Overgrown Experience

jt-20-20-experience-deluxe

James-Blake-Overgrown-608x607

Οι καλοί δίσκοι το πρώτο τετράμηνο του 2013 ήταν ελάχιστοι. Αντίθετα οι απογοητεύσεις ήταν πολλές (Depeche Mode, David Bowie, The Knife). Δυο από τα καλά album του τετραμήνου, έχουν έναν παράξενο τρόπο να αλληλοσυμπληρώνονται. Αν και το mainstream φορτίο του 3ου album του 32χρονου Justin Timberlake δεν συναντά σε κανένα πεδίο το 2ο album του 25χρονου James Blake, με έναν τρόπο δίνουν από κοινού το στίγμα τους στην άτυπη διαλεκτική της “pop του μέλλοντος”.

Από τη στιγμή που το FutureSex/LoveSounds (2006) χωρίς αμφιβολία θεωρείτε για την περασμένη δεκαετία, ότι το Thriller για τα 80’s, είναι δύσκολο στοίχημα το follow-up και ακόμα πιο δύσκολα κερδίζεται με τη διεύρυνση της ηχητικής παλέτας. Ο Timberlake προέρχεται από μια επταετία αποχής από τη μουσική βιομηχανία (συνέχισε στο σινεμά όπου έπαιξε σε 10 κινηματογραφικές ταινίες) και το τρίτο album του ξεχειλίζει από φιλοδοξία, καθώς κυοφορεί μια παράδοση δεκαετιών στην pop, το hip hop και το r’n’b. Ο Timbaland στην παραγωγή  διαστέλλει τους χρόνους με ενσωματωμένα πλερούδια, πολλαπλασιάζει τα ντεκόρ, τα υπερφορτώνει με πυκνές ιδέες, αλλά απλουστεύει τα νοήματα. Κατασκευάζει έναν καλειδοσκοπικό φακό που χαζεύεις έναν κατακλυσμό από breakbeat και εμβόλιμα ψυχεδελικά «μανιτάρια» μοντέρνας blue-eyed pop. Ο Timberlake χρησιμοποιεί το χτισμένο τερέν της electro-funk παραγωγής, για να μετατοπίσει στο σώμα του ακροατή τους κραδασμούς, σαν να κάνει επίδειξη δύναμης. Σαν πλανόδιος ακροβάτης που πετάει στον αέρα και ξαναπιάνει τις κατακτημένες σκυτάλες του Prince και των Chic. Σαν φουτουριστικός crooner για μια meta-disco εποχή, με τα μελισματικά φαλσέτο, τα φωνητικά τικ και τη μαγνητική παρουσία. Ο Justin διαθέτει τη φυσική κομψότητα να επιβληθεί του overproduced παροξυσμού και έχει την ανεπιτήδευτη άνεση που έχουν οι ελάχιστοι performers,να μπορεί να γεφυρώσει την disco και την neo soul, διατηρώντας υγιή σχέση με το κοινό. Οι καλύτερες στιγμές είναι το “Don’t Hold the Wall” ένα ψυχεδελικό sci-fi διαμαντάκι με tribal κρουστά, neon φλάουτα και παρανοϊκά samples, καθώς και το “Let the Groove Get In” που μοιάζει να ξεπήδησε από το Off The Wall και το πολύπλοκο σύμπαν ενός Quincy-Jones-από-τον-Άρη. Το “20-20 Experience” ακούγεται σαν να κατασκευάστηκε από διαγαλαξιακούς Isley Brothers σε μεταφυσική κόντρα με κλώνους των Earth Wind & Fire σε electro hangover. Ένα εξοντωτικό χαρμάνι 70 λεπτών, άκρως απολαυστικό, τουλάχιστον όσο δεν πνίγεται στην πληθωρικότητά του.

Το είχε κάνει το «μαγικό» του ο James Blake με τον εσωστρεφή πειραματισμό του εξαιρετικού πρώτου album. Στο δεύτερό του, το απογειώνει σαν εναλλακτικός ταχυδακτυλουργός της τέχνη του, που στριμώχνεται στα πεινασμένα χνότα της μουσικής ταχυφαγίας στην οποία ανέρχεται. Δεν είναι πια το νεόφερτο ταλέντο που -τεχνηέντως ερασιτεχνικά- σπάει τον πάγο και τα φράγματα που τον χωρίζουν με τις ακανθώδεις ιδέες του, αλλά ένας «ώριμος» δημιουργός που χαμηλόφωνα θέλει να φτιάξει έναν οικουμενικό, βαθύ σπαραγμό, με υλικά τις πιο παράξενες ηλεκτρονικές αποχρώσεις που μπορεί να φανταστεί. Ο James Blake μοιάζει να δημιουργεί τη μουσική του από ένα -άλλοτε μυστικό- τέμπλο έμπνευσης, καπηλεμένο πλέον από τις αναγκαστικές ανάγκες ψυχαγωγίας του ακροατή. Λες και ο ίδιος μάχεται την «κωδικοποιήσιμη» πλευρά του με τον φετιχισμό με το auto tune, και την παγανιστική σχεδόν λατρεία με την ομίχλη από θόρυβο, μη και δεν μοιάζει απροσάρμοστος και τιμωρηθεί με καμιά καρμική ποινή. Το αποτέλεσμα ακούγεται μελαγχολικό από την παντελή απουσία κάθε ίχνους groove, αλλά και τόσο εφευρετικό μέσα από τα κατάλοιπα του ήπιου θορύβου. Όμως το ερώτημα είναι το περιθώριο συμμετοχής του ακροατή σε αυτή την προσωπική μονομαχία, γιατί περί μάχης πρόκειται. Σαν ο ίδιος να είναι πιο αποδοτικός στο ζόρι ενός τοκετού έμπνευσης, μέσα στη θαλπωρή της εξοπλισμένης κονσόλας του, η οποία αποτελεί και στέγαστρο ασφαλείας. Με ένα κοντράστ trip hop και dub επιρροών και μια πρέζα Brian Eno, ο ευφυής δημιουργός ανακατεύει το μείγμα του, φτιάχνοντας ένα ευρηματικό σπιράλ φωνών και αλγόριθμων, σαν να θέλει να τα χωρέσει όλα σε μια anti-pop κιβωτό που θα επιβιώσει του ίδιου και του ασήμαντου παρόντος που το φιλοξενεί. Ξεχωρίζει (δύσκολα) το ομώνυμο, σπαρακτικό Overgrown, κυρίως επειδή φανερώνει το ρυθμό ενός ιδιαίτερου εσωτερικού beat, αυτό μιας μεγάλης καρδιάς που χτυπάει.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s