You Don’t Know Jack

jack-white-2014-promo-cr-mary-ellen-matthews-636-380

Όταν ο Τζακ δεν μεγαλουργούσε με τους White Stripes, χαλάρωνε με τους Raconteurs, όταν τελείωνε η χαλάρωση, έκανε την πλάκα του με τους Dead Weather, όταν κουράζονταν με την πλάκα έκανε παραγωγές για καλλιτέχνες που αγαπούσε, όταν μπούχτιζε με τις παραγωγές, έψαχνε παλιές ηχογραφήσεις και όταν τις έβρισκε κατασκεύαζε κιθάρες για να τις παίξει σε αυτές. Αδρανής πάντως δεν έμεινε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια ο Τζακ βρίσκεται εσώκλειστος στο προσωπικό φρούριο που έχτισε στο Νότιο Νάσβιλ. Την πόλη για την οποία μίλησε ο κοντινός φίλος του τα τελευταία του χρόνια, σκηνοθέτης Ρομπερτ Άλτμαν, σε εκείνη την αριστουργηματική ταινία. Πρόκειται για τις εγκαταστάσεις της Third Man Records, ένα δισκάδικο βινυλίων, δισκογραφική εταιρεία, εκθεσιακός χώρος ζωγραφικής, στούντιο ηχογραφήσεων και χώρος μικρών συναυλιών μεταξύ άλλων.

Το πολυσχιδές μυαλό του Τζακ Ουάιτ έχει το δικό του σπίτι, στο οποίο φαντάζει σαν τον μίστερ Σποκ στο δικό του «αναλογικό» Εντερπράιζ ή σαν εκκολαπτόμενος Χάουαρντ Χιουζ που χτίζει τη δική του φυλακή από τον έξω κόσμο. Ένας χώρος με την κοινόβια δυναμική του Factory ή σαν ασφαλές και σκοτεινό αρχηγείο σαν την «Μπατ Σπηλιά». Στους έξω, μοιάζει να ζει στο δικό του Chocolate Factory με τους πιστούς «Ούμπα Λούμπα» να παράγουν ολημερίς για λογαριασμό του, επτάιντσα και συλλεκτικά box set από ξεχασμένες στο χρόνο blues ηχογραφήσεις, ή στο παλλόμενο από δονήσεις σπίτι του πολίτη Κέιν, παρέα με ερειπωμένα κειμήλια του rock’n roll παρελθόντος να το στοιχειώνουν. Ακόμα και ο ίδιος δεν θα έχει απάντηση για τα αντικρουόμενα μηνύματά του. Ούτε καν θα έχει επίγνωση αν το στυλ ντυσίματός του παραπέμπει σε ροκ δανδή ή σε νεκροθάφτη. Τα καλύτερα θρίλερ γυρίστηκαν σε λούνα παρκ άλλωστε.  Όλα εξαρτώνται από ποια πλευρά βλέπεις την –ομολογούμενος- συναρπαστική περσόνα του και με ποιες αναφορές (pop πολύχρωμες ή σκοτεινές και γκροτέσκο) τον ταυτίζεις.

Περί «αναφορών» ο λόγος λοιπόν, καθώς αυτή είναι η σημαντικότερη λεπτομέρεια που έκαναν αυτόν τον πρώην κουβαλητή επίπλων, νυν εφευρέτη αυτοσχέδιων οργάνων, ρεβιζιονιστή βιρτουόζο, ασυμμάζευτο μπλουζίστα και σαμποτέρ της ψηφιακής κουλτούρας να αναδειχθεί ομόφωνα στην σημαντικότερη μουσική προσωπικότητα της περασμένης δεκαετίας. Οι αναφορές σαν στάση ζωής, οι επιρροές σαν γαλόνι στο πέτο και το κάλεσμα του μαρτυρικού κουβαλήματος της παράδοσης. Αυτή είναι ταυτόχρονα και η αιτία της πολεμικής του από σκεπτικιστές και καθαρολόγους από μεριάς του μουσικού τύπου. Μια πολεμική που τρώγεται με τα ρούχα της μετά από κάθε απρόβλεπτο βήμα του Τζακ, από τη στιγμή που έβγαλε τα λευκά και τα κόκκινα ρούχα διαλύοντας το ντουέτο των White Stripes που αναβίωνε σε απογυμνωμένες ηχογραφήσεις και σε πανκ διάκοσμο τα μπλουζ του δέλτα του Μισισιπή. Στο White Bloodcells, υπάρχει ένα κομμάτι το “This Protector” που μιλάει για τη διάσωση της παράδοσης από την επέλαση της τεχνολογίας από έναν Νώε του «αναλογικού» τρόπου ζωής που ζει με τις εμμονές του στις κατακόμβες και έχει να αντιμετωπίσει τις «ψηφιακές ορδές» που έρχονται από παντού.

Ή μήπως όλα είναι στο μυαλό του;

Μια τέτοια κιβωτός είναι το Third Man Records, ένα ασφαλές θερμοκήπιο για τους ρακοσυλλέκτες της βουνίσιας Αμερικάνικης παράδοσης. Υπάρχουν και άλλα αντίστοιχα αξιοπερίεργα άτομα σε πολλές μορφές τέχνης που πρέπει να διατηρηθούν σαν πολύτιμες σπανιότητες. Για παράδειγμα στις αρχές τις δεκαετίας του 90, ο Κούντιν Ταραντίνο έσκασε σαν ανθρώπινη χειροβομβίδα στην Αμερικάνικη κινηματογραφία. Οι ταινίες του έβριθαν από αναφορές από το obscure παρελθόν. Τα b’movies των drive in, τα φτηνά νουάρ, τα σπαγγέτι γουέστερν, η γκανγκστερική pulp φαντασία με πιστολίδι, οι ταινίες καράτε, τα αιματοβαμμένα σπλάτερ και ταινίες με μηχανόβιους και γκόμενες βρίσκονταν στο υπογάστριο των ταινιών του. Οι ταινίες του αποτελούσαν blueprint για έναν νεαρό διψασμένο σινεφίλ να ακολουθήσει τον χάρτη αναφορών και να ανακαλύψει από τον Κιούμπρικ και τον Λεόνε μέχρι χαμένα διαμάντια από την άγραφη ιστορία του παραδοσιακού Αμερικάνικου σινεμά. Ο ίδιος παραμένει ένας λάτρης του σελιλόιτν που αρνείται πεισματικά να κινηματογραφήσει ψηφιακά (πόσο μάλλον σε 3D) και που αναβιώνει σταρ που λατρεύει από το blaxploitation παρελθόν και τη γουέστερν παράδοση.

Όπως ο Κουεντίν αναβιώνει τις στιλιστικές του επιρροές από τον σκουπιδοτενεκέ της της ποπ κινηματογραφικής παράδοσης, σε ένα δικό του σύστημα αξιών όπου η Παμ Γκριρ είναι ισάξια της Μέριλ Στριπ και ο Ντέιβιντ Κάρανταιν ισάξιος του Μάρλον Μπράντο. Έτσι και ο Τζακ Γουάιτ είναι ένας γκουρού για τους ρακοσυλλέκτες της ροκ κουλτούρας, αυτούς που μυρίζουν τα εξώφυλλα των βινυλίων και αναγάγουν σε ιερό δισκοπότηρο μια χαμένη ηχογράφηση του Robert Johnson και κάνει συναυλίες με την Wanda Jackson, την ιέρεια του rockabilly του 50.

Ακούγοντας το φρέσκο δεύτερο solo album του Τζακ Γουάιτ με τίτλο Lazaretto, ο καθένας μπορεί να βάλει μπροστά τη δική του μηχανή αποκρυπτογράφησης στην τρικυμία στον εγκέφαλο του Τζακ και να πάει όσο πίσω αντέξει με πυξίδα τις καλοχωνεμένες αναφορές του. Στο χειροποίητο blues της βαμβακοφυτείας, στο βαθύ rock’n’roll ενός ξεσαλωμένου μαύρου ιερέα που έπιασε κιθάρα, στο bluegrass, στη folk της Λουιζιάνα και στη Μεσοδυτική country. Το στοιχειωμένο φάντασμα του Eddie James “Son” House και  η ακατέργαστη μετωπική επίθεση των Flat Duo Jets είναι ακόμα εκεί, τόσα χρόνια μετά τη διάλυση/χωρισμό με την σύζυγο/συνεργάτη Meg που κινούσε τα ηνία. Ο τρόπος που οι Flat Duo Jets ξερίζωναν τις ποδοπατημένες ρίζες του πρώιμου rock’n’roll και τις έφτυναν στα μούτρα του κοινού χωρίς καμία ευγένεια και συμβιβασμό, ακόμα στοιχειώνει τον Τζακ. Το προπολεμικό folk blues των Mississippi Sheiks και το ανορθόδοξο rockabilly παίξιμο της κιθάρας του John Michael Dexter Romweber. Η country ευαισθησία της Loretta Lynn ευτυχώς παραμένει ακόμα η κινητήριος δύναμη πίσω από κομμάτια όπως το Entitlement. Το αμαρτωλό gospel-blues του Charley Patton είναι η βάση του Three Women, το αμαρτωλό hillbilly rock της Wanda Jackson πλανάται στο Temporary Ground. Το ταξιδιάρικο Psychobilly των Gun Club, η σκονισμένη Americana του Dylan, η ασυμμάζευτη «ωμή δύναμη» των Stooges, το ψυχεδελικό garage των Monks στο Would You Fight For My Love, και φυσικά τα riff του πνευματικού πατέρα Jimmy Page στη εξαπόλυση «κιθαρόκαυλας» στο ηχηρό ξεχαρμάνιασμα του High Ball Stepper.

Ο Τζακ Γουάιτ δεν είναι ανθρώπινο Juke-Box. Έχει το δικό του σύμπαν (εκεί μέσα μόνο ξέρει να ζει) και αφήνει το δικό του αποτύπωμα, όπως ο ευρηματικός ξυλουργός όταν κατασκευάζει ένα χειροποίητο έπιπλο. Ακλουθώντας τα βήματα του ήρωα του Bob Dylan, δεν ένιωσε ποτέ προϊόν της εποχής του και του χρόνου του. Δεν στάθηκε στα trends του παρόντος και ανέτρεξε σχεδόν στην προφορική παράδοση του ροκ. Αναζήτησε τον Blind Willie McTell και τον Woody Guthry και μετά πήγε ακόμα πιο πίσω. Δεν τον συγκίνησαν οι εξελικτικές δυνατότητες του μέσου αλλά η κρυμμένη αρχή των όλων. Οι πρώτη χαμένη ηχογράφηση σε γραμμόφωνο του Ντιτρόιτ, ο πρώτος μλουζίστας που τόλμησε να φωνάξει με οδύνη, το πρώτο σπάσιμο χορδών από άνδρα που κρατούσε κιθάρα. Ήθελε να κατανοήσει σε βάθος αυτά που τους έκαιγαν, να σημειώνει στίχους σε σημειωματάριο με μαρκαδόρο και να πατάει το REC για να πάρει στροφές η μπομπίνα.

Ο Τζακ Γουάιτ μόλις τελείωσε την παραγωγή του album του Neil Young, δημιούργησε το πιο γρήγορο single μέσα σε λίγε ώρες και κυκλοφόρησε το δεύτερο solo album του σε μια έκδοση – σπαζοκεφαλιά για τις πολλαπλές χρήσεις της βελόνας του πικάπ. Είναι ένας παρίας της μουσικής βιομηχανίας που δεν μπορεί παρά να έχει την προσοχή στραμμένη πάνω του. Οι άγγελοι του Bobby Vee και οι δαίμονες του Skip James χορεύουν ακόμα στο μυαλό του (ευτυχώς) και κάπου στον κόσμο αυτή τη στιγμή κάποιος 20χρονος θα αναζητήσει μανιασμένος να ακούσει όχι μόνο τους Zeppelin και τον Captain Beefheart αλλά και τους Sonics και τον Gary U.S. Bonds και άλλα τόσα από τα «πολύτιμα αζήτητα». Όμως στα αυλάκια του καταπληκτικού Lazaretto θα ακούει στην ουσία την ίδια την αυθεντική μουσική του Τζακ. Το δικό του αποτύπωμα και το δικό του φίλτρο. Ακόμα και αν ο Τζακ Γουάιτ δεν είναι ένας σύγχρονος Μεσσίας του ροκ (υπήρξε ποτέ ένας τέτοιος; ) είναι από τα ελάχιστα σωσίβια που μπορούμε να ακουμπήσουμε άφοβα. Ένα καταφύγιο λίγο πριν η λαίλαπα της απρόσωπης ψηφιακής κάνει την εισβολή της από τα σιφώνια των σπιτιών μας.

Ή μήπως είναι όλα στο μυαλό μας;

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Article, Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s