Never-changing stories (#3)

Εκείνη ανήκει στους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να γνωρίζεις καλά για να επικοινωνήσεις μαζί τους.

Αν είχε συναίσθηση του ταλέντου της, θα έπαυε να είναι γοητευτική.

Το γέλιο της δεν ήταν ποτέ ήπιο, ακούγονταν πάντα (μα πάντα) σαν λυτρωτικό ξέσπασμα, ακολουθούμενο πάντα (μα πάντα) από μια αμήχανη σιωπή, σαν να μετρούσε τον αντίκτυπο τριγύρω.

Ακόμα και στα πιο αποκαρδιωτικά λόγια, το χαμόγελό της παρέμενε απόμακρο και τρυφερό.

Απόμακρο γιατί ακύρωνε τα ψευτοδιλλήματα και κάθε μοιρολατρική ερμηνεία που φόραγες κολάρο στη συνάντησή σας.

Τρυφερό γιατί σε έκανε να πιστεύεις ότι έχετε κοινό παρελθόν, χωρίς κοινές αναμνήσεις.

Αν πληρώσεις το τίμημα, όσο μεγάλο, χωρίς εγγύηση και υποσχέσεις, θα σου δείξει πλευρές του εαυτού της που δεν είναι ευχάριστες.

Παράξενη επιβράβευση για τόσα εφόδια υπομονής και επιθυμίας.

Θα σε αφήσει να φτάσεις μέχρι τον μυστικό κήπο, για να πάρεις μια ιδέα.

Εκεί έχουν περιδιαβεί τουρίστες που πέρασαν κάποιο χρόνο μετά από ειδική πρόσκληση ή διαρρήκτες που παραβίασαν την κλειδαριά.

Τώρα είναι άδειος, περιποιημένος, με ταμπέλα για να μην πατάμε το γκαζόν, και με στρωμένα τραπέζια, σαν να περιμένουν να φιλοξενήσουν μια γιορτή που δεν έχει ακόμα οριστεί.

Αλλά δεν αρκεί να ξεκλειδώσεις το password και να περάσεις τα τεστ γνώσεων.

Πρέπει να μπεις τραγουδώντας και η μουσική της ορχήστρας να πλανέψει τον θυρωρό.

Οι κυριολεξίες περισσεύουν.

Όμως μη γελιέσαι, το μυστικό μέρος θα είναι πάντα ένα βήμα πιο μακριά απ’ ότι νομίζεις.

Κάθε φορά.

Ήθελε να της πει ότι ο δρόμος προς την αλλοτρίωση είναι στρωμένος με αμέτρητα “να περνάμε καλά”

Δεν θα είχε λόγο να διαφωνήσει μαζί του.

Και θα έπνιγε άλλο ένα χαμόγελο, από αυτά τα απόμακρα και τρυφερά.

Το σκεφτόταν καθώς περπατούσε.

Σκέφτονταν την ανελέητη, μύχια παρόρμησή του, να αφήνει τις εμμονές του να απλώνονται σαν κισσός γύρω από καταστάσεις και να τον εμποδίζει να δεθεί μαζί τους.

Να “δεθεί”. Έλεγε και καμιά μαλακία που και που.

Πήρε την απόφαση, από εδώ και στο εξής να σκέφτεται μόνο μέχρι την επιφάνεια.

Πιο μέσα ακούγεται το σιγοβράσιμο αναμνήσεων, αν πάει παραμέσα κοχλάζει η νοσταλγία.

Η νοσταλγία δεν είναι κανένα νοερό ριπλέι. Είναι απλά η ανάγκη να ξαναζήσουμε μικρές στιγμές στο μυαλό μας, μπας και τις δούμε με διαφορετική έκβαση.

Ας μην υπάρχει αρσενικό Stepford σύμπαν, θα το εφεύρει μόνος του και θα ζήσει μέσα σε αυτό.

Οι στιγμές θα ξεθωριάσουν.

Ακόμα και αυτές που αρχικά τον έκαναν να νιώθει ασφαλής και λίγο μετά του έτριβαν στην μούρη όση πραγματικότητα μπορούσε να κουβαλήσει.

Μερικές επώδυνες τις όφειλε σε εκείνη, που με το coceptual μυαλό της γίνονταν θιασώτης αισιοδοξίας και μιας ιδέας «σωτηρίας».

Η σωτηρία για τον ίδιο θα ήταν να παίρνει κάποιος άλλος την ευθύνη.

Κανένας Μεσσίας αμαρτιών, μονάχα άφεση ευθύνης.

Όταν αυτή έφυγε για τελευταία φορά, εκείνος έμεινε για ώρα να κοιτάει τα ψυχεδελικά σχήματα σε μια παλιά ταπετσαρία μιας βιτρίνας.

Στο εξής, λέει να μην την ξανασκεφτεί ποτέ.

Στο εξής, λέω να μην την ξανασκεφτώ ποτέ.

Στο εξής, λέω να μη ξαναβγάλω άχνα.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Never-changing stories. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s