Drifting & Floating

gravity-

all-is-lost-redford

Η Sandra Bullock είναι η μηχανικός σε μια αποστολή ρουτίνας σε κάποιον διαστημικό σταθμό στο Gravity.

Ο Robert Redford είναι ο άνθρωπος που βγήκε ανοιχτά στη θάλασσα με το ιστιοπλοϊκό του σκάφος στο All Is Lost.

Οι δυο ήρωες από μια στιγμιαία στραβοτιμονιά της τύχης θα βρεθούν ακούσια αντιμέτωποι με τη νομοτέλεια της στρατόσφαιρας και του ωκεανού. Η πρώτη θα βρεθεί να αιωρείται στο κενό διάστημα και ο δεύτερος θα καταλήξει να επιπλέει στα ανοιχτά της άγριας θάλασσας, αλλά κανείς από τους δυο δεν θα παραδοθεί αμαχητί. Οι πορείες τους μοιάζουν με δυο παράλληλα μοναχικά αλυχτίσματα απελπισίας μέσα στα αχανή τοπία θανάτου που τους περιβάλλουν. Οι δυο παράδοξα αλληλοσυμπληρούμενες ταινίες προκαλούν ασφυξία χωρίς να έχουν πνιγηρή ατμόσφαιρα, εκφράζουν στοιχειώδη αισθήματα και εμπνέουν το έξω-κινηματογραφικό ενδιαφέρον μας για δυο αβοήθητους ανθρώπους σε κίνδυνο. Όταν το κουράγιο και τα αποθέματά τους εξατμίζονται, η πίστη είναι το μόνο καύσιμο και εφόδιο για τη διαδρομή. Μια προσεκτικότερη αυτοψία των δυο χαρακτήρων, μια σύγκριση των μηχανισμών αφήγησης και μια αντιπαραβολή των δυο εξ αγχιστείας συγγενών ταινιών (τα συνδέει ο άξονας της χαρτογράφησης ενός «εγχειριδίου επιβίωσης») είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κινηματογραφικά ζητήματα φέτος.

Ο Alfonso Cuaron επένδυσε κόπο και πάθος σε ένα χρονοβόρο post production για να φιλοτεχνήσει κάθε καρέ αυτού του πολυσχιδούς θρίλερ, εφευρίσκοντας νέες τεχνικές κινηματογραφισης γι’ αυτό το άκρως εμπνευσμένο rollercoaster γάργαρου επιστημονικού σασπένς (με αρωγό τεχνολογίας τον Jame Cameron). Για να παράξει αυτό το -άνευ προηγουμένου- θέαμα, χρησιμοποίησε γνήσια καρυκεύματα ανεβάζοντας έτσι τον πήχη ανησυχίας σε όσα συλλογικά συνηθίζουμε να διαισθανόμαστε απειλητικά στην οθόνη: το ασφυκτικό σασπένς, τα μουσικά σκαριφήματα που προκαλούν σφίξιμο στομαχιού, τους απροσδιόριστους βρυχηθμούς στο βαθύ διάστημα, το καθηλωτικό timing, τους παλλόμενους δείκτες στα πολλαπλά κοντέρ απειλής και αυτά τα δραματουργικά μονοπλάνα μακράς διαρκείας που κατέχει πλέον σαν σήμα κατατεθέν. Όμως η παράμετρος για την οποία είναι άξιος παρασημοφόρησης είναι τα αραχνοΰφαντα ψηφιακά εφέ, που κάνουν την παραδοσιακή έννοια του sci-fi να ακούγεται παιδαριώδης. Στα παραλυτικά πλάνα -που βγάζουν μάτι- υποθάλπεται μια ανείπωτη απειλή που σπρώχνει την ηρωίδα όλο και πιο βαθειά στην εναέρια “κινούμενη άμμο” της αβύσσου. Ο ωρολογιακός μηχανισμός που πυροδοτούν τα θραύσματα ενός ρωσικού δορυφόρου βάζει σε λειτουργία τη ρευστότητα της απειλής στα βουβά βάθη του σύμπαντος, μακριά από την ατμόσφαιρα, μεταμορφώνοντας τη συνείδηση της ηρωίδας. Ο Cuaron δεν θέλει να ανατρέψει τις συμβάσεις ώστε να επιδοθεί σε αχρείαστους μοντερνισμούς ούτε θέλει να προκαλέσει κατακλυσμό μελοδραματισμού. Το Gravity θα παραμείνει για χρόνια ως κολοφώνας του καλλιτεχνικού crossover μεταξύ art movie και blockbuster και στέλνει τον σκηνοθέτη μετά βαΐων και κλάδων στην ελίτ των καταξιωμένων δημιουργών.

gravity-2-970x0

Ο J.C. Chantor αφηγείται μελετημένα και υπνωτικά την αμετάκλητα καθοδική πορεία διάρκειας οκτώ ημερών, ενός ανθρώπου που το ιστιοπλοϊκό του χτύπησε τυχαία σε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό κοντέινερ στο πουθενά. Από τον αρχικό γδούπο του σκάφους -εναρκτήριο λάκτισμα για το χτίσιμο μιας σπουδαίου έργου- η αφήγηση παίρνει μπρος και τερματίζει ακριβώς τη στιγμή που όλα έχουν χαθεί. Ο σκηνοθέτης δίνει πιστότητα και βάθος στον μοναχικό και αμίλητο χαρακτήρα του, χωρίς εξάρσεις, χωρίς μουσική υπόκρουση, χωρίς ευκολοχώνευτες συγκινήσεις και χωρίς να έχει την ανάγκη συμβολισμών για κάτι πιο σοφιστικέ, πετυχαίνοντας έτσι μια από τις πιο σκεπτόμενες ταινίες της τρέχουσας δεκαετίας. Πετυχαίνει να σκηνοθετήσει τον ωκεανό σαν περικυκλωτική παρουσία και να και να καταγράψει τα στοιχεία του καιρού σαν αδιόρατη γκιλοτίνα κάτω από την οποία στέκεται έναν αβοήθητος άνδρας που κρατάει την ψυχραιμία του και σκέφτεται πρακτικά τι μπορεί να κάνει και πως μπορεί να ανταπεξέλθει στα πετρώδη εμπόδια, που μοιάζουν γεννημένα από την πιο σκληρή νομοθεσία του Μέρφι. Η πρώτη ύλη του σκηνοθέτη είναι το πέτρινο, μελιχρό βλέμμα του αγέραστου Redford που αποκρυσταλλώνει το πολυδύναμο ανθρώπινο πνεύμα, την κενότητα της γνώσης απέναντι στην προδιαγεγραμμένη, άνιση μάχη με την μετρολογική απειλή. Προσέξτε τα μάτια του τις στιγμές που προσπαθεί να συρράψει στο μυαλό του αποθέματα και λογική. Είναι αδιανόητος ο τρόπος που ο νέος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τη θέρμη της φλόγας που εκπέμπει η παρουσία του μεγάλου ηθοποιού και το πως την εμπλουτίζει με γονιμοποιό δράση και μάχιμο νατουραλισμό. Στη δεύτερη μόλις ταινία του (παντελώς διαφορετική από το λογοκρατούμενο ντεμπούτο) κατάφερε να μπολιάσει με σπάνια τρυφερότητα και να χτίσει με τρόπο μη περιγράψιμο την έκκριση πανικού σε σκηνές σιωπής και ανασύνταξης.

all-is-lost01

Οι δυο ταινίες επιχειρούν μια αγέρωχη ενατένιση στους ήρωες που ξέμειναν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, μαχόμενοι το κενό αέρος και το υγρό στοιχείο. Καμιά εξωγήινη απειλή και κανένα θαλάσσιο σαρκοφάγο κτήνος δεν μπορούν να συγκριθούν με την απελπισία του ατόμου απέναντι στην χαώδη απεραντοσύνη. Πρόκειται για είδος ψυχολογικής αγωνίας που δεν επιτάσσει τα αντανακλαστικά του θεατή. Ο ψηφιακός hi-tech και βαριά εξοπλισμένος διάκοσμος του Gravity διαφέρει υφολογικά από το χειροποίητο περιβάλλον του All Is Lost, όσο το μέταλλο με το ξύλο. Το Gravity είναι πιο ριζοσπαστικό σε προθέσεις, το All Is Lost πιο τελεσίδικο σε φιλοσοφία.

Η μηχανικός του Gravity είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να κρατηθεί υπό έλεγχο σκεπτόμενη δυνατά, βαριανασαίνοντας μέσα στη στολή της και καταφεύγοντας σε φαντασιώσεις ώστε να μάθουμε για το παρελθόν της και τους λόγους που θα την συμπαθήσουμε. Ο θαλασσόλυκος του All Is Lost ξεστομίζει όλο κι όλο ένα απλπισμένο «fuck» που έρχεται σε αντίστιξη με τη σιωπή και εκεί τελειώνουν όλες οι πληροφορίες για τη ζωή και το ποιόν του. Δεν τον είδαμε ποτέ να χαιρετάει τη γυναίκα του, δεν είδαμε flash back, δεν ξέρουμε το όνομά του και το λόγο που βρέθηκε εκεί (τι σκηνοθετική τόλμη!) αλλά το υπαρξιακό διαμέτρημα της ιστορίας αψηφά τις ευκολοχώνευτες πληροφορίες.

Τα σχοινιά στο Gravity συνδέουν με το “mothership” παίρνοντας τη μορφή ενός ομφάλιου λώρου που θα οδηγήσει την ηρωίδα σε εμβρυακή στάση, να αιωρείται στη μήτρα του διαστημικού σταθμού. Ο ανέλπιστος προορισμός είναι ένας νέος κήπος της Εδέμ για τα πρώτα βήματα ενός βρέφους. Η λωρίδα θαλάσσιου διάπλου των εμπορικών πλοίων είναι το σωτήριο σημείο στο All Is Lost, λίγο πριν χαθεί η πίστη και η θνητή μνήμη σε ένα τελετουργικό πάντρεμα φωτιάς και νερού και πριν υποκλιθούμε στην «αγιογραφία» της τελευταίας εικόνας.

Το Gravity ζυγίζεται στις υποδειγματικά εκτελεσμένες τεχνικές του σασπένς ενώ το All Is Lost χάνεται στα μεγέθη πλήρους εσωτερικότητας. Το ζήτημα δεν είναι που αισθητικά κλίνει κανείς περισσότερο (προσωπικά στο All Is Lost) αλλά ότι αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος καθότι μόνο όσοι αγαπούν και τα δυο είδη αγαπούν πραγματικά το σινεμά. Πρόκειται για δυο ταινίες χωρίς πλατειασμούς από τις οποίες δεν περισσεύει ούτε πλάνο, δύο ιστορίες αόρατης απειλής (από μέσα προς τα έξω) με περίβλημα «περιπέτειας επιβίωσης» και με πειστήρια γνησιότητας τυπωμένα πάνω τους, ως επιτεύγματα αλάθητου σκηνοθετικού ενστίκτου.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s