Album of The Week #10

Bob Dylan

Shadows In The Night

shadows-cover-new

Πώς μπορούμε να μιλάμε για «νέο δίσκο», όταν αναφερόμαστε σε ένανπλανητικό καλλιτέχνη, ο οποίος ανταγωνίζεται σε μέγεθος και χρόνο την ιστορία του ροκ την ίδια; Και με τι στιλιστικό ύφος θα μπορούσε ο ίδιος να προσεγγίσει τα πολυτραγουδισμένα αμερικάνικα standards, όταν το «Dylan Songbook»είναι ένα «American Songbook» από μόνο του;

Ο Bob Dylan ηχογραφεί λοιπόν μια δεκάδα κλασικά τραγούδια, τα οποία διέπει ένας κοινός αναφορικός άξονας: όλα, σε κάποια χρονική στιγμή, έχουν εμφανιστεί στο αξεδιάλυτο κουβάρι της δισκογραφίας του Frank Sinatra. Απρόσμενη επιλογή για κάποιον που δήλωνε ότι η «νοσταλγία ισούται με θάνατο» ή που απεχθανόταν να ακούγεται παρεμβατικός κατόπιν εορτής.

Το Shadows In The Night είναι ένα άλμπουμ μνήμης, γι’ αυτό ακριβώς είναι υποφωτισμένο. Ο ήχος του θυμίζει τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι ένα χειμωνιάτικο, υγρό βράδυ. Αν και δεν συγγενεύει με πολλούς δίσκους απ’ το παρελθόν του Dylan –ούτε καν της περιόδου μετά το Love & Theft– συνδέεται ίσως περισσότερο με το Stardust του Willie Nelson. Και είναι περισσότερο μια ελεγεία στα φαντάσματα που εξοβέλισε κάποτε το ισοπεδωτικό rock ‘n’ roll, παρά ένας φόρος τιμής στον κύριο Franky: τα music hall, τα tango, την προπολεμική ποπ, το foxtrot, τη rumba, τον Irving Berlin και τον Gershwin.

Είναι επίσης ένα άλμπουμ απροκάλυπτα ντεμοντέ, με σκοπό (άκουσον-άκουσον!) τη συμμετοχή. Ο Dylan μπορεί να γυρίζει ακόμα την πλάτη στο κοινό επί σκηνής, εδώ όμως μας κοιτάει στα μάτια και επιλέγει να μας εκθέσει τις επιλογές του σαν ξάστερα αποκυήματα μιας στούντιο-χρονοκάψουλας, αντί να τις διαφυλάξει και να τις προστατέψει με επεξεργασίες. Ηχογραφεί δηλαδή με τις μεθόδους της εποχής που γέννησε αυτά τα τραγούδια: μονορούφι ηχογράφηση και μουσικοί πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς ξεχωριστούς θαλάμους, ακουστικά στ’ αυτιά και περιττά εφέ. Η μπομπίνα καταγράφει τη μαγεία μετωπικά.

Το “Why Try To Change Me Now”, το “Autumn Leaves” και το “That Lucky Old Sun” δεν απευθύνονται σε λοβοτομημένους ντυλανόβιους που συλλέγουν τον μύθο του Μεσσία της folk. Ούτε ο ίδιος ήταν άλλωστε ποτέ υπόλογος απέναντί τους (τουλάχιστον μετά το 1966): υπάρχει μια ελευθερία στη σχέση του ακροατή και του ιδίου. Η προίκα δε αυτών των συνθέσεων δεν ξεφτίζει ποτέ και οι φετινές ηχογραφήσεις αφήνουν την πικρόγλυκη γεύση της επανάληψης. Όμως ακόμα και μετά από μισό αιώνα 35 δίσκων, ακατάπαυστων booklet, λευκωμάτων, κασετινών με ακυκλοφόρητα (μέχρι και χριστουγεννιάτικο δίσκο έχει βγάλει), ο Dylan εξακολουθεί να σε κερδίζει ως τα τρίσβαθα των ακουστικών σου αισθητηρίων. Κερδίζει τη συμπάθειά σου, ακόμα κι αν ανήκεις σε όσους καιροφυλακτούν για το στραβοπάτημά του. Ακόμα άλλωστε και το χαμόγελο της συμπάθειας γίνεται στυφό, άνυδρο και καμιά φορά μετατρέπεται σε συγκατάβαση που στερείται απόλαυσης –όπως λ.χ. στα πρόσφατα American Songbook του Rod Steward.

Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει εδώ, ούτε κατά διάνοια. Στο Shadows In The Night ο αειθαλής τραγουδοποιός δεν κάνει διδακτικά σεμινάρια κλασικότροπης γραφής, ούτε μανιερίζει ρουτινιάρικα για τσούγκρισμα ακριβής σαμπάνιας, ούτε και αποπνέει άρωμα μπουρζουά κομψότητας. Αντιθέτως, δοκιμάζει να βρει τη θέση τουστην κληρονομιά των ξεχασμένων crooners, με έκφραση αυθεντικοφανή και αποκαθαρμένη από στυλιστικά «πρέπει». Άλλωστε ο Dylan πάντα ξεπερνούσε με ευκολία τα στυλιστικά μειονεκτήματα της μόδας. Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο κοινό που είχε με τον Sinatra. Η μεγάλη τους διαφορά, από την άλλη, ήταν πως τα τραγούδια του Frank επέβαλλαν τη συναισθηματική του κατάσταση: η μοίρα τον ήθελε δέσμιο των σαρωτικών χαρακτήρωνπου έφτιαχνε στα τραγούδια του. Ενώ ο Dylan φρόντιζε να μένει εκτός παιχνιδιού, χωρίς να ταυτίζεται με τους ρόλους των τραγουδιών του.

Όσο για το ζήτημα της φωνητικής του χροιάς απέναντι στους μελιστάλαχτους, γαλανομάτηδες crooners που πάτησαν στη γκλάμουρ κληρονομιά του Sinatra, ούτε λόγος. Να τη βράσω την ερμηνευτική δεινότητα, αν κάποιος δεν ξέρει τι να την κάνει.

Μέσα λοιπόν σε έναν κόσμο που ψάχνει να αγκιστρωθεί από το «καινούριο» με λύσσα και με πανικό, νιώθω ευγνωμοσύνη που μπορώ ακόμη και ακουμπάω στην ανόρεχτη γενναιοδωρία του Bob Dylan.

Από το Avopolis

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s