True Brit

Ας μη γελιόμαστε, κανείς δεν θα ακούσει τους νέους Coldplay, όπως κανείς δεν άκουγε τους Oasis, για την μουσική καινοτομία τους ή το στιχουργικό τους βάθος. Πολλά είναι τα κοινά που μοιράζονται ο Chris Martin με τον Noel Gallagher στα καινούρια τους album με βασικότερο το άγχος να διατηρήσουν τα κεκτημένα και μια παθιασμένη ανάγκη να αναθερμάνουν τη δημόσια εικόνα τους.

Από τη μια ο Noel Gallagher πασχίζει να κατατροπώσει τον αδελφό του Liam και να απαντήσει αποστομωτικά στους Beady Eye οι οποίοι ήταν αισθητικά βουτηγμένοι στη solo δισκογραφία του Lennon. Τι καλύτερο από το να πατήσει με τη σειρά του στις πρώιμες μέρες του McCartney (δεν είναι τυχαίος ο ονομαστικός συσχετισμός του High Flying Birds με τους Wings). Κολάζεται υπερβολικά από την ανάγκη να αποδείξει ότι αυτός και μόνον αυτός ήταν οι Oasis και αυτό το album δεν είναι περισσότερο solo δουλειά απ’ ότι ήταν το Definitely Maybe.

Από την άλλη ο Chris Martin πασχίζει να φτιάξει το απόλυτα εμπορικό album που θα εκτοξεύσει τους Coldplay σε κάθε εξώφυλλο της υφηλίου πυροδοτώντας ένα οργιαστικό marketing. Θέλει διακαώς να υπογράψει το απόλυτο crowd pleaser album με έντεκα anthems που θα σιγοτραγουδούν οι μάζες από 8 έως 88 ετών. Στο studio φαντάζομαι παθαίνει ονειρώξεις με μαζικά sing-along σε ασφυκτικά γεμάτες αρένες και ποταμούς από αναπτήρες.

Ο Noel Gallagher έχει καταφέρει από το ξεκίνημά του να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του όλη την αντιπάθεια των -ούτως ή άλλως πρωταθλητών στον σνομπισμό- φανατικών της brit pop με το attitude ενός οξύστομου κοκορόμυαλου. Παραμένει όμως ένας ικανότατος εμπνευστής και διαχειριστής μελωδιών. Το album του είναι γεμάτο πανέμορφα, ολοστρόγγυλα τραγούδια με πλούσια ενορχήστρωση, με προσεγμένη χρήση έγχορδων, με αποστομωτική οικονομία στην οργανική λειτουργία της rhythm section και κάτι δεύτερα φωνητικά στα πιο εύστοχα σημεία. Τα έγχορδα είναι επιμελώς στοιχισμένα και ραμμένα στις ανάγκες των μεθοδευμένων μελωδιών που μας στέλνουν με χάρη σούμπιντους στο Λίβερπουλ των 60’s. Ειδικότερα το υπέροχο “What A Life” είναι μια ψυχωμένη μπαλάντα υψηλής αισθητικής που καταδεικνύει το αυτοματοποιημένο ένστικτο του Gallagher να βάζει στη σειρά τις τέμνουσες μελωδικές γραμμές που έχει στο μυαλό του, με μια γυαλισμένη Band On The Run στο κατόπι του η οποία χτυπάει προσοχή στο crystal clear πλην μονοδιάστατο όραμά του. Όμως επεναλαμβάνεται νωχελικά (το The Death Of You And Me είναι επαναδούλεμα του The Importance Of Being Idle). Ο Noel είναι δέσμιος στη χρήση του οικουμενικού κλειδιού της μπιτλικής αύρας χωρίς αναστολές αλλά τουλάχιστον παρέχει καλοζυγισμένα κουπλέ και υπέροχα hooks, ικανά να γλυκάνουν το αυτί ένα Κυριακάτικο πρωινό. Τα ρεφρέν κουβαλάνε τα απολύτως απαραίτητα πλουμίδια και αποφεύγουν τις παραπλανητικές πολυπλοκότητες στη συντεταγμένη δομή των τραγουδιών. Σίγουρα όμως δεν θα ανοίξει μύτη.

Ο Chris Martin από την άλλη έχει πετύχει ανάλογα κύματα αντιπάθειας για τον τρόπο που αγκάλιασε το Αμερικάνικο mainstream, την ανέραστη trophy wife που τον επισκιάζει και την καλοσυνάτη εικόνα του ρομαντικού λεβεντόπαιδου που πλασάρει. Το περιεχόμενο όμως του Mylo Xyloto (από τον έναν κακό τίτλο στον άλλο) διακατέχεται από κάλπικο συναισθηματισμό. Το κακό είναι ότι οι γλυκερές συνθέσεις του Chris, όπως το αναιμικό Charlie Brown, δεν είναι μόνο απλοϊκές απόπειρες εκβίασης συναισθήματος αλλά έχουν ένα τυπωμένο «δήθεν» πάνω τους από την κορυφή ως τα νύχια. Σαν παιδικές μελωδίες που είναι τάχα μου λουσμένες στο φεγγαρόφως. Πέρα από τα κολπάκια του studio όπως τα ambient πλήκτρα που καλύπτουν τα κενά προσδίδοντας (υποτίθεται) ονειρική διάσταση, το μόνιμο echo της κιθάρας που σουλουπώνει την απουσία ιδεών και την δήθεν απογειωτική eurosynth θολούρα στα πιο αδύναμα parts των τραγουδιών, το album στερείται συναισθηματικού βάρους και είναι συγκινησιακά άδειο. Αυτά τα αστεία Oh-ohoh στο τέλος κάθε στροφής του Paradise, την ανάπτυξη του Every Teardrop Is a Waterfall και τις μελιστάλαχτες ακουστικές μπαλάντες (γύρω από φωτιά) δεν τα γράφει ούτε πιτσιρικάς στον πρώτο χρόνο του ωδείου. Όσο για την εκτός τόπου και χρόνου συμμετοχή της Rihanna ουδέν σχόλιο. Μοναδική εξαίρεση είναι το συμπαθέστατο Major Minus που πατάει σε μια δουλεμένη ιδέα και είναι επαρκές τραγούδι που θα ταίριαζε περισσότερο στο αξιοπρεπέστατο Viva La Vida. Όχι τυχαία, κάθε φορά που το μάτι μου πέφτει στον τίτλο του album από κεκτημένη διαβάζω «ξύλο απελέκητο».

Ο Noel έχει τετράγωνη αίσθηση του τετράλεπτου στρογγυλού τραγουδιού αλλά δεν το κουνάει ρούπι από τη σιγουριά των καλοσχηματισμένων ρεφρέν. Η ικανότητά του να κατασκευάζει μελωδίες δεν εξατμίστηκε αλλά έχει τσακωθεί σοβαρά με ιδέες όπως εξέλιξη και πρωτοτυπία.

Ο Chris δεν είναι απλά «λίγος», είναι απελπιστικά άδειος και επιπλέον έχει γοητευτεί από την ίδια την εικόνα του παριστάνοντας το ρομαντικό αγόρι που έγραψε τραγούδι-αφιέρωση για τον άδηλο έρωτά του για το τυχερό κορίτσι.

Coldplay – Xylo Myloto

Αν το Mylo Xyloto ήταν ταινία θα ήταν μια ρομαντική κομεντί εμμηνόπαυσης με εκκολαπτόμενες νύφες και άτακτους γαμπρούς, για όλα τα κορίτσια που έχουν καρφιτσωμένη μια Κάρι Μπράντσο στην καρδιά.

Noel Gallagher’s High Flying Birds

Αν το High Flying Birds ήταν ταινία θα ήταν ένα ελεύθερο remake του «Τhe knack and how to get it» με το καστ του Gossip Girl στο περιβάλλον του swinging London.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

2 Responses to True Brit

  1. Raggedy Man says:

    “Ανέραστη trophy wife”. Δεν το ‘χα σκεφτεί έτσι, αλλά ταιριάζει τέλεια…

  2. όσο καλοπροαίρετος και να είναι κανείς, κάποια πράγματα μιλάνε μόνα τους… :)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s