Το Οριάν Εξπρές και ο Ηρακλής Πουαρό

Η παράξενη και σκοτεινή υπόθεση φόνου που εξελίσσεται στο ακινητοποιημένο εξαιτίας του χιονιά, Οριάν Εξπρές, έμεινε στην ιστορία ως μια από τις κορυφαίες ιστορίες που γέννησε η φαντασία της Άγκαθα Κρίστι. Το έγκλημα στο μυθικό τρένο με προορισμό το Καλέ, αποτέλεσε έναν από τους πιο δύσκολους γρίφους που έλυσε ο Ηρακλής Πουαρό. Ο Βέλγος ντετέκτιβ αναβιώνει φέτος στον κινηματογράφο από τον Κένεθ Μπράνα, ο οποίος τον υποδύεται και ταυτόχρονα σκηνοθετεί την λαβυρινθώδη ιστορία δολοφονίας ενός παράνομου επιχειρηματία, μέσα στο πολυτελές τρένο. Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έστω έχουν δει την παλιότερη εκδοχή του Σίντνει Λιούμετ, θα γνωρίζουν ότι μια τέτοια ιστορία προσφέρεται για all-star cast στη διανομή των ρόλων. Ο σκηνοθέτης επιστρατεύει την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ουίλεμ Νταφόε, την Τζούντι Ντεντς, τον Τζόνι Ντεπ και την Μισέλ Φάιφερ για να δώσει λάμψη και φωτογένεια στο κομψό μυστήριο που αναπτύσσεται ανάμεσα σους ετερόκλητους χαρακτήρες.

62bAgatha_1.jpg

Ο Μπράνα δεν επιχειρεί μια ριζοσπαστική διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος και προσεγγίζει παραδοσιακά το υλικό του, απευθυνόμενος (δυστυχώς) στη γενιά που γνώρισε τον Σέρλοκ Χολμς μέσα από τις ταινίες του Γκάι Ρίτσι. Από την προηγούμενη ταινία του άλλωστε, την «Σταχτοπούτα», μας έδειξε τις προθέσεις του να κατασκευάσει την τέλεια οικογενειακή ιστορία, από αυτές που βλέπονται για πολλά χρόνια το μεσημέρι των Χριστουγέννων μετά το φαγητό, δίπλα στο δέντρο με τα δώρα. Ως αποτέλεσμα, το σασπένς δεν χτίζεται πειστικά μέσα στη γενικότερη προσπάθεια για «κλασικά εικονογραφημένα». Η μεγαλομανία και η «Σαιξπηρόπληκτη» (αν μου επιτρέπεται η λέξη) αυταρέσκεια που χαρακτηρίζουν κάθε ερμηνεία της καριέρας του Κένεθ Μπράνα, ευτυχώς παραμερίζονται σχετικά εδώ, αν και η ψωνισμένη πλευρά του (αυτή που τον κάνει αρεστό σε φοιτήτριες δραματικών σχολών) βρίσκει το δρόμο της προς την επιφάνεια, ιδιαίτερα στην τελευταία σκηνή της λύσης του μυστηρίου.

Ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε άλλους 5 ηθοποιούς που ερμήνευσαν τον αριστοκράτη Βέλγο ντετέκτιβ με το προσεγμένο μουστάκι, την παλιομοδίτικη ευγένεια, την εμμονή στη συμμετρία και την πίστη του στη φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Austin Trevor

62bAgatha_3.jpg

Ο πρώτος ηθοποιός που ενσάρκωσε τον Πουαρό ήταν ο Όστιν Τρέβορ, ο οποίος έπαιξε σε τρεις Βρετανικές παραγωγές της δεκαετίας του 1930 – στο “Alibi” (1931), στο “Black Coffee” (1931) και το “Lord Edgware Dies” (1934), από τα ομώνυμα μυθιστορήματα της θείας Άγκαθα. Εξαιρετικά δυσεύρετες ταινίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος πλέον, αλλά γοητευτικές με τον τρόπο τους.

Tony Randall

62bAgatha_4.jpg

Η ιστορία του “The Alphabet Murders” (1965) αφορούσε μια σειρά δολοφονιών στο Λονδίνο όπου τα θύματα δολοφονούνταν με βάση τα αρχικά του ονόματός τους. Η ταινία προβλήθηκε και στην Ελλάδα με τον τίτλο “Μεσάνυχτα στο Πικαντίλι”. Ο η θοποιός Τόνι Ράνταλ πλησίασε με στυλ και με κωμική φλέβα όλα τα γοητευτικά στερεότυπα της εικόνας του Ηρακλή Πουαρό.

Albert Finney

62bAgatha_5.jpg

Την πρώτη και αξεπέραστη κινηματογραφική διασκευή του “Murder on the Orient Express” έκανε ο Σίντνει Λιούμετ το 1974. Ο Άλμπερτ Φίνεϊ είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο του εκκεντρικού Βέλγου. Το  Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (ή “Φόνος στο Όριεντ Εξπρές”) ήταν τεράστια εμπορική επιτυχία που έφτασε μέχρι τα όσκαρ, με ένα φανταστικό cast: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Σων Κόνερι, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Λωρέν Μπακόλ, και Άντονι Πέρκινς. Αγέραστο φιλμ με υποδειγματικό μοντάζ και στυλ.

Peter Ustinov

62bAgatha_6.jpg

Αν ο Άλμπερτ Φίνεϊ δόξασε στη μεγάλη οθόνη τον Ηρακλή Πουαρό, ο Πίτερ Ουστίνοφ αγκάλιασε το ρόλο χάρη σε μια σειρά εξαιρετικών ταινιών, με πρώτη και καλύτερη το «Έγκλημα στο Νείλο» που γυρίστηκε το 1978. Το φιλμ ήταν βασισμένο στο “Death on the Nile”, ένα από τα πιο καλογραμμένα και εμπνευσμένα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Ο Ουστίνοφ αγάπησε τον ρόλο του Πουαρό, έδωσε σωματικά χαρακτηριστικά στον ντετέκτιβ και τον υπηρέτησε σε άλλες δυο καλές ταινίες. Το «Έγκλημα στο Νείλο» ακολούθησε με σχετική επιτυχία η διασκευή του “Evil Under the Sun” το 1982, με τον ελληνικό τίτλο “Δύο Εγκλήματα Κάτω από τον Ήλιο”, και το “Appointment with Death” του 1988 που προβλήθηκε με το όνομα “Ραντεβού με το Θάνατο”. Στο μεταξύ ο Ουστίνοφ πρόλαβε και επανέλαβε τον ρόλο σε τρεις διόλου ευκαταφρόνητες τηλεταινίες του BBC: το “Thirteen at Dinner” (1985), το “Dead Man’s Folly” (1986) και το “Murder in Three Acts” (1986).

David Suchet

62bAgatha_7.jpg

Όσο καλοί και να ήταν οι προηγούμενοι ηθοποιοί, ένα είναι το βέβαιο: οι εκφράσεις, οι εμμονές, τα σωματικά τικ, οι συνήθειες, η προφορά, οι εκκεντρικότητες και όσα απαρτίζουν την λατρεμένη περσόνα του τετραπέρατου Ηρακλή Πουαρό, θα μείνουν για πάντα στην ιστορία μέσω της εικόνας του Ντέιβιντ Σάτσετ. Ο Βρετανός ηθοποιός ενσάρκωσε τον Πουαρό σε 70 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς “Agatha Christie’s Poirot”. Πρόκειται στην ουσία για ένα έργο ζωής, που κράτησε από το 1989 μέχρι το 2013 και που κάλυψε άπαντες τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι με ήρωα τον Πουαρό. Εβδομήντα διαχρονικές και καλογυρισμένες τηλεταινίες υψηλής αισθητικής που μπορεί κανείς να βλέπει ξανά και ξανά, όσο χρόνια κι αν περάσουν.

Από το Movieworld

Advertisements
Posted in Cinema | Leave a comment

Ατέλειωτα Χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι

 

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #144

Robert Plant

Carry Fire

Τα καλά νέα που έρχονται με το Carry Fire δεν αφορούν απλώς την ποιότητα του περιεχομένου του, αλλά κυρίως το ότι ο Robert Plant συνεχίζει να κυκλοφορεί καλή μουσική λίγο πριν τα 70 του χρόνια, με την όρεξη ενός 20χρονου που μόλις ανακαλύπτει τη χαρά της μουσικής και τις απέραντες δυνατότητες της μελωδίας.

Η ιστορία έχει κατατάξει πλέον τους Led Zeppelin εκεί που τους αξίζει, απ’ τη στιγμή που τα μνημειώδη τους άλμπουμ αφέθηκαν ελεύθερα στην ιονόσφαιρα. Όσα βιβλία και άρθρα ήταν να γραφτούν γι’ αυτούς, γράφτηκαν. Η καταξίωση ήρθε με το παραπάνω. Ο Plant εξακολουθεί λοιπόν πεισματικά να αντιστέκεται στη στείρα παλαιοντολογία και να αρνείται αμύθητες αμοιβέςγια την επανασύνδεσή τους. Δεν νιώθει άνετα να αναμασά το φορτίο του παρελθόντος με πρακτικές νοσταλγίας και δεν θέλει να ακούγεται σαν ανθρώπινο juke-box για γιγαντοπεριοδείες της μεσόκοπης καραφλοχαίτης. Προτιμά να εμπνέεται από τα Ομιχλώδη Όρη του Τόλκιν, να διασχίζει μουσικά τις ανοιχτές πεδιάδες των Μεσοδυτικών Πολιτειών, να ατενίζει τις φυτείες του Μισισίπι, να εξερευνά τη folk παράδοση που κρύβουν τα Απαλάχια, να σαγηνεύεται από τα blues της ερήμου.

Αυτός είναι ο 11ος προσωπικός δίσκος του Χρυσού Θεού του ροκ της δεκαετίας του 1970, χωρίς να μετράω το άλμπουμ με την Alison Krauss και τα δύο συνεταιρικά με τον Page. Τον Plant συνοδεύει εδώ το συγκρότημα Sensational Space Shifters, το οποίο ήταν μαζί του και στο εξαιρετικό Lullaby Αnd… The Ceaseless Roar (2014). To Carry Fire προσφέρει μια αναζωογονητική βουτιά στα σπλάχνα της βρετανικής folk και των αμερικάνικων blues, για ένα κοινό που θέλει «ακούσει» και όχι να «θαυμάσει».

Ο Plant ερμηνεύει με την καρδιά του τραγούδια όπως το “New World” και το “Bones Οf Saints” και τα απολαμβάνει, δεν τα απογειώνει με κραυγές και πόζες απ’ την ανθολογία του φωτογενούς μύθου του. Ακούστε τον πόσο ανθρώπινα και αλάνθαστα διασκευάζει το “Bluebirds Over Τhe Mountain” παρέα με τη διακριτική συμμετοχή της Chrissie Hynde στα φωνητικά, ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1958 απ’ τον Ersel Hickey. Η ποικιλόμορφη και ζεστή εξερεύνησή του τον στρέφει σε κρυφές πτυχές της μουσικής που τον ανέθρεψε –όσο μακριά από το American Songbook γίνεται.

Τραγούδια όπως το “Bone Of Saints” ανασύρουν μάλιστα κεφάλαια της ιστορίας του rock ’n’ roll που πολύ θα ήθελαν να ήξεραν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να τα ερευνήσουν. Ακούστε επίσης την jazzy χαλαρότητα του “A Way With Words”, την ακαταμάχητη εσωτερικότητα του “Season’s Song” ή την ηλεκτρονική αισθητική του “Keep It Hid”… Μπορεί τα τραγούδια του νέου αυτού άλμπουμ στο σύνολό τους να είναι λιγότερο ευδιάκριτα και τολμηρά από εκείνα του Mighty Rearranger (2005), του καλύτερου κατά τη γνώμη μου post-Zeppelin δίσκου του Plant. Αλλά όσο υπάρχει υλικό καμωμένο με αγάπη, τα γαλόνια στο συρτάρι είναι παγίδα επανάπαυσης· και όσο υπάρχει αληθινό αίσθημα περιπέτειας, όλα τα Hall Of Fame του κόσμου μοιάζουν με μαυσωλεία, τα οποία βιάζονται να βάλουν ταφόπλακα στη δημιουργικότητα. Ελπίζω πραγματικά ο Plant να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει όσο πιο μακριά γίνεται το ταξίδι του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

The Dream Syndicate – Live

62nDreamsnd_5.jpg

Με τα υπαρξιακά άγχη και την κρίση ηλικίας χλευασμένα και πεταμένα στο καλάθι των αχρήστων, οι Dream Syndicate επέλεξαν την Αθήνα ώστε να ολοκληρώσουν την περιοδεία για το φετινό, υπέροχο άλμπουμ που τους επανένωσε μετά από δεκαετίες. Αυτό που παρουσίασαν ήταν πολύ παραπάνω από μία ακόμη συναυλία: ήταν κανονικό boost ενέργειας, για όσους λόγους μπορεί να φανταστεί κανείς –ένα μουσικό αντίδοτο στη σημερινή μετριότητα (αρχικά τη δική μας). Στις ζωντανές τους εκτελέσεις, τα τραγούδια τους διατήρησαν όλη την τραγανή αίσθηση, τη στακάτη δομή και την ξεκάθαρη ενέργειά τους. Από το “Halloween” και το “The Circle” μέχρι το “80 West” και το “Filter Me Through You”, ο ήχος τους ήταν προσανατολισμένος σε αυτό το πιστό, αφοσιωμένο στις αξίες του rock συστατικό, το οποίο τους έχει κάνει τόσο αγαπητούς. Πάντα με alternative αγνότητα, αλλά και με μια συγκινητική «κανονικότητα» στο παίξιμο και στη συμπεριφορά.

Δυόμιση ώρες έμεινε στη σκηνή του Fuzz η παρέα του Steve Wynn και μας έκαναν να νιώθουμε ότι δεν το χόρτασαν καλά-καλά οι ίδιοι και ότι θα έπαιζαν ευχαρίστως άλλο τόσο. Αυτό που στην ουσία δέσποζε, βέβαια, ήταν η αίσθηση ότι δεν αναζητούν καμιά επιβεβαίωση. Ήταν απλά ακμαίοι και τρυφεροί μεταξύ τους και κατάφεραν να ρολάρουν ενστικτωδώς, σαν ορκισμένοι rockers που δεν έχουν καμία ανάγκη να νιώσουν μέρος μιας εστέτ ηλεκτρικής κοινότητας.

Οι Dream Syndicate δεν χρειάζονται τα πολτοποιημένα ντεσιμπέλ της μεγάλης αρένας για να ακουστούν τεράστιοι, ούτε και περιόρισε τον μύθο τους το Fuzz. Η εμφάνισή τους έφερε παλαιορομαντικό αέρα, τον οποίο εισέπνευσε μονορούφι ένα κοινό που δεν πήρε τα μάτια του από πάνω τους και έτσι δεν είχε την ανάγκη να σηκώσει το smartphone για να καταγράψει βιντεάκια τα οποία δεν θα ξαναδεί ποτέ. Τους άκουγες να παίζουν το περιπετειώδες “Forest For The Trees”, το γκρουβάτο “That’s What You Always Say” και το φετινό, αχαλίνωτο “Glide” και –χωρίς να το καταλάβεις– είχες σχηματισμένο ένα διάπλατο χαμόγελο. Μέσα δε στο “Boston” έκαναν κι ένα συγκινητικό tribute στον Tom Petty διασκευάζοντας το “Refugee”, που με έκανε να χειροκροτήσω πολύ. Η εξοντωτική setlist περιλάμβανε διπλό encore, στο οποίο έλαμψε το “John Coltrane Stereo Blues”.

Η συναυλία ήταν ένα αληθινό, μικρό δώρο, μα και μια τεράστια πιστοποίηση για το ίδιο το συγκρότημα, πως είναι αναλλοίωτο απ’ τον χρόνο. Τα τραγούδια του αδιαφιλονίκητου αριστουργήματος The Days Οf Wine Αnd Roses (1982), πραγματικά παλιώνουν σαν το καλό κρασί: ενώ λειτουργούν ως δικλείδες πολιτισμικών αναφορών, δεν καπελώνονται ποτέ από εκείνες. Ο Steve Wynn είπε ότι σύντομα θα ξεκινήσουν να δουλεύουν ένα ακόμα άλμπουμ, για του χρόνου. Βρίσκονται σε ντουζένια έμπνευσης οι Dream Syndicate. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, δηλώνω εντυπωσιασμένος.

62nDreamsnd_6.jpg

Posted in Music | Leave a comment

Η μυθολογία γύρω απ’ το ιστορικό Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης

Σκονισμένοι τοίχοι, κάτοικοι φαντάσματα και παρατημένοι πίνακες σε τοίχους τους οποίους δεν βλέπει το φως της ημέρας. Έτσι ξεχρέωναν πολλοί τα νοίκια τους ώστε να έχουν έναν χώρο να εργάζονται. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του Chelsea Hotel, που βρίσκεται στο έλεος των συμφερόντων κληρονόμων και επενδυτών. Κάποτε, ήταν ο Thomas Wolfe και ο Sid Vicious που έδιναν τον παλμό στο θρυλικό ξενοδοχείο, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί κάπου ανάμεσα στην 7η και στην 8η λεωφόρο του Μανχάταν σαν ουτοπική εστία μιας ανώνυμης κομμούνας.

Το Chelsea άνοιξε τις πόρτες του το 1884 και γέμισε με συγγραφείς, μουσικούς και ποιητές. Μετά το 1910, προσωπικότητες όπως ο Μαρκ Τουέιν, αλλά και οι εκφραστές των αναπτυσσόμενων underground καλλιτεχνικών κινημάτων, έβρισκαν καταφύγιο στα δωμάτιά του. Κι σπό τη δεκαετία του 1940 και μετά, θα αποτελούσε φυσικό σπίτι για όλους τους ασυμβίβαστους καλλιτέχνες. Μια επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη ιδεών, με χρυσές και μαύρες σελίδες στη διαδρομή του: το τελευταίο σύνορο των αντισυμβατικών μυαλών και τη no man’s land όλων όσων ένιωθαν αταίριαστοι με την εποχή τους, ακόμα και στη δεκαετία του 1960.

68jjChels_2.png

Προσωρινοί και μόνιμοι θαμώνες του υπήρξαν μουσικοί, punks και rockers, ηθοποιοί, ποιητές, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, μπίτνικς και χίπηδες. Τα ανήσυχα πνεύματα έβρισκαν μια περίεργη ανεξαρτησία εκεί: το μέρος τους πυροδοτούσε μια ανεξήγητη έμπνευση και όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν σε κάποιο «υποσχόμενο» διαμέρισμά του, κάθε βράδυ. Κάποιος δηλαδή θα ήξερε κάποιον, ο οποίος θα ήξερε κάποιον που θα είχε εξασφαλίσει δωμάτιο για διαμονή. Οι θαμώνες στα πάρτι πίσω από τις κλειστές ή τις ανοιχτές πόρτες στο Chelsea έχουν διηγηθεί μυθικές ιστορίες και πολλές φήμες έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα· τόσες, ώστε κάνουν το Playboy Mansion να μοιάζει με κοσμικό κέντρο οικογενειακών εκδηλώσεων. Γιατί το ξενοδοχείο δεν φιλοξενούσε απλώς party animals, αλλά avant-garde ποιητές, αταξινόμητες φυσιογνωμίες, ξεπεσμένα celebrities, καταπιεσμένους καλλιτέχνες, εγκληματίες, εκκεντρικούς, μποέμ, διανοούμενους, πόρνες και φιλόσοφους.

Εκεί συνέβαιναν επίσης μερικά από τα after parties πολλών punk συγκροτημάτων, μετά τις  εμφανίσεις τους στο club CBGB. Οι καθημερινές ιστορίες του 12όροφου ξενοδοχείου περιείχαν ποταμούς από ναρκωτικά, καθημερινή performance art στους διαδρόμους, ποίηση, μουσική, σεξουαλικά έκτροπα, αλλά και βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, υλικές καταστροφές και θλιβερά overdoses, με ανθρώπους σε κώμα. Πέρα όμως από τη ρουτίνα των τυχαίων πυροβολισμών, των μυστήριων κλοπών και το μόνιμο άρωμα της μαριχουάνας στους διαδρόμους, έχουν καταγραφεί και περίεργες μαρτυρίες. Πολλοί λ.χ. έβλεπαν το φάντασμα του Thomas Wolfe στους διαδρόμους ή άλλων αγνώστων μορφών, που περιφέρονταν τις νύχτες. Χημικές παρενέργειες ή μεταφυσικά φαινόμενα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο χώρος ασκούσε περίεργη επιρροή. Πολλοί πήγαιναν για να γίνουν κάποιοι άλλοι, μσ ακόμα περισσότεροι πήγαιναν εκεί απλά για να βρουν τον εαυτό τους.

68jjChels_3.png

You can check out any time you like, but you can never leave

@ O Bob Dylan παντρεύτηκε τη Sara Lownds κατά τη διάρκεια των 3 χρόνων που έμενε στο ξενοδοχείο, από το 1961 έως το 1964 –μάλιστα ο πρώτος του γιος, ο Jesse, γεννήθηκε εκεί. Στο δωμάτιο 211, το 1966, ο Dylan έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Blonde On Blonde. Τις εμπειρίες του από εκείνη την περίοδο θα τις μετέφερε στο τραγούδι “Sara”, 10 χρόνια μετά.

@ Η star του Andy Warhol με το όνομα Viva εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο το 1963. Στα 25 χρόνια που έμεινε εκεί έκανε 2 γάμους.

@ Ο Leonard Cohen ήταν από τους μόνιμους κάτοικους του Chelsea και περιέγραψε κάπως έτσι την αγάπη του για το ξενοδοχείο: «I love hotels to which, at four a.m., you can bring along a midget, a bear and four ladies, drag them to your room and no one cares about it at all». Στον 5ο όροφο, είχε μια σύντομη ερωτική σχέση λίγων ωρών με την Janis Joplin, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του κτιρίου.

@ Η Janis Joplin ανεβοκατέβαινε με το ασανσέρ και φιλούσε αδιακρίτως όποιον έμπαινε μέσα.

@ Ο Jack Kerouac, ο Allen Ginsberg και ο William S. Burroughs ήταν μερικοί από τους μπιτ συγγραφείς που είχαν σαν σπίτι τους το ξενοδοχείο, με μόνες τους αποσκευές τα σημειωματάρια ή τις  γραφομηχανές τους. Κανείς τους δεν πλήρωνε ποτέ ενοίκιο. Ο Burroughs έγραψε το Γυμνό Γεύμα στο Chelsea.

@ O Jack Kerouac είχε εκεί ένα one-night stand με τον Gore Vidal, το οποίο μνημονευόταν από πολλούς για χρόνια ως σπουδαία στιγμή και για τους δυο.

@ Ο cult κινηματογραφιστής Harry Smith συγκατοικούσε για ένα διάστημα με τον Allen Ginsberg στο ξενοδοχείο.

68jjChels_4.jpg

@ Υπήρχαν ένοικοι που συγκατοικούσαν με αλιγάτορες, φίδια και μαϊμούδες στα δωμάτιά τους.

@ Η σχεδιάστρια μόδας Betsey Johnson πήγε να κοιμηθεί στο ξενοδοχείο αμέσως μόλις χώρισε τον John Cale το 1969 και έμεινε εκεί 8 μήνες.

@ Η Betsey Johnson σχεδίασε μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου τα κοστούμια της cult ταινίας Ciao Manhattan, την εποχή που έμενε εκεί σαν καλεσμένη των Velvet Underground.

@ Ο Rufus Wainwright έγραψε το 2ο άλμπουμ του Poses (2001) στο ξενοδοχείο. Στο δωμάτιό του έμενε ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν και η Κλόε Σεβινί.

@ Η Patti Smith έζησε εκεί από το 1959 μέχρι το 1962 με τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe, ο οποίος έδινε στον ιδιοκτήτη έργα του, αντί να πληρώνει ενοίκιο.

@ Στις 12 Οκτωβρίου του 1978, η Nancy Spungen θα βρεθεί νεκρή από  μαχαιριές στη μπανιέρα της στο διαμέρισμα 100, στο οποίο συζούσε με τον σύντροφό της και μπασίστα των Sex Pistols, Sid Vicious. Ο δολοφόνος μέχρι σήμερα δεν έχει συλληφθεί. Το χρονικό καταχρήσεων αυτοκαταστροφής και θανάτου εξιστορεί η ταινία Sid & Nancy (1986) του Alex Cox, καθώς και το ντοκιμαντέρ Who Κilled Nancy?. Ο Vicious αυτοκτόνησε τον επόμενο χρόνο με μια θανατηφόρα δόση ηρωίνης. Ορδές από punks μαζεύονταν για χρόνια προσπαθώντας να μείνουν στο δωμάτιο 100, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να το γκρεμίσουν και να το διαμορφώσουν διαφορετικά για να αποφύγουν τους παρανοϊκούς που έφταναν για να αυτοκτονήσουν εκεί.

68jjChels_5.png

@ Ο Άρθουρ Κλάρκ έγραψε το βιβλίο 2001: A Space Odyssey (1968) στο δωμάτιο που έμενε. Για ένα μεγάλο διάστημα, πριν εγκαταλείψει την Αμερική, ο Stanley Kubrick ζούσε κι αυτός μόνιμα στο Chelsea Hotel.

@ Ο Andy Warhol σκηνοθέτησε το ιστορικό ντοκουμέντο Chelsea Girls (1966), διάρκειας 3,5 ωρών. Το art house πείραμα παρατηρούσε τα κορίτσια του Factory να κυκλοφορούν απλά και να συμπεριφέρονται όπως θέλουν στους χώρους του Chelsea.

@ Ο Dee Dee Ramone σερνόταν ανάμεσα στα δωμάτια του ξενοδοχείου για μεγάλο διάστημα, σαν ένοικος ή σαν επισκέπτης. Στο βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλο Chelsea Horror Hotel έγραψε για τις εμπειρίες του. Οι διασκεδαστικές ιστορίες του περιείχαν σκοτεινά οράματα, παραισθησιογόνα trip και σκηνές τρόμου μέσα σε απειλητικά δωμάτια.

@ Υπάρχουν μαρτυρίες πως ο ποιητής Dylan Thomas, μετά από πολλές νύχτες αϋπνίας, ήπιε 18 (!) συνεχόμενα ποτήρια ουίσκι στο μπαρ του ξενοδοχείου και έπεσε σε κώμα.

@ Ο συγγραφέας Arthur Miller ζούσε μεγάλα διαστήματα στο ξενοδοχείο. Το δωμάτιό του ήταν χώρος εργασίας και πολλών ειδών «πειραματισμών». Εκεί μέσα έγραψε σειρά από θεατρικά έργα. Σε μια συνέντευξή του περιέγραψε τη διαμονή του στο ξενοδοχείο ως εξής: «This hotel does not belong to America. There are no vacuum cleaners, no rules and shame…it’s the high spot of the surreal». Έχουν γραφτεί μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν δει τη Marilyn Monroe σε απίστευτες σκηνές ζηλοτυπίας στην είσοδο, όπου απειλούσε να βάλει φωτιά αν δεν κατέβει ο Miller, ο οποίος είχε κλειδωθεί για μέρες στο δωμάτιό του.

68jjChels_6.jpg

@ Η Μadonna τράβηξε τις φωτογραφίες του βιβλίου της Sex στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.

@ Ο σχεδιαστής μόδας Charles James βρήκε ανεξήγητο θάνατο το 1978, μετά από διαμονή 14 χρόνων στο ξενοδοχείο.

@ Η αστυνομία μπήκε σε ένα πάρτι που εξελισσόταν για 4 μέρες, με το ίδιο τραγούδι να ακούγεται στη διαπασών. Έπαιζε σε επανάληψη για 4 εικοσιτετράωρα και κανείς απ’ όσους βρίσκονταν στο δωμάτιο δεν το άλλαζε.

@ Ο μετέπειτα γκουρού του punk rock κινήματος και συγγραφέας Ντάνι Φιλντς διοργάνωσε εκεί ένα μυθικό πάρτι τη μέρα της δολοφονίας του JFK, για να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Πολλές είναι οι ιστορίες που λέγονται για όσα περίεργα εκτυλίχθηκαν εκείνη τη βραδιά. Ένα από τα πιο σίγουρα γεγονότα, είναι ότι εκεί ο Warhol γνώρισε τη Nico, η οποία θα γινόταν ηγετική μορφή του Factory.

@ Εκεί έζησε ο Ίθαν Χοκ μετά τη διάλυση του γάμου του με την Ούμα Θέρμαν, για να ξεπεράσει το διαζύγιο. Ο Χοκ είχε σκηνοθετήσει την ταινία Chelsea Wallsλίγα χρόνια πριν, η οποία διαδραματίζονταν στο ξενοδοχείο.

68jjChels_7.png

@ Ο συγγραφέας Τσάρλς Τζάκσον (The Lost Weekend) αυτοκτόνησε στο δωμάτιό του το 1968. Στο Chelsea συχνά πήγαιναν άνθρωποι μόνο και μόνο για να αυτοκτονήσουν. Πολλές είναι οι περιπτώσεις ατόμων που έφταναν στο ξενοδοχείο και πηδούσαν από τα μπαλκόνια, χωρίς καμία εξήγηση.

@ Εκεί κατέφευγαν πολλές βραδιές ο Robert De Niro Sr. (πατέρας του γνωστού ηθοποιού) με τον Τένεσι Ουίλιαμς. Εκεί πήγαινε και ο Jim Morrison όταν ήθελε να απομονωθεί από τις υποχρεώσεις με τους Doors, ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ για να γνωρίσει κόσμο, η Φρίντα Κάλο για να ζωγραφίσει, ο Σαμ Σέπαρντ για να γράψει, ο Ντένις Χόπερ όταν δραπέτευε απ’ το Χόλυγουντ, ο Lou Reed, ο Frank Zappa και αμέτρητοι ακόμα επώνυμοι.

Σήμερα το θρυλικό ξενοδοχείο κατακλύζεται από περίεργους τουρίστες, γιάπηδες και τυχαίους περαστικούς. Εκεί που ο Jimi Hendrix δοκίμαζε τα πιο πολλά και καινούρια ναρκωτικά, υπάρχει απαγορευτικό καπνίσματος στην είσοδο.

68jjChels_8.png

6 Tραγούδια που μιλούν για το Chelsea Hotel

O Bob Dylan στο τραγούδι ”Sara” του 1976 τραγουδάει:

«I can still hear the sound of the Methodist bells,  I’d taken the cure
and had just gotten through Staying up for days in the Chelsea Hotel 
Writing Sad-Eyed Lady of the Lowlands for you»

Ο Leonard Cohen έγραψε το τραγούδι “Chelsea Hotel No 2”, που μιλούσε για τη σχέση του με την Janis Joplin στο δωμάτιο 104, την οποία γνώρισε στο ασανσέρ του ξενοδοχείου. Οι στίχοι είναι πολύ αναλυτικοί.

«I remember you well at the Chelsea Hotel, you were talking so brave and so sweet giving me head on the unmade bed while the limousines wait in the street».

Η Joni Mitchell στο ”Chelsea Morning” περιγράφει ένα υπέροχο πρωινό:

Woke up, it was a Chelsea morning and the first thing that I heard
aas a song outside my window and the traffic wrote the words
It came ringing up like Christmas bells and rapping up like pipes and drums

Η Nico σε μία από τις πρώτες σόλο προσπάθειές της τραγουδάει στο “Chelsea Girls”:

Here’s Room 506 It’s enough to make you sick. 
Bridget’s all wrapped up in foil You wonder if she can uncoil.
Here they come now See them run now
Here they come now Chelsea Girls
Here’s Room 115 Filled with S&M queens
Magic marker row. You wonder just high they go.

Ο Ryan Adams έγραψε σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ Love Is Hell κατά τη διαμονή του στο ξενοδοχείο. Στο αυτοβιογραφικό τραγούδι “Hotel Chelsea Nights”, αναφέρει:

In fact I’m tired of living in this hotel
With the snow and the rain falling through the sheets
And I’m tired of 23rd Street
Strung out like some Christmas lights
Out there in the Chelsea nigh

Το άλμπουμ Song For Survivors του Graham Nash περιέχει το “The Chelsea Hotel” με τους υπέροχους στίχους:

Down at the Chelsea Hotel, with poetry and paintings.
The walls are still holding memories of people who fell, down through the years, fighting their fears.
ill vanish before the city’s merchant greed,
Wreckers will wreck it, and in its stead. More lofty walls will swell
This old street’s populace. Then who will know
About its ancient grandeur, marble stairs, Its paintings, onyx-mantels, courts, the heirs
Of a time now long ago?

Από το Avopolis

Posted in Article | Leave a comment

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού

Η σύμπραξη του ξεχωριστού ύφους γραφής του Ευθύμη Φιλίππου και της δυσοίωνης βιρτουοζιτέ του Γιώργου Λάνθιμου, εξακολουθεί με κάθε νέα ταινία να αρνείται να κάνει έκπτωση χάριν καλοπιάσματος των mainstream θεατών, όσων αντιμετωπίζουν καχύποπτα οτιδήποτε τα βάζει με τις κατασταλτικές δυνάμεις της ανώδυνης ψυχαγωγίας. Ο αναγνωρισμένος παγκόσμια πλέον σκηνοθέτης εξακολουθεί να αναπτύσσει τις προβληματικές του σε «διεθνή γλώσσα» και τα καταφέρνει. Αποταυτισμένος πια από  τις weird wave εξαλλοσύνες των άμοιρων ανταγωνιστών του, τους οποίους μας άφησε πίσω του (και τι να τους κάνουμε), με τη νέα ταινία του εξερευνά τη ματαιότητα και το βάρος μιας συναισθηματικής επιλογής. Ο ήρωας είναι ένας χειρούργος που μάχεται χωρίς ελπίδα το πεπρωμένο της οικογένειάς του, από τη στιγμή που ένα αγόρι του ζητά μια ανείπωτη θυσία. Ο Λάνθιμος διαθέτει απεριόριστη εμπιστοσύνη στην κάμερα, έτσι ώστε να φωτίσει έναν έφηβο χαρακτήρα, βαθιά ψυχωτικό, ο οποίος περικυκλώνει τη ζωή του επιστήμονα. Ένα λάθος του γιατρού είχε κοστίσει τη ζωή του πατέρα του αγοριού και το χρέος πρέπει να ξεπληρωθεί με τη μορφή μιας αρχέγονης κατάρας. Ένα μέλος της οικογένειάς του θα πρέπει να πεθάνει.

Είναι φανερό ότι η σκηνοθετική γραφή του φιλμ, αντλεί από το οπλοστάσιο του σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ· τα μαγνητικά τράβελινγκ στους εσωτερικούς χώρους του ξενοδοχείου φέρνουν στο μυαλό τους διαδρόμους του ξενοδοχείου της «Λάμψης». Όμως το σινεμά του Χάνεκε είναι αυτό που πραγματικά εμπνέει το δημιουργικό δίδυμο, ειδικά στον τρόπο που δίνουν μορφή αρχαίας τραγωδίας σε αυτή την ιστορία εμμονής και ενοχής. Η χειρουργική ακρίβεια των πλάνων θα πυροδοτήσει εντάσεις, εσωστρέφεια και παρατεταμένη καχυποψία. Η λαιμητόμος της τιμωρίας του γιατρού –με τη μορφή της στυγερής κατάρας- τοποθετούν την οικογένειά του ως έρμαιο στο «συμβολικό» αίτημα του ψυχωτικού νέου, σαν πράξη δικαιοσύνης.63c_2.jpeg

Θεωρώ πως υπάρχουν δυο σοβαρά αφηγηματικά προβλήματα στην ταινία. Το πρώτο είναι ότι η συμβολική τιμωρία λειτουργεί ρεαλιστικά, σαν ασφυκτική αντίστροφη μέτρηση πριν το θάνατο κάποιου μέλους της οικογένειας. Για να δεχθούμε ως θεατές μια τέτοια απόκοσμη τιμωρία σε πλαίσιο ρεαλιστικό, που σημαίνει ότι ο μικρός ήρωας διαθέτει την εξώκοσμη δύναμη να επεμβαίνει στη μοίρα, θα πρέπει η σκηνοθεσία να είναι σε άλλο επίπεδο – μόνο σαν μπρεχτικό δοκίμιο στα χέρια ενός Λαρς Φον Τρίερ θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αυτό. Ο Λάνθιμος είναι σκηνοθέτης αξιώσεων αλλά ακόμη δεν έχει βρεθεί εκεί ως auteur. Αν πάλι, παραβλέψουμε την οφθαλμοφανή αμφιβολία του ρεαλισμού του ευρήματος, και το αντιμετωπίσουμε σαν μοντέρνα πλαστογράφηση του Ευριπίδη, τότε το ύφος της ταινίας θα όφειλε να είναι λεπτό σαν ξυράφι για να αφήσει συγκινησιακό αποτύπωμα, όπως ο «Κρυμμένος» του Χάνεκε. Η προσέγγιση εδώ είναι φιλοσοφική αλλά καθόλου ανθρωπολογική (όπως στο σινεμά του Χάνεκε) κάτι που αφαιρεί σε αμεσότητα.

63c_3.jpg

Το δεύτερο ουσιαστικό πρόβλημα είναι η αδιαφορία του σκηνοθέτη για το ζήτημα της ηθικής. Ο Λάνθιμος παρατάει την ηθική πλευρά της ενοχής και της δικαίωσης, ακριβώς τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε πλήρως την ιντριγκαδόρικη ιδέα του. Το παιχνίδι τιμωρού και τιμωρημένου, δεν λειτουργεί σαν συμβολική εξομάλυνση του τραύματος, ούτε καν σε πλαίσιο παραβολής γύρω απ’ την αυτοδικία, όπως έκανε το «Ακρωτήρι του Φόβου» του Σκορσέζε. Ο φακός δείχνει να μην έχει οίκτο για τους ήρωές του και να υιοθετεί τον πικρό τόνο των συμπεριφορών που εξερευνά, από το νεκροφιλικό σεξ μέχρι την ύπουλη φιλία. Φυσικά, ο δαιμόνια έξυπνος σκηνοθέτης, με μια προσέγγιση ανοιχτά φιλοσοφική, φυτεύει άβολα ερωτήματα για το δράμα των ανύπαρκτων δεσμών αγάπης εντός της οικογένειας, όπως είχε κάνει στον «Κυνόδοντα». Η οικογενειακή θαλπωρή μοιάζει με ταριχευμένο ζώο, χωρίς στίγμα κοσμικής ζωής και αλήθειας. Ο Λάνθιμος ασχολείται για άλλη μια φορά αποτελεσματικά με την επίπλαστη ψευδαίσθηση των ευτυχισμένων δεσμών και σε αυτό συμβάλλει ο εξαιρετικός Κόλιν Φάρελ και η Νικόλ Κίντμαν η οποία μετά το Eyes Wide Shut, παίζει στην δεύτερη ταινία ενός άριστου απόφοιτου της σχολής Κιούμπρικ (η πρώτη ήταν το «Birth» του Τζόναθαν Γκλέιζερ.

Η ταινία έχει μια αδιευκρίνιστη ακαμψία όσο πλησιάζουμε στην τελευταία σκηνή και ποτέ δεν φτάνει στο επίπεδο του σπαραγμού που αρμόζει στο θέμα. Οι μεταπτώσεις των ηρώων από ψυχαναλυτικής άποψης οδεύουν στην αυθαιρεσία. Όμως τελικά ο Λάνθιμος εξαιτίας της επινοητικότητάς του και των αριστουργηματικών του γεωμετρικών του κάδρων, πετυχαίνει την ταύτιση και την αποστροφή τη στιγμή ακριβώς που πρέπει.

63c_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #143

Liam Gallagher

As You Were

Είναι μάλλον αχρείαστη η μιλιταριστική προσταγή του τίτλου (στον στρατό σημαίνει: «επιστρέψτε σε αυτό που κάνατε πριν την προσοχή»), καθώς κανείς δεν χτυπάει πια προσοχές όταν μπαίνει στο δωμάτιο η πρώην θεότητα του brit rock της δεκαετίας του 1990.

Η έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του Liam Gallagher δεν οφείλεται πάντως στο ότι έχει ξεφτίσει ο θρύλος των Oasis: μια απλή υποψία επανένωσής τους, μπορεί ακόμα να σπείρει κύματα ενθουσιασμού και προσμονής σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που αντιμετωπίζεται με χλευασμό είναι η αλαζονική του μεγαλοθυμία, οι αστεία ματαιόδοξες δηλώσεις του και η αίσθηση «κατινιάς» που συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνισή του. Αυτό είναι το πρώτο του σόλο άλμπουμ, καθώς οι Beady Eye (με τους οποίους κυκλοφόρησε 2 δίσκους) διαλύθηκαν κάτω απ’ το βάρος των μεγάλων προσδοκιών. Αν θέλουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο του ξεκίνημα με τη δική του φαρμακερή γλώσσα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, μετά το 2ο διαζύγιό του και με 4 παιδιά να θρέψει (από 4 διαφορετικές μητέρες), χρειαζόταν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν το κοινό του τον ίδιο (sorry lad).

Δίχως αμφιβολία, ο Liam Gallagher δεν διαθέτει την ικανότητα του αδερφού του στη δημιουργία στρογγυλών μελωδιών και crowd-pleasing τραγουδιών, ικανών να απογειώνουν συναυλίες χάρη στο μαζικό sing-along στην αρένα. Όμως ήταν η δική του φωνή πίσω από τη μηχανή που κινούσε το όχημα των Oasis, η οποία κάποτε κατάφερε να παρασύρει ένα έθνος και να χαράξει μουσικά μια ολόκληρη γενιά. Κι έτσι, το As You Were είναι ποτισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με την υπερβολική αυτοπεποίθηση του Liam, ο οποίος νιώθει υπέρλαμπρος rock star και θέλει πάση θυσία να το πιστέψουμε κι εμείς.

Και τελικά, το υλικό του δεν είναι καθόλου άσχημο. Ρυθμικά τραγούδια όπως το “Bold” και το “Come Back To Me”, αν και ελαφρώς άτολμα, είναι απολαυστικά και γεμάτα ενέργεια. Αυτή θα μπορούσε πράγματι να ήταν μια ντουζίνα κομματιών που γράφτηκαν την εποχή του (What’s The Story) Morning Glory? (1995) και απλά δεν στάθηκαν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήξουν εκεί.

Φυσικά υπάρχουν οι αναμενόμενες μπιτλικές μελωδίες, όπως το “Universal Gleam” και ο παραδοσιακά ξεπατικωμένος John Lennon στο “Paper Clown”. Πρόκειται για ωραία τραγούδια, που όμως δεν έχουν τη δύναμη να πετάξουν αγκαλιά με τη Λούσι σε Διαμαντένιους Ουρανούς, όπως νομίζουν, αφού η εμμονή του Liam με τους Beatles μοιάζει πλέον σχεδόν παρωχημένη: στο “I Get By” τραγουδάει «I’m about to fall stone cold, Helter Skelter», ενώ στο “Chinatown” μας θυμίζει ότι «happiness is still a warm gun» (sic). Πίσω από τις επιφανειακά ανάλαφρες ιδέες, πάντως, υπάρχουν κάποιες ευφυείς εκλάμψεις με ωραία δομή και διακριτική μελαγχολία, όπως το“When I’m In Need” ή το “Greedy Soul”, στο οποίο η φωνή του απλώνεται στα ηχεία και αποτυπώνεται στα καλύτερά της.

Πραγματικά, ο άνθρωπος τραγουδάει υπέροχα, ίσως καλύτερα από ποτέ. Από την άλλη, η μανία με την tabloid παραφιλολογία και ο χουλιγκανίστικος κωλοπαιδισμός που κουβαλάει, δεν μας επιτρέπει να πάρουμε στα σοβαρά το απολογητικό αμένσιωτο προς τον αδερφό του στο “For What It’s Worth”, ειδικότερα όταν αντιμετωπίζουμε στίχους τύπου «Let’s leave the past behind with all our sorrows / I’ll build a bridge between us and I’ll swallow my pride». Είναι κρίμα να αναλώνεται σε μικροπολεμική με την ίδια του την κληρονομιά ο Liam Gallagher, γιατί, αν αποτινάξει τη μιντιακή περσόνα του, είναι ικανός να μας χαρίσει υπέροχα μελωδικά, όσο και ψυχεδελικά ταξίδια.

Θα περιμένουμε.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #142

Ariel Pink

Dedicated To Bobby Jameson

Η μουσική του ιδιότροπου Ariel Pink ακόμα μπορεί να παράγει ψυχεδελική ζαλάδα, δημιουργώντας μια φούσκα που σε καλεί να μπεις μέσα της για να μην σε αγγίζει η ασχήμια τριγύρω. Οι μελωδίες του, όσο πιο σχιζοφρενικές και πολύχρωμες, τόσο περισσότερο λειτουργούν σαν ασπιρίνη απ’ τη μουντάδα του αστικού τοπίου ή της προαστιακής οκνηρίας. Ο 11ος δίσκος του είναι αφιερωμένος στον εκκεντρικό τραγουδοποιό Bobby Jameson, ο οποίος έδρασε στο περιθώριο της δεκαετίας του 1960, προτού χαθεί ακόμα κι απ’ τις λίστες των παραγνωρισμένων μουσικών λόγω παρανομίας, άγριων εξαρτήσεων και ψυχολογικών προβλημάτων, που είχαν σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να τον θεωρεί νεκρό μέχρι πολύ πρόσφατα. Την obscure φύση του Jameson ζήλεψε μάλλον o Ariel Marcus Rosenberg Rosenberg και έβαλε έτσι μπροστά τους μουσικούς πυλώνες της φαντασίας του, ώστε να ηχογραφήσει κάμποσα παραισθησιογόνα lo-fi τραγούδια, με το πορτραίτο του κατεστραμμένου καλλιτεχνικά Jameson να κοσμεί το στούντιο.

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την υπναγωγική δύναμη της pop του Ariel Pink θα απολαύσουν «μπιτλικά» πειράματα όπως το “Another Weekend” και τραγούδια όπως το “Death Patrol”: μοιάζουν με ξεχασμένα ψυχεδελικά nuggets από συλλεκτικά maxi singles της δεκαετίας του 1970. Το πνεύμα των Animal Collective διαφαίνεται στο “Kitchen Witch”, ο τραγουδοποιός βγάζει τον Prince από μέσα του στο “I Wanna Be Young”, ενώ οι τραγανιστές κιθάρες κουμπώνουν ωραία με την ειρωνεία στο περιπαικτικό “Santa’s In The Closet”.

Ο δίσκος περιέχει pop δωματίου, η οποία μοιάζει να ακούγεται από φθαρμένες κασέτες VHS. Τα synths έχουν βάλει σκοπό να σε σαγηνεύσουν για να σου δημιουργήσουν δυσφορία λίγο αργότερα και να σε γοητεύσουν ξανά μετά. Στις απολαυστικές στιγμές συγκαταλέγεται βέβαια και το “Bubblegum Dreams”, το οποίο μοιάζει με κλασικό gay ύμνο που επηρεάστηκε απ’ τον Phil Spector για να θρέψει μουσικά το ψωνιστήρι στη Sunset Srip.

Ο αταξινόμητος μουσικός είναι εδώ περήφανα αντι-ραδιοφωνικός: δεν λειαίνει τις γωνίες των τραγουδιών και αφήνει τις ατέλειες να βγάζουν μάτι, σαν σιδερένια εξογκώματα σε βελούδινο στρώμα. Ακούστε τον στο “Dreamdate Narcissist” να επιδίδεται σε μια κωμική stand-up παράσταση, που μιλάει για τα τοτέμ των ανέσεων του μοντέρνου τρόπου ζωής («Netflix and chill» και «She’s sending me an Uber ’cause she wanted some dick»). Η μεγαλύτερη ικανότητά του είναι να συλλαμβάνει τις μελωδίες και αμέσως να τις αφήνει ελεύθερες στον αέρα, πριν προλάβει να τις εξημερώσει.

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, ο νέος αυτός δίσκος μοιάζει περισσότερο με παρέλαση από psych-pop ονειρώξεις, παρά με καλλιτεχνική πρόταση αξιώσεων. Το Dedicated Τo Bobby Jameson τελικά ακούγεται σαν το bonus disc με τα πρώιμα demo ενός αριστουργηματικού ψυχεδελικού δίσκου που δεν έχει ακούσει κανείς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Suburbicon

64cccSubrb_2.jpg

Οποιοσδήποτε μπορεί να μουρμουρίζει και να τραγουδάει τη μελωδία ενός τραγουδιού. Όταν έρθει η ώρα της εκτέλεσης και της ηχογράφησης, όμως, ακόμα κι αν η μελωδία παραμείνει απαράλλακτη, μετασχηματίζεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο Τζόρτζ Κλούνεϊ αναλαμβάνει κάθε τριετία καθήκοντα σκηνοθεσίας για μια ιστορία που του τραβάει για κάποιο λόγο την προσοχή. Το Suburbiconείναι η 6η του ταινία και η πρώτη στην οποία δεν κρατάει κάποιο ρόλο σαν ηθοποιός. Ίσως να είναι ο τρόπος του για να μας δείξει πως αυτή τη φορά συγκεντρώθηκε απόλυτα στη σκηνοθεσία.

Το σενάριο του Suburbicon έχουν υπογράψει ο Τζόελ και ο Ίθαν Κοέν, αλλά μάλλον τα αδέλφια δεν το θεώρησαν αρκετά καλό για να το σκηνοθετήσουν. Ο Κλούνεϊ βρήκε ευκαιρία να πατήσει στον crime σουρεαλισμό και το μηδενιστικό σύμπαν των Κοέν και να αναπαράξει το ύφος της αφήγησης του, όμως παρόλο που τους γνωρίζει καλά (έχει συνεργαστεί τρεις φορές μαζί τους) το αξίωμα για τη διασκευή μιας μελωδίας λειτουργεί εις βάρος του. Άλλωστε, ακόμα κι αν ένας δημιουργός προσλάβει τον καλύτερο διευθυντή φωτογραφίας, τον πιο τεχνίτη μοντέρ και τον πιο έμπειρο καλλιτεχνικό διευθυντή, το αποτύπωμα ενός δημιουργού είναι αποτέλεσμα αυθεντικότητας, όχι απλά δεξιοτεχνίας. Το αμίμητο στυλ των αδερφών Κοέν (και κάθε auteur) δεν μπορεί να αναπαραχθεί με δανεική τεχνογνωσία.

64cccSubrb_3.jpg

Η υπόθεση του φιλμ είναι καθαρά Κοενική και πλησιάζει περισσότερο στο “Blood Simple”, το νεο-νουάρ που το 1984 λάνσαρε εντυπωσιακά την καριέρα του τρομερού διδύμου. Μια εισβολή σε ένα σπίτι και μια τσαπατσούλικη απάτη, στήνουν έναν χορό στον οποίο μπλέκονται κακοποιοί της κακιάς ώρας με κουτοπόνηρους εγκληματίες της διπλανής πόρτας και ο νόμος του Μέρφι ξεσαλώνει. Σε μια φιλήσυχη γειτονιά της δεκαετίας του 1950, από τη μια πλευρά του φράχτη έχουμε τον αμοραλισμό ενός κακομοίρη και της κουνιάδας του που έχουν βάλει στο μάτι τα χρήματα απ’ την ασφάλειας ζωής και απ΄την άλλη της προκαταλήψεις απέναντι σε μια οικογένεια μαύρων που εγκαταστάθηκαν στη συνοικία. Οι baby boomers μπλέκουν σε μια αδιέξοδη ιστορία που τους βυθίζει στο αίμα την ώρα που ξεσπάει μια άγρια εξέγερση για να φύγουν οι «έγχρωμοι» απ’ τη γειτονιά.

Όσο όμορφα και να έχει σκηνοθετήσει ο Κλούνεϊ την ιστορία, το αποτέλεσμα στην καλύτερη περίπτωση μοιάζει με ένα καλό b-side στο “Fargo”. Στην χειρότερη μοιάζει με άτολμο Καραόκε με αφορμή ένα στόρι απ’ τα αζήτητα των Κοέν. Ο Ματ Ντέιμον και η Τζούλιαν Μουρ ερμηνεύουν σε δραματικό ύφος τους δυο παράνομους πρωταγωνιστές – ολέθριο σκηνοθετικό λάθος του Κλούνεϊ, καθώς αυτό αφαιρεί κάθε ίχνος ειρωνείας. Το αποτέλεσμα μοιάζει με ληγμένο χυμό στο ψυγείο με το brand των Κοέν στο κουτί: έχουν χαθεί όλα τα συστατικά της μαύρης κωμωδίας (Burn After Reading) όλη η σύγκρουση του μηδενικού IQ με τον μηδενισμό στην ραχοκοκκαλιά του εγκλήματος (Raising Arizona) και κάθε πολύχρωμο τερέν γύρω απ’ το αδιέξοδο των all American κακομοίρηδων που πέφτουν άτσαλα στο κυνήγι της εύκολης μπάζας. Το Suburbicon είναι όσο απολαυστική μπορεί να είναι μια ωραία παράσταση από μια καλή tribute band. Ο Κλούνεϊ πρέπει να βρει το δικό του ύφος γραφής την επόμενη φορά, αλλιώς θα πρέπει να πούμε «Καληνύχτα, και Καλή Τύχη» στη σκηνοθετική του πορεία.

64cccSubrb_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Σεξουαλική παρενόχληση: Φάκελος Hollywood

H πρόσφατη αποκάλυψη (;) για τις απεχθείς πράξεις του παραγωγού Harvey Weinstein σε βάρος γυναικών ήταν μια από τις μεγαλύτερες θύελλες που έχουν χτυπήσει την πόλη των αγγέλων στην Καλιφόρνια – και συμπεριλαμβάνω και τις κλιματικές. Τίποτα πια δεν είναι ίδιο στο Χόλιγουντ και από τα κρυφά «casting couch» στα πολυτελή ξενοδοχεία, ξεκινά μια χιονοστιβάδα που θα αλλάξει ριζικά πολλά πράγματα σε κάθε περιβάλλον εργασίας. Τα γεγονότα που αφορούν στις αποκαλύψεις δεκάδων (ίσως εκατοντάδων) ηθοποιών σε σχέση με το μεγάλο αφεντικό της παλιάς αυτοκρατορίας της Miramax, είναι μια αφορμή για μια σύντομη ανασκόπηση σε μια σκοτεινή πλευρά της ιστορία της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Το Χόλιγουντ ήταν πάντοτε γεμάτο από πλούσιους, λευκούς άνδρες οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία τους σε γυναίκες που κυνηγούσαν το όνειρο της καριέρας ή συντηρούσαν τον μύθο τους στις αντρικές φαντασιώσεις.

Πολύ πριν από τον Weinstein υπήρχε ο Louis B. Mayer, συνιδρυτής του μεγάλου στούντιο με το όνομα Metro-Goldwyn-Mayer απ’ το 1924. Ο Mayer ήταν γνωστό ότι παρενοχλούσε συστηματικά τις ηθοποιούς των ταινιών του και απειλούσε να βλάψει τις ίδιες αλλά και μέλη της οικογένειάς τους εάν μιλούσαν στον τύπο ή αν πήγαιναν στις αρχές. Ως αποτέλεσμα, καμία υπόθεση δεν διασταυρώθηκε  επίσημα και τίποτα δεν έφτασε σε δικαστήριο. Ο Mayer ήταν γνωστός για τη μανία με την οποία κυνηγούσε την Jean Howard. Οι πιέσεις ήταν τόσο ασφυκτικές και επιθετικές, που ώθησαν την Jean να παντρευτεί τον ατζέντη της, Charles Feldman. Μετά απ’ αυτό, ο Mayer όχι μόνο δεν έδωσε ξανά δουλειά στην Howard αλλά κάθε πελάτης του Feldman έμπαινε στη μαύρη λίστα της MGM. Ένα ακόμη από τα λιγότερο καλά κρυμμένα μυστικά της βιομηχανίας ήταν η συμπεριφορά του ζάπλουτου παραγωγού Harry Cohn, αφεντικού της Columbia, ο οποίος δεν προσλάμβανε ποτέ ηθοποιούς στις ταινίες του, ακόμα και αν αυτές ήταν σταρ όπως η Marilyn Monroe και η Kim Novak, αν αυτές δεν περνούσαν απ’ το κρεβάτι του.

65aaMvw_2.jpg

Όλοι το γνώριζαν και οι πάντες είχαν μάθει να ζουν με αυτή τη συνθήκη εργασίας. Κάθε ραντεβού του Mayer με οποιαδήποτε νεαρή ηθοποιό διεξάγονταν με τα κορίτσια να κάθονται στα γόνατά του και με το χέρι του στο στήθος τους. Ο Mayer είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την Judy Garland όταν η διάσημη ηθοποιός ήταν ακόμη στην εφηβεία. Όμως αυτός δεν ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο παραγωγός έβλαψε τον «Μάγο του Οζ». Ο Mayer πίεζε ψυχολογικά την Garland, λέγοντάς της ότι δεν είναι αρκετά όμορφη και αρκετά λεπτή, με αποτέλεσμα η Judy να κάνει επέμβαση στη μύτη της και ταυτόχρονα να αρχίσει τι αμφεταμίνες, το αλκοόλ και πολλά ακόμη χάπια. Μετά την περίοδο του οικονομικού Κραχ, τα studio έγιναν τεράστια οικονομική δύναμη και έτσι γεννήθηκε η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, την δεκαετία του ‘30. Όσο περισσότερο άνθιζαν τα studio, τόσο η οικονομική δύναμη μαζεύονταν σε λίγους ισχυρούς άνδρες και σε όσους πιστούς συνεργάτες τους πλαισίωναν. Σε ανθρώπους δηλαδή όπως ο παραγωγός που κακοποίησε την Shirley Temple στο γραφείο του όταν η ίδια ήταν μόλις 12 ετών.

65aaMvw_5.jpg

Η Marilyn Monroe ήταν μια από τις καλλονές που δεν στάθηκε αρκετά δυνατή ώστε να αντιδράσει στις παρενοχλήσεις και εξαιτίας της εξαιρετικά χαμηλής αυτοπεποίθησης που διέθετε, υπέκυπτε σε άνδρες των studio με την υπόσχεση χρυσών συμβολαίων και μεγάλων συμπρωταγωνιστών πλάι της. Οι ναρκωτικές ουσίες, το αλκοόλ και οι αυτοκτονίες ήταν κοινό χαρακτηριστικό πολλών βιογραφιών από  γυναίκες με star quality σαν την Marilyn. Η ίδια είχε γράψει στην αυτοβιογραφία της: «Τους γνώρισα όλους. Η υποκρισία και η αποτυχία ήταν γραμμένες πάνω τους. Μερικοί ήταν μοχθηροί και διεφθαρμένοι, όμως όλοι τους σχετίζονταν με τον κινηματογράφο. Οπότε έκανες υπομονή και καθόσουν δίπλα τους για να ακούσεις τα ψέμματα και τις σκευωρίες τους. Έτσι, έβλεπες το Χόλιγουντ με τα μάτια τους: σαν ένα πυνκνοκατοικημένο μπορντέλο, σαν ένα καρουζέλ με κρεβάτια αντί για άλογα». Ο Eddie Judson, σύζυγος της Rita Hayworth έπαιρνε επαγγελματικά ανταλλάγματα από άλλους άνδρες με αντίτιμο τις σεξουαλικές χάρες της λαμπερής ηθοποιού. Όταν όμως η Rita Hayworth αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε με τον Harry Cohn, το πλήρωσε ακριβά. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την Joan Collins η οποία έχει δηλώσει πως δεν πήρε τον ρόλο της ”Κλεοπάτρας” επειδή δεν κοιμήθηκε με τον Darryl Francis Zanuck, τον αργηγό της 20th Century-Fox. Άσχημη και είναι η υπόθεση όπου ο γνωστός ηθοποιός Errol Flynn, ενώ είχε σχέση με την 15χρονη Beverly Aadland, κατηγορήθηκε για βιασμό δυο ανήλικων ηθοποιών.

Μια ακόμη σημαντική περίπτωση ήταν αυτή της Tippi Hedren, η οποία αποκάλυψε ότι ο μεγάλος μετρ του σασπένς, ο Alfred Hitchcock την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά. Η ξανθιά πρωταγωνίστρια του “The Birds” και του “Marnie” είχε εξευτελιστεί και τραυματιστεί ψυχολογικά, σε μια χρονική περίοδο που όφειλε να είναι το απόγειο της καριέρας της (το χρονικό της εμμονής του Χιτς με την Heddern έχει καταγραφεί στην τηλεταινία του BBC με τίτλο “The Girl”). Η Hedren, μητέρα της Melanie Griffith, δεν έπαψε ποτέ να μιλάει για τον ψυχολογικό πόλεμο που της ασκούσε ο Χίτσκοκ και τους χειρισμούς με τους οποίους την έκανε να λυγίσει. Οι βιογράφοι του σκηνοθέτη λένε ότι ο Άλφρεντ δεν ξεπέρασε ποτέ το γεγονός ότι απ’ την εποχή του “Vertigo” κιόλας, δεν είχε πια την Grace Kelly για πρωταγωνίστριά του. Με κάποιο τρόπο λοιπόν, o μεγάλος σκηνοθέτης τιμωρούσε όλες τις υπόλοιπες, είτε ήταν η Kim Novak είτε η Tippi Hedren, ως ανάξιες των ρόλων τους.

65aaMvw_3.jpg

H άρνηση στις ερωτικές προκλήσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση για καμία ηθοποιό. Στην περίπτωση της πανέμορφης Jean Seberg, πρωταγωνίστριας μεταξύ άλλων του “Breathless” του Γκοντάρ, η καριέρα της ηθοποιού και μοντέλου είχε ξεκινήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν ο τυραννικός Otto Preminger την σκηνοθέτησε στην μεταφορά του έργου του Bernard Shaw με τίτλο “Saint Joan”. Η κακοποίηση στα γυρίσματα της ταινίας δεν ήταν μόνο σεξουαλική καθώς ο σκηνοθέτης την έβαζε να κάνει αχρείαστα, εξευτελιστικά πράγματα εκτός σεναρίου μόνο και μόνο επειδή μπορούσε, με αποκορύφωμα τον σοβαρό τραυματισμό της σε μια σκηνή πυρκαγιάς. Ο μυστηριώδης θάνατος της Seberg πολλά χρόνια αργότερα καταχωρήθηκε ως «πιθανή αυτοκτονία».

Η κουλτούρα του βιασμού δεν αφορούσε μόνο τις γυναίκες. Ο διάσημος ατζέντης Henry Willson, ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως αυτός που ανακάλυψε τον Rock Hudson, είχε στο ρόστερ του τον Tab Hunter, την Lana Turner και την Natalie Wood. Ήταν πολλοί οι νεαροί άνδρες ηθοποιοί που έκαναν ερωτικές χάρες στον Willson, πάντα με αντάλλαγμα κάποιο συμβόλαιο σε ταινία. Οι νεαροί ηθοποιοί, είτε στρέιτ, είτε γκέι, δεν μίλησαν ποτέ ανοιχτά για τον ίδιο. Άλλωστε, στη δεκαετία του 50’ μια φήμη ότι κοιμήθηκαν με τον ατζέντη τους θα κατέστρεφε την καριέρα και την υπόληψή τους ανεπιστρεπτί. Ο Roddy McDowall ήταν απ’ τους λίγους που δήλωσαν επίσημα ότι ο Wilson ήταν: «σαν το σκουλήκι κάτω από την πέτρα την οποία δεν ήθελες ποτέ να σηκώσεις».

65aaMvw_4.jpg

Τέτοιου τύπου σκάνδαλα, εκβιασμοί και σεξουαλικές παρενοχλήσεις συνοδεύουν σε κάθε δεκαετία τους προνομιούχους και ισχυρούς άνδρες του Χόλυγουντ. Ιδιαίτερα ανατριχιαστική είναι η ιστορία του Roscoe Arbuckle, ο οποίος το 1921 μετά από ένα οργιαστικό πάρτι βρέθηκε κατηγορούμενος για τον βιασμό και το φόνο της ηθοποιού Virginia Rappe. Ο Arbuckle δεν καταδικάστηκε ποτέ για την σεξουαλική κακοποίηση.

Ο συγγραφέας F. Scott Fitzgerald πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του γράφοντας το “The Last Tycoon”, που μετέφερε στον κινηματογράφο ο Elia Kazan το 1977, με τον Robert De Niro στον κεντρικό ρόλο του μεγαλοπαραγωγού Monroe Stahr. Σε μια σκηνή της ταινίας, ένας σεναριογράφος προετοιμάζει την ηρωίδα για το μεγάλο ραντεβού στο γραφείο του Stahr. Ο διάλογος υπονοούσε ξεκάθαρα τι έπρεπε να κάνει στο «casting couch» για την καριέρα της. Η Theresa Russell, η οποία υποδύεται την ηρωίδα, δήλωσε χρόνια αργότερα ότι κινδύνευσε να χάσει τον ρόλο στο φιλμ εξαιτίας την άρνησής της να ενδώσει στις παρενοχλήσεις του παραγωγού Sam Spiegel. Η ζωή μιμείται την τέχνη που εμπνέεται απ΄τη ζωή, με παράξενο τρόπο.

Η πτώση της αυτοκρατορίας των studio μετά τη δεκαετία του 1970, η άνθηση της τηλεόρασης και η φωνή των φεμινιστικών κινημάτων έδωσαν την ψευδαίσθηση ότι το φαινόμενο είχε περιοριστεί σχετικά. Η δεκαετία του 1980, μάλιστα, έφερε και τις πρώτες γυναίκες σε διευθυντικές θέσεις μεγάλων studio. Η υπόθεση του Weinstein έσκασε φέτος σαν βόμβα, για να ξεσκεπάσει με τον χειρότερο και πιο κυνικό τρόπο ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από την εποχή των πρώτων «talkies».

Συμπτωματικά, όπως είδαμε πρόσφατα στη σειρά «Feud», το soft porn που είχε γυρίσει σε νεαρή ηλικία η Joan Crawford και με το οποίο την εκβίαζαν πως θα το διαρρεύσουν στον τύπο, είχε τον τίτλο «Casting Couch». Η κουλτούρα είναι ίδια, απλώς ο Weinstein είχε την «ατυχία» να προλάβει την εποχή των social media και εξαιτίας της δύναμής τους να προσπερνούν τα ελεγχόμενα ΜΜΕ τον είδαμε να καταστρέφεται ολοσχερώς δημόσια, με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. #KarmaIsaBitch

Από το Avopolis

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #141

The National 

Sleep Well Beast

Είναι απολύτως σάρκινοι οι χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει ο Matt Berninger σε κάθε δίσκο των National. Είναι άνθρωποι σε εφησυχασμό με τους «δαίμονές» τους, ρημάδια που τους κατατρώνε οι ενοχές. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για άνδρες που έχουν φτάσει στα όριά τους, πνίγονται στη στασιμότητα και βλέπουν όλους όσους τους αγαπούν, να απομακρύνονται από κοντά τους. Το συγκρότημα, βέβαια, δεν κάνει τα λάθη των καταραμένων ηρώων που ζουν στους μεθυσμένους στίχους του: οι National δεν θα επιτρέψουν σε κανένα «κτήνος» να τους κρατήσει στάσιμους. Σε πείσμα του, μάλιστα, αποφασίζουν να χτίσουν νέες διόδους επικοινωνίας με τους ακροατές, δίχως όμως να χάσουν τις σταθερές της ταυτότητάς τους.

Τέσσερα χρόνια μετά το σχεδόν αριστουργηματικό Trouble Will Find Me (2013), έχουμε λοιπόν ένα νέο μπουκέτο τραγουδιών, κατευθείαν από το καθαρτήριο των τσακισμένων ηρώων· και μαζί ένα σύνολο ποιημάτων που αντηχούν σε κάθε φθόγγο τους τη μεσόκοπη απελπισία των απανταχού αυτοκαταστοφικών. Το Sleep Well Beast είναι το πιο πειραματικό απ’ τα τελευταία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει οι National. Πραγματικά, τα drum machines χαράζουν τολμηρές πλεύσεις (“Empire Line”), ενώ τα synths φτιάχνουν έναν ηχητικό διάκοσμο (“I’ll Still Destroy You”) ικανό να χωρέσει το υπαρξιακό άγχος του Berninger, ο οποίος αποδεικνύεται ακόμα ικανός για συγκλονιστικά μονόστιχα σαν το «The day I die, the day I die, where will we be?». Μέσα σε ντουμανιασμένο λίβινγκ ρουμ με χοντρές κουρτίνες, οι National έχουν στήσει καπνισμένο διάλογο με τα φαντάσματα του Lou Reed και του Leonard Cohen, ενώ σε κομμάτια όπως το “Turtleneck” μπαίνουν περήφανα και στα χωράφια των Bad Seeds.

Ο δίσκος περιέχει στιγμές εσωστρεφείς όπως το “Nobody Else Will Be There” και το “Walk It Back” και γι’ αυτό ακριβώς η παραγωγή τις κρατάει ημιφωτισμένες. Πρόκειται για τραγούδια που συνομιλούν ψιθυριστά με τον ακροατή, με στίχους οι οποίοι τιμούν τη μελαγχολία και ενίοτε αγκαλιάζονται με την πιανιστική αύρα που κυριαρχεί στα “Born To Beg” και “Carin Αt Τhe Liquor Store”. Το μόνο απογοητευτικό είναι, ότι αυτή τη φορά, όσο οι National μαλακώνουν και όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο σκληραίνει η επιφάνεια του νέου τους δίσκου, αποκτώντας κάτι σαν άγρια κρούστα. Τα τραγούδια είναι δηλαδή δυσκολότερο να τα κουβαλήσεις μαζί σου και ο βυθός τους φαίνεται όλο και πιο θολός. Πουθενά δεν υπάρχει το θάμβος του Boxer (2007) ή έστω η ρομαντική μέθεξη του Trouble Will Find Me.

Το σίγουρο είναι πως μόνο τα λυσσασμένα ντραμς του ιδιοφυή  Bryan Devendorf στο “The Day I Die” και το υπέροχο “The System Only Dreams In Total Darkness” –στο οποίο οι Αμερικανοί βγάζουν ξανά τους U2 από μέσα τους– αρκούν για να μας θυμήσουν το ζητούμενο: ότι το πιο επικίνδυνο κτήνος για τα πετυχημένα συγκροτήματα, είναι ο «εφησυχασμός». Όσο λοιπόν οι National βγάζουν δίσκους σαν αυτόν, το κτήνος μπορεί να κοιμάται ακίνδυνο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

mother!

Η πραγματικότητα είναι μια βολική συναίνεση, απ’ την οποία η ηρωίδα της ταινίας θα κάνει ένα βήμα προς το άγνωστο. Η δραματική αυτή κίνηση γεννάει ένα σύμπαν πιθανοτήτων πέρα από τα νοητικά της σύνορα. Ποιο είναι τελικά αυτό το υπερ-σύμπαν και ποια είναι η ψευδαίσθηση απ’την οποία δραπετεύει; Προδομένη απ’ τους μηχανισμούς της λογικής, η «μητέρα» αφήνεται στο σοκ του φόβου.

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή, όμως: το πρώτο μέρος της ταινία «μητέρα!» είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ ρεαλιστικής απειλής. Δυο παράξενοι επισκέπτες (ο Εντ Χάρις και η Μισέλ Φάιφερ) βρίσκονται στο κατώφλι του σπιτιού που ζει ένας ποιητής (Χαβιέ Μπαρδεμ) με την αρκετά νεότερη σύζυγό του (Τζένιφερ Λώρενς), οι οποίοι έχουν ξεκινήσει να χτίζουν τη δική τους Εδέμ. Η ειδυλλιακή καθημερινότητα του ζευγαριού είναι τελικά μια εύθραυστη βιτρίνα που θα σπάσει στη σύγκρουση με φιλικούς εισβολείς και με φυλές μετα-ανθρώπων. Ενώ αρχικά τα πάντα προμηνύουν έναν Πολανσκικό εφιάλτη (στην παράδοση της «Αποστροφής» και του «Μωρού της Ρόζμαρι»), η βαθμιαία πρόσβαση στον πυρήνα του φιλμ αποκαλύπτει την παράδοξη φιλοσοφία του. Το πεπρωμένο είναι ο «κακός» της ιστορίας. Αυτό που αλέθει ανθρώπινες ζωές στον βωμό μιας αόρατης αναγκαιότητας.

Από το μαθηματικό θρίλερ «π» μέχρι το δράμα εθισμού «Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», και από το ρομαντικό «The Fountain» μέχρι τον χορογραφημένο εφιάλτη του «Μαύρου Κύκνου», οι ήρωες του Αρονόφσκι λειτουργούν σαν Μεσσίες μιας νέας πραγματικότητας. Οι εμμονές του σκηνοθέτη συνηγορούν σε μια τέτοια ανάγνωση των προθέσεών του, καθώς τα πλάνα του διαθέτουν πάντοτε μια έξη στο διφορούμενο. Πρόκειται τελικά για στοχαστικό θρίλερ πέρα από κάθε ορθότητα; Για οικολογικό σχολιασμό; Για βλάσφημη θρησκευτική ονείρωξη; Πάνω απ’ όλα, είναι μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να απεικονίσει τον υπέρτατο σωματικό τρόμο: την απώλεια κάθε ελέγχου στο κορμί, τη βιοφυσική κατασκευή που ο άνθρωπος έχει τη συνήθεια να θεωρεί δική του. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό είχε η επιλογή του σκηνοθέτη να φιλμάρει τον εφιάλτη με τον φακό σχεδόν ταυτισμένο με το ανήσυχο βλέμμα της πρωταγωνίστριας, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τις συμφορές γύρω της όταν η ψευδαίσθηση αρχίσει να καταρρέει. Η ηρωίδα μοιάζει αβοήθητη και άρρωστη όσο περνάει η ώρα, αλλά τα συμπτώματα δεν αποκαλύπτουν τη φύση της ασθένειας. Ο περφεξιονιστής Αρονόφσκι, ωθεί την Τζένιφερ Λώρενς να ερμηνεύει την ηρωίδα σαν δελφίνι το οποίο έξαλλοι τουρίστες έβγαλαν απ’το νερό και το κρατάνε ψηλά για να βγάλουν μαζί του selfie. Έρμαιο μιας ιστορίας που το πλήθος ούτε καν θα αντιληφθεί.

Οι απρόοπτες αμυχές της στρωτής ιστορίας του πρώτου μέρους προκαλούν τις πιο αντιφατικές διαθέσεις, πριν έρθει η βαρβαρότητα του δεύτερου μέρους, όταν η αλλόκοτη ιστορία διασχίζεται από ζοφερή βία. Ο δαιμόνια αόρατος μηχανισμός του φιλμ, βάζει τον φιλόδοξο Δημιουργό και τη μητέρα Φύση να αλληλοσυγκρούονται σε μια παραβολή ηθικής, με φόντο το αλαφιασμένο ποίμνιο και με manual τις βάρβαρες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Πλάσματα με εκδικητική ταυτότητα και με τυφλή πίστη στον λόγο του ποιητή θα θολώσουν τα νερά ανάμεσα στο όποιο «καλό» και «κακό» και θα παίξουν κομβικό ρόλο στον ψυχο-λογικό γρίφο. Η τάξη του κόσμου αποδεικνύεται εύθραυστη. Κανένα συμπέρασμα δεν προλαβαίνει το προκαθορισμένο τέλος του αέναου κύκλου της ζωής. Μιλάμε για μια ταινία της οποίας η ταυτότητα σχεδόν δεν διακρίνεται ούτε στις επί μέρους λέξεις της. Φυσικά, κάποιος που έχει μελετήσει το καταστάλαγμα ταινιών όπως ο «Εξολοθρευτής «Άγγελος» του Μπουνιουέλ ή το «Μωρό της Μακόν» του Γκρίναγουει, μπορεί να θεωρήσει ευκολοχωνεμένη pop φιλοσοφία τούτη τη σχιζοφρενική φαντασίωση του Αρονόφσκι και να προσπεράσει, χωρίς να έχει καθόλου άδικο. Ωστόσο, ελάχιστες ταινίες πια είναι ικανές να προκαλέσουν ζωηρές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις και τοποθετήσεις, οπότε αυτές οι δημιουργίες, που μοιάζουν να ξεπηδούν σαν άγριο ζώο από το μυαλό ενός σκηνοθέτη, αξίζουν την προσοχή και τον παραπανίσιο έπαινό μας.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #140

Tori Amos

Native Invader

Στο 15ο της άλμπουμ, η πολυγραφότατη μούσα της πιανιστικής μπαλαντοποιίας κατεβαίνει για λίγο απ’ τον θρόνο της «θεότητας της αρμονίας» (σε περίοπτη θέση επάνω στο έντεχνα καμωμένο σύννεφό της) και αποφασίζει να κοιτάξει λίγο την κατάσταση των πραγμάτων.

Λευκή ανωτερότητα, αμοραλισμός και οικολογικά εγκλήματα μαστίζουν την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα ο γάμος της βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και χρειάζεται θεραπεία. Η Tori Amos μας κουράρει για το σύγχρονο, μαζικό τραύμα με 15 κεντημένα στο χέρι τραγούδια και ταυτόχρονα αυτοψυχαναλύεται για το συναισθηματικό τέλμα του γάμου της με τον Mark Hawley, ο οποίος παίζει κιθάρα και είναι σχεδιαστής ήχου. Πρόκειται για ένα σύνολο υψηλής εκφραστικότητας, που στοχεύει στο να μας ψιθυρίσει άβολες αλήθειες, όπως στο “Broken Arrow”, ή να μας παρασύρει, όπως στο ταξιδιάρικο “Cloud Riders”, το οποίο λοξοκοιτάει στο soft rock της δεκαετίας του 1970.

Η Tori Amos εκφράζει απτά συναισθήματα μέσω της αποδραστικής δύναμης της μουσικής της. Η εξημέρωση της θηλυκής pop είναι η διανοουμενίστικη κατάκτησή της. Στο φετινό Native Invader τραγουδάει ξανά σαν το εκλεπτυσμένο εξωγήινο πλάσμα που γνωρίσαμε κάποτε, παραμένοντας ακαταμάχητη ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του δίσκου –όπως π.χ. στο “Benjamin”. Στο “Climp” θυμάται ξανά την αφηγηματική της folk δεινότητα, ενώ στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του “Mary’s Eyes” μορφοποιεί τις αναμνήσεις απ’ τη μητέρα της. Στο δε “Up The Creek” διαθέτει ένα νεύρο που φαντάζομαι πως άνετα θα το διασκεύαζε ο παλιός αγαπημένος της Robert Plant, αν μονάχα ο Hawley δεν πείραζε την οργανική φύση του τραγουδιού.

Ο Hawley, λοιπόν, αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη του δίσκου καθώς εμπνέει παρηγορητικές μπαλάντες σαν το “Breakaway”, που μιλάει σε όλες τις ρομαντικές γλώσσες του κόσμου, το “Wildwood” –το οποίο σε στέλνει νοερά σε θολά τοπία της μνήμης– ή το “Chocolate Song”, που ξύνει με καθαρή εκφραστικότητα τις πληγές μιας φθαρμένης σχέσης («we used to make happy»). Από την άλλη, στις επιλογές του οφείλονται και οι αδυναμίες του άλμπουμ, είτε κοιτάξουμε το προβλέψιμο wah-wah της πεταλιέρας στο “Broken Arrow”, είτε τον αχρείαστο κατακλυσμό από fuzz κιθαρισμούς στο “Wildwood”.

Έτσι είναι ο έρωτας, όμως· παρά τα βαρίδια που μας φορτώνει, μας παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας. Το ίδιο νιώθουμε κι εμείς κάθε φορά που ένα νέο άλμπουμ της Tori Amos φτάνει στα χέρια μας: ένα αίσθημα ασφάλειας πως όλα θα πάνε καλά και πως, ακόμα και αν η πραγματικά σπουδαία στιγμή δεν έρθει ποτέ, θα μας συνδέει τουλάχιστον η ειλικρίνεια και τα τραγούδια θα σχηματίσουν μια ζεστή κουβέρτα για να μας προστατεύει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Blade Runner 2049

H ταινία Blade Runner που κατασκεύασε ο Ρίντλεϊ Σκοτ πριν από 35 χρόνια, άνοιξε μια τρύπα στη στρατόσφαιρα του sci-fi, με τρόπο που μόνο ο Κιούμπρικ είχε καταφέρει με την Οδύσσειά του (1968), όταν απεικόνισε το αστρικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Τα δάκρυα των ανθρωποειδών στο Blade Runner του 1982 χάνονταν στη βροχή και η φαντασία των θεατών υπερπηδούσε τους κινηματογραφικούς φραγμούς για να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε νερά, χάρη σε εκείνο το φουτουριστικό νουάρ πρωτοποριακής αισθητικής. Προτού δω το φιλμ του Ντένις Βιλνέβ, είχα αποφασίσει το κείμενό μου να μην υποπέσει σε τυχόν συγκρίσεις με το πρώτο Blade Runner. Κανένα σύγχρονο κινηματογραφικό εγχείρημα άλλωστε δεν θα μπορούσε να αναπαράξει εκείνο το φιλοσοφικό φιλμ, αγωνιώδους πλοκής. Όμως η έπαρση του κανακεμένου απ’ τον παγκόσμιο τύπο σκηνοθέτη και η πεποίθησή μου πως πρόκειται απλώς για ακραιφνή στυλίστα που παράγει χαζευτικό μα άψυχο σινεμά, με κάνει απλώς να θέλω να προπαγανδίσω τις αρετές του αυθεντικού, το οποίο στιγμάτισε οποιονδήποτε έζησε τις εποχές του Atari και της cyberpunk φαντασίας.

Εν αρχή ην η πλοκή, όμως: βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, όταν ένας νέος blade runner με το κωδικό όνομα “Κ” (ή αλλιώς KB36-37) ξεσκεπάζει ένα μυστικό που μπορεί να ταράξει την τάξη και την ασφάλεια του δυστοπικού νέου κόσμου. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Ντεκάρντ, του ήρωα της πρώτης ταινίας,  ο οποίος έχει παραμείνει εξαφανισμένος. Η αστυνομική πλοκή είναι γραμμική, δίχως δεύτερο επίπεδο, και αυτό που κλέβει τις εντυπώσεις είναι ο κινηματογραφικός διάκοσμος, εξαιτίας της φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίνκινς που αποτυπώνει τη βροχερή και πνιγηρή σκοτεινιά του Λος Άντζελες.

Η ταινία του Βιλνέβ είναι αριστοτεχνική σε εικαστικό επίπεδο και αξιοποιεί την αγριότητα του βιομηχανικού θορύβου που εντείνει τη μοναξιά, τα νεοκλασικά ερείπια που θυμίζουν μαυσωλείο ψυχών και το αχανές τοπίο, το οποίο έχει μετατραπεί σε χωματερή. Όμως, όσο περισσότερο παρατηρούμε το περιβάλλον του Blade Runner 2049, τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση πως όλα τα στοιχεία που το καθιστούν γοητευτικό αποτελούν μια δοσμένη με ακρίβεια ρέπλικα των συστατικών του πρώτου φιλμ. Τα υλικά του Ρίντλεϊ Σκοτ, δηλαδή, είναι το μόνο καύσιμο και εφόδιο για τη διαδρομή.
Οι όποιες καινές ιδέες έρχεται να συνεισφέρει αυτό το σίκουελ στη μυθολογία, αποτελούν και τα αδύνατα σημεία του. Κραυγαλέο παράδειγμα ο ρόλος του Τζάρεντ Λέτο, ο οποίος υποδύεται έναν μεσσιανικού τύπου παράφρονα με γυάλινα μάτια που εξαπολύει αφορισμούς και στίχους της Βίβλου (sic), με προσποιητό στόμφο, που θα ταίριαζε περισσότερο στο saga του Underworld. «Εταιρείες» με αμοραλιστικά κίνητρα, ανδροειδή με συνείδηση και οι νέον διαφημίσεις φορτώνουν τις 2,5 ώρες της ταινίας που έχει πειστεί πως είναι μεγαλειώδης επειδή φοράει βαριά φανέλα. Καμία αυτοψία στους χαρακτήρες, κανένα επιστημονικό σασπένς και μια εκνευριστική «υπόσχεση» για σίκουελ που υπόσχεται μελλοντική επανάσταση στο κλίμα του «Εξολοθρευτή».

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, με το πέτρινο ύφος του, κάνει ό,τι μπορεί για να αποκρυσταλλώσει τη μοναξιά της virtual σχέσης του με ψηφιακή σύντροφο και την άνιση μάχη με τη θνητή μνήμη, αλλά στερείται σκηνοθετικών οδηγιών καθώς ο Βιλνέβ ουδεμία σχέση έχει με ανάπτυξη χαρακτήρων: τον αφορούν μόνο οι cool μοντερνισμοί. Επίσης, ο Χάρισον Φορντ θα είχε σίγουρα τη διάθεση να δώσει πιστότητα και βάθος στον μοναχικό και αμίλητο χαρακτήρα του, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει με παρατεταμένο cameo. Το υπαρξιακό διαμέτρημα της ιστορίας χάνεται έτσι κάπου μέσα στην ευκολοχώνευτη πλοκή, και το φιλμ χάνει το στοίχημα γιατί βολεύεται στις εφαρμοσμένες τεχνικές του σασπένς, αντί να ποντάρει στο καλλιτεχνικό ένστικτο και στη σκεπτόμενη ψυχαγωγία.

Τέλος, αξίζει να σημειώσω πόσο μας έλειψαν τα ανεπανάληπτα μουσικά αναπτύγματα του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που εδώ έχουν αντικατασταθεί από πομπώδεις εκρήξεις και (τάχα μου) επιβλητικούς θορύβους στη διαπασών. Οι αυξημένες προσδοκίες δεν σημαίνουν αυστηρότητα, απλώς πηγάζουν από αγάπη για το αληθινό σινεμά, το οποίο σχεδόν ποτέ δεν έχει σχέση με το hype.

67tBl_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #139

Prophets of Rage

Η χημεία ανάμεσα στο μπάσο του Tim Commerford, στα ντραμς του Brad Wilk και στις βιρτουόζικες κιθάρες του Tom Morello, δημιούργησε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά σύνολα του σύγχρονου rock: τηv καταιγιστική rhythm section των Rage Against The Machine. Ο Morello χρησιμοποιούσε πάντα την ηλεκτρική του σαν όπλο στις οδομαχίες με τα όργανα της μηχανής, σαν disc jokey που έκανε σκρατς αλαφιασμένος, σαν τρελός επιστήμονας που εκστασιάζεται με τον ήχο της κιθάρας να βγαίνει με πιρουέτες απ’ τα ηχεία.

Η ιδέα να ανασυγκροτηθεί η τριανδρία σε ένα νέο rap-metal super group, με τον θρυλικό Chuck D και τον B Real στα φωνητικά, μας γέμισε αισιοδοξία. Ειδικότερα σε μια εποχή όπου το rock παρατηρεί τον κόσμο απ’ τη λήθη των κατεβασμένων MP3s και στέκει ανήμπορο να έχει παρεμβατικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όλα αυτά ενώ οι εφιαλτικές αμερικάνικες εκλογές του 2016 απλώνουν ακόμη βαριά τη σκιά του φασισμού στον Δυτικό κόσμο, με το soundtrack διαμαρτυρίας να απουσιάζει.

Όμως, ακόμα και με φόντο τον σύγχρονο ακτιβισμό του Black Lives Matter και τις Antifa κοινωνικές ομάδες να δίνουν τη μάχη ενάντια στη μετατροπή της Αμερικής σε δικτατορία «λευκής υπεροχής», οι Prophets Οf Rage μοιάζουν περισσότερο με μηχανή που παράγει εύκολα σλόγκαν για κατανάλωση, παρά με επικίνδυνο συγκρότημα, το οποίο θα πολεμήσει με και θα πολεμηθεί από την εξουσία.

Δύσκολα θα φανταστούμε δηλαδή μια πορεία χιλιάδων προς την Ουάσινγκτον να υποστηρίζεται μουσικά με κάποιο από αυτά τα 12 τραγούδια, τα οποία μοιάζουν με συρραφή από συνθήματα γραμμένα σε πλακάτ («Stand up and rise like the tide»), ενώ θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο: απ’ τον δίσκο να βρίσκουν τον δρόμο προς τις πορείες διαμαρτυρίας. «Everything is changed, yet nothing is changed» λέει ο Chuck D στο “Unfuck Τhe World” και το βιντεοκλίπ –σε σκηνοθεσία Michael Moore– μας δείχνει διαδοχικά τις προεδρικές ορκωμοσίες (Reagan, Clinton, Bush, Obama και Trump). Ένα μήνυμα ανασφαλές μέσα στην αμήχανη ιδέα του, παρά ώριμο σύνθημα συναγερμού.

Το σίγουρο είναι πως η στρατευμένη οργή των Prophets Οf Rage δεν θα έχει τον ίδιο συναισθηματικό αντίτυπο στους σημερινούς ακροατές, σε σχέση με εκείνο που άφησαν οι πρώιμοι δίσκοι των Public Enemy, των Cypress Hill και των Rage Against The Machine. Δεν υπάρχει πουθενά ένας αναρχικός ύμνος σαν το “Killing In The Name”, ούτε η αίσθηση του «CNN των γκέτο» που κάποτε κραύγαζε “Fight The Power”, κάνοντας ίσωμα την κοινωνία. Ακόμα και οι θεματικές σταθερές του B Real, στον οποίον οφείλεται το “Legalize Me”, έχουν εκφραστεί απείρως πιο πειστικά σε κομμάτια όπως το “I Wanna Get High”.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κιθαριστική μολότοφ του πρώτου δίσκου των Rage Against The Machine και 30 χρόνια μετά το εμβληματικό It Takes A Nation Of Millions To Hold Us Back, που έχρισε τον Chuck D ως την επαναστατική φωνή της γενιάς του, τα συνθήματα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, αλλά έχουν υποστεί φυσιολογική φθορά δια της επαναλήψεως: oι Rage Against The Machine θέλουν να καταστραφεί το σύστημα, ο Chuck μισεί την αστυνομία και ο B-Real επιθυμεί τη μαριχουάνα νόμιμη.

Στα καλά νέα, τα “Radical Eyes”, “Unfuck The World” και “Hands Up” θα έβρισκαν εύκολα τον δρόμο για έναν δίσκο των Rage Against The Machine. Το “Hail Τo Τhe Chief”, επίσης, υπογραμμίζει έξυπνα το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής σκυτάλης στον Mike Pence στην τερατωδία της νυν αμερικάνικης κυβέρνησης, ενώ το “Take Me Higher” ξεκινάει σαν μεταλλική διασκευή του “Fame” για να εξελιχθεί σε συνομωσιολογική προειδοποίηση για τις παράνομες παρακολουθήσεις του κράτους («Drones, they got ya tapped, they got ya phone»).

Μοναδικός κερδισμένος του εγχειρήματος είναι ο Morello, ο οποίος διεκδικεί τον τίτλο του πιο ευρηματικού κιθαρίστα της γενιάς του: κάποια σόλο εδώ, όντως μυρίζουν βενζίνη και δακρυγόνο. Είχε πολλά χρόνια να λάμψει το ταλέντο του σε ολοκληρωμένο δίσκο. Ας το παραδεχτούμε, πλέον, ότι η τσιριχτή μελαγχολία του αδικοχαμένου Chris Cornell δεν κούμπωσε ποτέ με το πυρακτωμένο funk του στους Audioslave. Σε φωνητικό επίπεδο, ο πάντα ικανός B Real συνεργάζεται άψογα με τον Chuck D –τουλάχιστον έκανε καλύτερη δουλειά απ’ ότι θα έκανε ο αλλοτριωμένος πλέον Flavor Flav.

Ο δίσκος μοιάζει με αποστειρωμένη και «φιλική» στο εφηβικό ακροατήριο εκδοχή της αφοπλιστικής ωμότητας ενός «Fuck you, I won’t do what you tell me», ενώ η παραγωγή του Brendan O’Brien περισσότερο θέλει να ικανοποιήσει τη στραβοχυμένη αδρεναλίνη του κοινού που θέλει να χτυπηθεί ομαδικά –αυτό που πιτσιρικάδες στα σχολεία λέγαμε «σχιζοφρένεια»– χωρίς να έχει τη δύναμη να κάνει τη λαοθάλασσα του Lollapalooza να πάρει αυθόρμητα φωτιά, όπως συνέβαινε παλιά. Δύσκολα δηλαδή ένα κομμάτι σαν το “Smashit” θα οπλίσει το χέρι ενός νέου για να ρίξει πέτρες στο αστυνομικό όχημα. Πιο πιθανό είναι να τον κατευθύνει στο κοντινότερο 1990s rock nostalgia partyγια να χορέψει με Beastie Boys και Red Hot Chili Peppers.

Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις για την επανάσταση. Οι Prophets Οf Rage ήταν μια ονειρεμένη ιδέα επίκαιρου συγκροτήματος, αλλά μάλλον το βιάστηκαν το υλικό τους και κατέληξαν να ακούγονται σαν support γκρουπ για το main act, το οποίο θα ξεκινήσει τη συναυλία με το “Guerrilla Radio”, που είναι το τραγούδι που περιμένουν όλοι. Άσε που ο δίσκος μας θύμισε το πόσο μας λείπει ο Zack De La Rocha. Κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι θα έκανε με το συγκεκριμένο υλικό, αν έβγαινε για λίγο απ’ την αυτοεξορία του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

120 Χτύποι το Λεπτό

68j120_2.jpg

Πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό μείγμα δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, πολιτικής καταγγελίας και αγνού μελοδραματισμού, με επίκεντρο την σαρωτική επιδημία του AIDS στο Παρίσι των αρχών του ’90 και της ακτιβιστικής οργάνωσης «Act Up». Η τρυφερή και έντιμη ταινία του Ρομπέν Καμπιγιό, μιλάει για αληθινούς ανθρώπους για αληθινές απώλειες και για αληθινά ζητήματα που καίνε ακόμα. Η αλήθεια είναι το σπαθί και η πανοπλία αυτού του δράματος που μας βάζει στις συνελεύσεις των μελών της Act Up, και μας ξεναγεί στην καρδιά του τι ακριβώς σημαίνει ακτιβισμός με παρεμβατική σημασία (δεν ήταν αστείοι Ατενίστας τα μέλη εκείνης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας). Η ασφυκτική μάχη με τις φαρμακευτικές εταιρείες και την κοινωνική προκατάληψη που έδιναν οι ήρωες της ταινίας περιγράφεται με ανάγλυφο τρόπο.

Η καρδιά παράγει 120 χτύπους το λεπτό όταν είμαστε σε αγωνία, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν αγωνιούμε για κάτι που αγαπούμε… Αυτό τυγχάνει να είναι και το μέτρημα των beat της house μουσικής που άνθιζε στις αρχές του 90 και έκανε τα πρώτα του βήματα στα gay club της εποχής. Ο Καμπιγιό κρατάει καλά το ρυθμό και αποτυπώνει πειστικά τον γυμνό φόβο, την καύλα, την απελπισία, το ανθρώπινο άγγιγμα και την οργή απέναντι στο καπιταλιστικό τέρας της φαρμακοβιομηχανίας. Όλα αυτά μέχρι που τα συναισθηματικά τραύματα γίνονται σωματικά, και οι στιγμές ηδονής κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτη την απώλεια.

68j120_3.jpg

Ο σκηνοθέτης ξέρει καλά τους ήρωές του. Είναι ένας απ’ αυτούς. Τους αφήνει να συγκρούονται, να πηδιούνται, να διαδηλώνουν στο gay pride και να πετάνε συμβολικά ψεύτικο αίμα στους εχθρούς. Η εξέλιξη του φιλμ είναι καλά δομημένη: από την θεωρητική προσέγγιση του αγώνα, στις μικρές συγκρούσεις και από τον δυνατό έρωτα στον αποχωρισμό. Οι «120 Χτύποι το Λεπτό» είναι μια επίκαιρη ταινία, όχι μονό γιατί η μάχη με το AIDS ακόμη δεν έχει κερδηθεί, αλλά γιατί οι δυναμικές των σημερινών ομάδων που ενώνονται για ένα κοινό σκοπό ώστε να τα βάλουν με τον Γολιάθ της πολιτικής, δεν διαθέτει πια το ίδιο πάθος, την ίδια πίστη και την ίδια αγωνία. Δεν έχει καν το ίδιο soundtrack. Αν θα μπορούσε να ήταν μισή ώρα πιο μικρή η ταινία για να τονώσει το νεύρο της αφήγησης; Σίγουρα θα μπορούσε. Αν θα μπορούσε να είναι πιο υπαινικτική στον χειριστικό μελοδραματισμό του τελευταίου μέρους; Αναμφισβήτητα. Όμως μια ταινία που σου χαρίζει μια ποιητική σκηνή όπως αυτή με το “Smalltown Boy” των Bronski Beat σε μια σκηνή διαδήλωσης, δεν μπορείς να την κακοκαρδίσεις.

68j120_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Το Αυτό

Υπάρχει λόγος που αυτή η κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου του Στίβεν Κινγκ έσπασε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ όλων των εποχών στις Η.Π.Α. για ταινία τρόμου. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες απόπειρες στην τηλεόραση και το σινεμά, να αποτυπωθεί ο επαρχιακός ονειρόκοσμος τεράτων και ανείπωτης απειλής (αυτός που δακτυλογραφεί μανιασμένα εδώ και δεκαετίες ο Κινγκ) το «Αυτό» έγινε σωστά.

Πρόκειται για ένα δράμα αλληγορικών διαθέσεων και σχεδόν κοσμικών διαστάσεων. Απείρως καλύτερο από την τηλεοπτική μίνι σειρά του 1990, το φιλμ του Άντι Μουσιέτι αποτελεί μια ψυχαγωγική εμπειρία τρόμου, πληθωρική και απόλυτα πιστή στο στυλιζάρισμά της. Επιπλέον τον σκηνοθέτη δικαιώνει απόλυτα η επιλογή να κρατήσει την «ενήλικη» περίοδο των ηρώων για τη δεύτερη ταινία το 2009. Έτσι καταφέρνει να μην υπερφορτώσει το φιλμ με τις λεπτομέρειες του θηριώδους βιβλίου, ούτε να στριμώξει σε δυο ώρες τον πλούτο φαντασίας που κατάφερε και χώρεσε σε αρκετές εκατοντάδες σελίδες ο Στίβεν Κίνγκ.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1989, στην κωμόπολη του Ντέρι, όπου μια ομάδα εφήβων θα αντιμετωπίσει έναν δαιμονικό και αιμοσταγή κλόουν, μια απόκοσμη οντότητα που τρώει τις ψυχές των παιδιών. Οι ιδέες του σκηνοθέτη μπορεί να μην καινούριες αλλά καταδεικνύουν τον πλούτο ενός άφθαρτου στον χρόνο κινηματογραφικού στυλ.

68jAyto_2.jpg

Η άριστα κινηματογραφημένη ιστορία ενηλικίωσης δανείζεται απ’ τον παιδικό ονειρόκοσμο του Σπίλμπεργκ και απ’ την ευαισθησία του «Στάσου Πλάι μου» (1986) του Ρομπ Ράινερ και «κουμπώνει» από άποψη μάρκετινγκ σε μια εποχή όπου αγκάλιασε το τηλεοπτικό “Stranger Things” που μοιράζεται πολλά σε επίπεδο αισθητικής. Οι παιδικές φοβίες και οι εφιάλτες απ’ την κόλαση (όσο πιο αναίτιοι τόσο το καλύτερο) θα θρέψουν τον δυσοίωνο ερχομό του φρικιαστικού κλόουν ο οποίος θα γίνει ο τραγικός κοινωνός των αρχέγονων φόβων μας. Ο νοσηρός Πένιγουαϊζ έρχεται για τις ψυχές αθώων παιδιών, οι οποίες καταδικάζονται να «επιπλέουν» στο φαντασιακό μαυσωλείο του.

Η καλή χρήση του ζωηρού περιβάλλοντος και η λεπτή δουλειά οπτικές λεπτομέρειες καθιστούν αυτή την ταινία μια πραγματική ανάσα στη σύγχρονη, mainstream ψυχαγωγία τρόμου. Η ρευστότητα της απειλής από τα βάθη του σκότους μεταμορφώνει την παρέα παιδιών σε αληθινούς ήρωες της διπλανής πόρτας, που καλούνται να υπερβούν τις παραισθητικές ενοράσεις, το bullying και τις δοκιμασίες στις οποίες σε βάζει το μυαλό όταν φοβάσαι το σκοτάδι.

Το «Αυτό» παραμένει αναίσχυντα ψυχαγωγικό, διαθέτει ανέλπιστη συνέπεια ύφους και τιμιότητας, ενώ ξεφεύγει απ’ τα στεγανά ενός b-movie με καλές προθέσεις. Ο φιλοσοφικός κορμός της ταινίας, όμως, μας ψιθυρίζει πως όσο σατανικός και να είναι ο κλόουν Πένιγουαϊζ, η Αμερική των ενηλίκων θα είναι πάντα βουτηγμένη στη βία, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό, την άγνοια και την κακοποίηση –δηλαδή είναι πολύ πιο τρομακτική.

68jAyto_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Kingsman: The Golden Circle

69jkingsm_2.jpg

H συνέχεια της εμπορικής επιτυχίας του Kingsman μπορεί να σας κάνει να αναρωτιέστε για ποιο λόγο είδατε αυτή την ταινία και γιατί χάσατε την ώρα σας – κάτι που δεν συνέβη με την πρώτη ταινία. Η σκηνοθεσία του Matthew Vaughn έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να αρέσει σε μεγαλύτερο κοινό: μεγαλύτερα σκηνικά, περισσότεροι σταρ, πιο πολλά τζεϊμσμποντικά γκάτζετ και άφθονη χορογραφημένη βία. Όμως η αίσθηση του «μπανάλ» και του διεκπαιρεωτικού, κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτό το παιδαριώδες κοκτέιλ ιστορίας ενηλικίωσης και κατασκοπικής περιπέτειας βρετανικής κοπής. Αμέσως μετά την αρχική σεκάνς της αυτοκινητικής καταδίωξης στο νυχτερινό Λονδίνο, όλα παίρνουν την κατηφόρα. Τα εμπνευσμένα σκηνικά, το σνομπ βρετανικό lifestyle, η σάτιρα στην αμερικανική μισαλλοδοξία και οι πολλές σινεφίλ αναφορές προσθέτουν μυρωδικά στο μείγμα, αλλά το στοιχείο της παρωδίας δεν απογειώνεται ποτέ ενώ η πλοκή είναι πιο ανάλαφρη και από ένα ποτήρι αφρώδους οίνου.

Στην πραγματικότητα η ταινία, κυρίως πουλάει εξυπνάδα παρά είναι αληθινά έξυπνη. Τούτο το σίκουελ προσπαθεί εντονότερα απ’ όσο χρειάζεται, προκειμένου να μας προσφέρει όσα νομίζει ότι ζητάμε. Έτσι, υπερ-φορτώνει την πλοκή με καρτουνίστικη βία και τοποθετεί τη δράση σε Αμερικάνικο έδαφος με το πρόσωπο του «κακού» να ενσαρκώνει η μοχθηρή Τζουλιάν Μουρ. Ο Χάρι του Κόλιν Φερθ επανέρχεται, αν και χαμένος στις πεταλούδες του, χωρίς μνήμη μέσα σε ένα λευκό κελί ενώ την παράσταση κλέβει ο ακομπλεξάριστος Έλτον Τζον που είναι παγιδευμένος για να ψυχαγωγεί την κλίκα της Τζούλιαν Μουρ.

Ο Χρυσός Κύκλος θα μπορούσε να ήταν μια απολαυστικά διασκεδαστική μπαλαφάρα, αν δεν άπλωνε το σύμπαν των Kingsman με νέους χαρακτήρες και μυστικές οργανώσεις και δεν χρησιμοποιούσε αχρείαστη υπερβολή στη δράση. Η κλασάτη βρετανική ειρωνεία του πρώτου φιλμ έπρεπε να φαρδύνει λίγο το κομψό κουστούμι της και να γίνει «κάζουαλ μπλέιζερ» για να φοριέται και λίγο απ’ το Αμερικάνικο κοινό που θα βρεθεί στα multiplex το πρώτο τριήμερο ανοίγματος. Επιπλέον ο Τσάνινγκ Τέιτουμ και η Χάλι Μπέρι δεν πείθουν στον ρόλο των “Statesman”, δηλαδή των Αμερικάνων ομολόγων των ultra cool κατασκόπων της πρώτης ταινίας.

Η μόνη ενδιαφέρουσα υποπλοκή είναι ο τρόπος που ο Αμερικάνος πρόεδρος (ο Bruce Greenwood σε ένα απολαυστικό κακέκτυπο του Τραμπ) καπηλεύεται την προπαγάνδα κατά των ναρκωτικών. Τι τα θες όμως… Τα καουμπόικα stunts, η πληθωρική πλοκή και η πηχτή δράση δεν κάθονται καλά στο μπλέντερ της μονταζιέρας και το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα οποιοδήποτε b-side του Elton John: έχει ωραίο ρυθμό, κρατάει πολύ, δεν σε συγκινεί παρά τα πολλά κουπλέ και δεν θες για κανένα λόγο να ακούσεις ξανά στο repeat.

69jkingsm_4.jpeg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #138

Alan Vega

IT

«Life is no joke, it’s days and nights of pure evil».

O υπέροχα παρανοϊκός ιεραπόστολος του ωμού punk των Suicide, ήταν πάντα το αυτοεξόριστο πλάσμα με συμπόνοια που εξαπέλυε εκδικητική μανία προς πάσα κατεύθυνση. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ της καριέρας του με τίτλο ΙΤ. Πρόκειται για μια δουλειά που ο Alan Vega ετοίμαζε περίπου 7 χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και συνεργάτιδα Liz Lamere· τελικά έμελλε να είναι μεταθανάτια.

Η κολασμένη αφήγηση του Elvis από την κόλαση ή, αν προτιμάτε, του Ritchie Valens από τη ζώνη των νεκρών ή το σατανικό alter ego του Dion –όπως θέλετε περιγράψτε τον Vega– δεν συστήνεται βέβαια για όλους. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή τους ορκισμένους fans που πίνουν νερό στο όνομα των Suicide, δεν ξέρω πόσοι ακροατές θα εκτεθούν από σύμπτωση σε αυτό το αμάλγαμα από ψυχωτικές φαντασιώσεις, ανίερους πόθους, τυφλή βία και φιλοσοφικά παραληρήματα κατά των δαιμόνων της αμερικάνικης ψυχής: είναι γεμάτο από αδηφάγα media, μισαλλόδοξη θρησκεία και πολεμικά ένστικτα. Το rock ‘n’ roll του Alan Vega βρίσκεται εδώ στην πιο βάρβαρη εκδοχή του και ο ίδιος, σαν ένας Hubert Selby Jr. σε παράκρουση, σκορπίζει τους αιμοσταγείς στίχους του σαν σάλια και ούρα μεθυσμένου προφήτη.

Ο Alan Vega επιδίδεται σε ένα rockabilly βγαλμένο κατευθείαν από το στόμα της τρέλας. Φωνάζει συνθήματα όπως «It’s doomsday, doomsday» και «America, America is killing its youth» σαν τα μισόλογα τα οποία μονολογεί ο ενοχλητικός ρακένδυτος τύπος που περπατάει δίπλα μας στο κέντρο της πόλης –και που είναι φανερό ότι έχει σαλτάρει, προ πολλού. Στο “Prayer”, φωνάζει «hallelujah», «meditation» και «war is over». Οι κραυγές του πατάνε σε industrial λούπες που μοιάζουν να ξέφυγαν από το ασκησιολόγιο των Skinny Puppy, με το drum machine να χτυπάει σαν σκουριασμένη πρόκα την τραχιά επιφάνεια των τραγουδιών, όσο τα κοφτερά synths δίνουν χώρο στις άναρθρες κραυγές του αλαφιασμένου πάστορα, την ώρα που καίει βιβλία και φτύνει στη μούρη το ποίμνιο.

Ο δίσκος δεν συντονίζεται λοιπόν σε κανέναν εξωγενή ρυθμό, παρά μόνο με τον δικό του, εσωτερικό –και γι’ αυτό πνίγεται τελικά στον industrial εμετό του. Οι εφιάλτες του έχουν νόημα μόνο σαν την καθαρτήρια κραυγή την οποία εξαπολύει κάποιος που βρίσκεται σε αγωνία και έκσταση καθώς βλέπει να πλησιάζει το φως στην άκρη του τούνελ. Το ακροατήριο είναι λογικό να γυρίσει την πλάτη στο IT και στην πυρακτωμένη οργή του. Αυτή όμως είναι η καλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να είχε αφήσει ο Alan Vega. Αμήν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Logan Lucky

Όταν το 1989 ο 26χρονος Στίβεν Σόντερμπεργκ κέρδισε τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών με το ντεμπούτο του “Σεξ, Ψέματα και Βιντεοκασέτες”, δήλωσε ότι «από ‘δω και πέρα ακολουθεί μόνο κατηφόρα». Το τρομερό παιδί του indie Αμερικάνικου κινηματογράφου ξεκίνησε πρώτος στη γραμμή της αφετηρίας σε σχέση με τους υπόλοιπους (Λινκλέιτερ, Ταραντίνο κτλ) και όταν η γενιά της Miramax μεσουρανούσε σε βραβεία και εισπράξεις, αυτός έμεινε πίσω και χάθηκε σε εξαφανισμένα φιλμ (“Kafka”, “King of the Hill”, “Underneath” κτλ). Το άστρο του έλαμψε ξανά με το “Out Of Sight” (1998) για να βγει από την αφάνεια και να φτάσει ξανά στην κορυφή χάρη σε καλοφτιαγμένα crowd pleasers (“Traffic”, “Erin Brockovitch”) αλλά και υπέροχα προσωπικά φιλμ (“The Limey”, “Che”, “The Informant!”).

72jMovwr_2.jpg

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σόντερμπεργκ δήλωσε πως έφτασε σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και έπρεπε να αποσυρθεί απ’ τον κινηματογράφο. Ο πολυσχιδής σκηνοθέτης είχε χάσει τον προσανατολισμό του και παρά την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του πίσω απ’ τον φακό, οι ταινίες του δεν πετύχαιναν το σκοπό τους. Ταινίες όπως τα “Side Effects”, “Haywire” και “Contagion” δεν βρήκαν τον ρυθμό και το κοινό τους, ενώ ο σκηνοθέτης σπάνια έπιανε τη φλέβα της ταινίας που ήθελε να φτιάξει (“Magic Mike”). Η «αποχώρηση» από την ενεργό δράση μόνο καλό έκανε στον Σόντερμπεργκ, καθώς χωρίς άγχος παρέδωσε το θαυμάσιο “Behind the Candelabra” (2013) μια γλαφυρή βιογραφία του Λιμπεράτσε, πριν ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Φυσικά είναι ανόητο να μιλάμε για αποχώρηση καθώς τα χρόνια της απουσίας του ο Σόντερμπεργκ ήταν πιο ενεργός από ποτέ, καθώς σκηνοθέτησε το τηλεοπτικό δράμα “The Knick“, σχεδίασε το διαδραστικό crime story με τίτλο “Mosaic” που θα εμπλέκει τον θεατή, καθώς και το θρίλερ “Unsane” που γυρίστηκε εξολοκλήρου σε κάμερα iphone.  Όμως, κάπου εκεί ανάμεσα σκηνοθέτησε και το heist movie με τίτλο «Logan Lucky» που τον επαναφέρει στην αγαπημένη αφηγηματική φόρμουλα των “Ocean’s Eleven”.

To Logan Lucky είναι μια εξωφρενική ιστορία ληστείας, βουτηγμένη στην hillbilly πλευρά της Αμερικής και ειδικότερα στην πολυτραγουδισμένη επαρχία της West Virginia. Πρόκειται για μια πανέξυπνη country ιστορία για τους αφανείς blue-collar ήρωες της μετά Τραμπ εποχής. Όμως σε κάθε καλά μελετημένο πλάνο του φιλμ, ξεπηδάει το αγνό κινηματογραφικό fun, αυτό δηλαδή που σε κάνει να παραβλέπεις αναληθοφάνειες, που σε κάνει να θες να ρυθμίσεις το «φίλτρο ρεαλισμού» στο μηδέν, μόνο και μόνο γιατί θες να σε ρουφήξει η καλά δομημένη πλοκή. Οι ήρωες του Logan Lucky δεν έχουν σχέση με τους φωτογενείς ήρωες του Ocean’s Eleven. Η κακόμοιρη οικογένεια των Λόγκαν βασανίζεται από κακοτυχίες και χρειάζεται μια γερή μπάζα για να πιάσει την καλή. Ο Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί με παραπανίσια αυτοπεποίθηση τα κομμάτια του δαιμόνιου παιχνιδιού. Από τη μια βαδίζει στα μονοπάτια του Τζόελ και του Ίθαν Κοέν, με τους κακοποιούς ήρωες να διαθέτουν μηδενικό IQ, (αλλά με τρυφερότητα και χωρίς τον φιλοσοφημένο μισανθρωπισμό των αδερφών Κοέν) και από την άλλη τρέχει με χίλια στις δαιδαλώδεις στροφές του «είναι» και του «φαίνεσθαι» των καλοκουρδισμένων λεπτομερειών της ξεσαλωμένης πλοκής, στην παράδοση του Ντέιβιντ Μάμετ.

72jMovwr_3.jpg

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ είναι ο πρώην αθλητής του σχολείου που η ζωή τον προσπέρασε. Ο Άνταμ Ντράιβερ είναι ο καλόκαρδος αδερφός του που έχει χάσει το ένα του χέρι στο Ιράκ, αλλά παραμένει good ol’ boy. Για το μεγάλο σχέδιο στην ληστεία την ώρα που γίνονται οι αγώνες ταχύτητας, πρέπει να επιστρατευτεί ο ειδικός στις εκρήξεις – ένας ανέλπιστα αστείος και απολαυστικός Ντάνιελ Κρέγκ που ακόμα και το να αλατίζει το βρασμένο του αυγό το κάνει να φαίνεται αστείο. Είναι τελικά χαζοί και άτυχοι οι Λόγκαν ή είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας ένα τόσο δύσκολο σχέδιο; Η jazzy σκηνοθεσία του “Logan Lucky”, ο ρυθμός στο μοντάζ που βγάζει μάτια, η country φλέβα του Τζον Ντένβερ, η ανοιχτοί αυτοκινητόδρομοι, το φρενήρες σενάριο και το παζλ χαρακτήρων, δημιουργούν ένα γνήσια απολαυστικό χαρμάνι, που ακόμα και αν δεν διεκδικεί βραβεία πρωτοτυπίας, τουλάχιστον είναι πραγματικά έξυπνο (και το κυριότερο όχι εξυπνακίστικο). Επιπλέον διαθέτει κάμποσες σκηνές ανθολογίας με αποκορύφωμα την εξέγερση στη φυλακή με αφορμή τα βιβλία του Game Of Thrones. Η αποχή τελικά έκανε καλό στον Σόντερμπεργκ. Το ίδιο και σε εμάς ,γιατί συνειδητοποιήσαμε πόσο μας άρεσε το σινεμά του.

72jMovwr_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #137

Washed Out

Mister Mellow

Όσοι έχουν παίξει σαν DJ έστω για μία μέρα, σε οποιοδήποτε κλασάτο μπαρ, θα ξέρουν ότι υπάρχουν κάποια τραγούδια «καβάτζες», που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, έχουν τη δυναμική να ανεβάσουν τη διάθεση στη στιγμή, προκαλώντας ενστικτώδη λικνίσματα.

Δεν πρόκειται για ραδιοφωνικά hits, τα οποία φτιάχνουν θετική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αναγνωρισιμότητάς τους, αλλά για συνθέσεις που διαθέτουν ένα ιδιαίτερο crowd pleasing συστατικό: αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Hard To Say Goodbye” του κυρίου Washed Out, μέσα από τον φετινό, 3ο δίσκο του. Μη γελιέστε, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν εξαιρέσουμε τον Kid Loco, τον DJ Shadow και κάμποσους ακόμα, δεν είναι πολλοί όσοι έχουν πετύχει το «στολίδι» για καλοκαιρινά compilations, που κάποτε έβγαιναν σωρηδόν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, επώνυμα μαγαζιά και μουσικούς παραγωγούς.

Ο Washed Out μας συστήνεται λοιπόν ξανά ως «Mister Mellow» και επιμένει πως οι ανέμελες θερινές εποχές, όσες θυμίζουν κοκτέιλ και μαγιό, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Τα τραγούδια του, όμως, δεν προορίζονται για τα φτηνά ηχεία των θλιβερών μπιτσόμπαρων. Η μουσική του ακούγεται από την ηλιοφάνεια μέχρι το σούρουπο και δρα σε έναν υπόγειο, ιδιωτικό κόσμο, εκεί όπου νιώθουμε απελευθερωμένοι και σε απόλυτη επαφή με το σώμα μας, κάτω από τον ήλιο. Τα τραγούδια του θέλουν δηλαδή πρώτα να μας χαμογελάσουν και μετά να μας παρασύρουν.

Στο Mister Mellow, λοιπόν, ο Washed Out μας κάνει να ατενίσουμε τον έναστρο ουρανό με το “Floating By”, να χορέψουμε με το “Get Lost” και να αγαπηθούμε με τον «ανώνυμο κανέναν» στο “Million Miles Away”. Ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που ζητούν τη συμμετοχή και τη συναρμονία του ακροατή, ενώ ίπτανται χάρη σε πανάλαφρα ηλεκτρονικά αναπτύγματα, «κεντώντας» σε μοντέρνο soul καμβά. Πραγματικά, στο “I’ve Been Daydreaming My Entire Life” σου δημιουργείται μια ανίκητη προσδοκία να μπει ξαφνικά η φωνή της Sade –δεν συμβαίνει, αλλά δεν πειράζει καθόλου– ενώ το “Instant Calm” μας δείχνει περίτρανα ότι το lounge δεν είναι απλά το καταφύγιο των άμουσων.

Από την άλλη, το Mister Mellow δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με τα προηγούμενα άλμπουμ του Washed Out, χρησιμοποιεί όμως έξυπνα τα samples –και όχι εξυπνακίστικα– θρέφοντας έτσι την ανάγκη μας για «ώριμη» εξωστρέφεια,χωρίς μεθυσμένα ξεσαλώματα και απαίτηση για «μουσικάρες». Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μουσικό καρουσέλ, το οποίο σε επαναφέρει στο ίδιο σημείο του κύκλου, αλλά με διαφορετικές διαθέσεις κάθε φορά.

Ίσως το θετικό πρόσημο και η ζεν ευγνωμοσύνη στους χυμούς της μουσικής να μην πείσει τη χίπστερ κοινότητα, που αναζητά μονίμως αιχμηρά και «βρώμικα» ακούσματα ως πειστήριο αυθεντικότητας. Καλό πάντως θα ήταν να αγνοήσετε τέτοιες απαίδευτες φωνές. Η θαλπωρή της συναισθηματικής ηρεμίας που προσφέρει το Mister Mellow ελπίζω να αποτελέσει για όλους πάτημα για καλοκαιρινή νιρβάνα και εφόδιο για να πλάσουμε τους δικούς μας φαντασιακούς κόσμους.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)

Οι δρόμοι ενός δημοσιογράφου κι ενός εγκαταλελειμμένου μικρού κοριτσιού, σμίγουν κάπου στην Αμερική. Οι δυο τους επιστρέφουν μαζί στην Ευρώπη και βρίσκονται σε αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής. Το χρονικό της περιπλάνησής τους κινηματογραφείται με καθαρότητα και απίστευτα μοντέρνα ματιά από τον Βέντερς, ο οποίος δείχνει μια τρυφερότητα που σπανίως επανέλαβε έκτοτε. Αυτό το αρχετυπικό road movie του 1974 μοιάζει σχεδόν αυτοσχέδιο, όμως η πλανοθεσία μαρτυρά μεγάλη δεξιοτεχνία από τον Γερμανό πρωτοπόρο.

Ο Ριούντιγκερ Φόγκελερ υποδύεται τον Γερμανό δημοσιογράφο που είναι το alter ego του σκηνοθέτη. Ο ήρωας, ολότελα χαμένος στην χαοτική Αμερική, τραβάει φωτογραφίες πολαρόιντ για να καταγράψει το άγνωστο που τον περιβάλλει και που συνάμα τον συναρπάζει. Προτού ταξιδέψει για τη Γερμανία, η τυχαία γνωριμία του με το εννιάχρονο κορίτσι θα πυροδοτήσει τον υπαρξιακό συναισθηματισμό του Βέντερς. Η καριέρα του σκηνοθέτη ξεκίνησε με μια ανεκτίμητη low-budget τριλογία που συμπληρώθηκε με το Wrong Move” (1975) και το “Kings of the Road” (1976), ταινίες που διακατέχονται από μια μελαγχολική νοσταλγία για την αφιλόξενη πατρίδα και που παίζουν με τις διαχωριστικές γραμμές της Γερμανικής ανομίας και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

77bwim_2.jpg

Η ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά του ήρωα απέναντι στο αχανές αστικό τοπίο είναι αρχικά το όχημα του Βέντερς για να κάνει ένα σχόλιο σχετικά με τη δημιουργική αμηχανία που νιώθουν οι σκεπτικιστές διανοούμενοι Ευρωπαίοι όταν δοκιμάζουν την τύχη τους στην Αμερική. Στο μυαλό του ήρωα, μάχονται μεταξύ τους η γοητεία και η απέχθεια που του προκαλούν ο απρόσωπος καταναλωτισμός και το φάντασμα της ιστορίας. Ο τρόπος που ο ήρωας συνδέεται με την Polaroid του, θυμίζει τον τρόπο που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι με τα κινητά μας σήμερα, απαθανατίζοντας τα πάντα και βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό του βιώνουμε ανά πάσα στιγμή. Η ταινία αυτή ξεκίνησε τον αέναο διάλογο των εικόνων του Βέντερς με την ίδια την Αμερική, ο οποίος συνεχίστηκε με το αριστούργημα «Παρίσι, Τέξας» (1984). Ένα jukebox που παίζει Canned Heat, ένα κονσέρτο του Chuck Berry, ακόμα και η κηδεία του John Ford, όλα δίνουν χρώμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία σε 16 mm και στον ήπιο στοχασμό του Βέντερς, που με τον φακό του διασχίζει τους ανοιχτούς δρόμους, τα βενζινάδικα, τα περιθωριακά μοτέλ και τα καταγώγια κάτω απ’ τις γέφυρες.

77bwim_3.jpg

Η εναρκτήρια σεκάνς μας ξεγελά και μας πείθει πως η ταινία αφορά τον φωτογράφο σε υπαρξιακή κρίση που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Σύντομα όμως το κέντρο βάρους κλίνει προς την μικρή ηρωίδα που θα σωματοποιήσει την ψυχή του ταξιδιού. Η στιγμή που από ένα παράθυρο ξενοδοχείου, η μικρή Αλίκη νιώθει πως μπορεί να σβήσει τα φώτα του Empire State Building σαν γενέθλια κεράκια, η οπτική μας ταυτίζεται με τη δική της. Η ταινία πλέον είναι το δικό της ταξίδι.

Το αμερικάνικο σινεμά συνηθίζει να αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν άγουρα πλάσματα γεμάτα αθωότητα και σπανίως αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο Βέντερς αντιμετωπίζει την ηρωίδα του σαν πολύπλοκο και αυτόνομο ον, γεμάτο επιθυμίες που πασχίζει να απαγκιστρωθεί από τον έλεγχο τον μεγαλυτέρων. Επιπλέον αποφεύγει να περιγράψει την Αλίκη σαν ενήλικη φαντασίωση ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος. Η ανύπαντρη μητέρα της έχει ομολογήσει πως δεν την αγαπά και πως θέλει να την εγκαταλείψει. Όμως ο Βέντερς δεν κρίνει ηθικά τους ήρωες του ταξιδιού. Όλοι τους άλλωστε περιπλανιούνται στο χάρτη σαν ασήμαντες κουκκίδες.

Οι εκδηλώσεις φευγαλέας ευτυχίας, ξαφνικών θυμών, ακόμα και ενήλικης ζήλιας εξελίσσονται μελαγχολικά και σκηνοθετούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια όσον αφορά την έκφραση και τις προθέσεις.

77bwim_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #136

TLC

TLC

Δεν αναβιώνει εύκολα ένα γκρουπ ύστερα από 15 χρόνια σιωπής, ούτε από την τραγωδία του πρόωρου θανάτου ενός εκ των τριών μελών του, ούτε και από την κάκιστη υποδοχή του τελευταίου του άλμπουμ (3D, 2002). Πριν πάντως το τραγικό τέλος της ταλαντούχας Lisa “Left Eye” Lopes το 2002, οι TLC είχαν προλάβει να σαρώσουν τα charts με μια σειρά από πετυχημένα singles, ιδίως με την «αγία τριάδα» των “Scrubs”, “Waterfalls” και “Creep”. Σε αντίθεση όμως με τις Destiny’s Child ή τις En Vogue, εδώ έχουμε ένα reunion που κανείς δεν ζήτησε. Πώς να περιμένεις άλλωστε επανένωση, με δύο από τα τρία μέλη ενός φωνητικού R’n’B γκρουπ;

Ωστόσο βρέθηκαν αρκετοί fans για να χρηματοδοτήσουν τη δισκογραφική επιστροφή των TLC μέσω του Kickstarter, πιθανά με την ελπίδα ενός νέου super hit που θα μονοπωλήσει τα ερτζιανά και τα clubs για τα επόμενα χρόνια. Όμως η ακρόαση μέχρι τα μισά του δίσκου είναι απ’ τα πιο αποκαρδιωτικά πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, όχι μόνο αν έχει επενδύσει μερικά δολάρια, αλλά ακόμα κι αν ξόδεψε λίγα σεντς για να κατεβάσει τα νέα αυτά τραγούδια στη φορητή του συσκευή.

Τα πρώτα κομμάτια στο TLC είναι τόσο ανέμπνευστα και κιτς, όσο υπονοεί η γραφιστική του εξωφύλλου. Το πρώτο single “Way Back” είναι ένα παρωχημένο R’n’B νιαούρισμα με κουλές ιστορικές αναφορές στον Marvin Gaye και στον Michael Jackson –γιατί έτσι. To “It’s Sunny” είναι ένα ηλιόλουστo τίποτα, το οποίο χρησιμοποιεί sample από το κλασικό “Sunny” με τρόπο που θα έκανε τον Bobby Hebb να κρυφτεί από ντροπή. Το “Haters” ρίχνει ακόμα πιο χαμηλά το επίπεδο, όντας ένα αφόρητα girly τραγουδάκι για τις ανήλικες fans των Kardashians, ιδανικό για διαφήμιση παγωτού ή κάποιας σειράς μαγιό. Το “Perfect Girls” ολοκληρώνει αυτό που κάποτε θα λέγαμε «πρώτη πλευρά» με ένα ηθικό δίδαγμα του στυλ «αγάπησε αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη» και «κορίτσια, αξίζουμε το καλύτερο!» τυλιγμένο σε  europop νάυλον, ώστε να μη μυρίζουν τα συντηρητικά.

Μιλάμε δηλαδή για πλαδαρές συνθέσεις, τις οποίες ούτε ο R. Kelly δεν θα έσωζε στην παραγωγή: χαζά ξεπατικώματα και εκνευριστικές προχειράτζες, σε μια αρπαχτή ολκής από τη Rozonda “Chilli” Thomas και την Tionne “T-Boz” Watkins. Η βαθμολογία του δίσκου, ως εδώ, είναι 3 στα 10.

Αν όμως ο ακροατής έχει λίγη ακόμα υπομονή να προχωρήσει και μετά από εκείνο το σημείο, θα επιβραβευθεί με το “Start A Fire”, που χάρη στο mellow ακουστικό του ύφος και τις αρμονίες στα φωνητικά, έρχεται σαν φρέσκο αεράκι, κουβαλώντας νοσταλικό ύφος για τη δεκαετία του 1990 –όταν οι TLC έλαμψαν με τον μοσχοπουλημένο δίσκο CrazySexyCool. Το “American Gold” ακροβατεί με χάρη ανάμεσα στα πιο ενήλικα της Kate Perry και στα πιο corny της Alicia Keys, ενώ το “Scandalous” το διαπερνά μια ευπρόσδεκτη αίσθηση pop περιπέτειας και R’n’B αγωνίας. Επιπλέον, το “Aye Muthafucka” διαθέτει τη βρώμικη γκλαμουριά του Moulin Rouge, ενώ το “Joy Ride” έχει τη στόφα εκείνη της γνήσιας soul που παράγει αισιοδοξία.

Τελικά, λοιπόν, το δεύτερο μισό του δίσκου των TLC ανατρέπει (σχετικά) την αρχική απογοήτευση, οπότε διασώζεται και η βαθμολογία για το δίδυμο που καταγράφηκε ως το πιο πετυχημένο εμπορικά girl group, μαζί με τις Spice Girls. Όλα καλά μέχρι εδώ, αρκεί να μην πάρουν θάρρος και οι δεύτερες για ανάλογο comeback.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

“Από τις 4 στις 5”. Ξανά.

Παράξενο να παίρνεις δημοσιογραφική συνέντευξη από έναν άνθρωπο που θεωρείς με κάποιο τρόπο πατέρα σου. Κάπως έτσι νιώθω για τον Γιάννη Πετρίδη.

Οι άπειρες ώρες που έχουμε κουβεντιάσει για μουσική και σινεμά, οι ιστορίες που μου έχει διηγηθεί και οι δίσκοι που με έχει βάλει να ακούσω, έχουν διαμορφώσει το κριτήριό μου όσο τίποτα άλλο.

Η εκπομπή που άκουγα με ευλάβεια από μικρό παιδί, ξαναρχίζει στο 1ο Πρόγραμμα. Να είσαι καλά Γιάννη να την κάνεις για άλλα 20 χρόνια. Μπορείς;

Διαβάστε όλη την αποκλειστική συνέντευξη ΕΔΩ

Posted in Music | Leave a comment

Summer Movies We Love

Μια εναλλακτική λίστα 10 ταινιών που διαδραματίζονται καλοκαίρι…

Dazed and Confused (1993)

76w-1.jpg

School’s out for Summer. Κάποτε, το καλοκαίρι ξεκινούσε ακριβώς τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ δανείζεται τον τίτλο του τραγουδιού των Led Zeppelin για να αναπολήσει με αφοπλιστική τρυφερότητα τη δεκαετία του 70 και τα νεανικά hangover στο κατώφλι του κολεγίου. Ένα αλησμόνητο 24ωρο που χαράσσεται τη μνήμη σαν κατευόδιο στην εποχή της αθωότητας. Τα πάρτι θα πάψουν να είναι αθώα, οι παρέες θα αλλάξουν ανεπιστρεπτί και οι επιλογές ζωής θα αρχίσουν να χτυπάνε με μανία την πόρτα.

My Summer of Love (2004)

76w-2.jpg

Μια παράξενη φιλία και έλξη στην Αγγλική εξοχή από τον Πάουελ Παβλικόφσκι (“Ida”). Μια τρυφερή ιστορία κοριτσίστικης φιλίας μετασχηματίζεται σε ιστορία εμμονής και εξαπάτησης. Στις κλεφτές ματιές και τις υποσχέσεις της Έμιλι Μπλαντ κρύβεται μια μάχη ανάμεσα στην πίστη και την αγάπη. Απρόσμενα συγκλονιστικό φιλμ που εξερευνά τη σχέση ενός καλλιεργημένου και κακομαθημένου πλουσιοκόριτσου και ενός κοριτσιού από την επαρχία που λαχταρά να γεμίσει το κενό του δυσλειτουργικού και θρησκόληπτου περιβάλλοντός της.

Knife of Water (1962)

76w-3.jpg
Ένα φονικό παιχνίδι από ανθρώπους – πιόνια στη σκακιέρα. Ένα παντρεμένο ζευγάρι παίρνει στο αυτοκίνητό του έναν νεαρό φοιτητή που κάνει ωτοστόπ και τον προσκαλεί σε μια διήμερη κρουαζιέρα με το γιοτ τους. Μεταξύ των δύο ανδρών ξεσπάει ένας ψυχολογικός πόλεμος και έντονος ανταγωνισμός, με επίκεντρο τη γυναίκα. Το εξαιρετικό ντεμπούτο του Ρομάν Πολάνσκι διαθέτει μερικούς από τους πιο καλογραμμένους διαλόγους που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Point Break (1991)

76w-4.jpg
Αγαπημένη ταινία για όσους παθιάζονται με τα θαλάσσια σπορ και ειδικότερα το surf. Η περιπέτεια της Κάθριν Μπίγκελοου με τον νεοσσό Κιάνου Ριβς είχε την ατυχία να γνωρίσει πρόσφατα ένα ανεκδιήγητο ριμέικ. Όμως μετά από τόσα χρόνια, παραμένει απολαυστική και δροσερή. Μια εξασφαλισμένη διασκέδαση, παρά την παρωχημένη δράση σε κάποια σημεία και το βιντεοκλιπάτο στιλιζάρισμα.

Vicky Cristina Barcelona (2008)

76w-5.jpg
Η σεξουαλικά απελευθερωμένη Χριστίνα και η έξυπνη αλλά συνεσταλμένη φίλη της Βίκυ, κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στη Βαρκελώνη. Εκεί θα γνωρίσουν έναν ερωτύλο ζωγράφο. Το ελεύθερο πνεύμα του και το καλλιτεχνικό φούμαρο που σερβίρει με σαγηνευτική προφορά θα ξεμυαλίσει την Χριστίνα, μέχρι που η υστερική πρώην σύζυγος του ζωγράφου θα μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Η Σκάρλετ Γιόχανσον δεν ήταν ποτέ πιο χυμώδης, ο Χαβιέ Μπαρδέμ δεν ήταν ποτέ πιο πραγματικά γοητευτικός και η υπερεκτιμημένη Πενέλοπε Κρουθ ποτέ δεν ήταν πιο σέξι και πειστική. Ένας από τους καλύτερους Γούντι Άλεν και σίγουρα ο πιο καλοκαιρινός.

Summer with Monika (1953)

76w-6.jpg

Όταν ένας 19χρονος γνωρίζει την ρομαντική, τολμηρή Μόνικα, την ερωτεύεται αμέσως. Η επαναστατική της φύση τους ωθεί να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ζήσουν μόνοι τους το καλοκαίρι σε ένα νησί.  Εκεί η γοητευτική Μόνικα θα μείνει έγκυος και τα προβλήματα θα αρχίσουν για τον νεαρό. Η Μόνικα θέλει απλώς να περνάει καλά και να σκέφτεται το σήμερα. Τρυφερή αλλά και λεπτομερής σπουδή χαρακτήρων από τον μαέστρο Ίγκμαρ Μπέργκμαν.

Summer of Sam (1999)

76w-7.jpg

Το καλοκαίρι του 1969 κυλίστηκε στο αίμα από τον ψυχοπαθή serial killer με το όνομα Sam. O Σπάικ Λι δεν θέλει να κάνει ένα Zodiac ούτε ένα θρίλερ για να τρομάξει τον κόσμο. Προτιμά να ρίξει το βάρος στην παράνοια της εποχής, στα ιδρωμένα κορμιά, στις πύρινες ντίσκο, στη soul και (αλίμονο) στις φυλετικές διακρίσεις στο γκέτο. Σίγουρα άνισο το τελικό αποτέλεσμα, όμως αν δεχθείς τη σχιζοφρενική φύση του Summer Of Sam, σου ασκεί μια εθιστική γοητεία που μάλιστα αντέχει σε επαναληπτικές θεάσεις.

Plein soleil (1960)

76w-8.jpg

H ταινία «Γυμνοί στον Ήλιο» του Ρενέ Κλεμέντ, είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το οποίο διασκεύασε εξίσου καλά ο Άντονι Μιγκέλα το 1999 με τίτλο «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλει». Το αριστοτεχνικό φιλμ του Κλεμέντ με τον Αλέν Ντελόν στα καλύτερά του, αφηγείται την ιστορία του playboy Φελίπε τον οποίο ο Τομ Ρίπλει πρέπει να προσεγγίσει κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας του πρώτου στη Ευρώπη και να τον επαναφέρει στην Αμερική έναντι αμοιβής. Εξαιρετική φωτογραφία και καλοκαιρινά πλάνα που γοητεύουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταινία που δεν επιτρέπεται να μην έχει δει όποιος αγαπάει τον κινηματογράφο.

Suntan (2016)

76w-9.jpg

Το αγαπημένο και πολύπαθο Ελληνικό καλοκαίρι όπως δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ. Απόλυτα ρεαλιστικό σε αίσθηση, τρυφερό σε προσέγγιση μα αιχμηρό σαν μαχαίρι, το Suntan έχει στο επίκεντρο μια σκοτεινή ιστορία εμμονής, με φόντο το κάμπινγκ στην Αντίπαρο. Η μοναξιά του Χειμώνα στο νησί, ο μικρόκοσμος της ντόπιας κοινωνίας, οι κραιπάλες στη La Luna, τα νεανικά κορμιά στον ήλιο, το αντηλιακό στα γυμνά στήθη, το σεξ τις πρώτες πρωινές ώρες, η απελπισία, η σκατίλα των κρετίνων, το πάθος, η φρίκη. Εξαιρετική ταινία σε κάθε επίπεδο και άκρως κινηματογραφική δουλειά.

Friday the 13th (1980)

76w-10.jpg

Οφείλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι. Αυτό το φτηνό slasher movie, που έγινε μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί το ρεύμα το οποίο δημιούργησε 2 χρόνια νωρίτερα το Halloween του Κάρπεντερ, είναι ένα από τα ορόσημα του «φιλμ καλοκαιριού». Νεαροί σφαγιάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα-ένα τα πτώματα πέφτουν κάτω από το ματωμένο μαχαίρι του παράφρονα με τη μάσκα στο καλοκαιρινό κάμπινγκ. Φτηνιάρικο και προχειροφτιαγμένο φιλμ, που όμως απέκτησε τεράστια φήμη και γέννησε πολλά σίκουελ, τα οποία κρατάνε γερά μέχρι σήμερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #135

Beth Ditto
Fake Sugar
Η πληθωρική σαρώστρα των παθών επέστρεψε και πλέον είναι ελεύθερη να πατήσει στα πόδια της. Θεωρώ μάλιστα ότι η σόλο καριέρα της Beth Ditto έπρεπε να αρχίσει χρόνια πριν, καθώς πάντα είχα την αίσθηση ότι οι Gossip την κρατούσαν πίσω, οπότε δεν ξεδίπλωνε το ταλέντο της στο ακέραιο. 

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή της Ditto τα τελευταία χρόνια: παντρεύτηκε τον επί χρόνια καλύτερο φίλο της, λάνσαρε τη δική της γραμμή μόδας για extra large κυρίες και κυρίως απεγκλωβίστηκε από το electro punk συγκρότημά της, ώστε να ανοίξει φτερά προς όποια κατεύθυνση θέλει.

Με το αδιαπραγμάτευτο στυλ της, έχει αυτοχαρακτηριστεί «χοντρή, φεμινίστρια και λεσβία»: mια περιγραφή που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης στην αυθεντικότητα της έκφρασης. Και πράγματι, η πολυδιάστατη προσωπικότητά της διαφαίνεται ξεκάθαρα σε αυτόν τον πρώτο σόλο δίσκο της.

Αλλού, η Ditto γίνεται η μποέμ κολλητή με την οποία μοιράζεσαι τα πάντα, χωρίς τον φόβο ότι θα σε κρίνει. Αλλού γίνεται η αινιγματική ιέρεια του LGBTQ κινήματος, που θέλει να τους πάρει όλους ο διάολος. Αλλού φαντάζει ως έκφυλη performer, έτοιμη για ολονύχτια ερωτικά καλέσματα. Αλλού είναι η χαμογελαστή «προχώ» τύπισσα που κατέχει αυτό που δεν κατέχουν οι ανυποψίαστοι –και το μοιράζεται υπόγεια μαζί σου. Αλλού είναι το καλό πνεύμα της πόλης, που οι κρετίνοι θέλουν να κυνηγήσουν ως μάγισσα. Αλλού είναι ακούραστη pop diva μετά από άγριο μεθύσι, η οποία δεν έχει χάσει όμως την αξιοπρέπειά της, παρά το χαλασμένο γκλίτερ. Αλλού είναι το πανκιό που θέλει να ξεκινήσει μια εξέγερση με οδομαχίες και αλλού, πάλι, θέλει να αποδείξει πως είναι ένα τρυφερό κορίτσι, που κουβαλάει ακόμα την επαρχία στην καρδιά. Μαζί της, δηλαδή, δεν βγάζεις άκρη.

Το “Oo La La” είναι ένα electro-punk καλούδι που θα ζήλευαν οι Blondie, ενώ στο “We Could Run” η Beth Ditto βγάζει τη Stevie Nicks που κρύβει μέσα της. Στο τρυφερό “Fake Sugar” μιμείται τις μελωδικές γραμμές του Paul Simon, ενώ στο “Love In Real Life” μιλάει για τα προβλήματα μιας μακρόβιας σχέσης με τρόπο που θα έκανε την Annie Lennox να σηκώσει το ένα της φρύδι με ενδιαφέρον. Στο “Lover” εκφράζει την ερωτική αβεβαιότητα με τρόπο που θα το έκανε μια δυναμική synth-pop μπαλάντα της Cyndi Lauper, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Όμως κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Fake Sugar, το πραγματικά σπουδαίο τραγούδι δεν έρχεται ποτέ.

Tο άλμπουμ αφήνει τελικά μια ενοχλητική αίσθηση: σαν χαλίκι στο παπούτσι, το οποίο δεν μπορείς να αγνοήσεις, όσο και να το θες. Την αίσθηση δηλαδή ότι τα τραγούδια γράφτηκαν «συνειδητά» και όχι με εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την εκστατική dance pop του παρελθόντος ή το καψωμένο electro punk των Gossip.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ταλέντο της Beth Ditto δεν ξεδιπλώθηκε ακόμη στο ακέραιο. Ή μήπως τελικά οι Gossip δεν την κρατούσαν στ’ αλήθεια πίσω;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Έρωτες & Φιλίες (Love and Friendship)

Βρισκόμαστε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η χήρα Σούζαν Βέρνον, μια σαγηνευτική και χειραφετημένη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, καταφθάνει στην έπαυλη των πεθερών της, έχοντας στο μυαλό της ένα πανούργο σχέδιο για να εξασφαλίσει τον τέλειο γαμπρό γι’ αυτήν αλλά και για την άβγαλτη κόρη της.

Ο σκηνοθέτης Γουίτ Στίλμαν, φωταγωγεί υπέροχα τις υποτιμημένες πτυχές της γοητείας της Κέιτ Μπεκινσέιλ, η οποία δυστυχώς έχει αναλωθεί σε τριτοκλασάτα franchise δράσης και εκμεταλλεύεται άριστα ένα καστ με ονόματα όπως την Κλόι Σεβινί, τον Ξαβιέρ Σάμιουελ, αλλά και τον Στήβεν Φράι σε ένα σύντομο πέρασμα. Ο Στίλμαν είναι έμπειρος στο να αφηγείται ιστορίες νέων ανθρώπων που μπαίνουν σε λαμπερούς κόσμους που βρίσκονται σε παρακμή και δεν μπορούν να τους προσφέρουν πολλά, όπως το αστραφτερό clubbing στο The Last Days of Disco (1998), όμως φαίνεται πως ήταν γεννημένος να σκηνοθετήσει το σύμπαν της Τζέιν Όστιν και καταφέρνει να το μπολιάσει με χάρη και σωστές δώσεις κυνισμού.

78_2.jpg

Το Love & Friendship είναι η πιο λεπτοδουλεμένη ταινία του σκηνοθέτη. Πρόκειται για μια πανέξυπνη και γλυκόπικρη σατιρική δραμεντί που χρειάζεται περισσότερες από μια θεάσεις για να αφομοιώσει ο θεατής τις δεικτικές ατάκες και να απολαύσει την λεπτή ειρωνία στην ολότητά της. Το πνεύμα της Τζέιν Όστιν έχει τιμηθεί δεόντως στον κινηματογράφο από τον Ανγκ Λι («Λογική και Ευαισθησία» ) και τον Τζο Ράιτ («Περηφάνια και Προκατάληψη»), όμως εδώ το πνεύμα του τελευταίου μεταθανάτιου έργου της που κυκλοφόρησε, το «Λαίδη Σούζαν», χρησιμοποιείται σαν βάση για μια υπέροχη υπονόμευση των στερεοτύπων της ρομαντικής λογοτεχνίας και των αριστοκρατικών κοινωνικών δομών που απειλούνται από την ελευθεριότητα της ηρωίδας Σούζαν Βέρνον, η οποία αναστατώνει τον κόσμο με την ανεξαρτησία της και με τις ερωτικές φήμες που τη συνοδεύουν.

78_3.jpg

Η λεπτή κοινωνική κριτική της Βρετανίδας Όστιν, το μανιπιουλάρισμα χαρακτήρων μέσω του πνεύματος και της αόρατης ειρωνείας, αλλά και το όπλο της γυναικείας ομορφιάς χρησιμοποιούνται τόσο ανάλαφρα και τόσο αποτελεσματικά και κυρίως με αξιοθαύμαστη οικονομία. Το καλά δομημένο σενάριο πατάει σε μια συρραφή επιστολών, όπως δηλαδή και το βιβλίο. Ο Στίλμαν διασκεδάζει πολύ, (κι εμείς μαζί του) καθώς χορογραφεί το ανακάτεμα της τράπουλας των ρόλων, με όχημα την αινιγματική και σκανδαλώδη ηρωίδα. Η ταινία μοιάζει με δροσερό καλοκαιρινό αεράκι μέσα σε ένα καλοκαίρι που ο θεατής έχει ταλαιπωρηθεί από κάκιστες Γαλλικές κομεντί και Ιταλικές φαρσοκωμωδίες απ’ τα αζήτητα. Ακόμα περισσότερο όμως μοιάζει με ένα ανάλαφρο πάρτι που θα λάτρευε να παρεβρίσκεται ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ και να μειδιάζει με όσα υπέροχα συμβαίνουν.

Posted in Cinema | Leave a comment

Τζορτζ Ρομέρο (1940-2017)

Ξανακοιτώντας στο έργο μίας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του σινεμά του τρόμου…

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζορτζ Ρομέρο υπήρξε πρωτοπόρος σκηνοθέτης του φανταστικού. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1968, όταν με ελάχιστα χρήματα (περίπου 10.000 δολάρια) γύρισε την ασπρόμαυρη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», που γέννησε τα κινηματογραφικά ζόμπι όπως τα ξέρουμε σήμερα. Ο 29χρονος τότε Ρομέρο σημάδεψε ουσιαστικά την απαρχή του μοντέρνου σινεμά τρόμου.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν σε ένα κόσμο όπου, χωρίς καμία λογική εξήγηση, οι νεκροί έχουν σηκωθεί από τον τάφο τους και περπατάνε αναζητώντας ζωντανούς για να τους φάνε. Ήταν η εποχή που το κύμα της κοινωνικής αμφισβήτησης διογκώνονταν στην Ευρώπη και η Αμερική παρέμενε εγκλωβισμένη στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τις φοιτητικές εξεγέρσεις να μαίνονται εκεί. Η στιγμή της κυκλοφορίας της ταινίας, λοιπόν, ήταν καίρια. Η στιλάτη χρήση ενός μοντέρνου ρεαλισμού ακύρωνε τις παλιές συμβάζεις του κινηματογραφικού τρόμου και έφερνε στο κοινό μια νέα αίσθηση του σοκ. Τα φαντάσματα του σύγχρονου κόσμου έβγαζαν τις φθαρμένες μάσκες τους, για να αποκαλύψουν ένα στυγνό πρόσωπο.

78kzomb_1.jpg

Η αρχετυπική ταινία ζόμπι θεματολογίας έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί αποτέλεσε την τέλεια παραβολή για τον δυτικό κόσμο που εφησυχάζεται εύκολα και που ξέρει να κρύβει καλά την ξενοφοβία του. Μετά την «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για το σινεμά του φανταστικού. Η ατμόσφαιρα, το ασφυκτικό ασπρόμαυρο στη φωτογραφία και ο πανικός που μεγαλώνει με το λεπτό, έκαναν τον θεατή να νιώθει το σασπένς στο στομάχι. Ο Ρομέρο πέτυχε να μεταμορφώσει τον κόσμο που ζούμε σε ένα πάρκο θανάτου, χωρίς αιτίες και εξηγήσεις. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ σημαντική για την καλλιτεχνική και ψυχολογική εξέλιξη του σινεμά του τρόμου.

78kzomb_2.jpg

Ο Ρομέρο επέστρεψε στον αγαπημένο του κόσμο των απέθαντων, με το “Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών” (1978). Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη βρέθηκε αυτή τη φορά η σύγχρονη Αμερική της κατανάλωσης. Μια ομάδα επιζώντων, πολιορκημένη από ορδές ζωντανών νεκρών, έχει καταφύγει σε ένα εμπορικό κέντρο. Τα ζόμπι καραδωκούν απ’ έξω προσπαθώντας να μπουν στον ναό της κατανάλωσης καθώς αυτή δείχνει να είναι η μόνη αμυδρή ανάμνηση που τους συνδέει με την παλιά ζωή τους. Η υπέροχη ιδέα του Ρομέρο αναπτύχθηκε σε όλη την πολιτική της διάσταση χάρη στη θεαματική της βία και τη μαύρη σάτιρα.

78kzomb_3.png

Η πρώτη ταινία του 1968, είχε δημιουργήσει μια τόσο δυνατή βάση που μπορούσε να γεννήσει άπειρες συνέχειες. Ο Ρομέρο βέβαια σκηνοθέτησε μερικά σίκουελ αρκετά χρόνια αργότερα: το «Η μέρα των ζωντανών νεκρών» (“Day of the Dead” 1985), το «Η γη των ζωντανών νεκρών» (“Land of the Dead” 2005), το «Hμερολόγιο των νεκρών» (“Diary of the Dead” 2007) και το «Επιζώντας Από τους Απέθαντους» (“Survival of the Dead”, 2009). Καμία από αυτές τις ταινίες όμως δεν έφτασε το μεγαλείο των πρώτων δυο ταινιών. Η βλοσυρή ιστορία των ζόμπι έχει αντιγραφεί κατά κόρον, από υπερπαραγωγές αναψυχής (World War Z) μέχρι mainstream τηλεοπτικές σειρές (Walking Dead), όμως στα χέρια του Ρομέρο αποκτούσε πάντα μια ιδιότυπη υπαρξιακή διάσταση. Η απόλυτη φύση του κακού στα πρώτα δυο μέρη, η αντιρηγκανική βαρβαρότητα του τρίτου μέρους και η μακάβρια πολιτική σάτιρα των επόμενων, δεν είχε σχέση με στυλιζαρισμένους φόβους και τρεχαλητά επιβίωσης από φωτογενείς χαρακτήρες.

78kzomb_4.png

Η καριέρα του Ρομέρο ήταν σημαντική και έξω από τον κόσμο των ζωντανών νεκρών. Απολαυστικό είναι το «Καραντίνα: Ο Ουρανός Έβρεξε Θάνατο» (“The Crazies” 1973 ), όπου ο στρατός προσπαθεί να προλάβει την εξάπλωση ενός θανατηφόρου ιού. Εξαιρετική ταινία είναι το μελαγχολικό «Martin» (1978), με ήρωα ένα αγόρι που πιστεύει πως είναι βρικόλακας. Επιτυχία σε cult κοινό είχε γνωρίσει το «Οι μονομάχοι της ασφάλτου (“Knightriders” 1981) ενώ υποτιμημένο είναι το θριλεράκι Bruiser (2000). Φυσικά. ο Ρομέρο γνώρισε επιτυχία με τις δυο διασκευές του σε έργα του Στίβεν Κινγκ: το σπονδυλωτό Creepshow (1982) και το «Σκοτεινό Εγώ» (“The Dark Half“ 1993).

78kzomb_5.png

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #134

Saint Etienne

Home Counties

Ένας φόρος τιμής στο Λονδίνο μέσω φιλόξενης και αστικής pop; Ναι, θέλουμε!

Φυσικά οι Saint Etienne δεν θα μας προσέφεραν ποτέ μια συλλογή από τραγούδια τα οποία θυμίζουν εκείνη την αντιπαθητική euro trash προσποιητή ευφορία, που είναι βουτηγμένη στα συντηρητικά και μόνο ανέραστα χαμογελάκια μπορεί να προκαλέσει. Το βρετανικό συγκρότημα διαθέτει καθαρό καλλιτεχνικό μητρώο εφόσον δεν έχει πουλήσει ποτέ ψευτο-τσαχπινιές και συνεχίζει την έντιμη και αξιοπρεπέστατη πορεία του στα πιο ανθισμένα λιβάδια της ορθόδοξης pop. Τόσο λιτά.

Στον 9ο δίσκο τους, λοιπόν, οι Saint Etienne απογειώνουν ξανά τον μύθο τους σαν πρέσβεις της υγειούς, τραγουδιστικής κληρονομιάς τους. Το Home Counties πυροδοτεί ένα λάκτισμα της ικανότητάς τους να γράφουν ολοστρόγγυλα τραγούδια με μικρά κουπλέ και μεγάλη καρδιά. Το αφηγηματικό στυλ του δίσκου διαθέτει υψηλή ευαισθησία και στρώνει ένα μεσόρρυθμο χαλί για να παρελάσουν ραδιοφωνικές μνήμες. Οι Saint Etienne θυμούνται την εποχή που οι ήχοι της δεκαετίας του 1960 ήταν ακόμη φρέσκα, ζουμερά φρούτα και κάθε νέο μουσικό ερέθισμα καταγραφόταν έντονα στην ψυχή. Θυμούνται ακόμη την εποχή όπου οι προσωπικές στιγμές τυπώνονταν σε πολαρόιντ για να φυλαχθούν και δεν έκαναν βουτιά στην ινσταγκραμική κοινοκτημοσύνη αναμνήσεων.

Το “Something New” φέρνει στον νου τη μεσόκοπη κατάνυξη του Burt Bacharach και μας στέλνει στις swinging λονδρέζικες γειτονιές και σε εποχές που η pop μουσική ακουγόταν «ραδιοφωνική». Το “Take It All In”, πάλι, χαμογελάει και κάνει γκριμάτσες στον John Barry, ενώ τα πλήκτρα του “Whyteleafe” μας στέλνουν σε κάποιο ροδομάγουλο ρομάντζο της δεκαετίας του 1970, όσο το εθιστικό groove του “Dive” μας θυμίζει τις πιο λαμπρές στιγμές της διαστημικής disco. Επιπλέον, τα ονειρικά φωνητικά στο “Heather” ρίχνουν επιτέλους λίγη ζάχαρη στο άνοστο μοντέρνο chillwave και στο “Underneath The Apple Tree” ξυπνάει το θυμικό της Motown. Και τέλος,  μπορεί το “Out Of My Mind” να κουβαλάει όλη την αφέλεια του ντουνιά, αλλά νιώθεις υπέροχα που είσαι σε θέση να μοιράζεσαι την ίδια pop τσιχλόφουσκα με τη Sarah Cracknell.

Το Home Counties μπορεί να είναι πανάλαφρο σαν πούπουλο και ανώδυνο σαν καλοκαιρινό αεράκι, όμως διαθέτει μια λιτή μεγαλοπρέπεια, η οποία σπανίζει. Επιπλέον, η κομψότητα και η ανοιχτότητα της φωνής της Sarah Cracknell μου προσφέρουν μια χαρά για ζωή και μια ελαφράδα που στ’ αλήθεια μου έχει λείψει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

O Κύκλος (The Circle)

H ψηφιακή απειλή απέναντι στην ιδιωτικότητα και η ιντερνετική δυστοπία σαν καταπέλτης των ανθρώπινων αξιών, δεν θα μπορούσαν να κινηματογραφηθούν τόσο άνοστα και τόσο ενοχλητικά, όσο στην ταινία «The Circle» με την Έμα Γουότσον και τον Τομ Χανκς.

Η ταινία προσπαθεί να αρθρώσει λόγο απέναντι τους κινδύνους των social media που καταπίνουν τις εργασιακές αξίες και θολώνουν τα όρια της ανθρώπινης ηθικής, αλλά το αποτέλεσμα είναι πιο άχρηστο και από παλιό λογισμικό που έχει χρόνια να γίνει update και οι μεγαλοστομίες του ακούγονται πιο κούφιες και από το χειρότερο inspirational speech σε επαρχιακό TEDx. To πλαδαρό φιλμάκι μοιάζει με teen movie η οποία μετασχηματίστηκε σε κάτι σοβαρότερο, όταν οι συντελεστές είδαν επεισόδια του Black Mirror. Το σενάριο πήρε στα σοβαρά τον εαυτό του και αντί να καταπιαστεί με τα χτυποκάρδια στα θρανία μεταξύ φοιτητών που φιλοδοξούν να στήσουν την τέλεια start-up company, κάνει καταγγελία στους αμοραλιστές της ψηφιακής τεχνολογίας.

79hcircl_2.jpg

Μια ταλαντούχα και φιλόδοξη digital manager (Γουότσον) βρίσκει την ιδανική δουλειά σε μια εταιρεία που εμπορεύεται νέες πλατφόρμες στα social media και ρηξικέλευθες πρακτικές στο internet. Το ένα motivational speech μετά το άλλο από έναν γκουρού που θυμίζει άξιο απόγονο του Στιβ Τζομπς (δεν ξέρω πως έμπλεξε ο Χανκς με αυτό το ρολάκι) θα την μυήσουν στην #ilovemyjob νέα πραγματικότητα, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει κάτι από σέκτα Σαϊεντολογίας και λίγο από Καλιφορνέζικο κολέγιο με ενθουσιώδεις geeks, απ’ αυτούς που και τον ύπνο τους περνάνε κώδικα. Η ηρωίδα σαστίζει και σαγηνεύεται ταυτόχρονα μέσα στη δίνη της εργασιομανίας, πάντα με «θετική ενέργεια», ανάμεσα σε νέους achievers που ορκίζονται στην τεχνολογία. Φυσικά η ίδια είναι χειρότερη από τους εμπνευστές της απάτης (δεν είναι και μεγάλη έκπληξη ποιος είναι ο κακός) καθώς δεν έχει καν τη λογική να αντιδράσει στην 24ωρη παρακολούθησή της από κάμερες σε Live feed. Τουλάχιστον οι τεχνοκράτες είχαν κίνητρο να κερδίσουν πολλά χρήματα. Αυτή όμως, πως μπορεί να είναι τόσο αφελής και να στερείται αξιοπρέπειας;

Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την παραβίαση κάθε ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου με μικροκάμερες που υποτίθεται θα εξαλείψουν το ψέμα και την απάτη, ώστε κανείς να μην κρύβεται από τα χιλιάδες «κινητά» μάτια που μεγάλου αδερφού. Θέματα σοβαρά και με πολύ ζουμί. Όμως η μπανάλ κινηματογράφιση, οι γελοιότητες στην πλοκή, το νερόβραστο συναίσθημα και φυσικά το ανόητο ξεμπρόστιασμα των υπευθύνων στο τέλος, κάνουν το σύνολο να μοιάζει με απογοητευτική σάτιρα με φιλοσοφία νηπιαγωγίου. Έχετε νιώσει την απελπισία μπροστά στο λάπτοπ όταν ένα πρόγραμα δεν ανοίγει γιατί έχει χτυπήσει ο σκληρός δίσκος; Αυτή είναι η πικρή γεύση που αφήνει αυτή η ταινία μετά το τέλος της ενώ έχεις πληρώσει εισητήριο.

79hcircl_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που δεν διαθέτει καν χαρακτήρα ώστε να χαρακτηριστεί απλά «τεχνοφοβική». Το Circle δεν απλά μια αποτυχημένη προσπάθεια, καθώς δεν έχει σαφείς προθέσεις, ούτε σοβαρά ερωτήματα είναι σε θέση να προσφέρει. Πρόκειται για μια απίστευτη σπατάλη χρόνου και ταλέντου. Αν το “Social Network” είναι οι Tool στο Glastonbury, το Circle είναι οι Μέλισσες στα MAD Awards. Εκεί που οι ταινίες κατασκευάζονται με δουλειά και προσπάθεια, το Circle έγινε με βάση οδηγίες από ένα “how to direct a movie” video στο you tube και οι δημιουργοί του όταν τελείωσαν πάτησαν «save» και «upload». Προσπεράστε αυτό το σκουπίδι και διαγράψτε το κι απ’ τον κάδο ανακύκλωσης.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

3 Women

Picture

Πίσω από το ψηλό κορμί της και την ευγενική μορφή της Ε. κρύβεται μια βαθειά ριζωμένη αβεβαιότητα για το πώς ο κόσμος την αντιλαμβάνεται και τη βλέπει. Από μικρή της ασκούσαν γοητεία τα έντονα χρώματα σε ρούχα και έπιπλα. Είχε ανάγκη να εκφράζει με χρώματα το πώς ένιωθε, όπως κάποια κωμικά sitcom που χρειάζονται το laugh track για να σου θυμίζουν το σημείο που πρέπει να γελάσεις. Η κλίση της στις ξένες γλώσσες δεν της έχει φανεί πουθενά χρήσιμη, όμως πάντα ήθελε να είχε γεννηθεί Γαλλίδα. Η Ε. όταν βγαίνει έξω φοράει πάντα ένα μακρύ κεντημένο φουλάρι και πάντοτε νιώθει την ίδια παράλυση επιλογών σχετικά με το ποτό που θα επιλέξει να παραγγείλει. Έχει μια περιέργεια για τα ζώα, ιδίως τα πολύ μικρά αλλά όχι με τη σαχλή εμμονή των φιλόζωων. Προτιμάει να ξεχνιέται καθώς τα παρατηρεί να παίζουν και να χαμογελάει. Η Ε. έχει ελάχιστα κοσμήματα, όμως είναι όλα αγαπημένα και έχουν μια ιστορία από πίσω τους – άλλωστε τα έχει αγοράσει όλα μόνη της. Θα ήθελε να μπορεί να χορεύει αλλά δεν νιώθει καθόλου ευλύγιστη. Η τρυφερότητα και η καλοσύνη της μπλοκάρουν όταν προσπαθεί να συμπεριφερθεί ερωτικά, νιώθει σχεδόν εκτεθειμένη αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να δείξει εμπιστοσύνη. Δεν έχει σκοτεινές φαντασιώσεις. Στο μυαλό της, οι εραστές κυλιούνται με αργές κινήσεις σε σατέν υφάσματα. Θέλει να κάνει κάτι για να βελτιώσει τη γκρίζα ατμόσφαιρα του διαμερίσματος του κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερου συντρόφου της, ο οποίος είναι συγγραφέας – χωρίς να έχει εκδώσει τίποτα- και που έχει σχεδόν μόνιμα ένα τσιγάρο στα χείλη του. Από θαύμα δεν έχει κάψει το απεριποίητο και άγριο μούσι του. Όλοι συμφωνούν πως την έχει δεδομένη αλλά αυτή στωικά παραμένει στο πλάι του για χρόνια και δεν χολοσκάει να διεκδικήσει συναισθηματική ανταπόδοση. Τις νύχτες, για να την πάρει ο ύπνος, φτιάχνει με τη φαντασία της το μικρό πέτρινο σπίτι που θέλει κάποτε να αποσυρθεί.

Εδώ και λίγα χρόνια η Ζ. έχει μετακομίσει στο daydreaming των βορείων προαστίων, αφήνοντας πίσω της το ταλαιπωρημένο κέντρο. Θα έπρεπε να είναι πολύ τσαντισμένη με την απόφαση των γονιών της αλλά για κάποιο λόγο δεν έχει οργή μέσα της για κανέναν. Η Ζ. πάντα ζούσε σε μια δική της διάσταση αλλά δεν ήταν ποτέ weirdo. Είναι ισορροπημένη και οργανωτική αλλά ταγμένη στον κόσμο της απειθαρχίας. Αν είχε πλήρη συνείδηση των ικανοτήτων της θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας -ή μάλλον της περιέργειας- που ασκούσε σε όσους είχαν την υπομονή να ασχοληθούν μαζί της. Όχι άδικα, καθώς έχει έναν ολότελα δικό της τρόπο να βλέπει τα πράγματα που μοιάζει καμιά φορά ανησυχητικός. Δεν έδινε ποτέ δεκάρα για τα trend της μόδας, ούτε θα δώσει ποτέ. Αν και ξέρει να μαγειρεύει πολλά -κυρίως παραδοσιακά- φαγητά, το διαιτολόγιό της θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από φρούτα. Η Ζ. είναι από τους ανθρώπους που ελέγχουν απόλυτα τις αντοχές και τις δυνάμεις τους. Είναι παράξενο που μπορεί να κοιμηθεί 13 ώρες και να μείνει ξύπνια για τρεις νύχτες με την ίδια άνεση. Κανένας άνδρας δεν την έχει κοιτάξει ποτέ στα μάτια για να της πει ερωτικά λόγια. Αν και έχει καλοσχηματισμένο κορμί, τίποτα πάνω της δεν θυμίζει αυτό που εκλαμβάνουμε ως «όμορφο». Ελάχιστα την αφορά να βρει ερωτική χημεία με κάποιον ή τουλάχιστον έτσι λέει σε όλους. Είναι άλλωστε από αυτές τις γυναίκες που ζουν διαρκώς και με άνεση μονόπλευρους και ανομολόγητους έρωτες χωρίς να ξέρει κάτι διαφορετικό. Όσο υψηλή ευαισθησία κι αν έχει σε θέματα αισθητικής, άλλη τόση ανοχή έχει στην ανθρώπινη ασχήμια. Αν υπήρχε μια δουλειά που θα έκανε με πάθος θα ήταν να γράφει παραμύθια ή να διακοσμεί κοινόχρηστους χώρους. Ενώ δεν της φαίνεται καθόλου, αγαπάει τα μεγάλα και φαντασμαγορικά θεάματα όπως την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχει βαρεθεί το ποδήλατο με το οποίο κινείται εδώ και χρόνια αλλά δεν έχει χρόνο και χρήματα να πάρει μηχανή. Μπορεί όμως και να το αναβάλει γιατί κατά βάθος φοβάται την ταχύτητα και το ρίσκο.

Υπήρξε μια εποχή που η Σ. άνοιγε τη πόρτα της και έβγαινε έξω χωρίς να το σκεφτεί και πάντα έβρισκε τον τρόπο να καταλήγει στα μέρη που τα ενδιαφέροντα πράγματα θα συνέβαιναν. Δεν υπήρξε ποτέ party animal ή rock’n’roll queen και δεν κυνηγούσε ποτέ τον φωτεινό προβολέα. Είχε όμως το έμφυτο χάρισμα να βρίσκεται στο μέρος που θα φιλοξενούσε το πιο ενδιαφέρον συμβάν της πόλης, να επιλέγει ενστικτωδώς τα αυθόρμητα κοσμικά events και να είναι παρούσα σε περιστατικά που θα γεννούσαν τους πιο παράδοξους αστικούς μύθους. Πλέον, τίποτα δεν τη συνδέει με εκείνο το κορίτσι που χόρευε σαν τρελό στα αλαφιασμένα rave πάρτι στα χωράφια της Αττικής. Ήταν πάντα χαρισματική η Σ. Και διατηρεί ακόμη τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Με το ανεπαίσθητο χαμογελάκι της μπορούσε εύκολα να γοητεύσει οποιονδήποτε. Κοιτούσε τα πράγματα με λαχτάρα, σαν να θέλει να αποθηκεύσει τις εικόνες. Στη πραγματικότητα δεν κρατούσε πολλά στη μνήμη της και ακόμη λιγότερα ένιωθε πραγματικά. Από μικρή είχε μια ανεξήγητη σχέση αγάπης με τη Μαφάλντα γιατί έβρισκε μια τραγικότητα στο σκίτσο της. Αν της δίνονταν η ευκαιρία να ζήσει κάπου στο εξωτερικό θα επέλεγε το Τόκυο. Ο Ασιατικός κώδικας αισθητικής κούμπωνε με ένα μεταφυσικό τρόπο μέσα της. Συνήθως επιλέγει να πίνει κάποιο κοκτέιλ, με βάση το αν τη γοητεύει το χρώμα του ή το ποτήρι που σερβίρεται και όχι απαραίτητα η γεύση του. Η Σ επένδυσε όλο της το “είναι” σε έναν άνθρωπο μέχρι που ήρθε η τραυματική πρόσκρουση. Η πτήση προσγειώθηκε ανώμαλα στο έδαφος μετά από μια εξαετία γεμάτη κενά αέρος και ακραίες καιρικές συνθήκες. Από τότε, η Σ. είναι μόνη της και έχει περάσει ολόκληρες βδομάδες κλειδωμένη σπίτι της. Πλέον, σπάνια βγαίνει από το εξοπλισμένο και hi-tech διαμέρισμά της. Έχει δυο laptop και ένα i-pad. Η ώρα είναι περασμένες τρεις. Μέσα στη νύχτα η Σ. μετράει τα dm σβήνει παλιά private messages, ταξινομεί τα email στο inbox, κάνει update στο λογισμικό και μετράει τα αναπάντητα sms της ημέρας. Κάποτε, τέτοια ώρα, μετρούσε τ’ άστρα.

 

*Οι φωτογραφίες είναι από την ομώνυμη ταινία του Robert Altman

Posted in Interlude | Leave a comment

The Beguiled – Η Αποπλάνηση

Η σεξουαλικότητα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου στην νέα ταινία της Σοφία Κόπολα, η οποία διασκευάζει ένα ξεχασμένο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ στον κεντρικό ρόλο του στρατιώτη που βρίσκει άσυλο σε ένα σχολείο θηλέων οικότροφων. Εκείνη η έντεχνη ηθογραφία του τεχνίτη Σίγκελ, αποτελούσε ένα σχόλιο στη Δύση της σεξουαλικής απελευθέρωσης που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια και ελάχιστη σχέση έχει με την φετινή δηλητηριώδη αλληγορία.

Η Κόπολα αφήνει το «καλό» ή το «κακό» να φωτιστούν σαν ένα αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Οι σεξουαλικές δυνατότητες διαστρέφουν τη φύση των ηρώων. Η Νικόλ Κίντμαν χρωματίζει τα δρώμενα και η Κρίστεν Ντάνστ κοντράρεται με την μητριαρχική πειθαρχεία. Δίπλα τους, ο Κόλιν Φάρελ ερμηνεύει τον ελκυστικό και σαστισμένο άνδρα (δίχως την macho σοβαροφάνεια του Ίστγουντ). Ο έκπτωτος στρατιώτης γίνεται ανθρώπινο πιόνι σε μια σκακιέρα που δεν αντιλαμβάνεται. Η αρσενική του φύση άγεται και φέρεται, εκμεταλλευόμενη τη γυναικεία φιλοξενία. Λες και είναι ο «κακός» της ιστορίας που θα ταράξει τα θεμέλια της θηλυκής αδελφότητας. Οι γυναίκες θα είναι οι μεσσίες μια θυσίας, που παραπέμπει σε ευνουχισμό.

80za_2.jpg

Η απατηλά απλοϊκή ιστορία αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα τη φιλοσοφική της οδό. Η «επιθυμία» γίνεται παράδοξο που αποκτά τοξική υπόσταση και είναι ο αστάθμητος παράγοντας που διαρρηγνύει τα τοιχώματα των ψευδο-φεμινιστικών αντιλήψεων. Σαν αποτέλεσμα, η ψευδαίσθηση της αδελφότητας καταρρέει, επειδή τόλμησε το ανήκουστο: να ξεστρατίσει στα μονοπάτια του πόθου και να «αποπλανηθεί». Η «θηλυκή συνείδηση» όμως τελικά γίνεται ισχυρότερη, θωρακίζοντας την προκατάληψη που την κρατάει ενωμένη.

Η Σοφία Κόπολα κινηματογραφεί λακωνικά μια σκοτεινή αντανάκλαση του πιο σκληρού προσώπου της μητριαρχίας, χωρίς το εστέτ ύφος που κλείνει δυνατά την πόρτα στο πρόσωπο του θεατή. Μπορεί κανείς να βυθιστεί στο φιλμ ή απλά να το παρατηρεί, εξαιτίας της νωχελικής εξέλιξης των γεγονότων. Η «πλοκή» άλλωστε εξελίσσεται ανάμεσα στις σκηνές. Τα σημεία της δράσης δηλαδή που θα φώτιζε το ψυχαγωγικό Χόλιγουντ, «συμβαίνουν» αμέσως μετά το cut και λίγο πριν το ξεκίνημα της επόμενης σκηνής. Πρόκειται τελικά για ένα φιλμ που απευθύνεται σε θεατές που δεν διστάζουν όταν οι χρόνοι της ταινίας δεν είναι στα μέτρα τους, ούτε απορούν εάν δεν κατανοούν μια στρωτή πλοκή και που αποβλέπουν στις ταινίες ως αξίες.

80za_3.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #133

Big Boi

Boomiverse

Χρειάζεται αρκετή τόλμη και δουλειά ώστε το «σκοτεινό μισό» των OutKast να βρει τα πατήματα μιας σόλο καριέρας, ξεφεύγοντας από τη μεγάλη σκιά που ακόμη ρίχνει το (προσωπικό) Speakerboxxx (2003) και το Stankonia (2001), τα οποία κυκλοφόρησαν όταν το θρυλικό ντουέτο διέπρεπε στον χώρο του hip hop. Κανείς δεν θα το παραδεχθεί ανοιχτά, αλλά η φωτογένεια και η ευρηματικότητα του πολυσχιδούς Andre 3000, αυξάνει λίγο περισσότερο τις απαιτήσεις για κάθε δισκογραφικό βήμα του Big Boi. Στο Boomiverse, όμως, ο έμπειρος ράπερ καταφέρνει περήφανα και αφήνει το στίγμα του στην εποχή της πρωτοκαθεδρίας του Kendrick Lamar.

Το νέο άλμπουμ του Big Boi είναι πλούσιο σε ελέη και πατάει με αυτοπεποίθηση στα ηλεκτρονικά bleeps, με 12 τραγούδια που εκπέμπουν σοβαρές δονήσεις. Το αυτάρκες σύνολο δεν περιέχει περιττές συνεργασίες για τη μαρκίζα, ούτε άστοχα ιντερλούδια για εντυπωσιασμό και υπερβολική διάρκεια, ώστε να πλαδαρέψει σε ύφος: αντιθέτως, ο δίσκος καταφέρνει και δεν υστερεί καθόλου σε groove. Οι space disco εκφάνσεις του “Mic Jack”, η ακαταμάχητη μελωδικότητα του “Get Wit It” –με τον εμβόλιμο Snoop Dogg να απογειώνει το κομμάτι– και η «βρώμικη» ταχυλογία των Killer Mike & Jeezy στο “Kill Jill” αποτελούν τις καλύτερες στιγμές. Επιπλέον, οι λεκτικές μανούβρες του περιπετειώδους “Order Οf Operations” επιβάλλουν επαναλήψεις στην ακρόαση, ενώ η εξαιρετικά φροντισμένη παραγωγή του “Chocolate”, με το πυρωμένο beat και τα ρομποτικά φωνητικά, θα έκαναν τη Missy Elliott να μειδιάσει με ικανοποίηση.

Ο Big Boi δεν έχει λοιπόν ανάγκη να παριστάνει τον μάγκα «γειτονιάς» και δεν χρειάζεται εξάρσεις εφηβικού μισογυνισμού ή gangsta κλισέ για να θολώσει τα νερά. Έχει εμπιστοσύνη στο υλικό του. Μπορεί ο δίσκος να μην κάνει το πέρασμα στο ευρύ κοινό, αλλά ο στυλιστικός πλουραλισμός και η τέχνη στην παραγωγή (τα εύσημα πάνε ιδίως στους Organize Noize) σώζουν ακόμα και αδύναμες στιγμές σαν το “In Τhe South”, το οποίο δοξάζει την κληρονομιά του Pimp C· ή το “All Night”, που φέρνει κατά νου κάτι από τον «γουέστερν ραπ» πειραματισμό του αποτυχημένου Idlewild (2006).

Το Boomiverse προδίδεται μόνο από κάποιες στιγμές εδώ κι εκεί στις οποίες βουτάει στην κληρονομιά της δεκαετίας του 1980 και σε κάμποσες εύκολες λύσεις στην παραγωγή (σε κομμάτια όπως το “Freakanomiks”). Ίσως δηλαδή τέτοιες επιλογές να ακουστούν ολίγον «συνηθισμένες», σε ένα σύνολο που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικεί το credit του «φρέσκου», με αποτέλεσμα πολλοί πιτσιρικάδες να θυμηθούν ότι αυτό που ακούνε είναι το «ραπ του μπαμπά».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Heat-Wave: 10 περιπτώσεις στις οποίες ο καύσωνας «χτύπησε» τη μεγάλη οθόνη

Διανύουμε την πιο ζεστή βδομάδα του χρόνου. Μια καλή λύση για τον καύσωνα και τις θερμοκρασίες που πιθανότατα θα «γλύψουν» τους 46 βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα, είναι το home cinema, με το κλιματιστικό για μοναδικό σύμμαχο.

Ακολουθεί μια λίστα από ταινίες στις οποίες οι υψηλές θερμοκρασίες όρισαν την ατμόσφαιρα, τις πράξεις και την ψυχολογία των ηρώων. Ταινίες που αγαπήσαμε και στις οποίες ο καύσωνας αποτελούσε βασικό στοιχείο στη σκηνοθεσία και την πλοκή…

Rear Window (1954)

81tMvw_2.jpg

Έχοντας μια σταθερή οπτική, που κρατάει τον θεατή καθηλωμένο μαζί με τον ήρωα (Τζέιμς Στιούαρντ) ο οποίος βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, ο Χιτς δημιουργεί ένα ολόκληρο σύμπαν από χαρακτήρες σε εκείνη την αξέχαστη αυλή που έβλεπαν τα παράθυρα των πολυκατοικιών. Η υπερβολική ζέστη είναι ο λόγος που αναγκάζονται οι ένοικοι να κρατάνε τα παράθυρα ανοιχτά και να είναι εκτεθειμένοι στους γείτονες. Πέρα από τη δημιουργία ενός πανούργου σασπένς, που παραδόξως εντείνει η απουσία δράσης, η πιο δαιμόνια παράμετρος της ταινίας είναι το ηδονοβλεπτικό σχόλιο, τόσο για τον ήρωα όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.

12 Angry Men (1957)

81tMvw_3.jpg

Δώδεκα ένορκοι κλείνονται σε ένα δωμάτιο για να καταδικάσουν με συνοπτικές δοκιμασίες ένα αγόρι που κατηγορείται ότι διέπραξε μια δολοφονία. Όμως, ο προοδευτικός χαρακτήρας του Peter Fonda είναι αυτός που την τελευταία στιγμή σπέρνει το σπόρο της αμφιβολίας και σπάει την ομοφωνία. Η κουφόβραση στη Νέα Υόρκη είναι αφόρητη και η ζέστη πυροδοτεί τις ηθικές συγκρούσεις. Kλειστοφοβικό δράμα, διορατικά σκηνοθετημένο από τον Σίντνευ Λιούμετ ως προς τις συνθήκες κλειστοφοβίας, με δώδεκα ερμηνείες απίστευτου νεύρου και με τους ανεμιστήρες να μη βοηθάνε καθόλου.

Body Heat (1981)

81tMvw_4.jpg

Εν μέσω αφόρητου καύσωνα, θα δημιουργηθεί ένας παράνομος δεσμός ανάμεσα σε μια παντρεμένη femme fatale και σε έναν σχετικά αφελή δικηγόρο. Η Kathleen Turner θα υποδυθεί μια απίστευτα ερωτική και επικίνδυνη γυναίκα που θα παρασύρει την δικηγόρο (William Hurt) στο έγκλημα πάθους. Ένα από τα πιο καυτά και «ιδρωμένα» film noir που έγιναν ποτέ και μαζί μια ταινία ορόσημο για τον στυλιζαρισμένο ερωτισμό της δεκαετίας του 1980.

Do The Right Thing (1989)

81tMvw_5.jpg

«I have today’s forecast: HOT!» ήταν τα λόγια του DJ Love Daddy (τον υποδύονταν ο Samuel Jackson) στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας – βόμβα μολότωφ, που σκηνοθέτησε ο Spike Lee. O υπερβολικός καύσωνας εντείνει τις συγκρούσεις στο γκέτο και πυροδοτεί την φυλετική βία. Ποτέ άλλωτε η διεύθυνση φωτογραφίας δεν κατέγραψε τόσο ζωντανά την άβολη αίσθηση της αφόρητης ζέστης μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η κάψα, οι Public Enemy, η θορυβώδης γειτονιά, η πιτσαρία των Ιταλοαμερικάνων, οι αντικρουόμενες διδαχές του Malcom X και του Martin Luther King και το ρατσιστικό πάθος, βρίσκονται σε θερμοκρασία βρασμού, πράγμα που θα οδηγήσει στη σοκαριστική κορύφωση του φινάλε.

Falling Down (1993)

81tMvw_6.png

Οι απόψεις ακόμα διίστανται σχετικά με το εάν ο ήρωας που υποδύεται ο Michael Douglas στο απίθανο δραματάκι αστικής παράνοιας του Joel Schumacher, είναι παρανοϊκός ή ανθρώπινο θύμα μιας «κακής στιγμής». Πάντως, το Falling Downκατηγορήθηκε ως ταινία-πρότυπο σύγχρονου μικροαστικού φασισμού. Ένα ακραίο μποτιλιάρισμα εν μέσω αφόρητης ζέστης και ένα χαλασμένο air condition είναι η αφορμή για να σαλτάρει ο ήρωας και να ξεκινήσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, προς κάθε εκνευριστικό άνθρωπο και κάθε κανόνα που μπορεί να σου καταστρέψει τη μέρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκηνή έκρηξης θυμού στα McDonald’s είναι σχεδόν κλασική.

Οι Απέναντι (1981)

81tMvw_7.jpg

Η πόλη σιγοβράζει τα βράδια του Αυγούστου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων γεφυρώνουν τα ανομολόγητα πάθη. Ο νεαρός ήρωας της ταινίας είναι γνωστός σαν το «Φάντασμα». Ένας απόμακρος παρατηρητής σε μια σκληρή πόλη από αφιλόξενους αυτοκινητόδρομους, φλιπεράδικα, πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές. Κλεισμένος στο δωμάτιο του, παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του την άγνωστη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Ο Γιώργος Πανουσόπουλος κινηματογραφεί με υπέροχο στυλ και διακριτικότητα, την ερωτική ενηλικίωση ενός ήρωα που θέλει να δει τη «γυμνή αλήθεια» της ζωής και να έρθει σε επαφή με κάτι «πραγματικό». Την περιπέτεια δηλαδή που δεν έζησε ποτέ και τις αόρατες στιγμές που παίρνει μαζί του κάθε πρωί το φως του ήλιου στον ουρανό της Αττικής.

Barton Fink (1991)

81tMvw_8.jpg

Για κάθε σοβαρό καλλιτέχνη, το «συγγραφικό μπλοκ» είναι η κόλαση. Τίποτα δεν σε προϊδεάζει όμως για την υπαρξιακή κόλαση στην οποία βουτάει ο διανοούμενος σεναριογράφος με το όνομα Barton Fink, σε ένα δωμάτιο ενός ξεχασμένου απ’ το Θεό ξενοδοχείο στο Χόλυγουντ, με τις ταπετσαρίες στον τοίχο να ξεκολλάνε απ’ τη ζέστη. Το σενάριο μιας φτηνοταινίας με θέμα έναν παλαιστή θα μετατραπεί σε υπαρξιακή Νέμεσις για τον αγαθό συγγραφέα (John Turturro) με τον αινιγματικό γείτονα (John Goodman) να ανοίγει τις πύλες της κολάσεως στο δρόμο προς τη «φλεγόμενη» λύτρωση του δημιουργικού μυαλού. Κάπου ανάμεσα στη “Λάμψη”, τον “Ένοικο” και το “Eraserhead”, το αριστούργημα των αδελφών Coen κλείνει θριαμβευτικά το μάτι με την αινιγματική ατάκα «I’ll show you the life of the mind».

Το Σπιρτόκουτο (2002)

81tMvw_9.jpg

Ένα ασφυκτικό διαμέρισμα που βράζει απ΄ το λιοπύρι θα χωρέσει όλη τη μικροαστίλα και την ενδοοικογενειακή λεκτική βία. Ο πάτερ φαμίλιας, η νοικοκυρά και τα τέκνα τους, θα βρεθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο με τα λεκτικά πυρά να εκτοξεύονται ακατάπαυστα. Ένας ποταμός από χυδαίες βρισιές και ασχήμιες μέσα στους τέσσερις τοίχους, συνθέτουν το πολυσυζητημένο ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη, ο οποίος σκηνοθετεί με γνήσιο μισανθρωπισμό και μπόλικη οργή τους ήρωές του να σβήνουν κάτω από σκληρές συνθήκες ζέστης.

The Day the Earth Caught Fire (1961)

81tMvw_10.jpg

Αντιπροσωπευτικό δείγμα ψυχροπολεμικής φαντασίωσης και ψυχαγωγικού θρίλερ αγωνίας μαζί, το “The Day the Earth Caught Fire” κουβαλάει ένα απλοϊκό αλλά διαχρονικό μήνυμα για την καταστροφική ανθρώπινη φύση που προκαλεί τη θεία δίκη. Δυο ταυτόχρονες πυρηνικές δοκιμές από Ρωσία και Αμερική, προκαλούν ανεξίτηλη ζημιά στην περιστροφή τη Γης, με ολέθριο αποτέλεσμα στις κλιματικές συνθήκες. Τίμιο θρίλερ στην παράδοση του “The Day the Earth Stood Still” με την κατάσταση συναγερμού της ακραίας ζέστης να αξιοποιείται κινηματογραφικά, παρά την χαμηλού κόστους παραγωγή.

Dog Day Afternoon (1975)

81tMvw_11.jpg

Ίσως το κορυφαίο heist movie του σύγχρονου Αμερικάνικου κινηματογράφου. Ταινία-ωρολογιακή βόμβα με τον Al Pacino σε σπάνια υποκριτική κορύφωση. Το σχέδιο δεν πάει καλά και οι τρεις ληστές εγκλωβίζονται μέσα στην τράπεζα κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους. Η ζέστη δημιουργεί πανικό και επηρρεάζει και τους περαστικούς που ανταποκρίνονται στην ιαχή “Attica!, Attica!”. Ένα κοινωνικό μανιφέστο με φινάλε-σοκ που σήμερα δεν υπήρχε περίπτωση να χρηματοδοτήσει μεγάλο στούντιο.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #132

 

Perfume Genius

No Shape

«Είμαι εδώ. Πόσο παράξενο…»

Με αυτά τα τρυφερά λόγια προς τον “Alan” κλείνει τον νέο του δίσκο ο Perfume Genius. Λίγο νωρίτερα του έχει πει: «Έχεις προσέξει ότι κοιμόμαστε τις νύχτες; Όλα είναι καλά».

Τα στοιχεία και τα υλικά με τα οποία μπορεί να ζήσει κανείς χαρούμενος, τελικά είναι πολύ απλά. Ακούγοντας στη σειρά τους δίσκους του Mike Hadreas, είναι σαν να παρακολουθείς την επούλωση των πληγών του, σε αληθινό χρόνο: από τη lo-fi εσωστρέφεια του Learning (2010) και την ωμή εξομολόγηση του Put Your Back N 2 (2012), μέχρι το λυτρωτικό, δημιουργικό ξέσπασμα του Too Bright (2014). Κάθε δίσκος του είναι μια μελαγχολική γιορτή για τσακισμένα αισθήματα και πνιγμένους πόθους.

Στην 4η δημιουργία του, ο Perfume Genius δικαιώνει το όνομα του αρώματός του και μας χαρίζει (περί δώρου πρόκειται άλλωστε) ένα πολυπρισματικόάλμπουμ, το οποίο αποτελείται από τραγούδια δύσπεπτης art pop. Τραγούδια δηλαδή λουσμένα στην αστερόσκονη, μα και στο χώμα. Με τους μώλωπες του κορμιού σε ανοιχτή θέα και με μια ορατή μελαγχολία στην καρδιά, το No Shape καταφέρνει πολλά περισσότερα από μια προσωπική αυτοθεραπεία: μπορεί να ρουφάει τους δικούς μας πόνους και τα κρίματα, και ύστερα τα εξαϋλώνει σε έναν δικό του κόσμο.

Στο πονεμένο θυμικό των δημιουργιών του ο Perfume Genius μας δίνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Ο δίσκος διαθέτει στρογγυλές γραμμές και τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ανατρεπτική υπεροχή, με μια παραγωγή που αξιοποιεί θαυμάσια τόσο τα synths, όσο και τα έγχορδα. Όμως σε κάθε βήμα του δίσκου, διακυβεύονται σοβαρές ψυχικές μεταπτώσεις. Το μουσικό δάπεδο αποτελείται τη μία από κρύο τσιμέντο και την άλλη από ροζ βελούδο. Το αίμα διαδέχεται τα υγρά σώματος. Τη συναισθηματική τρυφερότητα διαδέχεται η σωματική βία. Οι queer ονειρώξεις και τα πνιγηρά αδιέξοδα καιροφυλακτούν στους στίχους, με τον Hadreas να πασχίζει να αναδυθεί από τους glam λαβύρινθους που έφτιαξε ο ίδιος για να χαθεί μέσα τους.

Το No Shape ακούγεται λοιπόν με την ίδια άνεση με την οποία θα απολάμβανες τη γλυκιά ερμηνεία μιας μούσας μαζί με τον πολυπρόσωπο θίασό της. Ειδικά στο “Run Me Through”, όπου η μεγαλοπρέπεια και ο αφηγηματικός πλούτος αποκτούν αξία ανεκτίμητη, σε μια εποχή που η pop προσπαθεί να υποβιβάσει τα πάντα στην οθόνη του smartphone.

Ο 35χρονος μουσικός παραμένει έτσι ένας darling της καλαισθησίας, ο οποίος μάχεται τους δαίμονες που ταλανίζουν το μυαλό του ενώ αυνανίζεται μπροστά στο πόστερ του Ziggy. Οι επιρροές του είναι άλλωστε πολλές και διάσπαρτες και ανεβάζουν τον πήχη της ψυχαγωγικής αξίας: στο “Just Like Love” αναπολεί την Kate Bush, στο “Go Ahead” θυμάται τον Prince, ενώ στο “Wreath” τιμάει τους Talk Talk. Και, παρότι δεν είναι ερμηνευτής ολκής, παράγει σεισμικό μέταλλο σε κάθε φθόγγο, καταφέρνοντας να βρεθεί σε κοντινή, γήινη επαφή με τον ακροατή. Ακούστε το κρεσέντο στο “Slip Away”, την ανάπτυξη του “Sides”, τα έγχορδα του ονειρικού “Every Night”, το R’n’B στυλιζάρισμα του “Die 4 You” ή τη σινεμασκόπ πανδαισία του “Choir”, η οποία σε στέλνει κατευθείαν σε ξεχασμένα όνειρα καστροφαντασίας.

Η κλασική αρμονία, οι ασχήμιες του παρελθόντος, οι βεβαιότητες που μας πρόδωσαν, η παραβιασμένη ηθική, μαζί με όλα όσα ανακλαδίζουν την ψυχή μας, «είναι εδώ». Στο ακέραιο και χωρίς σχήμα. Χάρη σε ένα μουσικό ταλέντο που βρίσκεται στην πλήρη ωριμότητά του και, αντί να περιφέρει το δράμα του, προτιμά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να τον αγαπήσει ξανά. Πόσο παράξενο…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Πέντε ταινίες για το τέλος του κόσμου

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία με τη συνοδεία pop corn να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα του «τέλους του κόσμου». Όμως, όλα όσα δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό «σκηνοθετών» όπως οι Ρόναλντ Έμεριχ, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Μάικλ Μπέι, βρίσκονται στον πυρήνα των 5 παρακάτω ταινιών εσχατολογικού προβληματισμού, που χειρίζονται το ζήτημα του «τέλους του κόσμου» με παράδοξο τρόπο. Σε αυτές τις ταινίες, το τέλος των ημερών δεν συνδέεται με καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Είναι ταινίες που δεν μιλούν για τον τρόμο απέναντι στις καταστροφές, αλλά θέτουν ως μεγαλύτερο ανθρώπινο φόβο την απώλεια του ελέγχου της μοίρας…

Melancholia (2011)

82smvw_2.jpg

Η κατάθλιψη και η οργή σε σχέση με την τιμωρία και την κάθαρση αντανακλούνται ποικιλότροπα στο πλούσιο έργο του πιο διάσημου προβοκάτορα του ευρωπαϊκού σινεμά. Όμως στο Melancholia, ο von Trier καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ένα επίπονο διανοητικό παζλ-μονόδρομο για το συμφιλιωτικό φινάλε μιας αυτοεξορισμένης από την πληροφορία και την τεχνολογία μπουρζουαζίας με τη λύτρωση από τον αδιόρατο ψυχικό πόνο της. Ο φακός του Δανού διχάζεται ανάμεσα στην ηδονή του να τιμωρεί βάναυσα τις γυναικείες φιγούρες στο έργο του (ψυχαναλυτική επέκταση της προσωπικότητάς του) και στην ταύτισή του με την απόγνωση που νιώθουν. Μετά το στοχασμό στα Dogville και Mandelray, τις ψυχαναλυτικές φανφάρες του Antichrist, τον ιδεολογικό εξπρεσιονισμό του Europa και τον συναισθηματικό εκβιασμό του Dancer In The Dark, είναι ανέλπιστη η διακριτικότητα του Melancholia. Ο von Trier παρατηρεί το μικρό γενεαλογικό ψηφιδωτό χαρακτήρων που σκαρφίστηκε, σε μια ζεστή τελετή γάμου όπου η ετοιμόρροπη ισορροπία της νύφης καταρρέει αργά και επίπονα. Η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση των ηρώων. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί ο άγνωστος αστέρας, μετράει αντιστρόφως ανάλογα με την εξυγίανση (ή τη συμφιλίωση) της νύφης με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μελαγχολικοί, κυνικοί και αποξενωμένοι αλλά στην καρδιά της «ρήξης» υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: η μελαγχολία είναι η αντανάκλαση μιας παθολογικά άρρωστης κοινωνίας. Η νόσος του μυαλού θα μετουσιωθεί σε ένα κακοποιό πεπρωμένο.

The Last Wave (1977)

82smvw_3.jpg

Αυτό που έκανε ξεχωριστό σκηνοθέτη τον Πίτερ Γουίαρ, ήταν η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ασυνήθιστες συνθήκες και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Σε αυτή την παράξενη ταινία των τελών της δεκαετίας του 1970, ο Γουίαρ υπέγραψε την πιο αθόρυβη ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου χωρίς ίχνος των συμβάσεων της επιστημονικής φαντασίας που ήταν στο απόγειό της τότε. Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλειν υποδύεται έναν οικογενειάρχη που θα κληθεί να βρει την άκρη του νήματος ενός αρχέγονου μυστικού μέσα από μια άνιση εμπλοκή με το άγνωστο. Η μοντέρνα καθημερινότητα θα συγκρουστεί με αρχαία πνεύματα που κατέχουν τα μελλούμενα, με κοσμικές προφητείες και με αρχαίους αντίλαλους από τις φυλές των ιθαγενών και των μυστήριων δοξασιών των μάγων τους. Όπως πάντα στις ταινίες του Γουίαρ, τα στοιχεία της φύσης θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ειδικότερα το νερό με τη μορφή καταιγίδας, πλημμύρας και καταστροφικού τσουνάμι. Τα κοσμογονικά οράματα προειδοποιούσαν για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός κύκλου ζωής. Πάντοτε οι αλλόκοτες παραβολές του Γουίαρ, εξελίσσονται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει και τον τρόπο του να αποκαλύπτει όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων. Η φιλοσοφία του αόρατου φόβου δεν διεκδικεί την άμεση προσοχή του θεατή αλλά τελικά καταφέρνει και τον περικυκλώνει, η αντίδραση μοιάζει με το δέος στα μάτια του πρωταγωνιστή στην τελευταία σκηνή που εξατμίζονται όλες οι προκαταλήψεις και οι αμφιβολίες όταν αντικρίζει το καταστροφικό παλιρροιακό κύμα να έρχεται.

Last Night (1998)

82smvw_4.jpg

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι από τον Καναδά το έχουν δει ελάχιστοι, αλλά πρόκειται για ένα άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών. Στην ταινία του Ντον Μακ Κέλαρ, ο κόσμος γνωρίζει από καιρό ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί τα μεσάνυχτα και ο καθένας έχει λίγες ώρες για να ξοδέψει με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Δεν υπάρχει κατάσταση συναγερμού γιατί το αναπόφεκτο έχει γίνει γνωστό από καιρό. Ο Καναδός σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Παρατηρεί λίγους χαρακτήρες και μελετά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τελευταία τους μέρα πάνω στη Γη. Μια πικρή ελεγειακή ταινία με ολοκληρωμένη δομή τραγωδίας, αλλά με σπάνια τρυφερότητα που φέρνει δάκρυα. Με την σπονδυλωτή αφηγηματική όψη ιστοριών που διασταυρώνονται με ήρωες που σύρονται υποχρεωτικά στο κατώφλι ενός είδους Αποκάλυψης, είτε παθαίνοντας ανοσία στην καταστροφολογία, είτε γιορτάζοντας, είτε διαπράττοντας βανδαλισμούς είτε πραγματοποιώντας σεξουαλικές φαντασιώσεις, είτε απλά ψάχνοντας να αγαπηθούν την ύστατη ώρα. Το κερδισμένο στοίχημα είναι οτι το κρεσέντο εκπλήρωσης αναγκών κλέβει τη παράσταση από το βαρυσήμαντο φινάλε κάθε ζωντανής ύπαρξης. Ο Μακ Κέλαρ χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, η προοπτική του ανοίγει διακριτικά, προσπερνάει τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και αποξένωσης και αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων που έμειναν αθέατες και ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής.

Take Shelter (2012)

82smvw_5.jpg

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Until The End Of The World (1989)

82smvw_6.jpg

Τοποθετημένο χρονικά στο μακρινό έτος του 1999, το φιλμ του Βιμ Βέντερς έχει το επίκεντρο της ιστορίας μια γυναίκα που μετά από ένα ατύχημα, θέλει να μεταβεί στο Παρίσι για να μεταφέρει εκεί τα χρήματα μιας ληστείας. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει τη βοήθεια ενός κυνηγημένου από την CIA, ο οποίος διαθέτει μια συσκευή που ανιχνεύει τα όνειρα και τις σκέψεις του μυαλού. το οποίο θα ανακαλυφθεί από τον ήρωα μέσα από μη γραμμικά μονοπάτια. Το τέλος του κόσμου θα συνδεθεί άμεσα με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου αλλά και με ζητήματα ηθικής και τεχνολογίας. Η αδυναμία του ανθρώπου να νοιώσει και να επικοινωνήσει, θα τιμωρηθεί κάτω από το βάρος μιας αόρατης αναγκαιότητας με τη μορφή πυρηνικής απειλής. Η βασική νοηματική παράμετρος της ταινίας είναι πως οι αναλύσεις και οι υπολογισμοί της συντέλειας δεν ανήκουν στους αστρονόμους αλλά στους ψυχαναλυτές. Ο Βέντερς βλέπει με συγκρατημένη περιφρόνηση τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια σειρά αντιδράσεων και πρακτικών που ορίζουν το πλαίσιο της μοναξιάς τους. Μπορεί τον Γερμανό σκηνοθέτη κατά καιρούς να τον έχουμε αγαπήσει, να τον έχουμε αποκηρύξει, να τον έχουμε αποθεώσει και ενίοτε να τον έχουμε βαρεθεί, αλλά η ματιά του παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Την ταινία κοσμούσε ένα υπέροχα πληθωρικό soundtrack με τραγούδια του Nick Cave, των U2, των R.E.M. και των Talking Heads, του Lou Reed και του Elvis Costello μεταξύ πολλών άλλων.

Aπό το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #131

Gorillaz

Humanz

Μετά το hangover της ποδοσφαιροποιημένης britpop αντιπαλότητας μεταξύ Oasis και Blur, ο Damon Albarn είχε ανάγκη να αποδράσει με όχημα μια αόρατη μπάντα, στην οποία έδωσε ψηφιακή εικόνα και πνοή ο Jamie Hewlett. Οι Gorillaz έγιναν έτσι ένα ακόμη μουσικό προσωπείο για τον Albarn, ο οποίος το αξιοποίησε στο έπακρο με σκοπό να τεντώσει τις ηλεκτρονικές του εμμονές και να γυμνάσει το soul ένστικτό του, επεκτείνοντας παράλληλα την pop εκλεκτικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Από το 2ο κιόλας άλμπουμ (Demon Days, 2005), μάλιστα, το virtual σχήμα αγκάλιασε περήφανα το mainstream. Στη συνέχεια, το Plastic Beach (2010) ήταν μια διαδραστική εμπειρία ιδιωτικών ακροάσεων, η οποία συνδύαζε φιλόδοξες αναζητήσεις σε widescreen καμβά, ενώ το The Fall (2011) συνέχισε τη multimedia εμπειρία με video που λύσσαγαν να γίνουν meme και με τραγούδια που προτιμούσαν να ντύνουν installations.

Μια επταετία αργότερα, με τις σχέσεις μεταξύ των «εγκεφάλων» Albarn & Hewlett να έχουν και πάλι εξομαλυνθεί, οι Gorillaz επιστρέφουν με το Humanz. Μετά από ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ και ένα θριαμβευτικό reunion με τους Blur, ο Albarn βάλθηκε να ηχογραφήσει έναν περιπετειώδη δίσκο, ετοιμάζοντας στο μεταξύ –στο μυαλό του– και την επιστροφή των The Good The Bad And The Queen (του χρόνου). Ως εκ τούτου, είναι λογικό το Humanz να τον βρίσκει με άδειο ντεπόζιτο και είναι επόμενο ότι δεν διαθέτει τη φρεσκάδα να εξερευνήσει τη μεταμοντέρνα nu-soul της φουτουριστικής εποχής που φαντασιώνεται. Ο Albarn βρίσκεται εδώ σε δημιουργικό ντελίριο, ακολουθώντας τον καλπάζοντα οίστρο του από το ένα side project στο άλλο, αντί να πέφτει βουλιμικά στο «soul searching» που τόσο ένδοξα τον έχει τοποθετήσει στο βάθρο του ευφυέστερου εκπροσώπου της σνομπ, κωλοπαιδίστικης νεολαίας που γέννησε την έκρηξη της βρετανικής pop.

Στο σύνολό του, το άλμπουμ διακατέχεται από ένα άγχος να ακουστεί μοντέρνο: πασχίζει να πείσει για την πρωτοπορία του στην έκφραση και για το πόσο εύγευστα είναι τα πολύχρωμα κοκτέιλ ήχων τα οποία σερβίρει. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν ακριβό mixtape, πηγμένο στις «φιλικές συμμετοχές», με την κανονική εκδοχή να περιέχει 20 τραγούδια (η special edition έχει άλλα 6, που καλά έκαναν και δεν χώρεσαν στην κανονική διάρκεια).

Οι Gorillaz του Humanz δεν είναι πια οι προβοκάτορες της pop κουλτούρας· δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ένα βολεμένο groove. Δεν μας δείχνουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, αλλά μοιάζουν με nerds που έφαγαν κόλλημα με τα smartphone apps και τα 360ο video. Η άβολη αίσθηση των επίπεδων τραγουδιών, τα χαοτικά ιντερλούδια και η θάλασσα από συνεργασίες, υπονομεύει κάθε σκόρπια έμπνευση εδώ κι εκεί. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες που περνάνε από τον δίσκο δεν θα έβρισκαν ποτέ τον δρόμο τους στο σαλόνι του λευκού, μεσοαστικού ακροατηρίου –εκείνου που θέλει να παραμείνει hip και μετά τα 40 και στα πάρτυ γάμου (ή στα reunions) ξεδίνει με το “Song 2” των Blur. Όμως η ευεργετική του σημασία σταματάει κάπου εκεί, καθώς το αποτέλεσμα θυμίζει τις μινιμαλιστικές απόπειρες του Prince στη δεκαετία του 1980, με πολλά καρυκεύματα από τη χορευτική σκηνή του Detroit να καλύπτουν την άνοστη γεύση και τη μελαγχολική pop του Albarn να χρησιμοποιείται σαν ασπίδα γνησιότητας απέναντι στη συνολική μπαναλαρία των synths.

Πραγματικά, το “Let Me Out” με το ραπάρισμα του Pusha T και τις παρεμβολές της Mavis Staples είναι φτιαγμένο για να ακούγεται σε καγκουρομάγαζα με ολόλευκο εσωτερικό και black light με λέιζερ να δημιουργεί εφέ για χορό –η δε εστέτ παρουσία της Grace Jones πνίγεται στην αποπροσανατολισμένη παραγωγή του “Charger”. Ο δίσκος σώζεται εν τέλει με τραγούδια όπως το “Andromeda” και το “Momentz”, με τους De La Soul να δείχνουν την υψηλή τους κλάση. Προσωπικά, πάντως, πάτησα το repeat μόνο στο “Sex Murder Party”, όπου ο Jamie Principle και ο Zebra Katz ρυθμίζονται άριστα. Άκρως απολαυτικό είναι όμως και το “Hallelujah Money”, με την παραμορφωμένη crooner πόζα του Benjamin Clementine.

Θα επιστρέψουν κάποια στιγμή οι Gorillaz, να είστε σίγουροι. Αλλά ελπίζω να το κάνουν με μεγαλύτερη χάρη και με λιγότερο αποστασιοποιημένη πόζα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η θαυμαστή καριέρα του κυρίου Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Με μια λιτή ανακοίνωση, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έκανε σαφές ότι θα αποχωρήσει από την ενεργό δράση, μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηθοποιός έχει κάνει ανάλογη δήλωση, καθώς πάντα μας έδινε να καταλάβουμε ότι δεν τον αφορά καθόλου η κινηματογραφική ζωή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οσκαρούχος σταρ εγκατέλειψε την κινηματογραφία και ασχολήθηκε για χρόνια με την …ξυλουργική και την υποδηματοποιία, όμως αυτή τη φορά η απόφαση φαίνεται τελεσίδικη. Σε ηλικία 60 ετών, πλέον, ο Ντέι Λιούις έχει δικαιώσει τον ρόλο του ερημίτη. Έχοντας διανύσει μια αξιοζήλευτη καριέρα 35 ετών, είναι εντυπωσιακό να αναλογιστούμε ότι ο Βρετανός ηθοποιός έχει κάνει μόλις 20 κινηματογραφικούς ρόλους. Η εκλεκτικότητά του τον αντάμειψε με 3 βραβεία Όσκαρ ανδρικού ρόλου, σε 5 συνολικά υποψηφιότητες -ένα πραγματικά σπουδαίο ρεκόρ.

82wwMv_1.jpg

Μετά από σκόρπιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και μερικά κινηματογραφικά περάσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι θεατές είδαν για πρώτη φορά το άστρο του να λάμπει το 1985, όταν ερμήνευσε έναν αφελή υπερόπτη στο “Δωμάτιο Με Θέα” του Τζέιμς Άιβορι και έναν σκληροτράχηλο gay στη θατσερική Αγγλία, στο επαναστατικό “Ωραίο Μου Πλυντήριο” του Στίβεν Φρίαρς. Ο διάσημος κριτικός Roger Ebert είχε γράψει εκείνη τη χρονιά: «βλέποντας αυτές τις δυο ερμηνείες δίπλα-δίπλα, είναι σαν να επιβεβαιώνεται το θαύμα της υποκριτικής. Το γεγονός πως ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να παίξει αυτούς τους δυο ανθρώπους, είναι μαγικό».

82wwMv_2.jpg

Έχοντας ξεχωρίσει από μια φουρνιά σπουδαίων Άγγλων ηθοποιών, όπως ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τιμ Ροθ, ο Ντέι Λιούις έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εξοντωτικές προετοιμασίες για κάθε ρόλο, στο πνεύμα των μεγάλων ηθοποιών της «Μεθόδου», από την πρώτη εποχή που ηγείτο ο Μάρλον Μπράντο μέχρι τη δεύτερη γενιά της δεκαετίας του 1970, με κορυφαίο εκφραστή τον Ντε Νίρο. Ο Ντέι Λιούις επέμενε π.χ. να μάθει τσεχοσλοβάκικα για την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” (1989) και να ζήσει στο δάσος μόνος του, για τον χαρακτήρα του στον “Τελευταίο Των Μοϊκανών” (1992) του Μάικλ Μαν. Η πρώτη καταξίωση ήρθε το 1989 με το δίκαιο Όσκαρ για την ταινία “To Αριστερό Μου Πόδι”, στην οποία υποδυόταν τον Κρίστι Μπράουν, έναν καλλιτέχνη που υπέφερε από εγκεφαλική παράλυση. Να σημειωθεί εδώ πως την εποχή που ο Ντέι Λιούις ερμήνευε τον ήρωα με αναπηρία, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει ακόμα μανιέρα ως συντομότερος δρόμος προς τα βραβεία από τους σύγχρονους ηθοποιούς του Χόλυγουντ. Όπως ακριβώς και η επιλογή του Ντε Νίρο να πάρει 30 κιλά για το “Οργισμένο Είδωλο” είχε έρθει πολύ πριν τα συχνά «φουσκώματα» των μεταγενέστερων, που λιμπίζονταν βραβεία και αναγνώριση.

Η μεγαλύτερη ικανότητα του Ντέι Λιούις ήταν να υποδύεται καταραμένους χαρακτήρες που ταλανίζονται από αβάσταχτα πάθη έχοντας την επίγνωση πως η καθαρτήρια λύση θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μετά από αυτούς. Το πάθος του ηθοποιού έλαμψε σε δύο καθοριστικές ταινίες για την καριέρα του. Αρχικά αξίζει να θυμηθούμε τη διάσταση της πνευματικότητας την οποία έδωσε στη ρωμαλέα ορμή του ήρωά του στον “Τελευταίο Των Μοικανών” (1992), καθώς στάθηκε καταλυτική για το (συνήθως) macho σύμπαν των αρσενικών ρόλων του Μάικλ Μαν. Όμως η πιο λεπτοδουλεμένη και σύνθετη ερμηνεία του ήρθε στα “Χρόνια της Αθωότητας” του Μάρτιν Σκορσέζε. Εκεί ήταν όπου ξεδίπλωσε την τεχνική του, στον ρόλο ενός ανθρώπου που διχάζεται ανάμεσα στους μύχιους πόθους του και στις ταξικές απαιτήσεις που καλείται να εκτελέσει.

82wwMv_3.jpg

Το μελαγχολικό ρομάντζο του Σκορσέζε παραμένει η καλύτερη ταινία «εποχής» της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα “Απομεινάρια Μιας Ημέρας” της ίδιας χρονιάς, σε ακηνοθεσία του Τζέιμς Άιβορι -ο οποίος και είχε λανσάρει την καριέρα του Ντέι Λιούις. To 1993 o ηθοποιός μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά για τον ρόλο του στο λαϊκό ιρλανδικό ψυχόδραμα “Εις το Όνομα του Πατρός”. Μια βίαιη και ενοχική σχέση πατέρα-γιου στην καρδιά των οδομαχιών στο Δουβλίνο και του πολιτικοποιημένου αιματοκυλίσματος του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν για τον Ντέι Λιούις, αποδείχθηκαν αποτυχίες και η σχέση του με το σινεμά κλονίστηκε έτσι σοβαρά. Από τη μία δεν έγινε δεκτό με θετικά σχόλια το δράμα εποχής “Crucible” με θέμα το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα και από την άλλη το “The Boxer” του Σέρινταν ήταν μία απο τις πιο αδιάφορες προσθήκες στο δοξασμένο σινεμά των βιοπαλαιστών μποξέρ. Το τελικό αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, δεν φάνηκε αντάξιο της εντατικής προετοιμασίας και της αφοσίωσης του ηθοποιού.

82wwMv_4.jpg

Αν η δεκαετία του 1980 ήταν το breakthrough και η δεκαετία του 1990 ήταν το φλερτ με το Χόλυγουντ, τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ήταν αυτά της μεγαλομανίας, αποτελούμενα από 4 εμβληματικούς και «μεγαλύτερους απ’τη ζωή» χαρακτήρες. Πρώτος στη σειρά ο Bill “The Butcher” του χειροποίητου passion project του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο Gangs of New York (2002). Ο Ντέι Λιούις πήρε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον Ντε Νίρο και ερμήνευσε τον αυταρχικό εθνικιστή που εξουσιάζει τη Νέα Υόρκη με πάθος που ξεπηδούσε από την οθόνη. Πέντε χρόνια μετά, ερμήνευσε τον Ντάνιελ Πλέινβιου, στο «κιουμπρικικής» σύλληψης έπος του Πωλ Τόμας Άντερσον “Θα Χυθεί Αίμα” (There Will Be Blood). Στο πρόσωπο του ήρωα εκφράστηκε η γέννηση του καπιταλιστικού πνεύματος και ο θρησκευτικός πόλεμος, στοιχεία που αμφότερα χάραξαν τον ψυχισμό της Αμερικής. Οι υπερτονισμένες εικόνες του Άντερσον και η μανιασμένη υπερβολή του Ντέι Λιούις, μας χάρισαν μια υπέροχη ταινία, η οποί χαιρετίζεται ως μία από τις 10 καλύτερες του αιώνα που ζούμε. Ακολούθησε ο ονειρικός στοχασμός του Nine (2009), που δοκίμασε έναν φόρο τιμής στο φελινικό “8 ½” μέσα από μια συρραφή διαφορετικών σεκάνς και μετά ήρθε η προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν το 2012, δια χειρός Στήβεν Σπίλμπεργκ. Μια προσεγμένη και άρτια προσέγγιση ενός οξύνοου και δίκαιου ανθρώπου, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας.

82wwMv_5.jpg

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η 8η ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον με τίτλο “Phantom Thread”, η οποία προορίζεται για τα Χριστούγεννα του 2017. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως σχετίζεται κάπως με τον κόσμο της μόδας στη δεκαετία του 1950. Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης, πάντως, δεν έχει κάνει ποτέ στραβοπάτημα. Περιμένουμε λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την τελευταία ερμηνεία ενός μεγάλου ηθοποιού, του οποίου οι επιλογές (όπως και οι μη-επιλογές), αλλά και το έργο του, θα μείνουν για πάντα στην κινηματογραφική ιστορία.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Sid & Nancy

83fSid_1.jpg

H καρμική και αυτοκαταστροφική σχέση του Σιντ Βίσιους με τη Νάνσι Σπάντζεν, ανήκει στις σπουδαιότερες ιστορίες που γέννησε η rock ‘nroll μυθολογία. Ο σκηνοθέτης Alex Cox κατέγραψε με τον φακό του την καταραμένη ιστορία του μπασίστα των Sex Pistols και της κοπέλας του, ακριβώς την εποχή που η «επικίνδυνη» ιδέα του punk έπαιρνε σάρκα και οστά. Το punk ήταν το σπουδαιότερο σύγχρονο μουσικό κίνημα, όχι για τη μουσική του αξία, αλλά γιατί απλά «συνέβη».  Η μουσική ιστορία χωρίζεται σε προ-Punk και σε μετά-Punk και ένας από τους σπουδαιότερους λόγους γι’ αυτό ήταν το δημιούργημα του Μάλκομ Μακ Λάρεν, oι Sex Pistols – που έγιναν ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων στην Αγγλία το 1977.

Το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Σιντ, της Νάνσι και της ηρωίνης, κατέστρεψε τους αντικοινωνικούς ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων στις πιο ζόρικες χρονικές συντεταγμένες για την ιστορία του rock. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν το punk σνίφαρε τις στάχτες του progressive, κατούρησε στον τάφο του δεινοσαυρικού ροκ και έφτυσε μια ροχάλα στη μούρη της disco. Ο Cox δεν θα μπορούσε να κάνει μια στρωτή αγιογραφία για την χαμένη νιότη – από αυτές που αγαπούν τα BAFTA- ούτε ένα ατίθασο rockumentary για το BBC4, με όλη την τυπολατρία που τα συνοδεύει. Λίγα χρόνια μετά το έξοχο “Repo Man”, ο σκηνοθέτης τόλμησε να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο τον punk νιχιλισμό στα πεζοδρόμια του Λονδίνου και τιμώρησε τους δυο ήρωές του, δείχνοντάς τους να σέρνονται σαν κουρέλια μετά από τις αυτοκαταστροφικές βουτιές στα ναρκωτικά.

83fSid_2.jpg

Συνήθως, στα μουσικά biopics, η φόρμουλα είναι ίδια: μεγάλοι βίοι και συμπυκνωμένο συναίσθημα, με πισωγυρίσματα στο χρόνο. Όμως το Sid & Nancy μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας που αναφέρεται. Ο νεαρός και οργισμένος Γκάρι Όλντμαν, στην πρώτη του σπουδαία ερμηνεία κάνει ένα αδιανόητο tour de force στο ρόλο του Σιντ. Με ένα πάθος που θυμίζει Ντε Νίρο στη δεκαετία του 70, ξεδιπλώνει τη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του, οι οποίες ταράζουν τη μονόχνωτη φύση του. Ενός μουσικού που ήταν χαμένος στην punk δυσοσμία και που σταδιακά βούλιαζε στην εγωπάθεια. Επίσης, η Κλόε Γουέμπ σωματοποιεί έξοχα την παρασιτική, ερωτική μανία της Νάνσι, ειδικά μέσα στους τέσσερις τοίχους του Chelsea Hotel.

Το φιλμ προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα, βλέπει πιο βαθειά και προσθέτει παραμέτρους στην προσωπική του αποτίμηση στον μύθο των Pistols. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τα ιστορικά μουσικά γεγονότα πάντα ένα βήμα μπροστά από τα φριχτά βιώματά του Vicious και υπογραμμίζει έξυπνα την «αλητήρεια» τυποποίηση. Η διακριτική (και όμως δεν είναι κουτσομπολίστικη) ματιά του Cox στην κατατονική και βαρετή καθημερινότητα του ζευγαριού με εξάρσεις αλητείας, βανδαλισμού και βίαια live που εν αγνοία τους έγραφαν τη σύγχρονη rock ιστορία, είναι απολαυστική ακόμα και 30 χρόνια μετά.

83fSid_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που εκτός απ’ την εποχή του punk, μας θυμίζει και την εποχή που τα ανεξάρτητα Βρετανικά δράματα δεν έμοιαζαν μόνο με το The Theory of Everything ή με το King’s Speech. Στο τέλος, ο Sid Vicious κακοποιεί το My Way του Sinatra και πυροβολεί εν ψυχρώ το εφησυχασμένο κοινό. Στο νεφελώδες βλέμμα του είναι φανερή η διαπίστωση πως αν και οι εποχές έχουν διαφοροποιηθεί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Τέλος, προσέξτε το cameo της Courtney Love, μερικά χρόνια πριν γράψει το δικό της Kurt & Courtney. Τα παράδοξα της rock μυθολογίας βλέπετε…

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #130

Blondie

Pollinator

Αν έχετε ζήσει αμήχανες στιμές σε σχολικά reunion, διαπιστώνοντας ότι ο έρωτας της νιότης σας –για την οποία χάνατε ύπνο και δάκρυα στα χρόνια της αθωότητας– εξελίχθηκε πολύ άσχημα, τότε ίσως φαντάζεστε πώς ακούγεται το Pollinator, όπως και όλα τα πρόσφατα άλμπουμ των Blondie.

Η αέναη επιστροφή της αρχετυπικής ξανθιάς performer, που ήξερε πάντα πώς να αναβλύζει χυμούς, γίνεται βέβαια κάθε φορά δεκτή με χαμόγελο και με ένα συναίσθημα ελπίδας για νέα, ωραία τραγούδια. Πάνε πια σχεδόν δύο δεκαετίες από την επανένωση των Blondie, ύστερα από μια απαραίτητη 15ετή αποχή, και το Pollinator είναι ο 3ος τους δίσκος στα τελευταία 6 χρόνια –μια υπερπαραγωγικότητα την οποία δεν ζήτησαν ούτε οι πιο αμετανόητοι οπαδοί.

Το Pollinator ακολουθεί το Ghosts Οf Download του 2014 και βρίσκει το θρυλικό γκρουπ σε εξωστρεφή διάθεση συνεργασιών. Οι Blondie δείχνουν δηλαδή εδώ να κεφαλαιοποιούν την ιερή φήμη τους, συνεργαζόμενοι με τα πνευματικά τους τέκνα για να δηλώσουν με το στανιό «παρών» στην επικαιρότητα. Μαζί τους στο στούντιο μπαίνει λοιπόν η Sia, η Charli XCX, ο Nick Valensi των Strokes και ο David Sitek των TV On The Radio.

Η φωνή της Debbie Harry, η οποία έχει περάσει πια τα 70, ακούγεται πραγματικά τόσο καθαρή και απολαυστική, όσο και στα ένδοξα νιάτα της. Χαριεντίζεται όμορφα στο μικρόφωνο, αλλά οι τσαχπινιές της δεν πιάνουν τόπο. Ίσως να φταίει που τραγουδάει δίχως επίγνωση του τόπου και του χρόνου –σαν να μη θέλει να πιστέψει ότι οι εποχές στις οποίες έβαζε φωτιά στη φαντασία μας, πέρασαν. Επιπλέον, παρόλο που η παραγωγή ανήκει στον ικανό John Congleton (ο οποίος έχει επιμεληθεί σειρά κυκλοφοριών), το πλαίσιο διάθεσης των τραγουδιών αποδεικνύεται τόσο απελπιστικά επίπεδο, ώστε η όποια φρεσκάδα ακυρώνεται, καθώς δεν έχει μελωδίες να πατήσει.

Καλύτερη στιγμή είναι ίσως το “Fun”, ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έχει βγει από τα ομορφότερα δείγματα της ηλεκτρονικής pop των 1980s. Απολαυστικό είναι όμως και το “Long Time”, το οποίο στα πρώτα του δευτερόλεπτα φέρνει στιγμιαία στο μυαλό το “Heart Οf Glass” –μαζί και κάμποσα ενστικτώδη χαμόγελα ευδαιμονίας. Η μόνη δε «αληθινή» θα λέγαμε στιγμή του δίσκου είναι το “Fragments”, στο οποίο οι Blondie φέρονται σαν έμπειρο σχήμα και όχι σαν καλλιτεχνικό φαβορί μιας Eurovision. Και σιγά τη συμμετοχή του Johnny Marr…

Στην πραγματικότητα, οι Blondie δεν έχουν κυκλοφορήσει τίποτα σπουδαίο μετά το Autoamerican του 1980· από την άλλη, δεν σου πάει η καρδιά να τους κακολογήσεις. Τους χρωστάμε τόσες ξάγρυπνες νύχτες, στις οποίες φαντασιονώμασταν ότι ήμασταν στις πρώτες σειρές του ασφυκτικά γεμάτου CBGB, βλέποντας τη νεαρή Deborah Ann Harry να λαμποκοπάει βρώμικα, τραγουδώντας μεθυσμένη για τη «γυάλινη καρδιά» της.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment