Shame

Θα ξεκινήσω διορθώνοντας μια παρανόηση που ίσως οδηγήσει σε λαθεμένη ανάγνωση του Shame: δεν πρόκειται για μια ταινία για τον εθισμό στο σεξ και ο ήρωας δεν είναι σεξομανής  – πόσο βιαστικό είναι να χαρακτηρίσουμε τον ήρωα άρρωστο; Η σεξουαλική συμπεριφορά του είναι φυσιολογική, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο πολύ μπερδεμένο και που έχει το σεξ σαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή του. Αφού ξεκαθαριστεί αυτή η λεπτομέρεια θέλω να αποτρέψω απ’το να διαβάσει το παρακάτω κείμενο (ή οποιαδήποτε κριτική) όποιος δεν έχει δει την ταινία, όχι τόσο για τα spoiler της πλοκής αλλά γιατί πρέπει να επιτρέψει στον ήρωα να τον πάρει από το χέρι και να τον ξεναγήσει στον κόσμο της επιλεγμένης μοναξιάς του.

Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται και Guilt, γιατί η ντροπή και η ενοχή είναι τα δυο συναισθήματα που ρημάζουν τη συνείδηση του ήρωα. Το ηδονιστικό σύμπαν του Μπράντον είναι τακτοποιημένο και η ενασχόλησή του με το σεξ είναι έντονη: πληρωμένα call girls, διαδικτυακό πορνό, cyber sex, πορνοπεριοδικά και το καθημερινό κυνήγι του one night stand. Προσοχή όμως, ο Μπράντον δεν ανήκει στο σωρό από κακόμοιρα αρπαχτικά της νύχτας που λυμαίνονται με άγριες διαθέσεις τα μπαρ και ξερογλύφονται στη θέα κορασίδων. Με τη συμπεριφορά του επισημαίνει τη μεγάλη διαφορά μεταξύ του να είσαι «horny» και να «οσμίζεσαι» τη θηλυκή παρουσία, τη διαφορά του να «καρφώνεσαι» και του να κάνεις διακριτικό «eyefuck». Για παράδειγμα αυτό που τον ερεθίζει στη γυναίκα που τον κοιτάει με διατακτική λαγνεία στο μετρό, είναι η βέρα στο χέρι της, όχι η ίδια. Ο Μπράντον είναι συναισθηματικά αποκομμένος, κυκλοφορεί γυμνός στο σπίτι του αλλά ποτέ δεν θα απογυμνωθεί συναισθηματικά. Αυτό που θα τον εμποδίσει να εκφραστεί σεξουαλικά με τη μαύρη συνάδελφό του είναι η διαθεσιμότητά της να συσχετιστεί μαζί του. Ο Μπράντον – ας το πούμε καθαρά- γαμάει με φανατική προσήλωση, για να αποσπάσει το μυαλό του από την ντροπή του για τη λαγνεία ως προς τη μοναδική γυναίκα με την οποία δεν πρέπει να κατακτήσει. Ενοχικός πόθος που επανέρχεται με την παρουσία της αδερφής του, που θα αποσυνθέσει την οχυρωμένη πίσω από το ευκαιριακό σεξ καθημερινότητά του. Αυτός κράτησε τον έλεγχο του ντροπιαστικού αισθήματος, με το να χαθεί σε μια θάλασσα από ανώνυμο σεξ και πορνογραφικό παροξυσμό. Αυτή δεν μπορεί ούτε να κουβαλήσει τον εαυτό της και αυτοκαταστρέφεται σε μια πορεία από τη μια βάναυση σχέση στην άλλη. Αυτός είναι ο αθόρυβος ηδονιστής που αυνανίζεται στην ιδέα της κατάκτησης του θηλυκού ενώ αυτή είναι ένα τσουλί που γίνεται μπελάς. Το στίγμα της σχέσης του με την αδελφή του παίζει σεισμικό ρόλο στην ιστορία (σοφά ο ΜακΚουίν το υπαινίσσεται μόνο και δεν πέφτει σε εύκολες λύσεις με flash back), αυτή είναι η Νέμεσις που θα μετατρέψει την εκσπερμάτωσή σε ενοχικό trip.

Αυτό το αεροστεγώς κλεισμένο δράμα δεν περιέχει ηθικοπλαστικά νοήματα και συντηρητισμό και δεν παίζει το παιχνίδι του εντυπωσιασμού, αλλά παρακολουθεί την ταλαιπωρημένη ερωτική διάθεση των χαρακτήρων όπως την υπαγορεύουν οι σιωπές και οι παύσεις, όχι τα βογγητά και ο αισθησιασμός. Είναι σπουδαία η σκηνοθεσία του ταλαντούχου Στιβ ΜακΚουίν, που εμμένει με τρόπο αποστομωτικό στις λεπτομέρειες -ναι, τα ρούχα αργούν να βγουν και χρειάζεται μια διαδικασία που χρονοτριβεί την πράξη- αφηγείται με αξιοθαύμαστη οικονομία και καταφέρνει να εμφυσήσει πάθος στα πλάνα χάρη στην ολομέτωπη επίθεση της υπερδραματικής ambient μουσικής. Δεν περισσεύει ούτε δευτερόλεπτο, ούτε σκηνή δεν πλατειάζει, ούτε λέξη δεν πάει στράφι. Όλα είναι δουλεμένα, ελεύθερα, φτιαγμένα με κόπο. Σε μια εποχή που η ξεκούραστη γλώσσα της τηλεόρασης έχει κατακεραυνώσει τις κινηματογραφικές ταινίες, το οπερατικό σχεδόν στυλιζάρισμα του Shame αγγίζει το απόλυτα «καθαρό σινεμά».

Ο Μπράντον είναι συγγενής κάποιων καταραμένων Νεοϋορκέζων ηρώων του σύγχρονου σινεμά όπως του Νταν του Half Nelson, που αντί να βυθιστεί στο ανώνυμο σεξ, ξορκίζει το υπαρξιακό του αδιέξοδο με σκληρά ναρκωτικά. Δυστυχώς όμως, όπως με τον Ράιαν Γκόσλινγκ του Half Nelson, έτσι και με τον Φασμπέντερ του Shame, το star system είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι γυναικοπαρέες που θα οδηγηθούν στο σινεμά απ’το κουτσομπολιό για το προικισμένο μόριο του πρωταγωνιστή δεν θα πάρουν πρέφα απ’αυτό το τολμηρό δείγμα κινηματογράφου. Το περιστασιακό ανδρικό κοινό με τον αγορίστικο χαβαλέ που θα δει την ταινία επειδή έμαθε πως υπάρχει μια εντυπωσιακή παρτούζα, δεν θα πάρει μυρωδιά από το τι συμβαίνει στο αρσενικό μυαλό του ήρωα. Ας υπάρχουν τουρίστες στην οδύσσεια της μοναξιάς του Μπράντον. Ας ξύνουν κάποιοι το κεφάλι τους για τα κίνητρά του στην τελική κατάβαση στον πάτο του βαρελιού, που αναζητάει να τον κακοποιήσουν (σαν αντίστροφη ψυχοθεραπεία) για να εξιλεωθεί. Δεν είναι για όλους η εξερεύνηση αυτών των οι σεξουαλικών ενοχών. Πιθανότατα όμως, κάπου μετά τις 4 το πρωί, ένα γυμνό ζευγάρι θα ερωτοτροπεί ατενίζοντας τη θέα από μια τζαμαρία, κρύβοντας κάτω από το πάθος της στιγμής τις δικές του ενοχές, τη δική του ντροπή.

Οι περαστικοί παρατηρητές όλο και κάτι θα έχουν να τους καταλογίσουν…

Η μισή ντροπή δική τους.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s