5 albums for the road (part 2)

record-store-photo-hd-wallpaper

The War On Drugs

Lost in the Dream

6/10

wodlp3.11298covertext

Στο καταπληκτικό του βιβλίο «Retromania: Pop Culture’s Addiction to its Own Past», ο σπουδαίος μουσικογραφιάς Simon Reynolds εισήγαγε έναν νέο μουσικό όρο: το ‘record collection rock‘. Σαν παραδείγματα γι’ αυτό το case study χρησιμοποιούσε μπάντες όπως τους Spacemen 3, τους Primal Scream και τους Strokes, αλλά κάτω από αυτή την ομπρέλα χωράνε αμέτρητα ροκ συγκροτήματα της τελευταίας εικοσαετίας. Ο όρος αφορά συγκροτήματα που κληρονόμησαν μια μουσική κληρονομιά 30 και πλέων ετών και η εξοντωτική ακρόαση των δίσκων που αγόραζαν τους οδήγησε να γίνουν οι ίδιοι μουσικοί και έχει ποτίσει την ιδιοσυγκρασία τους, πράγμα που τους ωθεί να εξαπολύσουν στα τραγούδια τους όχι μια ρηξικέλευθη φωνή αλλά ένα υποσυνείδητο rock nostalgia. Όμως υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια, ο όρος ‘record collection rock’ δεν αφορά μόνο στο νήμα που είναι οδηγός στο δενδρόγραμμα με τους μουσικούς προγόνους της μπάντας, ούτε στο αν δουλεύουν πάνω σε καλοχωνεμένες επιρροές για να χτίσουν ένα πλαίσιο τραγουδιών που «ακούγονται οικεία». Αφορά περισσότερο στις περιπτώσεις που οι μουσικές γνώσεις του ακροατή για τις αναφορές του συγκροτήματος είναι αναπόσπαστο κομμάτι για την εκτίμηση και την απόλαυση του album. Εδώ έχουμε ένα μοντέρνα εκτελεσμένο, πλήρες σε διάρκεια και χυμούς album παλιάς κοπής με πληθώρα λατρεμένων αναφορών. “Win-Win situation” δηλαδή.

Όμως ας τα πάρουμε από την αρχή.

Το Lost in the Dream είναι η καινούρια δουλειά των War On Drugs, το τρίτο από την εποχή που έφυγε ο Kurt Vile και που ο Adam Granduciel έχει αναλάβει πλέον ηγετική θέση. Όμως όσο απολαυστικά κι αν είναι τα δέκα νέα τραγούδια τους, φοβάμαι ότι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την πρωτοτυπία ως αντιπρότυπο, και δεν εννοώ τις σκόρπιες επιρροές που συμβαίνουν σε όλα ανεξαίρετος τα ροκ album , αλλά τις ευθεία μετωπικές αναφορές που ωθούν τον ακροατή σε συγκεκριμένο λήμμα της δισκοθήκης για να βρει το τάδε σιγκλάκι του Tom Petty από το 1979 ή το δείνα χαμένο τραγούδι του Don Henley από το 1984.

Πιο συγκεκριμένα, το “Under the Pressure” αναβιώνει το πνεύμα της τελευταίας περιόδου των Eagles, το “Red Eyes” στοιχειώνει η ευοίωνη μελαγχολία των Fleetwood Mac, ο Neil Young σε όλη τη μεγαλοπρέπεια της raged glory του σε πειραγμένους μοτορικούς ρυθμούς έχει τα κλειδιά του “An Ocean in Between the Waves”, η Americana του John Mellencamp βρίσκει το δρόμο της στο Sufferong, ο Don Henley στα πιο μελαγχολικά του οικειοποιείται το “Disappearing”, το “Eyes to the Wind” κοιτάζει τα ανοιχτά highways με τα μάτια του Jackson Browne και με κρυφοκοιτάγματα στο γραπτό του Lindsey Buckingham απ΄ το μπροστινό θρανίο, το “Burning” είναι το καλύτερο τραγούδι που δεν έγραψε ποτέ ο Springsteen όταν έκανε περιοδεία για το Darkness In The Edge Of Town, το “In Reverse” συλλαμβάνει τον τρόπο που ο Tom Petty και οι Heartbreakers γράφουν για μοναχικά καλοκαιρινά βράδια σε μικρή πόλη και το πνεύμα του Dylan -της δεκαετίας του 80 με τον Lanois- κατσικώνεται στο “Lost In The Dream”. Πετρώδεις αναφορές, καμωμένες με αγάπη σε ένα studio με πόστερ από ξεχαρβαλωμένες ροκ φιγούρες, προορισμένες ιδανικά σε εξειδικευμένους στα rock trivia ακροατές που θα τσακώνονται για τη πατρότητα σε κάθε riff που εντόπισαν. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν πρόκειται για ένα φεστιβάλ μνήμης, ούτε για το πνεύμα που μεταλαμπαδεύεται σαν την προφορική παράδοση.

Το Lost in the Dream είναι αναμφισβήτητα καλό album. Κάθε απόπειρα αποδόμησης της ποιότητας του «τοίχου» από guitar noise που έχτισε η μπάντα και υποτίμησης της αξίας της dreamy rock σκόνης που σηκώνουν τα τραγούδια πέφτει στο κενό καθώς η ποιότητα στην εκτέλεση είναι αφοπλιστική. Το συγκρότημα έχει την εγγενή ικανότητα να αγγίζει και να επικοινωνεί τα φαντάσματα της «δισκοθήκης», σε απλωμένα σε διάρκεια τραγούδια με ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση, με τσίτα τεντωμένους τους χρόνους των κουπλέ. Μια γνήσια κιθαριστική αυτοψία των ροκ αρχέτυπων του 70 και του 80.

Όμως δεν μπορώ να ξεφύγω από το αξίωμα του Reynolds που δίνει πάτημα για μια πιο μετρημένη και ψύχραιμη ανάλυση του δίσκου και ακόμα περισσότερο των ακροατών που απευθύνεται. Αυτών που στα στάζει μέλι το στόμα τους μέσα στην αυτοματοποιημένη ντελιριακή αποθέωση των indie ηρώων, και του μουσικού τύπου που υποκλίνεται. Ο έχων λοιπόν τους περισσότερους ροκ δίσκους θα έχει τα περισσότερα εφόδια να εισχωρήσει στο υπόστρωμα του δίσκου…  Αυτό το τελευταίο μου ακούγεται ελιτίστικο και καθόλου καλό. Από την άλλη ίσως λειτουργήσει σαν πηγή αναφορών για τους νεότερους ακροατές. Όμως αυτός που «κατέχει» ή θέλγεται να ανακαλύψει το ροκ συντακτικό που χρησιμοποίησαν οι War On Drugs, γιατί να σταθεί εδώ και να μην ανατρέξει στη σιγουριά των αυθεντικών; Σύμφωνα με αυτά τα δυο τελευταία συμπεράσματα, τελικά μάλλον πρόκειται για “Lose-Lose situation”, που όμως περνάς τόσο υπέροχα που ίσως δεν θα’ πρεπε να σε νοιάζει και να πρέπει να «χαθείς στο όνειρο». Η υπερανάλυση σκοτώνει την απόλαυση της στιγμής. Όμως η ποιότητα ενός ροκ δίσκου δεν είναι υπόθεση στιγμής αλλά έχει σαν βάση τη διαχρονικότητα και την αυθεντικότητα.

Δεν ξέρω, μπερδεύτηκα πάλι…

 

Warpaint

Warpaint

4/10

Warpaint_Warpaint_Album_Cover

Η άμεση και κλιμακούμενη τα τελευταία τρία χρόνια αναγνώριση των Warpaint στην μουσική κοινότητα που απευθύνθηκαν, μπορεί να λειτουργήσει σαν αναπαυτικό μαξιλαράκι για μια lazy επανάληψη των γυναικείων wave chillout μοτίβων που τις ανέδειξαν ή σαν μια καλλιτεχνική πρόκληση ώστε να αποδώσουν μια νέα εκδοχή στο pattern του ασπόνδυλου σπαραγμού που εισήγαγαν.

Αυτό που συμπεραίνει τελικά κανείς μετά από κάμποσες ακροάσεις του δεύτερου album των “χαϊδεμένων” κοριτσιών της κιθαριστικής dream pop, είναι ότι πίσω από την επαγγελματική καθοδήγηση του Flood στην παραγωγή, η ατμόσφαιρα μπορεί να είναι ελεγχόμενα λειτουργική αλλά μοιάζει με πανωφόρι που πάει να καλύψει τη δυστοκία τους να γράψουν γενναιόδωρα και πλούσια. Μπορεί η μπάντα να αναδεικνύεται αποτελεσματική στις εκτελεστικές της υποχρεώσεις, όμως λείπει ο ρυθμός (όπου ρυθμός βάλε σφυγμός) που θα έδινε την υπεράνω αύρα του οικείου στα κατατονικά post punk μοτίβα τους. Όλη η δουλειά έγινε για να προστεθούν επιπλέον στρώματα κάτω από τα δυο ακόρντα, για να αποπροσανατολίσει από την αδιέξοδη «επιφάνεια» όσων συμβαίνουν στα κομμάτια.

Δεν πάει κάτι εξόφθαλμα στραβά στο album των Warpaint, όλα υπαινίσσονται σκοτεινές και μουντές ατμόσφαιρες με χαριτωμένα κοριτσίστικα μουτράκια με βαθύ μαύρο eyeliner στα μάτια, που ακουμπάνε αγέλαστα με την πλάτη σε φθαρμένους τοίχους.

Όμως αυτά πατάνε σε ένα σενάριο. Τα στραγγισμένα φωνητικά και η παρωχημένη κατάνυξη είναι αυτά που φτάνουν στα αυτιά του υποψιασμένου ακροατή στο τέλος. Η μπάντα ακούγεται πεισματικά “κακομαθημένη” μέσα στο βολεμένο χαριέντισμα των δαφνών των hipster darlings. Σαν να χαμογελάνε γιατί πιάνουν τον εαυτό τους να απολαμβάνουν τις ψυχεδελικές εμμονές τους,  κάνοντας moody γκριμάτσες με την παραμόρφωση της κιθάρας.

Αυτό που απομένει σαν συμπέρασμα στο τέλος, είναι πως η μελαγχολία χρησιμοποιήθηκε σαν στιλιστικό εργαλείο που απλώθηκε πάνω από τις πλαδαρές ψυχεδελικές ιδέες. Κανένα λαχάνιασμα, καμία έκσταση. Κρίμα γιατί το είχα πιστέψει πολύ το προηγούμενο “The Fool”.

 

Eels

The Cautionary Tales of Mark Oliver Everett

7/10

eelscautionlo

Ο Mark Oliver Everett προτιμάει να τον αποκαλούμε “Ε”. Αποτέλεσμα μιας φιλίας μέσα στα χρόνια. Μάλλον όχι. Αποτέλεσμα της οικειότητας.

Το “Ε” είναι η μεταβλητή σε ένα δίαυλο επικοινωνίας που έχει ανοίξει με το αυτί μας από τη δεκαετία του 90 ακόμα. Ήδη από τότε μας αισθάνονταν περισσότερο σαν συνομιλητές του, παρά σαν ακροατές του. Τα τραγούδια του είναι καμωμένα να βρουν χώρο και να απλωθούν στις σιωπές. Αυτές που αφήνουν εκείνοι που καταλαβαίνονται μεταξύ τους όταν απλά κοιτάζονται, χωρίς να βγάλουν ούτε άχνα.

Στις «προειδοποιητικές ιστορίες» που ηχογράφησε φέτος, ο Mark νιώθει ένα κλικ πιο τρυφερά απέναντί μας . Μάλλον όχι. Νιώθει καλύτερα με τον εαυτό του. Μιλάει και τραγουδάει με αυτήν την πνιγηρή, γάργαρη φωνή. Δεν χολοσκάει για περιττά αισθήματα, δεν παραληρεί με λυγμούς και πτώσεις στο κενό, βαριέται να γελάσει αλλά ούτε για κλάμα έχει όρεξη.

Αυτό του δίνει ώθηση να μοιραστεί εξομολογητικές σκέψεις όπως στο Series of Misunderstandings, να σου πλέξει περιγραφές γυναικών όπως στο Kindred Spirit και να αναπολήσει μαζί σου όπως στο Mistakes of My Youth. Και μετά να σβήσετε αυτές τις κουβέντες απ’ το χάρτη . Σαν να καθόμαστε και να κοιταζόμαστε στο τραπέζι ενός ξεχασμένου στο χρόνο καφέ, από αυτά που ο σερβιτόρος μπορεί να κάνει ώρες να περάσει. Οι στίχοι του περιέχουν ιστορίες από αυτές που δεν χρειάζεται να αναλύσουμε. Τις έχουμε ζήσει και πλέον μπορούμε να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας όταν απλά κοιταζόμαστε, χωρίς να βγάλουμε άχνα.

Ο Mark είναι ο άνθρωπος που θες να πάρεις τηλέφωνο στα χειρότερά σου, όχι για να σου δώσει συμβουλές ή λύσεις, αλλά για να καθησυχαστείς όταν θα τον ακούς να λέει τα δικά του. Θα καταλάβεις ότι υπάρχει επόμενη μέρα, ότι υπάρχει μια συνέχεια στα πράγματα, ότι δεν είσαι μόνος. Θες να τον ακούς γιατί δεν στο παίζει μάτσο αρσενικό που τα έχει δει όλα στη ζωή, με κιθάρα στο χέρι και τσακισμένα απ’ την κατάχρηση μούτρα, ούτε και σοφός ποιητής που άκουσε πολύ Λέοναρντ Κοέν και επικοινωνεί με φιλοσοφικούς χρησμούς και εσχατολογικά συναισθήματα. Ο Mark διαθέτει θηλυκή ευαισθησία, που όμως δεν υπονομεύει το αντρικό του σύμπαν αξιών.

Ο “Ε” σε ένα τραγούδι του μπορεί να θυμηθεί, να απευθυνθεί, να απογοητευτεί και να ξαναβάλει τα δυνατά του στο επόμενο, με αυτή τη σειρά παρακαλώ.

Δεν τον ενδιαφέρουν τα αγόρια που «γουστάρουν» ή «ξενερώνουν» ή τα σαγηνευτικά κορίτσια που κουβαλάνε την υπόσχεση του σεξ. Τον ενδιαφέρει (τον «καίει» πιο σωστά) με λίγες απλές νότες να διαφοροποιηθεί από όλα αυτά που του βρωμάνε. Θέλει να πετάξει σαν κάποιον υπερήρωα που είδε στο Multiplex της γειτονιάς του. Μάλλον όχι. Σαν αποδημητική αγριόπαπια…

 

Antlers

Familiars

7/10

The-Antlers-Familiars

Πόσες λέξεις  χωράει η στιγμή που ακούς τους ήχους του Familiars; Πόσο κρατάει η στιγμή που απολαμβάνει να το ακούς να ανασαίνει ασθμαίνοντας στα αυτιά σου;

Στιγμές οικίες.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να «περιγράψεις» ένα album σαν και δαύτο. Όλοι αχρείαστοι. Εδώ, οφείλεις πρώτα να το «πλησιάσεις». Η εγκυρότητα περισσεύει.

Κάτι παράξενο και καθόλου «Familiar» στοιχειώνει την έκφραση των Antlers. Κάτι μυστήριο τους πυροδοτεί να χαρτογραφήσουν το οργανικό περιβάλλον γύρω τους, με θερμά και πρωτότυπα μοτίβα και να πασχίζουν να δημιουργήσουν ονειρικά πεδία ταύτισης με τα ασυνείδητο του ακροατή, χωρίς στιγμή να πατάνε σε ψυχεδελικά τρυκ και ανέραστους πειραματισμούς στη φόρμα. Με απλή δομή, με νεραϊδίσια καταχνιά στην ατμόσφαιρα και με αλαφροΐσκιωτες παραινέσεις πνευστών κι εγχόρδων εδώ κι εκεί, παρακινούν μια μύχια παρόρμηση μέσα μας να ταξιδεύουμε με κλειστά τα μάτια τις στιγμές που τα τραγούδια μας ψιθυρίζουν τις αλήθειες τους.

Οι Antlers φτιάχνουν ηχητικά σωσίβια για να μπορούμε να αντέχουμε το ίδιο το βάρος μας. Ντύνουν στωικά τις αυτοσχεδιαστικές τους διαδρομές με βελούδινη επένδυση, όπως η μητέρα το παιδί της πριν το στείλει έξω στο κρύο. Χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας. αλλά όχι με την απέναντι όχθη, αλλά στοχεύοντας στο απέραντο κενό, με την ελπίδα ενός απρόσμενου αποδέκτη. Επειδή μπορούν. Επειδή δεν έχουν τίποτα να χάσουν.

Δεν γράφουν ελκυστικές μελωδίες για να αγαπηθούν, αλλά για να έρθουν σε φυσική επαφή με παλάμες, χείλη και σώματα που καιροφυλακτούν. Σαν να μην ηχογραφούν ακριβώς τα τραγούδια αλλά να τα απελευθερώνουν στην ατμόσφαιρα, σαν πουλιά που ζορίστηκαν για χρόνια να παριστάνουν τα κατοικίδια στα μπαλκόνια διαμερισμάτων. Το Familiars διαθέτει μια απελευθερωτική ατμόσφαιρα μου μυρίζει φρέσκο αέρα. Τα τραγούδια μπορούν να πάνε ψηλά αλλά ίπτανται γύρω από τον εαυτό τους. Μπροστά τους απλώνεται ανοιχτός ορίζοντας αλλά κοιτάνε κατάχαμα. Δεν θέλουν να κάνουν αλλιώς.

Στις ντελικάτες διαδρομές των τραγουδιών, όπως στο πέρα από κάθε περιγραφή και προσδοκία Director, ακούς τους Sigur Ros να κυοφορούν τους Lampchop. Ακούς τον ήχο των φαλαινών όταν χτυπάνε την ουρά τους στο κύμα πριν ξαναχαθούν στο βυθό. Το Familiars είναι cocooning πριν εφευρεθεί η έννοια του cocooning. Είναι εξωστρεφές για την εποχή που η εξωστρέφεια θα διώκεται ποινικά.

Δεν ακούς τη μουσική τους. Πορεύεσαι μαζί τους, κολυμπάς πλάι τους. Νιώθεις τυχερός που είσαι εκεί.

Και ξαφνικά, σαν τραγούδι στο χρόνο, η στιγμή χάθηκε.

 

Future Islands

Singles

8/10

2162b5cb

Όταν ένας άνδρας μπαίνει σε ένα δωμάτιο, κουβαλάει πάνω του όλη του τη ζωή. Το βλέπεις στο ρυτιδιασμένο βλέμμα του, στον φθαρμένο τρόπο που περπατάει, στην ανεπιτήδευτη άνεση με την οποία οικειοποιείται τον χώρο.

Όταν τα πρώτα δευτερόλεπτα του Singles ξεκινούν να παίζουν, το άλμπουμ μοιάζει να κουβαλάει ολόκληρο το ειδικό βάρος και την ποικιλομορφία των διαθέσεων που θέλει να επικοινωνήσει. Φαίνεται στη συναισθηματική ραγάδα, στους «ανάγλυφους» ρυθμούς, στην επιθετική electro pop που μοιάζει να γράφτηκε αποκλειστικά για άδηλες ψυχές· στα synth μοτίβα που γράφτηκαν για ανθρώπους οι οποίοι χορεύουν σαν να νιώθουν άβολα μέσα στο ίδιο τους το σώμα.

Οι Future Islands είναι νεορομαντικοί χωρίς τον εγκλωβισμό σε ρετρό στεγανά: αντιμετωπίζουν τα ίδια τους τα συνθεσάιζερ σαν punk rockers. Κυρίως, όμως, είναι ένα από τα πιο καλλιεργημένα σύνολα που δρουν σήμερα. Κι ευτυχώς βρήκαν τον φυσικό τους χώρο στην 4AD.

Ο κλειδοκράτορας που διευρύνει την καλλιτεχνική τους πλατφόρμα είναι ο Samuel Herring. Ένας αλλόκοτος crooner, ο οποίος χλευάζει στα μούτρα την generic αισθητική. Με την άβολη επικινδυνότητα του τρελού στη μέση της πόλης που κηρύττει σε άδεια σοκάκια και ταυτόχρονα με τη μαγνητική γοητεία ενός ιεροκήρυκα που απευθύνεται σε ορδές πιστών, ο Herring «ζορίζει» τις λέξεις για να βγουν από μέσα του, πασχίζει να κάνει σχήμα τις αναθυμιάσεις από τις φλεγόμενες σκέψεις του. Η φωνή του δεν προσανατολίζεται έτσι σε έναν (οποιονδήποτε) ρυθμό, αλλά μοιάζει να γίνεται η ίδια φωτεινός σηματοδότης που θα τον καθοδηγήσει. Σαν να πατάει σε έναν φωνητικό αλγόριθμο τον οποίον μόνο ο ίδιος ξέρει και η μουσική ν’ ακολουθεί –πιστή και υπνωτισμένη.

Τρία χρόνια μετά το On The Water (το αριστούργημά τους για εμένα), οι Future Islands επανέρχονται λοιπόν πιο φιλόδοξοι και δεξιοτεχνικοί. Τα τραγούδια του Singles είναι «βελούδινης» αισθητικής αλλά –μην ξεγελιέστε– καθόλου φιλόξενα για τους περαστικούς. Διαθέτουν ένα αεροστεγώς κλεισμένο σύμπαν, το οποίο φρουρείται από μπασογραμμές ύπουλης κλιμάκωσης και χρησιμοποιεί τα στρώματα πλήκτρων ως εμπροσθοφυλακή. Κλειστός τόπος, καθόλου σκοτεινός, αλλά ειδυλλιακός φαντάζομαι για όσους έχουν μάθει να γλεντάνε ακόμα και τα πιο πετρώδη συναισθήματα.

Οι άνθρωποι μπορεί να κουβαλάνε τον εαυτό τους όταν μπαίνουν σε ένα δωμάτιο, αλλά είναι κάποιοι που μοιάζουν όμορφοι ακόμα και όταν διασχίζουν μια πόρτα φεύγοντας. Η επίγευση που αφήνει τοSingles μετά το τέλος της ακρόασης, είναι πιο απολαυστική ακόμα και από τις –αλλεπάλληλες– κορυφώσεις του. Μεγάλο επίτευγμα.

 

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s