The Lover, The Revivalist & The Stoner

 

R. Kelly

Black Panties

r.-kelly-black-panties-cover

Το 12ο album του R.Kelly θα μπορούσε να λέγεται και απλώς «Pussy», καθώς αυτή φαίνεται να είναι η μοναδική έμμονη ιδέα που κολάζει το μυαλό του παραγωγού/soulman, ο οποίος όταν τραγουδάει για κάποιον περίεργο λόγο πιστεύει ότι κρεμόμαστε όλοι από τα χείλη του. Όμως ούτε το sexploitation της σαλονάτης παραγωγής του “Black Panties”, ούτε τα επικοινωνιακά τρικ με τα αψεγάδιαστα κορμιά στο εξώφυλλο που φορούν τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά τους, γεφυρώνουν το κενό ανάμεσα στον αστείο ναρκισσισμό του R.Kelly και τον αληθινό soul αισθησιασμό του λεγόμενου «baby-making music».

Αν και βρίσκεται πάνω από 20 χρόνια στο κουρμπέτι και έχοντας γκάμα εμπειριών, ο R.Kelly αισθάνεται τόσο λίγος που αρνείται πεισματικά να δείξει κάποιες αληθινές προσωπικές του στιγμές. Αντίθετα περιφέρει τη σεξουαλική του εξάρτηση σαν περήφανο γαλόνι και φαντασιώνεται τον εαυτό του σε πριβέ gala και υποσχόμενα πάρτι να αποπλανεί ανήλικα νυμφίδια κρατώντας ακριβό κοκτέιλ και φορώντας μεταξωτό Versace πουκάμισο με ξεκούμπωτα τα πρώτα δυο κουμπιά. Κανένα προσγειωμένο πνεύμα, μόνο ψωνισμένο glamour.

Αν και περιόρισε τις εμμονές του στα πρόσφατα album “Love Letter” (2010) που ανακάλυψε ξανά τη neo-soul και το “Write Me Back” (2012) που έπαιξε με την disco, εδώ το ξαναρίχνει στη φτηνή erotica. Όμως δεν υπάρχει τίποτα τσαλακωμένο και βρώμικο (εκτός από τις περιγραφές του σεξ) στο “Black Panties”. Ο R.Kelly πλέον αντιλαμβάνεται τον εαυτό του καλύτερα όταν φλερτάρει, παρά όταν στοχάζεται πάνω στη θηλυκή σαγήνη και θέλει να νιώθει μονίμως τρόπαιο στα νύχια διαθέσιμων γυναικών. Όμως το πρόβλημα δεν είναι αν ο R.Kelly εκφράζει τη σεξουαλικότητα σαν εξάρτηση (μαζί του) ή το πότε προλαβαίνει να κατουρήσει όταν όλη μέρα ρίχνει μοντέλα στα ακριβά σεντόνια του (ξανά μαζί του), αλλά στο ότι δεν υπάρχει κανένα ανθρώπινο σημείο αναφοράς μέσα σε αυτό το φλύαρο καυλάντισμα αέρινης πόζας. Σε ορισμένα σημεία το album θυμίζει όλα εκείνα τα ευτυχή κλισέ της soul κρεβατοκάμαρας (τα σέξι γρυλίσματα), σε κάποια άλλα φέρνει στο μυαλό τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας των Isley Brothers από τα χρόνια που είχαν συνεργαστεί (όπως εκείνο το υπέροχο single “Down Low” το 1995), αλλά δυστυχώς τα περισσότερα τραγούδια ακούγονται σαν μουσική επένδυση για ανέμελο χάζι σε νεανικά μπούστα.

Η καλύτερη στιγμή το “Genius” στο οποίο υπεισέρχονται ανθρώπινα ψήγματα ενώ η Kelly Rowland καλύπτει πετυχημένα το κενό της Aaliyah στο “All The Way“. Ευτυχώς δεν λείπει και το χιούμορ καθώς στο “Cookie” το αιδοίο της συντρόφου του παρομοιάζεται με μπισκότο Oreo… Ακολουθεί όμως μια σειρά από τραγούδια που οι τίτλοι τα λένε όλα:”Legs Shakin”,Every Position”, Crazy Sex”,Marry the Pussy”,Show Ya Pussy”, και η λοβοτομημένη αλαζονεία πάει λέγοντας…

Είναι παράξενο το πώς εξελίχθηκε ο R Kelly από το ντεμπούτο του το 1993 “12 Play” όταν ο ίδιος ήθελε να γίνει το R στο R&B, μέχρι την παρωδία του εαυτού του σήμερα όπου το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το Β στο R&B να είναι οι Bitches. Ίσως να ήταν καλύτερα να ερμήνευε σούπες διασκευές κατά βούληση για μαζική ψυχαγωγία, παρά αυτή η αχρείαστη επίδειξη γοητείας που ξέμεινε από καύσιμα στην αρχή του δρόμου. Για να μιλήσω στη γλώσσα του R.Kelly, το λες και πρόωρη εκσπερμάτιση.

Δημοσιεύθηκε στο Avopolis 

Sharon Jones & the Dap-Kings

Give the People What They Want

download

Δώστε στο λαό αυτό που θέλει. Ένας τίτλος που διαβάζεται σαν σοσιαλιστικό μανιφέστο αλλά ταυτόχρονα και σαν ευαγγέλιο του marketing. Το ίδιο συμβαίνει και με το περιεχόμενο του νέου, 5ου στον αριθμό, album της Sharon Jones παρέα με τους Dap-Kings. Ακούγεται σαν ένα εμπνευσμένο μπουκέτο τραγουδιών που με πλήρως απογειωμένη διάθεσή αναβιώνει χαρμόσυνα τα μοτίβα της κλασικής soul, αλλά ταυτόχρονα και σαν την αποθέωση της μελωδικής προβλεψιμότητας με ξεκούδουνες λύσεις εντυπωσιασμού, κλεμμένες από το ευρύτερο vintage συντακτικό.

Δεν υποφέρει από εξώφθαλμα προβλήματα το «Give the People What They Want», ο επισκέπτης θα καλωσορισθεί με δέκα ρεφρενάτα τραγούδια -δεν πετάς κανένα- θα ψυχαγωγηθεί με τη “κυριακάτικη” ευδαιμονία της φωτεινής πλευράς της Νότιας soul, και θα χτυπάει ρυθμικά τα δάχτυλα αφού παρασυρθεί εύκολα στον deep funk πυρήνα ενός album που είναι έτοιμο να γίνει τσίχλα στα ηχεία των κεντρικών μπαρ, αυτών που τραβάνε το adult κοινό και που ευαγγελίζονται την flirticious χαριτωμενιά, συνοδευομένη με ποικιλίες  κρασιών και ακριβά ορεκτικά  και περιμένει να αγαπηθεί από τους σκαπανείς του ρετρό. Όμως τα ζητήματα προκύπτουν αφού ξύσεις την φρεσκοβαμμένη (σε χρώμα φθαρμένου ξύλου) επιφάνεια και φανεί η βιαστική κακοτεχνία και τα μπαλώματα, καθότι η Sharon Jones μπορεί να διαθέτει καθαρότητα και μάχιμο νατουραλισμό στη φωνή της, να κουνάει περήφανα τη σημαία των Supremes, εμπνέοντας το sling-along και να διαθέτει εξαιρετικά στιλάτο και πολιτισμένο στυλ, όμως δεν φαίνεται να μην έχει τη διάθεση να αναπτύξει διαδραστική σχέση με όσα συμβαίνουν στη μουσική σήμερα και να επιβληθεί ως αξιόλογος φορέας της soul παράδοσης.

Ίσως η Jones και η μπάντα της να μη νιώθουν ως επιτακτική την ανάγκη να ακούγονται σαν αποκύημα της εποχής τους και δεν είναι έγκλημα αυτό. Όμως βάζουν σαν προτεραιότητα την ευκολία της οικειότητας του groove του R’n’B των 60’s που εντυπώνονται εύκολα στον ακροατή, και μάλιστα χωρίς καμία συναισθηματική ραγάδα, αδυνατώντας έτσι να ταυτιστούν με οποιαδήποτε ρεαλιστική κατάσταση και στοχεύοντας σχεδόν αποκλειστικά στα άνετα living room. Παρά τη δισκογραφική παραγωγικότητα και την ευήλια αίσθηση από ελαφρά πνευστά και πολύχρωμα μοτίβα, το σχήμα της Sharon Jones και των Dap-Kings αν έβγαινε πριν 50 χρόνια ίσως να γινόταν δεκτό με επαίνους. Σήμερα σε κάνουν να νιώθεις ότι τα τραγούδια γράφτηκαν «συνειδητά» και όχι με εκείνο το αυθόρμητο λάκτισμα που παρήγαγε την εκστατική soul του παρελθόντος. Ας μην υποτιμάμε όμως το feelgood συναίσθημα που μπορεί και επικοινωνεί στο ρελαντί ένα ολοστρόγγυλο album, ακόμα και στο ληθαργικό παρόν που ζει από τα έτοιμα.

Δημοσιεύθηκε στο Avopolis

Earl Sweatshirt

Doris

Earl-Sweatshirt-Doris2

Με το πέρασμα του χρόνου, κάθε νέος οργανισμός αντλεί μνήμη από εκατομμύρια χρόνια· από εκεί κληρονομεί τα ένστικτά του και όλοι συμμετέχουμε στον κοινό ωκεανό μνήμης και έκφρασης. Αυτή η θεωρητική ιδέα της συλλογικής μνήμης μπορεί να εξηγεί τα άμεσα άλματα στην επιστήμη από νέα μυαλά μεσαίου βεληνεκούς, σε σχέση με τα μικροσκοπικά βήματα που σημείωσαν οι ιδιοφυΐες των περασμένων αιώνων ή να εξηγεί την άριστη εξοικείωση με τα smartphones από 12χρονα χωρίς εκπαίδευση, μέσα σε λίγη ώρα. Σε επίπεδο δε καλλιτεχνικής αυτοέκφρασης και δημιουργίας, εφαρμόζεται –και αποδεικνύεται– μέσα από νιοστά παραδείγματα της ποπ κουλτούρας.

Πώς αλλιώς μπορεί κάποιος να εξηγήσει την εξαιρετικά σύνθετη και πολυεπίπεδη δουλειά 19χρονων όπως Kendrick Lamar ή ο Earl Sweatshirt, οι οποίοι γεφυρώνουν ένα βαθύ χάσμα, από το Yo! MTV Raps των συνομήλικών τους της δεκαετίας του 1980, μέχρι τον βρώμικο, βιομηχανικό ήχο του μέλλοντος; Το εντυπωσιακό με το δισκογραφικό αυτό ντεμπούτο του νεοσσού ράπερ είναι το βάθος της έκφρασης –γίνεται καλύτερο με την επανάληψη– και ο πυρετός που βασανίζει τις στιχομυθίες, τις οποίες είναι σχεδόν ακατόρθωτο να παρακολουθήσεις.

Μέσα στο μαστουρωμένο μα τέρμα αγχωτικό σύμπαν του νεαρού Sweatshirt, η dubby ατμόσφαιρα πυκνώνει και δίνει χώρο στα σκοτεινά beat (τα οποία φέρνουν στο μυαλό τους N.E.R.D. με πειραγμένες ταχύτητες), στα weed-oriented παραληρήματα (που θυμίζουν τους Cypress Hill στα πιο εσωστρεφή τους) και σε εξάρσεις εφηβικού μισογυνισμού (το «I’ll fuck the freckles off your face, bitch» που ξεστομίζει ο RZA στο “Molasses”). Όμως σε τεχνικό επίπεδο η δουλειά του Sweatshirt και των παραγωγών είναι εξαιρετική. Μνημονεύει τον Aphex Twin(!) στο “Guild”, μπολιάζει με βαρύ κιθαριστικό sample το “Hoarse” και χρησιμοποιεί το σκοτεινό χιούμορ των Wu-Tang Clan για τις μανούβρες του, ενώ το beat του Pharrell Williams στο “Burgundy” χτίζει πάνω στη ζορισμένη μουρμούρα των φωνητικών του 19χρονου.

Τη νεανική οργή του Thebe Neruda Kgositsile ίσως να τη γεννοβολάνε οι μετά-εφηβικές ανασφάλειες, ίσως να οφείλεται στις δυσλειτουργικές οικογενειακές ισορροπίες τις οποίες έχει ζήσει (εκφράζονται βιωματικά και μακριά από τις καρτούν-περιγραφές του Eminem) ή μπορεί και να την αντλεί από το σύνηθες σύνδρομο σολιψισμού των εγωκεντρικών ράπερ: όπως και ο Kendrick Lamar πέρσι, έτσι και ο Earl Sweatshirt διακατέχεται από μια αίσθηση ότι όλος ο ντουνιάς του χρωστάει.

Σε κάθε όμως περίπτωση, πέρα από ψυχαναλυτικά άλλοθι, η αίσθηση αυτή εκφράζεται δημιουργικά και αποκτά μια ανέλπιστα μεθοδευμένη οργή, ακόμα και στα πιο δυσπρόσιτα τραγούδια. Ίσως τα κρίσιμα σημεία όπου το Doris χωλαίνει να είναι εκείνα όπου οι αναφορές στα ναρκωτικά ακούγονται άτσαλα εμβόλιμες και ολίγον «συνηθισμένες», σε ένα σύνολο που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικεί πανάξια το ξεχειλωμένο από την προσπάθεια credit του «φρέσκου».

Ο Earl Sweatshirt δεν θέλει να παραστήσει τον σωτήρα του χιπ χοπ, ούτε ποζάρει σαν αβοήθητο θύμα της κοινωνίας. Είναι ένας νέος άνθρωπος που στο μυαλό του συμβαίνουν τέρατα, ο οποίος πάει να τα ξορκίσει με ρίμες μαστουρωμένου νιχιλισμού. Το ευτυχές σενάριο θα είναι στο μέλλον να απεγκλωβιστεί από τον εφετζίδικο συναισθηματισμό του γκέτο και να εστιάσει σε όσα ζητήματα τον καίνε ουσιαστικά. Πάντως το Doris είναι μια καλή αρχή…

Δημοσιεύθηκε στο Avopolis 

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s