5 albums for the road (part 1)

record-store-photo-hd-wallpaper

Black Keys

Turn Blue

7/10

bk

Η περικυκλωτική παρουσία των media και η ασφυξία του διαδικτυακού hype είναι αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια καθιερωμένων ονομάτων που χτίζουν προσδοκίες και «τάζουν» μεγαλεία. Και με το Turn Blue οι Black Keys βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο απέναντι σε κάθε αυτόκλητο opinion maker που εκτελεί χρέη δήμιου, γιατί στα καινούρια τους τραγούδια μοιάζουν να αμφιταλαντεύονται· να προβαίνουν σε μια μουσική συνδιαλλαγή με τις επίπλαστες ανάγκες του brand που έχτισαν, ωθώντας τα φρύδια των πιο ορκισμένων της «αυλής» τους ν’ ανασηκωθούν με αμφισβήτηση. Ωστόσο, στέκονται με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν σαν τσαρτόπληκτο δεκανίκι των adult και alternative καταλόγων του Billboard.

Την τελευταία πενταετία οι Black Keys άφησαν πίσω τους τη μετωπική επίθεση blues rock βρωμιάς της πρώτης περιόδου, απέταξαν την ταμπέλα των εξειδικευμένων σε αποστολές ρεβιζιονισμού σπάνιων nuggets σε σκουριασμένο κιθαριστικό διάκοσμο και αποφάσισαν να ξεψαχνίσουν τις στιλιστικές αγωνίες τους: να βγάλουν τον κρυμμένο soulman από μέσα τους στο Brothers, να αγκαλιάσουν τη μελωδική συμμετρία στο El Camino.

Και στο Turn Blue;

Εδώ δεν υπάρχει το «επόμενο βήμα». Το επόμενο κεφάλαιο παραμένει άγραφο, με δώρο λίγη καλή μουσική, έτσι για να έχουμε να περνάμε καθώς θα περιμένουμε την επομένη «πρόταση», η οποία μαγειρεύεται στα κεντρικά της μπάντας. Η μουσική τώρα –αν δεχτούμε ότι πρόκειται για ιντερλούδιο ανάμεσα σε σημαντικά δισκογραφικά βήματα– είναι όντως καλή. Όμως υπάρχει ένα χαλίκι στο παπούτσι του Turn Blue: η άβολη αίσθηση του προμελετημένου. Από το εναρκτήριο “Weight Of Love” μέχρι το κλείσιμο με το “Gotta Get Away” φαίνεται το ακίνδυνο του πράγματος. Τα μακρόσυρτα κιθαριστικά σόλο του πρώτου ακούγονται σαν να είναι παιγμένα από την κορυφή του βουνού, εξημερώνοντας το σασπένς που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε από τους Black Keys (μύρισε δηλαδή προγκρεσιβίλα). Στο δε τελευταίο η μπάντα τάχα μου ξεσπαθώνει, ενώ την ίδια στιγμή τηρεί τις επιταγές του τεχνοκρατικού bar rock.

Ευτυχώς, ενδιάμεσα ξεχνιόμαστε με τα περιπαικτικά riff του “Turn Blue” και του “Fever“. Ειδικά το δεύτερο δείχνει την εγγενή ικανότητα των Black Keys να γράφουν εθιστικά τραγούδια για κορίτσια που χορεύουν στα μπαρ. Απλώς αυτή τη φορά δεν στέλνουν το δάχτυλο αυτόματα στο repeat. Τα τραγούδια σχεδόν… αποτυγχάνουν να τυπωθούν στο μυαλό μας· δεν βρίσκουν αυτό που κάνει κάποιες μελωδίες να πυροδοτούν μέσα μας ένα ασυνείδητο sing-a-long, σε άσχετες στιγμές μέσα στη μέρα.

Όμως το ντουέτο παραμένει τόσο εύστροφο στα hooks… Ακούστε τις παραινέσεις των «yeah!» στο “It’s Up To You Now“, τα αγωνιώδη riff στο “Year In Review“, τις ορχηστρικές εξάρσεις στο “Turn Blue“, τις trippy κιθάρες του “Weight Of Love“, την υγιή σεβεντίλα στο φαλσέτο του “Waiting On Words” ή το βαρυκόκκαλο σόλο στο “In Our Prime“. Το δε “10 Lovers” κάθεται στα αυτιά μου σαν το καλύτερο τραγούδι του συνόλου: με μια ξεχωριστή κομψότητα και μ’ ένα ρομαντικό υπογάστριο, το οποίο δεν επιτρέπει να παρεισφρήσει ούτε στιγμή η υποψία της στουντιακής παραγγελιάς.

Θέλει επομένως λίγο παραπανίσιο κυνισμό για να χαρακτηρίσεις αυτά τα τραγούδια αποχυμωμένα υπολείμματα του Brothers, αλλά θέλει και αβάσιμο ενθουσιασμό για να πέσεις τ’ ανάσκελα. Οι Black Keys δεν έχουν ανάγκη να υποδύονται τους Black Keys. Εξ αιτίας όμως μιας τέτοιας τάσης τους, το Turn Blue στερείται την αίσθηση του πλήρους –αυτού του «ολόκληρου» που μετέδιδε το El Camino. Σαν να προσπαθούν εδώ να υποδυθούν τους εαυτούς τους και να ανταπεξέλθουν στην επένδυση που έκαναν πάνω τους οι απελπισμένες πλατφόρμες κατανάλωσης μουσικής.

Εμείς θα περιμένουμε λοιπόν το επόμενο κάλεσμα. Το σίγουρο είναι ότι θα μας βρίσκουν πάντα στην άλλη άκρη της γραμμής…

 

Arcade Fire

Her OST

8/10

download (1)

Τώρα που κατακάθισε ημιντιακή λαίλαπα του Reflektor, είναι ευκαιρία μέχρι και για εμάς που μείναμε ασυγκίνητοι ακόμα με τις «ιστορίες προαστίων» τους, να εκτιμήσουμε από την αρχή τον δυναμικό πυρήνα των στιλιστικών αγωνιών των πολυβραβευμένων Arcade Fire. Οι ανάγκες του soundtrack της τελευταίας ταινίας του Spike Jonze, δίνουν την ευκαιρία στους Καναδούς να απαγκιστρωθούν από τα υπερφορτωμένα magnum opus που ξαμολούν ανά διετία στους ορκισμένους fans και να γράψουν με αφοσίωση και θέρμη πρωτότυπα μουσικά μοτίβα δωματίου. Και το καταφέρνουν θαυμάσια, αναπτύσσοντας εσωστρεφή ηχοτοπία, με την απουσία στίχων να μην μειώνει σε τίποτα τη γοητεία τους.

Το score των Arcade Fire για το Her, είναι ταγμένο στον γνήσιο μελοδραματισμό με πυξίδα τον μινιμαλισμό. Τα ανάγλυφα instrumental, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε στιγμή, υγραίνουν τα μάτια και έρχονται σε πλήρη χημική ένωση με το ψυχρό αστικό περιβάλλον ψηφιακής αποξένωσης που φιλοτέχνησε ο Jonze στην καλά μελετημένη ταινία του. Οι ποικίλες ηχητικές υφές που έχουν ως αφετηρία τα πλήκτρα, έρχονται σε φυσική αλληλουχία με τις αστικές νευρώσεις, τον ιδρυματισμό των social media, το τραύμα της απόρριψης και τις αλλοτριωμένες σεξουαλικές ανάγκες των ηλικιών 30-40. Οι ψύχραιμες αλλαγές στη διακύμανση των μοτίβων προσδίδουν βάθος και επιτυγχάνουν το ξεμπρόστιασμα όλων των γλυκερών soundtracks του Χόλυγουντ.

Η μουσική τους χρησιμοποιείται σαν ρυθμικό εργαλείο για να εξημερώσει το πνιγηρό αίσθημα μοναξιάς των ηρώων. Τα μελωδικά τους αναπτύγματα ανασύρουν τη παράξενη γοητεία του μητροπολιτικού χάους της ταινίας, εξυγιαίνουν τον καταραμένο πόνο που κουβαλάει το δυστοπικό love affair της ιστορίας, υπογραμμίζουν την αθόρυβη συμπόνια του σκηνοθέτη για το άυλο bonding του ήρωα με το advanced λογισμικό που δίνει ζωή στη δυσλειτουργική καρδιά του και χαρτογραφούν την ψυχοφθόρα κάθοδο στον μικρό θάνατο που φέρνει κάθε δυσβάστακτος χωρισμός.

Τα επί μέρους κομμάτια του score λειτουργούν σαν καθημερινά μουσικά ιντερλούδια για ανθρώπους που νιώθουν ασφάλεια μόνο φορώντας τα ακουστικά τους στο τρένο, αυτούς που κάθονται στις πίσω θέσεις στις συναυλίες και μόνοι τους στον εξώστη του σινεμά, που δεν τέμνονται πουθενά με τη σημειολογία του επίκαιρου coolness, που βαδίζουν γρήγορα στο κέντρο της πόλης, που νιώθουν αμήχανα όταν προκαλούν τα βλέμματα, αυτούς που αναγνωρίζουν τους ομοίους τους με μια ματιά, σαν να ανήκουν σε μια μη αναγνωρισμένη φυλή, αυτών που τα καλύτερα χαμόγελά τους χαραμίστηκαν μπροστά στην οθόνη του smartphone, αυτών που ξέρουν ότι ο έρωτας δεν καιροφυλακτεί στα σοκάκια αλλά τον κυνηγούν γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, όλοι μαζί, σαν αλληλοσυγκρουόμενες μαύρες ψηφίδες σε αστικούς χάρτες.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα είναι ποτέ το επίκεντρο της ίδιας της ιστορίας τους, όπως το hype των Arcade Fire δεν είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτό το soundtrack, όπως και ο ήρωας της ταινίας δεν ήταν το «μισό» του ερωτικού πάθους που έζησε με αυτή τη φωνή που ψιθύριζε κάθε μέρα στον εγκέφαλό του.

 

Pharrell Williams

G I R L

7/10

Pharrell-Williams-GIRL-2014-1200x1200

Μετά την εμπορική χίμαιρα του Get Lucky, ο Pharrell όφειλε να εξαργυρώσει τις μετοχές του σαν solo καλλιτέχνης, οι οποίες εκτινάχθηκαν στη στρατόσφαιρα, και να επανασυστηθεί σαν μια “ηλιαχτίδα” του εμπορικού r’n’b  και της ραδιοφωνικής pop. Αυτή είναι η αιτιολογία για τον σχεδιασμό της κυκλοφορίας του GIRL στην καλύτερη περίπτωση, και ο δόλος πίσω από τις κλειστές πόρτες μιας αμαχητί παραδομένης στο fast selling βιομηχανίας στην χειρότερη. Όμως το τεράστιο break στο mainstream ο Pharrell δεν θα το καταφέρει τώρα. Έχει διανύσει δυο δεκαετίες σκληρής δουλειάς με τους Neptunes, συμμετοχές με τους N.E.R.D και αμέτρητες συνεργασίες -ως επί το πλείστον πετυχημένες- όπου έδωσε τα φώτα του σε στρατιές από καλλιτέχνες. Η προτεραιότητα όμως του Pharrell δεν είναι να επιβάλει μια solo περσόνα, σε αυτή την περίπτωση αυτό δεν θα ήταν το μόλις 2ο προσωπικό του album. Το διακύβευμα εδώ είναι αν ο Pharrell θα καταφέρει να φέρει σε πέρας το δύσκολο Γολγοθά της καλλιτεχνικής συνέπειας ή θα περιοριστεί στο να τροφοδοτήσει τις κονσόλες σε όλα τα νυχτερινά κοκτειλάδικα με “άποψη”. Η απάντηση βρίσκεται κάπου στη μέση. Το G I R L είναι μια προσωπική φιέστα του Pharrell ο οποίος δεν απαρνιέται τον ψυχαγωγικό του ρόλο και δεν αποφεύγει να αγκαλιάσει το mainstream, αλλά κατασκευάζει μια αστραφτερή, ολονύκτια στουντιακή disco soul που συνδυάζει πλήρως την ανάγκη για glamour και για χορό στην πίστα. Το G I R L ακούγεται πανέμορφο και αγκιστρωμένο στην εποχή του, έτοιμο να εξυγιάνει σε ένα βαθμό τα τοξικά mainstream ραδιόφωνα.

Το εναρκτήριο Marilyn Monroe είναι φτιαγμένο επικουρικά και με μαθηματική προσέγγιση ώστε να χορευτεί χωρίς αύριο και χωρίς να αφήνει πολλές αντιστάσεις. Στο Brand New, χάρη στην καταλυτική φυσική παρουσία του Justin Timberlake, ο Pharrell μνημονεύει τον Stevie Wonder, με ένα πλούσιο σε ελέη και κλασάτο funky beat που κερδίζει εύκολα μέσω της οικειότητας. Το Hunter  διαθέτει ένα απολαυστικότατο, κελαριστό hip hop  beat, με μυρωδιές από late 80’s, με την επαναλαμβανόμενη ρυθμική ένταση της πιο χλιδάτης disco funk. Η προσεγμένη neo-soul του Gush ακούγεται θαυμάσια, και θα μπορούσε να είναι το εφαλτήριο καριέρας που θα ποθούσε διακαώς κάθε έκπτωτος αστέρας της soul που πασχίζει για come back. Ο καθόλα uplifting και ταυτόχρονα mellow disco ρυθμός του «οσκαρικού» Happy, χρησιμοποιεί υφάνσεις της Motown και αντλεί βουλιμικά από το πρώιμο υλικό του Marvin Gaye (την πηγή που χρησιμοποίησε για την περσινή συνεργασία του με τον Robin Thickle στο Good Girl). Το Come Get It Bae, αν και πρωτοεπίπεδο, είναι σαφώς εκσυγχρονισμένο και ξεπερνάει την ρουτίνα της disco, χάρη στη λυγερή μελωδία που «ποτίζει» το subwoofer. To Gust Of Wind είναι το μοναδικό instant classic και η πιο πετυχημένη στιγμή του album κατά τη γνώμη μου. Επίτευγμα μελιστάλαχτης και καλοβαλμένης pop, με λικνιστική αύρα που κάνει άνετο σλάλομ στις κληρονομιές και τους χυμούς της disco soul, με παραγωγή «κέντημα» που διαθέτη πειθώ και θέρμη. Το Lost Girl παρά το παχύρευστο tribal υπόστρωμα στο πρώτο μέρος και την έντεχνη φλωρο-disco του δεύτερου, είναι το μοναδικό filler, και μάλλον τοποθετήθηκε εκεί για να ικανοποιήσει την ερωτική ευδαιμονία του ακροατή του καναπέ. Το Know Who You Are ανασύρει την πιανιστική κομψότητα που έχασε κάπου στις συμπληγάδες του mainstream ο John Legend. H Alicia Keys κάνει την προσφορά της σε σκέρτσα και νάζια με το κύρος μιας φτασμένης ντίβας αλλά και με την αναμενόμενη vintage εκμετάλλευση της συλλογικής soul μνήμης. Τέλος το It Girl που κλείνει το δίσκο είναι έναπλήρες και γκρουβάτο soul καλούδι, με γιορτινή ενορχήστρωση και χαλαρό ρυθμό που δίνει χώρο στο αψεγάδιαστο φαλσέτο να κάνει όλη τη δουλειά.

Η ανανεωτική διάθεση του Pharrell και οι ακούραστα ευκίνητες παραγωγές του φαίνεται ότι δεν έχουν πάτο στο βαρέλι τους. Το album του δεν θα αλλάξει το ρου της ιστορίας ούτε είναι η  επιτομή κάποιας υψηλής εκφραστικότητας στο studio. Όμως είναι μια ευπρόσδεκτη βουτιά στα πιο ζωτικά κομμάτια της pop/soul μελωδικότητας. Μια δουλειά αρκούντως σαλονάτη και ακίνδυνη για τους θιασώτες του lifestyle, αλλά που ακουμπάει με κομψότητα πάνω στην σεισμικής σημασίας  για τη ρυθμική μουσική ανάγκη για χορό και εξωστρέφεια.

 

Wild Beasts

Present Tense

9/10

wildbeasts

Οι ανάγκες και τα αισθήματα επικοινωνούνται καλύτερα σε ενεστώτα χρόνο. Με όλη την υπέρβαση, τη γοητεία, την ατμόσφαιρα και τη ματαιότητα που κουβαλάει στην πράξη ένα τέτοιο αίτημα. Αυτό τον «αβίωτο» ενεστώτα χρόνο του έρωτα διακυβεύει το νέο album των Βρετανών Wild Beasts. Σαν να ένιωσαν ξαφνικά ότι έχουν βαθείς λόγους να δημιουργήσουν ένα album για να ανταποκριθεί στη ζωτική ανάγκη των ανθρώπων να συνοδεύσουν με μουσική τη δέσμευσή τους με τα πιο επείγοντα αισθήματα. Και τελικά δημιουργούν κάτι πολύ περισσότερο. Ένα ζωντανό φεστιβάλ γνησιότητας και πάθους.

Τρία χρόνια μετά το σχεδόν αψεγάδιαστο Smother και μετά από μια δεκαετία ζωής, τα «Άγρια Θηρία» παρουσιάζονται αρκετά εξημερωμένα ως προς τη ερωτική χίμαιρα της μοντέρνας pop και αποταυτίζονται από ταμπέλες και αναζητήσεις ύφους. Επιστρέφουν με γεμισμένους κινητήρες, σαν να έχουν καταπιεί έναν ωκεανό καλλιτεχνικού πολιτισμού, πρόθυμοι να πρωταγωνιστήσουν σε κοινωνικές εμπειρίες και εφοδιασμένοι με μια αίσθηση υγιούς επαγγελματισμού που τους κηρύσσει νικητές σε κάθε στοίχημα συναισθηματικής και ενωρχηστρωτικής ευφυΐας.

Φροντίζουν να μπολιάσουν τα τραγούδια με την ικετευτική φύση των εξομολογήσεών μας για δυσβάστακτα μυστικά, αυτά που φαντάζουν με αόρατη γκιλοτίνα πάνω από το κεφάλι μας. Γράφουν στίχους για να δημιουργήσουν ρεαλιστικά πεδία ταύτισης και σύγκρουσης με τον ακροατή, εκφράζοντας την οδύνη κάποιου όταν εισπράττει ένα αδιαπραγμάτευτο «όχι» από το αντικείμενο του πόθου του. Φιλοτεχνούν με βελούδινη synth επένδυση τη δομή των κομματιών για να ντύσουν το αίσθημα πικρίας όσων συνειδητοποίησαν νωρίς ότι η σπατάλη ενέργειας στο κυνήγι της παραζάλης του έρωτα και των αιφνιδιαστικών ερωτικών «τσουνάμι», τελικά δεν άξιζε τον κόπο.

Ο Hayden Thorpe ερμηνεύει με διαπραγματευτική διάθεση, ταλαντευόμενος σε καλαίσθητα synthesizer και καταπραϋντικές bass lines, διαθέτοντας ευέλικτη εκφραστικότητα στο μικρόφωνο που τον κάνει ξεχωρίζει απ’ το παραπονιάρικο ύφος κάθε νεο-crooner  και εξαπολύει παθιασμένους στίχους (don’t confuse me with someone who gives a fuck) χωρίς ευτυχώς να στους απευθύνει κατάμουτρα. Όπως οι ψιλές συχνότητες θρυμματίζουν τα γυαλιά, η «ευγενική» αρμονία των Wild Beasts σε κόβει κομμάτια, χωρίς ποτέ να σου δώσει περισσότερο από όσο θες. Σαν μια μαλακή αγκαλιά που θες τόσο πολύ να σε σφίξει, αλλά παραμένει τρυφερή. Σαν χάδι πάνω σε δέρμα, που θες να σε γρατσουνίσει έντονα αλλά το νύχι δεν μπήγει ποτέ στη σάρκα. Δείχνοντας έτσι προς το μονόδρομο του repeat. Και μετά ξανά το ίδιο.

Θα βγουν πολλά album φέτος που θα τραγουδηθούν, που θα χορευτούν και θα θαυμαστούν. Όμως το Present Tense ίσως να είναι το μοναδικό που θα μπορείς να «ακουμπήσεις» πάνω του. Όπως σε τραγούδια σαν το “Mecca” που ιονίζει «νεορομαντικά» την ατμόσφαιρα ή σαν το βραδείας καύσεως “Sweet Spot” με το λικνιστικό groove ή το “Pregnant Pause” που σου σκίζει τα σωθικά χωρίς προειδοποίηση. Όπως όλα. Τραγούδια ολοστρόγγυλα και σπαθάτα στις προθέσεις τους, με αλάθητο αισθητικό κριτήριο, τοποθετημένα στο ενεργό παρόν της synth pop (όρος περιοριστικός για το πολυπρισματικό σύμπαν του album) επιμελημένα με έμπνευση πέρα από trends, γενιές και μουσικές τάσεις. Η ρομαντική νιρβάνα η ίδια. Πρέπει να το «πιστέψετε».

 

Marissa Nadler

July

7/10

Marissa-Nadler-July-Album-Cover-1024x1024

Δεν ξέρω τι στοιχειώνει την έμπνευση της Marissa Nadler ούτε τι δαίμονες -ή άγγελοι- κατατρέχουν την καλλιτεχνική της συνείδηση, αλλά δεν θα τοποθετούσα την ανεμελιά του καλοκαιριού στην πρώτη ύλη των τραγουδιών της. Τουλάχιστον όχι με την ηλιόλουστη αισθητική τηλεοπτικής μιας διαφήμισης του ΕΟΤ ή με την πρωτοεπίπεδη αντίληψη της δισκογραφικής βιομηχανίας που ανέκαθεν τροφοδοτούσε το καλοκαίρι με κυκλοφορίες προορισμένες να καλύψουν μια ξένοιαστη ανάπαυλα.

Όμως ο τίτλος του album παραπέμπει στον Ιούλιο, όχι σαν ημερολογιακή αίσθηση, αλλά σαν να αναπαριστά μια τελετουργική λιτανεία στον ήλιο. Σαν η 33χρονη τραγουδίστρια να ενσαρκώνει τον πολιτισμικό πλούτο που έχει σπουδάσει σε μια intellectual φιέστα τραγουδιών με αφράτη αίσθηση και φινετσάτη δομή, με τραγούδια φτιαγμένα για μια ανώνυμη σέκτα ακροατών. Αυτούς που προτιμούν να διακρίνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς στους ήχους που αγαπούν σήμερα.

Μπορεί να αισθανθείτε αμήχανα όταν μπείτε στο βαθύ υπόστρωμα του album, αλλά στο τέλος θα βρεθείτε να συμμετέχετε σε έναν αέναο χορό του Ησαΐα με  γεμάτα “υγρασία” ακούσματα μυθολογικής αύρας, με χειροποίητα υλικά που δημιουργούν το concept ενός tempo που ορίζεται από αρμονικά μοτίβα ακουστικών οργάνων και απαιτητικά ευρήματα στην παραγωγή.

Προσέξτε το στιλάτο και εντυπωσιακό Dead City Emily όπου η Marissa  κερδίζει τα εύσημα με τον τρόπο που πάλλει τις λέξεις με καταπληκτική ευγένεια, με σκοπό εξυπηρετήσει το τραγούδι και όχι κάποια πιθανή ματαιοδοξία κάποιας ερμηνεύτριας που αρίστευσε στο ωδείο. Ακόμα και τη διαπραγματευτική της διάθεση στο Was It A Dream, στο οποίο δείχνει ότι έχει όλα τα φόντα για να εισαχθεί με τιμές στην νεοϋορκέζικη ιντελιγκέντσια των αποψάτων.

Ανυποχώρητη στις καλλιτεχνικές ιδέες που θέλει να επικοινωνήσει και με συναισθηματική γενναιότητα, η Marissa Nadler ακροβατεί ανάμεσα στη folk στα πιο τολμηρά της, στην ονειρική pop στα πιο ντελικάτα της, και την new age στα πιο ολισθηρά της. Σαν αγέρωχη τραγουδοποιός που δεν είναι ποτέ κατώτερη από το συναισθηματικό αίτημα των τραγουδιών της, η Marissa δεν χαμπαριάζει για κάποιο χτίσιμο μυθολογίας, δεν αποσκοπεί στην αποδοχή σαν indie ιέρεια, ούτε ξεφεύγει σε φωνητικές ευκολίες «ψιθυρίσματος» και ψυχεδελικών εφέ με τα οποία η lo-fi κοινότητα θολώνει την ανυμπόρια της να γράψει «τραγούδια».

Σε φέρνει σε επαφή με το αυτοσχέδιο στούντιο του σπιτιού της δίνοντάς σου την εντύπωση ότι αρθρώνει κάτι που αισθάνεται ότι σε αφορά. Σαν να προσπαθεί να επουλώσει τις τύψεις σου για όλα όσα δεν βρήκες το θάρρος να ξεστομίσεις την ώρα που έπρεπε. Μια χαρά.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s