Οι μουσικές ταινίες του Martin Scorsese: Από το Woodstock στο Vinyl

vinyl4.jpg

O Martin Scorsese, μοντάρει τα πάθη, τις εξάρσεις βίας, τις μικρότητες, τις προδοσίες και τα ακραία συναισθηματικά breakdowns ενός μικρόκοσμου που μπλέκεται γύρω από την American Century Records, ένα label που είναι έτοιμο να ξεπουληθεί σε Γερμανούς επενδυτές οι οποίοι γυρεύουν να πιάσουν την καλή στην «κουλτούρα των νέων».

Ο 73χρονος Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης γνωρίζει σε βάθος τη μουσική ιστορία και ανήκει σε μια γενιά που ανδρώθηκε με την έκρηξη του rock, έζησε τη Βρετανική εισβολή, γνώρισε σε βάθος το πατροπαράδοτο blues, γοητεύτηκε από τη μαύρη μουσική και παρακολούθησε από κοντά τη σκυτάλη στα μουσικά ρεύματα. Η ενασχόληση του Scorsese με τη σκηνοθεσία της σειράς Vinyl και η συνεργασία του με τον Mick Jagger στην παραγωγή, κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν, καθώς πέρα από μακροχρόνιο σχέδιο ζωής, το Vinyl ολοκληρώνει μια βαθιά σχέση του σινεμά του Marty με την ιστορία της αμερικάνικης μουσικής.

Η καριέρα του Scorsese ξεκίνησε επαγγελματικά όταν ανέλαβε να οργανώσει το θηριώδες, πολύωρο μοντάζ της ταινίας Woodstock, που προβλήθηκε το 1970. Οι πιο αξιομνημόνευτες σεκάνς σε αυτό το ντοκιμαντέρ είναι προϊόν δικής του δουλειάς στο studio, και έτσι άνοιξαν οι πόρτες για τη μεγάλη καριέρα του με τουςΚακόφημους Δρόμους το 1973. Στην γκανγκστερική ταινία «γειτονιάς» που αποτέλεσε πρότυπο για εκατοντάδες μεταγενέστερες ταινίες του είδους. Με έναsoundtrack που ξεχείλιζε από την οργιαστική pop του Phil Spector, στην πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, ο Robert De Niro μπαίνει σε ένα μπαρ με τους ήχους του “Jumping Jack Flash” των Stones. Ήταν η αρχή μιας πνευματικής συνεργασίας με τους Stones που θα κορυφωθεί 25 χρόνια αργότερα με το ντοκιμαντέρ, Shine A Light και θα περάσει στο φετινό Vinyl.

Στο σινεμά του Σκορσέζε τα τραγούδια έχουν το ρόλο σχολίου στη δράση και είναι οργανικά μέρη του σεναρίου. Το μοντάζ και η αφήγηση στις ταινίες του, πατούσαν πάνω στους ρυθμούς της μουσικής, πολύ πριν το video clip γίνει ιδέα.

scorsese_TheBigShave.jpg

Η πρώτη σπουδαστική δουλειά του Scorsese ήταν το εξάλεπτο μικρού μήκους φιλμ με τίτλο The Big Shave (1967), όπου ένας άνδρας ξυρίζεται μπροστά τον καθρέφτη του υπό τους ήχους του “I Can’t Get Started” του Bunny Berigan, μέχρι που το πρόσωπό του αρχίζει και αιμορραγεί ακατάπαυστα. Από εκείνο το πρωτόλειο φιλμ μέχρι τη σκηνή που ο ήρωας του Vinyl αναθεωρεί όλη τη ζωή του και αναγεννιέται από την πτώση του υπό τους ήχους των New York Dolls μεσολαβεί ένα σινεμά που συνήθως βαδίζει χέρι με χέρι με τη ροκ μυθολογία.

Η σχέση του Martin Scorsese με τη μουσική μέσω των ταινιών του, απογειώθηκε με το μνημειώδους σημασίας φιλμ The Last Waltz, το οποίο στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον ατυχέστατο τίτλο: «Ραντεβού με τ’ αστέρια της Ποπ». Το Last Waltz κατέγραψε την συναυλία που έδωσε το συγκρότημα The Band με σκοπό να είναι η τελευταία της καριέρας του, ανήμερα των Ευχαριστιών στο Σαν Φρανσίσκο.

scorsese_TheLastWaltz.jpg

Ο frontman Robbie Robertson και η μπάντα πλαισιώθηκαν από φίλους, συνοδοιπόρους και ανθρώπους που τους επηρέασαν, σε ένα κονσέρτο που σχεδόν άθελά του έμελλε να αποτελέσει έναν επικήδειο του rock. Τη σκηνή με τους Band μοιράζονται ο Eric Clapton, ο Neil Diamond, ο Bob Dylan, ο Neil Young, ο Ringo Starr, ο Dr. John, o Van Morrison, ο Ronnie Wood των Stones και οι θρυλικές φωνές των Staple Singers. Το μοντάζ πατινάρει ανάμεσα σε ανορθόδοξες συνεντεύξεις, σε εξαιρετικές γωνίες λήψης των μουσικών και εστιάζει στη σκηνή και στην οργανική χημεία της rhythm section, σε μια αξεπέραστη κινηματογράφηση για ροκ ντοκουμέντο. Η συγκλονιστική ερμηνεία του “The Weight” που κλείνει τη συναυλία αποτελεί έναν επίλογο της χρυσής εποχής του Rock n‘ Roll που βαπτίστηκε αυθόρμητα στις λάσπες της αγάπης και της αρμονίας στο Woodstock και ενηλικιώθηκε βίαια με το αιματοβαμμένο τέλος της εποχής της αθωότητας, με το φόνο στη συναυλία στο Altamond. Η συναυλία των Band πραγματοποιήθηκε το 1976 αλλά η ταινία του Scorsese προβλήθηκε δυο χρόνια αργότερα και θεωρείται το καλύτερο μουσικό ντοκιμαντέρ όλων των εποχών.

Ο Robbie Robertson των Band, ήταν φίλος του Scorsese (κάποτε έμεναν και στο ίδιο διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη) και για τα επόμενα χρόνια θα επιμελούνταν σχεδόν όλα τα soundtrack των ταινιών του. Από το bar rock του The Color Of Money (1986) με τα κομμάτια του Clapton και του Warren Zevon να κοσμούν τον κόσμο των τζογαδόρων στο μπιλιάρδο, μέχρι τους ξεχασμένους θησαυρούς που ακούγονται στο Gangs Of New York.

scorsese_GoodFellas.jpg

Η στιγμή όμως που η χρήση της μουσικής από τον Scorsese άγγιξε τη στρατόσφαιρα σε επίπεδο σύλληψης και δεξιοτεχνίας ήταν στο χωρίς προηγούμενο και επόμενο Goodfellas (1990). Ειδικά σε δυο σκηνές –άξιες να διδάσκονται για πάντα σε σεμινάρια για σκηνοθέτες και μοντέρ- φαίνεται η ενσωμάτωση του rock στις κινηματογραφικές εικόνες. Η πρώτη είναι όταν το “Layla” ντύνει μια σκηνή όπου αποκαλύπτεται ένα ποταμός από πτώματα που άφησε στο διάβα της το ξεκαθάρισμα της ιταλικής μαφίας. Η δεύτερη είναι η σκηνή που ο Robert De Niro, σιωπηλός σε ένα bar, αποφασίζει ότι ήρθε η ώρα να σκοτώσει έναν συνεργάτη του. Το “White Room” των Creamακούγεται σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που ο μάστορας της υποκριτικής αλλάζει το βλέμμα του, με τρόπο που υπονοεί τη δαιμόνια σκέψη του. Πέντε χρόνια μετά το Goodfellas, ήρθε η ταινία-καταπέλτης Casino (1995), όπου με ασθματικούς ρυθμούς πολυβόλου, για τρεις καταιγιστικές ώρες, με ένα pop, rock ή blues κομμάτι ανά 30 δευτερόλεπτα σχεδόν, ο Scorsese βομβάρδισε την οθόνη αντλώντας από το οπλοστάσιο της pop κουλτούρας.

Μια από τις λιγότερο γνωστές αλλά αξιόλογες δουλειές του Scorsese ήταν η σειρά ντοκιμαντέρ The Blues (2003) όπου μαζί με άλλους σκηνοθέτες (Clint Eastwood, Mike Figgis κ.α.) εξερεύνησαν από μια πτυχή της παράδοσης του αμερικάνικου blues. Η συμβολή του Scorsese ήταν το Feel Like Going Home και αναφέρονταν στο Blues που προέρχεται από τα βάθη της Αφρικής.

scorsese_GeorgeHarrison.jpg

Όσον αφορά στην ενασχόληση του Scorsese με το ντοκιμαντέρ, ανάμεσα στα πολυδάπανα σχέδιά του, μας έχει χαρίσει δυο προσωπογραφίες-μαμούθ που αποτελούν ύψιστο δείγμα του είδους. Στο George Harrison: Living In the Material World εξερευνά τη ζωή του George Harrison, από τα παιδικά του χρόνια στο Λίβερπουλ μέχρι και το θάνατό του, μεταθέτοντας την ευθύνη της αφήγησης στο θλιμμένο βλέμμα όσων άφησε πίσω του και στις ψυχολογικές αποχρώσεις της συμπεριφοράς του. Η παράθεση γεγονότων και πληροφοριών γίνεται με τον ακριβή υπολογισμό ενός ιστορικού αναλυτή, χάρη στη δαιμονιώδη κι εμπνευσμένη σκηνοθεσία και την ανάπτυξη της ιστορίας που αρχίζει και τελειώνει συμμετρικά με τον Harrison να ποζάρει πίσω από όμορφα λουλούδια. Πίσω από τους σπονδυλωτούς σταθμούς της καριέρας του «ήσυχου» Beatle και το χαζευτικό μοντάζ υπάρχει μια πρόθεση του Scorsese να βρει μια ακόμη βερσιόν της ανθρωποκεντρικής ιστορίας που είχε πάντα στο μυαλό του, μέσα από υπαινικτικές ματιές στη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του που του ταράζουν τη μονόχνοτη φύση του.

Ακόμα πιο σπουδαίο όμως είναι το Dylan: No Direction Home, όπου με ζωτικές λεπτομέρειες καλύπτεται πλήρως το φάσμα του ψυχισμού και του μύθου ενός Μεσσία της folk, με κομβικό σημείο την ηλεκτρική στροφή του το 1966. Σε τέσσερις χορταστικές ώρες, ο Scorsese φωτίζει τα πρώτα χρόνια της δισκογραφίας ενός πλανητικού καλλιτέχνη, ο οποίος ανταγωνίζεται σε μέγεθος και χρόνο την ιστορία του ροκ την ίδια. Ο σκηνοθέτης, σαν διαβασμένος εικονοκλάστης, τεμαχίζει τα γεγονότα περνώντας από το ένα ιστορικό συμβάν στο επόμενο, σε μια αναδρομή στη ζωή ενός καλλιτέχνη που η μουσική υφήλιος πίνει νερό στο όνομά του.

scorsese_ShineAlight.jpg

Πιο πρόσφατη προσθήκη είναι το Shine A Light, και την «ήσυχη» σκηνοθεσία του Martin σε ένα άψογο κονσέρτο των Rolling Stones. Ο Jagger και ο Richards δεν ήθελαν άλλο ένα live ντοκιμαντέρ για τους ίδιους, εκτός αν το σκηνοθετούσε ο Ιταλοαμερικάνος θρύλος. Το Shine A Light πιθανότατα να μην είναι η ταινία που θα ήταν αν γυρίζονταν τριάντα χρόνια νωρίτερα, ωστόσο παραμένει η πιο προσεγμένη και λιγότερο «τηλεοπτική» σε ύφος καταγραφή της performance μιας μπάντας που ζει και αναπνέει στο σανίδι για πέντε δεκαετίες. Ένα κινηματογραφικό ντοκουμέντο που σε φέρνει σε απόσταση αναπνοής με όσα στοιχειοθετούν και απογειώνουν ένα show των Stones.

Απο το Movieworld

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s