Φόβος και Παράνοια στη Wall Street

home_

Το 1963 ο Μάρτιν Σκορσέζε έκατσε πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη για ένα 10λεπτο τρελαμένο φιλμάκι με τίτλο “What A Nice Girl Like You Doing In A Place Like This”. Ήταν 21 ετών και ακόμα σπούδαζε σκηνοθεσία στη Νέα Υόρκη. Μισό αιώνα αργότερα υπογράφει το “Wolf Of Wall Street”. Είναι πια 71 ετών και πρόκειται για την 23η μεγάλου μήκους fiction ταινία του (χωρίς να υπολογίζω τα ντοκιμαντέρ, τις μουσικές ταινίες, τα τηλεοπτικά, τα μικρού μήκους και τις αναρίθμητες άλλες δουλειές). Μετά από τέτοιο όγκο δουλειάς και κινηματογραφικής προσφοράς από κάθε πόστο -που θέλει ακόμα πολλά χρόνια για να αποτιμηθεί και να μελετηθεί στην ολότητά του- ο Μάρτι ανήμερα Χριστούγεννα παραδίδει στον κινηματογραφικό πλανήτη τη μεγαλύτερη σε διάρκεια ταινία του (στα 179’ ξεπερνάει κατά ένα λεπτό το Casino) και εξερευνά τον παράνομο βίο των πιο άπληστων χρηματιστών που έδρασαν στο αμερικάνικο χρηματιστήριο των 90’s.

Μέχρι εδώ όλα καλά. Δεν πρόκειται να γράψω το υπ’ αριθμόν 3.457.836.912 αντικειμενικό ή επαγγελματικό review που έχει γραφτεί για την ταινία σε περιοδικά, blog, εφημερίδες και site σε όλο τον κόσμο. Δεν έχω διαβάσει και κανένα. Απλά θέλω να καταθέσω έναν προβληματισμό σχετικά με την πενηντάχρονη καριέρα ενός ύψιστου καλλιτέχνη και στοχαστή του σινεμά. Εκεί που οι Αμερικάνοι συνάδελφοί του σκηνοθετούν απλά το επόμενο σενάριο που παίρνει πράσινο φως και χρηματοδότηση (με καμιά δεκαριά φωτεινές εξαιρέσεις), ο νεοϋορκέζος υπερ-σκηνοθέτης τα βάζει με τέρατα και με χρονοβόρα passion projects. Για τρείς λαχανιασμένες ώρες σκηνοθετεί (ξανά) σαν η ζωή του να εξαρτάται από αυτό και ξεψυχάει στη μονταζιέρα προσπαθώντας να συρράψει ό,τι αταίριαστο διαθέτει για να κατασκευάσει ένα αρρωστημένα αστείο και οξυδερκές κοκτέιλ με αναθυμιάσεις από ολόκληρο το έργο του, που σκάει ορμητικά στην οθόνη για να πάρει ομήρους.

Μετά από μια άκαμπτη και αδιάκοπη πορεία στο σινεμά, με αποστομωτική συνέπεια και άσβεστο πάθος (είναι λίγη η λέξη «πώρωση»), ο Μάρτιν Σκορσέζε σκηνοθετεί με την καύλα ενός 30χρονου που τον ξαμολήσανε λυσσασμένο με δημιουργικό carte blanche σε ένα κινηματογραφικό πλατό και πρέπει να αποδείξει τα πάντα. Η ιστορία του Jordan Belfort είναι ένας ακόμη σκορσεζικός γολγοθάς από την άνοδο, στην περισσότερη άνοδο, μετά στα ύψη και από εκεί στη μετωπική πτώση, με μια φευγαλέα ιδέα λύτρωσης στο τέλος. Ο Belfort θα γίνει άλλος ένας ήρωας που θα αγγίξει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Άλλο ένα αντιπρότυπο ανήθικου αρσενικού ψυχισμού, προϊόν του κοινωνικού πλαισίου μιας συγκεκριμένης εποχής  (όπως οι μαφιόζοι του 60 έτσι και οι γιάπηδες του 90) που ζει οχυρωμένος πίσω από τα κοινωνικά στερεότυπα που του δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι στον έννομο τρόπο ζωής. Με τις ενοχές του μουδιασμένες από τα uppers και τα παραισθησιογόνα drugs, θα βουτήξει με τα μούτρα να γευτεί ασύστολα κάθε ηδονή που σε ένα δίκαιο σύστημα αξιών δεν θα του αναλογούσε. Ένας ξεσαλωμένος καρχαρίας του πλούτου που ενώ έχει το παρσπαρτού για το παγκόσμιο χρηματοκιβώτιο, δεν το έσκασε με όσα λεφτά μπορούσε να κουβαλήσει αλλά τους έβαλε φωτιά, σνίφαρε κόκες με χιλιοδόλαρα και έκανε orgy με πόρνες πάνω σε τούβλα χαρτονομισμάτων. Η τιμωρία για τον Ίκαρο με φτερά δολαρίου θα είναι αμείλικτη.

Τα συστατικά που κάνουν την αφήγηση του Μάρτιν Σκορσέζε να τρέχει σε ένα απαράμιλλο σπριντ για να προφτάσει να μας πει ξανά από την αρχή (από-την-αρχή-όμως) όλα όσα μας έχει πει με άλλους ήρωες, με άλλες ιστορίες και σε ολότελα διαφορετικό διάκοσμο (η Little Italy των 60’s, το Vegas των 70’s, το Manhattan των 90’s), είναι όλα εκεί. H κάμερα του Μάρτι φιλμάρει με αμίμητη βιρτουοζιτέ (με τον Rodrigo Prieto για πρώτη φορά κοντά του στη φωτογραφία να παίρνει τη σκυτάλη από την εκλεκτή λίστα των Michael Ballhaus, Michael Chapman και Robert Richardson). Κρατάει με τα γκέμια το φρενήρες μοντάζ σαν να ψήνεται στον πυρετό, να έχει ξημερώσει και να έχει deadline νωρίς το πρωί (με την εμπειρία της κυρίας Thelma Schoonmaker) πιλατεύει το χρόνο, πειράζει τη ροή με pause, jump-cut, επαναληπτικές λήψεις, αισθαντικό κοφτό cut, τράβελινγκ που αψηφούν την ταχύτητα, αργή κίνηση και κατακλυσμό από επιθετικά in-your-face πλάνα. Το voice over του Di Caprio (όπως του Ray Liotta στο Goodfellas, ή του De Niro στο Casino) δεν αφηγείται απλώς όσα βλέπουμε αλλά μας «απευθύνεται». Ξεχνάει, αστειεύεται, κομπιάζει,προσβάλει, λέει ψέματα, πλατειάζει και εξομολογείται. Τα ακατάπαυστα τραγούδια-σχόλια από τις επιλογές του Robbie Robertson κάνουν ξανά παρέλαση για να χωρέσουν στις 3 ώρες του φιλμ, ακόμα και αν τους αναλογεί έστω 5 δευτερόλεπτα χρόνου. Το δίπολο De Niro/Joe Pesci ράφτηκε στα μέτρα των Di Caprio/Jonah Hill (χωρίς τη βία καθώς οι χρηματιστές δεν έδερναν), το γυναικείο αρχέτυπο μητέρας/πόρνης που αποτελεί στήριγμα και αγκάθι προσαρμόστηκε στην κρυστάλλινη Margot Robbie (στα χνάρια της Cathy Moriarty, της Lorraine Bracco και κυρίως της Sharon Stone). Οι αφηγηματικές γραμμές που επιλέγει ο Terence Winter (new entry στις εγγυημένες πένες των Nicholas Pileggi, Paul Schrader, Jay Cocks και άλλων) έχουν την εγγενή ικανότητα να αγγίζουν και να επικοινωνούν τα φαντάσματά του Σκορσέζε, μέσα από μακρόσυρτους μονολόγους, τοξικές ατάκες και ξεχαρβαλωμένες white trash φιγούρες με πετρώδη συναισθήματα, παραδομένες αμαχητί στο εύκολο χρήμα -μόνο και μόνο για την ηδονή του να κερδίζεις χρήμα- στο εύκολο και άφθονο σεξ, στο buddy bullshit χυδαίας βωμολοχίας και στους ποταμούς από ναρκωτικά. Σαν ο Γκόρντον Γκέκο του Wall Street να κατανάλωσε όλες τις ουσίες του Fear And Loathnig In Las Vegas και να ξεχύθηκε σε ένα εκτός ορίων ξέσπασμα ηδονισμού και σε παραλήρημα οικονομικής εξουσίας, προσηλυτισμού κεφαλών, επίδειξης καπιταλιστικής δύναμης και μαζικής εξαπάτησης.

WolfofWallStreet7-dwarf-toss-650x277

Που θέλω να καταλήξω με όλα τα παραπάνω; Στο ότι πολλοί θα μπορούσαν να κινηματογραφήσουν την αυτοβιογραφία αυτού του white trash κρετίνου και πολλοί θα είχαν να πουν πολλά υιοθετώντας τις ευαισθησίες του “occupy wall street” ή την πεπατημένη ενός κοινωνικού «κατηγορώ» στον Αμερικάνικο καπιταλισμό. Όμως αυτό που βλέπουμε στις τρεις ασθμαίνουσες ώρες της εκδοχής του Μάρτι δεν είναι μια φιλοσοφική αυτοψία στην χρηματιστηριακή φούσκα που ρήμαξε την παγκόσμια οικονομία από έναν σοφό που πάει να μιλήσει κουνώντας το δάχτυλο, αλλά μια ακόμη λυσσαλέα κατάθεση ενός σκηνοθέτη που οικειοποιείται με τόση συνέπεια και πάθος έναν αναπάντεχο ήρωα στη φιλμογραφία του (σάμπως δεν ήταν αναπάντεχος ένας μποξέρ ή ένας ταξιτζής ή ένας μπιλιαρδόρος ή ένας νοσοκόμος; ) και απογειώνει την ιστορία του σαν να μην έχει ξαναπεί τίποτα, ποτέ, όσα χρόνια αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν κινηματογραφιστή.

Τα εύσημα όμως πρέπει να πάνε εξίσου και στον apt pupil της τελευταίας εποχής του Σκορσεζικού έργου. Ο Di Caprio δίνεται με ψυχή και σώμα σε ένα ρόλο που απαιτεί απίστευτη προσήλωση. Μεταμορφώνεται από ψαρωμένο rookie, σε αλαφιασμένο νεόπλουτο, από καμμένο απ’ τα χημικά junkie σε μεγαλοαστό wannabe Χιού Χέφνερ, και από bigger than life μεγιστάνα με σαρδόνιο ύφος (αλά Τζακ Νίκολσον), σε λευκό ιεροκήρυκα που με το μικρόφωνo απευθύνεται στο διψασμένο ποίμνιo και κηρύττει την αξία του ζεστού χρήματος και τις ιαματικές ιδιότητες του πλούτου.

Ο Σκορσέζε υψώνει ένα φιλμικό κωλοδάχτυλο στην παράνοια της βιομηχανίας του χρήματος με το πάθος που είχε όταν γύριζε τους Κακόφημους Δρόμους. Χαρτογραφεί τις κρυμμένες κάτω απ’ το χαλάκι (καθολικές) ενοχές και το κραχ στην ξεχειλωμένη ψυχή που κληρονομεί η αλόγιστη κόκα, η κρεπάλη, οι ορδές από πουτάνες και τα δολάρια όταν έχουν αξία κωλόχαρτου. Έχει ακόμα τους ίδιους δαίμονες που είχε πριν 50 χρόνια και μας τους σερβίρει μεγαλοπρεπώς από την αρχή, σαν Χριστουγεννιάτικο (not) δώρο.

Αυτή την ώρα την ώρα κάπου θα γράφεται η 3.457.836.913η κριτική γι αυτή την ταινία. Μέχρι αύριο το πρωί θα έχουν γραφτεί άλλες 100 απόψεις. Απόψεις μετριοπαθείς, αποστασιοποιημένες, λογικές, που θα τονίζουν αδυναμίες, που θα λένε ότι το έχουμε ξαναδεί, ότι υστερεί σε πλοκή, ότι είναι υπερβολικό, φλύαρο, θα έχουν πολιτικές διαφωνίες, αισθητικές διαφωνίες, whatever διαφωνίες… Καλά κάνουν, μπορεί και να έχουν και δίκιο. Αδιαφορώ όμως. Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Jonah Hill παίρνει μια αγωγή από ένα δικαστήριο. Την ρίχνει σε έναν κάδο αχρήστων μαζί με άλλες και την κατουράει επιδεικτικά μπροστά σε όλους. Έτσι νιώθω για κάθε μια ξεχωριστά από αυτές.

Όταν θα ξαναδώ σε dvd την ταινία, και λίγο πριν πατήσω το play θα αντηχεί στο μυαλό μου το εναρκτήριο λάκτισμα/αφορισμός που κραυγάζει ο (πέρα-από-περιγραφή) Μάθιου Μακόναχι: «LET’S FUCK!»

wolfofwallst6

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s