Albums for the road (part 5)

Antony & the Johnson’s

Turning

antonydvd

Πιθανότατα ένα νέο album από τον Antony να βρίσκεται προς το παρόν αρκετά μακριά και το δισκογραφικό κενό έρχεται να καλύψει η ηχογράφηση μιας ζωντανής εμφάνισής του, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής περιοδείας του πριν από 8 χρόνια, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δημιουργικότητάς του και ήταν ακόμα φρέσκος στα αυτιά μας ο αριστουργηματικός δίσκος “I Am A Bird Now”. Μετά από μια (αδικαιολόγητα) χρονοβόρα περίοδο στο post production, οι δημιουργοί Hegarty και Charles Atlas έκαναν το 2011 τις πρώτες φεστιβαλικές προβολές του ντοκιμαντέρ που γύρισαν στα παρασκήνια εκείνης της τουρνέ. Ακόμα τρία χρόνια πέρασαν , μέχρι επιτέλους το πλήρες εγχείρημα τους να βρει το δρόμο του προς στο DVD μαζί με ένα live album της εμφάνισης του Antony στο Λονδίνο, στις 10 Νοεμβρίου του 2006. Το CD περιλαμβάνει και δυο δυσεύρετα studio κομμάτια εκείνης της περιόδου, το “Whose Are These” και το “Tears Tears Tears“.

Σε εκείνες του τις εμφανίσεις, ο Antony πλαισιώνονταν από 13 υπέροχα θηλυκά που μιλούν ενώπιον του φακού και μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το ισχυρό statement μεταμοντέρνου φεμινισμού, conceptual drag show, τρανς ερωτισμού και φουτουριστικών installation που επιχείρησαν.

Όπως διαπιστώσαμε και από κοντά το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην αλησμόνητη εμφάνιση του στο Θέατρο Βράχων, ο Antony επί σκηνής εξανθρωπίζει κάθε gender bender ψυχόδραμα και το κάνει κτήμα του. Ισορροπεί απόλυτα το προσωπικό με το απόλυτα παγκόσμιο σε πλήρη ισορροπία. Δολιχοδρομεί στον καλλιτεχνίζον φεμινισμό και στη μοναχική μέθεξη της περσόνας του, ερμηνεύοντας σπαρακτικά κομάτια όπως το “You Are My Sister”, «κεντώντας» πάνω σε έρποντες ρυθμούς που στεφανώνουν τη μελαγχολία μας. Είναι όμως τα τραγούδια του από μόνα τους, όπως το “For Today I Am a Boy” ή το “Hope There’s Someone”, αποτελούν ένα τρομερό συναισθηματικό οικοδόμημα, ικανό να σε ρίξει σε νιρβάνα ή να σε γκρεμοτσακίσει σε συναισθηματικούς καιάδες.

Στο Turning, ο Antony χωρίς αμφιβολία δίνει μια άριστη συναυλία, εφαρμόζοντας γεωμετρικά πάνω σε μαλθακά mid tempos αυτή τη γνήσια χροιά του, που σε υποχρεώνει να την εμπιστευτείς. Μια σπάνια χροιά που λειτουργεί σαν μήτρα που έχουμε όλοι στην ψυχή μας, προορισμένη να φροντίζει την ανθρωπιά και την τρυφερότητά μας. Αν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο καλλιτεχνικό βλέμμα με αυτό του Antony σήμερα θα πρέπει να το αναζητήσουμε πολύ σοβαρά.

Damien Rice

My Favourite Faded Fantasy

damienrice

Τα δυο πρώτα album του Damien RiceΟ» και «9») σηματοδότησαν την έλευση ενός ορμητικού, Ιρλανδού τροβαδούρου που μπορούσε να χωρέσει σε αυτάρκη τραγουδιστικά σύνολα τον ρομαντισμό του. Μέχρι να φτάσει το φετινό του album, μεσολάβησε μια μακρά υποβλητική σιωπή στο χρόνο.
Δεν θέλω να με απασχολήσει τι έκανε αυτά τα 8 χρόνια ο Damien Rice. Ίσως να διανυκτέρευε κάθε βράδυ σε διαφορετικούς καναπέδες φίλων, με την κιθάρα του για μαξιλάρι. Ίσως να ζούσε το δράμα του στα πατώματα μετά τον σκληρό χωρισμό με την Lisa Hannigan. Το ζητούμενο είναι αν από τη μια θα δικαιώσει τις προσδοκίες της επιστροφής του και από την άλλη αν θα επιμηκύνει το αισθητικό του φάσμα. Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα τα καταφέρει στο πρώτο. Στο δεύτερο είναι που δεν έδωσε πολλή σημασία, αλλά δεν πειράζει πραγματικά.

Ο Damien γράφει μελωδίες ώστε να τις οικειοποιηθούν παρέες από μορφωμένους 30-something ακροατές που όταν δεν διασκεδάζουν, τους αρέσει να οδηγούν σε νυχτερινούς αυτοκινητόδρομους με μια μελαγχολία στις καρδιές τους. Το My Favourite Faded Fantasy αποτελείται από 8 τραγούδια που τραγουδιούνται με μισόκλειστα, συνοφρυωμένα μάτια. Είναι όμως το ιδιαίτερο στυλ του που χαλυβδώνει τις αντιστάσεις του απέναντι στην πολυφορεμένη folk εντεχνίλα. Ο «πονεμένος» Damien είναι μοναχικός αλλά όχι απομονωμένος. Είναι προσωπικός αλλά ποτέ εγωιστής στη διάθεση.
Σε τραγούδια όπως το I don’t want to change you, εκφράζει μια ζηλευτή τρυφεράδα που την εισπράττουν όσοι συνεχίζουν να αισθάνονται ρομαντικοί και αντιστέκονται στην ψυχική τους πολτοποίηση. Σε εξομολογητικές ακουστικές μελωδίες όπως το The Greatest Bastard, διακηρύσσει τον δυναμισμό του χωρίς να σοκάρει. Στο υπερδραματοποιημένο The Box θα ξηλώσει τις χορδές προκειμένου να ανταποκριθεί στο αίτημα να μας βουρκώσει με ρεαλιστικό σπαραγμό. Το Long Long Way προσφέρεται για βοήθημα απολογισμού ή καταμέτρησης λαθεμένων επιλογών, τις στιγμές που παίζουν στο μυαλό σου σε λούπα οι προσωπικές σου στιγμές.

Μετά τα παραπάνω τραγούδια, δικαιολογώ να μην κάνει το έξτρα εξελικτικό βήμα. Ας μέχει απαράλλαχτος, όσο στην πορεία μας χαρίζει μερικές αποτοξινωτικές μελωδίες, από αυτές που δεν γράφονται εύκολα (είτε λόγω ανικανότητας είτε λόγω αντιεμπορικότητας), από αυτές που φυλάς κρυφά στο συρτάρι για να τις χρησιμοποιήσεις όταν μπουχτίσεις την κακοφωνία και την κακογουστιά γύρω σου. Οι θιασώτες της pop φαντασμαγορίας ας αποχωρήσουν.

Thurston Moore

The Best Day

149822

Θα πρέπει κάποια στιγμή να μάθουμε να μην συμπεριφερόμαστε σαν παιδιά που δεν μπορούν να χωνέψουν το χωρισμό των γονιών τους και θα πρέπει να συνηθίσουμε να συναντάμε τον καθένα μόνο του. Το κεφάλαιο των Sonic Youth έκλεισε για καλό. Μετά την εξερευνητική folk για συννεφιασμένους καιρούς, του πρώτου solo album του Thurston Moore και τον αμήχανο avant gard πειραματισμό της Kim Gordon στο “bοdy/heat”, ήρθε ξανά το Σαββατοκύριακο που θα περάσουμε με τον μπαμπά, ο οποίος μάλιστα μας υπόσχεται την «καλύτερη μέρα».

Στο δεύτερο solo album του “The Best Day”, ο Moore θέλει πολύ να αποδείξει ότι βρίσκεται ένα βήμα μετά. Όμως ακούγεται περισσότερο αρμονικός στην ηχητική ύφανση και έχει τραγούδια πιο… όμορφα, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Όμως υπάρχουν κομμάτια όπως το Forevermore, που μοιάζουν ξεσηκωμένα από κάποιο τσαλακωμένο ασκησιολόγιο της εποχής του “Sister”. Σαν να ανέτρεξε με τη λαχτάρα του εξερευνητή στον κάλαθο των δικών του αρχείων, από τις θολές, year zero εποχές όπου οι Sonic Youth δεν μπορούσαν καλά καλά να μαζέψουν τις συμφωνίες από πυκνό κιθαριστικό ηλεκτρισμό που παρήγαγαν.

Όπως και να έχει, η αυτοαναφορικότητα σαν πηγή έμπνευσης δεν αποτελεί πρόβλημα καθότι το The Best Day παραμένει στη ρίζα του ένα πωρωμένο Guitar Album με κεφαλαία γράμματα, και με μια ιδέα οπτιμισμού, χωρίς ποτέ να γίνεται συνειδητά συναισθηματικό. Εδώ, ο Thurston Moore έχει ξεκάθαρο όραμα και έχει γνώση του πως θέλει να ακούγεται. Αυτός δεν είναι ο ήχος ενός παλιού punk rocker που στα 56 μαλάκωσε, αλλά μια ακόμα ηχητική μετάφραση του θορύβου που αισθάνεται γεννημένος να υπηρετεί.

Όμως ο Thurston δεν φόρεσε τα παράσημα του no wave ήχου που θεσμοθέτησε και ευτυχώς δεν λησμόνησε να συμπεριλάβει το ειδικό κιθαριστικό φίλτρο που κληρονόμησε από τους Led Zeppelin και τους Velvet Underground. Άφησε έτσι κάποια οριακά ψήγματα του ενστίκτου του να μεγαλουργήσουν, κυρίως σε 2 κομμάτια: στο λυγερόκορμο και σαρωτικό θόρυβο του Detonation και στη διονυσιακή τελετουργία κιθαριστικής αύρας του Grace Lake.

Το οξυδερκές πνεύμα του Moore όταν βρίσκονταν σε πλήρη σύμπνοια με την ιέρεια Kim, έφερε στη μουσικό συντακτικό τον όρο “alternative” προτού κανείς προλάβει να τον αντιληφθεί σαν ιδέα. Πλέον, τον βρίσκουμε να εκφράζει την -καθαρά ερωτική- σχέση του με τις κιθάρες εξοστρακίζοντας τον οργανωμένο ψυχεδελικό πάταγο από κιθαριστικούς λαβύρινθους για ένα πιο δομημένο περιβάλλον με αρμονίες και πολύπλοκα ακόρντα. Ίσως προτιμάει να απευθύνεται στη μερίδα των ορφανών παιδιών των Sonic Youth που έχουν μάθει να ακούνε τη μουσική σιωπηλά και στοχαστικά. To σίγουρο είναι πως είναι απεξαρτημένος από άγχη και διανοουμενίστικα συμπλέγματα, αλλά όχι απεγκλωβισμένος απ’το άγχος να αποδείξει ότι είναι ο καλύτερος «γονιός του Σαββατοκύριακου» για να εκνευρίσει ανταγωνιστικά τον άλλον. Τελικά μπορεί και να μην έχουμε εμείς το πρόβλημα. Ας μάθουν αυτοί να χωρίζουν πιο ώριμα.

Jessie Ware

Tough Love

toughlove
Αυτές οι άτιμες «σκληρές αγάπες» είναι που έθρεψαν το σύνολο της πονεμένης pop/soul, ειδικότερα της πιο σοφιστικέ. Είναι όμως εύκολο να χαρακτηρίσεις «σοφιστικέ» το δεύτερο album της Jessie Ware. Λες και το να εκφράσεις απτά, κανονικά συναισθήματα μέσα από μια καλόγουστη pop, είναι καμιά λαμπρή διανοουμενίστικη κατάκτηση, ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη της κάκιστης pop σοδειάς της δεκαετίας που διανύουμε. Με το εθιστικό ντεμπούτο της “Devotion”, η Jessie έπεσε σαν σωτήριος μετεωρίτης με τη μορφή σύγχρονης μικρής ντίβας για να μας υπενθυμίσει τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικής. Το φετινό της “Tough Love” λειτουργεί σαν αναπαυτικό σύννεφο ρομαντισμού από μια soul ερμηνεύτρια με ακαταμάχητη προίκα που εννοεί όσα τραγουδάει και εξευγενίζει τον παράγοντα «pop».

Με το νέο της album η συμπαθέστατη και κυρίως «κανονικότατη» Jessie καταρρίπτει το λούσο και το στολίδι, τονίζοντας με μια ενδοφλέβια ένεση σοβαρότητας τη λευκή, ορθόδοξη pop/soul με μελαμψό ερωτισμό. Tα συναισθήματα εκφράζονται με μια υπερφυλετική μελωδικότητα, σε σοκολατένιο soul περιτύλιγμα. Ακόμα και οι πιο εξωστρεφείς synth συνθέσεις (όπως το You & I Forever) ακούγονται καλύτερα με κλειστό φως, ώστε να διεισδύουν σαν φρέσκος αέρας στα πνευμόνια και να προκαλέσουν ταχυπαλμίες με τη μορφή ατμοσφαιρικού ονείρου. Όμως όλες οι αναλύσεις καταρρέουν μπροστά στην καθαρή εκφραστικότητά της. Η μουσικότητα αυτής της ψυχής είναι ήπια ευγενής και καμωμένη από αριστοκρατική στόφα. Η Jessie ερμηνεύει σαν εκλεπτυσμένο θηλυκό με διακριτική αβεβαιότητα, που δεν εκλιπαρεί για έρωτα, αλλά αισθάνεται ότι αξίζει περισσότερα απ’ όσα έχει. Η Jessie τοποθετεί την αριστεία στον τρόπο που υποδύεται μια ερωτευμένη γυναίκα που ζητάει την αγάπη ενός άνδρα και πλέον παίζει μόνη της σε αυτή την «κατηγορία», ειδικά τώρα που η Alicia Keys βρίσκεται σε προσωρινό λήθαργο.

Τα νέα τραγούδια της Jessie δεν είναι ούτε future pop αφού η κονσόλα δεν καίγεται να ανανεώσει το τεχνολογικό τοπίο της μοντέρνας αισθητικής, αλλά ούτε και retro-pop, αφού δεν αγγίζει τις συνήθεις εύκολες ρετρό αναφορές. Για την ακρίβεια δεν είναι ούτε «σημερινή pop» αφού προτιμά να είναι εσωστρεφής και καλαίσθητη παρά επίκαιρη. Είναι όμως η κατανυκτική θετικότητα της Jessie που τελικά ξεδιπλώνει τα ενισχυμένα στρώματα παραγωγής και όχι το αντίθετο. Πραγματικά, τέτοια απελευθέρωση θετικών δονήσεων όπως στο Want Your Feeling δεν έχει καταφέρει κανένας εδώ και πολλά χρόνια. Κάτι οι μακρινοί απόηχοι της Annie Lennox (στο Keep On Lying), κάτι η βελούδινη ευγένεια της Sade (στο Sweetest Song), κάτι η αθωότητα της Tracy Thorn (στο Say You Love Me), κάτι η 80’s disco με αναθυμιάσεις από Roberta Flack (στο All On You), κάτι οι ψιλές στα μεγέθη της Minnie Riperton (στο Desire), ακόμα και οι ηλεκτρονικοί ήχοι στο Pieces -όπου ακούγεται όπως θα τραγουδούσε η Florence όταν θα ήθελε να μιμηθεί την Lisa Stansfield, όλα δένουν με τo φανταχτερό ενορχηστρωτικό ραβδί των BenZel (Benny Blanco και Two Inch Punch) που στην κονσόλα πλέκουν γιρλάντες.

To “Tough Love” προσφέρει σπάνια μελωδική νηνεμία και είναι ένα μικρό ευεργετικό θαύμα. Ναι, η μουσική μπορεί να είναι και απαιτητική και ευάκουστη. Μας το λέει μια νέα πριγκηπέσα του τραγουδιού μαζικής κατανάλωσης που σε κάνει να θες να ανοίξεις μια διάπλατη αγκαλιά και να τη βάλεις μέσα.

 

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s