5 albums for the road (part 3)

record-store-photo-hd-wallpaper

Morrissey

World Peace Is None of Your Business

6/10

wpinoyb_single

Αν η παγκόσμια ειρήνη δεν είναι καθόλου δική μας υπόθεση, είτε γιατί είμαστε μικροί και έχουμε αποκλειστεί από το τραπέζι των συζητήσεων, είτε γιατί αντιμετωπίζουμε τα πιο σύνθετα ζητήματα αποσβολωμένοι, κουβαλώντας όλη την αφέλεια των εστεμμένων μοντέλων όταν ερωτούνται για τη μεγαλύτερη ευχή τους, τότε δεν θα πρέπει να είναι και δική μας υπόθεση η ποιότητα ενός δίσκου ενός καταξιωμένου μουσικού. Άλλωστε οι ορκισμένοι έχουν ήδη αποφανθεί με το καλημέρα για την ποιότητα. Οι πολέμιοι θα βρίσκονται πάντα απέναντι. Οι υπόλοιποι θα ψυχανεμιζόμαστε με καντάρια αφέλειας τις διαθέσεις και τις δημιουργικές ορέξεις μιας τόσο μοναδικής στα χρονικά προσωπικότητας.

Ο Morrissey αφού φέτος τα είπε (περίπου) όλα στην αυτοβιογραφία του, ηχογραφεί νέο υλικό, για το οποίο γυρίζει στα εσωστρεφή χρόνια της δεκαετίας του 90 και δεν βγαίνει καθόλου από τα ρουχαλάκια της καλά οχυρωμένης περσόνας του, δεν ξεμυτίζει καθόλου από τα σύνορα του brand του. Όμως, στο φετινό του album όλα τα στοιχεία της προσωπικής δισκογραφίας του δηλώνουν «παρών» σε όλη τους τη μεγαλοσύνη. Η γοητευτική σκατοψυχιά, η αστειότητα ενός αυτιστικού ακτιβισμού, το μαγνητικό βλέμμα που δηλώνει απερίφραστα δεν-είμαι-ένας-από-εσάς, η σνομπ επιτήδευση, η πόζα σε αόρατο καθρέφτη, η αθεράπευτα ανέραστη φύση που παραδόξως εκκρίνει χυμούς και δημιουργεί ερωτεύσιμη αύρα… Όλα εδώ. Απλώς, αυτή τη φορά, καθώς ανεβοκατεβαίνουμε τα επίπεδα της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Moz, όλα τα πατώματα φαντάζουν λίγο πιο χαμηλοτάβανα και στενόχωρα. Το «εγώ» του Moz σχεδόν πετάγεται πρώτα από τα ηχεία και οι συνθέσεις έπονται.

Η μουσική του Morrissey εν έτη 2014 μοιάζει να έχει ελάχιστη παρεμβατική δύναμη στις καρδιές και τις ψυχές όλων όσων απευθύνεται. Όμως παρά την έλλειψη εκτοπίσματος, ο άσσος στο μανίκι του album είναι η άφθαρτη από το χρόνο χροιά της φωνής του Morrissey και η πειθώ που κουβαλάει. Είτε όταν τραγουδάει για την μοναξιά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος (στο υπέροχο Earth Is the Loneliest Planet) είτε περιγράφει απλώς ένα αιματηρό πέσιμο από μια σκάλα (στο Staircase At the University). Το World Peace Is None of Your Business, μέσα στα 80, εξοντωτικά είναι η αλήθεια λεπτά του (μισή ώρα την πετάς εύκολα), είναι ένας δίσκος αποκλειστικά για όσους είναι άρρωστοι με τον -κάποτε ραγδαία μεταδιδόμενο- ιό του Morrissey, ο οποίος γιατρεύεται με έναν τρόπο μόνο… Με περισσότερο Morrissey. Όσοι έχουν ανοσία στο εθισμό θα απομείνουν μερικώς ικανοποιημένοι με έναν σκασμό από τραγούδια στα χέρια τους, με περισσότερα fillers απ’όσα θα έπρεπε και με τις λυρικές στιγμές των μεγάλων σε ιδέες ρεφρέν να υπερκαλύπτουν τις πιο αδύνατες down tempo στιγμές.

Ο Moz επιμένει να έχει άκαμπτες ιδέες για τον ήχο του. Δεν θέλει πειραματισμούς και νέα στοιχεία να μπερδέψουν το ύφος του. Δυσανασχετεί με τις εκπλήξεις. Τον κουράζουν τα περιττά. Παραμένει πάντως περιπαικτικός με τις λέξεις και άριστος χειριστής του λόγου και των κρυφών νοημάτων μετά από 30 χρόνια. Χρίζεται αφέντης και δούλος του μύθου του και της ιδέας που καλλιεργεί για τον εαυτό του: αυτή που ψυχορραγεί δραματικά και με στόμφο για τους δαίμονες στο μυαλό του, μπροστά σε εκστασιασμένα πλήθη, κάτω από τεράστια φωταγωγημένα γράμματα που σχηματίζουν το όνομά του, για να φαίνονται μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και να κάνουν τα αντίστοιχα γράμματα του Χόλυγουντ να κρυφτούν από ντροπή. Καλά κάνει. Εμείς να κοιτάμε τη δουλειά μας.

 

Η παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

 

Monica

Secret In The Dark

7/10

Monika - Secret in the Dark

Θέλει αρετή και τόλμη η ανατροπή. Η Μόνικα το ξέρει καλά και (προς τιμήν της) αρνείται να φάει από έτοιμα επιχειρώντας μια ευπρόσδεκτη στροφή. Αφυπνίζεται από τον λυρικό λήθαργο αποδίδοντας πειστικά την ένωση του funk και της folk στον πυρήνα των ηχογραφήσεων, παίρνοντας το ρίσκο της πιθανής αντιλειτουργικότητας τέτοιων πρωτοβουλιών.

Το τρίτο της ολοκληρωμένο album είναι ένα ρομαντικό υβρίδιο εσωστρεφούς pop και ανοιχτόκαρδης arty disco το οποίο εκπέμπει θετικές δονήσεις προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, κάθε ρυθμικό χώρο. Τέτοιες ζυμώσεις και ηχητικά υβρίδια διευκολύνουν τον πορεία προς το βαθύτερο «εγώ» του καλλιτέχνη. Αυτό θέλω να πιστεύω ότι ήταν και το κίνητρο του Secret In The Dark, στο οποίο έχουμε δώδεκα συνθετικά pop μπουμπούκια, άλλα ανθισμένα και άλλα όχι. Η Μόνικα χάρη στον εκλεκτισμό της, κατευθύνει ως στυλίστρια το εστέτ στουντιακό σύνολο και κατευθύνεται από τον παραγωγό Homer Steinweiss, έχοντας την πρέπουσα εξυπνάδα να θέλει να ξεφύγει απ’ το έντεχνο περίβλημά της και τον λυγμόλαλο αυτοσκοπό, βρίσκοντας πάτημα στις εφαρμογές του standard funk.

Έχει λοιπόν εδώ την ευκαιρία να τραγουδήσει πάνω σε groovy ρυθμούς από τις φυσικές κληρονομιές του 70 και του 80, μετουσιώνοντας το κοινότυπο, το εύκολο, σε όμορφες, ελκυστικές μουσικές δομές με αλάνθαστη καταναλωτική απήχηση στο ακροατήριο που απευθύνεται. Αυτό το ως επί το πλείστον νεαρό απολιτίκ ακροατήριο που έχει γαλουχηθεί πρώτα να συναισθάνεται τα μουσικά δρώμενα που το περιβάλλουν και μετά να ακούει σε βάθος. Αυτό το τολμηρό «ξεπόρτισμα» της τραγουδοποιού μας φέρνει ως αποτέλεσμα, μια ντουζίνα καλοσιδερωμένες συνθέσεις, ναι μεν χωρίς τσάκιση αλλά χωρίς την αίσθηση του «φορεμένου». Η Μόνικα με το χαρακτηριστικό μπλαζέ, «δουλεμένο» ερμηνευτικό ύφος της, χρησιμοποιεί με την πρέπουσα εξυπνάδα την πάνοπλη παραγωγή για να ισορροπήσει τη δική της ναρκισσιστική ηδηπάθεια και τη φθινοπωρινή μελαγχολία που κατέχει, με την θαυμάσια σχεδιασμένη και συμμετρική pop, πάντα στο κυνήγι της μελωδίας.

Το σίγουρο είναι πως με κομμάτια σαν το ομώνυμο Secret In The Dark δημιουργεί το ιδανικό αστικό σάουντρακ που μπορεί να αγγίξει (αλλά όχι να συγκλονίσει) έναν θετικό ακροατή, όχι απαραίτητα πολιτικά ενήμερο αλλά αισθητικά ακέραιο, που πάντα διαισθάνονταν ότι κλείνει προς τη ηδονική εποχή των 70’s αλλά δεν έβρισκε το εγχώριο κίνητρο να αναμειχθεί με αυτούς τους απόηχους. Το album συλλαμβάνει ως αποσταγματική μηχανή τα πιο εύγευστα ιζήματα της art pop παράδοσης και συνοδεύεται ολόκληρο με παιχνιδιάρικα handclaps, καθώς βολοδέρνει στο synth pop συντακτικό του 80, ειδικά σε κομμάτια όπως το “One More” και το “Stripping”. Τελικά η Μόνικα αποδεικνύει (αισθητικά) ότι δεν έχει μολυνθεί από την τρέχουσα χιπστεροπόζα και (μουσικά) ότι οι τετραγωνισμένοι ήχοι μπορούν να είναι μεγαλόπρεπα ανθρώπινοι, σε κομμάτια όπως στο απίστευτα ανοιχτόκαρδο Shake Your Hands. Απολαμβάνει τους νόστιμους μουσικούς καρπούς που ανακάλυψε και νιώθει μια καθαρτική τάση να αγκαλιάσει αξίες που η παράδοση της pop προσφέρει, χωρίς το comfort zone του λυρικού ύφους.

Δοκιμάζει να σκιρτάρει με τους λαρυγγικούς της πειραματισμούς αντιμέτωπη με ρυθμικές μελωδίες, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να ανήκει ούτε στις μπρούτες και αγενείς φεμινίστριες του funk ούτε στις παθητικές ντίβες της ερωτικής pop disco. Σαν αποτέλεσμα, η ευαισθησία της, αναμφίβολα βαθιά και δικαιωμένη στο παρελθόν, βγαίνει στην επιφάνεια μόνο στην αλέγκρο ανεμελιά του Take Me With You και τον χίπικο οπτιμισμό του Give Us Wings. Βέβαια, όσα δεν διαθέτει σε ερμηνευτική στόφα και αιχμή, τα αναπληρώνει σε επαρκή εκφραστικότητα και γνώση. Όμως αυτή η επάρκεια έχει να κάνει με τις δουλεμένες μουσικές φόρμες και όχι με την προσωπικότητα. Λίγο το κακό. Το πείραμα της ταλαντούχας τραγουδοποιού θα ξενίσει μόνο κάποιους κάλπικους εκσυγχρονιστές και όσους ευαγγελίζονται τις έντεχνες playlist των ραδιοφώνων της πόλης. Οι υπόλοιποι επιλέγουμε να εκπλαγούμε ευχάριστα από τέτοιες αλλαγές ύφους. Αυτές που αρεσκόμαστε να γκρινιάζουμε ότι δεν συμβαίνουν.

Η παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

 

Spoon

They Want My Soul

7/10

SPOON-THEY-WANT-MY-SOUL

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος του album -που θυμίζει τα τελευταία λόγια ενός τρελού πριν κλείσει πίσω του η βαριά σιδερένια πόρτα- και μη σας προδιαθέτει αρνητικά το εξώφυλλο που μας βάζει σε υποψίες μήπως πλανεύτηκαν από καμιά παγανιστική αίρεση ή ανακάλυψαν ξαφνικά την «αρμονία» της βιοενέργειας. Το συγκρότημα των Spoon δεν έχει τίποτα λιγότερο από ουσία, από σταράτα λόγια, από ατόφιες μελωδίες και περισπούδαστη λακωνικότητα στην έκφραση.

Οι Spoon αν και έχουν μπει στο Αμερικάνικο top 10, δεν απέκτησα την αναγνωρισιμότητα και τα μεγέθη που τους αξίζουν. Ας είναι, άλλωστε είναι πάντα γοητευτικό το άρωμα του υποτιμημένου. Όμως αυτή η μπάντα διαθέτει προσωπικό κόσμο, οξυδέρκεια και αδιαπραγμάτευτη δυναμική. Μια δυναμική που στο φετινό τους album αστράφτει και βροντάει στους αφηνιασμένους, λυσσαλέα εθιστικούς ρυθμούς του Outlier (ένα από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς χωρίς υπερβολές). Η ποιότητά τους δεν βρίσκεται μόνο εκεί, αλλά και στο πιωμένο headbanging του Rent I Pay, στο λικνιστικό ambience του Inside Out, στις περιπετειώδεις κιθάρες του αστικού Rainy Taxi, στην ολοστρόγγυλη, πηχτή μελωδικότητα του Knock Knock Knock ή ακόμα και στα εθιστικά synths της αέρινης ατμόσφαιρας του New York Kiss που κλείνει το δίσκο. Καμία έκπτωση για χάρη εμπορικότητας, καμία λοξή ματιά στα γραπτά των ομοίων τους στα διπλανά θρανία, κανένα διανοουμενίστικο άλλοθι για καλύψει τις αδυναμίες στη σύνθεση.

Οι Τεξανοί Spoon είναι ιδιαίτερο συγκρότημα και το The Want My Soul τους βρίσκει στα πιο προσιτά τους. Παρκάρουν για λίγο στην άκρη τον μινιμαλισμό για να βγάλουν τον rhythm’n’blues εαυτό τους στο I Just Don’t Understand το οποίο είχαν διασκευάσει οι Beatles. Ακόμα και ο τραγουδιστής Britt Daniel αφήνει κατά μέρους τους κρυπτικούς συμβολισμούς που συνηθίζει, για να επικοινωνήσει ατόφιο συναίσθημα. Ακούστε τον στο “Do You” να κραυγάζει εκλιπαρώντας τις λέξεις του τίτλου – και είναι τόσο μάγκας στο μικρόφωνο που δεν τις επαναλαμβάνει ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Η μεταβλητή του παραγωγού Joe Chiccarelli (που έχει δουλέψει με τους Flaming Lips και τους Mercury Rev) πιθανώς να ξεκλείδωσε νέα επίπεδα ψυχεδέλειας για τους Τεξανούς, οι οποίοι μετά από μια τετραετή απουσία δημιούργησαν ένα είδος χρωματιστής, κιθαριστική pop που αν και θέλγεται να εκφράσει την απομόνωση και τη μανία καταδίωξης από κυνηγούς ψυχών, μπορεί -ως εκ θαύματος- και να χορευτεί.

 Η παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

 

Mikro

New

5/10

coverfinaltestfinal

Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του 90, οι Mikro αποφάσισαν ότι υπάρχει ένα μεγάλο κενό στη θέση της εγχώριας synth pop όπου έπρεπε πάση θυσία να καλυφθεί από τους ίδιους. Μετά από μια αξιοσημείωτη διαδρομή και μια πρόσφατη πενταετία σιωπής, επανέρχονται και είναι ανοιχτά περήφανοι που καταφέρνουν και διατηρούν τον χαρακτήρα τους αναλλοίωτο από νέες επιδράσεις… Πρόκειται για μια στάση ζωής καθόλα εκτιμητέα, αλλά αντιμετωπίσιμη με την απαραίτητη δόση συγκαταβατικότητας απέναντι σε μια ακίνδυνη pop που την ξεπέρασε η εποχή της. Όμως οι απόφοιτοι dj της ανωτάτης σχολής ριμιξολογίας δεν θα αντιμετωπίσουν καθόλου σαν καλοδιατηρημένη ρέπλικα το σύνολο. Μέχρι και που θα βρουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα πυκνά στρώματα από synth.

Το «νέο» τους album περιλαμβάνει όλα όσα οι Mikro εύκολα μπορούν να αγγίξουν, αλλά ποτέ δεν μπορούν να κλονίσουν. Πρόκειται στην ουσία για μια αποθέωση της θετικής σκέψης. Η αμεσότητα των μελωδιών, το μπρίο και ο παλμός παραμένουν οι θετικές συνισταμένες των Mikro. Πραγματικά, κατά στιγμές εξάπτεσαι αγέρωχα με όλο τον πακτωλό κεφιού. Όμως δεν παρακάμπτεται η άβολη αίσθηση πως πρόκειται για ένα σύνολο από τραγούδια όπου πουθενά δεν εκρήγνυνται, παρά μόνο ρέουν σε ένα προστατευτικό κρυστάλλινο γυαλί που δεν ραγίζει ποτέ. Οι συνθέσεις είναι πολύ επιτηδευμένες για να εκθλιφθούν σαν σοβαρή χορευτική πρόταση.

Το πρώτο μισό του album αποτελείται από 6 αγγλόφωνα τραγούδια, ενώ ο ελληνικός στίχος βρίσκεται στα υπόλοιπα 6 κομμάτια. Παραδόξως τα πρώτα είναι σαφώς πιο πειστικά και σκορπάνε γενναιόδωρα χαμόγελα, όντας σε ένα δικό τους ανέμελο συνθετικό κόσμο. Στα ελληνόφωνα τραγούδια, ο ρυθμός προσπαθεί να προσεγγίσει πιο επίπεδες μανιέρες για να διατηρηθεί η εμβέλειά του. Όμως παρά την αγνότητα και τις νεορομαντικές αναμνήσεις –οι οποίες παραμένουν οπισθοχωρημένες προς χάριν της καθάριας αισθητικής-  αντιλαμβάνεσαι πως πρόκειται για προκατασκευές βουτηγμένες στα συντηρητικά, ενώ νοσταλγούν την εποχή που τα πάρτι με 80’s pop θεματική πάλλονταν από νεανικές κραυγές.

Το New είναι βολεμένο στην ανεμελιά μιας τεχνοκρατικής pop -με street ενέργεια για άλλοθι- η οποία παράγει νάιλον αγκαλιές, άρωμα τσιχλόφουσκας φρούτου και αποτυπώματα από ροζ κραγιόν στα μάγουλα.

Η παραπάνω κριτική αναρτήθηκε στο Avopolis.gr

 

Anastacia

Ressurection

5/10

Anastacia-Resurrection-ALBUM-LEAKED

 

 

Είχα πάντα μια ασυναίσθητη συμπάθεια προς την Anastacia. Ίσως γιατί βρίσκω κάτι γοητευτικό στις τραγουδίστριες που δεν κάνουν πρωταθλητισμό (όλες με συνταγή γιατρού για χάπια για να αντέξουν της πίεση) αλλά παίζουν σταθερά και με αξιοπρέπεια στη «Β’ εθνική», χωρίς να τις συνθλίβει το βάρος των απαιτήσεων.

Το Resurrection είναι το πρώτο album της 45χρονης Anastacia με νέο υλικό μετά από 6 χρόνια και σε προδιαθέτει πολύ θετικά με το εναρκτήριο Staring At The Sun. Το υπόλοιπο του album περνάει και σε αφήνει να περιμένεις το εθιστικό single που ποτέ δεν έρχεται. Όμως το ζήτημα είναι να βρεθεί το ερώτημα που απαντάει η «επιστροφή» της Anastacia. Ποιό είναι το καλλιτεχνικό statement; Να λυτρωθεί από τα ζητήματα που ταρακούνησαν την προσωπική της ζωή; (ένα επίπονο διαζύγιο και δυο μεγάλες περιπέτειες υγείας). Να ξαναμπεί στο στερέωμα υπολογίσιμων εμπορικών δυνάμεων που ήταν στην εποχή του Pay My Dues; Να πληρώσει το βουνό από μαζεμένους λογαριασμούς στην πόρτα της; Να θρέψει τη ματαιοδοξία που γεννούν τα μεσόκοπα χρόνια της; Να ανακαλύψει από την αρχή την αγάπη της για τη μουσική; Ανάθεμα και αν πήραμε κάποια απάντηση, καθώς τα επί μέρους στοιχεία του album είναι συναρμολογημένα τόσο άστοχα, που δεν βλέπουμε τη μύτη μας στην ομίχλη που δημιουργούν τα λάθη στην παραγωγή και ο σαματάς που έγινε για να καλύψει τις σιωπές. Από υπερπαραγωγές χορτάσαμε. Η «αλήθεια» είναι που δεν περισσεύει, και εδώ δεν υπάρχει ψήγμα της.

Σε κάθε περίπτωση δεν περνάς άσχημα ακούγοντας αυτά τα τραγουδάκια (το υποκοριστικό είναι απαραίτητο), αλλά αισθάνεσαι ότι οι παραγωγοί, αντί να τονίσουν το ανθρώπινο στοιχείο, αντί να προσθέσουν την «κανονικότητα» που θα έπρεπε να επικοινωνεί μια χειραφετημένη γυναίκα και τραγουδίστρια, το παράκαναν με τα συντηρητικά για να κρατήσει το προϊόν περισσότερους μήνες στο ψυγείο. Τα κομμάτια είναι λίγο πιο upbeat από το κανονικό, η ατμόσφαιρα λίγο πιο γυαλισμένη απ’ ότι θα έπρεπε, οι συνθέσεις λίγο πιο στρογγυλεμένες απ’ ότι χρειάζονταν για να μείνουν στη μνήμη.

Αν έχει λόγο ύπαρξης η συμπαθής τραγουδίστρια δεν θα τον βρει σε album όπως το Ressurection. Θα πρέπει να καλλιεργήσει ξανά τη φωνή της στο American Songbook και στον Burt Bacharach. Να βγάλει τη soulwoman από μέσα της, να αναβιώσει την Tina και τη Dusty. Γιατί κατά βάθος το λέει η καρδιά της. Εκεί είναι που θα συμβεί και το resurrection των ακροατών της, όχι μόνο της ίδιας.

 

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s