Η Κρυφή Γοητεία του Υπερσυντέλικου (episode 6 of 10)

 

Όλα τα ανήσυχα άτομα, τα ανίσχυρα, τα ευαίσθητα, δημιουργούν μέσα τους πλαστά ιδεώδη, πλαστούς όρους τάξης και αόρατες γραμμές πίστης για να προστατεύουν την ανασφάλειά τους. Έτσι κι εκείνη.

Τα τελευταία χρόνια ήταν μόνο το ποτό, ίσως και κάποιο ηρεμιστικό, άντε και το πέπλο του καπνού απ’ το τσιγάρο. Πιο παλιά όμως υπήρχαν και άλλα πράγματα. Η λατρεία της στην εξελικτική ψυχολογία, το πάθος της για τη μοναξιά των ηρώων του Τζάρμους, τη βραχνάδα της φωνής του Κέρτ Βάγκνερ των Lampchop, οι περιπλανήσεις της σε έργα περιθωριακών ζωγράφων και πεθαμένων γλυπτών και φυσικά η αφοσίωσή της στον ζωδιακό κύκλο.

Φανταζόταν τον γεννητικό χάρτη σαν μια αμυδρή φωτογραφία της ακριβούς θέσης των πλανητών στον ουρανό, σχηματισμένοι με μαθηματικούς υπολογισμούς. Ήταν όμως άλλο ένα παιχνίδι μακριά από τη μεθυσμένη μοναξιά της. Αμέσως κάθισε κάτω και άρχισε να τρίβει το πρόσωπό της με λύσσα.

Τα μάτια της είχαν κοκκινίσει, είχαν πρηστεί από την ένταση και η καρδιά της σφυροκοπούσε. Δεν ήθελε να βουτήξει σε ένα βυθό που δεν της άνηκε και να επιβάλλει το αρρωστημένο της «εγώ» σε κάτι που δεν ήταν δικό της. Άρχισε να χτυπάει τα πλήκτρα γράφοντας χωρίς ειρμό, σχηματοποιώντας στο χαρτί την οριστική αυτοτιμωρία της, κάνοντας μικρές διακοπές για να ξεδιψάσει τη λαχτάρα της ευδαιμονίας του κρασιού.

Πλανήθηκε στα άψυχα αντικείμενα του δωματίου και έπεσε πάνω στο άχαρο πορτρέτο του. Κάθε φορά που έβλεπε τη φωτογραφία του γνώριζε ότι έμπαινε σιγά-σιγά σε στο σκοτεινό πλοίο μιας γραμμής που δεν υπήρχε στον χάρτη. Την κράτησε με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα κρατάει στην αγκαλιά της το νεογέννητο μωρό της. Η κάφτρα του τσιγάρου της φώτιζε με αδιόρατες κόκκινες ανταύγειες τα σαρκώδη χείλη της.

Θυμήθηκε οτι εκείνος λάτρευε να τα χαϊδεύει. Τα άγγιξε για λίγο μόνη της και τη διαπέρασε μια νοερή ερωτική επιθυμία. Ήταν καλή πια σε τέτοιους συνειρμούς. Ήταν όμως ανούσιοι γιατί είχαν διαγραφεί όσα μαγνήτισαν τον έρωτά τους. Θυμήθηκε ότι τις τελευταίες φορές που έκαναν έρωτα το βλέμμα του ήταν δύστροπο, επίμονο και εξερευνητικό, λες και ήθελε να ρουφήξει το οξυγόνο της στιγμής. Ανέχτηκε για πολύ καιρό παθητικά όσα τη βάρυναν.

Κατά βάθος ζήλευε βλέποντας κοπέλες με μακριά χτενισμένα μαλλιά, ή όμορφα ζευγάρια, έβλεπε μια νεολαία αδιάφορη σε πίκρες και συμπλέγματα. Ζήλευε τους ανθρώπους που απειλούσαν το σκοτεινό της τοπίο με ένα τρόπο καθόλου γυναικείο, χωρίς ακραίες επικρίσεις αλλά με δάκρυα στην ψυχή. Ήταν ανήμπορη πια να γίνει ακροβάτης ανάμεσα στην τρέλα και τη σύνεση που μαλλιοτραβιούνταν και κουβαλούσαν η μια την τύψη της άλλης. Όλα είχαν περάσει, είχαν γίνει πρόλογος και επίλογος.

Σαν επιμέρους θέμα ήταν εκείνη που έπρεπε να προχωρήσει και να αφήσει πίσω της τον εφιάλτη και τα συντρίμμια του απογεύματος. Είχε κουραστεί πολύ… Διάβασε με έκπληξη το δικό της χειρόγραφο : εγώ σε τρέφω στα βάθη μου και δεν σε αφήνω να σαπίσεις…

Έκανε τα πρώτα της βήματα στο σκοτεινό τούνελ, πολύ καιρό τώρα φλέρταρε με τη μυστηριώδη είσοδό του, εκείνο το απόγευμα όμως έκανε το πρώτο βήμα για να τη διαβεί.

 

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Ever-changing stories. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s