3 Rockumentaries

 

 

 

 

 

Οι τρεις παρακάτω ταινίες που έτυχε αυτό το μήνα να βγουν σχεδόν ταυτόχρονα σε φεστιβάλ, αίθουσες, τηλεοραση και DVD, αποτελούν σκηνοθετικό ταβάνι για το ην έννοια του μουσικού ντοκιμαντέρ και αντιστέκονται στην εξάλειψή του ως είδος εξερευνώντας τίμια όσα πραγματεύονται. Συνήθως στα rockumentaries συμβαίνουν τα ίδια πράγματα, μεγάλοι βίοι και συμπυκνωμένο συναίσθημα με πισωγυρίσματα στο χρόνο, όμως αυτές οι τρεις ταινίες τυχαίνει να είναι ένα σεμινάριο χρήσης των αξιών του μουσικού ντοκιμαντέρ και αποτελούν αξιοπρόσεκτη προσθήκη σε ένα είδος που θεωρούμε κορεσμένο αλλά είναι η μοναδική πλατφόρμα που μπορεί να κουβαλήσει με πειθώ το ειδικό βάρος της rock μυθολογίας.

Ο μεγάλος Martin Scorsese εξερευνά τη ζωή του George Harrison από τα παιδικά του χρόνια στο Λίβερπουλ μέχρι και το θάνατό του πριν δέκα χρόνια, ο Cameron Crowe υπογράφει ένα φόρο τιμής στους Pearl Jam που γιορτάζουν τα είκοσι χρόνια πορείας και ο Davis Guggenheim καταπιάνεται με μια στιγμή στο χρόνο όπου οι U2 βρέθηκαν στον πάτο και αναδύθηκαν στην επιφάνεια με το Achtung Baby. Οι τρεις σκηνοθέτες εξερευνούν με γνώση το υλικό τους που έχει κοινές συνισταμένες. Ο Harrison αποπροσανατολισμένος πνευματικά από τη λατρευτική μανία στα ανήλικα πλήθη βρήκε σανατόριο στις διδασκαλίες του Μαχαρίσι, οι Pearl Jam κυνηγημένοι από το hype του grunge στον πνευματικό πατέρα Neil Young και οι τραυματισμένοι από το Rattle & Hum και κατατραγμένοι από τη σκιά του μεγαλομανούς εαυτού τους U2 στο χιονισμένο Βερολίνο κατά τη κατάρρευση του τείχους. Οι διαφορές στη θεματολογία και την πρόθεση είναι σημαντικές. Οι Pearl Jam βάλθηκαν να εξευτελίσουν το δυσκίνητο δισκογραφικό σύστημα, οι U2 να του πάρουν τα σώβρακα και ο Harrison ούτε πρόλαβε να καταλάβει τον τρόπο που συνέβαλε τα μέγιστα στο να χτιστεί. Ένα-ένα όμως…

George Harrison: Living In the Material World

George Harrison: Living In the Material World

Η Beatlemania είναι ένας ακόμη ευφημισμός στη νέα μουσική ταινία του Martin Scorsese ο οποίος προσπερνά τα χιλιοειπωμένα και ποτίζει τα πάντα γύρω από το ιερό είδωλο με την ανάσα του σαν διαβασμένος εικονοκλάστης που τεμαχίζει τα γεγονότα περνώντας από το ένα ιστορικό συμβάν στο επόμενο, κάνοντας ακόμα και την χιονοστιβάδα των γεγονότων στα 60′s να τον ακολουθούν ασθμαίνοντας. Αυτό το έργο στα χέρια οποιουδήποτε άλλου κινδύνευε να γίνει ένα άψυχο μνημείο στο βουνό από δημιουργίες για τους Fab Four ή μια ακόμη αναδρομή στη ζωή ενός καλλιτέχνη που η μουσική υφήλιος πίνει νερό στο όνομά του. Η διαδρομή όμως εδώ δεν κυμαίνεται μόνο από την pop ειδωλοποίηση στην αναγέννηση μέσω του Ινδικού διαλογισμού. Ο Scorsese βλέπει πιο βαθειά και προσθέτει παραμέτρους στην προσωπική του αποτίμηση, μετατρέποντας τον Χάρισον από αζύμωτη ψυχή χωρίς πνευματική στέγη σε όσιο συνθέτη που εμπνέει κουλτούρες και από μαστουρωμένο ισορροπιστή των Lenon και MacCrtney σε τρωτό ακτιβιστή πελαγωμένο μέσα στην ίδια την εικόνα του. Ο υπέρ-σκηνοθέτης τοποθετεί κοινό άξονα τη φήμη που βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τα βιώματά του Harrison και την τυποποίηση που περιχαρακώνει πάντα την ταυτότητά του. Όμως αντίθετα με το δίδυμο ντοκιμαντέρ No Direction Home που εξερευνούσε την προσωπικότητα του Dylan, τον Scorsese δεν τον ενδιαφέρουν οι ψυχαναλυτικές επιπτώσεις του πάθους του Harrison ούτε οι αυτοκαταστροφικές τάσεις του αλλά στέκεται στην παρατήρηση.

Η παράθεση γεγονότων και πληροφοριών γίνεται με τον ακριβή υπολογισμό ενός ιστορικού αναλυτή, χάρη στη δαιμονιώδη κι εμπνευσμένη σκηνοθεσία και την ανάπτυξη της ιστορίας που αρχίζει και τελειώνει συμμετρικά με τον Harrison να ποζάρει πίσω από όμορφα λουλούδια. Πίσω από τους σπονδυλωτούς σταθμούς της καριέρας του «ήσυχου» Beatle και το χαζευτικό μοντάζ υπάρχει μια πρόθεση του Scorsese να βρει μια ακόμη βερσιόν της ανθρωποκεντρικής ιστορίας που είχε πάντα στο μυαλό του, μέσα από υπαινικτικές ματιές στη ζωή ενός μουσικού που δεν αντέχει τις εκκωφαντικές φωνές στο κεφάλι του που του ταράζουν τη μονόχνοτη φύση του, χωρίς όμως τις ζωτικές λεπτομέρειες που θα κάλυπταν πλήρως το φάσμα του ψυχισμού του όπως του Dylan στο No Direction Home.

Στο αριστουργηματικό πρώτο μέρος αντιλαμβανόμαστε τα διλήμματα κατευθυντήριων επιλογών του νεαρού Harrison που συνθλίβεται από το ταλέντο του διδύμου και την ασύμμετρη μάχη με το δημόσιο καθρέφτη του. Το λαμπερό lifestyle αντιπαραβάλλεται με το επιφυλακτικό προφίλ ενός μουσικού που όλοι αγάπησαν αλλά λίγοι λάτρεψαν πραγματικά όπως φανερώνουν τα μικρά τάκλιν εμβόλιμων σχολίων. Εκεί παρακολουθούμε με δέος τον Harrison να μετατρέπεται σε κειμήλιο της πνευματικής απελευθέρωσης μιας γενιάς που για πρώτη φορά δεν είχε σχέση με τους προγόνους της. Το πρώτο μέρος είναι σινεμά μεγάλων αξιώσεων που επιτυγχάνει με «αθόρυβο» μοντάζ που σε κάνει να νιώθεις πως τα πλάνα ήταν ήδη εκεί. Ανακαλύπτει ένα χαρισματικό άνθρωπο χωρίς απωθημένη ζήλια και  με ισορροπημένη αίσθηση των ιδανικών. Στο δεύτερο μέρος, από το 1970 μέχρι το θάνατό του, θα είχε ουσία η ψυχολογική εμβάθυνση μιας ζωής διαρκώς ταλαντευόμενης, ενός ανθρώπου σε μόνιμη αμφιβολία που ενώ αρχικά φλερτάρει με ότι κινείται, στη συνέχεια φλερτάρει με το μυστικισμό και καταλήγει να φλερτάρει με την κοινωνική ομοιομορφία. Ενός μουσικού που ήταν χαμένος σε μάντρα διαλογισμών και αρμονικές ιδέες πλήρωσης και που σταδιακά βουλιάζει στην εγωπάθεια. Ακόμα και το παρασκήνιο της αποχώρησης των υπολοίπων Beatles από τον Μαχαρίσι, τις εξαρτήσεις, τη πνευματική κλοπή του My Sweet Lord, ή ακόμα περισσότερο την πραγματική ιστορία και το ρόλο της Πάτυ Μπόιντ η οποία ήταν καταλύτης για τον εσωτερικό του κόσμο.

Ο Scorsese δεν εξαντλεί τις δυνατότητες εμβάθυνσης στη διατριβή του μη θέλοντας ίσως να σπιλώσει την ιερή μνήμη μεταθέτοντας την ευθύνη της αφήγησης στο θλιμμένο βλέμμα όσων άφησε πίσω του και όχι στις ψυχολογικές αποχρώσεις της συμπεριφοράς του. Ή συνθήκη αυτή μάλλον οφείλεται στη χήρα του Harrison που έχει τα ηνία της παραγωγής. Λίγα γεγονότα είναι εκεί και αυτά ως ανυπόστατες φήμες ή κουτσομπολιό. Η επεξηγηματική θεωρία παραλείπεται εντελώς σε σχέση με το πώς ο Scorsese είχε σκιαγραφήσει τη σχέση Joan Baez και Dylan. Αντίθετα έχουμε ένα ξόδεμα πληροφοριών δια στόματος της Olivia Harrison που ξεστομίζει κοινοτυπίες με εικόνα μιας real housewife, που σκαλίζουν το προφίλ ενός παλαίμαχου χωρατατζή με καλή καρδιά που αν και ενδόμυχα πολλοί θα ήθελαν να είναι αληθινή, δεν χρησιμεύει σε κανέναν. Το δεύτερο μέρος μοιάζει απύρετο όπως έμοιαζε το Shine A Light για τη συναυλία των Rolling Stones σε σχέση με το αντίστοιχο δικό του αδελφάκι, το αριστουργηματικό The Last Waltz για το κύκνειο άσμα των Band και το ρέκβιεμ του κλασικού ροκ της μετά-Woodstock εποχής.

Όπως σοφά αφήνει να εννοηθεί στην αυλαία της διαδρομής της η καλλιγραφία του Scorsese, με τον ώριμο Harrison πίσω από τα λουλούδια, καταλαβαίνουμε ότι αν και οι εποχές έχουν διαφοροποιηθεί, ποτέ δεν θα ατονήσει η ζωτική σημασία του να είσαι ελεύθερο και απροσάρμοστο πνεύμα.

Pearl Jam: PJ20

Αυτό που κάνει το PJ20 διαφορετικό από τα υπόλοιπα μουσικά ντοκιμαντέρ και την τυπολατρία που τα συνοδεύει, είναι πως πέρα από μια θεαματικά μονταρισμένη αναδρομή είναι ένα μακροσκελές ερωτικό γράμμα του Cameron Crowe στο αγαπημένο του συγκρότημα που το γνωρίζει από τα γεννοφάσκια του. Αυτή είναι η λεπτομέρεια που το κάνει να έχει μια δυνατή καρδιά που χτυπάει πίσω από  το κρεσέντο χιλιάδων μονταρισμένων ωρών και την όποια καλλιτεχνίζουσα πρόθεση. Ο Crowe σκηνοθετεί με αγάπη, αυταπάρνηση και τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού, ως έμπειρος μουσικοκριτικός του Rolling Stone στη δεκαετία του 70 και ορκισμένος λάτρης του ροκ, περιηγήθηκε με την κάμερά του στο πνιγηρό προαστιακό τοπίο του Seattle στο Singles,σε μια εποχή που οι κάμερες του Χόλυγουντ δεν το έβρισκαν ελκυστικό. Εδώ επιστρέφει στις εμμονές του Almost Famous πλάθοντας από το μηδέν το βιογραφικό μωσαϊκό μιας εικοσαετίας θέλοντας να δει πέρα από το χάος και τη σκόνη. Μέσα σε δυο ώρες λιβανίζει αριστοτεχνικά το κρυφό του πάθος για όλους τους ροκ σταρ του κόσμου με συμπόνια. Ξεκινάει από τον χαμό του χαρισματικού τραγουδιστή Andrew Wood, ο οποίος έμεινε για πολλά χρόνια σαν ο σωματοποιημένος αντίλαλος της συνείδησης του Eddie Vedder που εκείνη την εποχή μεγάλωνε στη σκιά και τις ενοχές. Στη συνέχεια εξερευνά τον σύντομο ανεμοστρόβιλο ορμητικού και απαισιόδοξου ροκ που εξέφραζε την κοινωνική ανησυχία μιας γενιάς που αντιδρούσε σε ένα σύστημα ροκ ψυχαγωγίας τσακισμένο από την έλευση της electro pop και του hair metal. Οι Pearl Jam επωμιστήκαν τη σκυτάλη αυτής της ανάγκης και βρέθηκαν στον αντίποδα μιας αμέριμνης καταναλωτικής εφηβείας και τις κανιβαλιστικές ανάγκες της εποχής. Ακούσιοι εκφραστές της εσωτερικής καταχνιάς των εικοσάρηδων που το αντίδοτό τους δεν ήταν ποτέ η αναρρίχηση των αγαπημένων τους album στο billboard. Μουσικοί με mainstream αλλεργία που βρέθηκαν στα έγκατα μιας βιομηχανίας άκαμπτης και αναπόφευκτης.

Ο Cameron Crowe ιχνηλατεί την πορεία μιας παρέας παιδιών που παρατάνε σπασμένα όνειρα για να ταχθούν στον προορισμό της επιθυμίας τους και να βρεθούν στις παρυφές της πολυεθνικής λαίλαπας που ακολούθησε. Ατενίζει με νοσταλγία το μεθυσμένο και ανέμελο στυλ των slackers και κάνει ένα αφηγηματικό σλάλομ σε μια πορεία που παραέχει μώλωπες, δάκρυα και απωθημένα για να θυμίζει θρίαμβο. Οργανώνει τα ντοκουμέντα σε μια μετωπική μαρτυρία για τα τραγικά λάθη πάθη μιας παρέας απαίδευτων αγοριών που η αυτοκαταστροφική τους εκτόνωση γέννησε έναν ποταμό από hype. Οι Pearl Jam και οι Nirvana αντέδρασαν υπέρ του δέοντος συναισθηματικά σε ένα star system αθροιστικών αξιών και στρατολόγησης ταλέντων.

Ο σκηνοθέτης δεν κάνει ακροβατικά στη μονταζιέρα για να μας σαγηνεύσει, αντιθέτως στήνει ένα έντεχνο ανακάτεμα της τράπουλας των home videos σε μια βιογραφική διαδρομή ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης. Η αφήγηση φοράει τα σκισμένα της τζιν και τα ξεχειλωμένα t-shirt και πελαγοδρομεί αψεγάδιαστη χωρίς να μπουκώνει την ιστορία με περιττά βαρίδια και κάλπικα διλήμματα και εστιάζει στις σκληρές αποφάσεις που φέρνει η άχαρη ωριμότητα. Ο Crowe επιλέγει να πιάσει επιδερμικά την πλευρά που αφορά τον ταραγμένο μουσικό και στέκεται στην ανάγκη ενός αυτόφωτου καλλιτέχνη να μείνει μόνος με τον εαυτό του. Κυρίαρχο όχημα γι’ αυτό είναι ο Eddie Vedder με την ταπεινότητα που διαφαίνεται στο νεφελώδες βλέμμα του, ενός άνδρα που μοιάζει με απομεινάρι άλλων δεκαετιών, που δεν κομπιάζει να στέψει το βλέμμα προς το συναισθηματικό του κόσμο νοσταλγώντας την καθαρότητα του προσώπου του πριν δυο δεκαετίες.

Μετά από δυο χορταστικές ώρες και καθώς μια μανιώδης live εκτέλεση κλείνει την ταινία όλα έρχονται σε συσχετισμό. Αντιλαμβανόμαστε τι τους κρατάει ριζωμένους ή εγκλωβισμένους σε ένα όχι πάντα τόσο ευχάριστο παρελθόν. Με την εκρηκτική ηχητική επένδυση και χωρίς να λέει όχι σε ξεστρατίσματα εντυπωσιασμού, ο Crowe φτάνει λυτρωμένος και πιο σοφός στο τέλος μιας ακόμη ροκ εξτραβαγκάντζας.

U2 – From the Sky Down

Ενώ με την πρώτη ματιά το From The Sky Down θα μπορούσε να έχει όλα τα συμπτώματα μιας εσωστρεφούς παραγωγής μόνο για fan όπως το Darkness on the Edge of Town του Springsteen ή ενός ανούσιου ψυχογραφήματος όπως το ομφαλοσκοπικό πόνημα του Daniel Lanois με τίτλο Here Is What Is, αναπάντεχα γίνεται μια θεματική συνέχεια του καταπληκτικού It Might Get Loud. Η ταινία εξερευνά το σημείο μηδέν που το συγκρότημα πήγε για πρώτη και μοναδική φορά να διαλύσει και έκανε μια τελευταία προσπάθεια διάσωσης μπαίνοντας με συγκεχυμένο όραμα στο Βερολινέζικο studio το 1990.

Ο σκηνοθέτης εστιάζει στην ποικιλία και τη διάσπαση απόψεων και διαθέσεων που με την απουσία έμπνευσης αντικατοπτρίζουν την αμηχανία στα τέσσερα μέλη του γκρούπ. Ανασύρει τη στιγμή που ένιωσαν παγιδευμένοι στα πομπώδη τους σχήματα και τη βαριά δογματικότητα του ενοχικού καθολικισμού που κουβάλαγαν. Όμως δεν μιλάει τη θορυβώδη γλώσσα του MTV αλλά μια γλώσσα στωική γιατί καταπιάνεται σε δεύτερο επίπεδο με μια πάλη για προσαρμογή σε αβέβαιο περιβάλλον. Μιλάει χωρίς τα πατροπαράδοτα σχήματα του καλλιτέχνη σε αδιέξοδο και τα στερεότυπα των καλομαθημένων ροκ σταρ που δεν ξέρουν τι τους φταίει και πέφτουν σε ναρκισσιστικό writer’s block από οικονομική ευρωστία και έλλειψη εμπιστοσύνης.

Το πείραμα που επιχείρησε ο πνευματικός πατέρας Brian Eno, στο μέρος που είχε παλιότερα μεγαλούργησε με τον David Bowie, οδήγησε τους U2 στο ησυχαστήριο του Βερολίνου. Ο σκηνοθέτης ψάχνει την αρχή της έμπνευσης, κάνει ακτινογραφία στο νόημα του τραγουδιού, εστιάζει στην πάλη με το μιξάζ, τις συγκρούσεις στη κονσόλα και το βασανιστικό σκάλισμα της σωτήριας μελωδίας που θα κάνει την υπέρβαση και θα μείνει στο χρόνο. Αναπαριστά την ιερή εκείνη στιγμή που ο πληγωμένος εγωισμός θα μετατραπεί σε δημιουργία και θα αποκτηθεί νέα πνευματική ταυτότητα. Ο Guggenheim δεν έχει διάθεση να κανακέψει το ταλέντο τους και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ήσυχη εξερεύνηση με άξονα την πάλη της μουσικής κατεύθυνσης. Δεν υποκύπτει σε ένα απλουστευτικό φιλμ πληροφοριών επειδή κάνει τη σοφή επιλογή να μην συμπεριλάβει στα αρχικά του σχέδια σενάριο αλλά να υπηρετήσει μια ευθύγραμμη αφήγηση χωρίς συναισθηματική υπερβολή. Στήνει μια αριστοτεχνική ανακατασκευή της μεταμόρφωσής των U2 από αγέλαστους μεσσιανικούς αγγελιοφόρους ιδεών αφύπνισης σε είρωνες που αρέσκονται σε ηδονιστικούς βιομηχανικούς ήχους και που τσιτώνουν την παραμόρφωση.

Παρακολουθούμε τη μετάβαση από τα μεγαλόστομα συμπλέγματα και τις λευκές σημαίες στο ρόλο του Ιούδα που χλευάζει τη σκουπιδομηχανή των media. Επιπλέον ο Guggenheim σαν έξυπνος συνομιλητής ξεγελάει τον συνεντευξιόπληκτο Bono και τον αποφορτίζει από τη συνηθισμένη του απατηλή αυτοπεποίθηση. Τον έχουμε μάθει σε μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού όμως εδώ γίνεται αντικείμενο ευφάνταστης εξερεύνησης. Ο Guggenheim στέκεται στην ηθική ραχοκοκαλιά του ρόλου του Bono ως μπροστάρη χωρίς να υποκύπτει σε μεγέθυνση και χωρίς να παρασύρεται από τα αγιογραφικά δέλεαρ ενός σταρ μαθημένου στην ταύτιση και το θαυμασμό. Επιπλέον δεν διακατέχεται καθόλου από ανάγκη να δείξει «χαμένο υλικό» αλλά χρησιμοποιεί τα απολύτως απαραίτητα για να αναμείξει τα ευρήματά του με τον κινηματογραφικό διάλογο, σαν να ξεφυλλίζει το ημερολόγια μιας ιστορίας που οφείλει να ειπωθεί δίνοντας στις λεπτομέρειες αμεσότητα και διαστάσεις.

Στα ηχητικά ντοκουμέντα είναι όμως εκεί που κερδίζει τελικά το στοίχημα καθώς η αδιέξοδη ατμόσφαιρα στα ακατέργαστα τραγούδια είναι πιο ενδεικτική από την ανταλλαγή διαλόγων με παρουσία του φακού. Αφουγκραζόμαστε ένα συγκρότημα σε καλλιτεχνικό limbo που αναστενάζει και πασχίζει να δημιουργήσει. Η στιγμή που μέσα από τον τυχαίο πειραματισμό ακούμε τα πρώτα σπέρματα της μελωδίας που θα γίνει το One” είναι συγκλονιστική. Ο σκηνοθέτης ρίχνει φώς στη γέννηση του τραγουδιού που αποτέλεσε το βάπτισμα πυρός για μια νέα σελίδα και μια νέα εποχή χωρίς να γοητεύεται παραπάνω απ’ ότι χρειάζεται από την πραγματική ιστορία. Με σημαδούρα την περσινή εμφάνιση στο Glastonbury μας οδηγεί όχι σε έναν καλλιτεχνικό γρίφο που θα εξυπηρετούσε την ειδωλοποίηση και θα ήταν αποθεωτικό αλλά σε ένα διαυγές ταξίδι που κρίνεται στη σύγκρουση και μοιάζει απροσάρμοστο.

Η εκκωφαντική στιγμή τεσσάρων αστέρων βουτηγμένων στην παθητικότητα της αμφιβολίας μας οδηγεί στο album ορόσημο Achtung Baby όπου η ειρωνεία και το στυλ ήρθαν σε απόλυτη ταύτιση με το περιεχόμενο και την καμουφλαρισμένη οδύνη. Όλα αυτά εξαιτίας μιας επίπονης καλλιτεχνικής αυτοεξορίας και μιας επανεφεύρεσης που οφείλεται όχι σε θεόσταλτη έμπνευση αλλά στη δύναμη της συγκυρίας.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema, Music. Bookmark the permalink.

2 Responses to 3 Rockumentaries

  1. Zisis says:

    Και κει που έλεγα ότι θα έβλεπα μόνο το ένα (PJ20), το κείμενό σου με έκανε να θέλω να δω και τα τρία.
    Cheers!

  2. Κι εσύ με έκανες να ξαναδώ σε dvd το Billy Liar με πρόσφατo post σου και να θυμηθώ πόσο σπουδαίες ταινίες είχαν βγει από το free cinema και επίσης πόσο θεικά όμορφη ήταν η Τζούλι Κρίστι τότε.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s