Side By Sound

-Jackie Treehorn (porn producer) :  Interactive erotic software, the wave of the future, one hundred percent electronic!

– The Dude : Well, I still jerk off manually.

 The Big Lebowski (1998)

images

Side-By-Side-Poster-600x450

Ο παραπάνω αφορισμός του Dude μπορεί να αποτελέσει και αφετηρία διαλόγου πάνω στην εξέλιξη της τεχνολογίας στη μουσική και τον κινηματογράφο. Το ίδιο και δυο πρόσφατα ντοκιμαντέρ που ανέλαβαν δυο σιωπηλοί δευτεραγωνιστές της τέχνης τους, που συγκυριακά μοιράζονται τον ίδιο προβληματισμό.

Ο Dave Grohl και o Keanu Reeves ανήκουν στην ίδια γενιά καλλιτεχνών (44 ετών ο πρώτος, 48 ο δεύτερος) που είναι αρκετά μεγάλοι ώστε πρόλαβαν να ζήσουν την αναλογική εποχή της 4κάναλης κονσόλας στο στούντιο και της μπομπίνας του φιλμ των 35mm, αλλά και αρκετά νέοι ώστε να είναι εγκλιματισμένοι στην εποχή των ψηφιακών ηχογραφήσεων και της κάμερας υψηλής ευκρίνειας. Εκπρόσωποι μιας γενιάς καλλιτεχνών, με τις καταβολές τους να ανήκουν στο χθες και το κοινό τους στο σήμερα.

Ο Dave Grohl στο Sound City συστήνει από την αρχή τη ανάγκη της  συλλογικής διαδικασίας στην ηχογράφηση και την ανθρώπινη αξία στην παραγωγή της μουσικής. Ο Keanu Reeves στο Side By Side δίνει το λόγο σε σκηνοθέτες για να πάρουν θέση πάνω στο debate της ψηφιακής εποχής της εικόνας και τον προδιαγεγραμμένο θάνατο του φιλμ.

O Grohl τοποθετεί σαν κέντρο βάρους του προβληματισμού του το Sound City, το ιστορικό στούντιο στο San Fernando Valley. Στο εσωτερικό αυτού του μικρού (και ολίγον άθλιου) studio, γεννήθηκαν μερικά από τα σπουδαιότερα album της ιστορίας του ροκ από τη δεκαετία του 70. Οι αφηγήσεις των μουσικών που μόχθησαν, συγκρούστηκαν και άφησαν τα κόκαλά τους ηχογραφώντας ξανά και ξανά  -για να πετύχει η μονοκοπανιά ηχογράφηση- φανερώνουν τους λόγους που εκτός από τα μουσικά όργανα, είναι και η ακατέργαστη αμεσότητα, ο παράγοντας του ανθρώπινου λάθους, το interaction μεταξύ των μουσικών, το ζορισμένο effort και η προσωπική αυτοδιάθεση που φιλτράρονται μέσα από την υπέρογκη κονσόλα του στούντιο. Κυρίως όμως, η προσωπικότητα του παραγωγού πίσω από το τζάμι. Στο καταγώγιο του Sound City, ο Neil Young ηχογράφησε το After The Gold Rush, ο Tom Petty βρήκε τη μουσική του ταυτότητα με το Damn The Torpedoes και στα δωμάτια του στούντιο οι Fleetwood Mac απέκτησαν δεσμούς οικογένειας. Ο Grohl όμως δεν μένει στις ιστορίες της ροκ μυθολογίας και εξερευνά την κομβικής σημασίας χρησιμότητα του στούντιο παραγωγής και του ανθρώπινου δυναμικού που στείχειωσαν τα τραγούδια. Αίτημα διαχρονικό και επίκαιρο σε μια εποχή που βγαίνουν 300 album το μήνα με έναν άνθρωπο και μια κιθάρα σε ηχογραφήσεις δωματίου ή άψυχες παραγωγές από τεχνοφρικιά που ξεσαλώνουν σε κατεβασμένα pro tool προγράμματα.

Screen-shot-2013-01-21-at-11.25.18-AM-600x392Το ντοκιμαντέρ καταγράφει την σταδιακή διάλυση του ανεξάρτητου studio με την έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η ψηφιοποίηση των μουσικών οργάνων και η συμπίεση της μουσικής σε compact disc έφερε το τέλος των μεγάλων παραγωγών και κατ΄επέκταση την κατάρρευση της δισκογραφίας στα επόμενα χρόνια. Η μαθηματική ακρίβεια του αλγόριθμου στην αναπαραγωγή δεν εξασφαλίζει διάρκεια ζωής στην ευκρίνεια του ήχου. Οι high teck ευκολίες του software των drum machine και των ηχητικών εφέ του σινθεσάιζερ συρρίκνωσαν τον ήχο και την απόλαυση της ακρόασης. Η αμαρτωλή για το ροκ δεκαετία του 80 βρήκε το ροκ κομμωτηρίου και τους παραγωγούςμε τα gadgets να θριαμβεύουν και τύπους σαν τον David Coverdale και να χορεύουν σαν σαλτιμπάγκοι πάνω στο πτώμα της μουσικής που ονομάζονταν rock.

Στα 90’s οι Nirvana ήταν αυτοί που ξαναμπήκαν στο παρηκμασμένο Sound City και ηχογράφησαν σε δυο βδομάδες το Nevermind, το album που άλλαξε άρδην το πρόσωπο του ροκ. Σύμφωνα με τον Grohl, αν δεν είχαν βρει καταφύγιο στο Sound City και είχαν πέσει στα χέρια corporate παραγωγού, οι Nirvana θα ακούγονταν σαν τους Def Leppard. Το Nevermind ακολούθησε μεταξύ άλλων το ντεμπούτο των Rage Against The Machine και ο Johnny Cash βρήκε σανατόριο με τις «Αμερικάνικες ηχογραφήσεις» του με τον Rick Rubin. Στο τελευταίο μέρος της ταινιας, οι μουσικοί που ηχογράφησαν εκεί όπως ο John Fogerty, ο Tom Petty, η Stevie Nicks και η αυτού μεγαλειότης Paul McCartney μαζεύονται για να ηχογραφήσουν ξανά στην ανανεωμένη κονσόλα και θυμούνται την αξία της παραγωγή σαν μέρος της καλλιτέχνης διαδικασίας. Έχει μοναδικό ενδιαφέρον να βλέπεις τον Josh Homme και τον Trent Reznor να τζαμάρουν παρέα, αλλά θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον η εκτενέστερη τοποθέτηση ανθρώπων που δάμασαν την τεχνολογία χωρίς να υποκύψουν στις επιταγές της όπως ο Trent Reznor ή καλλιτεχνών που βίωσαν την αναλογική αγνότητα του ροκ όπως ο Neil Young. Αυτή είναι η ομορφιά και το (ας πούμε) μειονέκτημα του φιλμ. Δεν στέκεται στις ιδέες και στην ανάλυση αλλά είναι ένα προσωπικό love letter του Dave Grohl για την κονσόλα στην οποία πήρε το βάπτισμα πυρός πριν 22 χρόνια και τώρα της αποτίει όρο τιμής με την αναβίωσή της και την ηχογράφηση του πολυσυλλεκτικού album Real To Reel με τις συνεργασίες των παραπάνω μουσικών. Μετά το τέλος της ταινίας γεννιούνται σκέψεις, όπως πόσο φτηνά και καταστροφικά χρησιμοποίησε την τεχνολογία ο Phil Collins ενώ πόσο γόνιμα και ευεργετικά ο Peter Gabriel, αναρωτιέμαι για τη θέση του “Πάπα” Brian Eno ή για το input του Jack White σε όλα αυτά.

tumblr_m8vcfbI8wH1qmq06n

Στο πρόσφατο round table σκηνοθετών του Holywood Reporter, ο Κουέντιν Ταραντίνο είπε πως σκοπεύει να εγκαταλείψει σύντομα τη σκηνοθεσία. Εξηγώντας, είπε: ”i cant’t stand all this digital shit, I didn’t sign up for this”. Στη συνέχεια χαρακτήρισε την ψηφιακή προβολή στις αίθουσες ως: television in public”. Τα δυο σκέλη της δήλωσης του ιδιοφυούς σκηνοθέτη έχουν τρομερό ενδιαφέρον για οποιονδήποτε μεγάλωσε σε κινηματογραφικές αίθουσες και αγάπησε το «σινεμά» περισσότερο από την «ταινιοκατανάλωση». Τα pixel της ψηφιακής εικόνας είναι πολύ μικρά για να χωρέσουν την σινεφιλία του Κουέντιν και όλοι θα ήμασταν μαζί του αν εκείνη τη στιγμή ακριβώς δίπλα του δεν καθόταν ο επίσης ιδιοφυής Ανγκ Λι, που μόλις υπέγραψε την ταινία-επίτευγμα από τεχνολογικής άποψης «Life Of Pi». Το debate δεν είναι τόσο απλό.

Το συλλογικό σινεμασκόπ όνειρο, για έναν αιώνα καταγράφονταν, επεξεργάζονταν, προβάλλονταν και αποθηκεύονταν αποκλειστικά με τη μέθοδο του φωτοχημικού φιλμ. Τα τελευταία χρόνια η ψηφιακή τεχνολογία σκότωσε το σελιλόιντ. Τα 24 καρέ δεν αποθηκεύονται σε ράφια με μπομπίνες αλλά σε άπειρα terabyte. Βρισκόμαστε ακριβώς πάνω στην ολοκληρωτική μετάβαση και ο διάλογος έχει παρεμβατική σημασία. Το ζήτημα είναι ποιος θα ακολουθήσει τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ποιος θα αντιταχθεί και αν η εξάλειψη του φιλμ όπως το ξέραμε είναι καταστροφική ή απελευθερωτική. Από την χρονοβόρα επεξεργασία στα αρνητικά του φιλμ στα ccd τσιπάκια του ψηφιακού βίντεο και από τον χασάπη προβολατζή στην αψεγάδιαστη ψηφιακή προβολή και από εκεί στην εμπειρία του IMAX, οι απόψεις είναι καταιγιστικές.

Όπως στην περίπτωση του Sound City έγινε λόγος για παραγωγούς σαν οργανικό κομμάτι της καλλιτεχνικής διαδικασίας, στο Side By Side γίνεται λόγος για τους διευθυντές φωτογραφίας που τιθασεύουν το φως και σφραγίζουν το αισθητικό όραμα του δημιουργού. Οι έμπειροι cinematographers καλούνται να αφομοιώσουν τα νέα τεχνολογικά συστήματα. Το συνεργείο δεν περιμένει να δει τα dailies την επόμενη μέρα, μετά την επεξεργασία τους. Χάρη στην ψηφιακή κάμερα, τα πλάνα είναι επί τόπου στη διάθεση του σκηνοθέτη. Το ένα άκρο της αντιπαράθεσης είναι ο Τζόρτζ Λούκας που θεωρεί ότι ο φωτογράφος θα τον προδώσει και θέλει το κακό του. Το άλλο άκρο είναι ο Κρίστοφερ Νόλαν που θεωρεί ανοησία να κρίνεις την εικόνα από μόνιτορ. Ανάμεσά τους, ο λόγος δίνεται σε ειδικούς και τα συμπεράσματα συγκρούονται. Αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον εδώ, το σκεπτικό και τα κίνητρα των σκηνοθετών. Για παράδειγμα οι ψηφιακές κάμερες χειρός που παρήγαγαν ακατέργαστη εικόνα στο Δόγμα 95’ ήταν ένα statement που ο Λαρς Φον Τρίερ μας εξηγεί το πως διεκδίκησε καλλιτεχνική ακεραιότητα και ελευθεριότητα έκφρασης σε χαμηλό προϋπολογισμό. Η κάμερα χειρός πετυχαίνει γωνίες λήψης «σπιρτόκουτου» που ο βαρύς εξοπλισμός του steadycam αδυνατεί να πιάσει. Μια χειροποίητη μέθοδος κινηματογράφηση που ξεκίνησε από το Celebration του Βίντεμπεργκ, διοχετεύτηκε στο ανεξάρτητο σινεμά και η σκυτάλη έφτασε στο όσκαρ του Slumdog Millionare. Την καλλιτεχνική συνέχεια αυτής της απελευθέρωσης υιοθέτησε μέχρι και ο Ντέιβιντ Λιντς, ο άνθρωπος που ανύψωσε αισθητικά την τέχνη του φακού όσο ελάχιστοι και που δηλώνει στην κάμερα ότι τελείωσε οριστικά με το φιλμ γιατί τον κρατούσε πίσω, ενώ με την ψηφιακή έχει αμεσότητα και περισσότερο χρόνο για δουλειά με τους ηθοποιούς. Η αλλαγή μπομπίνας ανά δέκα λεπτά ακούγεται πια πρωτόγονη και περιοριστική. Η ψηφιακή κάμερα γράφει απεριόριστα. Το βάρος εδώ πέφτει στους μοντέρ, που έχουν ατελείωτες ώρες καταγεγραμμένες για να κόψουν, σε σχέση με τον λίγο υπερπολύτιμο χρόνο του φιλμ. Για άλλους όσο το «ακριβό» φιλμ καταγράφει, τα χρήματα τρέχουν, και η λέξη ”action” αποκτά βαρύτητα και μόνο ο επαγγελματισμός επιβιώνει. Το DV δίνει ταχύτητα, είναι απεριόριστο αλλά έχει πάνω του την ρετσινιά της λέξης «video». To φιλμ είναι ακριβό και δυσκίνητο, αλλά δίνει χρόνο να σκεφτείς και απαιτεί μια πειθαρχεία στις λεπτομέρειες που θα φανεί στη μεγάλη οθόνη.

keanu-reeves-side-by-side

Ο άτυπος διαξιφισμός των δυο εμπορικότερων σκηνοθετών σήμερα, του Κρίστοφερ Νόλαν και του Τζείμς Κάμερον έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι δυο τους έχουν μερικές από τις εμπορικότερες ταινίες όλων των εποχών, δουλεύουν και οι δυο σε επική κλίμακα παραγωγής και έχουν το ίδιο target group. Ο Νόλαν επιμένει να γυρίζει σε παραδοσιακό φιλμ και να αποφεύγει τις πιέσεις του studio για μπει στο χορό της τρισδιάστατης βιομηχανίας (αρνήθηκε μετά βδελυγμίας να γυρίσει to Inception σε 3D). O Κάμερον βλέπει άπειρες πιθανότητες στην ψηφιακή τεχνολογία (ήταν πάντα πρωτοπόρος στην τεχνολογική ανάπτυξη των εφέ και το άνοιγμα του κάδρου) και βλέπει στην τεχνολογία τρόπους που μπορεί να αποτυπώσει στην οθόνη τους καρπούς της πιο ακινηματογράφητης φαντασίας. Όμως, αν και ο Κάμερον υπερασπίζεται τον Λούκας, είναι πάντα ένας ανήσυχος δημιουργός που θέλει να τα βάλει με θεούς και δαίμονες και είναι σε διαρκή πάλη το πώς θα «φτάσει» σε ένα αισθητικό αποτέλεσμα. Παράλληλα με την ανάπτυξη της ψηφιακής εικόνας αναπτύσσονταν και τα ειδικά εφέ. Όμως τα εφέ που έχουμε δει σε ταινίες όπως το Terminator 2 ή το Jurassic Park ήταν ακόμα σε φιλμ. Η τελειοποίηση του CGI θα συμβεί στα ψηφιακά πλάνα του Avatar και την τρισδιάστατη εικόνα που απογείωσε το marketing.

Ο Lukas αφού κατέστρεψε όσο μπορούσε το mainstream σινεμά στα νιάτα του και αφού φλόμωσε για σαράντα χρόνια την αγορά με παιχνίδια και gadget, βετεράνος σε αγοραπωλησίες λογισμικού και όχι σε σκηνοθετική προσφορά και φρέσκος από την πώληση της εταιρείας του στην Ντίσνεϊ (αγορά που κόστισε 4 δισεκατομμύρια δολάρια!) απαξιώνει το φιλμ σαν «μπαγιάτικο». Αποφάσισε έτσι να επενδύσει χρήματα στην δημιουργία HD καμερών σε ευκρίνεια 2Κ. Όμως αν το Attack Of The Clones είναι το κακό πρόσωπο του DV, το καλό υπάρχει σε παρδείγματα όπως το Colleteral, στο οποίο ο Μάικλ Μαν αποτύπωσε ψηφιακά την αίσθηση της νύχτας. Όμως αν το Attack Of The Clones ήταν άψυχο προϊόν ενός γκατζετολάγνου επιχειρηματία και στο Colleteral η αίσθηση “video” φωνάζει πιο δυνατά από την αφήγηση, όταν ο Φιντσερ γύρισε το Zodiac εξολοκλήρου με ψηφιακή κάμερα, το αποτέλεσμα ήταν αριστουργηματικό και τα στόματα έκλεισαν. Η ματιά του καλλιτέχνη θα έχει πάντα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Η λέξη «video» δεν είναι βρώμικη στα σωστά χέρια. Για παράδειγμα ο “σοφότερος των σοφών” Μάρτιν Σκορσέζε, που αφιέρωσε τα τελευταία 20 χρόνια μεγάλο μέρος της ζωής του στην συντήρηση και την αναπαλαίωση κλασικών ταινιών που έχουν φθαρεί, ένας λάτρης της παράδοσης και ζωντανή εγκυκλοπαίδεια της κινηματογραφικής ιστορίας, βρίσκει το digital συναρπαστικό γιατί η γλώσσα του σινεμά ξαναγράφεται από την αρχή και οι πιθανότητες είναι άπειρες. Χωρίς το 3D δεν θα υπήρχε το Hugo που ειρωνικά είναι ο πιο αγνός φόρος τιμής στην ιστορία του σινεμά, αλλά θα γλυτώναμε από την ανήθικη συνήθεια του Χόλυγουντ να κάνει τρισδιάστατο transfer σε προϊόντα τύπου Clash of Titans εκτοξεύοντας το εισιτήριο και τα κέρδη. Χωρίς το DV δεν θα γυρίζονταν παραγωγές του Χόλυγουντ σαν το Sin City, ούτε ανεξάρτητα πειράματα σαν το Scanner Darkly, αλλά ούτε και ανοησίες τύπου Speed Racer. Οι σκηνοθέτες των τριών αυτών περιπτώσεων αναλύουν τις απόψεις τους. Αλλά λείπουν άλλες που θα είχαν ειδικό βάρος όπως του Σπίλμπεργκ που γύρισε το παλιομοδίτικο War Ηorse σε φιλμ και το τρισδιάστατο -all digital- Tintin την ίδια χρονιά, ή του Κόπολα που πήγε ένα βήμα πάνω την έννοια “σκηνοθεσία” με το Αποκάλυψη Τώρα! και πλέον γυρίζει αυτοχρηματοδοτούμενα πειραματικά φιλμ σε ψηφιακές κάμερες. Βγάζεις όμως πολλά συμπεράσματα για πολλούς από τους ομιλούντες όπως τον ψύχραιμο και πάντα μοντέρνο Στήβεν Σόντερμπεργκ, τον “γκουρού” Λίντς, τη Λάνα Γουατσόφσκι με τις απροβλημάτιστες και βαριεστημένες απόψεις της, τον πονηρό Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, τον Σκορσέζε που ενθουσιάζεται για το αύριο αλλά αγαπάει την ιστορία, τον Λούκας που σιχαίνεται την ιστορία και οτιδήποτε ανθρώπινο και τον Φίντσερ που αποδεικνύει με πέντε ατάκες το τρομακτικά ιδιοφυές μυαλό του.

Συμπωματικά αυτό τον καιρό βλέπω το House Of Cards, την υπέροχη σειρά του Netflix στην οποία ο Φίντσερ υπέγραψε τα δυο πρώτα επεισόδια. Πρόκειται για το άκρως προοδευτικό μοντέλο ιντερνετικής τηλεόρασης με άμεσο streaming για 33 εκατομμύρια συνδρομητές που με μια επαναστατική κίνηση ανέλαβε αυτή την παραγωγή 100 εκατομμυρίων δολαρίων (!).

Δεν βάζεις φρένο στην τεχνολογία και στην εξέλιξη. Όμως μια ψηφιακή κάμερα τσέπης δεν σε κάνει σκηνοθέτη, όπως το auto tune δεν σε κάνει τραγουδιστή και όπως τα φίλτρα του instagram δεν σε κάνουν φωτογράφο. Απ’ την άλλη δεν με νοιάζει τόσο αν το House Of Cards στιμάρεται online ή αν το The Master γυρίστηκε σε 70mm, εφόσον αμφότερα είναι σπουδαία με τον τρόπο τους. Δεν με νοιάζει αν οι Βeach House ηχογράφησαν στα Abbey Road studios ή στο υπόγειο γκαράζ τους όσο μπορούν και μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά.

Το τέλος του φιλμ έχει έρθει αλλά στη μεγάλη οθόνη θα ονειρευόμαστε και όχι στο λάπτοπ. Πάντα θα ακούμε mp3 αλλά το βινύλιο δεν θα πάψει να επανέρχεται. Αρκεί να δίνουμε σημασία σε τέτοια ντοκιμαντέρ και σε ανάλογα άρθρα που κρατάνε ζωντανό το διάλογο. Για να μη ξεχνάμε να σκεφτόμαστε.

O Dave Grohl, o Joshua Homme και ο Trent Reznor τζαμάρουν ζωντανά σε ένα κομάτι με τίτλο “Mantra”.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema, Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s