Vinyl

All about that personality crisis you got it while it was hot
but now frustration and heartache is what you got

Αυτοί είναι οι στίχοι του φρενήρους, αρχέτυπου punk τραγουδιού των New York Dolls στους οποίους παραδίνεται ο ήρωας της σειράς Vinyl, στο καθαρτικό φινάλε του επικού πρώτου επεισοδίου της. Πρόκειται για τον Richie Finestra, ένα αυτοδημιούργητο στέλεχος της δισκογραφίας, στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Βρισκόμαστε στο 1973, δηλαδή σε μια εποχή που η μουσική ιστορία έγραφε υπερωρίες. Μια εποχή που το hangover από τα οργιώδη 60’s δεν είχε ακόμα ξεθυμάνει και η τεχνοκρατική αντίληψη της δεκαετίας του 80 που ανήγαγε την «μουσική» σε «βαριά βιομηχανία» ήταν ακόμα μακριά. Ο ταραγμένος Richie, σαν γνήσιος απόγονος όλων των «Σκορσεζικών ηρώων» θα βρεθεί στο ναδίρ της προσωπικής του καριέρας, σαν μάνατζερ και σαν ανιχνευτής ταλέντων, βουτηγμένος στην παθητικότητα της αμφιβολίας και την καμουφλαρισμένη οδύνη. Ο Richie δίνει μια ασύμμετρη μάχη με το δημόσιο καθρέφτη του, με το λαμπερό lifestyle που τον περιστοιχίζει και την βία που τον απειλεί σε κάθε στραβοτιμονιά, ενώ σταδιακά βουλιάζει στον πανικό και την εγωπάθεια. Με τον εγκέφαλό του έτοιμο να εκραγεί από την κοκαΐνη, με την απόγνωση στο βλέμμα και το οικονομικό αδιέξοδο να στενεύει γύρω του, θα πιάσει πάτο και αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του, σαν άλλος Μπορίς Καρλόφ, για να ορθοποδήσει και να αναδυθεί σε μια κάποια μορφή λύτρωσης.

Ένας πλήρης αφηγηματικός κύκλος άρχισε και έκλεισε στον πιλότο του Vinyl , που φιλοτέχνησε ο σκηνοθέτης-θρύλος Martin Scorsese για λογαριασμό του ΗΒΟ. Η αρχική σύλληψη της σειράς ανήκει στον Mick Jagger, ο οποίος κουβαλάει στο εγχείρημα την πειθώ και το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας. Η παραγωγή χρειάστηκε πολλά χρόνια για να καταλήξει σε ένα σενάριο ικανό να θρέψει ένα τρίωρο κινηματογραφικό έπος στα μεγέθη ενός Casino, να αποτελέσει αφετηρία μιας τηλεοπτικής σειράς που ασχολείται με την έκρηξη της μουσικής βιομηχανίας και της δημιουργίας μουσικών ρευμάτων.

Για 105 λεπτά, ο Martin Scorsese μοντάρει ασθματικά στη μονταζιέρα τα πάθη, τις εξάρσεις βίας, τις μικρότητες, τις προδοσίες και τα ακραία συναισθηματικά breakdowns ενός μικρόκοσμου που μπλέκεται γύρω από την American Century Records, ένα label που είναι έτοιμο να ξεπουληθεί σε Γερμανούς επενδυτές οι οποίοι γυρεύουν να πιάσουν την καλή στην «κουλτούρα των νέων». Το κυνήγι να υπογράψουν οι Led Zeppelin έχει ναυαγήσει και η μόνη ελπίδα σωτηρίας κάτω από ένα ασφυκτικό deadline έλλειψης χρημάτων, είναι η εύρεση ενός «next big thing» που θα δημιουργήσει το δικό του ρεύμα.  Η κινηματογράφηση συνοδεύεται με καταιγισμό από rock & roll, soul, funk, blues, punk και disco pop τραγούδια που στην παράδοση του σινεμά του Scorsese, σχολιάζουν και κουβαλάνε την πλοκή. Επιπλέον ο σκηνοθέτης δεν υποκύπτει σε ένα απλουστευτικό φιλμ πληροφοριών αλλά υπηρετεί μια αφήγηση με πισωγυρίσματα στο χρόνο και με ηθελημένους αναχρονισμούς στα ιστορικά γεγονότα.

vinyl7.jpg

Ο Scorsese χρησιμοποιεί τα απολύτως απαραίτητα, σαν να ξεφυλλίζει το ημερολόγιο μιας ιστορίας, διανθίζοντάς την με ιταλική μαφία, με παρανοϊκούς γκάνγκστερ με Εβραίους μάνατζερ, με groupies και με… ακόμα περισσότερη μουσική. Τοποθετεί τη δράση στο Μανχάταν των αρχών της δεκαετίας του ’70, έναν γνώριμο διάκοσμο που έχει ταυτιστεί με αρκετά από τα αριστουργήματά του – όπως τους Κακόφημους Δρόμους και τον Ταξιτζή. Χάρη στη δραματουργική αξιοποίηση των μουσικών ντοκουμέντων, ο Scorsese προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και ποτίζει τα πάντα με rock αισθαντικότητα, τοποθετεί τα πάντα κάτω από την απειλή της βίας. Το σενάριο του Terrence Winter (The Wolf Of Wall Street) στα χέρια οποιουδήποτε άλλου κινδύνευε να γίνει ένα άψυχο μνημείο νοσταλγίας. Η διαδρομή όμως εδώ δεν περιορίζεται στον pop φετιχισμό αλλά αντιμετωπίζει τα στελέχη της παρανοϊκής βιομηχανίας σαν αζύμωτες ψυχές που εμπνέουν άθελά τους κουλτούρες και σαν μαστουρωμένους μπίζνεσμαν με αυτοκαταστροφικές τάσεις που δεν αντέχουν τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι τους.

Κάπου ανάμεσα στο λιβάνισμα του κλασικού ροκ της μετά-Woodstock εποχής του Almost Famous και την οργιώδη glam εποποιία του Velvet Goldmine (σε κινηματογραφική αναλογία), και κάπου ανάμεσα στην λεπτομερή ανασύσταση εποχής του Mad Men και το φιλόδοξο όραμα του Broadwalk Empire (σε τηλεοπτική αναλογία), αυτό που κάνει το Vinyl τόσο διαφορετικό, είναι πως πέρα από μια θεαματικά μονταρισμένη αναδρομή, είναι ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα του Scorsese σε μια εποχή που τελείωσε ανεπιστρεπτί.

 

LACOMBE_14045_B1001784_A

 

 

 

Πέρα από την όποια καλλιτεχνίζουσα πρόθεση, ο Scorsese σκηνοθετεί σαν ορκισμένος λάτρης του ροκ, με κέφι για αυτοαναφορικότητα (οι σκηνές της λιμουζίνας στα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης είναι ίδιες με τις λήψεις του Ταξιτζή ενώ το κόκκινο φως που βγαίνει από ένα πορτ-μπαγκάζ που περιέχει ένα πτώμα είναι κατευθείαν από τα Καλά Παιδιά), θέλοντας να δει πέρα από το χάος και τη σκόνη. Εξερευνά τις συνθήκες γέννησης του σύντομου, ορμητικού ανεμοστρόβιλου του punk, που εξέφραζε την κοινωνική ανησυχία μιας γενιάς που αντιδρούσε σε ένα σύστημα ροκ ψυχαγωγίας που είχε αρμέξει και πετάξει τη βρετανική εισβολή, την ψυχεδέλεια και τη soul και μόλις στρέφονταν σε πομπώδεις progressive δεξιοτέχνες και σε ανάλαφρες disco ντίβες. Το fiction συγκρότημα των Nasty Bits, ενός άτεχνου επιθετικού, εφηβικού punk σχήματος που φτύνει και παίζει ξύλο με το κοινό στα άθλια Νεοϋορκέζικα καταγώγια, ίσως είναι το ακατέργαστο διαμάντι που θα σκότωνε να είχε στα χέρια του ένας μάνατζερ της φήμης του Μάλκομ ΜακΛάρεν. Ένα συγκρότημα σαν τα χιλιάδες που δεν βρέθηκαν στη σωστή στιγμή και στο σωστό χρόνο, στο κατώφλι μιας εταιρείας, για να γίνουν διαθέσιμα στην αμέριμνη καταναλωτική εφηβεία και τις ανάγκες της εποχής. Οι Nasty Bits είναι ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων που το αντίδοτό τους δεν ήταν ποτέ η αναρρίχηση των αγαπημένων τους album στο billboard ή εμφάνιση στο Top Of The Pops αλλά μουσικοί που βρέθηκαν στο έλεος ανθρώπων που ειδικεύονται στη στρατολόγησης ταλέντων. Tο Vinyl ατενίζει με νοσταλγία την εποχή που ο ήχος της κιθάρας του Bo Diddley και ένα επτάιντσο σινγκλάκι του Ottis Redding άλλαζε ζωές, συνειδήσεις και τον περιβάλλοντα κόσμο του κοινού που απευθύνονταν (οι δυο εν λόγω μουσικοί έχουν από ένα συγκινητικό tribute στο επεισόδιο).

vinyl5.jpg

Η αφήγηση του Vinyl πελαγοδρομεί αψεγάδιαστη χωρίς να μπουκώνει την ιστορία με περιττά βαρίδια. Μετά από δυο χορταστικές ώρες και καθώς η μανιώδης live εκτέλεση του Personality Crisis κλείνει την ταινία, όλα έρχονται σε συσχετισμό. Αντιλαμβανόμαστε τι κρατάει τους ήρωες εγκλωβισμένους σε ένα σκληρό περιβάλλον. Με την εκρηκτική ηχητική επένδυση και χωρίς να λέει όχι σε ξεστρατίσματα εντυπωσιασμού, ο Scorsese παραδίδει τον ήρωά του λυτρωμένο και ίσως πιο σοφό, στο τέλος. Το κυνήγι της σωτήριας μελωδίας που θα κάνει την υπέρβαση και θα μείνει στο χρόνο μόλις ξεκίνησε. Το φινάλε αναπαριστά την ιερή στιγμή που ο πληγωμένος εγωισμός θα μετατραπεί σε αποφασιστικότητα και νέα πνευματική ταυτότητα.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in TV. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s