3 Old Dogs

Τρεις πατριαρχικές μορφές του rock των τελευταίων 40 ετών βγάζουν δίσκους, με reunion και cover albums.

Ο πρώτος θριαμβεύει με το δικό του αντισυμβατικό τρόπο, ο δεύτερος μας κάνει να πλήττουμε αφόρητα και ο τρίτος φέρνει ξανά ένα χαμόγελο στα χείλη σαν παλιόφιλος.

.

Από την έπαρση της αυτοπαρουσίασης του εναρκτήριου This Is PiL, που απαιτεί την προσοχή σου για όσα θα ακολουθήσουν, μέχρι το αριστουργηματικό δεκάλεπτο φινάλε Out Of The Woods, οι λατρεμένοι Public Image επιστρέφουν μετά από μια εικοσαετία. Οι πρώην punks που βρήκαν καταφύγιο στην έκρηξη της electronica και εκστασιάστηκαν με τα copy paste φωνητικά των Prodigy, αλλά και οι κυνικοί που έπαψαν να ελπίζουν στα εμπρηστικά φάλτσα του John Lydon θα βρεθούν απροετοίμαστοι μπροστά στο εθιστικό groove του One Drope, τη μεταλλική γκοθίλα του Deeper Water και το λικνιστικό dub του Lollipop Opera. Σαν αρχέτυπο και αποκαΐδι μαζί του punk, ο Lydon αφού πέρασε από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη του trash, των reality και των διαφημίσεων, θα μπορούσε να ακούγεται σαν γριά πόρνη φτιασιδωμένη. Αντίθετα εξαπολύει κύματα στιχουργικού νιχιλισμού, και αφήνεται να ξανανιώσει σε ένα αυτοσχεδιαστικό trance σατυρικού μισναθρωπισμού, σαν να σιγοντάρει έναν εξωγήινο χορό που συμβαίνει μπροστά του. Σαν να επιδεικνύει τα παράσημα ενός σεσημασμένου από το διαστρεβλωμένο hype που ο ίδιος γιόρτασε και ξέρασε ταυτόχρονα. Τη στιγμή ακριβώς που νομίζεις ότι τα εκτενή φωνητικά θα σταματήσουν, είναι η στιγμή που ο Lydon αρνείται να βάλει τελεία, προκαλώντας μια παρανοϊκή ασυμμετρία που κάνει αυτά τα punk ράκη και τα new wave ρινίσματα τόσο ανθεκτικά και γοητευτικά. Ο Lydon περνάει υπέροχα πατώντας στο λαιμό αιμόφυρτες Ερινύες και ξεστομίζοντας πληθωρικά τις αλήθειες του (αυτές που παράγει η αλαζονεία του ψυχωτικού) όντας πάντα ο μαγνητικός φωνακλάς με την περίσσια αυτοπεποίθηση. Παρά το πρόβλημα με τις ολίγον ανοικονόμητες ενορχηστρώσεις, το This Is PiL φτιάχτηκε με απόλυτη προσοχή και γεννάει έναν post punk μουσικό καμβά που στέκεται περήφανα δίπλα σε ένα M e t a l  B o x.

 

Αν το ταραγμένο μυαλό του Mike Patton είχε βρει ανεξερεύνητο τερέν στα Ιταλική pop των 60’s που κόσμησε το υπέροχο Mondo Cane, o Iggy Pop δεν χολοσκάει να χτίσει καμία ανησυχητική ένταση στις επιλογές από Γαλλικά standards ή έστω να αφήσει το αποτύπωμά του (δεν αρκεί η μπάσα, μεθυσμένη χροιά του για να σφραγίσει χιλιοτραγουδισμένα κομμάτια) αλλά φέρεται σαν τραγουδιστής προς ενοικίαση για κοσμικές εκδηλώσεις και ακριβούς γάμους. Αν δεν ήταν ένα προσωπικό mixtape σε καμιά Γαλλίδα ερωμένη, δεν εξηγούνται οι ξεκούδουνες επιλογές από Γαλλικές μπαλάντες (La Vie En Rose)και σκόρπιες αγγλόφωνες (Everybody’s Talking). Αν και τραγικά overproduced, οι απελπιστικά flat ενορχηστρώσεις φτιάχνουν στην καλύτερη μερικά τρυφερά νανουρίσματα για να συνοδεύουν ακριβά κρασιά και γεροντοέρωτες σε μπουρζουά μπιστρό, στερούνται δυναμικού πυρήνα και επιπλέον δεν έχουν συνείδηση της άγνοιάς του. Είναι αμήχανο να μένει μετεξεταστέος στα γεράματα ένα από τα πιο ιερά αρχέτυπα του rock τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά ευτυχώς το album κρατάει λίγότερο από μισή ώρα και η πιο καλή στιγμή βρίσκεται στο τελευταίο κομμάτι, το γλυκύτατα εκτελεσμένο Only The Lonely που σε κάνει να μη σιχτιρίζεις την σαμπανιζέ τρύπα στο νερό που προηγήθηκε.

 

Οι Crazy Horse, η E Street Band και οι Bad Seeds είναι οι σπουδαιότερες backup μπάντες του rock, οπότε κάθε επανένωση με την πατριαρχική φιγούρα τους είναι μια μικρή γιορτή. Στο Americana ο Young αφήνει τους παραμορφωτικούς πειραματισμούς του προηγούμενου album και ξαναχύνει ιδρώτα στο σανίδι με τους Crazy Horse για πρώτη φορά μετά το Greendale (2003) αντλώντας από το παραδοσιακό songbook, επιλογές που δεν σου πήγαινε το μυαλό ότι θα του ταίριαζαν (οι αρχιτέκτονες του grunge λένε το Oh Susannah; ) και κάνει κομμάτια σαν το High Flying Bird να ακούγονται σαν να έχουν βγει από τα garage αρχεία του Ragged Glory, εκτελεσμένα με τέτοια ορμή ώστε να καταδείξουν τη δύναμη της εσωτερικότητας της μπάντας. Το παράδοξα ωραίο είναι οτι ο Young απολαμβάνει το ρεύμα στον ενισχυτή του σε τραγούδια φτιαγμένα να τραγουδιούνται γύρω από τη φωτιά. Ενώ σε σημεία το album φαίνεται άνισο και «γυμνό», έρχεται η φρενήρης απόδοση του Jesus Chariot με τα νευρικά ξεσπάσματα και το ξανακάνει συναρπαστικό. Ο γερόλυκος αντλεί από την folk’n’protest αρχαιολογία του Γούντι Γκάθρι (This Land Is Your Land), το blues των Ζέπελιν (Gallows Pole), το doo-wop των 60’s (άτυχη στιγμή το “Get A Job”), τα εργατικά τραγούδια και τα spirituals, με –αμήχανη- κορύφωση το πατριωτικό anthem God Save The Queen. Φτιάχνει ανυψωτικά sing-a-long ηχογραφημένα σε αληθινό χρόνο, τοιχογραφώντας ένα anti-God Bless America κοκτέιλ που στα αυλάκια του ξεπηδάνε οι πίδακες αίματος με τους οποίους χτίστηκε η σύγχρονη Αμερική (από τον επικό εμφύλιο μέχρι το ανθρώπινο δράμα της Clementine) και μάλιστα χωρίς φαντεζί «παλιοροκάδικα» λούσα. Το Americana πιθανόν να είναι πολύ βιαστικό για να πετύχει την συμπαγή διαχρονικότητα και την conceptual ενότητα που πιθανών φιλοδοξούσε, αλλά στην τελική ποιος νοιάζεται…

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s