Album Of The Week #55

Peter Bjorn And John – Breakin’ Point

Η «soul κρεβατοκάμαρας» δεν σημαίνει μόνο στυλιζαρισμένα γρυλίσματα και macho υποσχέσεις από φωταγωγημένους soulmen με περίσσια αυτοπεποίθηση. Μπορεί να είναι διαφυλετική εμπειρία, αρκεί να την εκφράζει κάποιος καλλιτέχνης που γεφυρώνει τον soul ναρκισσισμό με το όραμα.

Στο 4ο πλέον άλμπουμ του, ο Mayer Hawthorne είναι ικανός να παίξει με τα είδη και να αναμοχλεύσει εκείνα τα ευτυχή κλισέ που μας κάνουν να αγαπάμε την αυθεντική soul. Στο “Cosmic Love”, ο ταλαντούχος Αμερικανός ανατρέχει στην ανανεώσιμη πηγή ενέργειας των Isley Brothers, φτιάχνοντας μουσική επένδυση για ερωτικές περιπτύξεις, με οργασμικά βογγητά στο φόντο για πικάντικο καρύκευμα. Στο “Breakfast In Bed” χρησιμοποιεί το εξομολογητικό ύφος του Marvin Gaye της εποχής του I Want You (1976) και τη λατρευτική φύση του Leon Ware από το Musical Massage (επίσης 1976). Το Man About Town αποτελεί έτσι ένα εμπνευσμένο μπουκέτο τραγουδιών με πλήρως απογειωμένη διάθεση, που αναβιώνει χαρμόσυνα τα μοτίβα της κλασικής soul μέσω της αποθέωσης της μελωδικής προβλεψιμότητας.

Αλλά στην προσπάθεια του Hawthorne να γίνει ο soul crooner ο οποίος ξελογιάζει με τα ρεφρέν του, υπάρχουν και κάποια προβλήματα. Αρχικά δεν παρεκκλίνει από τα αιτούμενα. Δεύτερον, είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσεις πού τελειώνει ο «διαβασμένος» σαρκασμός πάνω στα genre και πού αρχίζει η ειλικρίνεια. Τρίτον, όταν δυσκολεύεται με την κατεύθυνση των τραγουδιών, ξεφεύγει σε εύκολες λύσεις από το ευρύτερο vintage συντακτικό –όπως λ.χ. το falsetto του Curtis Mayfield. Ποιο είναι το βασικότερο πρόβλημα, όμως; Θα το καταλάβετε αν ακούσετε μία φορά τον δίσκο και δοκιμάσετε να τον περιγράψετε σε κάποιον χωρίς να αναφέρετε καθόλου ονόματα καλλιτεχνών και είδη μουσικής.

Μέσα στην ανάγκη του να λιβανίσει την καλιφορνέζικη soul και την «ώριμη» R&B της Motown, ο Hawthorne τιμάει ιερά τοτέμ του είδους όπως τον Luther Vandross και τον Teddy Pendergrass. Βουτάει βουλιμικά στα αυλάκια βυνιλίων που εσωκλείουν τη soul παράδοση, σερβίροντας τα δικά του αέρινα groove από τη δεκαετία του 1970 και τη δική του ανάγνωση στη σαλονάτη blue-eyed soul της δεκαετίας του 1980. Η εισαγωγή του “Lingerie & Candlewax” θα μπορούσε να φέρει την υπογραφή του Ιταλού συνθέτη Dario Marianelli. Στο “Fancy Clothes” δείχνει ότι μπορεί να σταθεί ως αξιόλογος φορέας της reggae παράδοσης. Στο “The Valley” και κυρίως στο μελωμένο “Love Like That”, τιμάει το ανέμελο πατινάρισμα πάνω στις αψεγάδιαστες μελωδίες των Daryl Hall & John Oates.

Όμως από τον δίσκο λείπει το καλό single, εκείνο που θα γίνει τσίχλα στα χείλη του ακροατή –αυτό ακριβώς δηλαδή που έκαναν όλοι οι προγενέστεροι του Hawthorne, από τους οποίους και αντλεί. Υπάρχει άλλωστε λόγος που οι Hall & Oates πούλησαν 50 εκατομμύρια δίσκους, που οι Steely Dan ξεπουλάνε ακόμα σε συναυλίες ή που ο Steve Winwood μνημονεύεται δύο γενιές ακροατών μετά. Ο Hawthorne, όμως, δεν διαθέτει την ίδια πειθώ· στα αυτιά μάλιστα κάποιου καχύποπτου, στο “Love Like That” μπορεί να ακουστεί και σαν τον Phil Collins του “Easy Lover”.
Η soul της κρεβατοκάμαρας απαιτεί λοιπόν πολλά περισσότερα από γνώση ιστορίας και σωρεία αναφορών. Χρειάζεται αυθεντική φωνή, ακόμα και ακολουθώντας τα χνάρια των προγενέστερων. Ρωτήστε τους  Hall & Oates, ξέρουν καλύτερα.

Από το Avopolis

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s