The world as a moral gymnasium

Υπάρχουν κάποιες ταινίες τόσο ζορισμένες και ενισχυμένες από συναισθηματικά βαρίδια που κάνουν τους κριτικούς να λατρεύουν να γράφουν ευφυολογήματα όπως «υπέροχη αποτυχία» ή «αριστουργηματικά δυσλειτουργικό» για να τις περιγράψουν. Όπως το “Margaret” που γυρίστηκε το 2005(!) από τον Κένεθ Λόνεργκαν.

Αυτό που θα ήταν το υποσχόμενο follow up του Λόνεργκαν στην εξαιρετική πρώτη ταινία του “You Can Count On Me”, εξελίχθηκε σε μια από τις πιο επίπονες και δυσκοίλιες διαδικασίες ολοκλήρωσης ταινίας που έγιναν ποτέ. Το “Margaret” θα έβγαινε στις αίθουσες το 2007 μετά από μια παρατεταμένη περίοδο μοντάζ και νωχελικού post production. Ο Λόνεργκαν παρουσίασε μια version τρεισήμισι ωρών που τον έριξε σε μια λυσσαλέα μάχη με την Fox, η οποία πίεζε ώστε να μην ξεπερνάει η τελική διάρκεια τις δυόμιση ώρες. Στα επόμενα χρόνια ακολούθησε μια σειρά από μηνύσεις και δικαστικές μάχες για την πατρότητα του μοντάζ. Η ημερομηνίες εξόδου συνεχώς αναβάλλονταν μέχρι που το 2009 η ταινία μπήκε οριστικά στο συρτάρι της Fox με σκοπό να μην κυκλοφορήσει ποτέ. Δυο χρόνια μετά οι δυο πλευρές συμφώνησαν στη διάρκεια των δυόμιση ωρών, ενώ ο Λόνεργκαν δέχτηκε να αποχωρήσει μόνο με την προϋπόθεση ότι την επίβλεψη του final cut θα έχει ο φίλος και μέντοράς του, Μάρτιν Σκορσέζε. Η ταινία στην τελική της μορφή είχε περιορισμένη διανομή στα τέλη του 2011 και φέτος αναζητά μια τελευταία ευκαιρία στις κατ’οίκον προβολές.

Η Μάργκαρετ είναι ένα κορίτσι που βασανίζεται από την αίσθηση του «δικαίου». Είναι μια ανήλικη που βυθίζεται στη μοναξιά από το βάρος της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Οι μεταβλητές δράση-αντίδραση-τιμωρία-επιβράβευση, έχουν στήσει χορό στο μυαλό της και η ίδια φέρεται σπασμωδικά, σαν μια αυτόκλητη πρέσβειρα ενός άγραφου ηθικού κώδικα που θέλει να επαναλανσάρει σε μια ρημαγμένη κοινωνία ενηλίκων. Ένα φριχτό και ακούσιο ατύχημα στο οποίο ήταν μάρτυρας θα πυροδοτήσει μια μάχη με αόρατους δαίμονες, στεκάμενη απέναντι σε δυναμικές που δεν μπορεί να κατανοήσει. Η ιστορία είναι μια άβολη οδύσσεια στον εφηβικού κοριτσίστικο ψυχισμό, σε μια φάση ζωής που τα πάθη είναι ρυθμισμένα στο maximum. Η μετατόπιση ευθύνης εξαπολύεται άτσαλα προς κάθε κοινωνική νόρμα ώστε να αποσβέσει ηθικά τη δική της συμμετοχή στο ατύχημα και το γενικότερο συναισθηματικό της μούδιασμα.

Εκεί που οι ανήλικες ηρωίδες στο σινεμά του Γουές Άντερσον ή της Σοφία Κόπολα είναι εσωστρεφείς και περιχαρακώνουν τον κόσμο τους για να ζουν πιο άνετα στο μυαλό τους, η ηρωίδα του Λόνεργκαν ξεροκεφαλιάζει ενοχλητικά, κραυγάζει τα εσώψυχά της χωρίς να κοιτάει ποτέ το πραγματικό πρόβλημα, άγεται και φέρεται ανάλογα με τον άγουρο και εύπλαστο συναισθηματισμό της, βλέπει εχθρούς εκεί που όλοι πάνε με τα νερά της και τελικά πνίγεται σε έναν ποταμό λαθεμένων εντυπώσεων, καταπιεσμένου ερωτισμού και επικοινωνιακού χάους. Η αναίτια οργή της απέναντι στον φιλόξενο και οργανωμένο ενήλικο κόσμο μεταγγίζεται σε εμπρηστικές εκρήξεις στο μαθητικό debate. Η αποξένωση με την καλλιτεχνική διάσταση και τη συναισθηματική ζωή της μητέρας της και η ανεξερεύνητη απόσταση ανάμεσα στην ίδια και τον πατέρα της είναι μπολιασμένες με κινηματογραφική «σεβεντίλα» και κουβαλάνε κάτι από το πνεύμα του Άλτμαν ως προς την προσέγγιση.

Ο φακός του Λόνεργκαν δεν παίρνει θέση, δεν απαντά πουθενά για λογαριασμό μας, δεν μας δείχνει με το δάχτυλο που πρέπει να κοιτάξουμε και ευτυχώς δεν χρησιμοποιεί σχηματικές λύσεις σαν τους oscar friendly ανεξάρτητους (Πέιν, Ράιτμαν). Τα προβλήματα από τα πολλά «χέρια μοντάζ» που πέρασαν την ταινία είναι φανερά σε κάποια τραχιά περάσματα μεταξύ σκηνών και στις άφθονες  ανεξερεύνητες υποπλοκές όπως η έλξη με τον καθηγητή λογοτεχνίας (Μπρόντερικ), η ζωή του οδηγού (Ράφαλο), το ερωτικό δίλλημά της, η ζύμωση της σχέσης με τη μητέρα της… Όλα αποδυναμώνονται κάτω από την πίεση του χρονομέτρου στη μονταζιέρα.

Χωρίς να έχουμε δει την αυθεντική εκδοχή, λογικά ο Σκορσέζε έσπρωξε το βάρος της αφήγησης στον αντίκτυπο του ατυχήματος χωρίς να θυσιάσει την αμεσότητα και αποδυναμώνοντας τις δευτερεύουσες πλοκές για να μετριάσει τη διαστολή του σεναρίου. Το Margaret καταφέρνει και σε στοιχειώνει με τον ανοικονόμητο χαρακτήρα του, με τον ίδιο παράξενο τρόπο που το έκανε και το “Synecdoche Νew Υork”. Επιπλέον συγκινεί έτσι όπως προσπαθεί να τα πει όλα, αλλά και με τον τρόπο που γλύτωσε στο παρά πέντε από τον κάλαθο των αχρήστων του Χόλυγουντ μετά από μια επταετία. Άντε τώρα να δούμε αν θα δουν το φως της ημέρας το Nailed του David O. Russell και το Black Water Transit του Tony Kaye.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

2 Responses to The world as a moral gymnasium

  1. Anonymous says:

    Όλα καλά κι όλα ωραία κυριέ μου, και γω να μαδήσω τη Μαργαρίτα γιατί μου το προτείνεις.
    Αλλά μη με στεναχωράς και συ έτσι ασυλλόγιστα βάζοντας τον Πέϊν με τον Ράϊτμαν στην ίδια παρένθεση…

  2. Καλό παιδάκι είναι ο Ραίτμαν, και τα 4 ταινιάκια του γλυκύτατα, μην τον αδικείς.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s