore όταν παίρνει το μικρόφωνο –ειδικά όταν τραγούδησε την υπέροχα εξομολογητική καντάδα “Home” ή το αφοπλιστικό “Question Of A Lust” σε μια πιανιστική, απογυμνωμένη εκδοχή, με ταπεινότητα που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Το κοινό τον επιβράβευσε με ένα παρατεταμένο sing-along.

90yDepeche_5.jpg

Το μετα-βιομηχανικό ύφος του “I Feel You”, έδεσε με την άβουλη οργή του “Wrong”. Τα πύρινα synths του “World In My Eyes” κόλλησαν με τα σκονισμένα φετίχ του “Barrel Of A Gun”. Η «αιώνια» μελωδία του “Enjoy The Silence” με τη δερμάτινη αυτολύπηση του “Pain That I’m Used To”. Και το “Never Let Me Down Again” ξεσήκωσε (όπως ήταν αναμενόμενο) τα πλήθη που αναζητούσαν ένα καλό best of, ενώ το tribute στον David Bowie με τη διασκευή στο “Heroes” ήταν αξιοπρεπέστατο.

To ψιλόβροχο δεν ένοιαξε κανέναν και θεωρώ πως ακόμα και να άνοιγαν οι ουρανοί, δεν θα έφευγε άνθρωπος. Ας όψεται ο ντελικάτος ρυθμικός μανδύας του καταλόγου του συγκροτήματος και το έκφυλο tour de force του Gahan να φτύνει «σαλιωμένους» στίχους όπως το «Ι’ve Got Sooooo Much Loooove In Meeeee». Πραγματικά δεν περίμενα να απολαύσω αυτό το τραγούδι, όπως και το “Going Backwards” και το “Cover Me” από τον καινούριο δίσκο. Βρήκα όμως όλον τον αρρενωπό δυναμισμό στις αναπτύξεις αυτών των τραγουδιών, που, αν και δεν είναι σπουδαία, τα χαντάκωσε η παραγωγή του James Ford στο άλμπουμ.

Με το “Personal Jesus” που έκλεισε το encore να βουίζει στα αυτιά κατά την έξοδο από το Terra Vibe, αναλογιζόμουν ότι, ενώ μέχρι πρότινος ευχόμουν να διαλυθεί το συγκρότημα παρά να εκτίθεται με αναιμικά ανά τετραετία άλμπουμ, τώρα πια θέλω να μην πάψουν να βγαίνουν σε περιοδείες. Αν αυτή η κάθετη αλλαγή σκέψης δεν είναι αποτέλεσμα πετυχημένης συναυλίας, τότε τι στο διάολο είναι;

90yDepeche_8.jpg

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #127

The Magnetic Fields

50 Song Memoir

https://i2.wp.com/static.stereogum.com/uploads/2016/11/The-Magnetic-Fields-50-Song-Memoir-1479398892-640x640.jpg

Ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να υπάρξει άλλο άλμπουμ των Magnetic Fields που να σταθεί επάξια δίπλα στο 69 Songs (1999), δίσκο που κατέχει περίοπτη θέση στην καρδιά μου, τόσο σε επίπεδο φιλοδοξίας, με το αριθμητικό concept να σε ιντριγκάρει εξαρχής, όσο και σε περιεχόμενο.

Όμως η μπάντα-όχημα της χαρισματικής ψυχολογίας του τραγουδοποιού Stephen Merritt επιστρέφει με ένα μουσικό ημερολόγιο φτιαγμένο με τα πιο αγνά υλικά, με τον ίδιο να πασπαλίζει τις θολές μνήμες του με σκόρπιες αναφορές στην pop κουλτούρα και με γενναιόδωρες περιγραφές. Το 50 Song Memoir εμπεριέχει 50 τραγούδια, ένα για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι το 2015, τα οποία περιγράφουν σύμπασα τη ζωή του 50χρονου Merritt. Έρχεται δε χωρισμένο σε 5 CD, με το καθένα να περιέχει από 10 κομμάτια γεμάτα χυμούς.

Τα νέα τραγούδια του Merritt είναι συνεκτικά, λαχταριστά και αλλόκοσμα. Πρόκειται για μια δουλειά που τρέφεται και αναπτύσσεται με τη συναισθηματική συμμετοχή του ακροατή. Μια δεκαετία ζωής χωράει σε καθένα από τα 5 μέρη μιας ανάγλυφης, μουσικής αυτοβιογραφίας, η οποία αίρει τους περιορισμούς μιας συμβατικής κυκλοφορίας.

Πατινάρει στα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 αναπολώντας την αθωότητα, την πρώτη ανθρώπινη επαφή, τις μητρικές συμβουλές και τις μικρές τραγωδίες. Αναρωτιέται για την καταγωγή του, θυμάται μια γάτα του, μνημονεύει την Judy Garland στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τους ξυπόλυτους χίπις, μια συναυλία των Jefferson Airplane, την αστερόστονη της disco το 1976, τη χιονοθύελλα του 1978, τα synths της «νεοκυματικής» εφηβείας, τις ντισκοτέκ, τη λαίλαπα του AIDS, την πρώτη κατάθλιψη, τις χυλόπιτες, τα Levi’s 501, τα δάκρυα, τα one night stand. Καθώς και άλλα αμέτρητα σημαντικά και ασήμαντα περιστατικά, όσα διαμόρφωσαν αυτό το παράξενο και ελαφρώς διαταραγμένο παιδί, που δεν ένιωσε ποτέ βολικά μέσα στο σώμα του, στην εκάστοτε ηλικία του και στο ίδιο το μυαλό του. Κι όλα αυτά, δίχως να ξοδεύεται σε pop trivia και φυσικά χωρίς να γίνεται υπερβολικά αυτοαναφορικός –πραγματικό επίτευγμα διακριτικότητας και ήθους, αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του concept album.

Τα τραγούδια του Merritt μας τον παρουσιάζουν σαν σκοτεινό ξαδελφάκι ενός Burt Bacharach ή σαν το εκκεντρικό διδυμάκι ενός Paul McCartney –τα ερμηνεύει δε όλα με τη λατρεμένα βαρύτονη οκνηρία του. Αυτός λοιπόν ο άτιμος είρωνας μας κάνει δώρο ένα πολυπρισματικό άλμπουμ, προϊόν της μεσόκοπης κρίσης ενός υπέροχου μυαλού. Αφήστε όμως τη λύση του κάμπριο αυτοκινήτου για τους κρετίνους. Εδώ καλούμαστε να συμμετάσχουμε στο μπλαζέ ψυχόδραμα του Αμερικανού τραγουδοποιού, για τον οποίον τα λάθη, τα πάθη, τα λησμονημένα όνειρα και η ματαιότητα του έρωτα είναι περισσότερο προϊόντα χημικών ενώσεων του εγκεφάλου, παρά λυγμόλαλοι αυτοσκοποί. Τα νοήματά του σχηματίζουν έτσι ένα κεκλιμένο έδαφος προς την πόρτα που ανοίγει στη ζωή του.

Αναλογιστείτε λίγο μερικούς τίτλους: “Dreaming Ιn Tetris”, “How I Failed Ethics”, “Eurodisco Trio”. Χωρίς να μας πει τίποτα, γνωρίζουμε τα πάντα για εκείνον, για το γούστο του στα βιβλία και στις τέχνες, για την ηθική του, την αισθητική του και τις σχέσεις του. Ο ίδιος ποτέ δεν ακούγεται μελό ή ευάλωτος, σε πρώτο επίπεδο. Τα σχήματα όμως που χορεύουν στις μνήμες του, δεν έχουν προηγούμενο. Ελάχιστοι μορφοποίησαν τόσο καλά τα βιώματά τους, μέσα σε εύσχημα pop τραγούδια.

Η βαθμολογία του δίσκου θα μπορούσε να είναι «8» ή «10». Τίποτα λιγότερο από γενναιοδωρία για έναν σοφό φίλο, ο οποίος μου εξιστόρησε τα πάντα σε ένα πλήρες ταξίδι 2,5 ωρών. Το περίμενα ότι οι μελωδίες θα μπορούν να τραγουδιούνται παντού και θα ήταν έξυπνες. Αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι η ματιά ενός επιτηδευμένα κυνικού 50άρη θα γεννούσε μερικές μπαλάντες που σε κόβουν στα δύο, όπως λ.χ. το “I Wish I Had Pictures” –κάτι σαν “In My Life” για τη γενιά μας.

O Merritt μεγαλώνει και χαίρομαι που μεγαλώνω μαζί του. Οι μελωδίες του ωριμάζουν καθώς κάθονται στα αυτιά, βγάζουν περικοκλάδες στην καρδιά μας και στο τέλος κουμπώνουν στο δικό μας θυμικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για ένα από τα ακρογωνιαία άλμπουμ της δεκαετίας. Κυριολεκτώ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Alien: Η μυθολογία του διασημότερου διαστημικού θρίλερ

Με την ευκαιρία του Alien: Covenant, θυμόμαστε τις 5 ταινίες που προηγήθηκαν και μας έκαναν να αγαπήσουμε τη μυθολογία που ξεκίνησε πριν από σχεδόν 4 δεκαετίες.

Alien (1979)

91bMov_2.jpg

 

Στο βαθύ διάστημα, τις κραυγές σου δεν τις ακούει κανείς. Το έσχατο μεγάλο φιλμ τρόμου της δεκαετίας του 1970 ταξίδεψε στο μέλλον, αν και ήταν βασισμένο σε μια horror κουλτούρα από το παρελθόν και συγκεκριμένα στα εξωγήινα τέρατα της δεκαετίας του 1950. Το Alien του 1979 υπέγραψε ο Ρίντλει Σκοτ, ο οποίος είχε σημαδευτεί από τις παραδοσιακές γκραν γκινιόλ ταινίες με τέρατα. Υποδειγματικά κλειστοφοβικό και αγωνιώδες στον τρόπο με τον οποίον έδινε υπόσταση στον μικρόκοσμο του διαστημοπλοίου, το Alien ήταν προορισμένο να γίνει κλασική ταινία και να επανακαθορίσει τον διαστημικό τρόμο. Ο Ευρωπαίος ζωγράφος Γκίγκερ ενσωμάτωσε σεξουαλικά, μηχανικά και δαιμονικά χαρακτηριστικά στο αξέχαστο εξωγήινο πλάσμα που σχεδίασε. Η έννοια του Άλλου, όπως την είχαν διαμορφώσει τα παλιά monster movies, δεν διαφοροποιείται στα συστατικά της στοιχεία, αλλά αυτή τη φορά έχουμε το στοιχείο της «κυοφορίας» του εξωγήινου τέρατος, με ξενιστή το ανθρώπινο σώμα. Μια προσθήκη σωματικού τρόμου, η οποία απογείωσε το «μεταλλικό» σύμπαν, δίπλα σε τοξικά σάλια και σε αγωνιώδη κυνηγητά σε φουτουριστικά ντεκόρ.

Aliens (1986)

91bMov_3.jpg

Μια ευφάνταστη έκθεση μιλιταριστικών ακροτήτων, αυθάδικης φαντασίας και ένα γοητευτικά ιδιότυπο -και ενίοτε αποξενωτικό- χιούμορ κατακλύζει την αγεωγράφητη βιρτουοζιτέ του Τζέιμς Κάμερον στη δεύτερη ταινία της σειράς. Ανάμεσα σε ποταμούς από σφαίρες και φλογοβόλα, καρποφορεί η ανατρεπτική προβληματική της «μητρότητας», ενώ ο αμφίσημος ρόλος της Ρίπλει βρίσκει τον δρόμο του στη μυθολογία του φιλμ. To μεταλλικό περίβλημα που στεγάζει τις συναισθηματικές επάλξεις των ηρώων είναι τίγκα στα πυρομαχικά και ο άνθρωπος μοιάζει με αφελές πλάσμα που ταράζει την ταγμένη στη συμμετρία κοσμική τάξη, αδιαφορώντας τόσο για τα μεγέθη, όσο και για το αν δύναται να χωνέψει τις εκκωφαντικές συμπαντικές απαντήσεις που κρύβονται στο βαθύ διάστημα.

Alien 3 (1992)

91bMov_4.jpg

Το Alien 3 προσπάθησε να κερδίσει το στοίχημα της προσωπικότητας μετά το πληθωρικό δεύτερο μέρος, στρέφοντας ξανά την προσοχή στο σενάριο. Μια σκοτεινή και μακάβρια σειρά από πύρινα, βουτηγμένα στο χαλκό πλάνα, στοιχειώνει την ιστορία, χαρίζοντάς της μια εσχατολογική απελευθέρωση και μια θρησκόληπτη απελπισία, η οποία γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του φιλμ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, δουλεύοντας με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς του σασπένς, ρίχνει το πλάσμα και τη Ρίπλει σε μια απομονωμένη φυλακή υψίστης ασφαλείας, με συμμάχους ένα μάτσο παιδεραστές, δολοφόνους και ψυχωτικούς που βρήκαν τον Θεό. Εκεί που το αυθεντικό Alien ξεκίνησε από μια αποστολή ρουτίνας και κέντησε διαφορετικές υφές του κινηματογραφικού τρόμου, το Alien 3 κυκλώνεται από παχιά θεολογικά στρώματα και από μια «υπέρβαρη», μυθική αύρα αιρετικού στοχασμού.

Alien Resurrection (1997)

91bMov_5.jpg

Ο στρατιωτικός μηχανισμός θέλει να ξαναδώσει ζωή στην κλωνοποιημένη Ρίπλει και να αφαιρέσει την εξωγήινη βασίλισσα που μεγαλώνει μέσα της για να γεννήσει τερατόμορφα τέκνα. Μια ομάδα μισθοφόρων καταφθάνει με ανθρώπους-φορείς εξωγήινων αυγών, και καταλαμβάνει το σκάφος. Ο ειδικευμένος σε ονειρόκοσμους φαντασίας Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Πιερ Ζενέ (βλέπε το «Delicatessen», αλλά και την «Πόλη των Χαμένων Παιδιών») διεγείρει το σασπένς και τη συνενοχή του θεατή, με αποκορύφωμα μια υπέροχη υποβρύχια καταδίωξη. Η ταχυδακτυλουργική σκηνοθεσία γεννάει ποιητικώς …ψυχαναλυτικές φαντασιώσεις, αλλά και μια εφευρετική αισθητικά αντιμετώπιση ενός ολόκληρου πάνθεου τερατομορφίας.

Prometheus (2012)

91bMov_6.jpg

Η συγγένεια του Prometheus με το αριστούργημα του 1979 είναι μονάχα εξ αγχιστείας. Το μεγαλειώδες μυθολόγημα κλειστοφοβικού τρόμου της δεκαετίας του 1970 αντανακλάται μόνο στην κοινή σημειολογία (το πλήρωμα του σκάφους, το εξελιγμένο ανθωποειδές, η εταιρεία) και ο Προμηθέας απαγκιστρώνεται από το μαρκετίστικο δέλεαρ της δύσμορφης, σιελογόνου απειλής. Όμως ο Ρίντλει Σκοτ επανέρχεται στο τιμόνι της σκηνοθεσίας και δείχνει ότι ξέρει να προκαλεί ραφιναρισμένο δέος. Το διακύβευμα εδώ δεν είναι οι μάταιες κραυγές στο διάστημα, ούτε ο τρόμος απέναντι στα υγρά του τέρατος, αλλά η ατέρμονη εξερεύνηση της προέλευσης του ανθρώπινου είδους. H επανεκκίνηση των ιδεών γίνεται μέσα από την εξερεύνηση για αρχαίους εξωγήινους πολιτισμούς και την ανάγκη για απαντήσεις σε κοσμογονικά ερωτήματα. Η -ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση της αφήγησης θα εγκλωβιστεί στα ουρλιαχτά των προπατόρων του homo sapiens, με μια διεύθυνση φωτογραφίας που μυρίζει θειάφι και με τα επιστημονικά ευρήματα να είναι εξωγήινες ωοθήκες και μεταλλαγμένα ερπετά.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #126

«Body Count Motherfuckeeeeer!».

Με αυτήν την αξέχαστη ιαχή πολέμου ξεκινούσε το Body Count του 1992, εκείνο το πύρινο ντεμπούτο του side project του Ice T, σε μια ταραγμένη εποχή, κατά την οποία το Λος Άντζελες έβραζε από διαδηλώσεις και η αστυνομική βία προκαλούσε οδομαχίες. Το rap metal υβρίδιο των Body Count κόχλαζε από οργή και έτριζε τα δόντια του απέναντι στο ρατσιστικό κράτος, ξεμπροστιάζοντας το αστυνομικοκρατούμενο σύστημα των αστικών κέντρων.

Μέσα στα χρόνια οι Body Count συνέχισαν να κυκλοφορούν δίσκους, όταν ο Ice T έβρισκε χρόνο ανάμεσα στα σόλο LP του ή στους τηλεοπτικούς του ρόλους (ειρωνικά, ήταν συνήθως ρόλοι μπάτσων). Πλέον, όμως, το συγκρότημα είναι αποδεκατισμένο καθώς πολλά ιδρυτικά μέλη έχουν πεθάνει. Μόνο ο Ice T και ο κιθαρίστας Ernie C έχουν απομείνει να εξαπολύουν το thrash βιτριόλι κατά της «μηχανής».

Στα 2017, οι βασικές επιρροές των Body Count δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα: τα επιθετικά τους riff κινούνται ανάμεσα στους Black Sabbath και στους Suicidal Tendencies, αλλά και ανάμεσα στους Slayer και στους Bad Brains. Κανένα όμως κομμάτι του Bloodlust δεν αφήνει αποτύπωμα στον ακροατή και κάνενα riff δεν μπορεί να ακουστεί ως soundtrack σε σκηνές λαϊκής εξέγερσης –για να τις κινητοποιήσει δε, ούτε λόγος.

Το εξτρεμιστικό “Civil War” (με guest τον Dave Mustaine των Megadeth) ξεκινάει βέβαια τον δίσκο κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο μέσα σε metal πανικό, το “All Love Is Lost” (guest εδώ ο Max Cavalera) φτύνει μισογυνικό μίσος και το “Here I Go Again” γεννάει εικόνες ενός αιματοβαμένου b-movie. Πρόκειται ωστόσο για τραγούδια που ακολουθούν μια απλή φόρμουλα: ο Ice-T κραυγάζει για ένα κοινωνικό ζήτημα ώστε να θέσει το θεματικό τερέν, μετά βρίζει ακατάπαυστα για το πόσο «fucked up» είναι το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται και κάπου στη μέση ένα παχύρρευστο κιθαριστικό riff έρχεται για να κάψει τα ηχεία και να τα κάνει όλα ίσωμα.

Ενώ λοιπόν κάποτε οι Body Count προκαλούσαν αντιπαραβολές με τους Rage Against The Machine, πλέον μπορούν να συγκριθούν με ένα μεταλλικό κακέκτυπο των Limp Bizkit. Πριν δύο δεκαετίες, ασφαλώς, αυτή θα ήταν η χειρότερη προσβολή για την thrash συμμορία του Ice-T, αλλά ίσως να μη χολοσκάνε πλέον για την επικινδυνότητά τους, παρά να νοιάζονται μόνο για την εκτόνωσή τους. Το σαρωτικό Bloodlust μπορεί έτσι να νομίζει ότι λειτουργεί σαν εμπρηστικός μηχανισμός απέναντι στη ρατσιστική και βίαιη κοινωνία που το έθρεψε, μα πάσχει τόσο πολύ μουσικά και στιχουργικά, ώστε δεν είναι ικανό να παράξει έστω ένα τραγούδι-σύνθημα.

Οι Body Count δεν μπορούν πια να ξεσηκώσουν, δεν μπορούν καν να ενοχλήσουν. Ούτε μια ωμή ανταπόκριση από το πολεμικό μέτωπο των γκέτο δεν πείθουν ότι κάνουν με ειλικρίνεια, καθώς η οργή εδώ είναι τoποθετημένη μόνο για να συνοδεύει τη macho πόζα και τα (ανώδυνα) κωλοδάχτυλα προς πάσα κατεύθυνση. Μόνο το “No Lives Matter” κάνει ένα σχετικά ενδιαφέρον σχόλιο επάνω στο κίνημα του Black Lives Matter, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν μπορεί να αποκαλείται απόγονος του “Cop Killer”.

Αυτό το άλμπουμ, ας είναι το τελευταίο τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #125

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο. Ο τρόπος που η ζεστή φωνή της τυλίγεται γύρω από τρυφερές, μελίρρυτες μελωδίες, τρύπωσε στην καρδιά μου, κυρίως με τα τραγούδια που χάρισε στο soundtrack του Magnolia (1999). Η ίδια ανήκει άλλωστε σε μια γενιά γυναικών τραγουδοποιών της δεκαετίας του 1990, από τη Fiona Apple μέχρι και την Cat Power, που επιβιώνουν ακόμα, ανάμεσα σε συνταγές γιατρού και παρτιτούρες. Γυναίκες με παραπανίσια εξυπνάδα, των οποίων η καλλιτεχνική αυτοέκφραση και οι αποτοξινωτικές μελωδίες γίνονται σωσίβια, ώστε να μπορούν να αντέχουν το βάρος τους.

Στο πρώτο της άλμπουμ μετά από 5 χρόνια, η πολυσχιδής τραγουδοποιός αντιμετωπίζει μετωπικά την ψυχική νόσο και τα τραύματα που γεννάει στις καθημερινές σχέσεις. Από την αρχή άλλωστε της καριέρας της έδινε φωνή σε ήρωες που δεν ήταν θύματα των υπολοίπων ή γεννημένοι losers, μα αυτοκαταστροφικοί σαμποτέρ των ίδιων τους των ζωών. Σε εραστές που απεχθάνονται την οικειότητα, σε αστούς που χρησιμοποιούν τον σαρκασμό για να καλύψουν τον τραυματισμένο τους εαυτό, σε αταξινόμητους κοινωνικά ανθρώπους, όσους τρέχουν ασθμαίνοντας προς μια κάποια ευτυχία –μόνο και μόνο για να σωριαστούν εξαντλημένοι στα μισά της διαδρομής– αλλά και σε αφελείς που επιχειρούν πτώση στο κενό, πεπεισμένοι ότι θα προσγειωθούν ελαφρά στο έδαφος σαν πούπουλα.

Τα τραγούδια του Mental Illness μοιάζουν να μην ηχογραφήθηκαν απλώς, αλλά να απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα· σαν αποδημητικά πουλιά που δεν αντέχουν άλλο να παριστάνουν τα κατοικίδια στα μπαλκόνια αστικών διαμερισμάτων. Από τις soft-rock γραμμές των Bread μέχρι τις mid-tempo μπαλάντες του Elliott Smith, η Aimee Mann αφηγείται folk ιστορίες, ενδεδυμένες με βασανισμένο περιτύλιγμα και με μαύρο χιούμορ. Προκειμένου λοιπόν να οικειοποιηθούμε τραγούδια όπως το “Lies Of Summer”, το οποίο αφηγείται μια βάναυση σχέση με έναν παθολογικό ψεύτη (και για κάποιον λόγο φέρνει στον νου τον Neil Young του “Harvest Moon”), το διπολικό δράμα του “Rollercoasters” ή το “Knock It Off”, μια ιστορία διαχείρησης ενός πρώην που δεν δέχεται το τέλος της σχέσης («Come on, get in the car –it’s over»), η ακρόαση πρέπει να συνοδεύεται από ανάγνωση των στίχων για να αποδώσει τα δέοντα.

Τα τύμπανα, το πιάνο και τα διακριτικά έγχορδα δεν παίρνουν ποτέ το πάνω χέρι, κάνοντας έτσι το Mental Illness έναν δίσκο εύκολο να χαθείς μέσα του. Φυλάξτε το “You Never Loved Me” για ένα μελαγχολικό βράδυ και το “Stuck In The Past” για όταν χρειαστείτε ένα μικρό καταφύγιο παρηγοριάς, φιλοτεχνημένο με ειλικρίνεια και ψυχοθεραπευτική διάθεση.

Τη συμπαθώ την Aimee Mann, γαμώτο· αλλά τον αντίκτυπο των τραγουδιών του Magnolia, δεν τον έφτασε ξανά. Επιλέγω όμως να κρατήσω τις τρυφερές της ερμηνείες σε στίχους όπως το «My heart is a poor judge / It harbours an old grudge», καθώς επιμένουν να θυμίζουν αληθινά αισθήματα στην ψηφιακή, φωτοσοπαρισμένη φαντασία που κατακλύζει τις μέρες μας.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Jonathan Demme (1944–2017)

O θάνατος του Jonathan Demme, μας δίνει μια αφορμή για να θυμηθούμε όλους εκείνους τους σκηνοθέτες του σύγχρονου Αμερικάνικου σινεμά, που διαθέτουν προσωπικό κόσμο, δεξιοτεχνία και πάθος, αλλά συνήθως δεν τιμώνται όσο πρέπει. Ο Demme δεν ήταν παραγνωρισμένος, καθότι έχει βραβευτεί με όσκαρ και έχει αποκτήσει τεράστια φήμη. Όμως, ο Νεουορκέζος σκηνοθέτης πάντα διέθετε το «ενοχλητικό» για το mainstream κοινό, ένζυμο του «πάθους για εικόνα», (όπως ο Michael Mann). Με παραπανίσια εξυπνάδα και με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω στην καριέρα του, ο Demme δεν ήθελε (ή δεν μπορούσε) να ακολουθήσει τη δαφνοστεφανωμένη διαδρομή συναδέλφων του, όπως ο Ron Howard ας πούμε, που ήταν ετοιμοπόλεμοι σε κάθε «πρόσληψη του studio». Ο ίδιος δεν ανέλαβε δαπανηρά σίκουελ, ούτε ήρωες της Marvel. Έχοντας αφήσει πίσω του ένα έργο με τεθλασμένη γραμμή στο σχεδιάγραμμα ποιότητας, ο Demme θα μείνει στην ιστορία κυρίως για τον τρόπο που ενσωμάτωσε την rock κουλτούρα στις εικόνες του, όπως προγενέστερα ο Nicholas Roeg ή μεταγενέστερα ο Cameron Crowe. Όμως ο Jonathan Demme δεν έκανε rock’n’roll σινεμά, αλλά τίμησε τη μουσική με έναν τρυφερό και διακριτικό τρόπο.

silence_6.jpg

Ο καριέρα του ξεκίνησε με γνήσια b movie ψυχαγωγία, με τον ίδιο να απολαμβάνει τη χαρά της σκηνοθεσίας σε μια σειρά μικρών ταινιών (Last Embrace, Melvin and Howard). Όμως στην κωμωδία Something Wild (1986) ήταν που έλαμψε για πρώτη φορά το άστρο του και στο Married to the Mob (1988) ήταν που έγινε περιζήτητος. Αντί όμως να εκμεταλλευτεί την επιτυχία και να αναλαμβάνει να διαικπεραιώνει κωμωδίες στο στυλ του Rοb Reiner, ο Demme αμέσως βούτηξε στον πειραματισμό με το “Swimming to Cambodia” και λίγο μετά αποθέωσε τη μουσική των Talking Heads με το “Stop Making Sense, αντικειμενικά την «καλύτερη συναυλία που κινηματογραφήθηκε ποτέ», με τον Byrne σε άπιαστη δημιουργική νιρβάνα επί σκηνής. Ο Demme είδε τη συναυλία σαν ένα θεατρικό και τους μουσικούς σαν χαρακτήρες ενός έργου με τους οποίους έπρεπε να δεθείς σαν θεατής.

2017-03-06.jpg

Ο Demme έφτασε την δημοτικότητά του στα ύψη με τον τρόπο που κινηματογράφησε το πρόσωπο του Anthony Hopkins να λέει «Hello Clarice» και να μας παγώνει το αίμα στους κινηματογράφους το 1991. Η ταινία άνοιξε το δρόμο για το Seven και το X-Files αλλά και για εκατοντάδες απομιμήσεις, με κάθε λογής ψυχωτικών serial killers να παρελαύνουν στις οθόνες. Κανένας δεν έφτασε τον Buffalo Bill και κανένας σκηνοθέτης δεν θα ταίριαζε τόσο καλά το ‘Goodbye Horses’ των Q Lazarus στη σκηνή με το χορό του δολοφόνου. Ο θρίαμβος συνεχίστηκε με το οσκαρικά ανθρωποκεντρικό και διδακτικό Philadelphia (1993). Από τότε ο Demme αποφάσισε να κάνει τα δικά του. Να κάνει παρέα με τον John Cale, τον Bruce Springsteen, τη Laurie Anderson, τον Robyn Hitchcock, τον David Byrne και τον Neil Young. Με τον Neil Young μάλιστα, έφτιαξε τρια υπέροχα ντοκιμαντέρ: το Heart of Gold (2006), το Trunk Show (2009) και το Journeys (2011). Σαν να μην ήθελε να αποχωριστεί τη μουσική του φίλου του.

6a00d8341c630a53ef0168e5c36406970c.jpg

Το σινεμά του Demme είχε τίμιες ασημαντότητες (The Truth About Charlie), φιλόδοξες αποτυχίες (Beloved), αναιμικές ηθογραφίες (Rachel Getting Married), δειλές απόπειρες στο mainstream (The Manchurian Candidate) και υποτιμημένες κομεντί (Ricki and the Flash). Κυρίως όμως περιείχε κάμποσες τηλεταινίες, μικρά ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικά επεισόδια. Τη μέρα που ο Demme πέθανε, προβάλλονταν στην Αμερικάνικη τηλεόραση ένα επεισόδιο που σκηνοθέτησε για την αστυνομική σειρά Shots Fired – ένα από τα αμέτρητα αστυνομικά σήριαλ του συρμού στα οποία σπαταλήθηκε. Ο άνθρωπος για τον οποίο πίνουν νερό στ΄όνομά του ο Fincher και ο Soderbergh, αναλάμβανε δουλειές για εκτόνωση και για βιοπορισμό, σαν να μη νοιάζονταν πια να φτιάξει σπουδαίο σινεμά. Για κατευόδιο, να δείτε το “A Master Builder” (2013) ένα τρυφερό φιλμάκι που κρατάει ζωντανούς τους χαρακτήρες του Wallace Shawn και του Andre Gregory από το “My Dinner with Andre” (1981) του Λουί Μαλ. Το έργο του Demme θα μείνει για να μας θυμίζει ότι μερικοί δημιουργοί βγαίνουν… Once In A Lifetime.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #124

The Flaming Lips

Oczy Mlody

Μία από τις πιο ευεργετικές δυνατότητες της μουσικής, είναι ότι μπορεί να σε παρασύρει σαν φαντασιακή χρονοκάψουλα, στέλνοντάς σε σούμπιτο σε μακρινούς ονειρόκοσμους, εκεί όπου η μονοτονία δεν έχει καμία θέση και οι μέρες σου δεν είναι ρουτινιασμένες κι άραχλες.

Η αποδραστική της δύναμη δημιουργεί ψυχεδελικούς διάκοσμους, οι οποίοι αντικαθιστούν τα κακοφωτισμένα γραφεία που σε κρατούν δέσμιο, εκεί όπου μοναδικό soundtrack είναι ο ήχος του φωτοτυπικού μηχανήματος και του τηλεφώνου. Η μουσική διώχνει την ασχήμια μακριά και σε κάνει να νιώθεις ότι φοράς φαντεζί στολή αστοναύτη, αντί για ασιδέρωτα και πιτσιλιασμένα από τον πρωινό καφέ μπλουζάκια. Οι Flaming Lips θέλουν πολύ να είναι σε θέση να κάνουν αυτό το δώρο της απόδρασης, νομίζω όμως ότι πλέον είναι πολύ απασχολημένοι με το να χάνονται οι ίδιοι σε «αποδραστικούς» πυλώνες φαντασίας, με αποτέλεσμα να ξεχνάνε το κοινό. Με αυτό μάλιστα το 14ο άλμπουμ τους, φαντασιώνονται εαυτούς στη θέση των Pink Floyd, όταν εκείνοι είχαν βουτήξει στα καλύτερα παραισθησιογόνα που βρήκαν στο στούντιο των Beatles.

Το Oczy Mlody είναι μια πλαδαρή σε ύφος και δομή rock opera, η οποία λειτουργεί σαν ψυχοτροπικό μανιτάρι: έστω κι αν δεν δύναται να κάνει τα ανδροειδή να ονειρευτούν ηλεκτρικά πρόβατα, θέλει τουλάχιστον να ρίξει τους ανθρώπους σε τριήμερο ύπνο, για να κάνουν αχαλίνωτο σεξ στα όνειρά τους με μονόκερους. Όμως τα χρόνια των σπουδαίων εμπνεύσεων (ανάμεσα στο Soft Bulletin του 1999 και στο Yoshimi Battles The Pink Robots του 2002, δηλαδή) έχουν παρέλθει για τους Lips, και το να βρεις τις αληθινά καλές ιδέες μέσα σε αυτήν την παρέλαση από psych-pop ονειρώξεις γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

Το εναρκτήριο “How” είναι ένα synth rock τέρας με πολλά πόδια, το οποίο αφήνει χώρο στον Wayne Coyne να κάνει τα δικά του, υποχρεώνοντάς σε, με το στυλ του, να ακούσεις τι έχει να πει. Όσο όμως προχωράει ο δίσκος ανοίγει και το κάδρο: η εικονογραφία γίνεται πιο χαοτική, τα χρώματα στάζουν από τον μουσαμά και όλα μπλέκουν σε θραύσματα ενός κακού trip, που μέσα στο χάος επιμένει να επικοινωνεί τα πιο αισιόδοξα –γιατί έτσι λένε τα διδάγματα του Δρ. Timothy Leary. Κάπου στο “Galaxy I Sink” ακούς ωραίες κιθάρες βγαλμένες από σπαγγέτι γουέστερν, το “Listening Τo Τhe Frogs With Demon Eyes” θέλει να κάνει τον Johnny Greenwood των Radiohead να μειδιάσει (και το καταφέρνει), ενώ στο “We The Family” η Miley Cyrus τραγουδάει μια νεοχριστιανική παραβολή για έναν εξωγήινο Ιησού που έπεσε στη Γη με διαστημόπλοιο. Οι Flaming Lips φέρονται σαν πρώην καταξιωμένοι καλλιτέχνες, οι οποίοι αποκύρηξαν μετά βδελυγμίας την επιτυχία του παρελθόντος κι έκαναν κοσμήματα τους χρυσούς τους δίσκους, σνιφάροντας παράλληλα τις στάχτες των συμβολαίων τους με τις μεγάλες δισκογραφικές.

Αλλά αυτή η ψυχεδελική americana δεν έχει πραγματικό fun: ακούγεται σαν ένα μπάσταρδο τέκνο του Flying Lotus και του Paul McCartney, το οποίο δεν πήρε ποτέ σχήμα τραγουδιού για το εμπόριο κι έμεινε στους πειραματισμούς της κονσόλας. Οι Flaming Lips ψυχαγωγούν λοιπόν μόνο τον εαυτό τους στο Oczy Mlody, λες και κάθονται σε εμβρυική στάση στο στούντιο, αδιαφορώντας για τον αποδέκτη. Το ψυχρό, μινιμαλιστικό ύφος του Wayne Coyne υστερεί και σε ποίηση και σε αθωότητα, ενώ οι παραμορφωμένες μελωδίες – βγαλμένες από τα σημειωματάρια των Beach Boys– ψάχνουν σαν έρημες να χτίσουν μια γέφυρα με τον ακροατή, τη στιγμή που το μυαλό του αρχιτέκτονα έχει αφεθεί στην παράνοια.

Περισσότερο ένα installation που εκπέμπει σήμα ζωής, χωρίς απαραίτητα να ψάχνει αποδέκτη, παρά καλλιτεχνική πρόταση αξιώσεων.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #123

Οι Jesus And Mary Chain θα είναι πάντα πιο cool απ’ το αγαπημένο σου συγκρότημα. Μπορεί τα αδέρφια από τη Γλασκώβη να μην έγιναν ποτέ Velvet Underground, Stooges ή έστω Sonic Youth, όμως ακούγοντας ακόμη και τα πιο μέτρια τραγούδια τους, ανεβαίνουμε μερικά επίπεδα στη σκάλα του coolness. Το αξίωμα αυτό όχι μόνο δεν ακυρώνεται με την επιστροφή τους, αλλά ενισχύεται. Χάρη σε ένα comeback album εξίσου ευπρόσδεκτο με εκείνο των My Bloody Valentine.

Είναι σχεδόν ενοχλητικό ότι τα αδέρφια Reid ακούγονται σαν να μη μεγάλωσαν ούτε μέρα και μπορούν ακόμη να ποτίζουν με απόηχους της Motown την κληρονομιά του «wall of sound» του Phil Spector, πάνω σε έναν τάπητα από υπερτονισμένες κιθάρες. Είχαν 19 χρόνια να κάνουν κάτι δισκογραφικά οι Jesus Αnd Mary Chain (από το Munki του 1998), όμως ήδη από τις πρώτες νότες του εναρκτήριου “Amputation”, μας στέλνουν ξανά πίσω στις χρονικές συντεταγμένες. Τότε που λέγαμε απλώς «alternative» και καταλαβαίναμε μεταξύ μας τι ακριβώς εννοούμε.

Το Damage Αnd Joy διαθέτει απλή δομή, δίχως αχρείαστη καταχνιά στην ατμόσφαιρα και μπορεί να ακουστεί τόσο σε ημιφωτισμένα καταγώγια τίγκα στην κάπνα, όσο και σε γκλαμουράτα πάρτι με καλοντυμένα κορίτσια. Αποτελείται από μια παχιά δέσμη 14 εμπνεύσεων, που προκαλούν πειθαρχημένη διέγερση: τραγούδια χωρίς καθόλου «λίπος», τα οποία μπορούν και να χορευτούν, αλλά με τη δική σου απαραίτητη συναίνεση.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι ικανά να θρέψουν άγρια ξενύχτια, με τις γόπες και τα άδεια μπουκάλια να μαρτυρούν το hangover, αλλά και να συντροφεύσουν μελαγχολικούς daydreamers. Ακούστε τις περιπετειώδεις κιθάρες στο τελευταίο λεπτό του “War On Peace”, την πηχτή μελωδικότητα του “Presidici”, την περήφανη ευδαιμονία του “Get On Home” –όπου ο Jim Reid μας λέει ότι πέρασε τη νύχτα με το κορίτσι του και λίγο LSD (και το λέει σαν να είναι το καλύτερο πράγμα που του έτυχε ποτέ). Ακόμα και τη στιχουργική μυθοπλασία του “Song For A Secret”, όπου αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής σκότωσε τον Kurt Cobain μετά από εντολή της Courtney Love.

Ακούγοντας πάλι άλλα κομμάτια, όπως το ευοίωνο “All Things Pass” ή το αγαπησιάρικο “The Two Of Us”, παρασύρεσαι σε μια άχρονη πραγματικότητα χωρίς ανταγωνιστικές οικονομίες, καθημερινή πάλη με τον φιλελέ κυνισμό και τη λογικάρια ανοησία. Ο Jim και ο William Reid, σε κάνουν να πιστεύεις ξανά στους αυτόφωτους και στους αληθινά δημιουργικούς –όχι δηλαδή σε εκείνους που θεωρούν την επιχειρηματικότητα ως μέτρο αξίας. Με λίγα λόγια, σε κάνουν να νιώθεις ασφάλεια. Δίχως την αλαζονεία «σεβάσμιων πατεράδων», κατασκευάζουν ένα αντίδοτο για όλες τις κάλπικες ροκιές που μας φοράνε κολάρο κάθε λογής απέθαντοι δεινόσαυροι, τσαρτόπληκτοι αριβίστες και άτεχνα φρικιά.

Ήταν πάντα και παραμένουν διαφήμιση του rock ‘n’ roll οι άτιμοι οι Jesus And Mary Chain, ήδη από την εποχή κατά την οποία εξαπέλυσαν δίσκους που προλείαναν το έδαφος για την έκρηξη του alt-rock μετά το 1990. Όταν λοιπόν νιώθω προδομένος από χαζοκιθάρες που βολοδέρνουν στον μουσικό τύπο αποσπώντας ανόητους διθυράμβους, επιστρέφω σε συγκροτήματα σαν κι αυτό, που λειτουργούν σαν σωσίβια για την ταλαιπωρημένη αγάπη μας για το μοντέρνο ροκ.

Για να αφομοιώσει βέβαια κάποιος το Damage Αnd Joy, θα πρέπει πρώτα να αισθανθεί ότι συμμετέχει στην ομήγυρη για την οποία κατασκευάστηκε. Προσωπικά ανήκω στη φυλή που έχει λιώσει το Pshychocandy (όπως και το Loveless των My Bloody Valentine, αλλά και το Siamese Dream των Smashing Pumpkins και το Sister των Sonic Youth). Φυσικά, η παγοθραυστική αύρα ενός Darklands (1987) δεν μπορεί να επαναληφθεί 30 χρόνια μετά, τελικά όμως αυτή η επιστροφή αποδεικνύεται απαραίτητη κι όχι απλά ευπρόσδεκτη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

10 ταινίες για τη Μεγάλη Βδομάδα

Αν ανήκετε σε αυτούς που αντιπαθούν τις επικές ταινίες Χλαμύδας, τον Τζεφιρέλι και τα πάθη του Μελ Γκίμπσον, υπάρχουν 10 αριστουργηματικές ταινίες θρησκευτικού προβληματισμού που αξίζει να θυμηθείτε ή να ανακαλύψετε.

The Station Of The Cross (2014)
Του Dietrich Brüggemann

The Station Of The Cross (2014).jpg

Η 14χρονη Μαρία μαθαίνει από μικρή το αυταρχικό πρόσωπο του Χριστιανισμού και αισθάνεται ότι το σώμα της ανήκει μόνο στον Ιησού. Η Μαρία θα βιώσει τις 14 στάσεις του Σταυρού μέσα από ισάριθμες σκηνές. Ο Γολγοθάς της ανήλικης μαθήτριας είναι σοκαριστικός. Ο δρόμος για την ενσάρκωση των Παθών, είναι μια κατάβαση στην κόλαση και στην πνευματική αστάθεια. Η ακραία αφοσίωση χαρτογραφείται από 14 μεγάλες σεκάνς που προκαλούν σφίξιμο στο στομάχι, καθώς η μικρή οδηγείται στην αποξένωση, στην τρέλα και τελικά στην ατομική της «θέωση». Ένα δράμα-σοκ, άθικτο από τις αισθητικές ανάγκες της καθημερινότητας που τα έθρεψε, χάρη στην εστέτ αδιαλλαξία του δημιουργού του, εφάμιλλο ενός «Δαμάζοντας τα Κύματα». Έργο που σε αποξενώνει, που προκαλεί τις αντοχές σου και δεν εκμαιεύει τη προσοχή σου με τις κατασταλτικές μηχανές του entertainment.

 
Ida (2013)
Του Pawel Pawlikowski

Ida (2013).jpg

Την Άννα μεγάλωσαν Πολωνές καλόγριες. Λίγο πριν ασπαστεί τον μοναχισμό, ταξιδεύει να επισκευτεί την μαναδική εν ζωή συγγενή της, η οποία την ενημερώνει για την Εβραική της καταγωγή. Οι δυο κοπέλες ξεκινούν να ανακαλύψουν τα κρυμμένα οικεγενειακά τους μυστικά, που θα κλονίσουν όσα οι ίδιες πίστευαν για τις ζωές τους και για το ποιές είναι πραγματικά. Ασπρόμαυρο, υπαρξιακό, Πολωνικό δράμα υψηλής κλάσεως που λειτουργεί ως χαμηλόφωνος στοχασμός στα ιδανικά και τις ρίζες της πίστης, όπως σχηματίζονται από το κοινωνικό πλαίσιο που ζούμε και αναπνέουμε. Μια αναχρονιστική προσπάθεια, σχεδόν με όρους βωβού σινεμά, για δοκιμιακές ιδέες σε μια γεμάτη νοήματα, κοσμογονική ιστορία αφιλόξενων χώρων και διστακτικών κινήσεων.

 

Beyond the Hills (2012)
Του Cristian Mungiu

Beyond the Hills (2012).jpg

O Ρουμάνος σκηνοθέτης Cristian Mungiu (της φήμης του «4 Months, 3 Weeks and 2 Days») αφηγείται μια αδιανόητη ιστορία, με τη μορφή παραβολής επάνω στην έννοια της Θείας τιμωρίας και του μοντέρνου σκοταδισμού. Δυο φίλες που μεγάλωσαν στο ίδιο ορφανοτροφείο, έχουν μια ιδιότυπη ερωτική σχέση μέσα στα χρόνια. Η μια μεταναστεύει στη Γερμανία στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής και τελικά βρίσκει το Θεό. Ως καλόγρια πλέον, θα φιλοξενήσει στο μοναστήρι που ζει την πρώην ερωμένη της, που παραμένει ατίθαση και την οποία οι υπόλοιποι θα θεωρήσουν δαιμονισμένη και θα υποβάλλον σε εξορκισμό διαρκείας. Τις ταινίες σαν κι αυτή, τις καθιστά σπουδαίες ο απόηχός τους, που φωλιάζει στο υποσυνείδητο. Λίγο μετά τη στιγμή που το δράμα σωπάσει και αφότου ξεπεραστεί το αντανακλαστικό σοκ της θέασης. Ρεαλισμός με σκληρά κατακτημένη σοφία, αδιανόητη κατάληξη στο φινάλε και πράξεις ελέους του καίνε την ψυχή των ανθρώπων αντί να της δώσουν ανάταση.

Hadewijch (2009)
Του Bruno Dumont

Hadewijch (2009).JPG

Μια Καθολική μοναχή, θα επιστρέψει για λίγο στο πατρικό της. Στην πορεία θα γνωρίσει έναν Μουσουλμάνο νεαρό, αλλά θα του επισημάνει ότι έχει ορκιστεί να μείναι παρθένα. Η νεαρή θα παρευρεθεί στις λατρευτικές τελετές των Μουσουλμάνων, μετά από πρόσκληση του μεγάλου αδερφού του φίλου της. Σπουδαία δουλειά ενός ανήσυχου, νεωτεριστή σκηνοθέτη που αποκτά υπόσταση μόνο όταν πατάει στα πτώματα των πατροπαράδοτων ιδεών σχετικά με το αντιλαμβανόμαστε ως πίστη και τρομοκρατία. Ταινία με βαθύτατη θεολογική και φιλοσοφική διάσταση, με πολλαπλά επίπεδα γραφής και με αναπάντητα ερωτήματα που θέτει προς πάσα κατεύθυνση.

The Third Miracle (1999)
Της Agnieszka Holland

The Third Miracle (1999).jpg

Ελάχιστοι έχουν δει αυτό το εξαιρετικό διαμαντάκι με πρωταγωνιστή τον Εντ Χάρις, στο ρόλο ενός σκεπτικιστή Ιερέα που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ένα κορίτσι με ανίατη ασθένεια, γιατρεύτηκε όταν έσταξε πάνω της το αίμα του αγάλματος της Παρθένου Μαρίας. Ένα βαθύ δράμα και μια σπουδή χαρακτήρων γεμάτη νεύρο. Το πνευματικό ταξίδι που θα πυροδοτήσει αυτή η έρευνα είναι άριστα δωσμένο, με τον φακό να ψυχανεμίζεται τον διχασμό του Ιερέα ανάμεσα στην κοσμική φιλοσοφία ζωής και το δόγμα πάντα με οδηγό το καθαρό βλέμμα του Εντ Χάρις.

Of Gods and Men (2010)
Του Xavier Beauvois

Of Gods and Men (2010).jpg

Το διαστρεβλωμένο μόρφωμα του Ιερέα / Σωτήρα, μέσα από καθημερινές πρακτικές και η σιωπή του Θεού, απαρτίζουν τη ραχοκοκκαλιά αυτού του Γαλλικού δράματος, που διαδραματίζεται μέσα σε ένα μοναστήρι όπου εννέα μοναχοί βρίσκονται κλεισμένοι. Οι ιερείς συνυπήρχαν με τους Αλγερινούς μουσουλμάνους, μέχρι που ορισμένοι από αυτούς εκτελέστηκαν στον εμφύλιο. Οι εννέα μοναχοί θα μεινουν έγκλειστοι και θα προσευχηθούν, μέχρι να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν για να μη θανατωθούν. Αεροστεγώς κλεισμένο δράμα που θέτει ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα ερωτήματα για τον εκκλησιαστικό ρόλο και τη μεταμέλεια σε καθεστώς πολέμου.

Turin’s Horse (2011)
Του Bella Tarr

Turin’s Horse (2011).jpeg

Μια κρυπτική μυσταγωγία με υποβλητική δύναμη που θα προκαλέσει τόσο πλήξη και αμηχανία σε κάποιους όσο και συναισθήματα δέους στους υπόλοιπους. Ένα ασπρόμαυρο κινηματογραφικό δοκίμιο δυόμιση ωρών, παντελώς άδειο από διαλόγους και δράση με μια υπνωτική παρατήρηση μιας άγονης στατικότητας δυο ανώνυμων χαρακτήρων σε ένα πέτρινο σπίτι για έξι μέρες, με τη μινιμαλιστική μουσική και τον αφύσικο αέρα που λυσσομανάει να ντύνουν μουσικά μια παράτολμη αλληγορία. Ο έκπτωτος ανθρώπινος πολιτισμός σε «κενό σκοτάδι», η ρήξη με το “Θείο” εξαιτίας της διαβρωτικής μανίας του ανθρώπου, η τιμωρία του με “άρνηση” και η μανία της φύσης. Η εικονοπλασία του “The Turin Horse” καλλιεργεί στο θεατή την ιδέα μιας θεολογικής παραβολής με τη δράση να απουσιάζει. Ο Νίτσε έκλαψε με λυγμούς όταν αγκάλιασε ένα άλογο που χτυπήθηκε από τον ιδιοκτήτη του. Λίγο μετά θα διακήρυττε τη φιλοσοφική χρεοκοπία του πριν αφεθεί στη παράνοια. Ο κινηματογραφικός φακός ψάχνει την αλήθεια των εικόνων με μακράς διάρκειας λήψεις και προσδίδει φιλοσοφική βαρύτητα στην παραβολή που γεννάει μια ιστορία που δεν είδαμε, αυτή ενός φιλοσόφου σε ολική κατάρρευση. Η στείρα καθημερινότητα είναι η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου.

Bringing Out The Dead (1999)
Του Martin Scorsese

Bringing Out The Dead (1999).jpg

Η νυχτερινή βάρδια εκτυλίσσεται σε βρώμικα στενά και κακόφημα στέκια. Το ασθενοφόρο προσπερνάει σωρό από όρθια πτώματα, ντίλερς, άστεγους, τοξικομανείς, πόρνες και προσπαθεί να σώσει τη ζωή των χαμένων ψυχών. Όμως εδώ η αστική κόλαση εσωτερικεύεται και εκφράζεται μέσα από το ταραγμένο από τις ενοχές και την αϋπνία μυαλό του ήρωα. Το μεσσιανικό σύμπλεγμα είναι εμπόδιο για την αγωνία για λύτρωση ενός τσακισμένου ανθρώπου που έχει περάσει πολύ χρόνο δίπλα στο θάνατο για να αισθανθεί ζωντανός. Ο κόκκινος σταυρός που εσωκλείει τη ματιά «αγιοσύνης» του Νίκολας Κέιτζ στην αφίσα φυσικά δεν είναι του ασθενοφόρου. Ο ήρωας διανύει ένα σιωπηλό, σχεδόν παραλυτικό ταξίδι στην κενότητα, βασανιζόμενος από την οδύνη για τις ψυχές που δεν έσωσε. Ο διχασμός ανάμεσα στην απέχθεια για τις ασχήμιες του δρόμου και της χριστιανικής συμπόνιας, τον παρασύρει σε ένα ασταμάτητο hangover διάσωσης και μαζοχιστικής κατάβασης στη μεταμεσονύχτια κόλαση των δρόμων. Από τις πιο θρησκευτικές ταινίες του Σκορσέζε.

 

Ordet (1955)
Του Carl Dreyer

Ordet (1955).jpg

Δωρικό δράμα, με δράση δωματίου και μετρημένο διάλογο. Η παρατήρηση ενός ακίνητου και απολιθωμένου κόσμου είναι η παλέτα για μια πλατύτερη αλληγορία σύγχρονου υπαρξισμού. Με περίσσια ταπεινότητα, ο μεγάλος Dreyer χρησιμοποιεί ευθύγραμμη αφήγηση για να κινηματογραφίσει τους ήρωές του σαν έγχορδα σε κονσέρτο δωματίου. Ο φακός παρατηρεί αόρατος, σχηματίζει συμμετρικά πλάνα, σαν μπαρόκ αριστουργήματα και αφουγκράζεται τις λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς που επιτρέπουν το «Θείο» στο δράμα. Ο Dreyer επιχειρεί μια χαμηλοβλεπούσα ιχνηλάτιση του αγγίγματος του Θεού. Η αποθέωση του συμβολικού σινεμά με αργόσυρτο βήμα, που αδιαφορούν για κάθε υποψία αφήγησης και εσωκλείουν μια εικονοκλαστική εποποιία του νου. Συμμετρικά πλάνα και διάλογοι, είναι παραταγμένα με αρχοντιά και σοφία σε ένα αριτούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Léon Morin, Priest (1961)
Του Jean-Pierre Melville

Léon Morin, Priest (1961).jpg

Βρισκόμαστε στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και μια άθεη μητέρα (εξαιρετική η Emmanuelle Riva) ασπάζεται αναγκαστικά τον Καθολικισμό για χάρην την σωτηρία της κόρης της. Κλοσνισμένη από τον πόθο της για το πρώην αφεντικό της, θα αναπτύξει θερμά αισθήματα προς έναν νεαρό ιερέα που τη συστήνει στις διδαχές του Καθολικισμού. Ο Jean-Paul Belmondo είναι υπέροχος στον ρόλο ενός στωικού και επίμονου ιερέα, σε ένα πυκνό δράμα που απογειώνεται χάρη στον εκλεκτισμό του Melville και τα πυκνά συναισθηματικά στρώματα του σεναρίου. Τα καταπιεσμένα πάθη και η ανάγκη για λύτρωση ποτέ δεν κινηματογραφήθηκαν τόσο τρυφερά και ξάστερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Η Πόλη της Σιωπής

Η πρώτη μυθοπλαστική ταινία της Άντζελας Ισμαήλου διαδραματίζεται στην Πάτμο και στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο χαρακτήρας της Δάφνης.Η ίδια η Ισμαήλου υπογράφει το σενάριο και ερμηνεύει αυτή την μυστηριώδη γυναίκα, η οποία για κάποιους λόγους ζει απομονωμένη, βιώνοντας έναν προσωπικό, συναισθηματικό Γολγοθά. Στο ίδιο νησί θα βρεθούν δυο άνδρες: ο Θεόντορικ ένας καθολικός ιερέας που αναζητά σπάνια χειρόγραφα που θα τον οδηγήσουν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και ο Εστέμπαν, ένας ταυρομάχος (!) που ψάχνει το νήμα που θα τον οδηγήσει σε ένα οικογενειακό μυστικό.

Δεν χωράει σε ψύχραιμες περιγραφές η κατακλυσμιαία επίδειξη ύφους και η πανάλαφρη ανοησία που κουβαλάνε οι εικόνες του έργου. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα του νησιού, οι επιτηδευμένες σιωπές, το συνεχές θλιμμένο βλέμμα της ηρωίδας (επιπέδου πρωτοετούς σπουδάστριας στη δραματική) και ο «φιλολό» στόμφος, συνθέτουν μια χασμωδία που πνίγεται στο χάος των εντυπώσεων. Η φιλόδοξη και αυτάρεσκη δημιουργός νομίζει ότι κάνει μια βουτιά στο μαύρο σκοτάδι της ψυχής των ηρώων (τρομάρα της) αλλά στην πραγματικότητα κάνει τα απολύτως απαραίτητα (τόσα μπορεί άλλωστε) για να ποτίσει με μυστήριο, υπαρξιακά ερωτήματα και ενοχικά πάθη τις σκηνές, χωρίς όμως να έχει χτιστεί κανένα δράμα.

1inter.jpg

Το ολότελα άστοχο και αποτυχημένο φιλμ πάσχει από μεσογειακή αναιμία και χάσκει η ανάγκη του να καλοπιάσει το κοινό, χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεπεράσει ούτε στιγμή την ηδυπάθεια και τον αφόρητο ναρκισσισμό στο στυλ. Αυτό που η Ισμαήλου καταφέρνει τελικά, είναι να κατασκευάσει ημιφωτισμένες εικόνες και χάρτινες ερμηνείες, αποτέλεσμα κακοφορμισμένης συνταγής. Ακόμη και να συγχωρήσεις την άψυχη αφήγηση και τις ξεκούδουνες απαγγελίες λογοτεχνικών τσιτάτων από τους ήρωες, είναι αδύνατον να ξεπεράσεις τον αυτοθαυμασμό της Ισμαήλου που παίζει μπροστά σε έναν αόρατο καθρέφτη, μοστράροντας την (τάχα μου) κομψότητα και εκλεκτικότητά της ενώ χαριεντίζεται με το ναρκισσευόμενο ύφος αυτού του «έντεχνου» δράματος.

Κούφια σε νοήματα και αδικαιολόγητα πομπώδης στο στυλ, η «Πόλη της Σιωπής» θυμίζει μια Λιβ Ούλμαν του φτωχού, για ένα κοινό που ξεγελιέται όταν οι εικόνες μοσχομυρίζουν ακριβό άρωμα. Τελικά το μόνο επίτευγμα της αλαζονικής δημιουργού είναι πως έκανε ακόμα και τις σιωπές να μοιάζουν με ακατάσχετη φλυαρία.

Interlude8.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Raw

Το σοκ της σαρκοφαγίας και η εφιαλτική ενηλικίωση αποκτούν σωματική διάσταση στο ντεμπούτο της Γαλλίδας Ζουλιά Ντικουρνό.

Πρόκειται για ένα θεματικά τολμηρό θρίλερ, που παίζει με την σεξουαλική ταυτότητα και τα αονομολόγητα πάθη της σάρκας. Μια εσωστρεφής, νεαρή σπουδάστρια και ορκισμένη χορτοφάγος, θα βιώσει με τραυματικό τρόπο τη μύηση στον άγριο φοιτητόκοσμο, όταν θα μετακομίσει από το σπίτι των γονιών της, στην εστία της κτηνιατρικής σχολής όπου πρόκειται να σπουδάσει. Η μεγαλύτερη αδερφή της φοιτά ήδη εκεί δεν θα τη στηρίξει απέναντι στο σκληρό, ομαδικό bulling προς τους νεοφερμένους. Οι ήρωες ανήκουν στον δικό μας κόσμο, μέχρι που τους παρασέρνουν τα γρανάζια μιας αιματηρής τραγωδίας, με τη μορφή ενός ύπουλου «φιλμικού εγκλήματος».

1raw.jpg

Τα ρεαλιστικά και αλληγορικά πλαίσια του φιλμ δεν βουτάνε άτσαλα στο ωμό gore, αλλά έχουν αρχικά ποτιστεί στις πρώιμες εμμονές ενός Κρόνενμπεργκ και στο ψυχεδελικό σινεμά του τρόμου των 70’s. Η έλξη προς τον κανιβαλισμό προκαλεί μια ιδιότυπη σεξουαλική φρενίτιδα, ως το βιολογικό σύμπτωμα μιας αρρώστειας. Η απελευθέρωση από τις κοινωνικές αναστολές κάνει φανερό το σημάδι της μόλυνσης. Η διασύνδεση των δύσκολων ιδεών γίνεται με απλότητα και με αποκρουστική, συχνά, ευθύτητα. Οι δυο ηρωίδες φέρονται σαν σαρκικά ρομπότ ενός παράσητου, που σωματοποιείται με όρεξη για ωμή σάρκα. Ηρωίδες που δεν είναι συμπαθείς, αλλά περισσότερο «κατανοητές» -ανθρώπινες- μέσα στις αδιανόητες ανάγκες της καθημερινότητά τους. Τις δυο αδερφές, δεν τις νικάει κάποιος εχθρός, αλλά απλώς παύει να τους ανήκει το σώμα και το μυαλό τους, σαν ιδιοκτησία που τους έχει δωθεί δανεική και τώρα ανακαλείται.

2raw.png

Ένας συνεπής κόσμος φιλοσοφικών και κινηματογραφικών αναφορών (από το «Κάρι» μέχρι το «Ginger Snaps») αναδύεται από την Γαλλίδα δημιουργό που με απίστευτη αυτοπεποίθηση υπογράφει μια τόσο επιθετική και γενικά προσβλητική προς το απαίδευτο μάτι ταινία, που κατάφερε να προκαλέσει και μερικές λυποθυμίες στα φεστιβάλ όπου προβλήθηκε. Το βασικό σοκ της ταινίας δεν έρχεται απο κουβάδες αίματος, αλλά από μια αρχική φιλοσοφική μετατόπιση: την απουσία της τροφής από τη θέση που η παιδεία μας της επιφυλάσσει εφ’όρου ζωής. Το Τοτέμ του φαγητού μπορεί να αποκτά ελάσσονες διαστροφές αλλά σημασία έχει να μην μετατοπίζεται από την θέση που του ορίζει η πολιτισμένη κοινωνία. Αυτή η υπερ-φετιχοποιημένη άσκηση ψυχολογικού τρόμου ανοίγει ένα νέο συναίσθημα αναγνώρισης αυτού του δυσοίωνου κόσμου, σαν να κοιτάμε ένα κυρτό καθρέφτη, μέσα στις διαταραγμένες γραμμές του οποίου μπορούμε να διακρίνουμε τις δικές μας εξαρτήσεις και όνειρα.

3raw.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #122

Κτίρια Τη Νύχτα
Συγκεκριμένα Διαμερίσματα

Υπάρχει λόγος που οι πιο αυθεντικές μουσικές ιδέες είναι πιο ζωντανές από ποτέ ακριβώς τη στιγμή που τις συλλαμβάνει ο δημιουργός τους. Το σουλούπωμα και η επεξεργασία που θα ακολουθήσουν, θα αφαιρέσουν κάτι από την πρωτογενή έμπνευση η οποία τις συνοδεύει. Ο μουσικός που κρύβεται πίσω από το όνομα Κτίρια Τη Νύχτα, τοποθετεί εκεί ακριβώς τα θέλγητρα της μουσικής του: δημιουργεί αυτοσχέδια άλμπουμ για να ανταποκριθεί σε μια ζωτική του ανάγκη, η οποία τον θέλει να αποτυπώνει τις ιδέες του ακατέργαστες.

Σκόρπια λόγια, δηλαδή, και θραύσματα από εικόνες που του γεννάει το (αφιλόξενο, συνήθως) αστικό τοπίο, μπλέκουν σε έναν κατακλυσμό από σύντομες ηχητικές διαδρομές –άλλοτε αδέξια, άλλοτε αριστοτεχνικά. Και, τελικά, μέσα από άφθονα κομμάτια και κάμποσα ιντερλούδια ανάμεσά τους, αυτό το άλμπουμ δημιουργεί κάτι πολύ περισσότερο. Δημιουργεί το συναίσθημα μιας σχέσης που θα είχες με έναν παλιό φίλο με τον οποίον έχτισες κοινά όνειρα πριν η ζωή σας απομακρύνει, καθώς αυτός επιστρέφει μετά από χρόνια, χρησιμοποιώντας κώδικες επικοινωνίας που μοιραζόσασταν παλιά, ώστε να επαναφέρει, φευγαλέα, το οικείο εκείνο αίσθημα των ανθρώπων που, με έναν παράδοξο τρόπο, δεν χάνονται.

Τα Συγκεκριμένα Διαμερίσματα είναι ένα άλμπουμ περιπλανώμενο, γοητευτικό και «τυχοδιωκτικό», με ωραίες ηχητικές υφές, που έρχονται σε φυσική αλληλουχία με τις αστικές νευρώσεις και τις αλλοτριωμένες ανάγκες του μικρόκοσμου στον οποίον είναι εγκλωβισμένος ο Κτιριοκράτορας αφηγητής. Παρόλο μάλιστα που γίνεται σαφές ότι η αίσθηση του «καταραμένου» φοριέται σαν στυλ στα κομμάτια του δίσκου, ο Κτίρια Τη Νύχτα προκρίνει την art rock ευαισθησία του και γεφυρώνει με αυτοπεποίθηση το κενό μεταξύ των Κόρε.Ύδρο. και του The Boy. Έστω με αυτούς τους μπλαζέ εξυπνακισμούς που επαίρονται πως αδιαφορούν για αποδέκτες.

Η αδιέξοδη αγωνία στη “Ζωή”, η περιπαικτική αφηγηματικότητα στο “Λεωφορείο” (το οποίο λοξοκοιτάει στο γραπτό του Φοίβου Δεληβοριά), η ετεροχρονισμένη παιδικότητα του “Καθώς Ξημερώνει Η Δευτέρα”, το περιβάλλον αποξένωσης στο “Μια Αρρυθμία Πόλεων” και η αυτοσχέδια παλαβομάρα στα “Σαρκοβόρα Ασανσέρ”, συνθέτουν ένα πειραματικό κοκτέιλ που δημιουργεί ρεαλιστικά πεδία ταύτισης με τον ακροατή. Πάντα με διαπραγματευτική διάθεση και χωρίς τον μπαμπούλα της «ποίησης» να σαμποτάρει την αμεσότητα. Ο καλλιτέχνης, βέβαια, δεν κλείνει την πόρτα στη μελωδικότητα –ακούστε για παράδειγμα τη “Μεγάλη Παραλία”– αστοχεί όμως όταν ξεπέφτει σε σχηματικό μισανθρωπισμό (“Εμπορικό Κέντρο”), σε εύκολο χαβαλέ (“Αστροδονητή”) και σε εκείνες τις μικρές στιγμές που θέλει να τη σκαπουλάρει πριν εκτεθεί από τις ημιτελείς ιδέες του, με την εύκολη λύση του να τα αναγάγει όλα σε επίπεδο ευγλωττίας.

Θα κρατήσω τον πειραγμένο μελοδραματισμό που διαπερνά όλον τον δίσκο, τις ψύχραιμες αλλαγές στη διακύμανση που κοσμούν το υπέροχο “Χειρουργείο”, τα ανάλυφα επίπεδα του “Άτλαντα” και τη μοναχικότητα στο μητροπολιτικό χάος που σκιαγραφείται στο “Η Πόλη Απόψε”. Τραγούδια με πυξίδα τον μινιμαλισμό, προορισμένα για ανθρώπους που νιώθουν πως δεν θα είναι ποτέ το επίκεντρο της ιστορίας της ζωής τους.

Προορισμένους δηλαδή να ζουν σε συγκεκριμένα διαμερίσματα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #121

Jens Lekman

On Life Will See You Now

Στον 4ο «κανονικό» του δίσκο, ο Σουηδός τραγουδοποιός (σχεδόν) παραμερίζει τις ευαισθησίες του, επιλέγοντας να ανακαλύψει ξανά τις χαρές του λόγου και την αξία της σπαρταριστής αφήγησης. Μας τραγουδάει λοιπόν ιστορίες που φαίνεται να έγραψε κάποιες ηλιόλουστες μέρες στο Γκέτεμποργκ, πάνω σε ρυθμούς που προκαλούν ένα είδος μητροπολιτικής ευδαιμονίας προς κάθε δυνητικό ακροατή. Το “To Know Your Mission”, για παράδειγμα, αφηγείται την ιστορία ενός Μορμόνου ιεραπόστολου ευρισκόμενου σε υπαρξιακό δράμα, ενώ τα hits στα charts του 1997 του δυσκολεύουν τη ζωή. Αν στοιχειωδώς είσαι στα σύγκαλά σου, δεν γίνεται να μη σε συναπάρουν οι μελίρρυτες ερμηνείες του Lenkman και το παρεΐστικο πλαίσιο διάθεσης το οποίο φτιάχνει (και) σε αυτόν τον δίσκο.

Τα τραγούδια είναι ικανά να συντροφεύουν στα ακουστικά εκείνους τους «προχώ» με τα μακριά φουλάρια που συχνάζουν σε στέκια με ενημερωμένους barista, τους τύπους που κυκλοφορούν με το iPad ως αξεσουάρ για να διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία –και να συνομιλούν παράλληλα με μποέμ φοιτήριες της Γαλλικής λογοτεχνίας– τους μοδάτους web designers που διοργανώνουν τα πιο «in» πάρτυ της πόλης σε αποθήκες, τους freelance φωτογράφους που κάνουν σεμινάρια στα new media και τους σερβιτόρους/ηθοποιούς, όσους μονίμως έχουν φιλόδοξους μονολόγους στα σκαριά. Χάρη στο On Life Will See You Now, ο Jens Lekman ζει την κομφορμιστική του φαντασίωση, σαν ιδανικός αφηγητής ιστοριών όλων των παραπάνω, μα και εκείνων που θεωρούν ότι ανήκουν σε αυτήν τη φυλή.

Φυσικά και παραμένει ακαταμάχητος ο Σουηδός τραγουδοποιός στον τρόπο με τον οποίον στήνει μελωδίες, ενώ συνεχίζει να είναι ταγμένος στην αρμονία και να φιγουράρει ως ένας γενναιόδωρα ρομαντικός βάρδος. Η πλευρά ωστόσο που μας παρουσίασε στο ξεκίνημά του, εκείνη η παθιασμένη φωνή που εξέφραζε με απόγνωση την ανάγκη για αυτοέκφραση, έχει καλυφθεί πλήρως από το φάντασμα του Paul Simon –αλλά στη λοβοτομημένη του εκδοχή, η οποία παίζει με ψευδοντίσκο τρικ και με τερτίπια της tropicalia. Τα δράματα των σχέσεων αντιμετωπίζονται έτσι με αδιανόητη ελαφρύτητα σε κομμάτια όπως στο “Our First Fight”, με στυλ δηλαδή που μόνο σε έντεχνους βουτυρομπεμπέδες μπορεί να δημιουργήσει πεδίο ταύτισης. Οι μελωδίες όμως είναι τόσο διαολεμένα όμορφες, ώστε δεν γίνεται να μην αφεθείς να τις απολαύσεις. Τουλάχιστον μέχρι να πεταχτούν κάτι ξακούδουνα πνευστά για να σε γειώσουν απότομα, πετώντας σε τελικά εκτός κλίματος.

Όλο αυτό το χαριτωμένο τσιλιμπούρδισμα με τον ακροατή, έχει σαν αποτέλεσμα να χάνουν τη δυναμική τους οι μελωδικές ιδέες του Lekman. Ακούγοντας πάντως ένα κομμάτι σαν το “Hotwire Τhe Ferris” –στο οποίο συμμετέχει η Tracey Thorn– ή το γκρουβάτο “How We Met”, δεν μπορείς να του κακιώσεις για πολύ. Η επιτυχία ωστόσο ενός τέτοιου δίσκου μετριέται σε αληθινό συναισθηματικό αντίκτυπο και όχι στις φορές που θες να κάνεις γούτσου-γούτσου τα μάγουλα του τρισχαριτωμένου τραγουδιστή με τη βελούδινη φωνή.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Ghost in The Shell

GITS_FF_005R.jpg

Κάπου ανάμεσα στην cyberpunk φαντασία του William Gibson, που μας χάρισε το “Neuromancer” και στην virtual φανατασμαγορία των αδελφών Wachowski, που επηρρέασαν ανεπιστρεπτί την pop κουλτούρα με το “Matrix”, βρίσκει χώρο να αναπνέυσει η anime ιστορία του Mamoru Oshii. Ένα αγωνιώδες κυνηγητό ανάμεσα σε cyborgs και αστυνόμους, αποτελούσε τη ραχοκοκκαλιά του αυθεντικού Ghost in the Shell. Εμφυτευμένα ανθρώπινα μέλη σε μηχανικούς σκελετούς, ψευδαισθήσεις από glitch, μυστικά από cyborg αποστάτες και μια συνομωσία από εκμεταλλευτές ανθρώπινης μνήμης, μπλέκονται σε ένα κουβάρι μιας πλοκής, όπου μια αστυνομικός ξεκινά να εξιχνιάσει μια σειρά δολοφονιών, στελεχών της εταιρείας που την κατασκεύασε.

Η manga δυναμική του έργου, ο animated υπαρξισμός ως προς το χτίσιμο των ηρώων, η στυλιζαρισμένη δράση και η δυστοπική ματιά σε μια απειλητική μητρόπολη, μεταφέρονται επαρκώς σε αυτή τη Χολυγουντιανή live-action διασκευή, η οποία μπορεί να ήταν αποτέλεσμα παραγγελιάςαπό τους executive των studio και όχι προιόν πάθους, αλλά τουλάχιστον είναι φτιαγμένη με αξιοπρέπεια και νεύρο.

GITS_FF_013K.jpg

Τη σάρκα και τα οστά σε αυτή την cyberpunk περιπέτεια δεν δίνει ούτε το ποτισμένο με neon σκηνικό, ούτε η σκοτεινή, urban παρακμή που μνημονεύει το Blade Runner, αλλά η ερμηνεία της Σκάρλετ Γιόχανσον, η οποία αξιοποιεί πλήρως την ικανότητά της να παίζει υπαινικτικά και να χρησιμοποιεί σωστά το σώμα της. Η Γιόχανσον τα κατεφέρνει άριστα σε χαρακτήρες που δεν νιώθουν άνετα μέσα στο ίδιο το σώμα τους, από την αινιγματική ύπαρξη στο Under the Skin του Jonathan Glazer, την smartphone φαντασίωση στο Her του Spike Jonze, ή ακόμα και στον κόμικ παροξυσμό της Lucy του Luc Besson. Από την γέννηση της Major και την αμφισβήτηση της cyborg φύσης της, μέχρι την αποκάλυψη του παρελθόντος της και το αιματηρό ξεκαθάρισμα του φινάλε, η Σκάρλετ παίζει με την αμφιβολία στα μάτια και την πίεση του καθήκοντος, σαν ένα paranoid android που ξεμένει από ενέργεια.

Όλες οι φιγούρες της ταινίας συμπεριφέρονται σαν ολογράμματα, ντυμένα με Kabuki αμφιέσεις. Από το αδιαπραγμάτευτο sexyness της Σκάρλετ Γιόχανσον μέχρι το απόλυτο coolness του Τακέσι Κιτάνο, και από το περιπετειώδες score του Clint Mansell μέχρι την εικονογραφική παράδοση των manga, τα πάντα δίνουν έναν αέρα φρεσκάδας στο Ghost In The Shell. Είναι χαζευτική η αρχιτεκτονική αυτού του φουτουριστικού cosmopolis αλλά όμως υστερεί σε ουσία. Aν αποζητάς την τόλμη και το όραμα, δεν προσλαμβάνεις τον τεχνίτη Rupert Sanders (Snow White and the Huntsman) στο ρόλο του σκηνοθέτη αλλά έναν οραματιστή καλλιτέχνη. Παρά την άρτια τεχνική αξιοποίηση της ακριβής cybersploitation αισθητικής, το αποτέλεσμα υστερεί σε ανθρώπινη ψυχή (Ghost). Σαν αυτή που αναζητούν τόσο λυσσαλέα για καταφύγιο οι cyborg παρίες της ιστορίας. Κάτι έπρεπε να διδαχθούν από το πάθος των ηρώων (αλλά και τον αμοραλισμό των αντίστοιχων executives) οι παραγωγοί της ταινίας.

GITS_FF_090.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

It’s Only The End Of The World: Κάθε γενιά έχει το enfant terrible που της αξίζει.

O κινηματογράφος στην εποχή των social media έχει στέψει τον Xavier Dolan ως τον ήρωα των αυτόκλητων auteur, των φιλόδοξων μικρομηκάδων και των απανταχού influencers στο απόγειο του χιπστερισμού. H υπόθεση Dolan, φυσικά σηκώνει πολύ συζήτηση. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν διάνοια, άλλοι είναι επιφυλακτικά γοητευμένοι, ενώ πολλοί τον θεωρούν απατεώνα. Εγώ συντάσσομαι με τους τελευταίους, αν και πιστεύω ότι πρόκειται στην ουσία για ένα ταλαντούχο κωλόπαιδο που δεν θα προκόψει γιατί είναι πνιγμένος στην έπαρση και οχυρώνει την φιλόδοξη κενότητά του πίσω από ασκήσεις στο στυλ και σε παιχνίδια με το κάδρο. Προτιμώ έναν άτεχνο, μα φιλότιμο κινηματογραφιστή από ένα κωλόπαιδο με ταλέντο, χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι βαθύστομες οικογενειακές παραβολές του Dolan είναι κινηματογραφημένες με παράξενο θράσσος και αποτελούν προμαχώνα για να εκσπερματώσει ο ίδιος με ασφάλεια τις εμμονές του και την μανία του να χαρακτηριστεί νέος Γκοντάρ ή νέος Φασμπίτερ ή ό,τι άλλο έχει στο μυαλό του μετά από κάθε βράβευσή του στις Κάννες.

1it.jpg

Το It’s Only The End Of The World (ατυχώς τιτλοφορούμενο στα Ελληνικά ως “Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου”) είναι η ιστορία ενός συγγραφέα που επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι μετά από 12 χρόνια, με σκοπό να κάνει μια σοβαρή ανακοίνωση στην οικογένειά του. Βασισμένο σε θεατρικό έργο του Jean-Luc Lagarce, μιας ακόμη νεαρής διάνοιας που διέπρεψε στο θέατρο με περισσότερες από 25 παραγωγές, πριν πεθάνει το 1995. Ο πολυγραφότατος Dolan, στα 27 του, διασκευάζει το έργο του Lagarce, στην 6η (!) ταινία του. Το soundtrack έχει όλα τα επιτηδευμένα anti-cool αποτυπώματα του Dolan, γιατί φυσικά μόνο μια ιδιοφυΐα μπορεί να κάνει επιλογές από Blink 182 και Moby μέχρι το euro trash κομμάτι Dragostea Din Tei.

2it.jpg

Η συγκέντρωση των μελών της οικογένειας εξελίσσεται σε μια διαρκή, σκληρή αντιπαράθεση, με τον Dolan να σκηνοθετεί με ανταγωνιστικό πάθος να φανεί πιο διαβασμένος και από τους βετεράνους δασκάλους του. Οι κόντρες και οι αψιμαχίες σε τέσσερις τοίχους θα συμβούν ανάμεσα στα πρόσωπα που λειτουργούν σαν έγχορδα δωματίου: η προσιτή και καλοπροέραιτη μητέρα (η Nathalie Baye μοιάζει βγαλμένη από ταινία του Almodóvar το 1988), η οργισμένη μικρή αδερφή (η Léa Seydoux κάνει την επαναστάτρια χωρίς αιτία), ο εξουσιαστικός και κυνικός μεγάλος αδερφός (ο Vincent Cassel τραμπουκίζει σαν λαικός νταής) και η ταπεινή σύζυγός του Catherine (η Marion Cotillard με μόνιμα ικετευτικό βλέμμα κατανόησης).

Ο Dolan προσπαθεί να επικυρώσει το ταλέντο του μέσα από σιωπηλές εντάσεις που υπερθεματίζει η συμφωνική μουσική, από ζωηρά flashback και από υστερικές συγκρούσεις με λεκτικά πυρά που δίνουν νέυρο στο σπαρακτικό reunion. Το δημιούργημά του όμως βασίζεται σε υπολογισμένες προσδοκίες και χαντακώνεται από την υπερφίαλη αυτοέκφραση του ψωνισμένου auteur. Ο Dolan νομίζει ότι και τη μπογιά στον τοίχο που στεγνώνει να κινηματογραφήσει, θα αποτελεί sensation. Όμως θα πρέπει να καταλάβει πως δεν είναι ούτε κατά διάνοια Φασμπίντερ και οι αστείοι συμβολισμοί όπως το νεκρό πουλάκι στο φινάλε μόνο να τον εκθέσουν μπορούν, στα μάτια των «διαβασμένων» θεατών.

4it.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #120

Baby Guru

IV

Αναζωπυρώνουν την πίστη μου στη μουσική του σήμερα οι Baby Guru. Καταρχάς να εξηγηθώ, το 4ο άλμπουμ τους δεν φιλοδοξεί να «τα πει όλα», αλλά επαναφέρει ένα (ξεχασμένο σχεδόν) καλλιτεχνικό στοίχημα στο τραπέζι: τη συμπόρευση και τη συναρμονία των τραγουδιών με τον αποδέκτη τους. Χωρίς εύκολες λύσεις και πιασάρικα κόλπα, οι Baby Guru επιθυμούν να μας κάνουν κοινωνούς της διάθεσής τους και μας χρίζουν, με κάποιον τρόπο, συνυπεύθυνους για το καινούριο δημιούργημά τους.

Τα καλά νέα αρχίζουν από το μελίρρυτο και πολιτισμένο “Tell Me What You’re Made Of”, ένα φωτεινό κομμάτι που λειτουργεί σαν ίαμα ικανό να σε ανακουφίσει απο τις ασχήμιες της καθημερινότητας με το γεμάτο ρεφρέν του –κι ας το έχουν ζαχαρώσει λίγο παραπάνω στη «μπουμπουδίστικη» διάθεση. Οι μελωδίες τους είναι στρογγυλές, κομψές και εμπεριέχουν δόσεις ψυχεδέλειας, όπως λ.χ. στο “Before Sundown”. Οι καλές στιγμές συνεχίζονται και στο διονυσιακό “Motel Rwanda”, αλλά και στο μεγαλοπρεπές “Oaxaca”, το οποίο απογειώνεται με μια «νεοκυματική» αναπόληση, κάνει έπειτα κάτι brit pop κραδασμούς στον αέρα, για να προσγειωθεί στο τέλος σε μακρινούς progressive διαδρόμους, απευθυνόμενους σε εκείνους που μεγάλωσαν με Genesis.

Περί progressive o λόγος λοιπόν, αν και οι Baby Guru έχουν όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που με κάνουν να μη σιχτιρίζω τους αμφιλεγόμενους δρόμους του 1970 τους οποίους ακολουθούν: οι ενορχηστρώσεις τους έχουν βάθος πεδίου που ξεπερνά την παλαιολιθική γραμμικότητα του progressive manual. Δεν ξεχνούν επίσης τις ηδονές των hooks, αυτές που οι prog πατεράδες απέφευγαν με ευλάβεια που θύμιζε θρησκευτική ανάγκη. Εκεί δηλαδή που οι Yes αντιμετώπιζαν τη δεξιοτεχνία τους ως Γολγοθά, οι Baby Guru σερβίρουν τραγούδια που έχουν «αποτοξινωθεί» από τα βαρυκόκκαλα σολαρίσματα και την υπεροψία των μουσάτων μουσουργών.

O Prins Obi δεν μπαίνει σε «ρολάκια» για να τραγουδήσει· ούτε τον οργισμένο Βαλκάνιο κάνει, ούτε τον διαβασμένο rawwker, ούτε τον καταραμένο μποέμ. Εναρμονίζεται με τα τραγούδια, μια σεμνή επιλογή που συνεπικουρείται και από τη θεματολογία των στίχων: νοηματική σαφήνεια, δίχως ποιητική καύχηση που σε απιθώνει. Εντυπωσιάζεσαι με το πώς μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο η indie pop, το kraut rock και η ψυχεδέλεια χωρίς να ασφυκτιούν. Όχι πως δεν έχει και άτυχα σημεία ο δίσκος, βέβαια. Για παράδειγμα το “Bluebird Picnic” ακούγεται σαν κακή στιγμή του Youssou N’Dour, στον οποίον ζητήθηκε να γράψει μουσική για ξενέρωτο σποτάκι της Διεθνούς Αμνηστίας στη δεκαετία του 1980.

Βέβαια, κάπου στην 5η ή στην 6η ακρόαση, το IV αντί να αρχίσει να πυκνώνει στα αυτιά, κάπως αραιώνει επικίνδυνα: τα τραγούδια του δεν βρίσκουν το ίδιο εύκολα διαδρόμους να προσγειωθούν και μετεωρίζονται κάπως άσκοπα πάνω από τα κεφάλια μας. Μικρό το κακό, όμως. Η πίστη στην «ευγενή» πηγή της μουσικής έχει αναζωπυρωθεί. Καθόλου αμελητέο επίτευγμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #119

Depeche Mode

Spirit

Κανείς δεν ξέρει πού κρυβόταν το επαναστατικό πνεύμα των Depeche Mode, πάντως ξεθαρρεύει στον 14ο δίσκο τους. Οι θρύλοι της synth pop με το ένα χέρι κρατάνε πλακάτ με συνθήματα και με το άλλο χαλάνε τις φράτζες των νεορομαντικών και αρπάζουν απ’ τον γιακά όσους απολιτίκ καίγονται μονίμως για «1980s reunion». Πώς, όμως, από την άβατη αισθητική μιας Μαύρης Γιορτής και από το μετα-βιομηχανικό ύφος των τραγουδιών που απαιτούσαν Πίστη και Αφοσίωση, φτάσαμε στο αίτημα για Επανάσταση; Πώς δηλαδή μεταβήκαμε από την εγκεφαλική παρατήρηση στη σκεπτόμενη οργή; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το εναρκτήριο “Going Backwards”, μια ζοφερή προειδοποίηση ότι ξαναγράφουμε την ιστορία μας ανάποδα, σαν άβουλα όντα («we feel nothing inside») και το “Fail” με το οποίο τελειώνει το άλμπουμ («Our consciences bankrupt, we’re fucked»), αποτελούν ουσιαστικά το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας παρένθεσης που εμπεριέχει ένα σκληρό σχόλιο πάνω στην ταραγμένη επικαιρότητα. Το Spirit είναι ένας συναγερμός, προερχόμενος από ένα συνεπές και δικαιωμένο σε κάθε επίπεδο συγκρότημα, το οποίο θυμώνει για όσα μας κάνουν να βουτάμε ολοταχώς στον σκοταδισμό. Και αποτελείται από τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί για να χορευτούν, αλλά για να ακουστούν πάνω από τις ιαχές ενός εξεγερμένου ακροατηρίου, με στίχους που κατακεραυνώνουν τις κοινωνίες της αμάθειας και όσους αγνοούν τα σήματα τα οποία προμηνύουν την παγκόσμια αλλοτρίωση.

Όμως, αν και το Spirit αποδεικνύεται κλάσεις ανώτερο από το σχεδόν απαράδεκτο Delta Machine (2013) και από το αναιμικό Sounds Of The Universe (2009), δεν είναι ακριβώς και το What’s Going On του αειθαλούς γκρουπ από το Έσσεξ.

Η συνθετική τους ατμόσφαιρα παραμένει περιεκτική και επιφυλακτική σε ξένες προσμίξεις. Και η πυκνή τραγουδιστική τους φόρμα δεν πνίγεται αυτή τη φορά στο δερμάτινο doom & gloom, καθώς τα κομμάτια μας καλούν να καβαλήσουμε το τρένο της επανάστασης. Αλλά στον πυρήνα της δημιουργίας δεν υπάρχει η μεστωμένη σκέψη πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών, μα η οργισμένη έπαρση των μελών ενός γκρουπ που γύρισαν πωρωμένα να γράψουν τραγούδια, αφότου παρακολούθησαν καταγγελτικές ομιλίες σε κάποιο φεστιβάλ της ΚΝΕ.

Αλλού, οι Depeche Mode απευθύνονται μετωπικά στους πολιτικούς και στα πρόσωπα του δημόσιου λόγου, χαρακτηρίζοντάς τους «scum» και καλώντας σε ένοπλη αντίστασηit’s time to pull the trigger»). Βέβαια, με έναν ψυχοπαθή Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο στις Η.Π.Α., δεν ξέρω πώς μία αντίστροφη α λα Dirty Harry ανάγνωση του τραγουδιού θα βοηθούσε την κατάσταση. «Who’s making your decisions? You and your religions? Your government, your countries, you patriotic junkies», τραγουδάει ο David Gahan στο πρώτο single “Where’s The Revolution”, πάνω από synths που παίζουν κάτι σαν λιπόσαρκο swamp blues. Σε αυτό, αλλά και στη macho ποζεριά του λαχανιασμένου “So Much Love” είναι που βρίσκει χώρο η ματαιόδοξη rock περσόνα του, ώστε να ανθίσει. To τραγουδιστικό του ύφος αναθερμαίνει τη σημειολογία του ασπρόμαυρου φόντου, με τις φτηνές μπότες, τις πόρνες της ερήμου και τα κρόσια.

Φυσικά, το Spirit περιέχει διαμάντια που στολίζουν κάθε επιστροφή των Βρετανών, όπως το το “No More”, με το οποίο ξαναγυρνούν θριαμβευτικά στον ήχο που τους άνδρωσε και το “Move”, που επαναφέρει το σέξι groove του “It’s No Good”, με το bondage και τα έκφυλα φετίχ να κοσμούν την ατμόσφαιρα. Φυσικά υπάρχει και το λυτρωτικό “Cover Me”, με τη φωνή του Gahan να μοιάζει ξανά με ηδονική φωλιά και με τον ντελικάτο ρυθμικό μανδύα του Martin Gore να φέρνει στο μυαλό το “Clean” από το Violator (1990) –ενδιαφέρον είναι επίσης και το μπαχάρι της Motown με το οποίο έχει πασπαλιστεί το “Poison Heart”. Παραδόξως, αυτά είναι τα μη πολιτικά τραγούδια του δίσκου, στιγμιότυπα όπου ο soulful ήχος του Gore παίρνει το πάνω χέρι και οι ευέλικτες φόρμες θυμίζουν τον ιδιοφυή τρόπο με τον οποίον η μπάντα έδινε σχήμα και συναίσθημα στις ηλεκτρονικές αναπτύξεις των Kraftwerk με τα πρωτόλεια synthesizers, από την εποχή κιόλας του Broken Frame (1982).

Πελαγωμένο στο να ασκήσει την επίκαιρη πολιτική κριτική του, το Spirit είναι στην ουσία λιγότερο ενήλικο απ’ ό,τι νομίζει: είναι γεμάτο με τραγούδια διαμαρτυρίας, τα οποία θα αφυπνίσουν όμως πραγματικά μόνο τους απαίδευτους. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, θυμίζει εκείνα τα αναίσθητα και δήθεν μονοπάτια του Exciter (2001). Ωστόσο, ακόμα κι αν δεχθείς τη λιτή ηχητική τεχνική του “Poorman” –που καταδικάζει την απάνθρωπη ανισότητα την οποία προκαλούν οι πολυεθνικές (sic)– και κάνεις τα στραβά μάτια στις αδυναμίες του “Worst Crime” (ένα δράμα κοινωνικού απολογισμού), δεν μπορείς παρά να απορήσεις και να γίνεις έξαλλος για το πώς ο Gore έχει αναλώσει το ταλέντο του σε μια διεκπεραιωτική καντάδα όπως το “Eternal”.

Το Spirit διαθέτει πάντως δύο ιερά συστατικά, τα οποία απουσίαζαν από τα τελευταία δύο άλμπουμ των Depeche Mode: την αυθεντικότητα στις προθέσεις και την απουσία «κούρασης» σαν αίσθηση –credit σε αυτό πρέπει να πάει στον παραγωγό James Ford.

Ίσως τελικά να ήταν απλά μια επιλογή ύφους και αισθητικής το επαναστατικό πνεύμα για τους Depeche Mode. Ένα τρικ ανανέωσης. Ας είναι. Τα σχεδόν αλάθητα εκφραστικά μέσα αυτού του συγκροτήματος, δεν δίνουν δικαιώματα για αμφισβήτηση ήθους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Last Face

Η καριέρα του Sean Penn ως σκηνοθέτης, είναι σπαρμένη από μικρά, ακατέργαστα διαμάντια, εσωτερικής δύναμης και σπάνιας ιδιοσυγκρασίας. Απο την παραβολή “The Indian Runner” (1991), μια σκληρή ιστορία δυο αδερφών αλά Κάιν και Άβελ σε ύφος μπαλάντας του Springsteen και το σπαραξικάρδιο δράμα αυτοδικίας The Crossing Guard (1995) με τον συγκλονιστικό Tζακ Νίκολσον, μέχρι το υπαρξιακό θρίλερ The Pledge (2001) και το δοκίμιο πνευματικής απόδρασης “Into The Wild” (1997), οι ταινίες του Penn ανήκουν σε μια μικρή λίστα προσωπικών “character driven” ταινιών που ορίζουν αυτό που λέμε «ανεξάρτητο σινεμά» του δημουργού. Ο Penn, ανάμεσα στους ρόλους του, βρίσκει χρόνο να σκηνοθετήσει σαν πρώιμος Εγκογιάν που εκφράζεται με τη φωνή του Μπουκόφσκι ή με το πάθος ενός Νίκολας Ρέι που μετενσαρκώθηκε στον Σαμ Σέπαρντ. Το αποτέλεσμα μένει σχεδόν πάντα στην ιστορία του μοντέρνου αμερικάνικου κινηματογράφου. Η πέμπτη ταινία του Sean Penn, με τίλτο “The Last Face” προβλήθηκε στο περσινό φεστιβάλ Καννών. Οι φήμες που τη συνόδευαν ήταν αποκραδιωτικές: γέλια στην έναρξη της προβολής, γιουχαΐσματα και αποδοκιμασίες στο τέλος. Είχα θεωρήσει κακοήθιες και υπερβολές όλα αυτά. Άλλωστε, πως γίνεται ένας καλλιτέχνης που όταν πιάνει την κάμερα δείχνει να διαθέτει τόσο ξεχωριστό μάτι και τόσο πάθος, να έχει σκηνοθετήσει κάτι τόσο κακό; Η υπόθεση της ταινίας είναι απλοική: εθελοντές βοηθοί και γιατροί προσπαθούν να επιβιώσουν σε δύσκολες συνθήκες στην Αφρική. Ένα ρομάντζο ξεκινάει ανάμεσα σε μια πρέσβειρα ανθρωπιστικής βοήθειας και σε έναν γιατρό του κόσμου και η αγάπη τους θα προσπαθήσει να ανθίσει ανάμεσα σε εμπόλεμες καταστάσεις, αντάρτες, βία και ασθένειες. Και κάπου εκεί αρχίζει η κατρακύλα…

2.jpg

Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί προτού δει την ταινία, πόσο στραβά πάνε όλα σε αυτό το κακόγουστο αστείο που πλασάρεται για έργο προβληματισμού και αξιώσεων. Με ένα ξεκούδουνο μοντάζ που ανακατέβει καρτ-ποστάλ εικόνες και σκόρπια βλέμματα ηθοποιών που δεν έχουν ιδέα τι παριστάνουν και με σκηνοθεσία αισθητικής δίωρου spot ανθρωπιστικής οργάνωσης, το αποτέλεσμα είναι τόσο άστοχο που προκαλέι οργή εξαιτίας της κακοτεχνίας του. Αιματηρές εικόνες με ακρωτηριασμένα σώματα προσδίδουν (τάχα μου) shock value στην ανύπαρκτη πλοκή και συναισθηματικοί εκβιασμοί προσπαθούν να εκμαιεύσουν φτηνό συναίσθημα. Πρόκειται για ένα ολότελα ανόητο εγχείρημα refugee porn και ουμανιστικής αυταρέσκειας, με πρόχειρο διάλογο και με ανόητα παιχνίδια με το focus του φακού, τα οποία δεν δικαιολογούνται ούτε από πρωτοετή φοιτητή σκηνοθεσίας. Επιπλέον το The Last Face χαντακώνει τους ηθοποιούς του σαν να τους μισεί: ο Javier Bardem θυμίζει κακό ηθοποιό σε Τούρκικη σαπουνόπερα τύπου “ER” ενώ την Charlize Theron προδίδει η αχρείαστη Βρετανική προφορά της, που αποπροσανατολίζει το θεατή ακόμα και στις ελάχιστες φιλότιμες στιγμές. Να πιστέψετε λοιπόν το τοξικό word of mouth και προτείνω να στείλετε αυτό το φτηνιάρικο κοκτέιλ σαθρού ρομαντισμού και πολιντικάντικου φούμαρου, πίσω στη μήτρα που το ξέβρασε.

1.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Get Out

Φρέσκο σε ιδέες και πρωτοτυπία θρίλερ που παίζει με τα σύγχρονα ρατσιστικά στερεότυπα και τα χρησιμοποιεί σαν όχημα για χτίσει σασπένς διαφυλετικών προεκτάσεων, με αντίλαλους μοντέρνου τρόμου. Η πυρετώδης ανησυχία ξεκινά από τη στιγμή που ο Αφροαμερικανός Κρις δέχεται να συνοδεύσει τη λευκή κοπέλα του Ρόουζ, για ένα σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι, όπου θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους γονείς της, οι οποίοι είναι προοδευτικοί και εύποροι. Ένα φαινομενικά ήπιο ταξίδι αναψυχής θα μετατραπεί σε παρανάλωμα και δεν θα αργήσει να εξελιχθεί ένας απίστευτα διασκεδαστικός εφιάλτης.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Jordan Peele, ξεμπροστιάζει τον συντηρητισμό και τον ρατσισμό που όλοι μας κρύβουμε πίσω από μια επίπλαστη άνεση σχετικά με τη «διαφορετικότητα». Ο σκηνοθέτης μεταφέρει τα διαφυλετικά διλήμματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό για να σπάσει τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης περί ρατσισμού στα λευκά προάστια. Ασχολείται επαρκώς με το υπόβαθρο του ζευγαριού που θα περάσει λίγες μέρες με τα «πεθερικά»: σοφή προπαρασκευή για να φτιάξει μια ιστορία αλληγορικών διαστάσεων που φέρνει τούμπα τις αρχικές προσδοκίες του θεατή, για να τις ανατρέψει ξανά στο τέλος. Το προοδευτικό περιβάλλον της μεγαλοαστής οικoγένειας είναι η βιτρίνα που κρύβει μια ρευστή απειλή. Οι λοβοτομημένοι και παγιδευμένοι ήρωες παίρνουν μέρος σε ένα απάνθρωπο παιχνίδι για το οποίο όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο. Ο ωρολογιακός μηχανισμός του σεναρίου παίζει με τις μεταστάσεις των χαρακτήρων και η ένταση του σασπένς σκάει στο τέλος, ως αντανάκλαση μιας άρρωστης, μετά-ρατσιστικής κοινωνίας που διαπράττει ύβρη.

Αυτή η κινηματογραφική έκπληξη είναι ευπρόσδεκτο δείγμα μοντέρνου σινεμά τρόμου με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά την ιστορία του στη κόψη του διφορούμενου. Λειτουργεί σαν δαιμόνιο B-movie και σαν πανούργα άσκηση τρόμου με ξεσπάσματα έντασης και πανικού. Μοναδική ένσταση που με άφησε με μια  ιδέα «ενόχλησης»; Το happy ending φαίνεται «φορεμένο» από το studio και αποτέλεσμα των γελοίων test screenings με επίλεκτο κοινό και στερεί το cult status από την ταινία. Υποψιάζομαι ότι ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του ένα «μαύρο» φινάλε, ανάλογου ύφους με την αυθεντική «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» (1968). Μπορεί να είναι απλά η ιδέα μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι ένα σκληρό τέλος, αποτέλεσμα του ίδιου του ρατσισμού που υπονομεύει η ταινία, θα έδινε μακροζωία μεταμεσονύκτιων προβολών στο Get Out.

2477_D014_00139R.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #118

Julie Byrne

Not Even Happiness

Η εικόνα μιας κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά, που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, είναι διαχρονικά γοητευτική, ανεξαρτήτως γενεών και τάσεων. Ωστόσο το ζητούμενο είναι να διαθέτει και ουσία ή έστω κάποιο μουσικό ενδιαφέρον.

Η Julie Byrne είναι μια κοπέλα, ανάμεσα σε χιλιάδες, που θα δείχνει υπέροχη αγκαλιά με την κιθάρα στην παρέα της –η οποία θα την ακούει οκλαδόν– κάποιο σούρουπο στην καλύβα που θα χρησιμοποιεί σαν θέρετρο, ξυπόλυτη (φαντάζομαι) και με μια κούπα τσάι του βουνού στο πλάι. Το ερώτημα είναι: γιατί να ηχογραφήσει έναν δίσκο με 8 τραγούδια μουδιαστικής πλήξης, που κάνουν τη folk να ακούγεται σαν μουσειακό απολίθωμα, αντί να μείνει στις διασκευές της Joni Mitchell, με τις οποίες είμαι σίγουρος ότι γαλουχήθηκε;

Η τραγουδοποιός από το Buffalo της Νέας Υόρκης παίζει τα ταξιδιάρικα ακόρντα της τάχα μου ανέμελα, ενώ με τη θερμή, υγρή φωνή της  τραγουδάει παρηγορητικά στίχους δροσοσταλίδας, έμπλεους συμβολισμών, που διαπνέονται από πνεύμα άχραντης σοβαρότητας απέναντι στη βουκολική folk παράδοση. Με ένα μάτσο κομμάτια ζαλισμένα μέσα στη φιλολογική διάθεση στην οποία γράφτηκαν, η Byrne μάλλον θεωρεί ότι ακούγεται σαν φιλοσοφημένη ιέρεια που απελευθερώνει το rock από τον πολυεθνικό του εκφυλισμό, δίνοντας παράλληλα στη folk ιδέα ένα περιεχόμενο το οποίο πουλάει ως αποψάτο.

Αν δεν έχεις εκτεθεί στην κιθαριστική folk ή αν ανήκεις σε κάποια κολλεκτίβα που έχει συντροφεύσει κατά καιρούς την Julie Byrne, πιθανώς και να σε συνεπάρει το ολόρθο στυλ της. Αυτό που ευαγγελίζεται την επιστροφή του ακουστικού ροκ στην «αθωότητα ηλιαχτίδας».

Αν όμως είσαι ενημερωμένος ακροατής, δεν θα βρεις κανένα στοιχείο για να την πάρεις στα σοβαρά. Αντιθέτως, θα εκνευριστείς με το ύφος της πεφωτισμένης χίπισσας με το οποίο ερμηνεύει τραγούδια παπαριασμένα στην «υγιεινή» αντίληψη περί αρμονίας. Το Not Even Happiness είναι δηλαδή ένα προσχέδιο δίσκου, κραυγαλέα αναχρονιστικού στο περιεχόμενο και χωρίς καλλιτεχνικό στίγμα.

Η εικόνα της κοπέλας με μακρύ φόρεμα και λιτά μαλλιά που χαϊδεύει τρυφερά την ακουστική της κιθάρα, ας μείνει στις φωτογραφίες.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου

KG-FP-165.jpg

O διάλογος είναι χάρτινος, οι διάσημοι ηθοποιοί δεν ξέρουν τι ρόλο έχουν και τι κοιτάνε μπροστά στο πράσινο τοίχο του studio και τη δράση της ταινίας την έχουμε ξαναδεί. Όμως το Kong: Skull Island είναι  ένα monster movie που μπορείς μέχρι και να απολάυσεις, παρά την καρτ-ποστάλ σκηνοθεσία και την κακοτεχνία σε επίπεδο μονταζιακό.

Βρισκόμαστε στο 1973, τον καιρί που η Αμερική ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τον πόλεμο του Βιετνάμ, μια σεναριακή αφορμή που δίνει πάτημα στον Jordan Vogt-Roberts να ξεσηκώσει ιδέες από το «Αποκάλυψη Τώρα!» – από το soundtrack στη ζούγκλα μέχρι τον χαρακτήρα που υποδύεται ο John C. Reilly, που ξεπατήκωσε τον αντίστοιχο του Dennis Hopper από το αντιπολεμικό αριστούργημα του Κόπολα. Ο John Goodman, που είναι ο μόνος από το καστ που προσπαθεί να αφήσει ένα αποτύπωμα, ερμηνεύει έναν εξερευνητή που είναι πεπεισμένος για την ύπαρξη προιστορικών τεράτων σε εκείνη την περιοχή. Για την έρευνά του, θα ταξιδέψει με την επίλεκτη ομάδα στρατού, της οποίας ηγείται ο Samuel L. Jackson, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός που θα φέρει την καταστροφή. Οσο φιλότιμο έδειξαν οι προαναφερθέντες, έμπειροι ηθοποιοί, τόσο τα κάνουν μαντάρα οι νεότεροι και ωραιοπαθείς, Tom Hiddleston και Brie Larson. Ο Hiddleston κάνει έναν ολότελα αχρείαστο ιχνηλάτη (πιο πολύ σε Κροκοδειλάκια φέρνει παρά σε Ιντιάνα Τζόουνς) που αντί να κάνει μια προσπάθεια να «παίξει» το ρόλο του, εκφέρει αισθαντικά τις ατάκες του, τονίζοντας την προφορά που αρέσει στις κυρίες. Η δε Larson, κάνει μια φωτογράφο που στέκεται όλο πόζα και “καυλοθυμό” δίπλα στον φωτογενή συνπρωταγωνιστή της, μπας και πουλήσουν «χημεία» και ξεκλέψουν κάνα spin-off.

KG-FP-184r.jpg

Τα καλά νέα έρχονται όταν την οθόνη καταλαμβάνουν τα γιγάντια τέρατα. Τεράστιες σαύρες, προιστορικά πουλιά, θηριώδη μυρμήγκια, γιγαντιαίες αράχνες, θαλάσσια βουβάλια και θεόρατες ακρίδες μεταξύ άλλων, πλαισιώνουν την επιβλητική παρουσία του Βασιλιά Κινγκ Κονγκ, ο οποίος παραδόξως είναι καλά σχεδιασμένος και προκαλέι συναίσθημα. Στο σύνολό της η ταινία είναι τρεις κλάσεις πάνω από το άψυχο reboot του Godzilla πριν τρία χρόνια. Όσο ο φακός δεν πλατειάζει με στυλιζαρισμένα πλάνα και δεν γεμίζει την πλοκή με βιντεοκλιπίστικα καδραρίσματα των ηρώων, η ταινία είναι η χαρά της χαράς για τον θεατή που θέλει να καταναλώσει περήφανα κουβάδες από pop corn. Ο σκηνοθέτης θυμάται που και που να τονίζει τις αρετές της ελαφρόμυαλης λογικής των b-movies και να γίνεται αρκούντως trashy.

Ο Κονγκ δεν είναι το κτήνος χωρίς έλεος που βλέπουν οι στρατιωτικοί. Πρόκειται για φρουρό των ιθαγενών από μια προιστορική απειλή που μπορεί να αφανίσει τα πάντα. Αυτή η εξίσωση θα μπορύσε να λειτουργήσει αβίαστα, χωρίς την προσπάθεια των δημιουργών να τονίσουν την κόντρα άψυχου μιλιταρισμού και αλληλέγγυας κοινότητας. Ο σκηνοθέτης έπρεπε να διδαχθεί από την απλότητα της αυθεντικής ταινίας του 1933 ή έστω από την τρυφερή ματιά της ταινίας του 1976, με τον Jeff Bridges και την Jessica Lange (η προσωπική μου αγαπημένη, αν και δεν αγαπήθηκε ποτέ από τους κριτικούς).

Το “Κονγκ: Η Νήσος του Κρανίου”, δεν νοιάζεται να γίνει ένα φιλμ με μεγάλη καρδιά που θα αγαπηθεί. Αντιθέτως βιάζεται να ικανοποιήσει τις ανάγκες των multiplex για εύπεπτα 3-D υπερθεάματα. Κρίμα, γιατί ούτε την πειθώ ενός τετάστιου event movie τύπου Jurassic Park διαθέτει, ούτε τις διαχρονικές αρετές ενός b – movie τολμάει να εσνστερνιστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα b-movie που ντρέπεται για την καταγωγή του και ντύθηκε με ακριβό κοστούμι για να συναγωνιστεί τα blockbuster που φωνάζουν περήφανα ότι «To Mέγεθος Μετράει».

 

KSI-06277r-VFX.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Logan

1lo.jpg

Μέσα σε έναν ποταμό από «ηπερηρωικές» κακοτεχνίες, από ανήθικα spin-offs που αρμέγουν τη χρυσή αγελάδα της Marvel, από άψυχα prequel και sequel που στοχεύουν σε ένα γρήγορο πρώτο τριήμερο (πριν τα πάρει χαμπάρι ο κόσμος και χαθούν στη λήθη) υπάρχουν και οι σπάνιες περιπτώσεις που προκύπτουν ταινίες αξιώσεων. Το σύμπαν των X-Men, από την πρώτη στιγμή που το ανέλαβε ο Bryan Singer μέχρι και σήμερα, δεν έπαψε ποτέ να ανθίζει και να γεννοβολάει spin off. Οι ιστορίες του έχουν ζυμωθεί σε πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας με ταξίδια στο χρόνο, σε κοινωνικές αλληγορίες αλλά και σε πολιτικά θρίλερ. Το Logan είναι η συνέχεια της ιστορίας του Wolverine και πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες, όχι μόνο των Χ-Men αλλά και τω  superhero movies στην μετά-Dark Knight εποχή.

Ο χαρακτήρας του Logan είναι τραυματισμένος. Όχι γιατί έφαγε τις γροθιές ενός γραφικού κακού, αλλά γιατί είναι τσακισμένος άνθρωπος. Ο Hugh Jackman έδωσε την ανθρώπινη υπόσταση και τον «ματωμένο» ρεαλισμό σε έναν ήρωα κόμικ, ανάλογο με αυτό που είχε φέρει ο Daniel Craig  στον ατσαλάκωτο Τζέιμς Μποντ. Βρισκόμαστε στο 2029 και ο Logan ζει απομονωμένος, δουλεύοντας ως οδηγός λιμουζίνας μαζί με τον αλμπίνο ανιχνευτή μεταλλαγμένων, τον Caliban (υπέροχα εύθραυστος ο κωμικός Stephen Merchant) και τον εξασθενησμένο από τα γηρατειά Professor X (υποβλητικός ξανά ο Patrick Stewart σε ένα ρόλο που παίζει με κλειστά τα μάτια). Οι επιληψίες του εγκαφάλου του καθηγητή είναι πολύ επικίνδυνες και προκαλούν μεγάλες καταστροφές. Την ανωνυμία και την καθημερινότητα των τριών θα διαταράξει η παρουσία της μικρής Laura (Dafne Keen), ένα βίαιο και τρομαγμένο κορίτσι που μπορεί και να είναι κόρη του Logan. Το ανθρωποκυνηγητό που θα ξεκινήσει, ευτυχώς θυμίζει περισσότερο (αν και ίσως λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ‘πρεπε) τη σκονισμένη βιαιότητα του Mad Max, παρά την πολύχρωμη παιδική χαρά των Avengers. Ακόμα και ο Jackman έχει πατήσει στο τρελιάρικο βλέμα του μουσάτου Mel Gibson.

2lo.jpg

Ο σκηνοθέτης James Mangold (υπεύθυνος για το αστυνομικό δράμα Copland και τη μουσική βιογραφία Walk The Line μεταξύ άλλων) κάνει εξαιρετική δουλειά στον τρόπο που κατασκευάζει τη δράση από μέσα προς τα έξω και τιμάει την παράδοση του franchise αλλά και την ιστορία των κόμικ (τα περιοδικά παίζουν ρόλο στην ταινία) ενώ παράλληλα μπολιάζει με μια δόση μελαγχολίας τα πλάνα δράσης. Ο Logan δεν συνεχίζει να κουβαλάει τη σκυτάλη των X-Men αλλά μοιάζει με μακρινό απόγονο των μεταλλαγμένων φίλων του. Ένας αληθινός απόκληρος, αποτέλεσμα της νίκης του «κακού» ενάντια στη ρομαντική συλλογικότητα της χαρισματικής μειονότητας. Το Logan είναι ένα noir ανοιχτών χόρων, με έντονες επηρροές από το κλασικό western που θα μπορούσε αυθαίρετα να περιγραφεί σαν ξεδελφάκι του Children of Men, σκηνοθετημένο από τον John Carpenter. Καιρός ήταν το studio να αγνοήσει τις απαιτήσεις των fanboys και να επιτρέψει μια ταινία που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους αγαπούν το γνήσιο σινεμά δράσης.

3lo.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #117

Thievery Corporation

The Temple Of I&I

Φανταστείτε ένα café bar με ευρύχωρους καναπέδες και χαμηλό φωτισμό, διακοσμημένο με έντονη βλάστηση από εξωτικά φυτά και κάδρα στους τοίχους με «ινσταγκραμικές» φωτογραφίες από την Τζαμάικα ή το Μπαλί. Έναν χώρο όπου αποψάτοι γνώστες με αντιεξουσιαστικό κοινωνικό προφίλ θα παραγγέλνουν χαλαρωτικά ροφήματα σε σέξι σεβιτόρες με afro look.

Στο υποφωτισμένο bar, η ένταση της μουσικής κυμαίνεται στο ύψος των φωνών, χωρίς να καταλαβαίνεις έτσι πότε το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο (δεν έχει σημασία άλλωστε το κομμάτι, μα η σκυτάλη της ατμόσφαιρας), ενώ η κονσόλα παίζει reggae συλλογές σε βινύλιο –όχι με τα ηλιόλουστα hits των beach bars, αλλά με χαμένες ηχογραφήσεις των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σε αυτόν τον χώρο όλοι μιλούν πολύ σοβαρά: δεν ακούγονται γέλια και οι θαμώνες ξέρουν ο ένας τον άλλον με το μικρό όνομα, χωρίς όμως να έχουν και πολύ ο ένας την όρεξη του άλλου. Αν βλέπετε τον εαυτό σας να νιώθει οικεία και να περνάει καλά σε κάτι τέτοιο, το νέο άλμπουμ των Thievery Corporation θα σας φανεί σκέτη απόλαυση.

Από το συνωμοτικό dub στο εναρκτήριο “Thief Rockers” μέχρι τα νυχτερινά, βρώμικα beats των “Fight To Survive” και “Road Block”, οι Thievery Corporation αποδεικνύουν γιατί παραμένουν γοητευτικοί για το κοινό τους, μετά από μια διαδρομή 20 ετών. Το καταγγελτικό rap ακούγεται φρέσκο στο “Letter To The Editor” –η μοναδική στιγμή του The Temple Of I & I που πραγματικά μπορεί να ακούγεται για χρόνια στα μπαράκια του κέντρου, αυτά με τις trendy φατσούλες– και δεν το λεω υποτιμητικά, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επιβληθεί ένα τραγούδι για χρόνια στα ποτάδικα.

Βέβαια υπάρχουν και αδύναμες στιγμές, όπως η παρωχημένη reggae του “Strike The Root” που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τα πνευστά, ή το “Time & Space”, το οποίο λοξοκοιτάει επικίνδυνα τις crowd pleaser συλλογές επιπέδου Buddha Bar. Επιπλέον, στο “Love Has No Heart” ή στο “Lose To Find Lounge”, το γκρουπ επιμένει αδικαιολόγητα σε ατμόσφαιρες για νυχτερινά ραδιόφωνα που απευθύνονται σε ακροατές οι οποίοι τριπάρουν με διάφορα «extended chill out remix», τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οι καλές στιγμές έρχονται ξανά στις περιπετειώδεις διαδρομές σε διαστημικούς προορισμούς που φτιάχνουμε με τον νου στο ομώνυμο “The Temple Οf I & I”, όπου ο Rob Garza και ο Eric Hilton δείχνουν για τι θα ήταν ικανοί, αν δεν έτρωγαν από τα έτοιμα. Ακόμα πάντως και χωρίς τις γνώριμες τζαμαϊκανές φόρμες να ορίζουν το μονοπάτι και χωρίς το πολυφορεμένο wah pedal να δίνει εύκολες λύσεις, οι Thievery υπηρετούν τη dub/electronica με την παλιά καλή «ντουμανιασμένη» downbeat διάθεση –άσε που έχουν κι ένα πολύ cool εξώφυλλο να κοσμεί τον καινούριο τους δίσκο.

Το café bar που περιέγραψα στην αρχή, άνοιξε και σας περιμένει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

T2 Trainspotting

1train.JPG

Πολλοί ήταν αυτοί που φρόντισαν να μας θυμίζουν ότι πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από την μέρα που στηθήκαμε στην ουρά για την πρεμιέρα του Trainspotting. Πολλοί σημερινοί θεατές ήταν αγέννητοι ή νήπια (πράγμα που μας έκανε να θέλουμε να σκίσουμε ληξιαρχηκές πράξεις γεννήσεως με δάκρυα) την εποχή που βλέπαμε σαν αποχαυνωμένοι τον αγωνιώδη Renton (Ewan McGregor), τον αγαθιάρη Spud (Ewen Bremner) και τον τρελαμένο Sick Boy (Jonny Lee Miller) να βουτάνε βουλιμικά σε ποταμούς ηρωίνης και να παρτάρουν περήφανα. Ο ιδρωμένος φακός του Danny Boyle και το πυνκό σενάριο του John Hodge, μας έβαλαν στην πρώτη ταινία αρχικά στο πετσί τριών ρεμαλιών, οι οποίοι στο δεύτερο μέρος της έβαλαν τους τηγανισμένους από τις αμφεταμίνες εγκεφάλους τους να συντονιστούν, ώστε να στήσουν μια κομπίνα μαζί με τον ψυχωτικό Begbie (Robert Carlyle). Μια μπάζα μερικών χιλιάδων λιρών θα ήταν η ευκαιρία να γλυτώσουν για λίγο από την καθημερινότητα ενός junkie στο Εδιμβούργο. Η σημασία του να βλέπει ένας teenager τις οργιώδεις εικόνες του Trainspotting στα χρόνια της δεκαετίας του 90, ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτού του κειμένου. Αν έβλεπες τους ήρωες να κυνηγούν το one night stand στα club υπό τους ήχους του Atomic των Blondie, να καίγονται με τα drugs με τα beat των Underworld, να κάνουν υπερβολική δόση με το Perfect Day του Lou Reed ή να χορεύουν μαστουρωμένοι το πάθος για ζωή με το Lust For Life του Iggy Pop, θα σου έσκαγαν στα μούτρα. Το λογύδριο του “Choose Live” που εμπνεύστηκε ο Irvine Welsh ήταν σύνθημα της τελευταίας μεγάλης εποχής της pop κουλτούρας.

Ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός σήμερα και φυσικά οι τέσσερις ήρωες που είναι πλέον μεσήλικες, θα είναι κι αυτοί διαφορετικοί, σε ένα σίκουελ που πήρε αρκετά χρόνια να βρει την τελική του μορφή. Ο Renton έχει καθαρίσει και επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι για να εξιλεωθεί για την κομπίνα, ο Begbie το σκάει από τη φυλακή, ο Sick Boy έχει στήσει το δικό του κύκλωμα παρανομίας και ο Spud παραμένει… Spud. Ο Boyle συνάντησε ξανά του ήρωες σε ένα φιλμ που γυρίζονταν σε μια εποχή εποχή, με τον Bowie και τον Lou νεκρούς και με τον Ευρωπαικό διάλογο για το Brexit στο απόγειό του. Το T2, ευτυχώς, δεν φιλοδοξεί να τα ξανακάνει όλα ίσωμα, δεν μπορεί άλλωστε και δεν έχει τα όπλα. Το zeitgeist των 90’s (όπως και τα νειάτα μας) έχουν παρέλθει οπότε δεν υπάρχει χώρος για ομορφιά και όρεξη για κωλοδάχτυλο προς πάσα κατεύθυνση. Εκεί που καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα αυτό το αποτοξινωμένο σίκουελ, δεν είναι ούτε στην αναβίωση ή στην πλοκή ξεκαθαρίσματος παλιών λογαριασμών, αλλά στο πηγαίο χιούμορ: η σκηνή στην pub με τους Προτεστάντες είναι άκρως διασκεδαστική και η εκ νέου συνάντηση του Renton με τον Begbie σε διπλανές τουαλέτες είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ποντάρει στο συναίσθημα: το βλέμμα του Renton στο καπό ενός αυτοκινήτου παραμένει πύρινο, το σοκάκι όπου οι νεαροί κακοποιοί έτρεχαν ανέμελοι από το νόμο και από τους εαυτούς τους, τα πλήκτρα των Underworld, το παιδικό δωμάτιο, το φάντασμα της μητέρας και η γλυκιά ανάμνηση της πρέζας στα ανέμελα χρόνια.

2train.jpg

Φυσικά και ένα τέτοιο εγχείρημα θα έχει προβλήματα. Οι γυναικείοι ρόλοι σχεδόν ξεπετιούνται: η Shirley Henderson σχεδόν δεν έχει λόγο ύπαρξης ως γκόμενα του Spud ενώ ο υπέροχα smart ass χαρακτήρας της Kelly Macdonald εμφανίζεται χαριστικά σε μια μικρή σκηνή. Επιπλέον, η φίλη του Sick Boy (και δυστυχώς αφηγήτρια σε πολλά σημεία) δεν πείθει καθόλου για τις υποκριτικές της ικανότητες. Ακόμα και το λογύδριο του Renton ακούγεται βεβιασμένο και θαρρείς με το στανιό τοποθετημένο σε μια άσχετη σκηνή. Το roller coaster του “Trainspotting” δεν μπορεί να επαναληφθεί, χωρίς τουλάχιστον να ξεπέσει σε ευκολίες νοσταλγίας, οπότε η βόλτα αυτή τη φορά οφείλει να είναι περισσότερο στυλιζαρισμένη παρά ξέφρενη. Ο Boyle χρησιμοποιεί σε σε κάθε σκηνή σχεδόν διαφορετικό φίλτρο και κινηματογραφεί σαν ξεσαλωμένος βιρτουόζος. Ρίχνει freeze frame στο τέλος πολών σκηνών, πειράζει το κάδρο, φιλτράρει χρώματα με επίτηδες παλιομοδίτικο στυλ. Όμως αυτή τη φορά δεν χρειάζονται πεθαμένα μωρά και κυριολεκτικές βουτιές στα σκατά για να σοκάρουν το κοινό. Το σοκ έρχεται από το «μεγαλωμένο» βλέμμα των ηρώων, που δεν κατάφερε να παγώσει για πάντα ο χρόνος στα ένδοξα καρέ των 90’s. Δεν χρειάζονται την οργιώδη electronica και την Brit-pop οι ήρωες για να συντροφεύει τις απατεωνιές τους και τα ναρκωτικά πλέον σχεδόν απουσιάζουν. Οι ήρωες έχουν διαλέξει ζωή και πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτή, όπως έχουμε κάνει όλοι μας, λίγο εώς πολύ, από τότε.

3train.JPG

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #116

Elbow

Little Fictions

To καθόλα έντιμο συγκρότημα των Elbow συντηρεί τον σχετικά άχαρο ρόλο των τελευταίων εκφραστών του «old-school» εναλλακτικού ροκ της Βρετανίας, με αποτέλεσμα να φαντάζει (άδικα) μπανάλ στο κοινό που ενθουσιάζεται με πυροτεχνήματα.

Ο 7ος δίσκος τους Little Fictions κάνει καλή δουλειά στο να διατηρεί τη ραφιναρισμένη ομορφιά του παρελθόντος τους, χωρίς να αφήνει την αίσθηση πως μένουν στάσιμοι σε όρους εκφραστικότητας. To Seldom Seen Kid (2008), με όλη εκείνη την αυτοκαταστροφική υγρασία που το χαρακτήριζε, ήταν βέβαια το αριστούργημά τους: μια συλλογή alt-rock καλουδιών που έμοιαζαν να απευθύνονται σε άδηλες ψυχές.

Το Little Fictions υστερεί σε έμπνευση συγκρινόμενο με εκείνο, αλλά φιλοδοξεί να πάει ένα βήμα παραπέρα το αρσενικό σύμπαν των Βρετανών. Όμως πραγματικά, δεν υπάρχει κάποια αποκάλυψη ή έστω ένας ευχάριστος αιφνιδιασμός στο καλοσχεδιασμένο μεν, μονοκόμματο δε καινούριο υλικό τους. Το τραγούδι που θα έδινε ευπρόσωπη ταυτότητα σε ένα ροκ ιδίωμα για μελαγχολικές συντροφιές που κάνουν cocooning παρέα με τις αγωνίες τους σε μικρά διαμερίσματα στην καρδιά του χειμώνα, δεν έρχεται ποτέ. Αντίθετα, τα περισσότερα ακούγονται σαν να μην είναι μεστωμένα, σαν να μην διαθέτουν ρυθμικές ραχοκοκαλιές· μοιάζουν με ανώριμα φρούτα.

Οι «βουνοκορφές» είναι έτσι λίγες στο Little Fictions. Το “Magnificent (She Says)” σε ζεσταίνει και σε κάνει να θες να ακούσεις οτιδήποτε και να επακολουθήσει –πρόκειται για τραγούδι που θα μπορούσε να ανήκει και στις τρυφερές στιγμές των Tindersticks. Το “Gentle Storm” είναι μια ερωτική μπαλάντα που αποτελείται μόνο από κρουστά και σκόρπια πλήκτρα, από αυτές που μόνο οι Radiohead μπορούν να φτιάξουν με μαεστρία. Το “All Disco” θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία από τις πιο lo-fi στιγμές του Peter Gabriel. Στο επικής διάρκειας “Little Fictions”, πάλι, ακούς κάτι από την αφηγηματικότητα του Paul Simon. Σε όλα τα παραπάνω, η πνιγηρή, γάργαρη φωνή του Guy Garvey δεν χολοσκάει για περιττά δράματα, δεν παραληρεί με λυγμούς και πτώσεις, βαριέται να γελάσει, αλλά ούτε για απαισιοδοξία έχει όρεξη.

Ό,τι χάνει σε εμπνεύσεις το Little Fictions, το κερδίζει σε συναίσθημα, παρασύροντάς μας στον βαρύγδουπο ειρμό ενός δράματος: στα λίγα αξιοσημείωτα highlights, χτίζει ατμόσφαιρα γύρω από ασήκωτα πάθη και φορτισμένα συναισθηματικά ζητήματα. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε και η αντικατάσταση του ντράμερ Richard Jupp με τον session μουσικό Alex Reeves –πράγμα που επηρρέασε περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς το αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι Elbow καταφέρνουν και προσδίδουν συναισθηματικό ψήγμα σε κρυφές γωνιές του δίσκου τους. Όμως, αν και τα νέα κομμάτια έχουν στόχο την εξέλιξη του ήχου τους, ακούγονται κάπως τεμπέλικα στην ανάπτυξη. Ένα παράδοξο που διαπερνάει όλο τον δίσκο, αφήνοντας μια ενοχλητική αίσθηση που εμποδίζει την απόλαυση.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #115

The Weeknd

Starboy

Σε μια εποχή κατά την οποία η έπαρση μοιάζει να έχει στοιχειώσει την pop επικαιρότητα, ο καλιτέχνης που έντυσε μουσικά τις μέρες και τις νύχτες των ηδονιστών χίπστερ με τη διάσημη τριλογία των mixtapes του, που έκανε τους λάτρεις του top-40 να γρυλίσουν από ευχαρίστηση και τους νοσταλγούς της πολύχρωμης πλευράς των 1980s να συντονιστούν (επιτέλους) με ένα παρόν μη αναχρονιστικό, επιστρέφει πιο σεμνός από ποτέ.

 Το Starboy είναι το πιο στρωτό και καθησυχαστικό άλμπουμ του The Weeknd, πιστό όμως εν μέρει στον πυρήνα της φιλοσοφίας «δες την ομορφιά πίσω από τη σεξουαλική παράνοια και τη βρωμιά», την οποία σερβίρει πολύ πετυχημένα τα τελευταία χρόνια. Το υποφωτισμένο genre του «pervert R’n’B» δοξάστηκε από τούτο τον αξιόλογο soul star, όμως το Starboy τον βρίσκει μπερδεμένο: χωρίς να μην μπορεί να ξεφύγει από τη μανιέρα του, αλλά και χωρίς να είναι έτοιμος ψυχολογικά να αγκαλιάσει χωρίς αναστολες το mainstream. Άλλωστε, όπως ομολογεί στο “Reminder”, «goddamn, bitch, I am not a Teen Choice».

Όσο γοητευτικά και να ηχούν λοιπόν τα κελαρυστά hooks, όσο βελούδινες και να ακούγονται οι λεπτές, μελωδικές υφάνσεις των τραγουδιών, τίποτα δεν μπορεί να παραγκωνίσει την άβολη αίσθηση ότι ο δίσκος περιέχει παραπάνω «γεμίσματα» απ’ ότι επιτρέπεται. Κομμάτια όπως το “Love Τo Lay” και το “Attention” ανήκουν στα πιο προβλέψιμα που έχει υπογράψει ο Weeknd, ενώ τα “Nothing Without You”, “Die For You” και “All I Know” συγκροτούν το πιο αδιάφορο σερί της μέχρι τώρα δισκογραφίας του. Ίσως να φταίνε τα 70 λεπτά στα οποία εκτείνεται το Starboy, διάρκεια που επέτρεψε να παρεισφρήσουν αυτές οι ασημαντότητες –η περιεκτικότητα των παλιότερών του EP ήταν η τακτική που έπρεπε να εφαρμοστεί κι εδώ.

Υπάρχουν φυσικά τραγούδια μελιστάλαχτης και αθυρόστομης soul, ιδανικά για ερωτικές ολονυχτίες (“Six Feet Under”) ή αφορμές για εκστατική pop στην πίστα (“Rockin’”), καθώς και άφθονη ηλεκτρονική funk, τίγκα στην ενέργεια. Όμως η χυμώδης ποικιλομορφία των ιδεών εξατμίζεται για πρώτη φορά τόσο γρήγορα και τελικά ξεπέφτει σε λύσεις όπως το “Secrets”: έναν κατακλυσμό από 1980s κλισέ, ανάμεσα στο “Pale Shelter” των Tears For Fears και το “Talking In Your Sleep” των Romantics. Επιπλέον, τραγούδια όπως το “A Lonely Night” και το “Die For You” ζωντανεύουν το φάντασμα του Michael Jackson (της εποχής του History, όμως).

Άφησα για το τέλος τις δυνατές συνεργασίες του The Weeknd, γιατί το εύκολο (και το επιθυμητό της δισκογραφικής του) είναι κάθε κείμενο να κρεμαστεί από αυτές. Πραγματικά, το εθιστικό “Starboy” διαθέτει λυγερή μελωδία, που απογειώνει τα διαστημικά tempo των Daft Punk. Το σκοτεινό “Stargirl”, πάλι, αξιοποιεί τη μπλαζέ σαγήνη της Lana Del Ray, ενώ η αρμονική, σάρκινη soul του “Sidewalks” αγκαλιάζει το cool ραπάρισμα του Kendrick Lamar. Όσοι όμως ενθουσιάστηκαν με τον Weeknd (οι ηδονιστές χίπστερ, οι λάτρεις του top-40 και οι νοσταλγοί της πολύχρωμης πλευράς της δεκαετίας του 1980 που λέγαμε πιο πάνω), θέλουν να τον απολαύσουν μόνο, πρωταγωνιστή και περιπετειώδη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Split

5720_D005_00149.jpg

Παρά την φήμη που τον συνοδεύει, ο M. Night Shyamalan δεν βασίζει το σινεμά του αποκλειστικά στις ανατροπές και τα plot twist. Αυτό που ισχύει είναι πως ο σκηνοθέτης βρίσκει το knack του όταν έχει χώρο να στήσει το σασπένς μέσα από την κίνηση της κάμερας και όταν υπαινίσεται τον τρόμο έξω από το κάδρο. Το Split είναι η 10η ταινία του διάσημου δημιουργού (αν θεωρήσουμε ότι η καριέρα του αρχίζει με την «Έκτη Αίσθηση») Μετά την εναρκτήρια, αριστοτεχνική σκηνή, όπου ο αναίτιος τρόμος συγκρούεται με μια σκηνή αθώας καθημερινότητας, το φιλμ δείχνει μια ανημπόρια να αυτοπροσδιοριστεί αισθητικά. Πάντως ανάμεσα στο διεστραμμένο παραμύθι και την άσκηση ύφους, ο θεατής αντιλαμβάνεται τι είναι η ταινία που βλέπει: ένα κλειστοφοβικό κοκτέιλ του Oldboy με το 10 Cloverfield Lane. Φυσικά το φιλμ ως προς τη φιλοσοφία του τρόμου, παρουσιάζει εντυπωσιακή έλλειψη γνώσης ή αδιαφορία σχετικά με τις νοητικές διαταραχές και τις επιπτώσεις τους. Ακόμα και αν προσπεράσουμε τον επιστημονικό ρεαλισμό, οι συμπεριφορά ενός ατόμου με πολλαπλές (23 τον αριθμό) προσωπικότητες, εδώ δεν αντιμετωπίζονται με την σινεφιλικά υπερβολικό στυλιζάρισμα ενός Ντε Πάλμα, αλλά με τη σοβαροφανή φιλοδοξία να προστεθεί ένας σκόμα villain στο πάνθεον των ψυχωτικών του κινηματογραφικού τρόμου (Νορμαν Μπέιτς, Τζον Ντο κτλ) Ουτε κατά διάνοια…

5720_D019_00214.jpg

Το Split είναι το πιο σκληρόπετσο και αγέλαστο έργο του Shyamalan όμως οι σκηνοθετικές νάρκες που προκαλούν ανατριχίλες είναι καλά τοποθετημένες στον ιστό της ιστορίας, καθώς η απαγωγή των τριών ανήλικων κοριτσιών γίνεται όλο και πιο πνηγηρή και αδιέξοδη. Ο Kevin (ο απαγωγέας) υιοθετεί μια διαφορετική περσόνα κάθε φορά – μια αυταρχική μητέρα, έναν επιστάτη, ένα τρομαγμένο παιδι κτλ. Οι συνεδρίες του Kevin με την ψυχολόγο του κινούν σεναριακά το μυστήριο και «αερίζουν» την ταινία από το κλειδαμπαρωμένο υπόγειο. Κάπου εκεί ο υποψιασμένος θεατής θα πρέπει να παραβλέψει κάποιες παραψυχολογικές μπαρούφες σχετικά με το πως το βαθύ τραύμα ξεκλειδώνει δυνάμεις του εγκεφάλου μας, αλλά δύσκολα θα προσπεράσει τον μισογυνικό συντηριτισμό του σεναριογράφου σκηνοθέτη. Σύμφωνα με την διαταραχή του Kevin, ο ήρωας δεν αντέχει τη θέα βρώμικων ρούχων και απαιτεί από τις ανήλικες κοπέλες να μείνουν με τα εσώρουχά τους. Πέρα από το exploitation αυτής της παραμέτρου, υπάρχει η «αποκάλυψη» περί αγνότητας της παρθενίας που θα προστατέψει την πιο τολμηρή ηρωίδα. Ακόμα όμως κι αν αυτά είναι αναμενόμενα σαν συνήθεις πρακτικές των slasher movies, το σενάριο τοποθετεί τον Kevin να είναι πιο «τρομακτικός» όταν τον καταλαμβάνει μια γυναικεία περσόνα – πράγμα που υπογραμμίζει πως η θέα ενός άνδρα σε γυναικεία ρούχα με θυληπρεπή συμπεριφορά, αποτελεί θέαμα φρίκης.

Ο Τζέιμς Μάκαβοι είναι επαρκής και αφωσιωμένος στο ρόλο του αλλά δεν είναι πραγματικά τρομακτικός ούτε προκαλεί συμπάθεια ή οίκτο. «Διχασμένος» ανάμεσα στην βιρτουοζιτέ και την ανάγκη να παίζει με τις προσδοκίες του κοινού, ο Shyamalan καταφέρνει να μας πείσει πως δεν πρέπει να τον ξεγράψουμε καθώς πρόκειται για ικανότατο αφηγητή. Είτε υπογράφει ένα μοντέρνο αριστούργημα (Unbreakable) είται μια από τις χειρότερες ταινίες όλων των εποχών (The Last Airbender), έχει τον τρόπο του να μας απασχολεί. Οι εμμονές του είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, κάτι που κορυφώνεται στο Split με το σχεδόν ενοχλητικά αυτοαναφορικό του φινάλε, αλλά και η ξεροκεφαλιά του, στα όρια γαιδουριάς, να υπογράφει χωρίς τη βοήθεια άλλων τα σενάρια.

5720_TP_00008R.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Jackie

Στο πάνθεον των πρώτων κυριών της Αμερικάνικης ιστορίας, η Τζάκι Κένεντι απέσπασε τη μεγαλύτερη φήμη αλλά η ίδια δεν ήταν Έλενορ Ρούβλετ, πόσο μάλλον Μισέλ Ομπάμα. Δεν είχε πολιτικές ανησυχίες, δεν την απασχόλησαν οι μη προνομιούχοι, δεν ταξίδεψε σε ασθενέστερες χώρες και σίγουρα δεν ήταν σε θέση να συμβουλεύσει τον άντρα την σε θέματα πολέμου. Η παρουσία της περιορίζονταν στον παραδοσιακό ρόλο της αριστοκράτισσας μητέρας, της διακοσμήτριας του Λευκού Οίκου και του κομψού icon με μεγάλη γκαρνταρόμπα.

Ο σκηνοθέτης Pablo Larraín, στην βιογραφική του προσέγγιση της Τζάκι επιχειρεί μια σκοτεινή ενδοσκόπηση σε όσα συνέβαιναν στο σοκαρισμένο μυαλό της, τις ημέρες αμέσως μετά την δολοφονία του Τζον  Κένεντι. Μέσα από ελλειπτικό μοντάζ και σκόρπιες στιγμές, παρακολουθούμε μια ταραγμένη γυναίκα που από το ροζ συννεφάκι στο οποίο ζούσε, για να λαμπρύνει τα πιο υγρά όνειρα των μόδιστρων και να εμπνεύσει τις νυκοκοιρές που ξυπνούσαν αμήχανες από τα όνειρα των baby boomers, βρέθηκε να μαζεύει τα μυαλά του άντρα της από τη λαμαρίνα ενός κάμπριο αυτοκινήτου. Η εξομολογητική συνέντευξή της με έναν δημοσιογράφο (Billy Crudup) δίνει αφορμή για πισωγυρίσματα στο χρόνο, με τα jump-cut στο μοντάζ να δημιουργούν ένα νοητικό σλάλομ ανάμεσα στις πρώτες μέρες στον Λευκό Οίκο το 1962 και τις ταραχώδεις ημέρες μετα την μυστηριώδη δολοφονία. Εκεί βλέπουμε την Τζάκι να είναι στωική σύζυγος, αφοσιωμένη κυρία, λάτρης της (ακριβής) τέχνης, έρμαιο της αυλής της, μαύρη χήρα και ξανά από την αρχή, σε έναν ασπόνδυλο αφηγηματικό κύκλο. Στο μεταξύ στις σκηνές της μετωπικής συνέντευξης, φαίνεται ότι πρόκειται για άκρως υπολογιστική γυναίκα που ξέρει καλά να διαμορφώνει την δημόσια εικόνα της και να οχυρώνεται πίσω απ’ αυτήν.

1jackie.jpg

Το μεταμοντέρνο biopic είναι προσαρμοσμένο πάνω στο σώμα τη Natalie Portman η οποία παίρνει τόσο σοβαρά το δυσυπόστατο ρόλο της. Η δουλειά της σε επίπεδο προφοράς και κινησιολογίας «φαίνεται», και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην προσπάθειά της να ανασκευάσει τη μυθική εικόνα της Τζάκι, μέσα από εξομολογήσεις στον ιερέα, από στιγμές υπόκωφης απελπισίας και από επικοινωνιακό αδιέξοδο με την ισχυρή ελίτ της Αμερικής. Το πρόβλημα είναι οτι όλα αυτά τα προσπαθεί με σχετική αστοχία και φυσικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να ξεγελάσει το κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους.

Η Τζάκι αρνήθηκε να υπάρξει «γήινη» και γι’ αυτό ήταν πάντα γοητευτική στα μάτια όλων. Εδώ ακριβώς αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει καλή ερμηνεία πάνω σε ένα γυναικείο αρχέτυπο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη. Η Portman παριστάνει (δεν ερμηνεύει) την Τζάκι, όμως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας μιας γυναίκας, που παρά την χρυσοθηρία και την φωταγωγημένη ματαιοδοξία της, ήταν πάντα θελκτική και ερωτεύσιμη. Η Portman πνίγεται σε ερμηνευτικά τερτίπια νομίζοντας ότι η παραμικρή στραβοτιμονιά στα βλέφαρα ή τα χείλη θα εξαφάνιζε από πάνω της την εικόνα της Τζάκι. Η ταινία πορφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Όμως ακόμα και μετά από ένα τόσο ημιτελές και προβληματικό πορτρέτο μιας γυναίκας που από τα ροζ Chanel έφτασε να είναι ψυχολογικά ράκος στο απόγειο της επιρροής και της δύναμής της, ο θεατής βγαίνοντας στην πραγματικότητα που τον περιμένει έξω από την αίθουσα και αφού αντικρύσει μια βίζιτα όπως την Μελάνια Τραμπ στην ίδια θέση, θα πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την πολιτισμική παρακμή που έχει ποτίσει σχεδόν τα πάντα.

2jackie.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #114

Rolling Stones

Black & Blue

Στις αρχές του 1962, δυο κολλητοί παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues, παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια εμφάνιση του σχήματος του κιθαρίστα Alexis Korner σε ένα λονδρέζικο club. Οι δυο νεαροί ήταν ο Mick Jagger και ο Keith Richards, οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία, ως Rolling Stones. 54 χρόνια μετά, οι ίδιοι άνθρωποι –παρέα με τον Charlie Watts και τον Ron Wood– κλείνονται για 3 μέρες στο στούντιο και ηχογραφούν το Blue & Lonesome, αντλώντας από την ίδια αστείρευτη πηγή, τα blues του βαθύ Νότου, του Δέλτα και του Σικάγο. Πρόκειται για τον μόλις 2ο δίσκο των Stones που περιέχει αποκλειστικά διασκευές (ο πρώτος ήταν το The Rolling Stones του 1964) και τον πρώτο τους που αποτελείται από 100% blues υλικό.

Οι Stones ήρθαν σε επαφή με αυτούς τους ήχους στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στην Αγγλία. Η καταπιεσμένη λαγνεία και ο φτωχικός καημός των σκληρών και αδικημένων μαύρων αρσενικών, ακουγόταν σαν μια ξένη γλώσσα που ήθελαν να μάθουν. Αποπειράθηκαν λοιπόν να σερβίρουν ξανά στην Αμερική τα καλοχωνεμένα riffs της γόνιμης παράδοσης της βαμβακοφυτείας, με τον Jagger να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Richards να ασελγεί στις φόρμες του Muddy Waters. Αν υπάρχει ένα αληθινό επίτευγμα στο φετινό Blue & Lonesome, είναι ότι μπορούν ακόμη σε κάνουν να αισθάνεσαι άχρονος ακροατής, με τη δυνατότητα να ταξιδεύεις με τη δική σου χρονοκάψουλα στο Μέμφις και στο Τενεσσί της δεκαετίας του 1940.

Η περικυκλωτική παρουσία του hype που κουβαλάει η μπ(ρ)άντα των Stones και η ασφυξία της απροβλημάτιστης κριτικής είναι συνήθως αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια των δυσκίνητων δισκογραφικά Jagger & Richards. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ενστικτώδεις ηχογραφήσεις, που δεν τάζουν «μεγαλεία». Αντιθέτως, η μπάντα προβαίνει σε μια ειλικρινή συνδιαλλαγή με τις ρίζες της, στεκόμενη με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνισμό περί ρεβιζιονισμού. Από την αλανιάρα τυπολογία του “Shake ‘Em Οn Down” και τη ρυθμική βρωμιά του “Commit A Crime”, ο Richards με την ασίγαστη όρεξή του αγκαλιάζει τη μελωδική συμμετρία και ο Jagger, με έκφυλο coolness, εκφέρει μοναδικά στίχους όπως «call the plumber darling, must be a leak in my drain».

Πρόθυμος αρωγός ο Eric Clapton, ο οποίος κοσμεί με τα σόλο του κομμάτια όπως το “Everybody Knows About My Good Thing” του Little Johnny Taylor, που ακούγεται με διασταύρωση των blues και της soul, σε κάποιον σκονισμένο δρόμο στην καρδιά της Λουιζιάνα. Ακούστε τις κραυγές πάνω στα μονότονα μα εύστροφα hooks του “All Οf Your Love”, την πνιγμένη στο μπέρμπον απελπισία του “Little Rain” ή τη φυσαρμόνικα που ηχεί σαν εκτροχιασμένη αμαξοστοιχία στο “I Gotta Go”. Οι άνθρωποι που για χρόνια φέρονται όχι σαν μουσικοί αλλά σαν μέτοχοι μιας επικερδούς επιχείρησης, δεν επιτρέπουν να παρεισφρήσει ούτε στιγμή η υποψία δεσμεύσεων συμβολαίου και παραγγελιάς. Δεν υπάρχει δηλαδή η άβολη αίσθηση του προμελετημένου –στα δικά μου μάλιστα αυτιά, οι Stones ακούγονται εδώ νεότεροι απ’ ότι στο A Bigger Bang του 2005 (για να μην πω και από το Voodoo Lounge του 1994).

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε 3 μόλις μέρες και έτσι πολλά τραγούδια βγήκαν μονοκοπανιά, με αποτέλεσμα να αισθάνεσαι ότι οι Rolling Stones κοιτάζονταν στα μάτια και (επιτέλους) έπαψαν να παίζουν από την κορυφή του βουνού. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλά άλλωστε ότι τα blues αγγίζουν το μέγιστο δυνατό εκτόπισμά τους όταν είναι απογυμνωμένα και όχι όταν βομβαρδίζονται από υπερπαραγωγές. Διασκευάζοντας λοιπόν τους δίσκους 45 στροφών των Magic Sam, Little Walter και Bukka White, οι Stones μειδιάζουν απέναντι στις απελπισμένες πλατφόρμες κατανάλωσης μουσικής, σε έναν δίσκο που, αντίθετα με τον τίτλο του, είναι γεμάτος ζωή και αναβλύζουσα χαρά.

Φυσικά και θα προτιμούσα αυτόν τον ενθουσιασμό από τη συγκεκριμένη φλέβα έμπνευσης να τον εφάρμοζαν σε ένα set από αυθεντικές συνθέσεις, αλλά, όπως μας έχουν συμβουλεύσει παλιότερα, «you can’t always get what you want».

Απο το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Moonlight

20151017_Moonlight_D04_C1_C8A0484.jpg

Σπάνια ο ανεξάρτητος Αμερικάνικος κινηματογράφος (για το mainstream κύκλωμα ούτε λόγος) εξερευνά σε τόσο βάθος το ζήτημα της ταυτότητας και μάλιστα με τέτοια σπαραξικάρδια ομορφιά, όσο το κομψοτέχνημα του Barry Jenkins με τίτλο “Moonlight”. Ένα θαυματουργό φιλμ με ιαματικές ιδιότητες. Η σεξουαλική και συναισθηματική αναγέννηση είναι η ιστορία του φοίνικα που αναδύεται από τις στάχτες του. Το Moonlight είναι μια οδυνηρή στην καρδιά αλλά δραματικά ρεαλιστική ταινία που δεν ηθικολογεί όυτε είναι χειριστική. Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις ταινίας που δεν κάνουν λάθος επιλογή, είτε στο μοντάζ είτε στο σενάριο, ούτε στην προσέγγιση των χαρακτήρων. Χωρισμένη θεματικά σε τρεις ενότητες, μέσα από τη ζωή του Chiron, ξεδιπλώνεται όλη η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης οτι όσα νομίζεις ότι σε χαρακτηρίζουν, δεν έχουν καμία σημασία. Αυτά που κατακάθονται ως ίζημα είναι μη διαπραγματεύσιμα. Η ερώτηση “Who is you, man?” πλανάται στον αέρινο ιστό του φιλμ. Στο πρώτο μέρος ο Chiron είναι ένα εννιάχρονο παιδί που μεγαλώνει δίπλα στην εθισμένη στο κρακ μητέρα του. Στο δεύτερο μέρος είναι ένας εσωστρεφής 16άρης που στέκεται σιδηροστόμαχα απέναντι στη βία του προαυλίου και στο τρίτο είναι ένας σκληρός γκάνγκστερ, λίγο πριν τα τριάντα, ερμητικά κλεισμένος στη μοναξιά του και τις μύχιες επιθυμίες του.

20151025_Moonlight_D10_C1_K1_0610.jpg

«Μπορείς να είσαι ομοφυλόφυλος αλλά δεν πρέπει να επιτρέπεις σε κανέναν να σε αποκαλεί αδερφή». Μια σπάνιας ωριμότητας συμβουλή από τον άτυπο κηδεμόνα του μικρού Chiron, στην καρδιά του ομοφοβικού γκέτο, φέρνει δάκρυα στα μάτια. Το Moonlight είναι μια σπάνια, τρυφερή ταινία, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω», της πρώτης επιθυμίας, της οργής απέναντι στον κυνισμό και απέναντι  σε κάθε παραλογισμό ή αναίτια προδοσία που μας στοιχειώνει τις ζωές. Τρεις ηθοποιοί, σε τρεις ενότητες συμπλέουν σε ένα ακάνθινο και τρυφερό ταξίδι με προορισμό την αγάπη, από την «βάπτιση» στα νερά μιας συνοικίας στο Μαιάμι, σε μια εριστουργηματική σε απόδοση, ερωτική σκηνή, μέχρι τη συνάντηση δυο ανθρώπων σε ένα ξεχασμένο diner με ένα Juke Box να αγκαλιάζει σαν ζεστή κουβέρτα την ανάγκη για επαφή.

Από το Movieworld

20151104_124920_Moonlight_D16_0367.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Hell or High Water

1hell.jpg

Χάνει οριστικά το γοητευτικό πλεονέκτημα του παραγνωρισμένου σκηνοθέτη ο Σκωτσέζος Ντέιβιντ Μακένζι με αυτή την ταινία του. Ο εξαιρετικά ικανός δημιουργός υπέροχα σκοτεινών δραμάτων όπως Hallam Foe και Young Adam, κάνει έδρα του αυτή τη φορά το Texas για μια αρχετυπική ιστορία με κλέφτες κι αστυνόμους. Με τα πιο αγνά υλικά της παραδοσιακής Αμερικάνικης παράδοσης, σαν μοντέρνος Νίκολας Ρέι, καταφέρνει και αγγίζει τα όρια του μεγαλειώδους κινηματογράφου.

Το σενάριο που υπογράφει ο Taylor Sheridan (Sicario), εξετάζει τη σχέση δυο αδερφών, του Toby και του Tanner. O Chris Pine και ο Ben Foster βρίσκονται στους ρόλους των δυο βρώμικων αδερφών που εξαπολύουν ένα σερί ένοπλων ληστειών, ενώ στο κατόπι τους βρίσκεται ο βετεράνος αστυνομικός Marcus Hamilton με τον συνέταιρό του, τον Alberto Parker. Τα όργανα τις τάξης ερμηνεύουν ο Jeff Bridges με το ζεν και στωικό του βλέμμα και ο Gil Birmingham. Ο φακός του Mackenzie μας καθηλώνει, ειδικά όταν βρισκόμαστε εν μέσω των βεβιασμένων, απρογραμμάτιστων και συχνά πανικόβλητων ληστειών, με μια ένταση που εντείνει το αυτοκαταστροφικό παίξιμο του Ben Foster στο ρόλο ενός μανιακού χαρακτήρα με εμφανές death wish και με εμμονή να ζει στα όρια. Τον εξισορροπητικό ρόλο με την πραγματικότητα και τον ρόλο ευθύνης αναλαμβάνει ο Chris Pine. Ο στόχος του είναι να αποκτούν όσα μπορούν να κουβαλήσουν και να αποφεύγουν το αλόγιστο ρίσκο στο οποίο χάνεται ο αδερφός του.

3hell.jpg

Μη γελιέστε από την b-movie σημειολογία και το All American δράμα που αποπλέει η ταινία. Το Hell Or High Water είναι ένα σφριγηλό σε υφολογία και μοντέρνο σε αισθητική Γουέστερν, αλλά κυρίως σοφό στην οπτική του περί αυτοδικίας και κοινωνικής βίας. Αντλώντας από το σινεμά της δεκαετία του 70 και κάνοντας σλάλομ από τον crime ρομαντισμό του Bonnie & Clyde (1967) μέχρι το ερεβώδες ανθρωποκυνηγητό του Heat (1995), ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα μοντέρνο, σκονισμένο αριστούργημα που θα μείνει κλασικό. Χωρίς την ειρωνεία και την διάθεση για ανατροπή των Κοέν και χωρίς τη μονοδιάστατη macho, εμμονή για ηθικούς διδακτισμούς του σινεμά του Ίστγουντ. Ο Bridges είναι ξανά εδώ σε mode True Grit και ρίχνει τις ατάκες του σαν να μασάει βαμβάκι. Η θλιμμένη όψη του, τα καλόκαρδα ρατσιστικά πειράγματα στον Μεξικάνο συνέταιρό του και η σοφία του λόγου του εντυπώνονται σε κάθε σκηνή. Μετά τη θέαση της ταινίας, κρατήστε κοντά στην καρδιά σας τα λόγια του: “I never met nobody got away with anything, ever”.

4hell.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #113

Sting

57th & 9th

Έπειτα από μια 13χρονη απουσία από την pop/rock επικαιρότητα, ο Sting επανέρχεται στα γνώριμα mainstream μονοπάτια στα οποία θησαύρισε. Για πολύ καιρό, ο Βρετανός σταρ βουτούσε με τα μούτρα να ηχογραφήσει οτιδήποτε του κινούσε παρωδικά το ενδιαφέρον, προκειμένου να επιδείξει ποικιλία και ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες: μιούζικαλ, κλασική μουσική, κάλαντα κ.ά. Με το 12ο άλμπουμ του με του 57th & 9th, λοιπόν, μάλλον θέλει να πειθαρχήσει ξανά σε πλαίσιο ψυχαγωγικών, στρογγυλών rock τραγουδιών για λαϊκή κατανάλωση και ραδιοφωνικό airplay. Ο δίσκος έχει δανειστεί το όνομά του από τη συμβολή των οδών στο Hell’s Kitchen του Μανχάταν, όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήθηκε –μια προφανής ένδειξη νεοϋορκέζικης ταυτότητας και τάχα μου αυθεντικότητας στο όραμα. Όμως από το “I Can’t Stop Thinking About You” μέχρι την ανούσια cross dressing ιστορία των στίχων του “Pretty Young Soldier” και από τις προβλέψιμες ανατολίτικες επιρροές του “Inshallah” μέχρι το (ψευδο)μιούζικαλ του “Heading South On The Great North Road”, τα πάντα εδώ σέρνονται σε βαθμό απελπισίας.

Δυστυχώς ο Sting υποφέρει δραματικά σε εμπνεύσεις. Μπερδεύει την ανανέωση με το μπότοξ και επιδίδεται σε ένα κυκλοθυμικό παιχνίδι με το παρελθόν του, ως super star της απαστράπτουσας πρώτης εποχής του MTV. Τα κομμάτια του δίσκου διαβρώνονται έτσι μέσα σε ελάχιστα λεπτά ακρόασης, εξαιτίας της δυστοκίας τους να σε κάνουν να νοιαστείς έστω για μια στιγμή. Στο “If You Can’t Love Me”, ο Sting προσπαθεί να αναβιώσει ανεπιτυχώς τον εμμονικό αφηγητή του “Every Breath You Take” των ένδοξων ημερών των Police. Στο “50.000”, πάλι, προσπαθεί μάταια να γεννήσει το «sing-a-long anthem» για τα γεμάτα στάδια που τον περιμένουν, ενώ γκαζώνει με σπασμένα φρένα (sic)· τρίζει επίσης λίγο τα δόντια του στο “Petrol Head”, έτσι, για την αλητεία. Τραγούδια άχρωμα και άγευστα, δίχως τη στοιχειώδη συνθετική λειτουργικότητα. Και σιγά το σχόλιο του “Inshallah” επάνω στο προσφυγικό… Προσπεράστε, αν δεν έχετε χρόνο για χάσιμο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Paterson

1pat.jpg

Ένα κινηματογραφικό ποίημα για τα καλά πνεύματα της πόλης.

Ο τρόπος που ο Τζιμ Τζάρμους αγκαλιάζει το περιθώριο είναι μοναδικός. Καταφέρνει να το αναδείξει και να το κάνει cool, χωρίς να αφήνει την ιδέα της παρακμής να παρεισφρήσει στο συμμετρικό κάδρο. Το “Paterson” είναι η 12η fiction ταινία του υπέρ-cool σκηνοθέτη και πρόκειται για μια σπουδή πάνω στην τάξη και το χάος. Πρόκειται για έναν ήπιο διαλογισμό πάνω στη δημιουργία και την ποίηση του δρόμου. Ένα φιλμ που δεν ανήκει πουθενά και ανοίγει το πνεύμα σου προς νέες κατευθύνσεις και διαστάσεις που δεν είχες διανοηθεί. Ο Adam Driver υποδύεται έναν οδηγό λεωφορείου που ονομάζεται Paterson και συμπωματικά ζει στην περιοχή του New Jersey με το ίδιο όνομα. Ο ήρωας είναι βουτηγμένος σε μια σωτήρια ρουτίνα. Ζει στο διαμέρισμα της Laura (έξοχη η Golshifteh Farahaniτ στον ρόλο της συντρόφου του), εργάζεται στωικά, βγάζει βόλτα τον σκύλο τα βράδια, πίνει μια μπύρα στο μπαρ της γειτονιάς και κάποιες ώρες τη μέρα αποτυπώνει την ποίησή του σε ένα τετράδιο. Ο κόσμος του είναι φαινομενικά μικρός, όπως και οι φιλοδοξίες του. Η Laura θέλει να τον πείσει να εκδώσει την ποίησή του ώστε να διαβαστεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια θέλει να εκπληρώσει τα δικά της σχέδια: να γίνει τραγουδίστρια της κάντρι (κάτι σαν την Patsy Cline) και να πουλάει τα καπ κεϊκ της.

Αρχικά αντιμετωπίζουμε με οίκτο τη ρουτίνα του Paterson, νομίζοντας ότι βρίσκεται σε μια σιωπηρή απόγνωση. Υπογράφει ποιήματα που αναφέρονται σε ασήμαντα πράγματα και δεν έχει τη φιλοδοξία να πάρει Νόμπελ. Όμως ο Paterson βλέπει την ποίηση παντού. Μιλάει για τις δυνατότητες ενός σπίρτου λέγοντας: “…lighting, perhaps, the cigarette of the woman you love for the first time.” Δεν οργίζεται και δεν έχει καμία διάθεση να γειώσει τις χίπστερ εμμονές της ελαφρόμυαλης συντρόφου του. Κάθε πρωί τον βρίσκει στην αγκαλιά της. Η χαμηλοβλεπούσα επανάληψη των ημερών του, λειτουργούν καθαρτήρια σε μια έξοδο στο φως. Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα, στο τελευταίο πείραμα του Τζάρμους. Η σοφία πίσω από την παρατήρηση του μεροκαματιάρη ποιητή εστιάζεται στον αντι-δραματικό τόνο. Η ομορφιά βρίσκεται παντού αλλά όχι στις σακούλες που χορεύουν στον άνεμο όπως μας δίδαξε το Χόλυγουντ στο κάθε American Beauty, αλλά σε όλα όσα είναι ικανά να πυροδοτούν την πρώτη λέξη σε μια λευκή σελίδα τετραδίου. Πρόκειται για ταινία σπάνιας εσωτερικής ομορφιάς, με ευγενική ψυχή. Είναι η ταπεινότητα της συνειδητοποίησης ότι τα πραγματικά σπουδαία χρειάζονται εκπαιδευμένο μάτι για να τα δεις. Είναι η εκδίκηση του καλού που δεν επιτρέπει στα πάθη και τη φιλοδοξία να βρίσκουν χαραμάδες να τρυπώσουν και να παράγουν διάλυση. Είναι μια μπαλάντα για τα καλά πνεύματα της πόλης από ένα ειλικρινή δημιουργό που δεν θα πάψει ποτέ να μας εκπλήσσει.

3pat.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #112

Justice

Woman

Για περίπου 5 χρόνια, οι δύο Γάλλοι μουσικοί που κρύβονται πίσω από την επωνυμία Justice, παρέμειναν διακριτικά στο παρασκήνιο. Ο Gaspard Augé και ο Xavier de Rosnay έχουν να τραβήξουν από το μανίκι την επικαιρότητα από το 2007, όταν είχαν κυκλοφορήσει το υπερ-επιτυχημένο single “D.A.N.C.E.”. Φέτος λοιπόν κάνουν νέα εξόρμηση, παραμένοντας οχυρωμένοι κάτω από επιβλητικούς σταυρούς.

Αν και τα τραγούδια του Woman όταν παίζονται στη σειρά ηχούν απολαυστικά, πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις πιο πυρετώδεις και φρενήρεις εποχές ακμής της clubbing κουλτούρας θα ακούγονταν μπανάλ και ελαφρώς δευτεροκλασάτα. Το εναρκτήριο “Safe Αnd Sound” είναι μια βραδείας καύσεως άσκηση ύφους στην αστική disco, με έξοχη χρήση χορωδίας και εθιστικό groove. Ακολουθεί το “Pleasure”, ένα mellow καλούδι που λιβανίζει περήφανα τη χορευτική soul των αρχών του 1980. Από το “Alakazam” και μετά, όμως, επανερχόμαστε χρονικά στο ζοφερό παρόν της ηλεκτρονικής μουσικής.

Τα πράγματα αρχίζουν και θολώνουν από το “Chorus” και μετά, ειδικότερα χάρη στα άβολα πρώτα 2 λεπτά κατά τα οποία περιμένουμε να πάρει μπρος το κομμάτι. Το “Heavy Metal”, με το σχεδόν ανατριχιαστικό intro –σε ύφος ταινίας τρόμου– δεν ξέρει προς τα πού να πάει, ενώ θυμίζει έντονα σε ιδέες το “Organ Donor” του DJ Shadow. Κομμάτια επίσης όπως το “Stop” και το “Love S.O.S.” πάσχουν από μεσογειακή αναιμία, ενώ πιο ενδιαφέρον είναι το single “Fire”: ένα πείραμα πάνω στο manual του Stevie Wonder, με layers από την ευρωπαική disco των 1990s (απολαύστε στο βιντεοκλίπ παρακάτω τον χορό της διαχρονικά σέξι, Σούζαν Σαράντον).

Θεωρώ πως οι Justice δεν ακούγονται τόσο περιπετειώδεις και μυστηριώδεις πειραματιστές, όσο νομίζουν. Μάλλον μοιάζουν με γρήγορο και άνετο όχημα, το οποίο ακολουθεί τον καπνό και τα σημάδια από καμένο λάστιχο που άφησε πίσω της η αφηνιασμένη αμαξοστοιχία των Daft Punk. Και η στυλιζαρισμένη νοσταλγία χρειάζεται περισσότερη αυτοπεποίθηση και περισσότερες φρέσκιες ιδέες.

Οι Justice μπορεί να κατέχουν καλά την ψυχεδελική disco και να είναι ικανοί στο χτίσιμο δυνατών, χορευτικών ρυθμών για λευκούς που χτυπάνε παλαμάκια σε πίστες –όσο πιο γεμάτες από όμορφο κόσμο, τόσο καλύτερα. Όμως για να δώσουν νέα (ευρωπαϊκή) πνοή σε ένα υβρίδιο τόσο εξωστρεφές και ευφορικό όπως η funk και η disco, δεν φτάνει η τεχνική στα vintage bleeps και η sci-fi τσαχπινιά. Όπως ακριβώς και τα αινιγματικά σύμβολα (†) δεν αρκούν για να συντηρήσουν από μόνα τους έναν μύθο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Σιωπή: Ο Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε.

Την εισαγωγή του στο βιβλίο Silence του Shusaku Endo, ο Σκορσέζε την αρχίζει με το εξής ερώτημα: «Πως ξεκινάς να αφηγείσαι την ιστορία της Χριστιανικής πίστης;» Ο 74χρονος σκηνοθέτης, μπορεί να θεωρείται ο κορυφαίος Αμερικάνος κινηματογραφιστής των τελευταίων 50 ετών, όμως είναι αρκετά σοφός ώστε να μην επιτρέψει στον εαυτό του την αλαζονεία να θεωρεί ότι δύναται να απαντήσει. Όμως, πέρα από απαντήσεις, η κινηματογραφική μεταφορά του Silence αποτελεί ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό βήμα στην καταγραφή της εσωτερικής αγωνίας του ανθρώπου απέναντι στα ερωτήματα που γεννάει η παρουσία ή ακόμη περισσότερο, η απουσία Θεού.

Η ιστορία που ζύμωνε σε εικόνες στο μυαλό του ο Σκορσέζε για περισσότερα από 25 χρόνια, διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα και έχει στο επίκεντρό της δυο Ιησουΐτες ιερείς. Ο Sebastiao Rodrigues (Άντριου Γκάρφιλντ) και ο Francisco Garrpe (Άνταμ Ντράιβερ) θα αναλάβουν εθελοντικά ένα επικίνδυνο ταξίδι από την Πορτογαλία στην Ιαπωνία, στην καρδιά των αιματηρών διώξεων των Χριστιανών, έχοντας στόχο να βρουν τον χαμένο από καιρό μέντορά τους, τον Cristóvão Ferreira (Λίαμ Νίσον), ο οποίος φημολογείτο πως απαρνήθηκε την πίστη του κατά τη διάρκεια των βασανισμών του. Η αβάσταχτη αυτή φήμη ταλανίζει την ψυχή των δυο αθώων ιερέων που χωρίς αποσκευές αλλά με πίστη στις καρδιές τους, θα θελήσουν να δοκιμαστούν για να βρουν απαντήσεις. Ο πατέρας Ferreira προσευχήθηκε με όλη τη δύναμή του και εισέπραξε αυτό που λαμβάνουν όλες οι προσευχές από καταβολής Χριστιανισμού: απόλυτη σιωπή. Ο Ferreira θεωρείται λοιπόν ένας έκπτωτος ιερέας, ένας βλάσφημος αποστάτης, μυθολογικό αντίστοιχό του παρανοϊκού στρατιώτη Kurtz, που ζει στην Καρδιά του Σκότους. Στο Silence, η έννοια της προσευχής χάνει την στενή θρησκευτική της έννοια και έρχεται να σημάνει μια γενναία αντιμετώπιση του εσωτερικού εαυτού. Τα γράμματα πίσω στην πατρίδα των δυο Ιησουιτών μετατρέπονται σε προσευχές, γραμμένες σε εξομολογητικό τόνο, με τους ήρωες να θέλουν να κουβαλήσουν το σταυρό που δεν κατάφερε ο μέντοράς τους. Σαν να θέλουν να τον εξιλεώσουν, ως εθελοντές μάρτυρες, σε μια τυφλή αποστολή.

siwpi1.jpg

Το Silence χάρη στην ήπια αφήγηση και τον συμπαγή λόγο του, στέκει υπεράνω κριτικής και ανάλυσης. Ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Σε υποβάλει με τη φωτογραφία του και σε βάζει στο υπογάστριό του με το εκτόπισμα της θεολογικής και υπαρξιακής αναζήτησης που επιχειρεί. Από τη μια βρίσκεται η ενάρετη διάδοση μιας πίστης πίσω απ’ την οποία καραδοκούν οι επεκτατικές διαθέσεις της Καθολικής εκκλησίας. Από την άλλη, η πολιτική σκοπιμότητα των διώξεων που επιβάλλεται με αυταρχισμό. Εκεί ανάμεσα, στις σκηνές που οι χωρικοί προκαλούνται να απαρνηθούν τη θρησκεία τους, ενώπιοι του Ιάπωνα ανακριτή που ζητάει την απόδειξη της αφοσίωσης στον Βουδισμό, αισθάνεσαι πως ο φακός του Σκορσέζε βιώνει τα πάθη τους. Με παντελή την απουσία μουσικής επένδυσης, η ταινία εντείνει το αίσθημα κατάνυξης και υπογραμμίζει τη Σιωπή που περιβάλλει τους ήρωες οι οποίοι μάταια αναζητούν θεϊκή παρέμβαση ή καθοδήγηση.

Η στωική ματιά του Σκορσέζε στο ταξίδι των ηρώων του, θέλει να δώσει μια ερμηνεία στους πόνους και τα κρίματα όσων θυσιάστηκαν σε ολότελα μάταιες ιεραποστολές και ξοδεύτηκαν πνευματικά σε άγονα διδάγματα. Το μοντάζ είναι προσεκτικά σχεδιασμένο ώστε να αφήνει χώρο σε πολλαπλά, αντικρουόμενα συμπεράσματα. Τα ηχητικά εφέ χτίζουν μια περιχέουσα ησυχία, με εσωτερικές εντάσεις. Βλέποντας το φιλμ, αισθάνεσαι όλη τη δουλειά που έκανε ο Σκορσέζε, όχι στο γύρισμα ή στην αίθουσα του μοντάζ, αλλά στο μυαλό του. Κάπου ανάμεσα στον υπαρξιακό διαλογισμό του Μπέργκμαν, την οραματική περιπλάνηση των ηρώων του Μπρεσόν και την θρησκευτική αναζήτηση του Ντράγιερ, ο Μάρτι υπέγραψε ένα αμιγές δοκίμιο νωχελικών ρυθμών που διαρρηγνύει τα ζητήματα που θέτει μέσα από μια ενάρετη ιχνιλάτηση των πιο αμφιλεγόμενων αντιφάσεων της πίστης.

siwpi2.jpg

Ο Άντριου Γκάρφιλντ μέσα στην απόγνωσή του μοιάζει με άγιο σε πίνακα του Καραβάτζιο, ο Άνταμ Ντράιβερ χάνεται στην αμφισβήτηση του βλέμματος του και ο Λίαμ Νίσον είναι καθηλωτικός, ειδικά στον τρόπο που χαμηλώνει το βλέμμα από ντροπή μπροστά στον μαθητή του. Όμως, προσέξτε την αόρατη παραβολή που κρύβεται πίσω από τη φυσιογνωμία του Kichijiro. Ο Ροντρίγκεζ τον εξομολογεί τρεις φορές. Την πρώτη τον αντιμετωπίζει σαν πεφωτισμένος της Δύσης που μέσα στην άγνοιά του, του περισσεύει συμπάθεια για μια χαμένη ψυχή. Την δεύτερη φορά, όταν είναι χαμένος, τον αντιμετωπίζει με αποστροφή, σαν μίασμα που δεν αξίζει την αγάπη κανενός θεού. Την τρίτη φορά, ως Ιάπωνας πλέον και εξίσου παρατημένος και μόνος, ο Ροντρίγκεζ έρχεται σε απόλυτη ισοτιμία με τον άλλοτε γλοιώδη Kichijiro. Η Χριστιανική συμπόνια επετεύχθη άδοξα. Ο Ροντρίγκεζ μπορεί να μην υμνηθεί ποτέ σαν άγιος (μάλλον θα είναι η ντροπή της Καθολικής εκκλησίας καθώς έχει απαρνηθεί μετά βδελυγμίας τον Θεό), αλλά ποιος είναι αυτός που θα κρίνει την πορεία του και τις επιλογές του; Το rosebud εδώ, είναι ένα αυτοσχέδιο σταυρουδάκι που θα ήταν αθέατο στον ωκεανό πλούτου του κάθε Βατικανού. Πρόκειται για μια γενναία αμφισβήτηση της ιδέας του οσιομάρτυρα και μια αποδόμηση της κληρονομιάς κάθε αυτόκλητου εκπροσώπου του Θεού που αποζητά τη συμβολική δόξα μέσω ενός μαρτυρικού θανάτου.

Όπως οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί που βασανίζονται από αμφιβολίες, έτσι και η αβεβαιότητα των εικόνων του Silence είναι η μεγαλύτερη του αρετή. Τα πιο σπουδαία βιβλία μένουν ανοιχτά πριν την τελευταία σελίδα, τα πιο αμφίσημα ερωτήματα μένουν αναπάντητα και οι πιο προσωπικές ταινίες έχουν την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Ο Σκορσέζε με κάνει να νιώθω δικαιωμένος που αγαπάω τόσο παράφορα το σινεμά του, με όλο τον σεβασμό και την τρυφερότητα ενός Ιερέα ως προς την Αγία Γραφή. Τα ιερά κείμενα και τα σωτήρια κειμήλια άλλωστε είναι μια απόλυτα προσωπική υπόθεση και δεν υπακούν σε δογματικές παραδόσεις – όπως σοφά καταδεικνύει η κατακλείδα της τρίωρης σχεδόν ταινίας. Ο ναός που θα πρέπει να κοινωνήσει κάθε θεατής (είτε θρησκευόμενος, είτε άθεος, είτε αγνωστικιστής) αυτή την ταινία είναι η ίδια η κινηματογραφική αίθουσα. Εκεί που η σιωπή είναι σχεδόν πάντα καθησυχαστική.

siwpi3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #111

Lampchop

Flotus

Η χαμηλοβλεπούσα μπάντα από το Nashville, οι αγαπημένοι Lambchop, συνεχίζουν να παράγουν μεταμοντέρνα κιθαριστική pop με jazz καρυκεύματα και soul ευαισθησία. Εξακολουθούν επίσης να αντιλαμβάνονται τους μοντερνισμούς ως εναλλακτικό δρόμο για να επιστρέψουν και να αναδείξουν τη μουσική παράδοση που τους έθρεψε.

Η ουσία του ήχου των Lambchop προέρχεται κατευθείαν απ’ τα γεννοφάσκια της country –την έχουν τιμήσει μάλιστα με ευφάνταστους τρόπους– και απ’ το μαύρο χιούμορ, το οποίο επαναφέρουν με κάθε ευκαιρία. Άλλωστε βάφτισαν τους 2 καλύτερους δίσκους τους με το επίθετο του πιο ατιμασμένου Προέδρου των Η.Π.Α. (Nixon, 2000) και του πιο μοσχοπουλημένου άλμπουμ του Michael Jackson (Thriller, 1997), ενώ στο πιο προσιτό στα ραδιόφωνα τραγούδι τους έδωσαν τον τίτλο “Your Fucking Sunny Day”. O μπροστάρης Kurt Wagner παραμένει μέχρι σήμερα η ψυχή του συγκροτήματος και εκείνος που ισορροπεί την ειρωνεία με την εμπειρία. Αυτά ήταν τα στοιχεία που έκαναν τόσο γλυκό και απολαυστικό το Mr. M του 2012: έναν δίσκο που έμοιαζε σαν την υπόσχεση ενός τρυφερού ρομάντζου, φωταγωγημένου στα ακριβά στούντιο της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ.

Με το φετινό Flotus, οι Lambchop διαγράφουν σχετικά απρόσμενη στροφή σε ένα πεδίο πειραματισμού, με τη ζυγαριά να βαραίνει προς τους παραμορφωμένους βοκαλισμούς του Wagner. Πρόκειται για παράξενη και αμφιβόλου εξυπνάδας επιλογή, καθότι η θέρμη των λεπτεπίλεπτων φωνητικών και το χαρακτηριστικό φαλσέτο του –σήμα κατατεθέν του γκρουπ εδώ και 20 χρόνια– χάνονται παντελώς.

Το εναρκτήριο “In Care Οf 8675309” μπλέκει γλυκά την αίσθηση μιας αφηγηματικής μπαλάντας του Bob Dylan με τα ηλεκτρονικά στρώματα, σε μια σαφώς υπερ-δουλεμένη παραγωγή. Πρόκειται για ένα υπερφορτωμένο, περιπετειώδες τραγούδι, που αν και έχει ενδιαφέρον, δημιουργεί ένα μάλλον αμήχανο και αφιλόξενο περιβάλλον. Το 18λεπτο “The Hustle”, πάλι (με το οποίο κλείνει ο δίσκος), απογειώνει τον ambient πειραματισμό και τα ηλεκτρονικά τοπία μέσω της πολυδαίδαλης δομής του. Ανάμεσα όμως στα δύο αυτά μακράς διαρκείας τραγούδια, υπάρχουν μόνο μικρά fillers και διόλου αλησμόνητα ambient πειράματα.

Στα χνάρια του κατά Eno ευαγγελίου και τα διδάγματά του περί ambient μουσικής –που μπορεί να την αγνοούμε όσο ακούγεται, αλλά να παραμένει απολαυστική– οι Lambchop διακατέχονται για πρώτη φορά από άγχος να «ανήκουν» στον 21ο αιώνα. Με αποτέλεσμα να σερβίρουν έναν δίσκο αξιοπερίεργο, που δεν θυμίζει με τίποτα ολοκληρωμένη πρόταση. Είναι περισσότερο μια δήλωση, πως βρίσκονται σε μια προσωρινή και μεταβατική φάση. Μια φάση που ίσως οδηγήσει στο μέλλον σε κάτι που θα αγγίξει ξανά το ένδοξο παρελθόν τους και ίσως ξεθάψει τη ζεστή τους καρδιά από εκεί όπου θάφτηκε. Εδώ, ας πούμε, έμεινε κρυμμένη κάτω από την υπερβολική και άνιση χρήση του auto-tune.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

La La Land

O Φρανσουά Τρυφώ είχε πει κάποτε πως δεν υπάρχει ωραιότερη εικόνα από αυτή των θεατών ενός κινηματογράφου, όταν αντανακλάται στα πρόσωπά τους το φως της οθόνης, όταν την κοιτούν όλοι μαζί.

Είναι αλήθεια, αλλά χρειάζονται και σπουδαίες (like σπουδαίες) ταινίες σαν το La La Land για να μετατρέψουν την ιδέα πίσω από το ρομαντικό απόφθεγμα σε αληθινό συναίσθημα.

Το La La Land είναι ένα θαυματουργό φιλμ, στωικά κατασκευασμένο με βάση τις παραδοσιακές τεχνικές του μιούζικαλ και τη θέρμη των σινεμασκόπ εικόνων. Το σκίρτημα του έρωτα και τα προδομένα όνειρα, μπλέκονται τραγουδιστά, μέσα σε ονειρικές, πολύχρωμες εικόνες που αναδεικνύουν με παρρησία τις αρετές και τη χαζευτική μαγεία του κινηματογράφου. Η ιστορία ενός πιανίστα που θέλει μια μέρα να φτιάξει το δικό του jazz club και μιας ηθοποιού που τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν για να βγει από την αφάνεια, λειτουργεί ως πρόσχημα για ένα απόλυτα συγκινητικό, κινηματογραφικό επίτευγμα. Ο σκηνοθέτης Damien Chazelle, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται την ταινία του σαν αντίσταση ενάντια στο παρανάλωμα των ψηφιακών εφέ και της αφελούς mainstream ψυχαγωγίας, αλλά κάτι τέτοιο επιτυγχάνει. Η φιλοδοξία του είναι να ανακαλύψει από την αρχή την ηδονή της κινηματογραφίας, να αναδείξει την αξία των αισθήσεων που παράγει η jazz και να μας ωθήσει να αναλογιστούμε μετά από καιρό τις ιαματικές ιδιότητες ενός έξοχα κινηματογραφημένου love story.

1lalalamd.jpg

Ο Chazelle μετά το indie gem, με τίτλο Whiplash (2014) που σε αρρώσταινε με το το πάθος στο percussion, υπογράφει μια ταινία παλιάς κοπής ως προς την ευαισθησία, με απόλυτα μοντέρνα αισθητική και χορταστική βιρτουοζιτέ. Ο σκηνοθέτης τιθασεύει τα μεθυστικά φώτα και απελευθερώνει ευρυματικά τον χορό σε τέλεια κάδρα. Πραγματικά, μπορείς να απομονώσεις στην τύχη ένα οποιοδήποτε καρέ της ταινίας και να το κορνιζάρεις στο σαλόνι σου. Από το πλούσιο χορευτικό εν μέσω μποτιλιαρίσματος στον αυτοκινητόδρομο της εναρκτήριας σεκάνς, μέχρι το αδιανότητο “what might have been” μοντάζ του φινάλε, που είναι ικανό να φέρνει δάκρυα στα μάτια για ώρες μετά την θέαση.

2lala.jpg

Με ένα πρωτογενές υλικό που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μεταμοντέρνο κλείσιμο του ματιού στην παράδοση του μιούζικαλ ή εξυπνακίστικης αποδόμησης του είδους, η ταινία μας επαναφέρει στην απλότητα των προθέσεων του διαχρονικού σινεμά και όλα μοιάζουν όμορφα (τόσο διαολεμένα όμορφα). Το La La Land είναι μια μεθυστική αποκάλυψη της διαχρονικότητας του σινεμά, ειδιότερα των «boy meets girl» ιστοριών που σου σπάνε σε κομμάτια την καρδιά. Σε κάνει να χάψεις λαίμαργα τις χορογραφίες, να χαθείς στη δεξιοτεχνική συμπύκνωση της δράσης και να βουρκώσεις με βιωμένα αισθήματα: με ένα πρώτο φιλί σε κινηματογράφο, με ένα δειλό μπλέξιμο των δαχτύλων ή με τις αόρατες στιγμές που νιώθεις πως τα πιο όμορφα όνειρα πάνε χαμένα στο χρόνο. Η συγκινησιακή ακρίβεια του «κλασσικού» έχει ανασυσταθεί και απογειώνεται με ακρίβεια στο tempo, προάγοντας τα αγνότερα συναισθήματα. Αυτά που ο ηθοποιός οφείλει να επικοινωνεί με την εκφραστικότητα του σώματος.

3lala.jpg

Πατώντας με σιγουριά επάνω στη ρολαριστή (σχεδόν hard bop) αίσθηση της αφήγησης, οι δυο πρωταγωνιστές λάμπουν. Από τη μια ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι υπέροχος, ειδικότερα στις σκηνές που επικοινωνεί χιλιάδες λέξεις μέσω των πλήκτρων του πιάνου. Από την άλλη, η Έμα Στόουν είναι χάρμα οφθαλμών, ειδικότερα στις σκηνές που αφήνεται συναισθηματικά στις οντισιόν. Είναι ένα δώρο στην ολότητά του το La La Land. Ένας χορός στα αστέρια. Όσα δεν κατάφεραν ο Σκορσέζε και ο Κόπολα μαζί στο New York New York (1977) και στο One From The Heart (1981) αντίστοιχα, τα κατάφερε ο 30χρονος Damien Chazelle. Κυρίως όμως κατάφερε να ανασύρει τη σκονισμένη συνταγή με τα αυθεντικά καρυκεύματα από τα οποία φτιάχνονται τα γνησιότερα όνειρα, τυλιγμένα σε σελιλόιντ περιτύλιγμα. Και τόσο απλά και γενναιόδωρα, μας τα χαρίζει… Έτσι, για να έχουμε να πορευόμαστε.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #110

Lady Gaga

Joanne

Σε μια εποχή που η pop έχει κάνει στροφή στην ιδέα της (τάχα μου) αυτοβιογραφικής performance (με τη Beyoncé και την Taylor Swift), η διαστημικά sexy και στιλιστικώς ακραία μουσική της Lady Gaga ίσως να έμοιαζε κρύα και απόμακρη σε πολλούς. Όμως η έξυπνη σταρ άγγιξε χορδές στην pop κουλτούρα που δεν θα τολμούσε καμία συναγωνίστριά της (λ.χ. η Katy Perry) με το επιθετικό της look, με το cult της προσωπικότητάς της και με τον αστραφτερά ηλεκτρονικό ήχο της, όσο καταπονημένη και αν είναι η τελευταία από τον πακτωλό εύπεπτων τραγουδιών. Με τον δε φετινό της δίσκο Joanne, δείχνει πλέον να στοχεύει και σε μια «κάθαρση» για την πυκνά άγονη εξτραβαγκάντζα την οποία σέρβιρε, ώστε να προσφέρει κάτι «αληθινό» και να αποστασιοποιηθεί λίγο απ’ τις ορδές αξιολάτρευτων, trendy φρικιών που έθρεψε απογειώνοντας τo eurodisco brand.

Η Lady Gaga θέλει λοιπόν να πείσει ότι στοχεύει πλέον στο τραγουδιστικό νόημα και όχι στο στυλ. Όμως παραμένει καλύτερη όταν υποδύεται ρόλους κάτω από ξεσαλωμένα πανωφόρια παρά όταν μιλάει από καρδιάς, γιατί δεν έχει και πολλά να επικοινωνήσει, όπως μαρτυρούν οι αδύναμοι στίχοι. Το εναρκτήριο λ.χ. «Young wild American, looking to be something» είναι πολύ ασαφές και απλοϊκό για να σημαίνει κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε σύνθημα. Το Joanne συνεχίζει έτσι την καταγραφή της εξέλιξης μιας αυτόφωτης ντίβας, η οποία αρνείται να στρογγυλοκαθίσει σε ένα σημείο και δεν τρώει από τα έτοιμα.

Όσοι παρακολουθούμε την ιστορία της pop, γνωρίζουμε ότι γίνονται συνεχώς κύκλοι. Όμως η Αμερικανίδα σταρ ακολουθεί βάση σχεδίου αυτήν την προδιαγεγραμμένη πορεία «ωρίμανσης»· βιάζεται δηλαδή να περάσει στάδια, χωρίς να τα βιώσει. Ας το εξηγήσω με βάση την αγαπημένη της πηγή έμπνευσης: έπρεπε πρώτα να θητεύσει στη «φάση True Blue» για να φτάσει μετά στη «φάση Like A Prayer». Την ίδια στιγμή, δείχνει ότι θέλει να εδραιωθεί σαν songwriter μετά από έναν έξυπνο, συνεταιρικό δίσκο με τον Tony Bennett. Το τελικό αποτέλεσμα απέχει ωστόσο από μια «επανεφεύρεση». Είναι μάλλον ένα κλασικό reboot –πράγμα τελείως διαφορετικό.

Ο δίσκος διαθέτει έξυπνα hooks και τραγούδια όπως το γκουβάτο “A-YO” ή το disco rock καλούδι “John Wayne”, τα οποία προκαλούν αυθόρμητα παλαμάκια και χτύπημα των δαχτύλων. Συνεχίζει όμως να λοξοκοιτάει στα τρόπαια της Madonna: το “Dancin’ Ιn Circles” θυμίζει το “La Isla Bonita” όπως θα το διασκεύαζε η Lana Del Ray με τη μπλαζέ αθυροστομία της. Και το “Perfect Illusion” θυμίζει το “Papa Don’t Preach” όπως θα το διασκεύαζε η Stevie Nicks, με τη φωνητική υπεροχή της.

Όσο η Joanne κάθεται στα αυτιά μας με επαναληπτικές ακροάσεις, μοιάζει λιγότερο με ολοκληρωμένο άλμπουμ και περισσότερο με προσπάθεια που φέρνει κατά νου τη Lady Gaga με μια ακουστική κιθάρα στο χέρι (ή στον ώμο, απλά για το στυλ), να πετάει διαφορετικές ιδέες στον τοίχο για να δει ποιες θα πέσουν κάτω και ποιες θα κολλήσουν. Το “Come To Mama” μοιάζει έτσι με απόσπασμα από το original cast mainstream παράστασης του Broadway με θέμα κάποιο girl group της δεκαετίας του 1960. Η country pop σπίθα της μπαλάντας “Million Reasons” φέρνει στο μυαλό την Emmylou Harris και μπορεί να ανάψει τη φωτιά του sing-along με χιλιάδες αναπτηράκια στις συναυλίες: όσο όμως κολλητικό κι αν είναι, θα μπορούσε κάλλιστα να το τραγουδάει οποιοσδήποτε ροδομάγουλος ζεν πρεμιέ της pop. Από την άλλη, το “Sinner’s Prayer” με τον Father John Misty ανατρέχει στη σκονισμένη folk της ερήμου των 1970s, με παράλληλες gospel αναθυμιάσεις.

Οι αδυναμίες γίνονται λοιπόν εμφανείς: η κατά κόσμον Stefani Germanotta θέλει τόσο να πείσει σαν ερμηνεύτρια, ώστε στο “Angel Down” επιδίδεται σε αχρείαστα «oohs». Γιατί δεν αφήνει χώρο στα έγχορδα να κάνουν τη δουλειά –όπως θα το έκανε η Barbra Streisand– αντί να μπουκώνει το τραγούδι με μελόδραμα; Επίσης, αδυνατεί να πετύχει την αμεσότητα του τραγουδοποιού με την up tempo θεατράλε έκφραση ενός Freddie Mercury, γιατί απλά δεν μπορεί. Ακόμα μάλιστα και συνθετικά υπάρχουν αδυναμίες στα κομμάτια, όπως π.χ. στο “Grigio Girls”, που ακολουθεί την εύκολη λύση: όταν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις ένα τραγούδι, για να μην φαίνεται γυμνό το κλείσιμο, ρίξε μια παιδική χορωδία και καθάρισες…

H Gaga δείχνει επιπλέον να περιορίζεται πολύ: ποτέ άλλοτε η διάρκεια δίσκου της δεν ήταν κάτω από 40 λεπτά. Όμως, αν και το Joanne είναι μόλις 5 λεπτά μεγαλύτερο από το EP The Fame Monster (2009), το όραμά του, συγκριτικά, μοιάζει συρρικνωμένο. Η καλύτερη στιγμή του είναι σίγουρα το “Hey Girl”, το girl-power ντουέτο με τη Florence, το οποίο μιλάει για τη δύναμη των γυναικών να στηρίζουν η μία την άλλη. Μέσα σε έναν κακό χαμό συμμετοχών από «featuring artists» που κατακλύζουν τα charts της εποχής, δείχνει να έγινε από καρδιάς και οι δυο τους να το ευχαριστήθηκαν στο στούντιο.

Αυτός δεν είναι λοιπόν ο δίσκος ωρίμανσης με τον οποίον η Lady Gaga θα αποκαλύψει την «αληθινή τραγουδοποιό» μέσα της, βγάζοντας την ανθρώπινη μάσκα από το φτιασιδωμένο πρόσωπό της –όπως οι ήρωες του Mission: Impossible. Όμως είναι ένα άλμπουμ που θα κάνει όσους την ακολουθούν να αναρωτιούνται, να τσακώνονται και να στοιχηματίζουν για τα επόμενα βήματά της. Και μη γελιέστε, κάποια στιγμή θα έρθει και το μεγαλειώδες δισκογραφικό βήμα· το Joanne αποτελεί απαραίτητο βήμα για να φτάσει μέχρι εκεί.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Passengers

Το «πρωί» σε αυτή την περίπτωση βέβαια, απέχει 90 χρόνια, καθώς κάτι πήγε πολύ στραβά στο ταξίδι του με το διαστημόπλοιο που τον μετέφερε σε έναν άλλο πλανήτη, και ξύπνησε από τις κάψουλες ύπνωσης 9 δεκαετίες πριν φτάσει στον προορισμό τους. Ο προορισμός είναι μια νέα ζωή, σε έναν μακρινό αστέρα που ονομάζεται Avalon. Το “ξύπνημα” είναι προγραμματισμένο να έρθει λίγους μήνες πριν το τέλος του πανάκριβου ταξιδιού, ώστε να συνέλθουν απόλυτα οι επιβάτες, περνώντας το χρόνο τους απολαμβάνοντας τις υπερπολυτελείς παροχές του πλοίου, σε μπαρ, γυμναστήρια και πισίνες με θέα το βαθύ διάστημα. Ο ήρωας είναι αδύνατον να ξαναμπεί σε mode ύπνωσης και σκοτώνει το χρόνο του πίνοντας, τρόγωντας και μιλώντας με τον ευγενέστατο μπάρμαν – ένα εξελιγμένο ανδροειδές. Μετά από ένα χρόνο νιώθει να σαλεύει από τη μοναξιά στους διαδρόμους του πλοίου σε κάτι που θυμίζει κοκτέιλ του Wall-E και του The Shining. Όλα κινούνται σε ρυθμούς απελπισίας και πανικού μέχρι που ο ήρωας θέλει να κάνει κάτι για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του και μετά από εσωτερική πάλη με το ηθικό δίλλημα, επιλέγει να ξυπνήσει ερήμην της μια «ωραία κοιμωμένη» που κρυφά ερωτεύεται.

ghghgk.jpg

Το Passengers είχε τη φιλοδοξία να εγκλωβίσει τη δράση σε έναν συναρπαστικά κλειστοφοβικό διάκοσμο, να επενδύσει στη φωτογένεια δυο πρωταγωνιστών που περιφέρονται σαν πρωτόπλαστοι σε ένα βιομηχανικά ονειρικό περιβάλλον αφθονίας, πασπαλίζοντας ταυτόχρονα με πλάγια ερωτήματα βιοηθικής μια γνήσια sci–fi ιδέα που μοιάζει να έχει κλαπεί από κάποιο τσαλακωμένο, απραγματοποίητο σενάριο του Twilight Zone. Ο Chris Pratt και η Jennifer Lawrence κάνουν ότι μπορούν για να γεμίσουν την ταινία με την τεθλασμένη γραμμή συναισθημάτων της έκρυθμης σχέσης τους. Από την απελπισία, στον έρωτα και από την αγωνία για επιβίωση στην ανιδιοτελή αυτοθυσία. Το πρόβλημα που ρίχνει την ταινία στα αζήτητα και τα αξιολησμόνητα φιλμ του είδους είναι η έλλειψη σκηνοθετικής ματιάς. Ο Morten Tyldum μετά το καλλιγραφικά οσκαρικό The Imitation Game (2014), είναι σαφώς έξω από τα νερά του και όλες οι δυνατότητες της ταινίας να εξελιχθεί σε κάτι αξιόλογο, σαν το Moon (2009) για παράδειγμα, υποβαθμίζονται σε ύφος μιας απροβλημάτιστης, sci fi ρομαντικής κομεντί. Σαν αποτέλεσμα, το μεγάλο μυστικό που καιροφυλακτεί στην καρδιά του ερωτικού στόρι (το πρόωρο, εσκεμμένο ξύπνημα της ηρωίδας) είναι εφάμιλλο του μυστικού του Tom Hanks που έχει το μεγάλο βιβλιοπωλείο που θα κλείσει το συνοικιακό της Meg Ryan.

Η ταινία στερείται ταυτότητας και ο σκηνοθέτης δεν ξέρει τι πάει να κάνει. Ούτε ηθική αλληγορία, ούτε ηθικοπλαστική περιπέτεια για την ανθρώπινη υπέρβαση, αλλά με λίγο ζορισμένο ρομάντζο και μια άβολη υποψία (τάχα μου) αντί-κορπορατικού σχολίου για την τουριστική εκμετάλλευση του διαστήματος. Μια εξαιρετικά γόνιμη ιδέα όπου πραγματεύεται την απεραντοσύνη του χρόνου και τη μοναξιά πήγε χαμένη. Προσπεράστε το Passengers και βγάλτε από τις κάψουλες ύπνωσης (ανατρέξτε στα DVD δηλαδή) στις άψογα εκτελεσμένες πρωτογενείς ιδέες του Twilight Zone.

hjjgh.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment