Τρεις ταινίες μοντέρνου ψυχολογικού τρόμου

All this filming isnt healthy

Peeping Tom (1960)

Αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε εναλλακτικό σινεμά ψυχολογικού τρόμου, συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα από νέους τρόπους διαχείρισης των αρχέγονων φόβων μας και εξακολουθεί να διυλίζεται μέσα από φρέσκιες ιδέες αφήγησης. Φέτος βγήκαν στις αίθουσες  τρεις ταινίες που δεν καταχωρηθούν ποτέ στα database των καταλόγων ταινιών τρόμου και δεν θα λατρευτούν ποτέ από τις κλειστές “σέχτες” των φανατικών του είδους. Είναι μια άτυπη τριλογία που ανήκει σε ένα μοντέρνο, σχεδόν αδιόρατο είδος ψυχολογικής αγωνίας που δεν επιτάσσει τα αντανακλαστικά του θεατή στα «boo!», που δεν χρησιμοποιεί το γνωστό οπλοστάσιο ιδεών και δεν μιλάει την αρτηριοσκληρωτική γλώσσα των σπλατεράδων. Τρεις ταινίες που με την ιδιορρυθμία τους χλευάζουν τους μηχανισμούς αδρεναλίνης και λειτουργούν περισσότερο σαν αγχολυτικό για τη χώνεψη του αιματοβαμμένου σινεμά που έχουμε καταναλώσει. Το Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν (We Need To Talk About Kevin), τo Καταφύγιο (Take Shelter) και το Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν (Martha Marcy May Marlene) αφηγούνται τρεις ιστορίες που καταφέρνουν ένα καίριο χτύπημα στο πρότυπο της ανακύκλωσης ιδεών και στον γυαλιστερό τρόμο που μετράει εφηβικά πτώματα με περιοδικότητα δεκαλέπτου. Περισσότερο από όλα είναι τρεις ιστορίες με ήρωες βασανισμένους από τις εμμονές τους, που βρίσκονται δέσμιοι ενός παθολογικού μοτίβου που διαβρώνει την καθημερινότητά τους και τους εξωθεί από την οικογενειακή μακαριότητα. Το ύστατο έγκλημα είναι καταρράκωση της πνευματικής ισορροπίας, το body count είναι οι ήρωες που έκαναν βουτιά στο σκοτάδι, ενώ φαινομενικά δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο στα μάτια τρίτων.

Στο Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν, η ενδοοικογενειακή  υπόκωφη έκκριση πανικού και ανασφάλειας κοντράρεται μετωπικά με την αδιαπραγμάτευτη αγάπη που πηγάζει από τη μητρότητα και την ανιδιοτέλεια του μητρικού ενστίκτου. Ο απόγονος-τέρας θα εναντιωθεί αναίτια και αδιαπραγμάτευτα με τη μητέρα του (και τελικά με τον ντουνιά ολόκληρο), με αυτόν τον παραλυτικό τρόπο που θα κάνει μια γυναίκα -έστω σε καταστολή- να πασχίζει να αποταυτιστεί από τον τελματωμένο ψυχολογικό πόλεμο που δέχεται καθημερινά. Οι σκηνές οικογενειακής ηρεμίας αναβλύζουν γάργαρη απειλή και φρενίτιδα. Ο κίνδυνος της απεγνωσμένης μητέρας δεν σωματοποιείται ποτέ και όλα είναι ζήτημα οπτικής και ερμηνείας, ανάλογα από ποιο σημείο βλέπεις τη συναισθηματική ανταρσία, η οποία θα κορυφωθεί με ένα μακελειό που δεν βλέπουμε ποτέ και που τα θύματά του έμελε να είναι τυχαία. Είτε η βία πατούσε σε ένα βαθειά ριζωμένο οιδιπόδειο, είτε ήταν προϊόν ενός αιμοδιψή που γουργουρίζει από αυταρέσκεια στη θέα πτωμάτων, έπρεπε να εκφραστεί. Η τραγική μοίρα αντικατοπτρίζεται στο απελπισμένο βλέμμα της μοναδικά εκφραστικής Τίλντα Σουίντον, η οποία με δυσαρέσκεια και καρτερικότητα αντιμετωπίζει τον υπεράνω υποψίας αδυσώπητο εχθρό της, κρατώντας ψηλά τον πήχη της ανθεκτικότητας για να μη λυγίζει κάτω από τα τραύματα και να αντέξει τα δυνητικά εγκλήματα του μονάκριβού της. Με σπηλαιώδη απόγνωση ερμηνεύει μια σιδηροστόμαχη γυναίκα που βρίσκει «καταφύγιο» από το επίμονο κλάμα του μωρού της στην αγαλλίαση της ηχορύπανσης ενός κομπρεσέρ. Με το ικετευτικό ύφος της μοιάζει να υποθάλπει μια ανείπωτη απειλή που τη σπρώχνει όλο και πιο βαθειά στην ανασφάλεια.

Στo Καταφύγιο, το βαθύ ψυχολογικό σύμπτωμα της παρανοϊκής σχιζοφρένειας εκφράζεται με συμπτώσεις «κακοκαιρίας». Η τελολογικές ανησυχίες απέναντι στην καταστροφική θεομηνία γίνονται κάτι σαν ευσεβείς πόθοι που περιμένουν υπομονετικά να ευοδωθούν. Ο επερχόμενος τυφώνας ακόμα και αν υπάρχει μόνο στο μυαλό του ψυχοπαθή- ενορατικού μετεωρολόγου, θα τα σηκώσει όλα συλλήβδην στο πέρασμά του. Τα καιρικά φαινόμενα λειτουργούν είτε σε πρώτο είτε σε τριακοστό πέμπτο επίπεδο (ανάλογα τη δυνητική δέσμευση του θεατή στις διττές αναγνώσεις της ιστορίας) ως οργή της φύσης. Το καταφύγιο τον προστατεύει από την πλημμύρα ή μήπως από την ανθρώπινη «κανονικότητα» και τις ευθύνες που έχει να αντιμετωπίσει; Το παθολογικό μοτίβο ενός άνδρα που θέλει να προστατεύσει την οικογένειά του από το αποκαλυπτικό τέλος του κόσμου εκφράζεται με την ψυχωμένη ερμηνεία του Μάικλ Σάνον, ο οποίος και στις πιο ήπιες στιγμές του μοιάζει να είναι με το ένα πόδι στην άβυσσο και το άλλο στην αυτοκαταστροφή. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχειριστεί το περιβάλλον του, στέκεται με ρίσκο απέναντι στο πιθανό μετεωρολογικό “λάθος” της προφητείας και σαν ταγμένος (ψευδό;)προφήτης, παραπαίει επικίνδυνα μεταξύ των οραμάτων και των οιωνών που έχει βουτήξει λαίμαργα. Τα ξεσπάσματα πανικού προκαλούνται από άγριους και ταραχώδεις εφιάλτες. Η παράνοιά του θα τον αναγκάσει να ενστερνιστεί την επερχόμενη θύελλα ως μια περίτεχνη νίκη της εμμονής του, σαν μια μεταφυσική δικαίωση, και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη…

Στο Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν, η Ελίζαμπεθ Όλσεν (τρίτη αδελφή των δίδυμων party animals) με την τρεμάμενη ερμηνεία της προκαλεί ολοκαύτωμα στα στερεότυπα του glamorous εφηβικού ψυχισμού και γίνεται ο ενσαρκωμένος εφιάλτης όλων των κοριτσιών που χαριεντίζονται στη ροζ πραγματικότητά τους. Με έναν υπόγειο και όχι εύκολα περιγράψιμο τρόπο πέφτει στα δίχτυα (κάνει παρέα;) μιας αίρεσης (ενός ελεύθερου κοινοβίου;) και της γίνεται πλύση εγκεφάλου (νιώθει μέρος ενός συνόλου;) μέχρι που η αδελφή της θα αναλάβει να την περιθάλψει (αποστειρώσει;) για να ξεφύγει από το πρόσφατο παρελθόν της. Δυο ονοματεπώνυμα για δυο διαφορετικές όψεις της ίδιας γυναίκας με τα όρια της ευτυχίας να είναι αδιόρατα και την παλλόμενη ματιά της να ορίζει την κοινωνική δυσπραγία της. Η θητεία της στους κόλπους μιας ιδιόρρυθμης κολεκτίβας έχει αφήσει επώδυνα κατακάθια στο ζοφερό παρόν της και η διχασμένη αίσθηση ανασφάλειας είναι υπαίτια για τις νοσηρότερες πτυχές του ημιφωτισμένου εαυτού της. Η Μάρθα (ή μήπως η Μέι;) κραυγάζει ψιθυριστά την απελπισία της και το πνιγηρό αδιέξοδό της, στο μεταίχμιο των δυο κόσμων που ζει και δεν μοιάζει καθόλου με επιβιώσασα από μια μεγάλη περιπέτεια. Κομπάζει ανάμεσα στους ψυχαναγκασμούς της. Πάλλεται ανάμεσα στην ανάγκη για αποδοχή και την ελεύθερη διαβίωση. Μπερδεύεται απέναντι στην πίεση για κανονικότητα και τις ανελεύθερες απαιτήσεις κάθε κοινωνικής νόρμας. Με παραβιασμένα τα οχυρά του εύθραυστου συναισθηματικού της κόσμου από τον αρχιερέα της κομπανίας που την στρατολόγησε και όντας αλλεργική στις αστικές νευρώσεις της ρημαγμένης οικογένειά της, η ετοιμόρροπη ισορροπία της θα δεχθεί τη χαριστική βολή στην “ανάποδη” κλιμάκωση του φινάλε.

Φυσικά καμία από τις τρεις ταινίες δεν διεκδικεί τον (πολυφορεμένο τα τελευταία χρόνια) όρο «αριστούργημα». Το Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν αφαιρεί τις ψυχαναλυτικές παραμέτρους του βιβλίου και πατάει στις παραδοσιακές συμβάσεις του θρίλερ με αναθυμιάσεις από την Προφητεία (1978). Το Καταφύγιο κάνει ασαφείς τις προθέσεις του με το αμφίσημο φινάλε του, πράγμα που δεν συνέβη στο Τελευταίο Κύμα (1978) του Πίτερ Γουίαρ, ενώ το  Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν ξεγλιστρά εύκολα σε φλας μπακ σε κάθε πετρώδες εμπόδιο που βρίσκει το σενάριο. Πρόκειται όμως για τρεις ανέκδοτες ιστορίες υπαινικτικής ψυχολογικής απειλής με περίβλημα κοινωνικού δράματος, που έχουν το αίτημα της γνησιότητας (και όχι της πρωτοτυπίας) τυπωμένο πάνω τους, και είναι μοστραρισμένες για να καταναλωθούν ως ιστορίες αρκούντως παράδοξες – και γι’ αυτό άξιες να κινηματογραφηθούν.

Δημοσιεύθηκε στο CineTime

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s