Album of The Week #17

 Blur

The Magic Whip

Blur

Ο μπροστάρης Damon Albarn, ο επαναπατρισμένος κιθαρίστας Graham Coxon, ο μπασίστας Alex James και ο ντράμερ Dave Rowntree, ξαναβρίσκονται δισκογραφικά, για να επιβάλλουν το attitude των ενεργητικών αλχημιστών της art pop, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που βρίθει από σαρκασμό απέναντι σε όσους μυρίζουν οικονομικά κίνητρα πίσω από το reunion. Ένα παζλ από ευφυείς ρυθμούς, το οποίο δεν σε αφήνει ούτε λεπτό να νιώσεις νοσταλγία για τα ανεπιστρεπτί χαμένα 1990s και τοποθετεί τους Blur όχι μόνο στους ανυποχώρητους επαναστάτες της εποχής μας, αλλά και στο προσωπικό hall of fame κάποιων από εμάς που δεν ανήκαμε (απαραίτητα) στον εξυπνακίστικο ορυμαγδό από σνομπ πιτσιρικάδες που μεθοκοπούσαν πριν 20 χρόνια με το “Girls And Boys“.

Μετά από μια ακυρωμένη συναυλία στην Ινδονησία, τα μέλη του συγκροτήματος αναγκάστηκαν να ξεμείνουν αδρανή και εγκλωβισμένα στο Χονγκ Κονγκ και δοκίμασαν έτσι να ξαναγράψουν παρέα μουσική. Απρόσμενα, αυτή η πόλη έμελλε να τους σταθεί ως σανατόριο, όπως το Βερολίνο για τον Bowie (Heroes) και η νότια Γαλλία για τους Rolling Stones (Exile On Main St.). Με το Magic Whip, λοιπόν, οι Blur βρήκαν ξανά τρόπο να εξωτερικεύσουν σαν σύνολο τις θαυμάσια αλληλοσυμπληρούμενες ιδέες τους και να αλληλεπιδράσουν με το μαζικό συναίσθημα. Προσφέρουν έτσι 12 ευδιάκριτα, λεπτοδουλεμένα τραγούδια με πολλές ηχητικές στρώσεις, χωρίς τις αναστολές που κάποτε επέβαλε το νεαρό της ηλικίας· χωρίς περιττή αυτοαναφορικότητα και χωρίς αναίτιους πειραματισμούς. Αντί δηλαδή να πατήσουν τα κουμπιά στα οποία συνήθως ανταποκρίνεται από κεκτημένη ταχύτητα το μαζικό κοινό, αξιοποιούν εδώ τη μουσική ευγλωττία τους.

Τα κατανοητά, ευμνημόνευτα νέα τους κομμάτια είναι ραμμένα για να φορεθούν σε κάθε μουσική ιδιοσυγκρασία. Από τον slacker του αμερικάνικου προαστίου που την ψάχνει μέσω web, τον διανοούμενο ελιτιστή ο οποίος δεν νερώνει εύκολα με ποπ το ακριβό του κρασί, τον hip πιτσιρικά που καταναλώνει βουλιμικά τα νέα είδη χωρίς να καίγεται για αναφορές στο παρελθόν, αλλά και τον βινυλιοσυλλέκτη που δεν τον αφορά το «εδώ» και το «τώρα». Η επιδεξιότητα των τραγουδιών καλύπτει τις κουλτούρες όλων τους.

Ο δίσκος είναι έτσι γεμάτος στιγμές οι οποίες θέλουν να πορευτούν μαζί σου, με τη δική σου όμως συναίνεση. Το “Lonesome Street“, για παράδειγμα, σε κάνει να νιώθεις ένας από τους «μοντάδες» που κοκορεύεται περπατώντας. Στο ντελιριακό “Go Out” ίπτασαι με ψυχεδελικά μανιτάρια μονολογώντας τα «uh-uh-oh-oh» του Albarn. Μέσα από τον χαλαρό ρυθμό του “New World Towers” βλέπεις τις απάτητες βουνοκορφές της brit pop, ενώ με το “I Broadcast” θες να ξεσκονίσεις όσους Βρετανούς «εισβολείς» έχεις ξεχάσει. Το “Ghost Ship“, πάλι, σε στέλνει για παλιμπαιδιστικούς περιπάτους στα γρασίδια. Με το “There Are Too Many Of Us” αναλογίζεσαι τις μπάντες που θα έκαναν το χειρότερο έγκλημα προκειμένου να έχουν υπογράψει ένα τραγούδι από το Parklife, ενώ το «μακαρτνεϊκό» “Ong Ong” είναι ικανό να θρέψει μερικά ακόμα δακρυσμένα ξημερώματα σε σοκάκια, πλάι σε σωρό από μαύρες σακούλες σκουπιδιών –με τα άδεια μπουκάλια των μαγαζιών, να μαρτυρούν το hangover. Το ίδιο και το “My Terracotta Heart”, ίσως η πιο όμορφη μπαλάντα των Blur από την εποχή του “Tender”. Προσωπικά, πάντως, θα προτιμήσω την ιδιόρρυθμη μελαγχολία του “Ice Cream Man” και τον τρόπο με τον οποίον σε τυλίγει αυτή η παράξενη sci-fi folk.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα δημιουργικό μπαράζ για το τι σημαίνει έντεχνη μορφοποίηση της ποπ ενέργειας στα μυαλά του Albarn και του Coxon, κατά κύριο λόγο. Η δε φωνή του πρώτου,  δίνει πλέον μαθήματα βρετανικού coolness: ειδικά στην «τεμπέλικη» ερμηνεία του “Thought I Was A Spaceman“, που θυμίζει έναν Bowie να κάνει απολογισμό των ημερών του Major Tom.

Η επιστροφή λοιπόν των Blur αποδεικνύεται ένα έξυπνο, γευστικό φρούτο, όσο πρέπει ελαφρύ, που μετά από επαναληπτικές ακροάσεις –και αφού κατακαθίσει και αναπνεύσει– θα πιστέψεις ότι αποτελεί τη συνέχεια του 13 (1999) και του Think Tank (2003), η οποία προοικονομήθηκε υπομονετικά για 16 χρόνια.

Αν αυτό δεν λέγεται ευθύβολος, μαζικός, ολοκληρωμένος θρίαμβος, τότε, στον σημερινό ισοπεδωτισμό, τι στο διάολο είναι;

Aπο το Avopolis

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s