Album Of The Week #35

The Libertines

Anthems For Doomed Youth

Libertines

Κάπου ανάμεσα στη λεπτή γραμμή που σχηματίζουν η κλειδαρότρυπα της Daily Mirror, η άγονη μυθολογία των rockumentaries του VH1 και οι πιο φανατισμένες αράδες στα εξώφυλλα του ΝΜΕ, συνεχίζει να γράφεται το αέναο σίριαλ των Libertines.

Τώρα, θα βρισκόμαστε λογικά κάπου στη σεζόν 15 επεισόδιο 4, και είτε θα έχουν πέσει μπουνίδια, είτε θα έχει γίνει κάποιου είδους κάθαρσης και αυτο-ανακάλυψης, μετά από κάποιο hangover. Αν σας ενδιαφέρουν τα saga στις σχέσεις μουσικών –όπως για παράδειγμα το οικογενειακό δράμα των Gallaher ή το επίμαχο καλλιτεχνικό bromance των Carl Barât & Pete Doherty– τότε έχετε πολλά και ζωηρά τριγύρω να διαβάσετε για τους Libertines. Αν σας αφορά η μουσική και μόνο, τότε (ευτυχώς) έχετε επίσης πολλά να ασχοληθείτε: το Anthems For Doomed Youth στοιχειοθετεί μια υπέροχη επιστροφή μετά από 11 χρόνια, βρίσκοντας τη μπάντα να παραμένει στη ρίζα της· πωρωμένη και χαριτωμένα ασυμβίβαστη. Μπορούμε πια να πούμε με βεβαιότητα ότι οι Libertines ήταν από τα ελάχιστα ονόματα που κούνησαν περήφανα την indie σημαία στα αμήχανα zeros και ότι το φετινό, 3ο τους άλμπουμ είναι γεμάτο σταράτα λόγια, στρογγυλές μελωδίες και κερδισμένο coolness.

Από το μεθυσμένο pub rock του “Barbarians” και το γοητευτικό “Gunga Din“, ως τη νηφάλια τρυφερότητα του ομώνυμου “Anthem For Doomed Youth“, οι άτιμοι με κάνουν να νιώθω σαν αλαφιασμένος suedehead που μεθοκοπάει στα καταγώγια (“Heart Of The Matter“), σαν britpopper διψασμένος να ξαναζήσει τα τιμημένα 1990s (“Fame And Fortune“), σαν ένας από τους mods ο οποίος δεν δίνει δεκάρα για τίποτα παρά μόνο για το στυλ του (“Iceman“), σαν hipster σνομπ κωλόπαιδο (“Fury Of Chonburi“), σαν Λονδρέζος cockney με οργή και ευαισθησία (“Glasgow Coma Scale Blues“), ακόμα και σαν μέλος της (κάθε) doomed youth. Τραγούδια δε σαν το “You’re My Waterloo” είναι εκτελεσμένα με μια αίσθηση αβεβαιότητας, μπερδεμένα ανάμεσα στη συνείδηση της εφημερότητάς τους, στα δάκρυα, στους μώλωπες και στο αίμα της ιστορίας του Carl και του Pete.

Και επίσης, δεν μπορεί παρά να μας εκπλήξει το “The Milkman’s Horse“, αφού ανήκει στα πιο ειλικρινή τραγούδια που έγραψε ένα συγκρότημα το οποίο δεν είχε ποτέ την αλήθεια των στίχων σε μεγάλη εκτίμηση. Έστω και στην ασφάλεια του στούντιο, οι Libertines καταφέρνουν και ποτίζουν με οξυδέρκεια και με αδιαπραγμάτευτη δυναμική στιγμές όπως το “Belly Οf Τhe Beast“, προσθέτοντας βέβαια και τον απαραίτητο στραβοχυμένο ηδονισμό. Χωρίς άλλοθι απολογισμού και χωρίς τις τυμπανοκρουσίες της «μεγάλης επιστροφής».

Το κουτσομπολιό και η παραφιλολογία γύρω από συμπεριφορές, καταχρήσεις, αγορίστικα πάθη και εγωισμούς καλά κρατεί –και καλά κάνει, τουλάχιστον όσο συνοδεύεται από ενδιαφέρον υλικό. Όσο για το Anthems For Doomed Youth, αξίζει όσο χρόνο και να του αφιερώσουμε. Άλλωστε, όσο παίζει δυνατά, δεν ακούμε το κουτσομπολιό και τον θόρυβο των σαρκοφάγων media.

Από το Avopolis

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s