3 Mediocre Movies

My Week with Marilyn


Στα μέσα τις δεκαετίας του 50, ο μεγάλος ηθοποιός Λόρενς Ολίβιε, μετά από τρεις ταινίες με Σαιξπηρικό υπόβαθρο σαν σκηνοθέτης, αποφασίζει να γυρίσει μια πιο ανάλαφρη ρομαντική ιστορία το The Prince and the Showgirl, δίνοντας το ρόλο στην αστραφτερή Μέριλιν Μονρόε. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων η Μέριλιν είχε μια ολιγοήμερη και τρυφερή περιπέτεια με έναν νεαρό που δούλευε σαν τρίτος βοηθός σκηνοθέτη.

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Σάιμον Κέρτις, βαφτισμένος στην τηλεοπτική μυθοπλασία του BBC με κάποιες καλές στιγμές (David Copperfield) επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα σύντομο και «άπιαστο» ρομάντζο από τα μάτια ενός συνεσταλμένου αγοριού, να ανασκευάσει τη μυθική εικόνα της Μονρόε σαν αποσπασμένο μέρος μιας ευρύτερης βιογραφίας και να μιλήσει για το παρασκήνιο μιας εποχής στη βιομηχανία του κινηματογράφου σε μια εποχή που άλλαζε οριστικά ο τρόπος ερμηνείας και που ο Μακαρθισμός έρχονταν φορτσάτος για να διαβρώσει το σύστημα. Το πρόβλημα είναι οτι τα προσπαθεί παράλληλα και φυσικά υποκύπτει σε παγίδες «μεγέθυνσης» και συμβατικότητας στη προσπάθειά του να καλοπιάσει το κοινό, με αποτέλεσμα το σύνολο να πάσχει από έλλειψη κέντρου βάρους. Αυτό που λειτουργεί καλά είναι η ντελικάτη και φροντισμένη ανασύσταση εποχής στα κινηματογραφικά πλατό παρά τα πταίσματα της Μισέλ Γουίλιαμς στη προσπάθειά της να σηκώσει το βάρος ενός ειδώλου που έγινε ταυτόσημο με τη γυναικεία σαγήνη.
Η Μονρόε ήταν μόνιμα αποδομημένη και υπέροχα “καμένη” στα μάτια όλων, αρνούμενη να υπάρξει «γήινη» και για αυτό, πολύ γοητευτική. Η τάση της για κατακλυσμιαίο και ασυμμάζευτο σεξ-απήλ θόλωνε την εικόνα της σαν «σοβαρή» ηθοποιό παρόλο που τόλμησε να σηκώσει μπαϊράκι στην εποχή της «μεθόδου». Εδώ όμως αρχίζει μια μεγάλη συζήτηση για το τι σημαίνει καλή ερμηνεία πάνω σε ένα αρχέτυπο που έχει λάμψει στην οθόνη και όταν το “πρωτότυπο” μας έχει αποτυπωθεί στη μνήμη. Η Μισέλ Γουίλιαμς παριστάνει (και παραστάνει καλά) την Μονρόε όμως δεν προκαλεί αυθεντική συναισθηματική ένταση στον θεατή. Πείθει μόνο χάρη σε μια επίπλαστη μίμηση και χωρίς να αποδίδει υποκριτικά το δύστροπο, αόρατο πεδίο της προσωπικής αγωνίας της σταρ που παρά την καταχνιά ήταν πάντα θελκτική και ερωτεύσιμη. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της Μονρόε απέναντι στις στάρλετ που κουβαλούσαν μοσχομυριστά φτηνοαρώματα ήταν η ενστικτώδης έκφρασή της. Χάρη σ’αυτή πετούσε από πάνω της οποιαδήποτε ετικέτα της κολλούσαν. Η Μισέλ Γουίλιαμς πνίγεται σε ερμηνευτικά τερτίπια νομίζοντας ότι η παραμικρή στραβοτιμονιά στα βλέφαρα ή τα χείλη θα εξαφάνιζε από πάνω της την εικόνα της Μέριλιν. Αντίστοιχα ο Κένεθ Μπράνα αρκείται στο να κάνει ένα όνειρό του πραγματικότητα (αγέρωχος στον αριστοκρατικό ναρκισσισμό του) υποδυόμενος το Σαιξπηρικό είδωλό του Λόρενς Ολίβιε, ξεχνώντας έτσι να τονίσει την εξουσιαστική διάθεση του ιστορικού ηθοποιού.
Η ταινία πορφανώς προορίζονταν να γίνει ένα ζοφερό ντοκουμέντο με αντηχήσεις από το κλίμα της εποχής αλλά φευ! Από την άλλη είναι αδύνατο να μην γοητευτείς από τη θύμηση δυο ειδώλων, τόσο φωταγωγημένα ματαιόδοξων με διαφορετικό τρόπο. Το κέρδος της ταινίας είναι πως καταφέρνει να υμνήσει -κάπως λοξά- την κινηματογραφική βιομηχανία που είναι ικανή να συνενώσει αυτοκαταστροφικές ντίβες και φωτισμένα μυαλά στο ίδιο σκηνικό.
Ταλαντούχοι ηθοποιοί και λατρεμένοι σταρ είναι καταδικασμένοι να ζουν σαν έρμαια του συλλογικού κινηματογραφικού ασυνείδητου του ίδιου του κοινού που τους έζησε μέσα από τις ταινίες τους.

Chicken With Plums


Οι τελευταίες οκτώ μέρες του Νασέρ Αλί θα είναι ένας εσωτερικός ενοχικός απολογισμός για τα μοιραία λάθη και τις αποφάσεις του. Η τάση για αυτοκαταστροφή ξεκίνησε από τη στιγμή που είδε στο δρόμο την Ιράν, τον έρωτα της ζωής του, και αυτή δεν τον αναγνώρισε. Την απόφαση να αυτοκτονήσει πήρε τη στιγμή που η γυναίκα του σε μια κρίση ζηλοτυπίας έσπασε το αγαπημένο του βιολί.

Οι προσδοκίες μετά το ευρηματικό Persepolis για την Μαρζάν Σατραπί και τον Βενσάν Παρονό είναι αυξημένες – ακόμα και αν δεν πρόκειται για ένα project που απαιτεί τον παρεμβατικό πολιτικό λόγο εκείνης της ευρηματικής animation ταινίας και πρόκειται για ρομαντικό δράμα. Στο Κοτόπουλο Με Δαμάσκηνα η προσέγγιση στα απωθημένα που αφήνει με το πέρασμα του χρόνου ο βασανισμένος έρωτας κουβαλάει όλη την αφέλεια του ντουνιά και απορείς για την ανάγκη που εξυπηρετεί στο σκηνοθετικό δίδυμο αυτή η κοσμοπολίτικη διάθεση που επιλέγουν να ακολουθήσουν.
Η αναδρομή μέσα μια σειρά από αναμνήσεις και live action αφήγηση είναι έξυπνη και απρόβλεπτη, αλλά δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Όλα είναι θαμμένα κάτω από στρώματα χαριτωμενιάς και η δραματουργία προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια, όλο σκέρτσο και χαμογελάκι. Μπορεί οι δημιουργοί να κατάφεραν να συρράψουν με φρεσκάδα κάθε αταίριαστη φόρμα αφήγησης στα flash back,  δεν μπορούν όμως να αφήσουν ουσιαστικό συγκινησιακό αποτύπωμα γιατί η πανηγυρική επικράτηση της τσαχπινιάς μοιάζει και η μοναδική λύση στα αδιέξοδα.
Οι εικόνες μοσχομυρίζουν ακριβό άρωμα και είναι ντυμένες στην τρίχα, σε τέτοιο βαθμό που δεν σε αφήνουν να διακρίνεις αληθινές οσμές και να δεις τη σιλουέτα τους. Οι αισθήσεις μπορούν να ρυθμιστούν στο μηδέν, σε σημείο που ξεχνάς την ευεργετική επίδραση την οποία μπορεί να έχει ένα ερωτικό δράμα που στοχεύει μετωπικά στις αισθητήριους μηχανισμούς.
Οι δυο δημιουργοί βέβαια καταβάλουν ιδιαίτερο κόπο για να αποδώσουν σωστά την καθημερινότητα της μεσοαστικής τάξης στην Τεχεράνη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ως δικλείδα πολιστισμικών αναφορών. Είναι όμως το συγκινησιακό κομμάτι της ιστορίας που πάσχει από… μεσογειακή αναιμία και οι σκηνοθέτες, στην ανάγκη τους πρώτα να καλοπιάσουν το κοινό και μετά να επικοινωνήσουν το σύνθετο συναίσθημα του απωθημένου έρωτα, δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν την ηδυπάθεια και τον ναρκισσισμό στο στυλ.
Αυτό που καταφέρνουν να κατασκευάσουν είναι τρυφερές και γλυκές εικόνες, στο πλαίσιο διάθεσης της κακοφορμισμένης συνταγής. Από την άλλη, κατέχουν καλά την ταλαιπωρημένη ψυχολογική διάθεση του ήρωα και παίρνουν το σημαντικό ρίσκο να μην τον κάνουν καθόλου αρεστό (είναι εγωιστής και μονόχνοτος). Αντί μιας φλυαρίας, η διακύμανση των σχέσεων υπαγορεύεται συχνά από σιωπές και παύσεις.
Δεν μπορώ όμως να ξεπεράσω ότι η Σατραπί και ο Παρονό σε κάθε σκηνή αυτοθαυμάζονται για την κομψότητα και την εκλεκτικότητά τους και χαριεντίζονται στις δάφνες της «φιλολογικής» βιρτουοζιτέ τους.

Anonymous


Μια πιθανή εκδοχή των γεγονότων που απαντά στο ιστορικό ζήτημα της πραγματικής (;) ταυτότητας του ανθρώπου που έγραψε τα έργα που αποδίδονται στον Γουίλιαμ Σαίξπηρ, παίρνει διαστάσεις ενός ιστορικού έπους που αρχίζει και τελειώνει σε μια θεατρική σκηνή. Ακριβώς εκεί που ξεδιπλώνονται οι πιο γλαφυροί μύθοι.

Δεν χρειάζεται να μας παραξενέψουν τα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από τη μεταφορά του Γερμανού σκηνοθέτη από το τερέν της εξωγήινης καταστροφολαγνείας στο ιαμβικό δεκαπεντάμετρο. Δεν είναι δίκαιο το μετερίζι οποιουδήποτε δημιουργού να προκαλεί ενστικτώδεις αντιδράσεις ανάλογα με το υφολογικό πανωφόρι της κάθε νέας του ταινίας. Στο Anonymous ο Έμεριχ αφηγείται ένα ιστορικό δράμα σε βασιλικό διάκοσμο χωρίς ευτυχώς να ψάξει βιβλιογραφικά το θέμα του με αποτέλεσμα να αποφύγει κακοτοπιές στην ακαδημαϊκή πληροφόρηση και την επιχειρηματολογία. Η ποίηση του θεάτρου στην σκιά της βασιλικής αυλής αναδεικνύεται χάρη στη σκαμπρόζικη πλοκή και την επιλογή του σκηνοθέτη να μην προσδώσει στο κείμενο φιλολογική συνείδηση.
Η παραδοχή που η ταινία διατυπώνει είναι το αν ο Εδουάρδος είναι η πραγματική πένα πίσω από τα σαιξπηρικά αριστουργήματα και αν ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως βάρδος ήταν απλά η βιτρίνα. Με αυτή την ιστορική ανακρίβεια-πρόσχημα, ο Έμεριχ περιδιαβαίνει ανενόχλητος στα μονοπάτια των “βραβευμένων” σκηνοθετών με έντιμο θράσος, και μάλιστα χωρίς τον ενθουσιασμό ενός νεοφώτιστου αλλά με την πειθώ ενός ανταγωνιστή που θέλει να φανεί πιο διαβασμένος και από τους βετεράνους του είδους. Δεν μπορεί όμως να επικυρώσει τις καλές προθέσεις γιατί το δημιούργημά του βασίζεται σε υπολογισμένες προσδοκίες.
Το στοίχημα της ταινίας είναι να πετύχει να εξερευνήσει το αόρατο πεδίο του βάρους της υπογραφής του καλλιτέχνη. Όχι μέσω συνομωσιών περί λογοκλοπής αλλά μέσω μιας σιωπηλής αυταπάρνησης της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο Έμεριχ δεν φεύγει από τον στόχο του, αλλά το κάνει με τον ψευδοιστορικό παροξυσμό με τον οποίο το Stargate μιλούσε για διαγαλαξιακές αποικίες των αρχαίων Αιγυπτίων και το 2012 για την εκπλήρωση εσχατολογικών προφητειών. Εάν όμως ο προ δωδεκαετίας “Ερωτευμένος Σαίξπηρ”  τοποθετώντας τη γέννηση του πιο ρομαντικού έργου που γράφτηκε ποτέ στην εικόνα της Γουίνεθ Πάλτρου με περούκα, κατάφερε και στέφτηκε με όσκαρ, τότε πρέπει τουλάχιστον να αποδοθούν τα εύσημα στην ταινία του Έμεριχ που παρά τον θηριώδη προϋπολογισμό της δεν μοιάζει με αβασάνιστο ξόδεμα ενέργειας.
Όλα τα συστατικά του επικού δράματος εποχής βρίσκονται σε προσεγμένη υπερβολή, με δολοπλόκους υπηκόους και θεατρίνους να περιστοιχίζουν τον δισυπόστατο ρόλο του φερόμενου ποιητή από το Έσσεξ. Η φωτογραφία βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη με manual από τη σχολή Άιβορι, η σκηνογραφία είναι γενναιόδωρη και τα ακριβά κοστούμια είναι το υγρό όνειρο κάθε ενδυματολόγου με Ελισαβετιανά απωθημένα.
Αν και η στόφα αφήγησης είναι κλασική είναι δύσκολο να συγκεραστεί η παρεμβατική δύναμη του σεξπηρικού λόγου και η διαχρονικότητα των λέξεων με την απροκάλυπτα υπερτονισμένη καλλιτεχνική διεύθυνση και τους μηχανισμούς του ευκολοχώνευτου θεάματος του οποίου ο Έμεριχ είναι πιστός υπηρέτης. Σαν αποτέλεσμα η ταινία επικοινωνεί με τον θεατή μόνο σε επικές διαστάσεις και να αποτυπώνεται μόνο μέσω της πληθωρικής εικονογραφίας, πράγμα που δεν λειτουργεί πάντα ευεργετικά.

Οι κριτικές δημοσιεύτηκαν στο cinetime.gr

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s