Album Of The Week #141

The National 

Sleep Well Beast

Είναι απολύτως σάρκινοι οι χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει ο Matt Berninger σε κάθε δίσκο των National. Είναι άνθρωποι σε εφησυχασμό με τους «δαίμονές» τους, ρημάδια που τους κατατρώνε οι ενοχές. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για άνδρες που έχουν φτάσει στα όριά τους, πνίγονται στη στασιμότητα και βλέπουν όλους όσους τους αγαπούν, να απομακρύνονται από κοντά τους. Το συγκρότημα, βέβαια, δεν κάνει τα λάθη των καταραμένων ηρώων που ζουν στους μεθυσμένους στίχους του: οι National δεν θα επιτρέψουν σε κανένα «κτήνος» να τους κρατήσει στάσιμους. Σε πείσμα του, μάλιστα, αποφασίζουν να χτίσουν νέες διόδους επικοινωνίας με τους ακροατές, δίχως όμως να χάσουν τις σταθερές της ταυτότητάς τους.

Τέσσερα χρόνια μετά το σχεδόν αριστουργηματικό Trouble Will Find Me (2013), έχουμε λοιπόν ένα νέο μπουκέτο τραγουδιών, κατευθείαν από το καθαρτήριο των τσακισμένων ηρώων· και μαζί ένα σύνολο ποιημάτων που αντηχούν σε κάθε φθόγγο τους τη μεσόκοπη απελπισία των απανταχού αυτοκαταστοφικών. Το Sleep Well Beast είναι το πιο πειραματικό απ’ τα τελευταία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει οι National. Πραγματικά, τα drum machines χαράζουν τολμηρές πλεύσεις (“Empire Line”), ενώ τα synths φτιάχνουν έναν ηχητικό διάκοσμο (“I’ll Still Destroy You”) ικανό να χωρέσει το υπαρξιακό άγχος του Berninger, ο οποίος αποδεικνύεται ακόμα ικανός για συγκλονιστικά μονόστιχα σαν το «The day I die, the day I die, where will we be?». Μέσα σε ντουμανιασμένο λίβινγκ ρουμ με χοντρές κουρτίνες, οι National έχουν στήσει καπνισμένο διάλογο με τα φαντάσματα του Lou Reed και του Leonard Cohen, ενώ σε κομμάτια όπως το “Turtleneck” μπαίνουν περήφανα και στα χωράφια των Bad Seeds.

Ο δίσκος περιέχει στιγμές εσωστρεφείς όπως το “Nobody Else Will Be There” και το “Walk It Back” και γι’ αυτό ακριβώς η παραγωγή τις κρατάει ημιφωτισμένες. Πρόκειται για τραγούδια που συνομιλούν ψιθυριστά με τον ακροατή, με στίχους οι οποίοι τιμούν τη μελαγχολία και ενίοτε αγκαλιάζονται με την πιανιστική αύρα που κυριαρχεί στα “Born To Beg” και “Carin Αt Τhe Liquor Store”. Το μόνο απογοητευτικό είναι, ότι αυτή τη φορά, όσο οι National μαλακώνουν και όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο σκληραίνει η επιφάνεια του νέου τους δίσκου, αποκτώντας κάτι σαν άγρια κρούστα. Τα τραγούδια είναι δηλαδή δυσκολότερο να τα κουβαλήσεις μαζί σου και ο βυθός τους φαίνεται όλο και πιο θολός. Πουθενά δεν υπάρχει το θάμβος του Boxer (2007) ή έστω η ρομαντική μέθεξη του Trouble Will Find Me.

Το σίγουρο είναι πως μόνο τα λυσσασμένα ντραμς του ιδιοφυή  Bryan Devendorf στο “The Day I Die” και το υπέροχο “The System Only Dreams In Total Darkness” –στο οποίο οι Αμερικανοί βγάζουν ξανά τους U2 από μέσα τους– αρκούν για να μας θυμήσουν το ζητούμενο: ότι το πιο επικίνδυνο κτήνος για τα πετυχημένα συγκροτήματα, είναι ο «εφησυχασμός». Όσο λοιπόν οι National βγάζουν δίσκους σαν αυτόν, το κτήνος μπορεί να κοιμάται ακίνδυνο.

Από το Avopolis

Advertisements
Posted in Music | Leave a comment

mother!

Η πραγματικότητα είναι μια βολική συναίνεση, απ’ την οποία η ηρωίδα της ταινίας θα κάνει ένα βήμα προς το άγνωστο. Η δραματική αυτή κίνηση γεννάει ένα σύμπαν πιθανοτήτων πέρα από τα νοητικά της σύνορα. Ποιο είναι τελικά αυτό το υπερ-σύμπαν και ποια είναι η ψευδαίσθηση απ’την οποία δραπετεύει; Προδομένη απ’ τους μηχανισμούς της λογικής, η «μητέρα» αφήνεται στο σοκ του φόβου.

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή, όμως: το πρώτο μέρος της ταινία «μητέρα!» είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ ρεαλιστικής απειλής. Δυο παράξενοι επισκέπτες (ο Εντ Χάρις και η Μισέλ Φάιφερ) βρίσκονται στο κατώφλι του σπιτιού που ζει ένας ποιητής (Χαβιέ Μπαρδεμ) με την αρκετά νεότερη σύζυγό του (Τζένιφερ Λώρενς), οι οποίοι έχουν ξεκινήσει να χτίζουν τη δική τους Εδέμ. Η ειδυλλιακή καθημερινότητα του ζευγαριού είναι τελικά μια εύθραυστη βιτρίνα που θα σπάσει στη σύγκρουση με φιλικούς εισβολείς και με φυλές μετα-ανθρώπων. Ενώ αρχικά τα πάντα προμηνύουν έναν Πολανσκικό εφιάλτη (στην παράδοση της «Αποστροφής» και του «Μωρού της Ρόζμαρι»), η βαθμιαία πρόσβαση στον πυρήνα του φιλμ αποκαλύπτει την παράδοξη φιλοσοφία του. Το πεπρωμένο είναι ο «κακός» της ιστορίας. Αυτό που αλέθει ανθρώπινες ζωές στον βωμό μιας αόρατης αναγκαιότητας.

Από το μαθηματικό θρίλερ «π» μέχρι το δράμα εθισμού «Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», και από το ρομαντικό «The Fountain» μέχρι τον χορογραφημένο εφιάλτη του «Μαύρου Κύκνου», οι ήρωες του Αρονόφσκι λειτουργούν σαν Μεσσίες μιας νέας πραγματικότητας. Οι εμμονές του σκηνοθέτη συνηγορούν σε μια τέτοια ανάγνωση των προθέσεών του, καθώς τα πλάνα του διαθέτουν πάντοτε μια έξη στο διφορούμενο. Πρόκειται τελικά για στοχαστικό θρίλερ πέρα από κάθε ορθότητα; Για οικολογικό σχολιασμό; Για βλάσφημη θρησκευτική ονείρωξη; Πάνω απ’ όλα, είναι μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να απεικονίσει τον υπέρτατο σωματικό τρόμο: την απώλεια κάθε ελέγχου στο κορμί, τη βιοφυσική κατασκευή που ο άνθρωπος έχει τη συνήθεια να θεωρεί δική του. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό είχε η επιλογή του σκηνοθέτη να φιλμάρει τον εφιάλτη με τον φακό σχεδόν ταυτισμένο με το ανήσυχο βλέμμα της πρωταγωνίστριας, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τις συμφορές γύρω της όταν η ψευδαίσθηση αρχίσει να καταρρέει. Η ηρωίδα μοιάζει αβοήθητη και άρρωστη όσο περνάει η ώρα, αλλά τα συμπτώματα δεν αποκαλύπτουν τη φύση της ασθένειας. Ο περφεξιονιστής Αρονόφσκι, ωθεί την Τζένιφερ Λώρενς να ερμηνεύει την ηρωίδα σαν δελφίνι το οποίο έξαλλοι τουρίστες έβγαλαν απ’το νερό και το κρατάνε ψηλά για να βγάλουν μαζί του selfie. Έρμαιο μιας ιστορίας που το πλήθος ούτε καν θα αντιληφθεί.

Οι απρόοπτες αμυχές της στρωτής ιστορίας του πρώτου μέρους προκαλούν τις πιο αντιφατικές διαθέσεις, πριν έρθει η βαρβαρότητα του δεύτερου μέρους, όταν η αλλόκοτη ιστορία διασχίζεται από ζοφερή βία. Ο δαιμόνια αόρατος μηχανισμός του φιλμ, βάζει τον φιλόδοξο Δημιουργό και τη μητέρα Φύση να αλληλοσυγκρούονται σε μια παραβολή ηθικής, με φόντο το αλαφιασμένο ποίμνιο και με manual τις βάρβαρες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Πλάσματα με εκδικητική ταυτότητα και με τυφλή πίστη στον λόγο του ποιητή θα θολώσουν τα νερά ανάμεσα στο όποιο «καλό» και «κακό» και θα παίξουν κομβικό ρόλο στον ψυχο-λογικό γρίφο. Η τάξη του κόσμου αποδεικνύεται εύθραυστη. Κανένα συμπέρασμα δεν προλαβαίνει το προκαθορισμένο τέλος του αέναου κύκλου της ζωής. Μιλάμε για μια ταινία της οποίας η ταυτότητα σχεδόν δεν διακρίνεται ούτε στις επί μέρους λέξεις της. Φυσικά, κάποιος που έχει μελετήσει το καταστάλαγμα ταινιών όπως ο «Εξολοθρευτής «Άγγελος» του Μπουνιουέλ ή το «Μωρό της Μακόν» του Γκρίναγουει, μπορεί να θεωρήσει ευκολοχωνεμένη pop φιλοσοφία τούτη τη σχιζοφρενική φαντασίωση του Αρονόφσκι και να προσπεράσει, χωρίς να έχει καθόλου άδικο. Ωστόσο, ελάχιστες ταινίες πια είναι ικανές να προκαλέσουν ζωηρές και ενδιαφέρουσες συζητήσεις και τοποθετήσεις, οπότε αυτές οι δημιουργίες, που μοιάζουν να ξεπηδούν σαν άγριο ζώο από το μυαλό ενός σκηνοθέτη, αξίζουν την προσοχή και τον παραπανίσιο έπαινό μας.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #140

Tori Amos

Native Invader

Στο 15ο της άλμπουμ, η πολυγραφότατη μούσα της πιανιστικής μπαλαντοποιίας κατεβαίνει για λίγο απ’ τον θρόνο της «θεότητας της αρμονίας» (σε περίοπτη θέση επάνω στο έντεχνα καμωμένο σύννεφό της) και αποφασίζει να κοιτάξει λίγο την κατάσταση των πραγμάτων.

Λευκή ανωτερότητα, αμοραλισμός και οικολογικά εγκλήματα μαστίζουν την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα ο γάμος της βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και χρειάζεται θεραπεία. Η Tori Amos μας κουράρει για το σύγχρονο, μαζικό τραύμα με 15 κεντημένα στο χέρι τραγούδια και ταυτόχρονα αυτοψυχαναλύεται για το συναισθηματικό τέλμα του γάμου της με τον Mark Hawley, ο οποίος παίζει κιθάρα και είναι σχεδιαστής ήχου. Πρόκειται για ένα σύνολο υψηλής εκφραστικότητας, που στοχεύει στο να μας ψιθυρίσει άβολες αλήθειες, όπως στο “Broken Arrow”, ή να μας παρασύρει, όπως στο ταξιδιάρικο “Cloud Riders”, το οποίο λοξοκοιτάει στο soft rock της δεκαετίας του 1970.

Η Tori Amos εκφράζει απτά συναισθήματα μέσω της αποδραστικής δύναμης της μουσικής της. Η εξημέρωση της θηλυκής pop είναι η διανοουμενίστικη κατάκτησή της. Στο φετινό Native Invader τραγουδάει ξανά σαν το εκλεπτυσμένο εξωγήινο πλάσμα που γνωρίσαμε κάποτε, παραμένοντας ακαταμάχητη ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές του δίσκου –όπως π.χ. στο “Benjamin”. Στο “Climp” θυμάται ξανά την αφηγηματική της folk δεινότητα, ενώ στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του “Mary’s Eyes” μορφοποιεί τις αναμνήσεις απ’ τη μητέρα της. Στο δε “Up The Creek” διαθέτει ένα νεύρο που φαντάζομαι πως άνετα θα το διασκεύαζε ο παλιός αγαπημένος της Robert Plant, αν μονάχα ο Hawley δεν πείραζε την οργανική φύση του τραγουδιού.

Ο Hawley, λοιπόν, αναδεικνύεται σε κινητήριο δύναμη του δίσκου καθώς εμπνέει παρηγορητικές μπαλάντες σαν το “Breakaway”, που μιλάει σε όλες τις ρομαντικές γλώσσες του κόσμου, το “Wildwood” –το οποίο σε στέλνει νοερά σε θολά τοπία της μνήμης– ή το “Chocolate Song”, που ξύνει με καθαρή εκφραστικότητα τις πληγές μιας φθαρμένης σχέσης («we used to make happy»). Από την άλλη, στις επιλογές του οφείλονται και οι αδυναμίες του άλμπουμ, είτε κοιτάξουμε το προβλέψιμο wah-wah της πεταλιέρας στο “Broken Arrow”, είτε τον αχρείαστο κατακλυσμό από fuzz κιθαρισμούς στο “Wildwood”.

Έτσι είναι ο έρωτας, όμως· παρά τα βαρίδια που μας φορτώνει, μας παρέχει μια αίσθηση ασφάλειας. Το ίδιο νιώθουμε κι εμείς κάθε φορά που ένα νέο άλμπουμ της Tori Amos φτάνει στα χέρια μας: ένα αίσθημα ασφάλειας πως όλα θα πάνε καλά και πως, ακόμα και αν η πραγματικά σπουδαία στιγμή δεν έρθει ποτέ, θα μας συνδέει τουλάχιστον η ειλικρίνεια και τα τραγούδια θα σχηματίσουν μια ζεστή κουβέρτα για να μας προστατεύει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Blade Runner 2049

H ταινία Blade Runner που κατασκεύασε ο Ρίντλεϊ Σκοτ πριν από 35 χρόνια, άνοιξε μια τρύπα στη στρατόσφαιρα του sci-fi, με τρόπο που μόνο ο Κιούμπρικ είχε καταφέρει με την Οδύσσειά του (1968), όταν απεικόνισε το αστρικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Τα δάκρυα των ανθρωποειδών στο Blade Runner του 1982 χάνονταν στη βροχή και η φαντασία των θεατών υπερπηδούσε τους κινηματογραφικούς φραγμούς για να ταξιδέψει σε αχαρτογράφητα μέχρι τότε νερά, χάρη σε εκείνο το φουτουριστικό νουάρ πρωτοποριακής αισθητικής. Προτού δω το φιλμ του Ντένις Βιλνέβ, είχα αποφασίσει το κείμενό μου να μην υποπέσει σε τυχόν συγκρίσεις με το πρώτο Blade Runner. Κανένα σύγχρονο κινηματογραφικό εγχείρημα άλλωστε δεν θα μπορούσε να αναπαράξει εκείνο το φιλοσοφικό φιλμ, αγωνιώδους πλοκής. Όμως η έπαρση του κανακεμένου απ’ τον παγκόσμιο τύπο σκηνοθέτη και η πεποίθησή μου πως πρόκειται απλώς για ακραιφνή στυλίστα που παράγει χαζευτικό μα άψυχο σινεμά, με κάνει απλώς να θέλω να προπαγανδίσω τις αρετές του αυθεντικού, το οποίο στιγμάτισε οποιονδήποτε έζησε τις εποχές του Atari και της cyberpunk φαντασίας.

Εν αρχή ην η πλοκή, όμως: βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, όταν ένας νέος blade runner με το κωδικό όνομα “Κ” (ή αλλιώς KB36-37) ξεσκεπάζει ένα μυστικό που μπορεί να ταράξει την τάξη και την ασφάλεια του δυστοπικού νέου κόσμου. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Ντεκάρντ, του ήρωα της πρώτης ταινίας,  ο οποίος έχει παραμείνει εξαφανισμένος. Η αστυνομική πλοκή είναι γραμμική, δίχως δεύτερο επίπεδο, και αυτό που κλέβει τις εντυπώσεις είναι ο κινηματογραφικός διάκοσμος, εξαιτίας της φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίνκινς που αποτυπώνει τη βροχερή και πνιγηρή σκοτεινιά του Λος Άντζελες.

Η ταινία του Βιλνέβ είναι αριστοτεχνική σε εικαστικό επίπεδο και αξιοποιεί την αγριότητα του βιομηχανικού θορύβου που εντείνει τη μοναξιά, τα νεοκλασικά ερείπια που θυμίζουν μαυσωλείο ψυχών και το αχανές τοπίο, το οποίο έχει μετατραπεί σε χωματερή. Όμως, όσο περισσότερο παρατηρούμε το περιβάλλον του Blade Runner 2049, τόσο εντονότερη γίνεται η αίσθηση πως όλα τα στοιχεία που το καθιστούν γοητευτικό αποτελούν μια δοσμένη με ακρίβεια ρέπλικα των συστατικών του πρώτου φιλμ. Τα υλικά του Ρίντλεϊ Σκοτ, δηλαδή, είναι το μόνο καύσιμο και εφόδιο για τη διαδρομή.
Οι όποιες καινές ιδέες έρχεται να συνεισφέρει αυτό το σίκουελ στη μυθολογία, αποτελούν και τα αδύνατα σημεία του. Κραυγαλέο παράδειγμα ο ρόλος του Τζάρεντ Λέτο, ο οποίος υποδύεται έναν μεσσιανικού τύπου παράφρονα με γυάλινα μάτια που εξαπολύει αφορισμούς και στίχους της Βίβλου (sic), με προσποιητό στόμφο, που θα ταίριαζε περισσότερο στο saga του Underworld. «Εταιρείες» με αμοραλιστικά κίνητρα, ανδροειδή με συνείδηση και οι νέον διαφημίσεις φορτώνουν τις 2,5 ώρες της ταινίας που έχει πειστεί πως είναι μεγαλειώδης επειδή φοράει βαριά φανέλα. Καμία αυτοψία στους χαρακτήρες, κανένα επιστημονικό σασπένς και μια εκνευριστική «υπόσχεση» για σίκουελ που υπόσχεται μελλοντική επανάσταση στο κλίμα του «Εξολοθρευτή».

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, με το πέτρινο ύφος του, κάνει ό,τι μπορεί για να αποκρυσταλλώσει τη μοναξιά της virtual σχέσης του με ψηφιακή σύντροφο και την άνιση μάχη με τη θνητή μνήμη, αλλά στερείται σκηνοθετικών οδηγιών καθώς ο Βιλνέβ ουδεμία σχέση έχει με ανάπτυξη χαρακτήρων: τον αφορούν μόνο οι cool μοντερνισμοί. Επίσης, ο Χάρισον Φορντ θα είχε σίγουρα τη διάθεση να δώσει πιστότητα και βάθος στον μοναχικό και αμίλητο χαρακτήρα του, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει με παρατεταμένο cameo. Το υπαρξιακό διαμέτρημα της ιστορίας χάνεται έτσι κάπου μέσα στην ευκολοχώνευτη πλοκή, και το φιλμ χάνει το στοίχημα γιατί βολεύεται στις εφαρμοσμένες τεχνικές του σασπένς, αντί να ποντάρει στο καλλιτεχνικό ένστικτο και στη σκεπτόμενη ψυχαγωγία.

Τέλος, αξίζει να σημειώσω πόσο μας έλειψαν τα ανεπανάληπτα μουσικά αναπτύγματα του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που εδώ έχουν αντικατασταθεί από πομπώδεις εκρήξεις και (τάχα μου) επιβλητικούς θορύβους στη διαπασών. Οι αυξημένες προσδοκίες δεν σημαίνουν αυστηρότητα, απλώς πηγάζουν από αγάπη για το αληθινό σινεμά, το οποίο σχεδόν ποτέ δεν έχει σχέση με το hype.

67tBl_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #139

Prophets of Rage

Η χημεία ανάμεσα στο μπάσο του Tim Commerford, στα ντραμς του Brad Wilk και στις βιρτουόζικες κιθάρες του Tom Morello, δημιούργησε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά σύνολα του σύγχρονου rock: τηv καταιγιστική rhythm section των Rage Against The Machine. Ο Morello χρησιμοποιούσε πάντα την ηλεκτρική του σαν όπλο στις οδομαχίες με τα όργανα της μηχανής, σαν disc jokey που έκανε σκρατς αλαφιασμένος, σαν τρελός επιστήμονας που εκστασιάζεται με τον ήχο της κιθάρας να βγαίνει με πιρουέτες απ’ τα ηχεία.

Η ιδέα να ανασυγκροτηθεί η τριανδρία σε ένα νέο rap-metal super group, με τον θρυλικό Chuck D και τον B Real στα φωνητικά, μας γέμισε αισιοδοξία. Ειδικότερα σε μια εποχή όπου το rock παρατηρεί τον κόσμο απ’ τη λήθη των κατεβασμένων MP3s και στέκει ανήμπορο να έχει παρεμβατικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Κι όλα αυτά ενώ οι εφιαλτικές αμερικάνικες εκλογές του 2016 απλώνουν ακόμη βαριά τη σκιά του φασισμού στον Δυτικό κόσμο, με το soundtrack διαμαρτυρίας να απουσιάζει.

Όμως, ακόμα και με φόντο τον σύγχρονο ακτιβισμό του Black Lives Matter και τις Antifa κοινωνικές ομάδες να δίνουν τη μάχη ενάντια στη μετατροπή της Αμερικής σε δικτατορία «λευκής υπεροχής», οι Prophets Οf Rage μοιάζουν περισσότερο με μηχανή που παράγει εύκολα σλόγκαν για κατανάλωση, παρά με επικίνδυνο συγκρότημα, το οποίο θα πολεμήσει με και θα πολεμηθεί από την εξουσία.

Δύσκολα θα φανταστούμε δηλαδή μια πορεία χιλιάδων προς την Ουάσινγκτον να υποστηρίζεται μουσικά με κάποιο από αυτά τα 12 τραγούδια, τα οποία μοιάζουν με συρραφή από συνθήματα γραμμένα σε πλακάτ («Stand up and rise like the tide»), ενώ θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο: απ’ τον δίσκο να βρίσκουν τον δρόμο προς τις πορείες διαμαρτυρίας. «Everything is changed, yet nothing is changed» λέει ο Chuck D στο “Unfuck Τhe World” και το βιντεοκλίπ –σε σκηνοθεσία Michael Moore– μας δείχνει διαδοχικά τις προεδρικές ορκωμοσίες (Reagan, Clinton, Bush, Obama και Trump). Ένα μήνυμα ανασφαλές μέσα στην αμήχανη ιδέα του, παρά ώριμο σύνθημα συναγερμού.

Το σίγουρο είναι πως η στρατευμένη οργή των Prophets Οf Rage δεν θα έχει τον ίδιο συναισθηματικό αντίτυπο στους σημερινούς ακροατές, σε σχέση με εκείνο που άφησαν οι πρώιμοι δίσκοι των Public Enemy, των Cypress Hill και των Rage Against The Machine. Δεν υπάρχει πουθενά ένας αναρχικός ύμνος σαν το “Killing In The Name”, ούτε η αίσθηση του «CNN των γκέτο» που κάποτε κραύγαζε “Fight The Power”, κάνοντας ίσωμα την κοινωνία. Ακόμα και οι θεματικές σταθερές του B Real, στον οποίον οφείλεται το “Legalize Me”, έχουν εκφραστεί απείρως πιο πειστικά σε κομμάτια όπως το “I Wanna Get High”.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κιθαριστική μολότοφ του πρώτου δίσκου των Rage Against The Machine και 30 χρόνια μετά το εμβληματικό It Takes A Nation Of Millions To Hold Us Back, που έχρισε τον Chuck D ως την επαναστατική φωνή της γενιάς του, τα συνθήματα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ, αλλά έχουν υποστεί φυσιολογική φθορά δια της επαναλήψεως: oι Rage Against The Machine θέλουν να καταστραφεί το σύστημα, ο Chuck μισεί την αστυνομία και ο B-Real επιθυμεί τη μαριχουάνα νόμιμη.

Στα καλά νέα, τα “Radical Eyes”, “Unfuck The World” και “Hands Up” θα έβρισκαν εύκολα τον δρόμο για έναν δίσκο των Rage Against The Machine. Το “Hail Τo Τhe Chief”, επίσης, υπογραμμίζει έξυπνα το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής σκυτάλης στον Mike Pence στην τερατωδία της νυν αμερικάνικης κυβέρνησης, ενώ το “Take Me Higher” ξεκινάει σαν μεταλλική διασκευή του “Fame” για να εξελιχθεί σε συνομωσιολογική προειδοποίηση για τις παράνομες παρακολουθήσεις του κράτους («Drones, they got ya tapped, they got ya phone»).

Μοναδικός κερδισμένος του εγχειρήματος είναι ο Morello, ο οποίος διεκδικεί τον τίτλο του πιο ευρηματικού κιθαρίστα της γενιάς του: κάποια σόλο εδώ, όντως μυρίζουν βενζίνη και δακρυγόνο. Είχε πολλά χρόνια να λάμψει το ταλέντο του σε ολοκληρωμένο δίσκο. Ας το παραδεχτούμε, πλέον, ότι η τσιριχτή μελαγχολία του αδικοχαμένου Chris Cornell δεν κούμπωσε ποτέ με το πυρακτωμένο funk του στους Audioslave. Σε φωνητικό επίπεδο, ο πάντα ικανός B Real συνεργάζεται άψογα με τον Chuck D –τουλάχιστον έκανε καλύτερη δουλειά απ’ ότι θα έκανε ο αλλοτριωμένος πλέον Flavor Flav.

Ο δίσκος μοιάζει με αποστειρωμένη και «φιλική» στο εφηβικό ακροατήριο εκδοχή της αφοπλιστικής ωμότητας ενός «Fuck you, I won’t do what you tell me», ενώ η παραγωγή του Brendan O’Brien περισσότερο θέλει να ικανοποιήσει τη στραβοχυμένη αδρεναλίνη του κοινού που θέλει να χτυπηθεί ομαδικά –αυτό που πιτσιρικάδες στα σχολεία λέγαμε «σχιζοφρένεια»– χωρίς να έχει τη δύναμη να κάνει τη λαοθάλασσα του Lollapalooza να πάρει αυθόρμητα φωτιά, όπως συνέβαινε παλιά. Δύσκολα δηλαδή ένα κομμάτι σαν το “Smashit” θα οπλίσει το χέρι ενός νέου για να ρίξει πέτρες στο αστυνομικό όχημα. Πιο πιθανό είναι να τον κατευθύνει στο κοντινότερο 1990s rock nostalgia partyγια να χορέψει με Beastie Boys και Red Hot Chili Peppers.

Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις για την επανάσταση. Οι Prophets Οf Rage ήταν μια ονειρεμένη ιδέα επίκαιρου συγκροτήματος, αλλά μάλλον το βιάστηκαν το υλικό τους και κατέληξαν να ακούγονται σαν support γκρουπ για το main act, το οποίο θα ξεκινήσει τη συναυλία με το “Guerrilla Radio”, που είναι το τραγούδι που περιμένουν όλοι. Άσε που ο δίσκος μας θύμισε το πόσο μας λείπει ο Zack De La Rocha. Κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι θα έκανε με το συγκεκριμένο υλικό, αν έβγαινε για λίγο απ’ την αυτοεξορία του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

120 Χτύποι το Λεπτό

68j120_2.jpg

Πρόκειται για ένα ανθρωποκεντρικό μείγμα δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, πολιτικής καταγγελίας και αγνού μελοδραματισμού, με επίκεντρο την σαρωτική επιδημία του AIDS στο Παρίσι των αρχών του ’90 και της ακτιβιστικής οργάνωσης «Act Up». Η τρυφερή και έντιμη ταινία του Ρομπέν Καμπιγιό, μιλάει για αληθινούς ανθρώπους για αληθινές απώλειες και για αληθινά ζητήματα που καίνε ακόμα. Η αλήθεια είναι το σπαθί και η πανοπλία αυτού του δράματος που μας βάζει στις συνελεύσεις των μελών της Act Up, και μας ξεναγεί στην καρδιά του τι ακριβώς σημαίνει ακτιβισμός με παρεμβατική σημασία (δεν ήταν αστείοι Ατενίστας τα μέλη εκείνης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας). Η ασφυκτική μάχη με τις φαρμακευτικές εταιρείες και την κοινωνική προκατάληψη που έδιναν οι ήρωες της ταινίας περιγράφεται με ανάγλυφο τρόπο.

Η καρδιά παράγει 120 χτύπους το λεπτό όταν είμαστε σε αγωνία, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν αγωνιούμε για κάτι που αγαπούμε… Αυτό τυγχάνει να είναι και το μέτρημα των beat της house μουσικής που άνθιζε στις αρχές του 90 και έκανε τα πρώτα του βήματα στα gay club της εποχής. Ο Καμπιγιό κρατάει καλά το ρυθμό και αποτυπώνει πειστικά τον γυμνό φόβο, την καύλα, την απελπισία, το ανθρώπινο άγγιγμα και την οργή απέναντι στο καπιταλιστικό τέρας της φαρμακοβιομηχανίας. Όλα αυτά μέχρι που τα συναισθηματικά τραύματα γίνονται σωματικά, και οι στιγμές ηδονής κάνουν ακόμα πιο αβάσταχτη την απώλεια.

68j120_3.jpg

Ο σκηνοθέτης ξέρει καλά τους ήρωές του. Είναι ένας απ’ αυτούς. Τους αφήνει να συγκρούονται, να πηδιούνται, να διαδηλώνουν στο gay pride και να πετάνε συμβολικά ψεύτικο αίμα στους εχθρούς. Η εξέλιξη του φιλμ είναι καλά δομημένη: από την θεωρητική προσέγγιση του αγώνα, στις μικρές συγκρούσεις και από τον δυνατό έρωτα στον αποχωρισμό. Οι «120 Χτύποι το Λεπτό» είναι μια επίκαιρη ταινία, όχι μονό γιατί η μάχη με το AIDS ακόμη δεν έχει κερδηθεί, αλλά γιατί οι δυναμικές των σημερινών ομάδων που ενώνονται για ένα κοινό σκοπό ώστε να τα βάλουν με τον Γολιάθ της πολιτικής, δεν διαθέτει πια το ίδιο πάθος, την ίδια πίστη και την ίδια αγωνία. Δεν έχει καν το ίδιο soundtrack. Αν θα μπορούσε να ήταν μισή ώρα πιο μικρή η ταινία για να τονώσει το νεύρο της αφήγησης; Σίγουρα θα μπορούσε. Αν θα μπορούσε να είναι πιο υπαινικτική στον χειριστικό μελοδραματισμό του τελευταίου μέρους; Αναμφισβήτητα. Όμως μια ταινία που σου χαρίζει μια ποιητική σκηνή όπως αυτή με το “Smalltown Boy” των Bronski Beat σε μια σκηνή διαδήλωσης, δεν μπορείς να την κακοκαρδίσεις.

68j120_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Το Αυτό

Υπάρχει λόγος που αυτή η κινηματογραφική διασκευή ενός βιβλίου του Στίβεν Κινγκ έσπασε κάθε εισπρακτικό ρεκόρ όλων των εποχών στις Η.Π.Α. για ταινία τρόμου. Μετά από δεκάδες, ίσως εκατοντάδες απόπειρες στην τηλεόραση και το σινεμά, να αποτυπωθεί ο επαρχιακός ονειρόκοσμος τεράτων και ανείπωτης απειλής (αυτός που δακτυλογραφεί μανιασμένα εδώ και δεκαετίες ο Κινγκ) το «Αυτό» έγινε σωστά.

Πρόκειται για ένα δράμα αλληγορικών διαθέσεων και σχεδόν κοσμικών διαστάσεων. Απείρως καλύτερο από την τηλεοπτική μίνι σειρά του 1990, το φιλμ του Άντι Μουσιέτι αποτελεί μια ψυχαγωγική εμπειρία τρόμου, πληθωρική και απόλυτα πιστή στο στυλιζάρισμά της. Επιπλέον τον σκηνοθέτη δικαιώνει απόλυτα η επιλογή να κρατήσει την «ενήλικη» περίοδο των ηρώων για τη δεύτερη ταινία το 2009. Έτσι καταφέρνει να μην υπερφορτώσει το φιλμ με τις λεπτομέρειες του θηριώδους βιβλίου, ούτε να στριμώξει σε δυο ώρες τον πλούτο φαντασίας που κατάφερε και χώρεσε σε αρκετές εκατοντάδες σελίδες ο Στίβεν Κίνγκ.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1989, στην κωμόπολη του Ντέρι, όπου μια ομάδα εφήβων θα αντιμετωπίσει έναν δαιμονικό και αιμοσταγή κλόουν, μια απόκοσμη οντότητα που τρώει τις ψυχές των παιδιών. Οι ιδέες του σκηνοθέτη μπορεί να μην καινούριες αλλά καταδεικνύουν τον πλούτο ενός άφθαρτου στον χρόνο κινηματογραφικού στυλ.

68jAyto_2.jpg

Η άριστα κινηματογραφημένη ιστορία ενηλικίωσης δανείζεται απ’ τον παιδικό ονειρόκοσμο του Σπίλμπεργκ και απ’ την ευαισθησία του «Στάσου Πλάι μου» (1986) του Ρομπ Ράινερ και «κουμπώνει» από άποψη μάρκετινγκ σε μια εποχή όπου αγκάλιασε το τηλεοπτικό “Stranger Things” που μοιράζεται πολλά σε επίπεδο αισθητικής. Οι παιδικές φοβίες και οι εφιάλτες απ’ την κόλαση (όσο πιο αναίτιοι τόσο το καλύτερο) θα θρέψουν τον δυσοίωνο ερχομό του φρικιαστικού κλόουν ο οποίος θα γίνει ο τραγικός κοινωνός των αρχέγονων φόβων μας. Ο νοσηρός Πένιγουαϊζ έρχεται για τις ψυχές αθώων παιδιών, οι οποίες καταδικάζονται να «επιπλέουν» στο φαντασιακό μαυσωλείο του.

Η καλή χρήση του ζωηρού περιβάλλοντος και η λεπτή δουλειά οπτικές λεπτομέρειες καθιστούν αυτή την ταινία μια πραγματική ανάσα στη σύγχρονη, mainstream ψυχαγωγία τρόμου. Η ρευστότητα της απειλής από τα βάθη του σκότους μεταμορφώνει την παρέα παιδιών σε αληθινούς ήρωες της διπλανής πόρτας, που καλούνται να υπερβούν τις παραισθητικές ενοράσεις, το bullying και τις δοκιμασίες στις οποίες σε βάζει το μυαλό όταν φοβάσαι το σκοτάδι.

Το «Αυτό» παραμένει αναίσχυντα ψυχαγωγικό, διαθέτει ανέλπιστη συνέπεια ύφους και τιμιότητας, ενώ ξεφεύγει απ’ τα στεγανά ενός b-movie με καλές προθέσεις. Ο φιλοσοφικός κορμός της ταινίας, όμως, μας ψιθυρίζει πως όσο σατανικός και να είναι ο κλόουν Πένιγουαϊζ, η Αμερική των ενηλίκων θα είναι πάντα βουτηγμένη στη βία, τη θρησκοληψία, τον πουριτανισμό, την άγνοια και την κακοποίηση –δηλαδή είναι πολύ πιο τρομακτική.

68jAyto_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Kingsman: The Golden Circle

69jkingsm_2.jpg

H συνέχεια της εμπορικής επιτυχίας του Kingsman μπορεί να σας κάνει να αναρωτιέστε για ποιο λόγο είδατε αυτή την ταινία και γιατί χάσατε την ώρα σας – κάτι που δεν συνέβη με την πρώτη ταινία. Η σκηνοθεσία του Matthew Vaughn έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να αρέσει σε μεγαλύτερο κοινό: μεγαλύτερα σκηνικά, περισσότεροι σταρ, πιο πολλά τζεϊμσμποντικά γκάτζετ και άφθονη χορογραφημένη βία. Όμως η αίσθηση του «μπανάλ» και του διεκπαιρεωτικού, κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη σε αυτό το παιδαριώδες κοκτέιλ ιστορίας ενηλικίωσης και κατασκοπικής περιπέτειας βρετανικής κοπής. Αμέσως μετά την αρχική σεκάνς της αυτοκινητικής καταδίωξης στο νυχτερινό Λονδίνο, όλα παίρνουν την κατηφόρα. Τα εμπνευσμένα σκηνικά, το σνομπ βρετανικό lifestyle, η σάτιρα στην αμερικανική μισαλλοδοξία και οι πολλές σινεφίλ αναφορές προσθέτουν μυρωδικά στο μείγμα, αλλά το στοιχείο της παρωδίας δεν απογειώνεται ποτέ ενώ η πλοκή είναι πιο ανάλαφρη και από ένα ποτήρι αφρώδους οίνου.

Στην πραγματικότητα η ταινία, κυρίως πουλάει εξυπνάδα παρά είναι αληθινά έξυπνη. Τούτο το σίκουελ προσπαθεί εντονότερα απ’ όσο χρειάζεται, προκειμένου να μας προσφέρει όσα νομίζει ότι ζητάμε. Έτσι, υπερ-φορτώνει την πλοκή με καρτουνίστικη βία και τοποθετεί τη δράση σε Αμερικάνικο έδαφος με το πρόσωπο του «κακού» να ενσαρκώνει η μοχθηρή Τζουλιάν Μουρ. Ο Χάρι του Κόλιν Φερθ επανέρχεται, αν και χαμένος στις πεταλούδες του, χωρίς μνήμη μέσα σε ένα λευκό κελί ενώ την παράσταση κλέβει ο ακομπλεξάριστος Έλτον Τζον που είναι παγιδευμένος για να ψυχαγωγεί την κλίκα της Τζούλιαν Μουρ.

Ο Χρυσός Κύκλος θα μπορούσε να ήταν μια απολαυστικά διασκεδαστική μπαλαφάρα, αν δεν άπλωνε το σύμπαν των Kingsman με νέους χαρακτήρες και μυστικές οργανώσεις και δεν χρησιμοποιούσε αχρείαστη υπερβολή στη δράση. Η κλασάτη βρετανική ειρωνεία του πρώτου φιλμ έπρεπε να φαρδύνει λίγο το κομψό κουστούμι της και να γίνει «κάζουαλ μπλέιζερ» για να φοριέται και λίγο απ’ το Αμερικάνικο κοινό που θα βρεθεί στα multiplex το πρώτο τριήμερο ανοίγματος. Επιπλέον ο Τσάνινγκ Τέιτουμ και η Χάλι Μπέρι δεν πείθουν στον ρόλο των “Statesman”, δηλαδή των Αμερικάνων ομολόγων των ultra cool κατασκόπων της πρώτης ταινίας.

Η μόνη ενδιαφέρουσα υποπλοκή είναι ο τρόπος που ο Αμερικάνος πρόεδρος (ο Bruce Greenwood σε ένα απολαυστικό κακέκτυπο του Τραμπ) καπηλεύεται την προπαγάνδα κατά των ναρκωτικών. Τι τα θες όμως… Τα καουμπόικα stunts, η πληθωρική πλοκή και η πηχτή δράση δεν κάθονται καλά στο μπλέντερ της μονταζιέρας και το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα οποιοδήποτε b-side του Elton John: έχει ωραίο ρυθμό, κρατάει πολύ, δεν σε συγκινεί παρά τα πολλά κουπλέ και δεν θες για κανένα λόγο να ακούσεις ξανά στο repeat.

69jkingsm_4.jpeg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #138

Alan Vega

IT

«Life is no joke, it’s days and nights of pure evil».

O υπέροχα παρανοϊκός ιεραπόστολος του ωμού punk των Suicide, ήταν πάντα το αυτοεξόριστο πλάσμα με συμπόνοια που εξαπέλυε εκδικητική μανία προς πάσα κατεύθυνση. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφορεί το τελευταίο άλμπουμ της καριέρας του με τίτλο ΙΤ. Πρόκειται για μια δουλειά που ο Alan Vega ετοίμαζε περίπου 7 χρόνια μαζί με τη γυναίκα του και συνεργάτιδα Liz Lamere· τελικά έμελλε να είναι μεταθανάτια.

Η κολασμένη αφήγηση του Elvis από την κόλαση ή, αν προτιμάτε, του Ritchie Valens από τη ζώνη των νεκρών ή το σατανικό alter ego του Dion –όπως θέλετε περιγράψτε τον Vega– δεν συστήνεται βέβαια για όλους. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή τους ορκισμένους fans που πίνουν νερό στο όνομα των Suicide, δεν ξέρω πόσοι ακροατές θα εκτεθούν από σύμπτωση σε αυτό το αμάλγαμα από ψυχωτικές φαντασιώσεις, ανίερους πόθους, τυφλή βία και φιλοσοφικά παραληρήματα κατά των δαιμόνων της αμερικάνικης ψυχής: είναι γεμάτο από αδηφάγα media, μισαλλόδοξη θρησκεία και πολεμικά ένστικτα. Το rock ‘n’ roll του Alan Vega βρίσκεται εδώ στην πιο βάρβαρη εκδοχή του και ο ίδιος, σαν ένας Hubert Selby Jr. σε παράκρουση, σκορπίζει τους αιμοσταγείς στίχους του σαν σάλια και ούρα μεθυσμένου προφήτη.

Ο Alan Vega επιδίδεται σε ένα rockabilly βγαλμένο κατευθείαν από το στόμα της τρέλας. Φωνάζει συνθήματα όπως «It’s doomsday, doomsday» και «America, America is killing its youth» σαν τα μισόλογα τα οποία μονολογεί ο ενοχλητικός ρακένδυτος τύπος που περπατάει δίπλα μας στο κέντρο της πόλης –και που είναι φανερό ότι έχει σαλτάρει, προ πολλού. Στο “Prayer”, φωνάζει «hallelujah», «meditation» και «war is over». Οι κραυγές του πατάνε σε industrial λούπες που μοιάζουν να ξέφυγαν από το ασκησιολόγιο των Skinny Puppy, με το drum machine να χτυπάει σαν σκουριασμένη πρόκα την τραχιά επιφάνεια των τραγουδιών, όσο τα κοφτερά synths δίνουν χώρο στις άναρθρες κραυγές του αλαφιασμένου πάστορα, την ώρα που καίει βιβλία και φτύνει στη μούρη το ποίμνιο.

Ο δίσκος δεν συντονίζεται λοιπόν σε κανέναν εξωγενή ρυθμό, παρά μόνο με τον δικό του, εσωτερικό –και γι’ αυτό πνίγεται τελικά στον industrial εμετό του. Οι εφιάλτες του έχουν νόημα μόνο σαν την καθαρτήρια κραυγή την οποία εξαπολύει κάποιος που βρίσκεται σε αγωνία και έκσταση καθώς βλέπει να πλησιάζει το φως στην άκρη του τούνελ. Το ακροατήριο είναι λογικό να γυρίσει την πλάτη στο IT και στην πυρακτωμένη οργή του. Αυτή όμως είναι η καλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να είχε αφήσει ο Alan Vega. Αμήν.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Logan Lucky

Όταν το 1989 ο 26χρονος Στίβεν Σόντερμπεργκ κέρδισε τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ Καννών με το ντεμπούτο του “Σεξ, Ψέματα και Βιντεοκασέτες”, δήλωσε ότι «από ‘δω και πέρα ακολουθεί μόνο κατηφόρα». Το τρομερό παιδί του indie Αμερικάνικου κινηματογράφου ξεκίνησε πρώτος στη γραμμή της αφετηρίας σε σχέση με τους υπόλοιπους (Λινκλέιτερ, Ταραντίνο κτλ) και όταν η γενιά της Miramax μεσουρανούσε σε βραβεία και εισπράξεις, αυτός έμεινε πίσω και χάθηκε σε εξαφανισμένα φιλμ (“Kafka”, “King of the Hill”, “Underneath” κτλ). Το άστρο του έλαμψε ξανά με το “Out Of Sight” (1998) για να βγει από την αφάνεια και να φτάσει ξανά στην κορυφή χάρη σε καλοφτιαγμένα crowd pleasers (“Traffic”, “Erin Brockovitch”) αλλά και υπέροχα προσωπικά φιλμ (“The Limey”, “Che”, “The Informant!”).

72jMovwr_2.jpg

Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Σόντερμπεργκ δήλωσε πως έφτασε σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και έπρεπε να αποσυρθεί απ’ τον κινηματογράφο. Ο πολυσχιδής σκηνοθέτης είχε χάσει τον προσανατολισμό του και παρά την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του πίσω απ’ τον φακό, οι ταινίες του δεν πετύχαιναν το σκοπό τους. Ταινίες όπως τα “Side Effects”, “Haywire” και “Contagion” δεν βρήκαν τον ρυθμό και το κοινό τους, ενώ ο σκηνοθέτης σπάνια έπιανε τη φλέβα της ταινίας που ήθελε να φτιάξει (“Magic Mike”). Η «αποχώρηση» από την ενεργό δράση μόνο καλό έκανε στον Σόντερμπεργκ, καθώς χωρίς άγχος παρέδωσε το θαυμάσιο “Behind the Candelabra” (2013) μια γλαφυρή βιογραφία του Λιμπεράτσε, πριν ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Φυσικά είναι ανόητο να μιλάμε για αποχώρηση καθώς τα χρόνια της απουσίας του ο Σόντερμπεργκ ήταν πιο ενεργός από ποτέ, καθώς σκηνοθέτησε το τηλεοπτικό δράμα “The Knick“, σχεδίασε το διαδραστικό crime story με τίτλο “Mosaic” που θα εμπλέκει τον θεατή, καθώς και το θρίλερ “Unsane” που γυρίστηκε εξολοκλήρου σε κάμερα iphone.  Όμως, κάπου εκεί ανάμεσα σκηνοθέτησε και το heist movie με τίτλο «Logan Lucky» που τον επαναφέρει στην αγαπημένη αφηγηματική φόρμουλα των “Ocean’s Eleven”.

To Logan Lucky είναι μια εξωφρενική ιστορία ληστείας, βουτηγμένη στην hillbilly πλευρά της Αμερικής και ειδικότερα στην πολυτραγουδισμένη επαρχία της West Virginia. Πρόκειται για μια πανέξυπνη country ιστορία για τους αφανείς blue-collar ήρωες της μετά Τραμπ εποχής. Όμως σε κάθε καλά μελετημένο πλάνο του φιλμ, ξεπηδάει το αγνό κινηματογραφικό fun, αυτό δηλαδή που σε κάνει να παραβλέπεις αναληθοφάνειες, που σε κάνει να θες να ρυθμίσεις το «φίλτρο ρεαλισμού» στο μηδέν, μόνο και μόνο γιατί θες να σε ρουφήξει η καλά δομημένη πλοκή. Οι ήρωες του Logan Lucky δεν έχουν σχέση με τους φωτογενείς ήρωες του Ocean’s Eleven. Η κακόμοιρη οικογένεια των Λόγκαν βασανίζεται από κακοτυχίες και χρειάζεται μια γερή μπάζα για να πιάσει την καλή. Ο Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί με παραπανίσια αυτοπεποίθηση τα κομμάτια του δαιμόνιου παιχνιδιού. Από τη μια βαδίζει στα μονοπάτια του Τζόελ και του Ίθαν Κοέν, με τους κακοποιούς ήρωες να διαθέτουν μηδενικό IQ, (αλλά με τρυφερότητα και χωρίς τον φιλοσοφημένο μισανθρωπισμό των αδερφών Κοέν) και από την άλλη τρέχει με χίλια στις δαιδαλώδεις στροφές του «είναι» και του «φαίνεσθαι» των καλοκουρδισμένων λεπτομερειών της ξεσαλωμένης πλοκής, στην παράδοση του Ντέιβιντ Μάμετ.

72jMovwr_3.jpg

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ είναι ο πρώην αθλητής του σχολείου που η ζωή τον προσπέρασε. Ο Άνταμ Ντράιβερ είναι ο καλόκαρδος αδερφός του που έχει χάσει το ένα του χέρι στο Ιράκ, αλλά παραμένει good ol’ boy. Για το μεγάλο σχέδιο στην ληστεία την ώρα που γίνονται οι αγώνες ταχύτητας, πρέπει να επιστρατευτεί ο ειδικός στις εκρήξεις – ένας ανέλπιστα αστείος και απολαυστικός Ντάνιελ Κρέγκ που ακόμα και το να αλατίζει το βρασμένο του αυγό το κάνει να φαίνεται αστείο. Είναι τελικά χαζοί και άτυχοι οι Λόγκαν ή είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας ένα τόσο δύσκολο σχέδιο; Η jazzy σκηνοθεσία του “Logan Lucky”, ο ρυθμός στο μοντάζ που βγάζει μάτια, η country φλέβα του Τζον Ντένβερ, η ανοιχτοί αυτοκινητόδρομοι, το φρενήρες σενάριο και το παζλ χαρακτήρων, δημιουργούν ένα γνήσια απολαυστικό χαρμάνι, που ακόμα και αν δεν διεκδικεί βραβεία πρωτοτυπίας, τουλάχιστον είναι πραγματικά έξυπνο (και το κυριότερο όχι εξυπνακίστικο). Επιπλέον διαθέτει κάμποσες σκηνές ανθολογίας με αποκορύφωμα την εξέγερση στη φυλακή με αφορμή τα βιβλία του Game Of Thrones. Η αποχή τελικά έκανε καλό στον Σόντερμπεργκ. Το ίδιο και σε εμάς ,γιατί συνειδητοποιήσαμε πόσο μας άρεσε το σινεμά του.

72jMovwr_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #137

Washed Out

Mister Mellow

Όσοι έχουν παίξει σαν DJ έστω για μία μέρα, σε οποιοδήποτε κλασάτο μπαρ, θα ξέρουν ότι υπάρχουν κάποια τραγούδια «καβάτζες», που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, έχουν τη δυναμική να ανεβάσουν τη διάθεση στη στιγμή, προκαλώντας ενστικτώδη λικνίσματα.

Δεν πρόκειται για ραδιοφωνικά hits, τα οποία φτιάχνουν θετική ατμόσφαιρα εξαιτίας της αναγνωρισιμότητάς τους, αλλά για συνθέσεις που διαθέτουν ένα ιδιαίτερο crowd pleasing συστατικό: αυτό που φέρνει κοντά τους ανθρώπους. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι το “Hard To Say Goodbye” του κυρίου Washed Out, μέσα από τον φετινό, 3ο δίσκο του. Μη γελιέστε, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αν εξαιρέσουμε τον Kid Loco, τον DJ Shadow και κάμποσους ακόμα, δεν είναι πολλοί όσοι έχουν πετύχει το «στολίδι» για καλοκαιρινά compilations, που κάποτε έβγαιναν σωρηδόν από ραδιοφωνικούς σταθμούς, επώνυμα μαγαζιά και μουσικούς παραγωγούς.

Ο Washed Out μας συστήνεται λοιπόν ξανά ως «Mister Mellow» και επιμένει πως οι ανέμελες θερινές εποχές, όσες θυμίζουν κοκτέιλ και μαγιό, δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Τα τραγούδια του, όμως, δεν προορίζονται για τα φτηνά ηχεία των θλιβερών μπιτσόμπαρων. Η μουσική του ακούγεται από την ηλιοφάνεια μέχρι το σούρουπο και δρα σε έναν υπόγειο, ιδιωτικό κόσμο, εκεί όπου νιώθουμε απελευθερωμένοι και σε απόλυτη επαφή με το σώμα μας, κάτω από τον ήλιο. Τα τραγούδια του θέλουν δηλαδή πρώτα να μας χαμογελάσουν και μετά να μας παρασύρουν.

Στο Mister Mellow, λοιπόν, ο Washed Out μας κάνει να ατενίσουμε τον έναστρο ουρανό με το “Floating By”, να χορέψουμε με το “Get Lost” και να αγαπηθούμε με τον «ανώνυμο κανέναν» στο “Million Miles Away”. Ο δίσκος αποτελείται από τραγούδια που ζητούν τη συμμετοχή και τη συναρμονία του ακροατή, ενώ ίπτανται χάρη σε πανάλαφρα ηλεκτρονικά αναπτύγματα, «κεντώντας» σε μοντέρνο soul καμβά. Πραγματικά, στο “I’ve Been Daydreaming My Entire Life” σου δημιουργείται μια ανίκητη προσδοκία να μπει ξαφνικά η φωνή της Sade –δεν συμβαίνει, αλλά δεν πειράζει καθόλου– ενώ το “Instant Calm” μας δείχνει περίτρανα ότι το lounge δεν είναι απλά το καταφύγιο των άμουσων.

Από την άλλη, το Mister Mellow δεν στέκεται στο ίδιο ύψος με τα προηγούμενα άλμπουμ του Washed Out, χρησιμοποιεί όμως έξυπνα τα samples –και όχι εξυπνακίστικα– θρέφοντας έτσι την ανάγκη μας για «ώριμη» εξωστρέφεια,χωρίς μεθυσμένα ξεσαλώματα και απαίτηση για «μουσικάρες». Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μουσικό καρουσέλ, το οποίο σε επαναφέρει στο ίδιο σημείο του κύκλου, αλλά με διαφορετικές διαθέσεις κάθε φορά.

Ίσως το θετικό πρόσημο και η ζεν ευγνωμοσύνη στους χυμούς της μουσικής να μην πείσει τη χίπστερ κοινότητα, που αναζητά μονίμως αιχμηρά και «βρώμικα» ακούσματα ως πειστήριο αυθεντικότητας. Καλό πάντως θα ήταν να αγνοήσετε τέτοιες απαίδευτες φωνές. Η θαλπωρή της συναισθηματικής ηρεμίας που προσφέρει το Mister Mellow ελπίζω να αποτελέσει για όλους πάτημα για καλοκαιρινή νιρβάνα και εφόδιο για να πλάσουμε τους δικούς μας φαντασιακούς κόσμους.

 

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Αλίκη στις Πόλεις (1974)

Οι δρόμοι ενός δημοσιογράφου κι ενός εγκαταλελειμμένου μικρού κοριτσιού, σμίγουν κάπου στην Αμερική. Οι δυο τους επιστρέφουν μαζί στην Ευρώπη και βρίσκονται σε αναζήτηση της γιαγιάς της μικρής. Το χρονικό της περιπλάνησής τους κινηματογραφείται με καθαρότητα και απίστευτα μοντέρνα ματιά από τον Βέντερς, ο οποίος δείχνει μια τρυφερότητα που σπανίως επανέλαβε έκτοτε. Αυτό το αρχετυπικό road movie του 1974 μοιάζει σχεδόν αυτοσχέδιο, όμως η πλανοθεσία μαρτυρά μεγάλη δεξιοτεχνία από τον Γερμανό πρωτοπόρο.

Ο Ριούντιγκερ Φόγκελερ υποδύεται τον Γερμανό δημοσιογράφο που είναι το alter ego του σκηνοθέτη. Ο ήρωας, ολότελα χαμένος στην χαοτική Αμερική, τραβάει φωτογραφίες πολαρόιντ για να καταγράψει το άγνωστο που τον περιβάλλει και που συνάμα τον συναρπάζει. Προτού ταξιδέψει για τη Γερμανία, η τυχαία γνωριμία του με το εννιάχρονο κορίτσι θα πυροδοτήσει τον υπαρξιακό συναισθηματισμό του Βέντερς. Η καριέρα του σκηνοθέτη ξεκίνησε με μια ανεκτίμητη low-budget τριλογία που συμπληρώθηκε με το Wrong Move” (1975) και το “Kings of the Road” (1976), ταινίες που διακατέχονται από μια μελαγχολική νοσταλγία για την αφιλόξενη πατρίδα και που παίζουν με τις διαχωριστικές γραμμές της Γερμανικής ανομίας και της Αμερικάνικης ποπ κουλτούρας.

77bwim_2.jpg

Η ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη ματιά του ήρωα απέναντι στο αχανές αστικό τοπίο είναι αρχικά το όχημα του Βέντερς για να κάνει ένα σχόλιο σχετικά με τη δημιουργική αμηχανία που νιώθουν οι σκεπτικιστές διανοούμενοι Ευρωπαίοι όταν δοκιμάζουν την τύχη τους στην Αμερική. Στο μυαλό του ήρωα, μάχονται μεταξύ τους η γοητεία και η απέχθεια που του προκαλούν ο απρόσωπος καταναλωτισμός και το φάντασμα της ιστορίας. Ο τρόπος που ο ήρωας συνδέεται με την Polaroid του, θυμίζει τον τρόπο που όλοι μας είμαστε συνδεδεμένοι με τα κινητά μας σήμερα, απαθανατίζοντας τα πάντα και βάζοντας απόσταση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό του βιώνουμε ανά πάσα στιγμή. Η ταινία αυτή ξεκίνησε τον αέναο διάλογο των εικόνων του Βέντερς με την ίδια την Αμερική, ο οποίος συνεχίστηκε με το αριστούργημα «Παρίσι, Τέξας» (1984). Ένα jukebox που παίζει Canned Heat, ένα κονσέρτο του Chuck Berry, ακόμα και η κηδεία του John Ford, όλα δίνουν χρώμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία σε 16 mm και στον ήπιο στοχασμό του Βέντερς, που με τον φακό του διασχίζει τους ανοιχτούς δρόμους, τα βενζινάδικα, τα περιθωριακά μοτέλ και τα καταγώγια κάτω απ’ τις γέφυρες.

77bwim_3.jpg

Η εναρκτήρια σεκάνς μας ξεγελά και μας πείθει πως η ταινία αφορά τον φωτογράφο σε υπαρξιακή κρίση που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Σύντομα όμως το κέντρο βάρους κλίνει προς την μικρή ηρωίδα που θα σωματοποιήσει την ψυχή του ταξιδιού. Η στιγμή που από ένα παράθυρο ξενοδοχείου, η μικρή Αλίκη νιώθει πως μπορεί να σβήσει τα φώτα του Empire State Building σαν γενέθλια κεράκια, η οπτική μας ταυτίζεται με τη δική της. Η ταινία πλέον είναι το δικό της ταξίδι.

Το αμερικάνικο σινεμά συνηθίζει να αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν άγουρα πλάσματα γεμάτα αθωότητα και σπανίως αποκτούν διαφορετική διάσταση. Ο Βέντερς αντιμετωπίζει την ηρωίδα του σαν πολύπλοκο και αυτόνομο ον, γεμάτο επιθυμίες που πασχίζει να απαγκιστρωθεί από τον έλεγχο τον μεγαλυτέρων. Επιπλέον αποφεύγει να περιγράψει την Αλίκη σαν ενήλικη φαντασίωση ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος. Η ανύπαντρη μητέρα της έχει ομολογήσει πως δεν την αγαπά και πως θέλει να την εγκαταλείψει. Όμως ο Βέντερς δεν κρίνει ηθικά τους ήρωες του ταξιδιού. Όλοι τους άλλωστε περιπλανιούνται στο χάρτη σαν ασήμαντες κουκκίδες.

Οι εκδηλώσεις φευγαλέας ευτυχίας, ξαφνικών θυμών, ακόμα και ενήλικης ζήλιας εξελίσσονται μελαγχολικά και σκηνοθετούνται με αφοπλιστική ειλικρίνεια όσον αφορά την έκφραση και τις προθέσεις.

77bwim_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #136

TLC

TLC

Δεν αναβιώνει εύκολα ένα γκρουπ ύστερα από 15 χρόνια σιωπής, ούτε από την τραγωδία του πρόωρου θανάτου ενός εκ των τριών μελών του, ούτε και από την κάκιστη υποδοχή του τελευταίου του άλμπουμ (3D, 2002). Πριν πάντως το τραγικό τέλος της ταλαντούχας Lisa “Left Eye” Lopes το 2002, οι TLC είχαν προλάβει να σαρώσουν τα charts με μια σειρά από πετυχημένα singles, ιδίως με την «αγία τριάδα» των “Scrubs”, “Waterfalls” και “Creep”. Σε αντίθεση όμως με τις Destiny’s Child ή τις En Vogue, εδώ έχουμε ένα reunion που κανείς δεν ζήτησε. Πώς να περιμένεις άλλωστε επανένωση, με δύο από τα τρία μέλη ενός φωνητικού R’n’B γκρουπ;

Ωστόσο βρέθηκαν αρκετοί fans για να χρηματοδοτήσουν τη δισκογραφική επιστροφή των TLC μέσω του Kickstarter, πιθανά με την ελπίδα ενός νέου super hit που θα μονοπωλήσει τα ερτζιανά και τα clubs για τα επόμενα χρόνια. Όμως η ακρόαση μέχρι τα μισά του δίσκου είναι απ’ τα πιο αποκαρδιωτικά πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, όχι μόνο αν έχει επενδύσει μερικά δολάρια, αλλά ακόμα κι αν ξόδεψε λίγα σεντς για να κατεβάσει τα νέα αυτά τραγούδια στη φορητή του συσκευή.

Τα πρώτα κομμάτια στο TLC είναι τόσο ανέμπνευστα και κιτς, όσο υπονοεί η γραφιστική του εξωφύλλου. Το πρώτο single “Way Back” είναι ένα παρωχημένο R’n’B νιαούρισμα με κουλές ιστορικές αναφορές στον Marvin Gaye και στον Michael Jackson –γιατί έτσι. To “It’s Sunny” είναι ένα ηλιόλουστo τίποτα, το οποίο χρησιμοποιεί sample από το κλασικό “Sunny” με τρόπο που θα έκανε τον Bobby Hebb να κρυφτεί από ντροπή. Το “Haters” ρίχνει ακόμα πιο χαμηλά το επίπεδο, όντας ένα αφόρητα girly τραγουδάκι για τις ανήλικες fans των Kardashians, ιδανικό για διαφήμιση παγωτού ή κάποιας σειράς μαγιό. Το “Perfect Girls” ολοκληρώνει αυτό που κάποτε θα λέγαμε «πρώτη πλευρά» με ένα ηθικό δίδαγμα του στυλ «αγάπησε αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη» και «κορίτσια, αξίζουμε το καλύτερο!» τυλιγμένο σε  europop νάυλον, ώστε να μη μυρίζουν τα συντηρητικά.

Μιλάμε δηλαδή για πλαδαρές συνθέσεις, τις οποίες ούτε ο R. Kelly δεν θα έσωζε στην παραγωγή: χαζά ξεπατικώματα και εκνευριστικές προχειράτζες, σε μια αρπαχτή ολκής από τη Rozonda “Chilli” Thomas και την Tionne “T-Boz” Watkins. Η βαθμολογία του δίσκου, ως εδώ, είναι 3 στα 10.

Αν όμως ο ακροατής έχει λίγη ακόμα υπομονή να προχωρήσει και μετά από εκείνο το σημείο, θα επιβραβευθεί με το “Start A Fire”, που χάρη στο mellow ακουστικό του ύφος και τις αρμονίες στα φωνητικά, έρχεται σαν φρέσκο αεράκι, κουβαλώντας νοσταλικό ύφος για τη δεκαετία του 1990 –όταν οι TLC έλαμψαν με τον μοσχοπουλημένο δίσκο CrazySexyCool. Το “American Gold” ακροβατεί με χάρη ανάμεσα στα πιο ενήλικα της Kate Perry και στα πιο corny της Alicia Keys, ενώ το “Scandalous” το διαπερνά μια ευπρόσδεκτη αίσθηση pop περιπέτειας και R’n’B αγωνίας. Επιπλέον, το “Aye Muthafucka” διαθέτει τη βρώμικη γκλαμουριά του Moulin Rouge, ενώ το “Joy Ride” έχει τη στόφα εκείνη της γνήσιας soul που παράγει αισιοδοξία.

Τελικά, λοιπόν, το δεύτερο μισό του δίσκου των TLC ανατρέπει (σχετικά) την αρχική απογοήτευση, οπότε διασώζεται και η βαθμολογία για το δίδυμο που καταγράφηκε ως το πιο πετυχημένο εμπορικά girl group, μαζί με τις Spice Girls. Όλα καλά μέχρι εδώ, αρκεί να μην πάρουν θάρρος και οι δεύτερες για ανάλογο comeback.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

“Από τις 4 στις 5”. Ξανά.

Παράξενο να παίρνεις δημοσιογραφική συνέντευξη από έναν άνθρωπο που θεωρείς με κάποιο τρόπο πατέρα σου. Κάπως έτσι νιώθω για τον Γιάννη Πετρίδη.

Οι άπειρες ώρες που έχουμε κουβεντιάσει για μουσική και σινεμά, οι ιστορίες που μου έχει διηγηθεί και οι δίσκοι που με έχει βάλει να ακούσω, έχουν διαμορφώσει το κριτήριό μου όσο τίποτα άλλο.

Η εκπομπή που άκουγα με ευλάβεια από μικρό παιδί, ξαναρχίζει στο 1ο Πρόγραμμα. Να είσαι καλά Γιάννη να την κάνεις για άλλα 20 χρόνια. Μπορείς;

Διαβάστε όλη την αποκλειστική συνέντευξη ΕΔΩ

Posted in Music | Leave a comment

Summer Movies We Love

Μια εναλλακτική λίστα 10 ταινιών που διαδραματίζονται καλοκαίρι…

Dazed and Confused (1993)

76w-1.jpg

School’s out for Summer. Κάποτε, το καλοκαίρι ξεκινούσε ακριβώς τη μέρα που έκλειναν τα σχολεία. Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ δανείζεται τον τίτλο του τραγουδιού των Led Zeppelin για να αναπολήσει με αφοπλιστική τρυφερότητα τη δεκαετία του 70 και τα νεανικά hangover στο κατώφλι του κολεγίου. Ένα αλησμόνητο 24ωρο που χαράσσεται τη μνήμη σαν κατευόδιο στην εποχή της αθωότητας. Τα πάρτι θα πάψουν να είναι αθώα, οι παρέες θα αλλάξουν ανεπιστρεπτί και οι επιλογές ζωής θα αρχίσουν να χτυπάνε με μανία την πόρτα.

My Summer of Love (2004)

76w-2.jpg

Μια παράξενη φιλία και έλξη στην Αγγλική εξοχή από τον Πάουελ Παβλικόφσκι (“Ida”). Μια τρυφερή ιστορία κοριτσίστικης φιλίας μετασχηματίζεται σε ιστορία εμμονής και εξαπάτησης. Στις κλεφτές ματιές και τις υποσχέσεις της Έμιλι Μπλαντ κρύβεται μια μάχη ανάμεσα στην πίστη και την αγάπη. Απρόσμενα συγκλονιστικό φιλμ που εξερευνά τη σχέση ενός καλλιεργημένου και κακομαθημένου πλουσιοκόριτσου και ενός κοριτσιού από την επαρχία που λαχταρά να γεμίσει το κενό του δυσλειτουργικού και θρησκόληπτου περιβάλλοντός της.

Knife of Water (1962)

76w-3.jpg
Ένα φονικό παιχνίδι από ανθρώπους – πιόνια στη σκακιέρα. Ένα παντρεμένο ζευγάρι παίρνει στο αυτοκίνητό του έναν νεαρό φοιτητή που κάνει ωτοστόπ και τον προσκαλεί σε μια διήμερη κρουαζιέρα με το γιοτ τους. Μεταξύ των δύο ανδρών ξεσπάει ένας ψυχολογικός πόλεμος και έντονος ανταγωνισμός, με επίκεντρο τη γυναίκα. Το εξαιρετικό ντεμπούτο του Ρομάν Πολάνσκι διαθέτει μερικούς από τους πιο καλογραμμένους διαλόγους που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Point Break (1991)

76w-4.jpg
Αγαπημένη ταινία για όσους παθιάζονται με τα θαλάσσια σπορ και ειδικότερα το surf. Η περιπέτεια της Κάθριν Μπίγκελοου με τον νεοσσό Κιάνου Ριβς είχε την ατυχία να γνωρίσει πρόσφατα ένα ανεκδιήγητο ριμέικ. Όμως μετά από τόσα χρόνια, παραμένει απολαυστική και δροσερή. Μια εξασφαλισμένη διασκέδαση, παρά την παρωχημένη δράση σε κάποια σημεία και το βιντεοκλιπάτο στιλιζάρισμα.

Vicky Cristina Barcelona (2008)

76w-5.jpg
Η σεξουαλικά απελευθερωμένη Χριστίνα και η έξυπνη αλλά συνεσταλμένη φίλη της Βίκυ, κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στη Βαρκελώνη. Εκεί θα γνωρίσουν έναν ερωτύλο ζωγράφο. Το ελεύθερο πνεύμα του και το καλλιτεχνικό φούμαρο που σερβίρει με σαγηνευτική προφορά θα ξεμυαλίσει την Χριστίνα, μέχρι που η υστερική πρώην σύζυγος του ζωγράφου θα μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Η Σκάρλετ Γιόχανσον δεν ήταν ποτέ πιο χυμώδης, ο Χαβιέ Μπαρδέμ δεν ήταν ποτέ πιο πραγματικά γοητευτικός και η υπερεκτιμημένη Πενέλοπε Κρουθ ποτέ δεν ήταν πιο σέξι και πειστική. Ένας από τους καλύτερους Γούντι Άλεν και σίγουρα ο πιο καλοκαιρινός.

Summer with Monika (1953)

76w-6.jpg

Όταν ένας 19χρονος γνωρίζει την ρομαντική, τολμηρή Μόνικα, την ερωτεύεται αμέσως. Η επαναστατική της φύση τους ωθεί να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ζήσουν μόνοι τους το καλοκαίρι σε ένα νησί.  Εκεί η γοητευτική Μόνικα θα μείνει έγκυος και τα προβλήματα θα αρχίσουν για τον νεαρό. Η Μόνικα θέλει απλώς να περνάει καλά και να σκέφτεται το σήμερα. Τρυφερή αλλά και λεπτομερής σπουδή χαρακτήρων από τον μαέστρο Ίγκμαρ Μπέργκμαν.

Summer of Sam (1999)

76w-7.jpg

Το καλοκαίρι του 1969 κυλίστηκε στο αίμα από τον ψυχοπαθή serial killer με το όνομα Sam. O Σπάικ Λι δεν θέλει να κάνει ένα Zodiac ούτε ένα θρίλερ για να τρομάξει τον κόσμο. Προτιμά να ρίξει το βάρος στην παράνοια της εποχής, στα ιδρωμένα κορμιά, στις πύρινες ντίσκο, στη soul και (αλίμονο) στις φυλετικές διακρίσεις στο γκέτο. Σίγουρα άνισο το τελικό αποτέλεσμα, όμως αν δεχθείς τη σχιζοφρενική φύση του Summer Of Sam, σου ασκεί μια εθιστική γοητεία που μάλιστα αντέχει σε επαναληπτικές θεάσεις.

Plein soleil (1960)

76w-8.jpg

H ταινία «Γυμνοί στον Ήλιο» του Ρενέ Κλεμέντ, είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το οποίο διασκεύασε εξίσου καλά ο Άντονι Μιγκέλα το 1999 με τίτλο «Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλει». Το αριστοτεχνικό φιλμ του Κλεμέντ με τον Αλέν Ντελόν στα καλύτερά του, αφηγείται την ιστορία του playboy Φελίπε τον οποίο ο Τομ Ρίπλει πρέπει να προσεγγίσει κατά τη διάρκεια της κρουαζιέρας του πρώτου στη Ευρώπη και να τον επαναφέρει στην Αμερική έναντι αμοιβής. Εξαιρετική φωτογραφία και καλοκαιρινά πλάνα που γοητεύουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταινία που δεν επιτρέπεται να μην έχει δει όποιος αγαπάει τον κινηματογράφο.

Suntan (2016)

76w-9.jpg

Το αγαπημένο και πολύπαθο Ελληνικό καλοκαίρι όπως δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ. Απόλυτα ρεαλιστικό σε αίσθηση, τρυφερό σε προσέγγιση μα αιχμηρό σαν μαχαίρι, το Suntan έχει στο επίκεντρο μια σκοτεινή ιστορία εμμονής, με φόντο το κάμπινγκ στην Αντίπαρο. Η μοναξιά του Χειμώνα στο νησί, ο μικρόκοσμος της ντόπιας κοινωνίας, οι κραιπάλες στη La Luna, τα νεανικά κορμιά στον ήλιο, το αντηλιακό στα γυμνά στήθη, το σεξ τις πρώτες πρωινές ώρες, η απελπισία, η σκατίλα των κρετίνων, το πάθος, η φρίκη. Εξαιρετική ταινία σε κάθε επίπεδο και άκρως κινηματογραφική δουλειά.

Friday the 13th (1980)

76w-10.jpg

Οφείλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι. Αυτό το φτηνό slasher movie, που έγινε μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί το ρεύμα το οποίο δημιούργησε 2 χρόνια νωρίτερα το Halloween του Κάρπεντερ, είναι ένα από τα ορόσημα του «φιλμ καλοκαιριού». Νεαροί σφαγιάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα-ένα τα πτώματα πέφτουν κάτω από το ματωμένο μαχαίρι του παράφρονα με τη μάσκα στο καλοκαιρινό κάμπινγκ. Φτηνιάρικο και προχειροφτιαγμένο φιλμ, που όμως απέκτησε τεράστια φήμη και γέννησε πολλά σίκουελ, τα οποία κρατάνε γερά μέχρι σήμερα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #135

Beth Ditto
Fake Sugar
Η πληθωρική σαρώστρα των παθών επέστρεψε και πλέον είναι ελεύθερη να πατήσει στα πόδια της. Θεωρώ μάλιστα ότι η σόλο καριέρα της Beth Ditto έπρεπε να αρχίσει χρόνια πριν, καθώς πάντα είχα την αίσθηση ότι οι Gossip την κρατούσαν πίσω, οπότε δεν ξεδίπλωνε το ταλέντο της στο ακέραιο. 

Πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή της Ditto τα τελευταία χρόνια: παντρεύτηκε τον επί χρόνια καλύτερο φίλο της, λάνσαρε τη δική της γραμμή μόδας για extra large κυρίες και κυρίως απεγκλωβίστηκε από το electro punk συγκρότημά της, ώστε να ανοίξει φτερά προς όποια κατεύθυνση θέλει.

Με το αδιαπραγμάτευτο στυλ της, έχει αυτοχαρακτηριστεί «χοντρή, φεμινίστρια και λεσβία»: mια περιγραφή που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης στην αυθεντικότητα της έκφρασης. Και πράγματι, η πολυδιάστατη προσωπικότητά της διαφαίνεται ξεκάθαρα σε αυτόν τον πρώτο σόλο δίσκο της.

Αλλού, η Ditto γίνεται η μποέμ κολλητή με την οποία μοιράζεσαι τα πάντα, χωρίς τον φόβο ότι θα σε κρίνει. Αλλού γίνεται η αινιγματική ιέρεια του LGBTQ κινήματος, που θέλει να τους πάρει όλους ο διάολος. Αλλού φαντάζει ως έκφυλη performer, έτοιμη για ολονύχτια ερωτικά καλέσματα. Αλλού είναι η χαμογελαστή «προχώ» τύπισσα που κατέχει αυτό που δεν κατέχουν οι ανυποψίαστοι –και το μοιράζεται υπόγεια μαζί σου. Αλλού είναι το καλό πνεύμα της πόλης, που οι κρετίνοι θέλουν να κυνηγήσουν ως μάγισσα. Αλλού είναι ακούραστη pop diva μετά από άγριο μεθύσι, η οποία δεν έχει χάσει όμως την αξιοπρέπειά της, παρά το χαλασμένο γκλίτερ. Αλλού είναι το πανκιό που θέλει να ξεκινήσει μια εξέγερση με οδομαχίες και αλλού, πάλι, θέλει να αποδείξει πως είναι ένα τρυφερό κορίτσι, που κουβαλάει ακόμα την επαρχία στην καρδιά. Μαζί της, δηλαδή, δεν βγάζεις άκρη.

Το “Oo La La” είναι ένα electro-punk καλούδι που θα ζήλευαν οι Blondie, ενώ στο “We Could Run” η Beth Ditto βγάζει τη Stevie Nicks που κρύβει μέσα της. Στο τρυφερό “Fake Sugar” μιμείται τις μελωδικές γραμμές του Paul Simon, ενώ στο “Love In Real Life” μιλάει για τα προβλήματα μιας μακρόβιας σχέσης με τρόπο που θα έκανε την Annie Lennox να σηκώσει το ένα της φρύδι με ενδιαφέρον. Στο “Lover” εκφράζει την ερωτική αβεβαιότητα με τρόπο που θα το έκανε μια δυναμική synth-pop μπαλάντα της Cyndi Lauper, στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Όμως κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Fake Sugar, το πραγματικά σπουδαίο τραγούδι δεν έρχεται ποτέ.

Tο άλμπουμ αφήνει τελικά μια ενοχλητική αίσθηση: σαν χαλίκι στο παπούτσι, το οποίο δεν μπορείς να αγνοήσεις, όσο και να το θες. Την αίσθηση δηλαδή ότι τα τραγούδια γράφτηκαν «συνειδητά» και όχι με εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την εκστατική dance pop του παρελθόντος ή το καψωμένο electro punk των Gossip.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ταλέντο της Beth Ditto δεν ξεδιπλώθηκε ακόμη στο ακέραιο. Ή μήπως τελικά οι Gossip δεν την κρατούσαν στ’ αλήθεια πίσω;

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Έρωτες & Φιλίες (Love and Friendship)

Βρισκόμαστε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν η χήρα Σούζαν Βέρνον, μια σαγηνευτική και χειραφετημένη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, καταφθάνει στην έπαυλη των πεθερών της, έχοντας στο μυαλό της ένα πανούργο σχέδιο για να εξασφαλίσει τον τέλειο γαμπρό γι’ αυτήν αλλά και για την άβγαλτη κόρη της.

Ο σκηνοθέτης Γουίτ Στίλμαν, φωταγωγεί υπέροχα τις υποτιμημένες πτυχές της γοητείας της Κέιτ Μπεκινσέιλ, η οποία δυστυχώς έχει αναλωθεί σε τριτοκλασάτα franchise δράσης και εκμεταλλεύεται άριστα ένα καστ με ονόματα όπως την Κλόι Σεβινί, τον Ξαβιέρ Σάμιουελ, αλλά και τον Στήβεν Φράι σε ένα σύντομο πέρασμα. Ο Στίλμαν είναι έμπειρος στο να αφηγείται ιστορίες νέων ανθρώπων που μπαίνουν σε λαμπερούς κόσμους που βρίσκονται σε παρακμή και δεν μπορούν να τους προσφέρουν πολλά, όπως το αστραφτερό clubbing στο The Last Days of Disco (1998), όμως φαίνεται πως ήταν γεννημένος να σκηνοθετήσει το σύμπαν της Τζέιν Όστιν και καταφέρνει να το μπολιάσει με χάρη και σωστές δώσεις κυνισμού.

78_2.jpg

Το Love & Friendship είναι η πιο λεπτοδουλεμένη ταινία του σκηνοθέτη. Πρόκειται για μια πανέξυπνη και γλυκόπικρη σατιρική δραμεντί που χρειάζεται περισσότερες από μια θεάσεις για να αφομοιώσει ο θεατής τις δεικτικές ατάκες και να απολαύσει την λεπτή ειρωνία στην ολότητά της. Το πνεύμα της Τζέιν Όστιν έχει τιμηθεί δεόντως στον κινηματογράφο από τον Ανγκ Λι («Λογική και Ευαισθησία» ) και τον Τζο Ράιτ («Περηφάνια και Προκατάληψη»), όμως εδώ το πνεύμα του τελευταίου μεταθανάτιου έργου της που κυκλοφόρησε, το «Λαίδη Σούζαν», χρησιμοποιείται σαν βάση για μια υπέροχη υπονόμευση των στερεοτύπων της ρομαντικής λογοτεχνίας και των αριστοκρατικών κοινωνικών δομών που απειλούνται από την ελευθεριότητα της ηρωίδας Σούζαν Βέρνον, η οποία αναστατώνει τον κόσμο με την ανεξαρτησία της και με τις ερωτικές φήμες που τη συνοδεύουν.

78_3.jpg

Η λεπτή κοινωνική κριτική της Βρετανίδας Όστιν, το μανιπιουλάρισμα χαρακτήρων μέσω του πνεύματος και της αόρατης ειρωνείας, αλλά και το όπλο της γυναικείας ομορφιάς χρησιμοποιούνται τόσο ανάλαφρα και τόσο αποτελεσματικά και κυρίως με αξιοθαύμαστη οικονομία. Το καλά δομημένο σενάριο πατάει σε μια συρραφή επιστολών, όπως δηλαδή και το βιβλίο. Ο Στίλμαν διασκεδάζει πολύ, (κι εμείς μαζί του) καθώς χορογραφεί το ανακάτεμα της τράπουλας των ρόλων, με όχημα την αινιγματική και σκανδαλώδη ηρωίδα. Η ταινία μοιάζει με δροσερό καλοκαιρινό αεράκι μέσα σε ένα καλοκαίρι που ο θεατής έχει ταλαιπωρηθεί από κάκιστες Γαλλικές κομεντί και Ιταλικές φαρσοκωμωδίες απ’ τα αζήτητα. Ακόμα περισσότερο όμως μοιάζει με ένα ανάλαφρο πάρτι που θα λάτρευε να παρεβρίσκεται ο ίδιος ο Όσκαρ Ουάιλντ και να μειδιάζει με όσα υπέροχα συμβαίνουν.

Posted in Cinema | Leave a comment

Τζορτζ Ρομέρο (1940-2017)

Ξανακοιτώντας στο έργο μίας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του σινεμά του τρόμου…

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζορτζ Ρομέρο υπήρξε πρωτοπόρος σκηνοθέτης του φανταστικού. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1968, όταν με ελάχιστα χρήματα (περίπου 10.000 δολάρια) γύρισε την ασπρόμαυρη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών», που γέννησε τα κινηματογραφικά ζόμπι όπως τα ξέρουμε σήμερα. Ο 29χρονος τότε Ρομέρο σημάδεψε ουσιαστικά την απαρχή του μοντέρνου σινεμά τρόμου.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια ομάδα ετερόκλητων χαρακτήρων που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να επιβιώσουν σε ένα κόσμο όπου, χωρίς καμία λογική εξήγηση, οι νεκροί έχουν σηκωθεί από τον τάφο τους και περπατάνε αναζητώντας ζωντανούς για να τους φάνε. Ήταν η εποχή που το κύμα της κοινωνικής αμφισβήτησης διογκώνονταν στην Ευρώπη και η Αμερική παρέμενε εγκλωβισμένη στον πόλεμο του Βιετνάμ, με τις φοιτητικές εξεγέρσεις να μαίνονται εκεί. Η στιγμή της κυκλοφορίας της ταινίας, λοιπόν, ήταν καίρια. Η στιλάτη χρήση ενός μοντέρνου ρεαλισμού ακύρωνε τις παλιές συμβάζεις του κινηματογραφικού τρόμου και έφερνε στο κοινό μια νέα αίσθηση του σοκ. Τα φαντάσματα του σύγχρονου κόσμου έβγαζαν τις φθαρμένες μάσκες τους, για να αποκαλύψουν ένα στυγνό πρόσωπο.

78kzomb_1.jpg

Η αρχετυπική ταινία ζόμπι θεματολογίας έγινε σημείο αναφοράς για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί αποτέλεσε την τέλεια παραβολή για τον δυτικό κόσμο που εφησυχάζεται εύκολα και που ξέρει να κρύβει καλά την ξενοφοβία του. Μετά την «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για το σινεμά του φανταστικού. Η ατμόσφαιρα, το ασφυκτικό ασπρόμαυρο στη φωτογραφία και ο πανικός που μεγαλώνει με το λεπτό, έκαναν τον θεατή να νιώθει το σασπένς στο στομάχι. Ο Ρομέρο πέτυχε να μεταμορφώσει τον κόσμο που ζούμε σε ένα πάρκο θανάτου, χωρίς αιτίες και εξηγήσεις. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ σημαντική για την καλλιτεχνική και ψυχολογική εξέλιξη του σινεμά του τρόμου.

78kzomb_2.jpg

Ο Ρομέρο επέστρεψε στον αγαπημένο του κόσμο των απέθαντων, με το “Ζόμπι, το ξύπνημα των νεκρών” (1978). Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη βρέθηκε αυτή τη φορά η σύγχρονη Αμερική της κατανάλωσης. Μια ομάδα επιζώντων, πολιορκημένη από ορδές ζωντανών νεκρών, έχει καταφύγει σε ένα εμπορικό κέντρο. Τα ζόμπι καραδωκούν απ’ έξω προσπαθώντας να μπουν στον ναό της κατανάλωσης καθώς αυτή δείχνει να είναι η μόνη αμυδρή ανάμνηση που τους συνδέει με την παλιά ζωή τους. Η υπέροχη ιδέα του Ρομέρο αναπτύχθηκε σε όλη την πολιτική της διάσταση χάρη στη θεαματική της βία και τη μαύρη σάτιρα.

78kzomb_3.png

Η πρώτη ταινία του 1968, είχε δημιουργήσει μια τόσο δυνατή βάση που μπορούσε να γεννήσει άπειρες συνέχειες. Ο Ρομέρο βέβαια σκηνοθέτησε μερικά σίκουελ αρκετά χρόνια αργότερα: το «Η μέρα των ζωντανών νεκρών» (“Day of the Dead” 1985), το «Η γη των ζωντανών νεκρών» (“Land of the Dead” 2005), το «Hμερολόγιο των νεκρών» (“Diary of the Dead” 2007) και το «Επιζώντας Από τους Απέθαντους» (“Survival of the Dead”, 2009). Καμία από αυτές τις ταινίες όμως δεν έφτασε το μεγαλείο των πρώτων δυο ταινιών. Η βλοσυρή ιστορία των ζόμπι έχει αντιγραφεί κατά κόρον, από υπερπαραγωγές αναψυχής (World War Z) μέχρι mainstream τηλεοπτικές σειρές (Walking Dead), όμως στα χέρια του Ρομέρο αποκτούσε πάντα μια ιδιότυπη υπαρξιακή διάσταση. Η απόλυτη φύση του κακού στα πρώτα δυο μέρη, η αντιρηγκανική βαρβαρότητα του τρίτου μέρους και η μακάβρια πολιτική σάτιρα των επόμενων, δεν είχε σχέση με στυλιζαρισμένους φόβους και τρεχαλητά επιβίωσης από φωτογενείς χαρακτήρες.

78kzomb_4.png

Η καριέρα του Ρομέρο ήταν σημαντική και έξω από τον κόσμο των ζωντανών νεκρών. Απολαυστικό είναι το «Καραντίνα: Ο Ουρανός Έβρεξε Θάνατο» (“The Crazies” 1973 ), όπου ο στρατός προσπαθεί να προλάβει την εξάπλωση ενός θανατηφόρου ιού. Εξαιρετική ταινία είναι το μελαγχολικό «Martin» (1978), με ήρωα ένα αγόρι που πιστεύει πως είναι βρικόλακας. Επιτυχία σε cult κοινό είχε γνωρίσει το «Οι μονομάχοι της ασφάλτου (“Knightriders” 1981) ενώ υποτιμημένο είναι το θριλεράκι Bruiser (2000). Φυσικά. ο Ρομέρο γνώρισε επιτυχία με τις δυο διασκευές του σε έργα του Στίβεν Κινγκ: το σπονδυλωτό Creepshow (1982) και το «Σκοτεινό Εγώ» (“The Dark Half“ 1993).

78kzomb_5.png

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #134

Saint Etienne

Home Counties

Ένας φόρος τιμής στο Λονδίνο μέσω φιλόξενης και αστικής pop; Ναι, θέλουμε!

Φυσικά οι Saint Etienne δεν θα μας προσέφεραν ποτέ μια συλλογή από τραγούδια τα οποία θυμίζουν εκείνη την αντιπαθητική euro trash προσποιητή ευφορία, που είναι βουτηγμένη στα συντηρητικά και μόνο ανέραστα χαμογελάκια μπορεί να προκαλέσει. Το βρετανικό συγκρότημα διαθέτει καθαρό καλλιτεχνικό μητρώο εφόσον δεν έχει πουλήσει ποτέ ψευτο-τσαχπινιές και συνεχίζει την έντιμη και αξιοπρεπέστατη πορεία του στα πιο ανθισμένα λιβάδια της ορθόδοξης pop. Τόσο λιτά.

Στον 9ο δίσκο τους, λοιπόν, οι Saint Etienne απογειώνουν ξανά τον μύθο τους σαν πρέσβεις της υγειούς, τραγουδιστικής κληρονομιάς τους. Το Home Counties πυροδοτεί ένα λάκτισμα της ικανότητάς τους να γράφουν ολοστρόγγυλα τραγούδια με μικρά κουπλέ και μεγάλη καρδιά. Το αφηγηματικό στυλ του δίσκου διαθέτει υψηλή ευαισθησία και στρώνει ένα μεσόρρυθμο χαλί για να παρελάσουν ραδιοφωνικές μνήμες. Οι Saint Etienne θυμούνται την εποχή που οι ήχοι της δεκαετίας του 1960 ήταν ακόμη φρέσκα, ζουμερά φρούτα και κάθε νέο μουσικό ερέθισμα καταγραφόταν έντονα στην ψυχή. Θυμούνται ακόμη την εποχή όπου οι προσωπικές στιγμές τυπώνονταν σε πολαρόιντ για να φυλαχθούν και δεν έκαναν βουτιά στην ινσταγκραμική κοινοκτημοσύνη αναμνήσεων.

Το “Something New” φέρνει στον νου τη μεσόκοπη κατάνυξη του Burt Bacharach και μας στέλνει στις swinging λονδρέζικες γειτονιές και σε εποχές που η pop μουσική ακουγόταν «ραδιοφωνική». Το “Take It All In”, πάλι, χαμογελάει και κάνει γκριμάτσες στον John Barry, ενώ τα πλήκτρα του “Whyteleafe” μας στέλνουν σε κάποιο ροδομάγουλο ρομάντζο της δεκαετίας του 1970, όσο το εθιστικό groove του “Dive” μας θυμίζει τις πιο λαμπρές στιγμές της διαστημικής disco. Επιπλέον, τα ονειρικά φωνητικά στο “Heather” ρίχνουν επιτέλους λίγη ζάχαρη στο άνοστο μοντέρνο chillwave και στο “Underneath The Apple Tree” ξυπνάει το θυμικό της Motown. Και τέλος,  μπορεί το “Out Of My Mind” να κουβαλάει όλη την αφέλεια του ντουνιά, αλλά νιώθεις υπέροχα που είσαι σε θέση να μοιράζεσαι την ίδια pop τσιχλόφουσκα με τη Sarah Cracknell.

Το Home Counties μπορεί να είναι πανάλαφρο σαν πούπουλο και ανώδυνο σαν καλοκαιρινό αεράκι, όμως διαθέτει μια λιτή μεγαλοπρέπεια, η οποία σπανίζει. Επιπλέον, η κομψότητα και η ανοιχτότητα της φωνής της Sarah Cracknell μου προσφέρουν μια χαρά για ζωή και μια ελαφράδα που στ’ αλήθεια μου έχει λείψει.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

O Κύκλος (The Circle)

H ψηφιακή απειλή απέναντι στην ιδιωτικότητα και η ιντερνετική δυστοπία σαν καταπέλτης των ανθρώπινων αξιών, δεν θα μπορούσαν να κινηματογραφηθούν τόσο άνοστα και τόσο ενοχλητικά, όσο στην ταινία «The Circle» με την Έμα Γουότσον και τον Τομ Χανκς.

Η ταινία προσπαθεί να αρθρώσει λόγο απέναντι τους κινδύνους των social media που καταπίνουν τις εργασιακές αξίες και θολώνουν τα όρια της ανθρώπινης ηθικής, αλλά το αποτέλεσμα είναι πιο άχρηστο και από παλιό λογισμικό που έχει χρόνια να γίνει update και οι μεγαλοστομίες του ακούγονται πιο κούφιες και από το χειρότερο inspirational speech σε επαρχιακό TEDx. To πλαδαρό φιλμάκι μοιάζει με teen movie η οποία μετασχηματίστηκε σε κάτι σοβαρότερο, όταν οι συντελεστές είδαν επεισόδια του Black Mirror. Το σενάριο πήρε στα σοβαρά τον εαυτό του και αντί να καταπιαστεί με τα χτυποκάρδια στα θρανία μεταξύ φοιτητών που φιλοδοξούν να στήσουν την τέλεια start-up company, κάνει καταγγελία στους αμοραλιστές της ψηφιακής τεχνολογίας.

79hcircl_2.jpg

Μια ταλαντούχα και φιλόδοξη digital manager (Γουότσον) βρίσκει την ιδανική δουλειά σε μια εταιρεία που εμπορεύεται νέες πλατφόρμες στα social media και ρηξικέλευθες πρακτικές στο internet. Το ένα motivational speech μετά το άλλο από έναν γκουρού που θυμίζει άξιο απόγονο του Στιβ Τζομπς (δεν ξέρω πως έμπλεξε ο Χανκς με αυτό το ρολάκι) θα την μυήσουν στην #ilovemyjob νέα πραγματικότητα, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει κάτι από σέκτα Σαϊεντολογίας και λίγο από Καλιφορνέζικο κολέγιο με ενθουσιώδεις geeks, απ’ αυτούς που και τον ύπνο τους περνάνε κώδικα. Η ηρωίδα σαστίζει και σαγηνεύεται ταυτόχρονα μέσα στη δίνη της εργασιομανίας, πάντα με «θετική ενέργεια», ανάμεσα σε νέους achievers που ορκίζονται στην τεχνολογία. Φυσικά η ίδια είναι χειρότερη από τους εμπνευστές της απάτης (δεν είναι και μεγάλη έκπληξη ποιος είναι ο κακός) καθώς δεν έχει καν τη λογική να αντιδράσει στην 24ωρη παρακολούθησή της από κάμερες σε Live feed. Τουλάχιστον οι τεχνοκράτες είχαν κίνητρο να κερδίσουν πολλά χρήματα. Αυτή όμως, πως μπορεί να είναι τόσο αφελής και να στερείται αξιοπρέπειας;

Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν την παραβίαση κάθε ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου με μικροκάμερες που υποτίθεται θα εξαλείψουν το ψέμα και την απάτη, ώστε κανείς να μην κρύβεται από τα χιλιάδες «κινητά» μάτια που μεγάλου αδερφού. Θέματα σοβαρά και με πολύ ζουμί. Όμως η μπανάλ κινηματογράφιση, οι γελοιότητες στην πλοκή, το νερόβραστο συναίσθημα και φυσικά το ανόητο ξεμπρόστιασμα των υπευθύνων στο τέλος, κάνουν το σύνολο να μοιάζει με απογοητευτική σάτιρα με φιλοσοφία νηπιαγωγίου. Έχετε νιώσει την απελπισία μπροστά στο λάπτοπ όταν ένα πρόγραμα δεν ανοίγει γιατί έχει χτυπήσει ο σκληρός δίσκος; Αυτή είναι η πικρή γεύση που αφήνει αυτή η ταινία μετά το τέλος της ενώ έχεις πληρώσει εισητήριο.

79hcircl_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που δεν διαθέτει καν χαρακτήρα ώστε να χαρακτηριστεί απλά «τεχνοφοβική». Το Circle δεν απλά μια αποτυχημένη προσπάθεια, καθώς δεν έχει σαφείς προθέσεις, ούτε σοβαρά ερωτήματα είναι σε θέση να προσφέρει. Πρόκειται για μια απίστευτη σπατάλη χρόνου και ταλέντου. Αν το “Social Network” είναι οι Tool στο Glastonbury, το Circle είναι οι Μέλισσες στα MAD Awards. Εκεί που οι ταινίες κατασκευάζονται με δουλειά και προσπάθεια, το Circle έγινε με βάση οδηγίες από ένα “how to direct a movie” video στο you tube και οι δημιουργοί του όταν τελείωσαν πάτησαν «save» και «upload». Προσπεράστε αυτό το σκουπίδι και διαγράψτε το κι απ’ τον κάδο ανακύκλωσης.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

3 Women

Picture

Πίσω από το ψηλό κορμί της και την ευγενική μορφή της Ε. κρύβεται μια βαθειά ριζωμένη αβεβαιότητα για το πώς ο κόσμος την αντιλαμβάνεται και τη βλέπει. Από μικρή της ασκούσαν γοητεία τα έντονα χρώματα σε ρούχα και έπιπλα. Είχε ανάγκη να εκφράζει με χρώματα το πώς ένιωθε, όπως κάποια κωμικά sitcom που χρειάζονται το laugh track για να σου θυμίζουν το σημείο που πρέπει να γελάσεις. Η κλίση της στις ξένες γλώσσες δεν της έχει φανεί πουθενά χρήσιμη, όμως πάντα ήθελε να είχε γεννηθεί Γαλλίδα. Η Ε. όταν βγαίνει έξω φοράει πάντα ένα μακρύ κεντημένο φουλάρι και πάντοτε νιώθει την ίδια παράλυση επιλογών σχετικά με το ποτό που θα επιλέξει να παραγγείλει. Έχει μια περιέργεια για τα ζώα, ιδίως τα πολύ μικρά αλλά όχι με τη σαχλή εμμονή των φιλόζωων. Προτιμάει να ξεχνιέται καθώς τα παρατηρεί να παίζουν και να χαμογελάει. Η Ε. έχει ελάχιστα κοσμήματα, όμως είναι όλα αγαπημένα και έχουν μια ιστορία από πίσω τους – άλλωστε τα έχει αγοράσει όλα μόνη της. Θα ήθελε να μπορεί να χορεύει αλλά δεν νιώθει καθόλου ευλύγιστη. Η τρυφερότητα και η καλοσύνη της μπλοκάρουν όταν προσπαθεί να συμπεριφερθεί ερωτικά, νιώθει σχεδόν εκτεθειμένη αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να δείξει εμπιστοσύνη. Δεν έχει σκοτεινές φαντασιώσεις. Στο μυαλό της, οι εραστές κυλιούνται με αργές κινήσεις σε σατέν υφάσματα. Θέλει να κάνει κάτι για να βελτιώσει τη γκρίζα ατμόσφαιρα του διαμερίσματος του κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερου συντρόφου της, ο οποίος είναι συγγραφέας – χωρίς να έχει εκδώσει τίποτα- και που έχει σχεδόν μόνιμα ένα τσιγάρο στα χείλη του. Από θαύμα δεν έχει κάψει το απεριποίητο και άγριο μούσι του. Όλοι συμφωνούν πως την έχει δεδομένη αλλά αυτή στωικά παραμένει στο πλάι του για χρόνια και δεν χολοσκάει να διεκδικήσει συναισθηματική ανταπόδοση. Τις νύχτες, για να την πάρει ο ύπνος, φτιάχνει με τη φαντασία της το μικρό πέτρινο σπίτι που θέλει κάποτε να αποσυρθεί.

Εδώ και λίγα χρόνια η Ζ. έχει μετακομίσει στο daydreaming των βορείων προαστίων, αφήνοντας πίσω της το ταλαιπωρημένο κέντρο. Θα έπρεπε να είναι πολύ τσαντισμένη με την απόφαση των γονιών της αλλά για κάποιο λόγο δεν έχει οργή μέσα της για κανέναν. Η Ζ. πάντα ζούσε σε μια δική της διάσταση αλλά δεν ήταν ποτέ weirdo. Είναι ισορροπημένη και οργανωτική αλλά ταγμένη στον κόσμο της απειθαρχίας. Αν είχε πλήρη συνείδηση των ικανοτήτων της θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας -ή μάλλον της περιέργειας- που ασκούσε σε όσους είχαν την υπομονή να ασχοληθούν μαζί της. Όχι άδικα, καθώς έχει έναν ολότελα δικό της τρόπο να βλέπει τα πράγματα που μοιάζει καμιά φορά ανησυχητικός. Δεν έδινε ποτέ δεκάρα για τα trend της μόδας, ούτε θα δώσει ποτέ. Αν και ξέρει να μαγειρεύει πολλά -κυρίως παραδοσιακά- φαγητά, το διαιτολόγιό της θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από φρούτα. Η Ζ. είναι από τους ανθρώπους που ελέγχουν απόλυτα τις αντοχές και τις δυνάμεις τους. Είναι παράξενο που μπορεί να κοιμηθεί 13 ώρες και να μείνει ξύπνια για τρεις νύχτες με την ίδια άνεση. Κανένας άνδρας δεν την έχει κοιτάξει ποτέ στα μάτια για να της πει ερωτικά λόγια. Αν και έχει καλοσχηματισμένο κορμί, τίποτα πάνω της δεν θυμίζει αυτό που εκλαμβάνουμε ως «όμορφο». Ελάχιστα την αφορά να βρει ερωτική χημεία με κάποιον ή τουλάχιστον έτσι λέει σε όλους. Είναι άλλωστε από αυτές τις γυναίκες που ζουν διαρκώς και με άνεση μονόπλευρους και ανομολόγητους έρωτες χωρίς να ξέρει κάτι διαφορετικό. Όσο υψηλή ευαισθησία κι αν έχει σε θέματα αισθητικής, άλλη τόση ανοχή έχει στην ανθρώπινη ασχήμια. Αν υπήρχε μια δουλειά που θα έκανε με πάθος θα ήταν να γράφει παραμύθια ή να διακοσμεί κοινόχρηστους χώρους. Ενώ δεν της φαίνεται καθόλου, αγαπάει τα μεγάλα και φαντασμαγορικά θεάματα όπως την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Έχει βαρεθεί το ποδήλατο με το οποίο κινείται εδώ και χρόνια αλλά δεν έχει χρόνο και χρήματα να πάρει μηχανή. Μπορεί όμως και να το αναβάλει γιατί κατά βάθος φοβάται την ταχύτητα και το ρίσκο.

Υπήρξε μια εποχή που η Σ. άνοιγε τη πόρτα της και έβγαινε έξω χωρίς να το σκεφτεί και πάντα έβρισκε τον τρόπο να καταλήγει στα μέρη που τα ενδιαφέροντα πράγματα θα συνέβαιναν. Δεν υπήρξε ποτέ party animal ή rock’n’roll queen και δεν κυνηγούσε ποτέ τον φωτεινό προβολέα. Είχε όμως το έμφυτο χάρισμα να βρίσκεται στο μέρος που θα φιλοξενούσε το πιο ενδιαφέρον συμβάν της πόλης, να επιλέγει ενστικτωδώς τα αυθόρμητα κοσμικά events και να είναι παρούσα σε περιστατικά που θα γεννούσαν τους πιο παράδοξους αστικούς μύθους. Πλέον, τίποτα δεν τη συνδέει με εκείνο το κορίτσι που χόρευε σαν τρελό στα αλαφιασμένα rave πάρτι στα χωράφια της Αττικής. Ήταν πάντα χαρισματική η Σ. Και διατηρεί ακόμη τα όμορφα χαρακτηριστικά της. Με το ανεπαίσθητο χαμογελάκι της μπορούσε εύκολα να γοητεύσει οποιονδήποτε. Κοιτούσε τα πράγματα με λαχτάρα, σαν να θέλει να αποθηκεύσει τις εικόνες. Στη πραγματικότητα δεν κρατούσε πολλά στη μνήμη της και ακόμη λιγότερα ένιωθε πραγματικά. Από μικρή είχε μια ανεξήγητη σχέση αγάπης με τη Μαφάλντα γιατί έβρισκε μια τραγικότητα στο σκίτσο της. Αν της δίνονταν η ευκαιρία να ζήσει κάπου στο εξωτερικό θα επέλεγε το Τόκυο. Ο Ασιατικός κώδικας αισθητικής κούμπωνε με ένα μεταφυσικό τρόπο μέσα της. Συνήθως επιλέγει να πίνει κάποιο κοκτέιλ, με βάση το αν τη γοητεύει το χρώμα του ή το ποτήρι που σερβίρεται και όχι απαραίτητα η γεύση του. Η Σ επένδυσε όλο της το “είναι” σε έναν άνθρωπο μέχρι που ήρθε η τραυματική πρόσκρουση. Η πτήση προσγειώθηκε ανώμαλα στο έδαφος μετά από μια εξαετία γεμάτη κενά αέρος και ακραίες καιρικές συνθήκες. Από τότε, η Σ. είναι μόνη της και έχει περάσει ολόκληρες βδομάδες κλειδωμένη σπίτι της. Πλέον, σπάνια βγαίνει από το εξοπλισμένο και hi-tech διαμέρισμά της. Έχει δυο laptop και ένα i-pad. Η ώρα είναι περασμένες τρεις. Μέσα στη νύχτα η Σ. μετράει τα dm σβήνει παλιά private messages, ταξινομεί τα email στο inbox, κάνει update στο λογισμικό και μετράει τα αναπάντητα sms της ημέρας. Κάποτε, τέτοια ώρα, μετρούσε τ’ άστρα.

 

*Οι φωτογραφίες είναι από την ομώνυμη ταινία του Robert Altman

Posted in Interlude | Leave a comment

The Beguiled – Η Αποπλάνηση

Η σεξουαλικότητα είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου στην νέα ταινία της Σοφία Κόπολα, η οποία διασκευάζει ένα ξεχασμένο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ στον κεντρικό ρόλο του στρατιώτη που βρίσκει άσυλο σε ένα σχολείο θηλέων οικότροφων. Εκείνη η έντεχνη ηθογραφία του τεχνίτη Σίγκελ, αποτελούσε ένα σχόλιο στη Δύση της σεξουαλικής απελευθέρωσης που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια και ελάχιστη σχέση έχει με την φετινή δηλητηριώδη αλληγορία.

Η Κόπολα αφήνει το «καλό» ή το «κακό» να φωτιστούν σαν ένα αίνιγμα της ανθρώπινης φύσης. Οι σεξουαλικές δυνατότητες διαστρέφουν τη φύση των ηρώων. Η Νικόλ Κίντμαν χρωματίζει τα δρώμενα και η Κρίστεν Ντάνστ κοντράρεται με την μητριαρχική πειθαρχεία. Δίπλα τους, ο Κόλιν Φάρελ ερμηνεύει τον ελκυστικό και σαστισμένο άνδρα (δίχως την macho σοβαροφάνεια του Ίστγουντ). Ο έκπτωτος στρατιώτης γίνεται ανθρώπινο πιόνι σε μια σκακιέρα που δεν αντιλαμβάνεται. Η αρσενική του φύση άγεται και φέρεται, εκμεταλλευόμενη τη γυναικεία φιλοξενία. Λες και είναι ο «κακός» της ιστορίας που θα ταράξει τα θεμέλια της θηλυκής αδελφότητας. Οι γυναίκες θα είναι οι μεσσίες μια θυσίας, που παραπέμπει σε ευνουχισμό.

80za_2.jpg

Η απατηλά απλοϊκή ιστορία αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα τη φιλοσοφική της οδό. Η «επιθυμία» γίνεται παράδοξο που αποκτά τοξική υπόσταση και είναι ο αστάθμητος παράγοντας που διαρρηγνύει τα τοιχώματα των ψευδο-φεμινιστικών αντιλήψεων. Σαν αποτέλεσμα, η ψευδαίσθηση της αδελφότητας καταρρέει, επειδή τόλμησε το ανήκουστο: να ξεστρατίσει στα μονοπάτια του πόθου και να «αποπλανηθεί». Η «θηλυκή συνείδηση» όμως τελικά γίνεται ισχυρότερη, θωρακίζοντας την προκατάληψη που την κρατάει ενωμένη.

Η Σοφία Κόπολα κινηματογραφεί λακωνικά μια σκοτεινή αντανάκλαση του πιο σκληρού προσώπου της μητριαρχίας, χωρίς το εστέτ ύφος που κλείνει δυνατά την πόρτα στο πρόσωπο του θεατή. Μπορεί κανείς να βυθιστεί στο φιλμ ή απλά να το παρατηρεί, εξαιτίας της νωχελικής εξέλιξης των γεγονότων. Η «πλοκή» άλλωστε εξελίσσεται ανάμεσα στις σκηνές. Τα σημεία της δράσης δηλαδή που θα φώτιζε το ψυχαγωγικό Χόλιγουντ, «συμβαίνουν» αμέσως μετά το cut και λίγο πριν το ξεκίνημα της επόμενης σκηνής. Πρόκειται τελικά για ένα φιλμ που απευθύνεται σε θεατές που δεν διστάζουν όταν οι χρόνοι της ταινίας δεν είναι στα μέτρα τους, ούτε απορούν εάν δεν κατανοούν μια στρωτή πλοκή και που αποβλέπουν στις ταινίες ως αξίες.

80za_3.jpg

Απο το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #133

Big Boi

Boomiverse

Χρειάζεται αρκετή τόλμη και δουλειά ώστε το «σκοτεινό μισό» των OutKast να βρει τα πατήματα μιας σόλο καριέρας, ξεφεύγοντας από τη μεγάλη σκιά που ακόμη ρίχνει το (προσωπικό) Speakerboxxx (2003) και το Stankonia (2001), τα οποία κυκλοφόρησαν όταν το θρυλικό ντουέτο διέπρεπε στον χώρο του hip hop. Κανείς δεν θα το παραδεχθεί ανοιχτά, αλλά η φωτογένεια και η ευρηματικότητα του πολυσχιδούς Andre 3000, αυξάνει λίγο περισσότερο τις απαιτήσεις για κάθε δισκογραφικό βήμα του Big Boi. Στο Boomiverse, όμως, ο έμπειρος ράπερ καταφέρνει περήφανα και αφήνει το στίγμα του στην εποχή της πρωτοκαθεδρίας του Kendrick Lamar.

Το νέο άλμπουμ του Big Boi είναι πλούσιο σε ελέη και πατάει με αυτοπεποίθηση στα ηλεκτρονικά bleeps, με 12 τραγούδια που εκπέμπουν σοβαρές δονήσεις. Το αυτάρκες σύνολο δεν περιέχει περιττές συνεργασίες για τη μαρκίζα, ούτε άστοχα ιντερλούδια για εντυπωσιασμό και υπερβολική διάρκεια, ώστε να πλαδαρέψει σε ύφος: αντιθέτως, ο δίσκος καταφέρνει και δεν υστερεί καθόλου σε groove. Οι space disco εκφάνσεις του “Mic Jack”, η ακαταμάχητη μελωδικότητα του “Get Wit It” –με τον εμβόλιμο Snoop Dogg να απογειώνει το κομμάτι– και η «βρώμικη» ταχυλογία των Killer Mike & Jeezy στο “Kill Jill” αποτελούν τις καλύτερες στιγμές. Επιπλέον, οι λεκτικές μανούβρες του περιπετειώδους “Order Οf Operations” επιβάλλουν επαναλήψεις στην ακρόαση, ενώ η εξαιρετικά φροντισμένη παραγωγή του “Chocolate”, με το πυρωμένο beat και τα ρομποτικά φωνητικά, θα έκαναν τη Missy Elliott να μειδιάσει με ικανοποίηση.

Ο Big Boi δεν έχει λοιπόν ανάγκη να παριστάνει τον μάγκα «γειτονιάς» και δεν χρειάζεται εξάρσεις εφηβικού μισογυνισμού ή gangsta κλισέ για να θολώσει τα νερά. Έχει εμπιστοσύνη στο υλικό του. Μπορεί ο δίσκος να μην κάνει το πέρασμα στο ευρύ κοινό, αλλά ο στυλιστικός πλουραλισμός και η τέχνη στην παραγωγή (τα εύσημα πάνε ιδίως στους Organize Noize) σώζουν ακόμα και αδύναμες στιγμές σαν το “In Τhe South”, το οποίο δοξάζει την κληρονομιά του Pimp C· ή το “All Night”, που φέρνει κατά νου κάτι από τον «γουέστερν ραπ» πειραματισμό του αποτυχημένου Idlewild (2006).

Το Boomiverse προδίδεται μόνο από κάποιες στιγμές εδώ κι εκεί στις οποίες βουτάει στην κληρονομιά της δεκαετίας του 1980 και σε κάμποσες εύκολες λύσεις στην παραγωγή (σε κομμάτια όπως το “Freakanomiks”). Ίσως δηλαδή τέτοιες επιλογές να ακουστούν ολίγον «συνηθισμένες», σε ένα σύνολο που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικεί το credit του «φρέσκου», με αποτέλεσμα πολλοί πιτσιρικάδες να θυμηθούν ότι αυτό που ακούνε είναι το «ραπ του μπαμπά».

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Heat-Wave: 10 περιπτώσεις στις οποίες ο καύσωνας «χτύπησε» τη μεγάλη οθόνη

Διανύουμε την πιο ζεστή βδομάδα του χρόνου. Μια καλή λύση για τον καύσωνα και τις θερμοκρασίες που πιθανότατα θα «γλύψουν» τους 46 βαθμούς Κελσίου στην Αθήνα, είναι το home cinema, με το κλιματιστικό για μοναδικό σύμμαχο.

Ακολουθεί μια λίστα από ταινίες στις οποίες οι υψηλές θερμοκρασίες όρισαν την ατμόσφαιρα, τις πράξεις και την ψυχολογία των ηρώων. Ταινίες που αγαπήσαμε και στις οποίες ο καύσωνας αποτελούσε βασικό στοιχείο στη σκηνοθεσία και την πλοκή…

Rear Window (1954)

81tMvw_2.jpg

Έχοντας μια σταθερή οπτική, που κρατάει τον θεατή καθηλωμένο μαζί με τον ήρωα (Τζέιμς Στιούαρντ) ο οποίος βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, ο Χιτς δημιουργεί ένα ολόκληρο σύμπαν από χαρακτήρες σε εκείνη την αξέχαστη αυλή που έβλεπαν τα παράθυρα των πολυκατοικιών. Η υπερβολική ζέστη είναι ο λόγος που αναγκάζονται οι ένοικοι να κρατάνε τα παράθυρα ανοιχτά και να είναι εκτεθειμένοι στους γείτονες. Πέρα από τη δημιουργία ενός πανούργου σασπένς, που παραδόξως εντείνει η απουσία δράσης, η πιο δαιμόνια παράμετρος της ταινίας είναι το ηδονοβλεπτικό σχόλιο, τόσο για τον ήρωα όσο και για τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.

12 Angry Men (1957)

81tMvw_3.jpg

Δώδεκα ένορκοι κλείνονται σε ένα δωμάτιο για να καταδικάσουν με συνοπτικές δοκιμασίες ένα αγόρι που κατηγορείται ότι διέπραξε μια δολοφονία. Όμως, ο προοδευτικός χαρακτήρας του Peter Fonda είναι αυτός που την τελευταία στιγμή σπέρνει το σπόρο της αμφιβολίας και σπάει την ομοφωνία. Η κουφόβραση στη Νέα Υόρκη είναι αφόρητη και η ζέστη πυροδοτεί τις ηθικές συγκρούσεις. Kλειστοφοβικό δράμα, διορατικά σκηνοθετημένο από τον Σίντνευ Λιούμετ ως προς τις συνθήκες κλειστοφοβίας, με δώδεκα ερμηνείες απίστευτου νεύρου και με τους ανεμιστήρες να μη βοηθάνε καθόλου.

Body Heat (1981)

81tMvw_4.jpg

Εν μέσω αφόρητου καύσωνα, θα δημιουργηθεί ένας παράνομος δεσμός ανάμεσα σε μια παντρεμένη femme fatale και σε έναν σχετικά αφελή δικηγόρο. Η Kathleen Turner θα υποδυθεί μια απίστευτα ερωτική και επικίνδυνη γυναίκα που θα παρασύρει την δικηγόρο (William Hurt) στο έγκλημα πάθους. Ένα από τα πιο καυτά και «ιδρωμένα» film noir που έγιναν ποτέ και μαζί μια ταινία ορόσημο για τον στυλιζαρισμένο ερωτισμό της δεκαετίας του 1980.

Do The Right Thing (1989)

81tMvw_5.jpg

«I have today’s forecast: HOT!» ήταν τα λόγια του DJ Love Daddy (τον υποδύονταν ο Samuel Jackson) στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας – βόμβα μολότωφ, που σκηνοθέτησε ο Spike Lee. O υπερβολικός καύσωνας εντείνει τις συγκρούσεις στο γκέτο και πυροδοτεί την φυλετική βία. Ποτέ άλλωτε η διεύθυνση φωτογραφίας δεν κατέγραψε τόσο ζωντανά την άβολη αίσθηση της αφόρητης ζέστης μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η κάψα, οι Public Enemy, η θορυβώδης γειτονιά, η πιτσαρία των Ιταλοαμερικάνων, οι αντικρουόμενες διδαχές του Malcom X και του Martin Luther King και το ρατσιστικό πάθος, βρίσκονται σε θερμοκρασία βρασμού, πράγμα που θα οδηγήσει στη σοκαριστική κορύφωση του φινάλε.

Falling Down (1993)

81tMvw_6.png

Οι απόψεις ακόμα διίστανται σχετικά με το εάν ο ήρωας που υποδύεται ο Michael Douglas στο απίθανο δραματάκι αστικής παράνοιας του Joel Schumacher, είναι παρανοϊκός ή ανθρώπινο θύμα μιας «κακής στιγμής». Πάντως, το Falling Downκατηγορήθηκε ως ταινία-πρότυπο σύγχρονου μικροαστικού φασισμού. Ένα ακραίο μποτιλιάρισμα εν μέσω αφόρητης ζέστης και ένα χαλασμένο air condition είναι η αφορμή για να σαλτάρει ο ήρωας και να ξεκινήσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, προς κάθε εκνευριστικό άνθρωπο και κάθε κανόνα που μπορεί να σου καταστρέψει τη μέρα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκηνή έκρηξης θυμού στα McDonald’s είναι σχεδόν κλασική.

Οι Απέναντι (1981)

81tMvw_7.jpg

Η πόλη σιγοβράζει τα βράδια του Αυγούστου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων γεφυρώνουν τα ανομολόγητα πάθη. Ο νεαρός ήρωας της ταινίας είναι γνωστός σαν το «Φάντασμα». Ένας απόμακρος παρατηρητής σε μια σκληρή πόλη από αφιλόξενους αυτοκινητόδρομους, φλιπεράδικα, πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές. Κλεισμένος στο δωμάτιο του, παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του την άγνωστη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Ο Γιώργος Πανουσόπουλος κινηματογραφεί με υπέροχο στυλ και διακριτικότητα, την ερωτική ενηλικίωση ενός ήρωα που θέλει να δει τη «γυμνή αλήθεια» της ζωής και να έρθει σε επαφή με κάτι «πραγματικό». Την περιπέτεια δηλαδή που δεν έζησε ποτέ και τις αόρατες στιγμές που παίρνει μαζί του κάθε πρωί το φως του ήλιου στον ουρανό της Αττικής.

Barton Fink (1991)

81tMvw_8.jpg

Για κάθε σοβαρό καλλιτέχνη, το «συγγραφικό μπλοκ» είναι η κόλαση. Τίποτα δεν σε προϊδεάζει όμως για την υπαρξιακή κόλαση στην οποία βουτάει ο διανοούμενος σεναριογράφος με το όνομα Barton Fink, σε ένα δωμάτιο ενός ξεχασμένου απ’ το Θεό ξενοδοχείο στο Χόλυγουντ, με τις ταπετσαρίες στον τοίχο να ξεκολλάνε απ’ τη ζέστη. Το σενάριο μιας φτηνοταινίας με θέμα έναν παλαιστή θα μετατραπεί σε υπαρξιακή Νέμεσις για τον αγαθό συγγραφέα (John Turturro) με τον αινιγματικό γείτονα (John Goodman) να ανοίγει τις πύλες της κολάσεως στο δρόμο προς τη «φλεγόμενη» λύτρωση του δημιουργικού μυαλού. Κάπου ανάμεσα στη “Λάμψη”, τον “Ένοικο” και το “Eraserhead”, το αριστούργημα των αδελφών Coen κλείνει θριαμβευτικά το μάτι με την αινιγματική ατάκα «I’ll show you the life of the mind».

Το Σπιρτόκουτο (2002)

81tMvw_9.jpg

Ένα ασφυκτικό διαμέρισμα που βράζει απ΄ το λιοπύρι θα χωρέσει όλη τη μικροαστίλα και την ενδοοικογενειακή λεκτική βία. Ο πάτερ φαμίλιας, η νοικοκυρά και τα τέκνα τους, θα βρεθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο με τα λεκτικά πυρά να εκτοξεύονται ακατάπαυστα. Ένας ποταμός από χυδαίες βρισιές και ασχήμιες μέσα στους τέσσερις τοίχους, συνθέτουν το πολυσυζητημένο ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη, ο οποίος σκηνοθετεί με γνήσιο μισανθρωπισμό και μπόλικη οργή τους ήρωές του να σβήνουν κάτω από σκληρές συνθήκες ζέστης.

The Day the Earth Caught Fire (1961)

81tMvw_10.jpg

Αντιπροσωπευτικό δείγμα ψυχροπολεμικής φαντασίωσης και ψυχαγωγικού θρίλερ αγωνίας μαζί, το “The Day the Earth Caught Fire” κουβαλάει ένα απλοϊκό αλλά διαχρονικό μήνυμα για την καταστροφική ανθρώπινη φύση που προκαλεί τη θεία δίκη. Δυο ταυτόχρονες πυρηνικές δοκιμές από Ρωσία και Αμερική, προκαλούν ανεξίτηλη ζημιά στην περιστροφή τη Γης, με ολέθριο αποτέλεσμα στις κλιματικές συνθήκες. Τίμιο θρίλερ στην παράδοση του “The Day the Earth Stood Still” με την κατάσταση συναγερμού της ακραίας ζέστης να αξιοποιείται κινηματογραφικά, παρά την χαμηλού κόστους παραγωγή.

Dog Day Afternoon (1975)

81tMvw_11.jpg

Ίσως το κορυφαίο heist movie του σύγχρονου Αμερικάνικου κινηματογράφου. Ταινία-ωρολογιακή βόμβα με τον Al Pacino σε σπάνια υποκριτική κορύφωση. Το σχέδιο δεν πάει καλά και οι τρεις ληστές εγκλωβίζονται μέσα στην τράπεζα κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους. Η ζέστη δημιουργεί πανικό και επηρρεάζει και τους περαστικούς που ανταποκρίνονται στην ιαχή “Attica!, Attica!”. Ένα κοινωνικό μανιφέστο με φινάλε-σοκ που σήμερα δεν υπήρχε περίπτωση να χρηματοδοτήσει μεγάλο στούντιο.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #132

 

Perfume Genius

No Shape

«Είμαι εδώ. Πόσο παράξενο…»

Με αυτά τα τρυφερά λόγια προς τον “Alan” κλείνει τον νέο του δίσκο ο Perfume Genius. Λίγο νωρίτερα του έχει πει: «Έχεις προσέξει ότι κοιμόμαστε τις νύχτες; Όλα είναι καλά».

Τα στοιχεία και τα υλικά με τα οποία μπορεί να ζήσει κανείς χαρούμενος, τελικά είναι πολύ απλά. Ακούγοντας στη σειρά τους δίσκους του Mike Hadreas, είναι σαν να παρακολουθείς την επούλωση των πληγών του, σε αληθινό χρόνο: από τη lo-fi εσωστρέφεια του Learning (2010) και την ωμή εξομολόγηση του Put Your Back N 2 (2012), μέχρι το λυτρωτικό, δημιουργικό ξέσπασμα του Too Bright (2014). Κάθε δίσκος του είναι μια μελαγχολική γιορτή για τσακισμένα αισθήματα και πνιγμένους πόθους.

Στην 4η δημιουργία του, ο Perfume Genius δικαιώνει το όνομα του αρώματός του και μας χαρίζει (περί δώρου πρόκειται άλλωστε) ένα πολυπρισματικόάλμπουμ, το οποίο αποτελείται από τραγούδια δύσπεπτης art pop. Τραγούδια δηλαδή λουσμένα στην αστερόσκονη, μα και στο χώμα. Με τους μώλωπες του κορμιού σε ανοιχτή θέα και με μια ορατή μελαγχολία στην καρδιά, το No Shape καταφέρνει πολλά περισσότερα από μια προσωπική αυτοθεραπεία: μπορεί να ρουφάει τους δικούς μας πόνους και τα κρίματα, και ύστερα τα εξαϋλώνει σε έναν δικό του κόσμο.

Στο πονεμένο θυμικό των δημιουργιών του ο Perfume Genius μας δίνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Ο δίσκος διαθέτει στρογγυλές γραμμές και τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους σε ανατρεπτική υπεροχή, με μια παραγωγή που αξιοποιεί θαυμάσια τόσο τα synths, όσο και τα έγχορδα. Όμως σε κάθε βήμα του δίσκου, διακυβεύονται σοβαρές ψυχικές μεταπτώσεις. Το μουσικό δάπεδο αποτελείται τη μία από κρύο τσιμέντο και την άλλη από ροζ βελούδο. Το αίμα διαδέχεται τα υγρά σώματος. Τη συναισθηματική τρυφερότητα διαδέχεται η σωματική βία. Οι queer ονειρώξεις και τα πνιγηρά αδιέξοδα καιροφυλακτούν στους στίχους, με τον Hadreas να πασχίζει να αναδυθεί από τους glam λαβύρινθους που έφτιαξε ο ίδιος για να χαθεί μέσα τους.

Το No Shape ακούγεται λοιπόν με την ίδια άνεση με την οποία θα απολάμβανες τη γλυκιά ερμηνεία μιας μούσας μαζί με τον πολυπρόσωπο θίασό της. Ειδικά στο “Run Me Through”, όπου η μεγαλοπρέπεια και ο αφηγηματικός πλούτος αποκτούν αξία ανεκτίμητη, σε μια εποχή που η pop προσπαθεί να υποβιβάσει τα πάντα στην οθόνη του smartphone.

Ο 35χρονος μουσικός παραμένει έτσι ένας darling της καλαισθησίας, ο οποίος μάχεται τους δαίμονες που ταλανίζουν το μυαλό του ενώ αυνανίζεται μπροστά στο πόστερ του Ziggy. Οι επιρροές του είναι άλλωστε πολλές και διάσπαρτες και ανεβάζουν τον πήχη της ψυχαγωγικής αξίας: στο “Just Like Love” αναπολεί την Kate Bush, στο “Go Ahead” θυμάται τον Prince, ενώ στο “Wreath” τιμάει τους Talk Talk. Και, παρότι δεν είναι ερμηνευτής ολκής, παράγει σεισμικό μέταλλο σε κάθε φθόγγο, καταφέρνοντας να βρεθεί σε κοντινή, γήινη επαφή με τον ακροατή. Ακούστε το κρεσέντο στο “Slip Away”, την ανάπτυξη του “Sides”, τα έγχορδα του ονειρικού “Every Night”, το R’n’B στυλιζάρισμα του “Die 4 You” ή τη σινεμασκόπ πανδαισία του “Choir”, η οποία σε στέλνει κατευθείαν σε ξεχασμένα όνειρα καστροφαντασίας.

Η κλασική αρμονία, οι ασχήμιες του παρελθόντος, οι βεβαιότητες που μας πρόδωσαν, η παραβιασμένη ηθική, μαζί με όλα όσα ανακλαδίζουν την ψυχή μας, «είναι εδώ». Στο ακέραιο και χωρίς σχήμα. Χάρη σε ένα μουσικό ταλέντο που βρίσκεται στην πλήρη ωριμότητά του και, αντί να περιφέρει το δράμα του, προτιμά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να τον αγαπήσει ξανά. Πόσο παράξενο…

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Πέντε ταινίες για το τέλος του κόσμου

Έχουμε συνηθίσει τα ειδικά εφέ και η φασαριόζικη καταστροφολαγνεία με τη συνοδεία pop corn να είναι η μόνη εφαρμοσμένη πρακτική ταινιών που ασχολούνται με το αβανταδόρικο ζήτημα του «τέλους του κόσμου». Όμως, όλα όσα δεν απασχολούν καθόλου τον συρφετό «σκηνοθετών» όπως οι Ρόναλντ Έμεριχ, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Μάικλ Μπέι, βρίσκονται στον πυρήνα των 5 παρακάτω ταινιών εσχατολογικού προβληματισμού, που χειρίζονται το ζήτημα του «τέλους του κόσμου» με παράδοξο τρόπο. Σε αυτές τις ταινίες, το τέλος των ημερών δεν συνδέεται με καταρρέοντα κτίρια, διαγγέλματα προέδρων και τρέξιμο καθημερινών ηρώων μέσα από φωτιές. Είναι ταινίες που δεν μιλούν για τον τρόμο απέναντι στις καταστροφές, αλλά θέτουν ως μεγαλύτερο ανθρώπινο φόβο την απώλεια του ελέγχου της μοίρας…

Melancholia (2011)

82smvw_2.jpg

Η κατάθλιψη και η οργή σε σχέση με την τιμωρία και την κάθαρση αντανακλούνται ποικιλότροπα στο πλούσιο έργο του πιο διάσημου προβοκάτορα του ευρωπαϊκού σινεμά. Όμως στο Melancholia, ο von Trier καταφέρνει και δένει πιο αριστοτεχνικά από ποτέ τον κοινωνικό ρεαλισμό και την υπερβατική του ματιά στην αλλοτριωμένη ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για ένα επίπονο διανοητικό παζλ-μονόδρομο για το συμφιλιωτικό φινάλε μιας αυτοεξορισμένης από την πληροφορία και την τεχνολογία μπουρζουαζίας με τη λύτρωση από τον αδιόρατο ψυχικό πόνο της. Ο φακός του Δανού διχάζεται ανάμεσα στην ηδονή του να τιμωρεί βάναυσα τις γυναικείες φιγούρες στο έργο του (ψυχαναλυτική επέκταση της προσωπικότητάς του) και στην ταύτισή του με την απόγνωση που νιώθουν. Μετά το στοχασμό στα Dogville και Mandelray, τις ψυχαναλυτικές φανφάρες του Antichrist, τον ιδεολογικό εξπρεσιονισμό του Europa και τον συναισθηματικό εκβιασμό του Dancer In The Dark, είναι ανέλπιστη η διακριτικότητα του Melancholia. Ο von Trier παρατηρεί το μικρό γενεαλογικό ψηφιδωτό χαρακτήρων που σκαρφίστηκε, σε μια ζεστή τελετή γάμου όπου η ετοιμόρροπη ισορροπία της νύφης καταρρέει αργά και επίπονα. Η ρευστότητα της απειλής μεταμορφώνει τη συνείδηση των ηρώων. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτεί ο άγνωστος αστέρας, μετράει αντιστρόφως ανάλογα με την εξυγίανση (ή τη συμφιλίωση) της νύφης με το βαθύ σύμπτωμα της συναισθηματικής αποξένωσης. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι μελαγχολικοί, κυνικοί και αποξενωμένοι αλλά στην καρδιά της «ρήξης» υποβόσκει μια αντιπαλότητα φιλοσοφική: η μελαγχολία είναι η αντανάκλαση μιας παθολογικά άρρωστης κοινωνίας. Η νόσος του μυαλού θα μετουσιωθεί σε ένα κακοποιό πεπρωμένο.

The Last Wave (1977)

82smvw_3.jpg

Αυτό που έκανε ξεχωριστό σκηνοθέτη τον Πίτερ Γουίαρ, ήταν η διορατικότητά του στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε ασυνήθιστες συνθήκες και η οικονομία με την οποία καταφέρνει να εκφράσει τα πιο μυστικά συναισθήματα. Σε αυτή την παράξενη ταινία των τελών της δεκαετίας του 1970, ο Γουίαρ υπέγραψε την πιο αθόρυβη ταινία με θέμα το τέλος του κόσμου χωρίς ίχνος των συμβάσεων της επιστημονικής φαντασίας που ήταν στο απόγειό της τότε. Ο Ρίτσαρντ Τσάμπερλειν υποδύεται έναν οικογενειάρχη που θα κληθεί να βρει την άκρη του νήματος ενός αρχέγονου μυστικού μέσα από μια άνιση εμπλοκή με το άγνωστο. Η μοντέρνα καθημερινότητα θα συγκρουστεί με αρχαία πνεύματα που κατέχουν τα μελλούμενα, με κοσμικές προφητείες και με αρχαίους αντίλαλους από τις φυλές των ιθαγενών και των μυστήριων δοξασιών των μάγων τους. Όπως πάντα στις ταινίες του Γουίαρ, τα στοιχεία της φύσης θα σπάσουν τα συμβολικά δεσμά της υπαρκτής αντίληψης. Ειδικότερα το νερό με τη μορφή καταιγίδας, πλημμύρας και καταστροφικού τσουνάμι. Τα κοσμογονικά οράματα προειδοποιούσαν για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός κύκλου ζωής. Πάντοτε οι αλλόκοτες παραβολές του Γουίαρ, εξελίσσονται εσωτερικά και χάρη στην ικανότητά του να υποβάλει και τον τρόπο του να αποκαλύπτει όσα διαδραματίζονται στη σκακιέρα των πιθανοτήτων. Η φιλοσοφία του αόρατου φόβου δεν διεκδικεί την άμεση προσοχή του θεατή αλλά τελικά καταφέρνει και τον περικυκλώνει, η αντίδραση μοιάζει με το δέος στα μάτια του πρωταγωνιστή στην τελευταία σκηνή που εξατμίζονται όλες οι προκαταλήψεις και οι αμφιβολίες όταν αντικρίζει το καταστροφικό παλιρροιακό κύμα να έρχεται.

Last Night (1998)

82smvw_4.jpg

Αυτό το μικρό κινηματογραφικό διαμαντάκι από τον Καναδά το έχουν δει ελάχιστοι, αλλά πρόκειται για ένα άριστο δείγμα μοντέρνου σινεμά με ανέλπιστη συνέπεια ύφους και ιδεών. Στην ταινία του Ντον Μακ Κέλαρ, ο κόσμος γνωρίζει από καιρό ότι ο πλανήτης θα καταστραφεί τα μεσάνυχτα και ο καθένας έχει λίγες ώρες για να ξοδέψει με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Δεν υπάρχει κατάσταση συναγερμού γιατί το αναπόφεκτο έχει γίνει γνωστό από καιρό. Ο Καναδός σκηνοθέτης μεταφέρει τα κοσμογονικά νοήματα στο ανθρώπινο ψυχολογικό ταμπλό. Παρατηρεί λίγους χαρακτήρες και μελετά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την τελευταία τους μέρα πάνω στη Γη. Μια πικρή ελεγειακή ταινία με ολοκληρωμένη δομή τραγωδίας, αλλά με σπάνια τρυφερότητα που φέρνει δάκρυα. Με την σπονδυλωτή αφηγηματική όψη ιστοριών που διασταυρώνονται με ήρωες που σύρονται υποχρεωτικά στο κατώφλι ενός είδους Αποκάλυψης, είτε παθαίνοντας ανοσία στην καταστροφολογία, είτε γιορτάζοντας, είτε διαπράττοντας βανδαλισμούς είτε πραγματοποιώντας σεξουαλικές φαντασιώσεις, είτε απλά ψάχνοντας να αγαπηθούν την ύστατη ώρα. Το κερδισμένο στοίχημα είναι οτι το κρεσέντο εκπλήρωσης αναγκών κλέβει τη παράσταση από το βαρυσήμαντο φινάλε κάθε ζωντανής ύπαρξης. Ο Μακ Κέλαρ χάρη στην ευλύγιστη και γεμάτη χάρη σκηνοθεσία του κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, η προοπτική του ανοίγει διακριτικά, προσπερνάει τα δυσοίωνα συναισθήματα καταστροφής και αποξένωσης και αποκαλύπτει συναισθηματικές παραμέτρους στη καρδιά των ηρώων που έμειναν αθέατες και ανθρώπινες αξίες που επιβιώνουν από την ολοκληρωτική καταρράκωση κάθε ίχνους ζωής.

Take Shelter (2012)

82smvw_5.jpg

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Until The End Of The World (1989)

82smvw_6.jpg

Τοποθετημένο χρονικά στο μακρινό έτος του 1999, το φιλμ του Βιμ Βέντερς έχει το επίκεντρο της ιστορίας μια γυναίκα που μετά από ένα ατύχημα, θέλει να μεταβεί στο Παρίσι για να μεταφέρει εκεί τα χρήματα μιας ληστείας. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει τη βοήθεια ενός κυνηγημένου από την CIA, ο οποίος διαθέτει μια συσκευή που ανιχνεύει τα όνειρα και τις σκέψεις του μυαλού. το οποίο θα ανακαλυφθεί από τον ήρωα μέσα από μη γραμμικά μονοπάτια. Το τέλος του κόσμου θα συνδεθεί άμεσα με τα υποκειμενικά οχυρά του συναισθηματικού μας κόσμου αλλά και με ζητήματα ηθικής και τεχνολογίας. Η αδυναμία του ανθρώπου να νοιώσει και να επικοινωνήσει, θα τιμωρηθεί κάτω από το βάρος μιας αόρατης αναγκαιότητας με τη μορφή πυρηνικής απειλής. Η βασική νοηματική παράμετρος της ταινίας είναι πως οι αναλύσεις και οι υπολογισμοί της συντέλειας δεν ανήκουν στους αστρονόμους αλλά στους ψυχαναλυτές. Ο Βέντερς βλέπει με συγκρατημένη περιφρόνηση τους ήρωές του να αδυνατούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια σειρά αντιδράσεων και πρακτικών που ορίζουν το πλαίσιο της μοναξιάς τους. Μπορεί τον Γερμανό σκηνοθέτη κατά καιρούς να τον έχουμε αγαπήσει, να τον έχουμε αποκηρύξει, να τον έχουμε αποθεώσει και ενίοτε να τον έχουμε βαρεθεί, αλλά η ματιά του παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Την ταινία κοσμούσε ένα υπέροχα πληθωρικό soundtrack με τραγούδια του Nick Cave, των U2, των R.E.M. και των Talking Heads, του Lou Reed και του Elvis Costello μεταξύ πολλών άλλων.

Aπό το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #131

Gorillaz

Humanz

Μετά το hangover της ποδοσφαιροποιημένης britpop αντιπαλότητας μεταξύ Oasis και Blur, ο Damon Albarn είχε ανάγκη να αποδράσει με όχημα μια αόρατη μπάντα, στην οποία έδωσε ψηφιακή εικόνα και πνοή ο Jamie Hewlett. Οι Gorillaz έγιναν έτσι ένα ακόμη μουσικό προσωπείο για τον Albarn, ο οποίος το αξιοποίησε στο έπακρο με σκοπό να τεντώσει τις ηλεκτρονικές του εμμονές και να γυμνάσει το soul ένστικτό του, επεκτείνοντας παράλληλα την pop εκλεκτικότητα που πάντα τον χαρακτήριζε. Από το 2ο κιόλας άλμπουμ (Demon Days, 2005), μάλιστα, το virtual σχήμα αγκάλιασε περήφανα το mainstream. Στη συνέχεια, το Plastic Beach (2010) ήταν μια διαδραστική εμπειρία ιδιωτικών ακροάσεων, η οποία συνδύαζε φιλόδοξες αναζητήσεις σε widescreen καμβά, ενώ το The Fall (2011) συνέχισε τη multimedia εμπειρία με video που λύσσαγαν να γίνουν meme και με τραγούδια που προτιμούσαν να ντύνουν installations.

Μια επταετία αργότερα, με τις σχέσεις μεταξύ των «εγκεφάλων» Albarn & Hewlett να έχουν και πάλι εξομαλυνθεί, οι Gorillaz επιστρέφουν με το Humanz. Μετά από ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ και ένα θριαμβευτικό reunion με τους Blur, ο Albarn βάλθηκε να ηχογραφήσει έναν περιπετειώδη δίσκο, ετοιμάζοντας στο μεταξύ –στο μυαλό του– και την επιστροφή των The Good The Bad And The Queen (του χρόνου). Ως εκ τούτου, είναι λογικό το Humanz να τον βρίσκει με άδειο ντεπόζιτο και είναι επόμενο ότι δεν διαθέτει τη φρεσκάδα να εξερευνήσει τη μεταμοντέρνα nu-soul της φουτουριστικής εποχής που φαντασιώνεται. Ο Albarn βρίσκεται εδώ σε δημιουργικό ντελίριο, ακολουθώντας τον καλπάζοντα οίστρο του από το ένα side project στο άλλο, αντί να πέφτει βουλιμικά στο «soul searching» που τόσο ένδοξα τον έχει τοποθετήσει στο βάθρο του ευφυέστερου εκπροσώπου της σνομπ, κωλοπαιδίστικης νεολαίας που γέννησε την έκρηξη της βρετανικής pop.

Στο σύνολό του, το άλμπουμ διακατέχεται από ένα άγχος να ακουστεί μοντέρνο: πασχίζει να πείσει για την πρωτοπορία του στην έκφραση και για το πόσο εύγευστα είναι τα πολύχρωμα κοκτέιλ ήχων τα οποία σερβίρει. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν ακριβό mixtape, πηγμένο στις «φιλικές συμμετοχές», με την κανονική εκδοχή να περιέχει 20 τραγούδια (η special edition έχει άλλα 6, που καλά έκαναν και δεν χώρεσαν στην κανονική διάρκεια).

Οι Gorillaz του Humanz δεν είναι πια οι προβοκάτορες της pop κουλτούρας· δείχνουν εγκλωβισμένοι σε ένα βολεμένο groove. Δεν μας δείχνουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, αλλά μοιάζουν με nerds που έφαγαν κόλλημα με τα smartphone apps και τα 360ο video. Η άβολη αίσθηση των επίπεδων τραγουδιών, τα χαοτικά ιντερλούδια και η θάλασσα από συνεργασίες, υπονομεύει κάθε σκόρπια έμπνευση εδώ κι εκεί. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, οι καλλιτέχνες που περνάνε από τον δίσκο δεν θα έβρισκαν ποτέ τον δρόμο τους στο σαλόνι του λευκού, μεσοαστικού ακροατηρίου –εκείνου που θέλει να παραμείνει hip και μετά τα 40 και στα πάρτυ γάμου (ή στα reunions) ξεδίνει με το “Song 2” των Blur. Όμως η ευεργετική του σημασία σταματάει κάπου εκεί, καθώς το αποτέλεσμα θυμίζει τις μινιμαλιστικές απόπειρες του Prince στη δεκαετία του 1980, με πολλά καρυκεύματα από τη χορευτική σκηνή του Detroit να καλύπτουν την άνοστη γεύση και τη μελαγχολική pop του Albarn να χρησιμοποιείται σαν ασπίδα γνησιότητας απέναντι στη συνολική μπαναλαρία των synths.

Πραγματικά, το “Let Me Out” με το ραπάρισμα του Pusha T και τις παρεμβολές της Mavis Staples είναι φτιαγμένο για να ακούγεται σε καγκουρομάγαζα με ολόλευκο εσωτερικό και black light με λέιζερ να δημιουργεί εφέ για χορό –η δε εστέτ παρουσία της Grace Jones πνίγεται στην αποπροσανατολισμένη παραγωγή του “Charger”. Ο δίσκος σώζεται εν τέλει με τραγούδια όπως το “Andromeda” και το “Momentz”, με τους De La Soul να δείχνουν την υψηλή τους κλάση. Προσωπικά, πάντως, πάτησα το repeat μόνο στο “Sex Murder Party”, όπου ο Jamie Principle και ο Zebra Katz ρυθμίζονται άριστα. Άκρως απολαυτικό είναι όμως και το “Hallelujah Money”, με την παραμορφωμένη crooner πόζα του Benjamin Clementine.

Θα επιστρέψουν κάποια στιγμή οι Gorillaz, να είστε σίγουροι. Αλλά ελπίζω να το κάνουν με μεγαλύτερη χάρη και με λιγότερο αποστασιοποιημένη πόζα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η θαυμαστή καριέρα του κυρίου Ντάνιελ Ντέι Λιούις

Με μια λιτή ανακοίνωση, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έκανε σαφές ότι θα αποχωρήσει από την ενεργό δράση, μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της νέας ταινίας του σκηνοθέτη Πωλ Τόμας Άντερσον.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ηθοποιός έχει κάνει ανάλογη δήλωση, καθώς πάντα μας έδινε να καταλάβουμε ότι δεν τον αφορά καθόλου η κινηματογραφική ζωή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οσκαρούχος σταρ εγκατέλειψε την κινηματογραφία και ασχολήθηκε για χρόνια με την …ξυλουργική και την υποδηματοποιία, όμως αυτή τη φορά η απόφαση φαίνεται τελεσίδικη. Σε ηλικία 60 ετών, πλέον, ο Ντέι Λιούις έχει δικαιώσει τον ρόλο του ερημίτη. Έχοντας διανύσει μια αξιοζήλευτη καριέρα 35 ετών, είναι εντυπωσιακό να αναλογιστούμε ότι ο Βρετανός ηθοποιός έχει κάνει μόλις 20 κινηματογραφικούς ρόλους. Η εκλεκτικότητά του τον αντάμειψε με 3 βραβεία Όσκαρ ανδρικού ρόλου, σε 5 συνολικά υποψηφιότητες -ένα πραγματικά σπουδαίο ρεκόρ.

82wwMv_1.jpg

Μετά από σκόρπιες τηλεοπτικές εμφανίσεις και μερικά κινηματογραφικά περάσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι θεατές είδαν για πρώτη φορά το άστρο του να λάμπει το 1985, όταν ερμήνευσε έναν αφελή υπερόπτη στο “Δωμάτιο Με Θέα” του Τζέιμς Άιβορι και έναν σκληροτράχηλο gay στη θατσερική Αγγλία, στο επαναστατικό “Ωραίο Μου Πλυντήριο” του Στίβεν Φρίαρς. Ο διάσημος κριτικός Roger Ebert είχε γράψει εκείνη τη χρονιά: «βλέποντας αυτές τις δυο ερμηνείες δίπλα-δίπλα, είναι σαν να επιβεβαιώνεται το θαύμα της υποκριτικής. Το γεγονός πως ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να παίξει αυτούς τους δυο ανθρώπους, είναι μαγικό».

82wwMv_2.jpg

Έχοντας ξεχωρίσει από μια φουρνιά σπουδαίων Άγγλων ηθοποιών, όπως ο Γκάρι Όλντμαν και ο Τιμ Ροθ, ο Ντέι Λιούις έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εξοντωτικές προετοιμασίες για κάθε ρόλο, στο πνεύμα των μεγάλων ηθοποιών της «Μεθόδου», από την πρώτη εποχή που ηγείτο ο Μάρλον Μπράντο μέχρι τη δεύτερη γενιά της δεκαετίας του 1970, με κορυφαίο εκφραστή τον Ντε Νίρο. Ο Ντέι Λιούις επέμενε π.χ. να μάθει τσεχοσλοβάκικα για την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” (1989) και να ζήσει στο δάσος μόνος του, για τον χαρακτήρα του στον “Τελευταίο Των Μοϊκανών” (1992) του Μάικλ Μαν. Η πρώτη καταξίωση ήρθε το 1989 με το δίκαιο Όσκαρ για την ταινία “To Αριστερό Μου Πόδι”, στην οποία υποδυόταν τον Κρίστι Μπράουν, έναν καλλιτέχνη που υπέφερε από εγκεφαλική παράλυση. Να σημειωθεί εδώ πως την εποχή που ο Ντέι Λιούις ερμήνευε τον ήρωα με αναπηρία, κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει ακόμα μανιέρα ως συντομότερος δρόμος προς τα βραβεία από τους σύγχρονους ηθοποιούς του Χόλυγουντ. Όπως ακριβώς και η επιλογή του Ντε Νίρο να πάρει 30 κιλά για το “Οργισμένο Είδωλο” είχε έρθει πολύ πριν τα συχνά «φουσκώματα» των μεταγενέστερων, που λιμπίζονταν βραβεία και αναγνώριση.

Η μεγαλύτερη ικανότητα του Ντέι Λιούις ήταν να υποδύεται καταραμένους χαρακτήρες που ταλανίζονται από αβάσταχτα πάθη έχοντας την επίγνωση πως η καθαρτήρια λύση θα βρίσκεται πάντα ένα βήμα μετά από αυτούς. Το πάθος του ηθοποιού έλαμψε σε δύο καθοριστικές ταινίες για την καριέρα του. Αρχικά αξίζει να θυμηθούμε τη διάσταση της πνευματικότητας την οποία έδωσε στη ρωμαλέα ορμή του ήρωά του στον “Τελευταίο Των Μοικανών” (1992), καθώς στάθηκε καταλυτική για το (συνήθως) macho σύμπαν των αρσενικών ρόλων του Μάικλ Μαν. Όμως η πιο λεπτοδουλεμένη και σύνθετη ερμηνεία του ήρθε στα “Χρόνια της Αθωότητας” του Μάρτιν Σκορσέζε. Εκεί ήταν όπου ξεδίπλωσε την τεχνική του, στον ρόλο ενός ανθρώπου που διχάζεται ανάμεσα στους μύχιους πόθους του και στις ταξικές απαιτήσεις που καλείται να εκτελέσει.

82wwMv_3.jpg

Το μελαγχολικό ρομάντζο του Σκορσέζε παραμένει η καλύτερη ταινία «εποχής» της δεκαετίας του 1990, μαζί με τα “Απομεινάρια Μιας Ημέρας” της ίδιας χρονιάς, σε ακηνοθεσία του Τζέιμς Άιβορι -ο οποίος και είχε λανσάρει την καριέρα του Ντέι Λιούις. To 1993 o ηθοποιός μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά για τον ρόλο του στο λαϊκό ιρλανδικό ψυχόδραμα “Εις το Όνομα του Πατρός”. Μια βίαιη και ενοχική σχέση πατέρα-γιου στην καρδιά των οδομαχιών στο Δουβλίνο και του πολιτικοποιημένου αιματοκυλίσματος του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία. Οι δύο ταινίες που ακολούθησαν για τον Ντέι Λιούις, αποδείχθηκαν αποτυχίες και η σχέση του με το σινεμά κλονίστηκε έτσι σοβαρά. Από τη μία δεν έγινε δεκτό με θετικά σχόλια το δράμα εποχής “Crucible” με θέμα το κυνήγι μαγισσών στον Μεσαίωνα και από την άλλη το “The Boxer” του Σέρινταν ήταν μία απο τις πιο αδιάφορες προσθήκες στο δοξασμένο σινεμά των βιοπαλαιστών μποξέρ. Το τελικό αποτέλεσμα, και στις δύο περιπτώσεις, δεν φάνηκε αντάξιο της εντατικής προετοιμασίας και της αφοσίωσης του ηθοποιού.

82wwMv_4.jpg

Αν η δεκαετία του 1980 ήταν το breakthrough και η δεκαετία του 1990 ήταν το φλερτ με το Χόλυγουντ, τα επόμενα χρόνια της καριέρας του ήταν αυτά της μεγαλομανίας, αποτελούμενα από 4 εμβληματικούς και «μεγαλύτερους απ’τη ζωή» χαρακτήρες. Πρώτος στη σειρά ο Bill “The Butcher” του χειροποίητου passion project του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο Gangs of New York (2002). Ο Ντέι Λιούις πήρε έναν ρόλο που προοριζόταν για τον Ντε Νίρο και ερμήνευσε τον αυταρχικό εθνικιστή που εξουσιάζει τη Νέα Υόρκη με πάθος που ξεπηδούσε από την οθόνη. Πέντε χρόνια μετά, ερμήνευσε τον Ντάνιελ Πλέινβιου, στο «κιουμπρικικής» σύλληψης έπος του Πωλ Τόμας Άντερσον “Θα Χυθεί Αίμα” (There Will Be Blood). Στο πρόσωπο του ήρωα εκφράστηκε η γέννηση του καπιταλιστικού πνεύματος και ο θρησκευτικός πόλεμος, στοιχεία που αμφότερα χάραξαν τον ψυχισμό της Αμερικής. Οι υπερτονισμένες εικόνες του Άντερσον και η μανιασμένη υπερβολή του Ντέι Λιούις, μας χάρισαν μια υπέροχη ταινία, η οποί χαιρετίζεται ως μία από τις 10 καλύτερες του αιώνα που ζούμε. Ακολούθησε ο ονειρικός στοχασμός του Nine (2009), που δοκίμασε έναν φόρο τιμής στο φελινικό “8 ½” μέσα από μια συρραφή διαφορετικών σεκάνς και μετά ήρθε η προσωπογραφία του προέδρου Λίνκολν το 2012, δια χειρός Στήβεν Σπίλμπεργκ. Μια προσεγμένη και άρτια προσέγγιση ενός οξύνοου και δίκαιου ανθρώπου, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας.

82wwMv_5.jpg

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η 8η ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον με τίτλο “Phantom Thread”, η οποία προορίζεται για τα Χριστούγεννα του 2017. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως σχετίζεται κάπως με τον κόσμο της μόδας στη δεκαετία του 1950. Ο δαιμόνιος σκηνοθέτης, πάντως, δεν έχει κάνει ποτέ στραβοπάτημα. Περιμένουμε λοιπόν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την τελευταία ερμηνεία ενός μεγάλου ηθοποιού, του οποίου οι επιλογές (όπως και οι μη-επιλογές), αλλά και το έργο του, θα μείνουν για πάντα στην κινηματογραφική ιστορία.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Sid & Nancy

83fSid_1.jpg

H καρμική και αυτοκαταστροφική σχέση του Σιντ Βίσιους με τη Νάνσι Σπάντζεν, ανήκει στις σπουδαιότερες ιστορίες που γέννησε η rock ‘nroll μυθολογία. Ο σκηνοθέτης Alex Cox κατέγραψε με τον φακό του την καταραμένη ιστορία του μπασίστα των Sex Pistols και της κοπέλας του, ακριβώς την εποχή που η «επικίνδυνη» ιδέα του punk έπαιρνε σάρκα και οστά. Το punk ήταν το σπουδαιότερο σύγχρονο μουσικό κίνημα, όχι για τη μουσική του αξία, αλλά γιατί απλά «συνέβη».  Η μουσική ιστορία χωρίζεται σε προ-Punk και σε μετά-Punk και ένας από τους σπουδαιότερους λόγους γι’ αυτό ήταν το δημιούργημα του Μάλκομ Μακ Λάρεν, oι Sex Pistols – που έγιναν ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων στην Αγγλία το 1977.

Το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Σιντ, της Νάνσι και της ηρωίνης, κατέστρεψε τους αντικοινωνικούς ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων στις πιο ζόρικες χρονικές συντεταγμένες για την ιστορία του rock. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν το punk σνίφαρε τις στάχτες του progressive, κατούρησε στον τάφο του δεινοσαυρικού ροκ και έφτυσε μια ροχάλα στη μούρη της disco. Ο Cox δεν θα μπορούσε να κάνει μια στρωτή αγιογραφία για την χαμένη νιότη – από αυτές που αγαπούν τα BAFTA- ούτε ένα ατίθασο rockumentary για το BBC4, με όλη την τυπολατρία που τα συνοδεύει. Λίγα χρόνια μετά το έξοχο “Repo Man”, ο σκηνοθέτης τόλμησε να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο τον punk νιχιλισμό στα πεζοδρόμια του Λονδίνου και τιμώρησε τους δυο ήρωές του, δείχνοντάς τους να σέρνονται σαν κουρέλια μετά από τις αυτοκαταστροφικές βουτιές στα ναρκωτικά.

83fSid_2.jpg

Συνήθως, στα μουσικά biopics, η φόρμουλα είναι ίδια: μεγάλοι βίοι και συμπυκνωμένο συναίσθημα, με πισωγυρίσματα στο χρόνο. Όμως το Sid & Nancy μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας που αναφέρεται. Ο νεαρός και οργισμένος Γκάρι Όλντμαν, στην πρώτη του σπουδαία ερμηνεία κάνει ένα αδιανόητο tour de force στο ρόλο του Σιντ. Με ένα πάθος που θυμίζει Ντε Νίρο στη δεκαετία του 70, ξεδιπλώνει τη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του, οι οποίες ταράζουν τη μονόχνωτη φύση του. Ενός μουσικού που ήταν χαμένος στην punk δυσοσμία και που σταδιακά βούλιαζε στην εγωπάθεια. Επίσης, η Κλόε Γουέμπ σωματοποιεί έξοχα την παρασιτική, ερωτική μανία της Νάνσι, ειδικά μέσα στους τέσσερις τοίχους του Chelsea Hotel.

Το φιλμ προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και τεμαχίζει τα γεγονότα, βλέπει πιο βαθειά και προσθέτει παραμέτρους στην προσωπική του αποτίμηση στον μύθο των Pistols. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τα ιστορικά μουσικά γεγονότα πάντα ένα βήμα μπροστά από τα φριχτά βιώματά του Vicious και υπογραμμίζει έξυπνα την «αλητήρεια» τυποποίηση. Η διακριτική (και όμως δεν είναι κουτσομπολίστικη) ματιά του Cox στην κατατονική και βαρετή καθημερινότητα του ζευγαριού με εξάρσεις αλητείας, βανδαλισμού και βίαια live που εν αγνοία τους έγραφαν τη σύγχρονη rock ιστορία, είναι απολαυστική ακόμα και 30 χρόνια μετά.

83fSid_3.jpg

Πρόκειται για ταινία που εκτός απ’ την εποχή του punk, μας θυμίζει και την εποχή που τα ανεξάρτητα Βρετανικά δράματα δεν έμοιαζαν μόνο με το The Theory of Everything ή με το King’s Speech. Στο τέλος, ο Sid Vicious κακοποιεί το My Way του Sinatra και πυροβολεί εν ψυχρώ το εφησυχασμένο κοινό. Στο νεφελώδες βλέμμα του είναι φανερή η διαπίστωση πως αν και οι εποχές έχουν διαφοροποιηθεί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Τέλος, προσέξτε το cameo της Courtney Love, μερικά χρόνια πριν γράψει το δικό της Kurt & Courtney. Τα παράδοξα της rock μυθολογίας βλέπετε…

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #130

Blondie

Pollinator

Αν έχετε ζήσει αμήχανες στιμές σε σχολικά reunion, διαπιστώνοντας ότι ο έρωτας της νιότης σας –για την οποία χάνατε ύπνο και δάκρυα στα χρόνια της αθωότητας– εξελίχθηκε πολύ άσχημα, τότε ίσως φαντάζεστε πώς ακούγεται το Pollinator, όπως και όλα τα πρόσφατα άλμπουμ των Blondie.

Η αέναη επιστροφή της αρχετυπικής ξανθιάς performer, που ήξερε πάντα πώς να αναβλύζει χυμούς, γίνεται βέβαια κάθε φορά δεκτή με χαμόγελο και με ένα συναίσθημα ελπίδας για νέα, ωραία τραγούδια. Πάνε πια σχεδόν δύο δεκαετίες από την επανένωση των Blondie, ύστερα από μια απαραίτητη 15ετή αποχή, και το Pollinator είναι ο 3ος τους δίσκος στα τελευταία 6 χρόνια –μια υπερπαραγωγικότητα την οποία δεν ζήτησαν ούτε οι πιο αμετανόητοι οπαδοί.

Το Pollinator ακολουθεί το Ghosts Οf Download του 2014 και βρίσκει το θρυλικό γκρουπ σε εξωστρεφή διάθεση συνεργασιών. Οι Blondie δείχνουν δηλαδή εδώ να κεφαλαιοποιούν την ιερή φήμη τους, συνεργαζόμενοι με τα πνευματικά τους τέκνα για να δηλώσουν με το στανιό «παρών» στην επικαιρότητα. Μαζί τους στο στούντιο μπαίνει λοιπόν η Sia, η Charli XCX, ο Nick Valensi των Strokes και ο David Sitek των TV On The Radio.

Η φωνή της Debbie Harry, η οποία έχει περάσει πια τα 70, ακούγεται πραγματικά τόσο καθαρή και απολαυστική, όσο και στα ένδοξα νιάτα της. Χαριεντίζεται όμορφα στο μικρόφωνο, αλλά οι τσαχπινιές της δεν πιάνουν τόπο. Ίσως να φταίει που τραγουδάει δίχως επίγνωση του τόπου και του χρόνου –σαν να μη θέλει να πιστέψει ότι οι εποχές στις οποίες έβαζε φωτιά στη φαντασία μας, πέρασαν. Επιπλέον, παρόλο που η παραγωγή ανήκει στον ικανό John Congleton (ο οποίος έχει επιμεληθεί σειρά κυκλοφοριών), το πλαίσιο διάθεσης των τραγουδιών αποδεικνύεται τόσο απελπιστικά επίπεδο, ώστε η όποια φρεσκάδα ακυρώνεται, καθώς δεν έχει μελωδίες να πατήσει.

Καλύτερη στιγμή είναι ίσως το “Fun”, ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έχει βγει από τα ομορφότερα δείγματα της ηλεκτρονικής pop των 1980s. Απολαυστικό είναι όμως και το “Long Time”, το οποίο στα πρώτα του δευτερόλεπτα φέρνει στιγμιαία στο μυαλό το “Heart Οf Glass” –μαζί και κάμποσα ενστικτώδη χαμόγελα ευδαιμονίας. Η μόνη δε «αληθινή» θα λέγαμε στιγμή του δίσκου είναι το “Fragments”, στο οποίο οι Blondie φέρονται σαν έμπειρο σχήμα και όχι σαν καλλιτεχνικό φαβορί μιας Eurovision. Και σιγά τη συμμετοχή του Johnny Marr…

Στην πραγματικότητα, οι Blondie δεν έχουν κυκλοφορήσει τίποτα σπουδαίο μετά το Autoamerican του 1980· από την άλλη, δεν σου πάει η καρδιά να τους κακολογήσεις. Τους χρωστάμε τόσες ξάγρυπνες νύχτες, στις οποίες φαντασιονώμασταν ότι ήμασταν στις πρώτες σειρές του ασφυκτικά γεμάτου CBGB, βλέποντας τη νεαρή Deborah Ann Harry να λαμποκοπάει βρώμικα, τραγουδώντας μεθυσμένη για τη «γυάλινη καρδιά» της.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

Monster Movies – Η κινηματογραφική ιστορία των κλασικών ταινιών με τέρατα

Το studio της Universal σε μια προσπάθεια να απαντήσει στον κατακλυσμό υπερ-ηρώων, ξεσκονίζει το χρυσωρυχείο εικόνων της από κλασικές «ταινίες τεράτων» στα αρχεία της. Τα φημισμένα Monster Movies φιλοδοξούν να δημιουργήσουν ένα νέο star-driven σύμπαν με την ονομασία “Dark Universe”. Όποια και να είναι η εμπορική και καλλιτεχνική μοίρα του μοντέρνου «σκοτεινού σύμπαντος», καλό είναι να γίνει μια αναδρομή στην παράδοση των Monster Movies και στην ιστορικό-κοινωνική τους αντήχηση, όπως πέρασε αρχικά στο σελιλόιντ της δεκαετίας του 1930.

83wm_2.jpg

Το νήμα της απαρχής των τρομακτικών ιστοριών που αντλούσαν υλικό από σκοτεινούς μύθους, ίσως να οδηγεί στο μακάβριο ρομάντζο του Νοσφεράτου (1922) του Φρίντριχ Μουρνάου. Αυτή η «συμφωνία τρόμου» θα πρόσφερε την πρώτη καθοριστική εκδοχή του μύθου του κόμη Δράκουλα, χάρη στην τολμηρή του εικαστική διάσταση. Το εξπρεσιονιστικό αριστούργημα είχε απορροφήσει έντονες επιρροές απ’ το κίνημα του ρομαντισμού και θα γνώριζε μεγαλύτερη δόξα απ’ την Αμερικάνικη εκδοχή του Δράκουλα που γυρίστηκε το 1931, με τον επιβλητικό Bela Lugosi στο ρόλο του κόμη από την Τρανσυλβανία. Λίγο νωρίτερα όμως, το 1920, ο Πάουλ Βέγκενερ είχε ολοκληρώσει το προπολεμικό έπος «Γκόλεμ», που αναφέρονταν σε έναν αρχαίο εβραικό μύθο που ήθελε ένα άψυχο πλάσμα να ζωντανεύει χάρη στην θεική πνοή. Ο εκλεκτισμός και η αύρα του «Γκόλεμ» αποτέλεσε την αρχή των σπουδαίων ταινιών τρόμου και επηρέασε την εικονογραφία των πρώτων χολυγουντιανών ταινιών του είδους. Μια από τις ταινίες που γέννησε ο αντίκτυπος του «Γκόλεμ», ήταν το πρώτο «Φρανκενστάιν» (1931), ένα φιλμ κομβικής σημασίας, γυρισμένο στις ΗΠΑ από τον Τζέιμς Γουέιλ. Το «Γκόλεμ» βέβαια, δεν διέθετε μια αρχετυπική μορφή σαν τον Μπόρις Καρλόφ που κυριαρχούσε στον «Φρανκενστάιν».

83wm_3.jpg

Ο Καρλόφ πέρασε στην κινηματογραφική αθανασία χάρη στον ρόλο του νεκρού πλασματος που απέκτησε μαρτυρική ζωή, εξαιτίας της ύβρης των δυνάμεων της ανθρώπινης προόδου. Ο φόβος της προμηθεικής και επικίνδυνης όψης της επιστήμης που πυροδότησε τη ρομαντική φαντασία της Μαίρη Σέλεϊ, έσπειρε τρόμο που πήρε ανησυχητικές διαστάσεις στην χτυπημένη από το κραχ Αμερική του ‘30. Η επιτυχία της ταινίας δεν ήταν απλά αποτέλεσμα μιας ανησυχίας για τα άλματα της επιστήμης προς ένα άγνωστο μέλλον, αλλά εξέφραζε και μια κοινωνική απελπισία που μεταφέρονταν στην τραγική αναμέτρηση του πλάσματος με μια ρεαλιστική πραγματικότητα που δεν έχει χώρο γι’ αυτό. Για πρώτη φορά, το τέρας δεν εμφανίζονταν σαν πηγή του κακού αλλά σαν θύμα, μια μυθική αντιστροφή τεράστιας σημασίας που δεν έγινε άμεσα κατανοητή στον καιρό της. Τα ψήγματα ρομαντικών στοιχείων που έδωσαν πνοή στους μύθους του άμοιρου «Γκόλεμ» και του θανάσιμα ερωτευμένου «Νοσφεράτου» βρήκαν το δρόμο τους και στην ταινία του Γουέιλ και ο τρόμος συνάντησε για πρώτη φορά την τραγωδία.

83wm_4.jpg

Ανάμεσα στον πρώιμο Γερμανικό τρόμο και στις ταινίες με κάθε λογής μεγάλα τέρατα στη δεκαετία του ‘40, άνθισε η χρυσή εποχή του είδους. Τα καλύτερα δείγματα της εποχής περιλάμβαναν τη «Μούμια» (1932) με τον Μπόρις Καρλόφ, τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933) με τον Κλοντ Ρέινς και αργότερα τον «Λυκάνθρωπο» (1935) με τον Λον Τσάνει Τζούνορ. Η «Μούμια» γνώρισε ένα κάκιστο σίκουελ με τίτλο «The Mummy’s Hand» (1940) και κάμποσες ξαχασμένες συνέχειες όπως το «The Mummy’s Tomb» (1942), το «The Mummy’s Ghost» (1944) και το «The Mummy’s Curse» (1944). Τον μύθο της Αιγύπτιας βασίλισσας που σηκώνεται από τον τάφο εξαιτίας μιας αρχαιολογικής ανασκαφής θα αναλάβει στη συνέχεια η εταιρεία Hammer, που ειδικεύονταν στον Γοτθικό τρόμο, με πρωταγωνιστή τον Christopher Lee.

83wm_5.jpg

Η φολκλόρ απειλή της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε λύκο εντυπώθηκε εξαιρετικά στο «Werewolf of London» (1935) και στο μεταγενέστερο «Wolfman» (1941). Αυτές οι δυο ταινίες ώθησαν το είδος προς έναν ανατέλλοντα κινηματογράφο της ψευδαίσθησης, χάρη στο εντυπωσιακό (για τα δεδομένα της εποχής) make-up και την πρόοδο των ειδικών εφέ. Το ίδιο ισχύει και για τον «Αόρατο Άνθρωπο» (1933), που βασίστηκε στο βιβλίο του H.G. Wells, με τον Claude Rains στον ρόλο του διαφανούς ήρωα. Η σημειολογία των μακάβριων τεράτων είχε σαν αντίπαλο τον εστέτ ρομαντικό τρόμο του «Phantom Of The Opera» (1925), ο οποίος απογειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 με την αριστουργηματική «Παναγία των Παρισίων» (1939), όπου είδαμε τον Τσαρλς Λότον στον ρόλο του Κουασιμόδου.

83wm_6.jpg

83wm_7.jpg

Παρά τα σπουδαία ξεσπάσματα των τρομακτικών τεράτων μετά το 1930, το στούντιο της Universal (που ήταν η φυσική μητέρα τους) έφτασε στην ιστορική κορύφωση των μύθων από το πρώτο κιόλας μισό της δεκαετίας εκείνης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το «The Creature From The Black Lagoon» του 1954. Η ιστορία του αμφίβιου ανθρωποειδούς ξέφευγε για πρώτη φορά από τις Γοτθικές καταβολές των Monster Movies και αντλούσε έμπνευση από αστικούς μύθους για γκροτέσκο ανθρώπους-ψάρια που ζούσαν στον Αμαζόνιο.

83wm_8.jpg

Αυτό που ακολούθησε ήταν η καθιέρωση και για πολλούς η εκλαΐκευση του είδους για ένα πιο ευρύ κοινό. Ο Τζέιμς Γουέιλ ολοκλήρωσε τον κύκλο του, υπογράφοντας το 1935 τη «Νύφη του Φρανκενστάιν», μια από τις διαχρονικά κορυφαίες παραγωγές του είδους, με την τραγική φιγούρα σε ένα κορμί γεμάτο ράμματα να δανείζεται στοιχεία από τον τρόμο, την επιστημονική φαντασία και τη μαύρη κωμωδία. Η «Νύφη του Φρανκενστάιν» προοιωνιζόταν την παρακμή του είδους που τη γέννησε. Ήδη ως προς τα μέσα στης δεκαετίας του ‘40 η παρέα των τεράτων άρχισε να καταντάει γραφική καθώς τα νέα γούστα την έδειχναν το δρόμο προς την λαική κωμωδία αλλά και την αυτοπαρωδία (Abbott and Costello Meet Frankenstein).

83wm_9.jpg

Τα υπόλοιπα μεγάλα στούντιο άρχισαν να αντιγράφουν τη χρυσοφόρα συναγή τερατόμορφης απειλής, αναπαράγοντας άφθονα b-movie στερεότυπα όπως τρελούς επιστήμονες, άψυχα ζόμπι και μοχθηρούς εξωγήινους από τον κακό «κόκκινο πλανήτη» Άρη που συντονίστηκαν με την κομουνιστική απειλή. Η ψυχροπολεμική παράνοια έδωσε ζωή σε αναρίθμητες ταινίες με την απειλή του «ξένου» στην φιλύσυχη Αμερική των προαστίων. Αυτό το κύμα όμως γέννησε και σπουδαίες ταινίες με κυρίαρχο το «Ιnvasion of the Body Snatchers» (1956) που αν και φτηνοπαραγωγή ξέφυγε από το αισθητικό περίβλημά της. Το ίδιο συνέβη και με τον τρόμο της ατομικής βόμβας ως πηγή τερατογέννεσης, με κλασικά μικρά διαμάντια όπως το Them! (1954) ή τον «Άνθρωπο που Ζάρωνε» (1957). Φυσικά, ο ερχομός της τηλεόρασης μεταμόρφωσε τα τέρατα από αλλόκοτες, αρχετυπικές μορφές απειλής σε ανακυκλώσιμα κλισέ της ανερχόμενης τότε ποπ κουλτούρας. Ό,τι περίπου δηλαδή συνεχίζει να ισχύει και σήμερα.

83wm_10.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #129

Slowdive

Slowdive

Ελάχιστη σημασία έχει το στατιστικό στοιχείο της επιστροφής των Slowdive μετά από 22 χρόνια, μιας και το νέο τους άλμπουμ λειτουργεί πέρα από χρονικές συντεταγμένες. Η καινούρια μάλιστα κυκλοφορία τιτλοφορείται απλώς με το όνομά τους και μοιάζει με επετειακό πάρτι, όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονται σε κατατονία.

Πάντοτε αντιμετώπιζα τους Slowdive σαν αντι-δημιουργικούς στιλίστες, οι οποίοι θέλγονται μονάχα από ατμόσφαιρες ως αισθαντικό περίβλημα. Ακόμα και στο αντικειμενικά υψηλής ποιότητας Souvlaki (1993), ζητούμενο παρέμενε η «ατμόσφαιρα». Σαν κουκούλι που υφαινόταν γύρω από τα τραγούδια, ως στιλιστικός αυτοσκοπός.

Όσο όμως γοητευτικά ονειροπόλος και να είναι ο συμπαγής ήχος τους, όσο ανάγλυφη και αν αποτυπώνεται η ατμόσφαιρα την οποία πράγματι δημιουργούν οι κιθάρες και τα πλήκτρα, δεν αποτελούν πανάκεια για την έλλειψη στιβαρών συνθέσεων.

Επέστρεψαν λοιπόν οι Slowdive, για να θρέψουν το daydreaming των απανταχού shoegazers. Αλλά το κιθαριστικό ambience του νέου τους δίσκου, δεν φέρνει ψυχική ανάταση στο τέρμα της διαδρομής.

Ωστόσο, αν παρακάμψουμε τη χασμωδία της shoegaze αυτοαναφορικότητας, υπάρχουν και κάποιες ωραίες στιγμές εδώ. Στο “Sugar For The Pill”, ας πούμε, φαίνεται να έχουν γράψει τη μουσική που όφειλαν να έχουν γράψει οι xx, ενώ στο “Falling Ashes” ακούγονται σαν να υπέγραψαν ένα τραγούδι που περιμέναμε από τους Low. Από την άλλη, το “No Longer Making Time” είναι ένα μπανάλ τεστ ρομαντισμού, ενώ το “Slomo” αποδεικνύεται νεοκυμαντική άσκηση ύφους, η οποία καταλήγει σε οκνηρία.

Το συγκρότημα δεν λαθεύει βέβαια εκφραστικά στον τρόπο με τον οποίον επιχειρεί αυτό το συνονθύλευμα παχύρρευστων θορύβων. Για πρώτη όμως φορά, τα μέλη του ακούγονται σαν να κουτουλάνε στα όργανά τους εξαιτίας ακατανίκητης νύστας.

Οι αμετανόητοι φετιχιστές του noise rock και οι εμμονοληπτικοί shoegazers πιθανότατα να καταδιασκεδάσουν με το Slowdive, όμως αυτά τα σκόρπια, ξεψυχισμένα φωνητικά εδώ κι εκεί και οι ασπόνδυλες αναπτύξεις, υπερίσχυσαν της πειθούς που το συγκρότημα είχε δείξει στην πρώτη του περίοδο.

Κρατήστε λοιπόν το “Star Roving” ως την πιο περιπετειώδη στιγμή του άλμπουμ και αφήστε τα υπόλοιπα τραγούδια στη μοναξιά τους, να αναρωτιούνται τι πήγε στραβά ατενίζοντας μελαγχολικά τα παπούτσια τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

3 Songs

The War On Drugs – Thinning Of A Plane

Το Thinking Of A Place θα ήταν το αγαπημένο album ενός σαρανταπεντάρη άνδρα (θα τον έκανε μικρότερο όποιος τον έβλεπε) που θα ήταν κάτοικος του ιστορικού κέντρου. O τύπος θα έμενε σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα, μιας σχεδόν αρχαίας πολυκατοικίας, χωρίς ασανσέρ, η οποία θα ήταν γεμάτη γραφεία και αποθήκες. Θα πέρναγε τα βράδια του σε μικρά τραπεζάκια στους πεζόδρομους του κέντρου συζητώντας μόνο με τους θαμώνες που θα γνώριζε από τις συχνές τους επισκέψεις στα ίδια μπαρ. Θα ήταν άνθρωπος με ένα κάρο ιστορίες -οι περισσότερες από τα νιάτα του, όταν ζούσε σε διάφορες πρωτεύουσες του εξωτερικού. Τις περισσότερεςαπό αυτές θα ψιλοβαριόταν να τις αναφέρει. Θα έβλεπε με λύπηση την έπαρση των “αποψάτων” που πολλαπλασιάζονται τριγύρω, αλλά δεν θα τους έβριζε ποτέ. Θα είχε διαβάσει τα πάντα μέχρι και πριν δεκαπέντε χρόνια και από τότε δεν θα είχε ξαναπιάσει ούτε περιοδικό στα χέρια του. Τα motto του για τη ζωή δεν θα τα συναντήσεις ποτέ σε “έξυπνες στάμπες” από t-shirt και σε status στα social media. Θα έκανε μόνο χλιαρά και λακωνικά αστεία για να προκαλεί χαλαρό γέλιο στη παρέα. Θα χαμογελούσε χαιρέκακα με όσους τρέχουν και δε φτάνουν. Το ανήσυχο αίσθημα που θα προκαλούσε το άγριο και αξύριστο look του, θα ισορροπούσε κάτι καθησυχαστικό στο χαμόγελό του. Θα φορούσε πετροπλυμένα τζιν σε μαύρες αποχρώσεις και δερμάτινο τζάκετ, φθαρμένα και τσακισμένα στις άκρες. Κάθε αυτοσχέδιο λογύδριο που θα έβγαζε θα ήταν προσεκτικό και θα ακούγονταν επεξεργασμένο, σαν να το έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές. Θα έπαιρνε πάντα το χρόνο του και δεν θα κοίταζε ποτέ το ρολόι. Παρά το χαλαρό του look, δεν θα βαριόταν και δεν θα χασμουριόταν ποτέ. Αν και θα είχε μελαγχολική διάθεση μονίμως, δεν θα έμοιαζε ποτέ δυσοίωνος και σκοτεινός. Θα ήταν ο τύπος που αδιαφορεί για το αδηφάγο συναίσθημα του έρωτα και αυτός που πάντα χλευάζει τις καταστροφικές επιπτώσεις του. Θα είχε ερωτευτεί παράφορα, αλλά μία μόνο φορά. Το δικό του χάσιμο χρόνου θα ήταν ο δημιουργικός χρόνος των υπόλοιπων και το αντίθετο. Αν δεν έδινες σημασία στα σημάδια αυτοκαταστροφής πάνω του, θα τον έλεγες και ταλαντούχο.

Chromatics – Shadow

Το Shadow θα ήταν το αγαπημένο album μιας 23χρονης κοπέλας που θα έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα, κάπου στο Λυκαβηττό. Το σπίτι της θα είχε πολλά και μικρά δωμάτια αξαιτίας κακής διαρρύθμισης και η πολυκατοικία θα ήταν τίγκα στους αντιπαθητικούς, μικροαστούς τύπους. Δεν θα την ενοχλούσαν καθόλου. Θα είχε διακοσμήσει όλους τους χώρους με τις δικές της χειροτεχνίες από πεταμένα υλικά και θα είχε δημιουργήσει μια ασύμμετρη pop αισθητική. Παντού θα υπήρχαν παράξενα κομμάτια τέχνης, που θα είχε συλλέξει από μικρά bazaar. Ο χώρος της δεν θα ήταν καθόλου παρακμιακός, ούτε κρύος. Δεν θα υπήρχε κεντρικό φως, αλλά πολλά περίεργα πορτατίφ και χρωματιστά κεριά. Τίποτα δεν θα θύμιζε αυτό που αποκαλούμε «φοιτητικό σπίτι» ή κουκλόσπιτο. Στη μέση του δωματίου, ίσα που θα χώραγε ένα μεγάλο κρεβάτι με ένα poster του Blue Velvet πάνω από το μαξιλάρι. Τα σχέδιά της να ασχοληθεί με την αρχιτεκτονική θα τα είχε εγκαταλείψει νωρίς. Θα της αρκούσε να σχεδιάζει διαφημιστικές αφίσες. Σε λίγο θα ξεκινούσε μαθήματα Ισπανικών και θα ήθελε να μάθει κάποια στιγμή να σχεδιάζει web sites. Πάντα μπαινόβγαινε σε μια σειρά από βάναυσες, on&off ερωτικές σχέσεις. Θα δίνονταν εύκολα και άνευ όρων. οπουδήποτε έβρισκε bonding και επικοινωνία. Θα κρατούσε μια απρόσμενη για την ηλικία της αξιοπρέπεια, κάθε φορά που πληγώνονταν. Παραδόξως, δεν θα την είχε δει ποτέ κανείς να κλαίει. Θα αντιπαθούσε τα κατοικίδια και τα φυτά εσωτερικού χώρου. Θα βαριόταν τα γλέντια του Σαββατόβραδου. Θα προτιμούσε να κυκλοφορεί Δευτέρες ή Τρίτες. Θα είχε μια ενοχική αγάπη στα πολύ girly αξεσουάρ. Mερικά θα τα αγόραζε αλλά ποτέ δεν θα τα έβγαζε από το συρτάρι της. Θα κρατούσε πάντα μεγάλες βελούδινες τσάντες. Δεν θα τη πολυένοιαζε να βλέπει ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Θα είχε σε ένα μικρό ράφι καμιά δεκαριά αγαπημένα dvd για να τα βλέπει ξανά και ξανά. Θα ήταν sexy με τον τρόπο της, όμως θα μπορούσε να περάσει πολύς καιρός χωρίς να σκεφτεί το σεξ. Τα βιομηχανικά σκηνικά της πόλης θα της έφερναν κατάθλιψη αλλά δεν θα τα απέφευγε. Θα ήθελε να αλλάξει τη ζωή της αλλά δεν θα είχε τη παραμικρή ιδέα για το τι θα ήθελε να κάνει. Θα είχε αγαπηθεί πολύ από τους φίλους της και θα ένιωθε αχάριστη που απλά ήθελε την ησυχία της. Θα μπορούσε να χορεύει για ώρες μόνη της στο σπίτι.

Arcade Fire – Everything Now

Το Everything Now θα ήταν το αγαπημένο album ενός εικοσιεννιάχρονου που μόλις μετακόμισε από το πατρικό του σπίτι στους Αμπελόκηπους και πήγε στα Εξάρχεια. Θα είχε ξεκινήσει να σπουδάζει προγραμματιστής πριν τα εγκαταλείψει για να γίνει ηθοποιός. Τα άγχη του παρελθόντος για τη καριέρα του και το μέλλον θα είχαν εξανεμιστεί μόλις θα είχε διαβάσει το “The Book of Laughter and Forgetting” του Κούντερα. Θα πίστευε πως είχε χάσει πολύ χρόνο και πως για καιρό είχε θέσει λάθος προτεραιότητες. Αυτό, θα του δημιουργούσε μια μόνιμη κοινωνική δυσλειτουργία και μια δυσκολία στο να εντάξει τον εαυτό του σε παρέες. Οι απαιτήσεις για πρόβες και η θεωρητική της υποκριτικής θα τον κούραζαν απερίγραπτα. Διψούσε όμως να χαθεί σε ρόλους και να δοκιμάσει τα όριά του με αποδέκτη αληθινό κοινό. Θα ένιωθε ευτυχής όταν χάνονταν στα αμέτρητα ποτά τις Παρασκευές το βράδυ σε ένα after-bar πίσω από τη Μαβίλη. Θα βαριόταν να έμενε μόνος του σπίτι τις Κυριακές. Η προσωπικότητά του θα είχε κάτι μαγνητικό για τους γύρω του αλλά ποτέ δεν θα το είχε αξιοποιήσει σε κάτι γόνιμο. Το να είναι ευχάριστος θα ήταν το φόρτε του, αλλά η αυτοπεποίθησή του θα είχε άλλες ανάγκες αναγνώρισης για να αναζωπυρωθεί. Θα πέρναγε καλά όταν πήγαινε σε μικρές πειραματικές θεατρικές σκηνές. Ο κρυφός καημός είναι να γράψει ένα δικό του έργο αλλά οι ιδέες του δεν τον ικανοποιούν. Θα ανησυχούσε ότι ποτέ δεν θα μεγαλώσει πραγματικά. Θα βρίσκονταν διαρκώς σε μπλέξιμο και ζόρια με διάφορες περιστασιακές σχέσεις και παράλληλα φλερτ, που θα οδηγούσαν μετά σε άλλες σχέσεις και ζόρια για να τα αφήσει ή να τον αφήσουν, πριν ξαναπιάσει τα παλιά από εκεί που τα άφησε. Θα είχε ξεπεράσει το κόλλημα με τους Smiths και τώρα θα έψαχνε για νέες απολαύσεις στην ένοχη disco του Barry Manilow. Θα του άρεσε ιδιαίτερα το σινεμά του Wes Anderson. Θα έβρισκε για κάποιο λόγο ακαταμάχητα sexy τη Kate Moss. Ο χώρος του θα ήταν ακατάστατος, ποτέ βρώμικος. Μερικές φορές θα τον τσάντιζε η ίδια του η ευαισθησία. Θα μπορούσε να δουλεύει σκληρά χωρίς να παίρνει λεφτά. Θα ήθελε τα καλύτερα πάρτι που είχε πάει να μην έπρεπε να τελειώσουν ποτέ.

Posted in 3 | Leave a comment

Album Of The Week #128

Future Islands
 The Far Field

Κάποτε, ο Φρανσουά Τρυφώ είπε στον Άλφρεντ Χίτσκοκ ότι κάθε φορά που ξεκινούσε να δει την ταινία του Η Κυρία Εξαφανίζεται (1938), ήταν αποφασισμένος να παρατηρήσει τις τεχνικές αφήγησης, το μοντάζ και να αναλύσει τη σκηνοθεσία του Μετρ. Κάθε φορά όμως, η ιστορία τον παρέσερνε και η ταινία τον μάγευε, με αποτέλεσμα να μην καταφέρνει ποτέ να αναλύσει στο μυαλό του την κατασκευή της.

Κάτι ανάλογο παθαίνω όταν βάζω να ακούσω το The Far Field των Future Islands: προσπαθώ να αναλύσω και να επεξεργαστώ τις τεχνικές των λεπτόγραμμων synths, να βρω επιρροές στα στρογγυλά κουπλέ, να ξεχωρίσω στίχους και πιθανά να εντοπίσω αδυναμίες –γιατί έτσι κάνουμε εμείς οι γραφιάδες. Όμως, κάθε φορά, χάνομαι στην αγκαλιά του γενναιόδωρου rock που έγραψε το τελευταίο συγκρότημα που αγάπησα παράφορα.

Χωρίς ψυχαναγκαστικά βαρίδια στο στυλ και δίχως ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, οι Future Islands χτίζουν ένα συμπαγές σύνολο από εμβατηριακά ντραμς και περικυκλωτικά πλήκτρα, τα οποία μπλέκουν γλυκά με το μυώδες μπάσο και τη λαχτάρα που δείχνει ο χαρισματικός Samuel T. Herring στο μικρόφωνο. Ο απόκοσμος crooner χλευάζει στα μούτρα τις ορδές από κατασκευασμένα, ροδομάγουλα αγόρια που έπιασαν μικρόφωνο λόγω φωτογένειας. Και τραγουδάει με τη γοητευτική επικινδυνότητα ενός τύπου που νιώθει ότι ο κόσμος του ανήκει.

Τον αγαπώ βαθιά τον Herring, κυρίως γιατί νιώθω ότι είναι ο πιο ειλικρινής καλλιτέχνης στον κόσμο: σου λέει τα πάντα και δεν έχει ανάγκη να «παριστάνει» ή να αφήνει χώρο για δεύτερες ερμηνείες –σαν ένας γνήσιος ιεροκήρυκας αρσενικού πάθους, ο οποίος «ζορίζει» τις λέξεις για να βγουν από μέσα του και δίνει σχήμα στις φλεγόμενες σκέψεις που παλεύουν στο κεφάλι του. Η φωνή του γίνεται έτσι φωτεινός σηματοδότης και καθοδηγεί την υπόλοιπη μπάντα να ξεπεράσει τον εαυτό της και να αβαντάρει μουσικά τις παρορμήσεις του και όσα τον κινητοποιούν.

Το νέο άλμπουμ των Future Islands διαθέτει ανάγλυφους ρυθμούς, που γίνονται περισσότερο εθιστικοί με κάθε ακρόαση. Το σύνολο μοιάζει με επιθετική electro pop, η οποία γράφτηκε για νεορομαντικές ψυχές που δεν τις εξέφρασε ποτέ η άτεχνη ωμότητα του punk. Τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Ran” και το βελούδινης αισθητικής “Cave”, πατάνε σε μοτίβα που γράφτηκαν για ανθρώπους οι οποίοι χορεύουν σαν να νιώθουν άβολα μέσα στο ίδιο τους το σώμα, αλλά κατά βάθος θέλουν να τρέξουν γυμνοί στον δρόμο ή να οδηγήσουν με λυτρωτική ταχύτητα σε ανοιχτό αυτοκινητόδρομο.

Στο ημι-γοτθικό “Time On Her Side”, στο εξώστρεφο μπαρόκ του “Beauty Of The Road”, στο διαολεμένα ρυθμικό “Through The Roses” και εν μέσω της αναπόλησης του “Day Glow Fire”, οι Future Islands απευθύνονται τόσο όμορφα σε ανθρώπους που θέλουν να γλεντάνε ακόμα και τα πιο πετρώδη συναισθήματα. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα πιο καλλιεργημένα σύνολα που δρουν σήμερα, αποτελώντας καμάρι για το σύγχρονο, ασθμαίνον εναλλακτικό rock. Ευγνωμοσύνη απέραντη.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

A Quiet Passion (Ήρεμο Πάθος)

85zMvwr_3.jpg

Η «βιογραφία εποχής» στο σινεμά, ποτέ άλλοτε δεν έρρεε σαν ποίημα. Έχουμε αντιμετωπίσει ταινίες εποχής που κατασκευάστηκαν για να ικανοποιήσουν τα υγρά όνειρα ενδυματολόγων που βούτηξαν στους κορσέδες και τα τούλια. Έχουμε παρακολουθήσει βιογραφίες από τον 19ο αιώνα να αναπαράγουν πληκτικά τη μανιέρα του Τζέιμς Άιβορι. Έχουμε δει Βρετανικά δράματα να πνίγονται στον ακαδημαϊσμό, με ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουζα» υπερβολή στην έκφραση. Όμως, ο σκηνοθέτης Τέρενς Ντέιβις (της φήμης του “The Deep Blue Sea”) ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο: αυτόν της εσωτερικότητας, όπου τα στατικά πλάνα – σαν ενότητες – κάνουν ρίμα μεταξύ τους και αφήνουν στις χαραμάδες τους την ιστορία να κυλάει σαν ρευστό ποίημα.

85zMvwr_2.jpg

Η διακύμανση των σχέσεων υπαγορεύεται συχνά από σιωπές και παύσεις, από φωνές και ψιθύρους, δίχως παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας και χωρίς καμία προσπάθεια του δημιουργού να καλοπιάσει το κοινό. Ο 70χρονος Βρετανός σκηνοθέτης, στην 7η μόλις ταινία της «μοναχικής» καριέρας του, μπολιάζει με δωρικότητα την αφήγησή του, αφήνει τη δύναμη των λέξεων της διάσημης ποιήτριας να πάρει σχήμα μέσα μας, και όλα αυτά δίχως ίχνος ηδυπάθειας και ναρκισσισμού στο στυλ. Καταφέρνει λοιπόν, ουσιαστικά να «κεντήσει» ένα κινηματογραφικό φόρεμα, διακριτικά όμορφο.

Έχοντας βαθειά γνώση του υλικού του, ο Ντέιβις απογυμνώνει την ταινία από τον συνήθη κατακλυσμό δραματικών εξάρσεων που συνοδεύει τα δράματα εποχής. Με αφοπλιστική διακριτικότητα και υπομονή, εμπιστεύεται τους ηθοποιούς του και ιχνιλατεί τον μελαγχολικό βίο της Έμιλι Ντίκινσον. Επιπλέον, φωτίζει με μαεστρία και αγάπη το αόρατο ψυχολογικό πεδίο όπου γεννήθηκαν οι προσωπικές αγωνίες μιας υπερ-ευαίσθητης γυναίκας, η οποία παρά τη συναισθηματική καταχνιά που τη συνόδευε (και αδυνατούσε να αντιμετωπίσει) παρέμενε θελκτική και τρυφερή. Μια γυναίκα που ήθελε να αγαπηθεί, αλλά τελικά προτίμησε να αγαπήσει τις λέξεις και τις ποιητικές περιγραφές ενός κόσμου που δεν μπορούσε να ακουμπήσει.

85zMvwr_4.jpg

Από την άδηλη σύγκρουσή της με τη θρησκευτική εκπάιδευση στα νειάτα της, μέχρι τον τρόπο που εξαπέλυε λεκτικά πυρά απέναντι στο συντηριτικό της περιβάλλον, ο χαρακτήρας της ποιήτριας και το ανυπότακτο πνεύμα της, περιγράφονται με γοητευτικό τρόπο. Το «πνεύμα» που λειτουργεί τόσο σαν πανοπλία όσο και σαν σπαθί στις κοινωνικές συγκεντρώσεις της έκπτωτης αριστοκρατίας, οι ηθικές συγκρούσεις σε μια εποχή που ο παλιός κόσμος άλλαζε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι διαφαίνονταν, η Χριστιανική ηθική που συγκρούονταν με τη συναισθηματική νοημοσύνη, η αυστηρή πατρική επηρροή που ωστώσο άφηνε πατήματα για να ανθίσει ο προοδευτισμός και τέλος, το βάρος του χρόνου σε μια γυναίκα που η αυτοπεποίθηση την εγκατέλειπε, αφήνουν συναισθηματική ένταση στο θεατή. Χάρη σε μια πρώτη ύλη που στα χέρια άλλου θα μπορούσε να ήταν μια συρραφή από τρυφερές και φωταγωγημένες εικόνες, σαν κακοφορμισμένη συνταγή, για να γνωρίσουμε την ταλαιπωρημένη ψυχολογική διάθεση της ηρωίδας και να κατανοήσουμε το μετερίζι της, προκύπτει ένα μικρό, λογοτεχνικό διαμάντι, φτιαγμένο απο καρδιάς.

Τέλος, πόσο προσεγμένη και πόσο γενναιόδωρη η ερμηνεία της Cynthia Nixon, μιας ηθοποιού που δεν είχα ποτέ σε υπόληψη καθώς δεν την είχα προσέξει σε τίποτα εκτός του ρόλου της στη σειρά Sex and the City. Η ηθοποιός μας χαρίζει μια ερμηνεία αψεγάδιαστη, ειδικά στον τρόπο που σταδιακά αφήνει το σκοτάδι να παρεισφρήσει στην ψυχή μιας ηρωίδας που γέννησε εκατοντάδες ποιήματα και τα τρύπωνε στα συρτάρια. Λογική επιλογή. Απ’ τη μια γιατί κανείς δεν θα δημοσίευε την σπαρακτική απόγνωση μιας ποιήτριας που αψηφά τα ήθη και απ’ την άλλη γιατί, μάλλον προτίμησε να προστατεύσει την ομορφιά των λέξεών της απ’ τα μάτια ενός αμοραλιστικού κόσμου.

85zMvwr_5.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Δαιμονισμένος Άγγελος

86bMv_2.jpg

Φέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την εποχή που έκανε πρεμιέρα το ατμοσφαιρικό θρίλερ “Angel Heart” που σκηνοθέτησε ο Άλαν Πάρκερ. Η Ελληνική απόδοση του τίτλου, «Δαιμονισμένος Άγγελος», μπορεί να ξέφευγε από το λογοπαίγνιο του πρωτότυπου, αλλά αποδείχθηκε μια από τις πιο πετυχημένες «βαφτήσεις» ξένης ταινίας. Ο τίτλος εστίαζε στην κολασμένη ψυχή του αντι-ήρωα, ο οποίος έμπλεκε όλο και περισσότερο στον ιστό ενός πυκνού μυστηρίου. Ακόμα πιο εύστοχος είναι ο τίτλος του πρωτότυπου μυθιστορήματος του Γουίλιαμ Χιόρτσμπεργκ, το «Falling Angel». Αυτή την πτώση του κεντρικού χαρακτήρα είναι που υπογραμμίζει η σταδιακή επαφή του με το μεταφυσικό και η κάθοδός του σε μνήμες που λούζει το σκοτάδι της κολάσεως.

Το “Angel Heart” είναι ένα στυλιζαρισμένο θρίλερ που διαδραματίζεται στην απειλητική Νέα Ορλεάνη της δεκαετίας του 50. Το σενάριο συνδυάζει μια απλή ιστορία μυστηρίου με τον διαχρονικό μύθο του Φάουστ. Όχημα της αφήγησης είναι ένας φτηνο-ντετέκτιβ με το όνομα Χάρι Έιντζελ, ο οποίος αναλαμβάνει μια φαινομενικά απλή δουλειά: να βρει τα ίχνη ενός εξαφανισμένου τραγουδιστή με το όνομα Τζόνι Φέιβοριτ. Την αποστολή του την έχει αναθέσει ένας εκκεντρικός τύπος, με το όνομα Λούι Σάιφερ. Ένας άγνωστος κόσμος από δοξασίες και βουντού, θα κυκλώσει σαν δαιμονική απειλή τον ήρωα (ο οποίος έχει θέμα με τις κότες) και θα τον ρίξει σε ένα ανθρωποκυνηγητό που θα μπλέξει τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας.

86bMv_3.jpg

Συνδυάζοντας την ανάπτυξη της δαιδαλώδους πλοκής του Chinatown (με το προστατευτικό στα γυαλιά του Μίκι Ρουρκ να θυμίζει την σπασμένη μύτη του Τζακ Νίκολσον στο κλασικό νουάρ), την ατμοσφαιρική γραφή του Ρέιμοντ Τσάντλερ και τα αρχέτυπα φιλμ τρόμου του Ζακ Τουρνέρ (“Περπάτησα Με Ένα Ζόμπι”, “Άνθρωποι Γάτες”), ο «στυλίστας» Άλαν Πάρκερ αποδείχθηκε άριστος γνώστης των βασικών μηχανισμών του φιλμ νουάρ. Ένα low life ρεμάλι, μπλέκει σε ένα μυστήριο με σκόρπια στοιχεία, μυστικά πέρα από τις δυνάμεις του και μοιραίες γυναίκες που θα παίξουν με τη συνείδησή του. Μέχρι την τελική αποκάλυψη που σηματοδοτεί την οριστική κάθοδο στον «κάτω κόσμο». Μια κάθοδος που οπτικοποιείται με τις σιδερένιες θύρες ενός ασανσέρ που οδεύει προς το υπόγειο.

86bMv_4.jpg

Όλη η ταινία διαποτίζεται από μια σχεδόν ονειρική αίσθηση φόβου και ποτέ δεν αποχωριζόμαστε την οπτική του Χάρι Έιντζελ. Σκοτεινό, υποβλητικό και μονταρισμένο με απερίγραπτο νεύρο, το αποτέλεσμα είναι ένα από τα λαμπρότερα δείγματα μεταφυσικού τρόμου που προέκυψαν στην δεκαετία του 80. Οι fans των Led Zeppelin θα αναγνωρίσουν το αυθεντικό κτίριο που φιγουράρει στο εξώφυλλο του Physical Graffiti, σε μια απο τις σκηνές-κλειδιά της ιστορίας. Κερασάκι στην τούρτα, η σκηνή ανθολογίας, με τον επιβλητικό Ρόμπερτ Ντε Νίρο να τρώει το βραστό αυγό -που συμβολίζει την ψυχή του ανθρώπου – κοιτώντας με άδειο βλέμμα απειλής, μέσα στα μάτια τον Μίκι Ρουρκ. Μια αποθέωση της μινιμαλιστικής προσέγγισης του Ντε Νίρο, σε μια σκηνή άδεια από εφέ και μουσική, που δημιουργεί υποβολή μονάχα από την έκφραση, με τρόπο που απογείωσε τον Μεφιστοφιλικό τρόμο.

86bMv_5.jpg

Από το Movieworld

 

Posted in Cinema | Leave a comment

Twin Peaks – Καλωσήλθατε στον νέο εφιάλτη του Ντέιβιντ Λιντς

Κάθε πιθανή απόπειρα εξήγησης και ταξινόμησης της πλοκής των έργων του Λιντς, μοιάζει εξίσου αδόκιμη με την ανάλυση ενός παράξενου ονείρου. Μπορεί να μιλάς γι’ αυτό, αλλά είναι αδύνατον να αναδομήσεις τη βιωματική του αίσθηση. Ο Ντέιβιντ Λιντς, 40 χρόνια μετά τον πρωτόλειο εφιάλτη του “Eraserhead” (1977), συνεχίζει να στοχεύει σε έναν συνεχή υπνωτισμό του θεατή. Το αποτέλεσμα, συχνά το αποκαλούμε «ονειρικό» –ελλείψει πιο ταιριαστής ορολογίας.

Όπως ξετυλίγεται το κουβάρι ενός εφιάλτη κι εμείς αδυνατούμε να παρέμβουμε, έτσι ακριβώς ο σκηνοθέτης δημιουργεί τις υπερβατικές του εικόνες, στοχεύοντας στο ασυνείδητο του αποδέκτη. Μετα-εξπρεσιονιστικοί φωτισμοί που αποκρύπτουν σκιές. Στιλιζαρισμένες ερμηνείες, που υπαινίσονται τρόμο. Ήρωες που ξεγλυστράνε μέσα στις νοηματικές τρύπες της ιστορίας. Όλες μαζί, αυτές οι εικόνες δημιουργούν έναν καθρέφτη του ασυνειδήτου. Όποιος δεν χαθεί μέσα τους, δεν θα μπορέσει ούτε καν να υποψιαστεί τις κρυφές τους κατευθύνσεις.

89gtp_2.jpg

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα για την υπόθεση του reboot στο “Twin Peaks”, είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα για να «κατανοηθεί», τουλάχιστον με τη λογική των θεατών που χρησιμοποιούν τη σύνοψη της πλοκής για φωτεινό σηματοδότη επιλογών. Ο μόνος τρόπος «εισόδου» σε αυτήν την αλλόκοτη πόλη με τον υπέροχο καφέ, τα ψηλά δέντρα, τις αόρατες στοές και τις απειλητικές κουκουβάγιες, είναι να αφεθεί κανείς με εμπιστοσύνη στη συνειδητή και συνεχιζόμενη (οι πολέμιοι θα έλεγαν επαναλαμβανόμενη) ακεραιότητα ύφους και αισθητικής του δημιουργού.

Το “Twin Peaks” σημάδεψε την τηλεοπτική εικόνα της δεκαετίας του ’90 ως αυτοδίκαιος cult θρίαμβος. Η απόλυτα πρωτότυπη σειρά έμεινε στην ιστορία σαν μνημείο έμπνευσης και θάρρους, εξαιτίας των πρωτόγνωρων αισθήσεων που άφησε, ακόμα και σε όσους είχαν ήδη μυηθεί στον σαλταρισμένα βίαιο κόσμο του “Μπλε Βελούδου” (1986) και σε όσους είχαν βουτήξει στον αρρωστημένο ψυχισμό της ”Ατίθασης Καρδιάς” (1990). Μετά από έναν θριαμβευτικό πιλότο, ακολούθησε ο αριστουργηματικός πρώτος κύκλος 7 επεισοδίων και ένας χαοτικός δεύτερος, με άλλα 22 επεισόδια που αψηφούσαν κάθε ερμηνευτική λογική.

Η φετινή επιστροφή του Ντέιβιντ Λιντς στον κόσμο του Twin Peaks σήμαινε απεριόριστο δημιουργικό έλεγχο στη σκηνοθεσία και των 18 επεισοδίων (ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει μόνο 6 από τα 30 επεισόδια των πρώτων δυο σεζόν). Η υπόσχεση της δολοφονημένης Λόρα Πάλμερ ότι θα ξανασυναντήσει τον πράκτορα Κούπερ, 25 χρόνια μετά (διαολεμένα εύστοχος χρησμός), δίνει το λάκτισμα για μία ακόμη εξερεύνηση. Σε ένα σύμπαν τόσο καλά δομημένο, ώστε τελικά ξαναχτίζεται (έστω με διαφορετικά υλικά) με αναπάντεχη κανονικότητα.

Όπως φάνηκε από τα τέσσερα πρώτα μέρη, ο ασυμβίβαστος δημιουργός επιστρέφει στις οραματικές του εξάρσεις και την εξω-λογική αφήγησή του. Στα τελειώματα της καριέρας του, ο Λιντς δίνει τη δική του αποστομωτική απάντηση στην ολοένα αναπτυσσόμενη (και μάλλον αυτοκαταστρεφόμενη, λόγω της υπερπροσφοράς περιεχομένου) τηλεοπτική βιομηχανία, εξαργυρώνοντας τον μύθο μια πόλης που δημιούργησε από το μηδέν, στα -απάτητα τότε- τηλεοπτικά εδάφη.

Ο Λιντς μηδενίζει τον χρόνο και ξεκινάει από την αρχή. «Βρισκόμαστε στο μέλλον ή βρισκόμαστε στο παρελθόν;», ρωτάει ο μονόχειρας άνδρας στα έγκατα της Μαύρης Στοάς. Αρκεί το απλό πέρασμα πίσω από μια κόκκινη κουρτίνα για να χαθούν οι ήρωες στο ανεξήγητο. Το «Χέρι» προειδοποιεί για κάποιον σωσία. Ένα γυάλινο κουτί ελέγχεται από ένα πολύ ισχυρό και επικύνδυνο άτομο, με άγνωστους σκοπούς. Ένας βίαιος φόνος επιτρέπει την κρουστή αίσθηση-σοκ στη θέα ενός φρικιαστικά παραμορφωμένου πτώματος. Ο στατικός ηλεκτρισμός προμηνύει τον ερχομό μαγεμένων ηρώων και μοχθηρών τύπων που τους υπονομεύουν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός απέραντου καμβά, τον οποίον ο Λιντς χρησιμοποιεί για να δώσει ξανά πνοή σε όσα στροβιλίζονται στον υπέροχο εγκέφαλό του.

Μέχρι την ολοκλήρωση των 18 ωρών αυτού του φαντασιακού θρίλερ, ελπίζουμε να απογειωθεί η ονειρική δραματουργία, με το μυστήριο, την επιβολή και την παραπλάνηση να παραμένουν τονισμένα σε ένα αξιοθαύμαστο έπακρο.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Depeche Mode @Terra Vibe

90yDepeche_3.jpg

Η βροχή είναι ο εφιάλτης του συναυλιακού καλοκαιριού. Στην περίπτωση όμως της πολυαναμενόμενης εμφάνισης των Depeche Mode στην Αθήνα, αποτέλεσε production value και αισθητικό πλεονέκτημα, ώστε να ακουστούν στίχοι όπως το «Let Me See You Stripped Down To The Bone» σε όλη τους την καταραμένη μεγαλοπρέπεια. Έστω κι αν ορισμένοι, πηγαίνοντας στη Μαλακάσα, αγωνιούσαν, φέρνοντας ίσως στον νου τους το φιάσκο του 2009. Όπως και στην εποχή του Τοuring The Angel (2006), οι Raveonettes έστρωσαν το χαλί για την επέλαση ενός συγκροτήματος που περίμενα με τρόμο ψυχής ότι θα με απογοητεύσει οικτρά, σαν σκιά του εαυτού του που βγαίνει στη γύρα για αρπαχτή. Αυτή η αμήχανη αίσθηση που συνοδεύει πλέον τους Depeche Mode, έχει χτιστεί με τις απανωτές μετριότητες τις οποίες έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 10-12 χρόνια.

Εν τέλει, όμως –έστω και με τα βαρίδια των αδιάφορων νέων τους τραγουδιών να τους κρατάνε στο έδαφος, αλλά και με το πέρασμα χρόνων από τότε που είχαν τη δύναμη να αλλάξουν ζωές και να διαμορφώσουν ανθρώπους (κυριολεκτικά) με τα live της εποχής του 101– οι θρύλοι της synth pop έκαναν καλά που ήρθαν, καθώς μας υπενθύμισαν τι είναι αυτό που τους καθιστά σπουδαίους. Ακούγοντας ξανά τις ηλεκτρονικές «πλάτες» των τραγουδιών τους, χάρη στον υπέροχο ήχο στο Terra Vibe, καταλάβαινες ξανά γιατί το συγκρότημα αυτό κατάφερε να τετραγωνίσει των κύκλο των πρωτόλειων αναπτύξεων των Kraftwerk. Καταλάβαινες επίσης γιατί ο Dave Gahan υπήρξε ανέκαθεν ιδανικός εκφραστής, ικανός να μπολιάσει με νατουραλισμό και άψογη σωματική κίνηση τη σκοτεινιά και την περιρρέουσα λαγνεία της δαιμόνιας μουσικής αρχιτεκτονικής του Martin Gore.

90yDepeche_4.jpg

Ο Gahan υπήρξε ο πρώτος που απενοχοποίησε τους «άντρες», κάνοντάς τους να χορέψουν πραγματικά, αντί να κουνιούνται ρυθμικά σαν να κατάπιαν κρεμάστρα. Και στο Terra Vibe όργωσε τη σκηνή συμπεριφερόμενος σαν έκφυλη θεότητα του περιθωρίου, με look νταβατζή ύστερα από οργιώδες clubbing ή λάγνου τροβαδούρου σε μόνιμα «βρώμικη» διάθεση, ο οποίος ξανάνιωσε αφού πρώτα κατάπιε όλα τα παραισθησιογόνα χάπια. Έβλεπες ξεκάθαρα σε τραγούδια όπως το αριστουργηματικό “Stripped» τον τρόπο με τον οποίον μπορούσε να δαμάσει τις αισθήσεις των περίπου 15.000 θεατών χάρη στο αψεγάδιαστο, ερμηνευτικό του εκτόπισμα –αμέσως δε μετά, λίκνισε περήφανα τα οπίσθιά του. Για 2 λοιπόν ώρες, ο Gahan δεν πάτησε σε λάθος νότα (δεν μπορεί, και να θέλει), ενώ ο Gore ενορχήστρωνε όλο το στιβαρό doom & gloom που άστραψε και βρόντηξε στο ξεσηκωτικό “Everything Counts” ή στο αγωνιώδες “In Your Room”, το οποίο συνοδεύτηκε μάλιστα από ένα υπέροχο video.

Οι μεγάλες οθόνες εστίαζαν στις λάγνες ματιές του frontman όταν επικοινωνούσε το transgender δράμα του “Try Walking In My Shoes” σε κάθε φθόγγο ή στην τρυφερή προσήλωση στη μελωδία που δείχνει πάντα ο Gore όταν παίρνει το μικρόφωνο –ειδικά όταν τραγούδησε την υπέροχα εξομολογητική καντάδα “Home” ή το αφοπλιστικό “Question Of A Lust” σε μια πιανιστική, απογυμνωμένη εκδοχή, με ταπεινότητα που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Το κοινό τον επιβράβευσε με ένα παρατεταμένο sing-along.

90yDepeche_5.jpg

Το μετα-βιομηχανικό ύφος του “I Feel You”, έδεσε με την άβουλη οργή του “Wrong”. Τα πύρινα synths του “World In My Eyes” κόλλησαν με τα σκονισμένα φετίχ του “Barrel Of A Gun”. Η «αιώνια» μελωδία του “Enjoy The Silence” με τη δερμάτινη αυτολύπηση του “Pain That I’m Used To”. Και το “Never Let Me Down Again” ξεσήκωσε (όπως ήταν αναμενόμενο) τα πλήθη που αναζητούσαν ένα καλό best of, ενώ το tribute στον David Bowie με τη διασκευή στο “Heroes” ήταν αξιοπρεπέστατο.

To ψιλόβροχο δεν ένοιαξε κανέναν και θεωρώ πως ακόμα και να άνοιγαν οι ουρανοί, δεν θα έφευγε άνθρωπος. Ας όψεται ο ντελικάτος ρυθμικός μανδύας του καταλόγου του συγκροτήματος και το έκφυλο tour de force του Gahan να φτύνει «σαλιωμένους» στίχους όπως το «Ι’ve Got Sooooo Much Loooove In Meeeee». Πραγματικά δεν περίμενα να απολαύσω αυτό το τραγούδι, όπως και το “Going Backwards” και το “Cover Me” από τον καινούριο δίσκο. Βρήκα όμως όλον τον αρρενωπό δυναμισμό στις αναπτύξεις αυτών των τραγουδιών, που, αν και δεν είναι σπουδαία, τα χαντάκωσε η παραγωγή του James Ford στο άλμπουμ.

Με το “Personal Jesus” που έκλεισε το encore να βουίζει στα αυτιά κατά την έξοδο από το Terra Vibe, αναλογιζόμουν ότι, ενώ μέχρι πρότινος ευχόμουν να διαλυθεί το συγκρότημα παρά να εκτίθεται με αναιμικά ανά τετραετία άλμπουμ, τώρα πια θέλω να μην πάψουν να βγαίνουν σε περιοδείες. Αν αυτή η κάθετη αλλαγή σκέψης δεν είναι αποτέλεσμα πετυχημένης συναυλίας, τότε τι στο διάολο είναι;

90yDepeche_8.jpg

 

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #127

The Magnetic Fields

50 Song Memoir

https://i2.wp.com/static.stereogum.com/uploads/2016/11/The-Magnetic-Fields-50-Song-Memoir-1479398892-640x640.jpg

Ειλικρινά, δεν περίμενα ποτέ να υπάρξει άλλο άλμπουμ των Magnetic Fields που να σταθεί επάξια δίπλα στο 69 Songs (1999), δίσκο που κατέχει περίοπτη θέση στην καρδιά μου, τόσο σε επίπεδο φιλοδοξίας, με το αριθμητικό concept να σε ιντριγκάρει εξαρχής, όσο και σε περιεχόμενο.

Όμως η μπάντα-όχημα της χαρισματικής ψυχολογίας του τραγουδοποιού Stephen Merritt επιστρέφει με ένα μουσικό ημερολόγιο φτιαγμένο με τα πιο αγνά υλικά, με τον ίδιο να πασπαλίζει τις θολές μνήμες του με σκόρπιες αναφορές στην pop κουλτούρα και με γενναιόδωρες περιγραφές. Το 50 Song Memoir εμπεριέχει 50 τραγούδια, ένα για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι το 2015, τα οποία περιγράφουν σύμπασα τη ζωή του 50χρονου Merritt. Έρχεται δε χωρισμένο σε 5 CD, με το καθένα να περιέχει από 10 κομμάτια γεμάτα χυμούς.

Τα νέα τραγούδια του Merritt είναι συνεκτικά, λαχταριστά και αλλόκοσμα. Πρόκειται για μια δουλειά που τρέφεται και αναπτύσσεται με τη συναισθηματική συμμετοχή του ακροατή. Μια δεκαετία ζωής χωράει σε καθένα από τα 5 μέρη μιας ανάγλυφης, μουσικής αυτοβιογραφίας, η οποία αίρει τους περιορισμούς μιας συμβατικής κυκλοφορίας.

Πατινάρει στα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 αναπολώντας την αθωότητα, την πρώτη ανθρώπινη επαφή, τις μητρικές συμβουλές και τις μικρές τραγωδίες. Αναρωτιέται για την καταγωγή του, θυμάται μια γάτα του, μνημονεύει την Judy Garland στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, τους ξυπόλυτους χίπις, μια συναυλία των Jefferson Airplane, την αστερόστονη της disco το 1976, τη χιονοθύελλα του 1978, τα synths της «νεοκυματικής» εφηβείας, τις ντισκοτέκ, τη λαίλαπα του AIDS, την πρώτη κατάθλιψη, τις χυλόπιτες, τα Levi’s 501, τα δάκρυα, τα one night stand. Καθώς και άλλα αμέτρητα σημαντικά και ασήμαντα περιστατικά, όσα διαμόρφωσαν αυτό το παράξενο και ελαφρώς διαταραγμένο παιδί, που δεν ένιωσε ποτέ βολικά μέσα στο σώμα του, στην εκάστοτε ηλικία του και στο ίδιο το μυαλό του. Κι όλα αυτά, δίχως να ξοδεύεται σε pop trivia και φυσικά χωρίς να γίνεται υπερβολικά αυτοαναφορικός –πραγματικό επίτευγμα διακριτικότητας και ήθους, αν αναλογιστεί κανείς τη φύση του concept album.

Τα τραγούδια του Merritt μας τον παρουσιάζουν σαν σκοτεινό ξαδελφάκι ενός Burt Bacharach ή σαν το εκκεντρικό διδυμάκι ενός Paul McCartney –τα ερμηνεύει δε όλα με τη λατρεμένα βαρύτονη οκνηρία του. Αυτός λοιπόν ο άτιμος είρωνας μας κάνει δώρο ένα πολυπρισματικό άλμπουμ, προϊόν της μεσόκοπης κρίσης ενός υπέροχου μυαλού. Αφήστε όμως τη λύση του κάμπριο αυτοκινήτου για τους κρετίνους. Εδώ καλούμαστε να συμμετάσχουμε στο μπλαζέ ψυχόδραμα του Αμερικανού τραγουδοποιού, για τον οποίον τα λάθη, τα πάθη, τα λησμονημένα όνειρα και η ματαιότητα του έρωτα είναι περισσότερο προϊόντα χημικών ενώσεων του εγκεφάλου, παρά λυγμόλαλοι αυτοσκοποί. Τα νοήματά του σχηματίζουν έτσι ένα κεκλιμένο έδαφος προς την πόρτα που ανοίγει στη ζωή του.

Αναλογιστείτε λίγο μερικούς τίτλους: “Dreaming Ιn Tetris”, “How I Failed Ethics”, “Eurodisco Trio”. Χωρίς να μας πει τίποτα, γνωρίζουμε τα πάντα για εκείνον, για το γούστο του στα βιβλία και στις τέχνες, για την ηθική του, την αισθητική του και τις σχέσεις του. Ο ίδιος ποτέ δεν ακούγεται μελό ή ευάλωτος, σε πρώτο επίπεδο. Τα σχήματα όμως που χορεύουν στις μνήμες του, δεν έχουν προηγούμενο. Ελάχιστοι μορφοποίησαν τόσο καλά τα βιώματά τους, μέσα σε εύσχημα pop τραγούδια.

Η βαθμολογία του δίσκου θα μπορούσε να είναι «8» ή «10». Τίποτα λιγότερο από γενναιοδωρία για έναν σοφό φίλο, ο οποίος μου εξιστόρησε τα πάντα σε ένα πλήρες ταξίδι 2,5 ωρών. Το περίμενα ότι οι μελωδίες θα μπορούν να τραγουδιούνται παντού και θα ήταν έξυπνες. Αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι η ματιά ενός επιτηδευμένα κυνικού 50άρη θα γεννούσε μερικές μπαλάντες που σε κόβουν στα δύο, όπως λ.χ. το “I Wish I Had Pictures” –κάτι σαν “In My Life” για τη γενιά μας.

O Merritt μεγαλώνει και χαίρομαι που μεγαλώνω μαζί του. Οι μελωδίες του ωριμάζουν καθώς κάθονται στα αυτιά, βγάζουν περικοκλάδες στην καρδιά μας και στο τέλος κουμπώνουν στο δικό μας θυμικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για ένα από τα ακρογωνιαία άλμπουμ της δεκαετίας. Κυριολεκτώ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Alien: Η μυθολογία του διασημότερου διαστημικού θρίλερ

Με την ευκαιρία του Alien: Covenant, θυμόμαστε τις 5 ταινίες που προηγήθηκαν και μας έκαναν να αγαπήσουμε τη μυθολογία που ξεκίνησε πριν από σχεδόν 4 δεκαετίες.

Alien (1979)

91bMov_2.jpg

 

Στο βαθύ διάστημα, τις κραυγές σου δεν τις ακούει κανείς. Το έσχατο μεγάλο φιλμ τρόμου της δεκαετίας του 1970 ταξίδεψε στο μέλλον, αν και ήταν βασισμένο σε μια horror κουλτούρα από το παρελθόν και συγκεκριμένα στα εξωγήινα τέρατα της δεκαετίας του 1950. Το Alien του 1979 υπέγραψε ο Ρίντλει Σκοτ, ο οποίος είχε σημαδευτεί από τις παραδοσιακές γκραν γκινιόλ ταινίες με τέρατα. Υποδειγματικά κλειστοφοβικό και αγωνιώδες στον τρόπο με τον οποίον έδινε υπόσταση στον μικρόκοσμο του διαστημοπλοίου, το Alien ήταν προορισμένο να γίνει κλασική ταινία και να επανακαθορίσει τον διαστημικό τρόμο. Ο Ευρωπαίος ζωγράφος Γκίγκερ ενσωμάτωσε σεξουαλικά, μηχανικά και δαιμονικά χαρακτηριστικά στο αξέχαστο εξωγήινο πλάσμα που σχεδίασε. Η έννοια του Άλλου, όπως την είχαν διαμορφώσει τα παλιά monster movies, δεν διαφοροποιείται στα συστατικά της στοιχεία, αλλά αυτή τη φορά έχουμε το στοιχείο της «κυοφορίας» του εξωγήινου τέρατος, με ξενιστή το ανθρώπινο σώμα. Μια προσθήκη σωματικού τρόμου, η οποία απογείωσε το «μεταλλικό» σύμπαν, δίπλα σε τοξικά σάλια και σε αγωνιώδη κυνηγητά σε φουτουριστικά ντεκόρ.

Aliens (1986)

91bMov_3.jpg

Μια ευφάνταστη έκθεση μιλιταριστικών ακροτήτων, αυθάδικης φαντασίας και ένα γοητευτικά ιδιότυπο -και ενίοτε αποξενωτικό- χιούμορ κατακλύζει την αγεωγράφητη βιρτουοζιτέ του Τζέιμς Κάμερον στη δεύτερη ταινία της σειράς. Ανάμεσα σε ποταμούς από σφαίρες και φλογοβόλα, καρποφορεί η ανατρεπτική προβληματική της «μητρότητας», ενώ ο αμφίσημος ρόλος της Ρίπλει βρίσκει τον δρόμο του στη μυθολογία του φιλμ. To μεταλλικό περίβλημα που στεγάζει τις συναισθηματικές επάλξεις των ηρώων είναι τίγκα στα πυρομαχικά και ο άνθρωπος μοιάζει με αφελές πλάσμα που ταράζει την ταγμένη στη συμμετρία κοσμική τάξη, αδιαφορώντας τόσο για τα μεγέθη, όσο και για το αν δύναται να χωνέψει τις εκκωφαντικές συμπαντικές απαντήσεις που κρύβονται στο βαθύ διάστημα.

Alien 3 (1992)

91bMov_4.jpg

Το Alien 3 προσπάθησε να κερδίσει το στοίχημα της προσωπικότητας μετά το πληθωρικό δεύτερο μέρος, στρέφοντας ξανά την προσοχή στο σενάριο. Μια σκοτεινή και μακάβρια σειρά από πύρινα, βουτηγμένα στο χαλκό πλάνα, στοιχειώνει την ιστορία, χαρίζοντάς της μια εσχατολογική απελευθέρωση και μια θρησκόληπτη απελπισία, η οποία γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του φιλμ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ, δουλεύοντας με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς του σασπένς, ρίχνει το πλάσμα και τη Ρίπλει σε μια απομονωμένη φυλακή υψίστης ασφαλείας, με συμμάχους ένα μάτσο παιδεραστές, δολοφόνους και ψυχωτικούς που βρήκαν τον Θεό. Εκεί που το αυθεντικό Alien ξεκίνησε από μια αποστολή ρουτίνας και κέντησε διαφορετικές υφές του κινηματογραφικού τρόμου, το Alien 3 κυκλώνεται από παχιά θεολογικά στρώματα και από μια «υπέρβαρη», μυθική αύρα αιρετικού στοχασμού.

Alien Resurrection (1997)

91bMov_5.jpg

Ο στρατιωτικός μηχανισμός θέλει να ξαναδώσει ζωή στην κλωνοποιημένη Ρίπλει και να αφαιρέσει την εξωγήινη βασίλισσα που μεγαλώνει μέσα της για να γεννήσει τερατόμορφα τέκνα. Μια ομάδα μισθοφόρων καταφθάνει με ανθρώπους-φορείς εξωγήινων αυγών, και καταλαμβάνει το σκάφος. Ο ειδικευμένος σε ονειρόκοσμους φαντασίας Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Πιερ Ζενέ (βλέπε το «Delicatessen», αλλά και την «Πόλη των Χαμένων Παιδιών») διεγείρει το σασπένς και τη συνενοχή του θεατή, με αποκορύφωμα μια υπέροχη υποβρύχια καταδίωξη. Η ταχυδακτυλουργική σκηνοθεσία γεννάει ποιητικώς …ψυχαναλυτικές φαντασιώσεις, αλλά και μια εφευρετική αισθητικά αντιμετώπιση ενός ολόκληρου πάνθεου τερατομορφίας.

Prometheus (2012)

91bMov_6.jpg

Η συγγένεια του Prometheus με το αριστούργημα του 1979 είναι μονάχα εξ αγχιστείας. Το μεγαλειώδες μυθολόγημα κλειστοφοβικού τρόμου της δεκαετίας του 1970 αντανακλάται μόνο στην κοινή σημειολογία (το πλήρωμα του σκάφους, το εξελιγμένο ανθωποειδές, η εταιρεία) και ο Προμηθέας απαγκιστρώνεται από το μαρκετίστικο δέλεαρ της δύσμορφης, σιελογόνου απειλής. Όμως ο Ρίντλει Σκοτ επανέρχεται στο τιμόνι της σκηνοθεσίας και δείχνει ότι ξέρει να προκαλεί ραφιναρισμένο δέος. Το διακύβευμα εδώ δεν είναι οι μάταιες κραυγές στο διάστημα, ούτε ο τρόμος απέναντι στα υγρά του τέρατος, αλλά η ατέρμονη εξερεύνηση της προέλευσης του ανθρώπινου είδους. H επανεκκίνηση των ιδεών γίνεται μέσα από την εξερεύνηση για αρχαίους εξωγήινους πολιτισμούς και την ανάγκη για απαντήσεις σε κοσμογονικά ερωτήματα. Η -ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση της αφήγησης θα εγκλωβιστεί στα ουρλιαχτά των προπατόρων του homo sapiens, με μια διεύθυνση φωτογραφίας που μυρίζει θειάφι και με τα επιστημονικά ευρήματα να είναι εξωγήινες ωοθήκες και μεταλλαγμένα ερπετά.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment