5 albums for the road (part 4)

record-store-photo-hd-wallpaper

 

Caribou

Our Love

8/10

caribou-our-love

Πολλά είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Daniel Snaith σε σχέση με τους ομογάλακτους του. Το βασικότερο όμως είναι ο τρόπος που φαινομενικά αδιαφορεί να υπογράψει τραγούδια, αλλά τελικά καταλήγει να γράφει μ ό ν ο τραγούδια. Είναι η κρυστάλλινη διαύγεια του σαν πυροτεχνουργός της κονσόλας στην οποία οφείλεται αυτό το περιπετειώδες σασπένς της μουσικής του, που σου γλυκαίνει την καρδιά από την πρώτη κιόλας, αιφνιδιαστική ακρόαση. Μετά το υπέροχο Swim (2011) και τη διανοητική δραστηριοποίηση της χορευτικής εσωστρέφειας που εισήγαγε, ο Caribou στο Our Love ξαναβρίσκει τον καλό του εαυτό (ύστερα από το αμήχανο διάλειμμα του Daphni) μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον του στην ευδαιμονική εξωστρέφεια του «όλοι μαζί». Ο στόχος τους είναι σαφής και αναίσχυντα ενωτικός. Ο χορός σαν απελευθέρωση.

Ο Caribou δημιουργεί αστική μουσική χωρίς συγκεκριμένο χρώμα και προσπαθεί να συντονιστεί με τους καρδιακούς παλμούς των νέων που αποφεύγουν πια είτε να στοιβάζεται στα κλαμπ της πόλης, είτε να ξανοίγεται στα υπαίθρια χωράφια, αναζητώντας πλέον αλλού το κλειδί της εκτόνωσής τους. Σε όλους αυτούς δωρίζει μέσα από την καρδιά του το Our Love, το οποίο περιέχει ένα γάργαρο ηχοσύνολο με πυκνές, απολαυστικές ενορχηστρώσεις που ισορροπούν σε οριακά νήματα.

Ο Καναδός μουσικός ατενίζει νέα ηχητικά πεδία πετώντας σαν πουλί πάνω από διαβρωμένα αστικά κέντρα, πάνω από τα όξινα λιμνάζοντα νερά του acid και πάνω από τα άψυχα κουφάρια της φλύαρης dance κουλτούρας που μυρίζει πλαστικό και βιομηχανική κατανάλωση. Αφήνεται στα νεφελώματα της έμπνευσής του, αφήνοντας παραδίπλα το τεχνολογικό ποτενσιόμετρο και εκτοξεύοντας τον ονειροδείκτη.

Το νέο του album απευθύνεται σε εγκεφαλικούς χορευτές οι οποίοι που και που διψούν και για κανένα ωραιοποιημένο ρεφρέν για να εκτοξευτούν. Πρόκειται για σφιχτή και μαστορεμένη δουλειά με χρώμα, βάση και όραμα. Και κυρίως με τραγούδια, όπου η όποια καλλιτεχνική τους ακτινοβολία έγκειται στο ότι πάντα τα «υποψιάζεσαι», στο ότι ποτέ δεν είσαι σίγουρος γι αυτά, καθώς είναι διαβολεμένα πονηρά και σε κρατούν δέσμιο. Πείτε το και mainstream στροφή αλλά μη βιάζεστε να ξεμπερδέψετε μαζί τους, αυτά θα αποφασίσουν πότε θα γίνει αυτό.

H παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

Tom Petty

Hypnotic Eye

6/10

petty

Λένε πως δεν μπορείς να κάνεις καινούριους «παλιούς φίλους». Όπως και δεν μπορείς να κάνεις και καινούριους «παλιούς αγαπημένους» καλλιτέχνες. Και είναι πάντα ξεχωριστό συναίσθημα να υποδέχεσαι νέα δουλειά τους. Ο Tom Petty κυκλοφόρησε το 13 o του album και ο κώδικας της συζήτησης μαζί μας (αντί για τις ιστορίες από το παρελθόν με τους παλιούς φίλους) είναι η αναπόληση της χαμένης rock μελωδίας.

Ο Petty δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα, ούτε τεχνικά ούτε αισθητικά από την πορεία που έχει χαράξει, αλλά ακούγεται απολαυστικά αφηγηματικός και με μια γκάμα εμπειριών να σιγοβράζει στα τραγούδια του. Το βασικότερο όμως είναι ότι έχει πλήρη επίγνωση ότι η country βρωμάει τραγόμαλλο και ζέχνει από βουνίσια βλαχιά, όταν απουσιάζει το συστατικό του garage rock, του ψυχεδελικού blues ή του πατροπαράδοτου rock’n’roll.

Αν και μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες συνέπειας, σκληρής δουλειάς και σπάνιας αξιοπρέπειας, η χροιά της φωνής του ακούγεται ελαφρώς «σταφιδιασμένη» από το χρόνο, ο Tom Petty παραμένει γοητευτικός καθώς χτίζει ένα αρσενικό σύμπαν, εξακολουθώντας να αποφεύγει απαρέγκλιτα την αστεία macho μανιέρα των ομοίων του. Βλέπεις τον τίτλο Sins Of My Youth και φαντάζεσαι κάτι αντρο-αγορίστικο για τα κακά χρόνια των 70’s που θα έλεγε ο Kid Rock, αλλά βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια υπέροχη ερωτική εξομολόγηση (i love you more than the sins of my youth). Εκεί ακριβώς είναι η διαφορά του και γι’ αυτό τον αγαπώ περισσότερο. Ο Tom Petty δεν ήταν το βαρύ bourbon των blues. Ήταν περισσότερο ρούμι με κόκα κόλα. Άνηκε σε μια ξεχωριστή λίστα μουσικών (όπως ο Warren Zevon και μερικοί ακόμα) που δεν τους πολυκαταλάβαινε το ευρωπαϊκό κοινό, ακόμα κι αυτό που αγαπούσε το αμερικάνικο προφίλ του rock.

Το Hypnotic Eye είναι γεμάτο ωραίες ιδέες, πλαισιωμένες με κεφάτο blues και γάργαρο garage ήχο που προσδίδει συναισθηματικό ψήγμα σε κάθε γωνία. Όμως αν και τα 11 νέα κομμάτια του είναι τυφλά αφοσιωμένα στο πνεύμα του rock’n’roll, ακούγονται κάπως… τεμπέλικα στην ανάπτυξη τους. Τουλάχιστον σε σχέση με το προηγούμενο, αρτιότατο σε κάθε επίπεδο album του, Mojo (2010). Κανένα πρόβλημα. Οι Heartbreakers ακούγονται γκαζωμένοι και αχαλίνωτοι στο χωράφι τους και ο ίδιος ο Petty είναι ικανός να σου προκαλέσει ένα ψιλορίγος παρά τα εμφανή χρόνια του. Επιπλέον έφτιαξαν και μερικά τραγούδια που θες και να πάρεις αγκαλιά, όπως το Red River που περιγράφει μια αλαφροΐσκιωτη γυναίκα πριν καταλήξει σε ένα κλασικό «Σπρινγκστινικό» ρεφρέν ή το Full Grown Boy που ακούγεται σαν Dylan (σταθερή αναφορά και αξεπέραστη αρρώστια του Tom) στα πιο jazzy και απλοϊκά του.

Μακάρι όλη η γκαζωμένη πιτσιρικαρία του σημερινού rock να είχε έστω τη μισή από την πληθωρική σοφία του Tom Petty, ο οποίος πλέον και να θέλει, δεν μπορεί να ακουστεί κακός.

 

Karen O

Crush Songs

5/10

a1a5ee1c

Ο δρόμος μεταξύ της ώριμα επιθετικής τραγουδοποιίας της PJ Harvey και της συναισθηματικής θηλυκής άποψης της Feist έχει ήδη διανυθεί και μάλιστα διεξοδικά. Όπως και οι κλίμακες ποιότητας ανάμεσα στην ενήλικη θλίψη της Cat Power και το μανικιούρ-κατράμι της Siouxsie είναι τεράστιες και εκεί ανάμεσα χωράνε ορδές από κοριτσόπουλα με μια κιθάρα στο πλάι, που έχουν κάθε δικαίωμα να δισκογραφούν, εκφράζοντας μέσα από lo-fi τραγούδια μια default επεξεργασμένη κατήφεια.

Η Karen O για κάποιο προσωπικό της λόγο (είτε ζωτικό είτε ματαιόδοξο) ένιωσε την ανάγκη να τοποθετηθεί σε αυτό τον χάρτη που οριοθετούν τα γυναικεία ορόσημα και οι αρχετυπικές ντίβες. Ίσως οι Yeah Yeah Yeahs να βαρύνανε λίγο την πλάτη της μετά τη διάκριση του The Moon Song στα όσκαρ από την ταινία Her του Spike Jonze και μετά την απήχηση της διασκευής της στο Immigrant Song από το Girl With The Dragon Tatoo. Αυτή θα ήταν μια εξαιρετική ιδέα αν η συμπαθέστατη Karren άρθρωνε λόγο συγκεκριμένο και ανάστημα. Κάτι που θα απαιτούσε ένα επίπεδο κομψευόμενης αντίληψης στον ακουστικό ροκ ήχο. Όμως για ένα παράξενο λόγο δεν τα πολυκαταφέρνει και τελικά έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα μάτσο από προσχέδια τραγουδιών. Και μάλιστα σε χρόνους πυροτεχνήματος (την 25λεπτη διάρκεια τη διαχωρίζαμε ως EP κάποτε).

Είναι να αναρωτιέται κανείς για ποιό λόγο να επιδοθεί η Karen O σε ένα αυτάρεσκο παιχνίδι συρραφής από παγιωμένες έντεχνες πρακτικές σε τραγούδια όπως το “King” και το “Visits” όταν δεν υπάρχει η προοπτική να απηχήσουν κάπου συναισθηματικά. Ίσως η ακρόαση θα πρέπει να συνοδεύεται από ανάγνωση των στίχων για να αποδώσει τα δέοντα και να οικειοποιηθούμε τις ακουστικές μπαλάντες που είναι ενδεδυμένες με βασανισμένο περιτύλιγμα. Όμως πραγματικά δεν υπάρχει καμία οργανική χημεία στα καλοσχεδιασμένα μεν, κρύα και μονοκόμματα δε τραγούδια της. Πουθενά η υποψία ιδεών που θα έδιναν ευπρόσωπη ταυτότητα σε ένα ροκ ιδίωμα για μελαγχολικές συντροφιές που κάνουν cocooning παρέα με τους σκελετούς στη ντουλάπα τους, σε μικρά διαμερίσματα στην καρδιά του τσουχτερού χειμώνα. Όμως δεν υπάρχει καμία χάρη, καμία ιδιαιτερότητα. Κομμάτια όπως το “Ooo” και το “Body” ακούγονται σχεδόν διεκπεραιωτικά, ως υποχρέωση, επίπεδα και άχαρα, σαν να πρέπει να τα πει για να φύγει.

Πιθανότατα η Karen να νιώθει υπέροχα με τον εαυτό της όταν μετεωρίζεται σε πυκνά νεφελώματα αποξηραμένου αισθησιασμού, αλλά στα αυτιά μου ακούγεται αγέλαστη και αδρή, σαν να υπογράφει έναν χίπικο ορυμαγδό, ιδανικό για τη γαλαρία σε εκδρομές κολλεγίων θηλέων.

 

Perfume Genious

Too Bright

7/10

a680acc8

Επιχειρήστε να κάνετε ένα αναπολητικό μοντάζ στη μνήμη σας από τις πιο αμαρτωλές αναμνήσεις σας και τα πιο ανομολόγητα όνειρα που είχατε. Ο Perfume Genious έχει το σπάνιο χάρισμα τον τρόπο να ντύνει μουσικά μια τέτοια συρραφή προσωπικών αναμνήσεων. Χωρίς βεβιασμένους χειρισμούς και παραληρήματα. Στην τρίτη του ολοκληρωμένη κυκλοφορία, ο Mike Hadreas, (όπως είναι το πραγματικό του όνομα) συνεχίζει την κάθετη εξέλιξή του σαν δημιουργός και αυτή τη φορά επιτρέπει στο φως να παρεισφρήσει στη ζωή του. Από το σκοτεινό έρεβος του προκάτοχου Put Your Back N 2 (2012), αρχίζει να διαφαίνεται μια δειλή ανατολή του ήλιου που θέλει πολύ να γίνει τροπική ηλιοφάνεια. Φυσικά δεν πρόκειται για μια ευχάριστη διαδρομή στο ηλιοβασίλεμα με feelgood διάθεση και σχηματοποιημένες ευδαιμονίες. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν για τον Mike ευνουχιστική μέγγενη. Απλώς απ’ το μυαλό του περνάει η ιδέα πως η ανθρώπινη επαφή μπορεί να αγκαλιαστεί ξανά, σαν υπόθεση που μπορεί να κερδηθεί και να μη φαντάζει απ’ την αρχή σαν καμένο χαρτί.

Αδιαφορώ περιφρονητικά για το αν το album θα καταφέρει να ικανοποιήσει τα δύστροπα γούστα κάθε δυνητικού ακροατή. Κρατάω μόνο ότι αυτός ο χαρισματικός τύπος κατασκεύασε ένα ευαίσθητο σύνολο τραγουδιών για ένα κοινό που δεν ντρέπεται να απολαύσει μια soft rock φούγκα σε μεγάλο στάδιο αλλά ταυτόχρονα ξέρει να ξεχωρίζει τη νοστιμιά ενός album στο σύνολό του, από ένα ταχύκαυστο pop single. Αδιαφορώ ακόμα και για το αν θα επιχειρήσει να τον οικειοποιηθεί αποκλειστικά μερίδα της απονεκρωμένης queer κοινότητας που λιγουρεύεται στρατευμένους πρεσβευτές. Αισθάνομαι πως ο ίδιος δεν επιθυμεί να ανήκει πουθενά, δεν θέλει να είναι μέτοχος καμιάς καλλιτεχνικής σκηνής.

Ο Perfume Genious εκφράζει τα βάθη του βωβού ανθρώπινου πόνου, και μεταμορφώνεται σε εκδοχές του εαυτού του που αν μετουσιωνόταν σε προφορικό λόγο θα έπρεπε να συνταχθούν τα ασύντακτα. Στο My Body εκτίθεται ολόγυμνος συναισθηματικά μπροστά μας, σαν κακομεταχειρισμένη πριμαντόνα, που επιδίδεται εμμονικά στο ψωνιστήρι, αδιαφορώντας για τις άριστες επιδόσεις του στη μουσική σχολή, ειδικά στο μάθημα της λυρικής ορθόδοξης ποπ σύνθεσης. Στο υπέροχο No Good είναι πολυοργασμική βίζιτα που μάχεται τις προσωπικές της συμπληγάδες. Στο All Along ακούγεται σαν επαρμένος, έκφυλος βάρδος της κλασικότροπης pop. Στο I’m a Mother είναι αβάν-γκαρντ περσόνα ηττημένη από την υστερική της ματαιοδοξία. Στο Grid πνίγεται από το χαλασμένο γκλίτερ, κάτω από την απειλή της χλιδής που ξεβράστηκε με τον πρωινό αποξηραμένο εμετό. Στο Longing είναι κραγμένος μοντερνιστής, απηυδισμένος από τα ολονύχτια σεξιστικά καλέσματα και τις κιτς προκλήσεις. Στο Queen είναι ερωτευμένος άγγελος που υπακούει στις ανώνυμες ηδονές ενός παρείσακτου ρόλου σε δανεική ζωή. Γενικά, μπορεί να μετουσιωθεί στα πάντα από μια καλπάζουσα φαντασία που παρασύρεται από τη μουσική του. Αρκεί να συνεχίσει να τα βάζει με τις καταρρακτώδεις νευρώσεις του. Έχοντας πάντα τον ακροατή για καρτερικό συμπάσχοντα. Για βγουν στο τέλος μαζί στο λυτρωτικό φως. Ακόμα και αν είναι πολύ εκτυφλωτικό, ειδικά για όσους έχουν μάθει να ζουν στο ημίφως.

 

H παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

 

Allah-Las

Worship the Sun

4/10

allah-las-worship-the-sun-il2018-print.web_

Κατευθείαν από τα (τελευταία θαρρώ) βαγόνια του συρμού των lo fi ονομάτων που έστησαν τσιφτετέλι πάνω στους τάφους των  ψυχεδελικών συγκροτημάτων του 60, επανέρχονται οι Allah-Las για μια δεύτερη δισκογραφική απόπειρα αξιώσεων. Οι προθέσεις του δεύτερου album τους, προφανώς είναι μια πλουμιστή αναβίωση του ρετρό καλιφορνέζικου γκαράζ, με αναθυμιάσεις από την ψυχεδέλεια της δεκαετίας του 60. Όμως το κουαρτέτο των Allah-Las δεν μπορεί να σηκώσει στους ώμους του αυτό το μπάσταρδο κράμα γιατί δεν διαθέτει ούτε την ευπρόσωπη χαριτωμενιά του πρώτου, ούτε τη βαρυτική δύναμη του δεύτερου. Η μπάντα είναι πραγματικά ανήμπορη να συντάξει το αχόρταγο λοου φαι φλιπάρισμα που φιλοδοξεί σε μερικούς, έστω γευστικούς, ήχους. Το τέλμα του στυλιζαρισμένου αναμασήματος θα έκανε και τον πιο φιλικά προσκείμενο fan, να καταλάβει ότι η μπάντα έχει σαν ταβάνι δυνατοτήτων, τη συγγραφή και την εκτέλεση δευτεροκλασάτων (στην καλύτερη περίπτωση) nuggets.

Όλα τα παραπάνω θα ήταν ανεκτά αν οι ίδιοι συμπεριφέρονταν σαν να έχουν συνείδηση της εφημερότητάς τους, αλλά έχω την αίσθηση πως πουλάνε ύφος και στιλιστική πρόταση. Έσω επίσης την εντύπωση πως ακόμα και να επιχειρούσαν να γράψουν μοντέρνα midtempo καλούδια, θα κατέρρεαν κάτω από το βάρος της στραβοχυμένης αδρεναλίνης τους. Γι’ αυτό το λόγο αναπτύσσουν ληστρικές διαθέσεις και πάνε να κρυφτούν πίσω από μια έρπουσα εγκεφαλική αναστάτωση στο μυαλό του ακροατή, αφήνοντας τάχα μου κάτι δραματικό να πλανάται στον αέρα.

Τα μηχανοκίνητα μέχρι αναισθησίας και ρηχά σε ενοχλητικό βαθμό τραγούδια τους αντλούν μνήμες από ένα υποθετικό παρελθόν και ακούγονται κάπως καλύτερα σε ημιφωτισμένα καταγώγια από κορίτσια που λατρεύουν τη μαύρη μάσκαρα και που προτιμούν να ακουμπούν με την πλάτη στον τοίχο στα μπαρ δίπλα σε άδεια κουτάκια μπύρας. Ίσως το Worship the Sun να λειτουργεί μόνο αν το αντιληφθούμε σαν μια συνολική αίσθηση και όχι σαν επί μέρους τραγούδια. Ίσως ακόμα να πιάσει τόπο και σε ακροατές που το τελευταίο που θα απασχολεί το κατευνασμένο τους αισθητήριο θα είναι ο βαθμός πρωτοτυπίας.

Οι Allah-Las μπορεί να παριστάνουν τις χαμένες αναλογικές ψυχές μέσα στο χάος του μοντέρνου ψηφιακού ποπ/ροκ, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι παραπάνω από  μερικές λιπόσαρκες συνθέσεις που στοιχίζονται σε σειρά μπας και φτάσουν όλες μαζί τη διάρκεια ενός album.

H παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s