3 Ταινίες (αυστηρά) για υποψιασμένους

The Skin I Live In

Πλαστικός χειρούργος που έχει απομονωθεί στην έπαυλη του κάνει πειράματα προσθήκης συνθετικού δέρματος σε μια ασθενή που έχει κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο και αποκομμένη από τον κόσμο.
Δεν πρέπει να είχε ποτέ σοβαρή αγωνία ο Πέντρο Αλμοδόβαρ για το αν το έργο του θα διαπεράσει τα παχύρρευστα στρώματα του mainstream ή αν θα ικανοποιήσει τα δύστροπα γούστα των δυνητικών θεατών, και σίγουρα δεν την έχει και με Το Δέρμα που Κατοικώ.
Με κινηματογραφικές αναφορές,  η ταινία του μπορεί να χαρακτηριστεί μέχρι και το μικρό transsexual ξαδελφάκι των Μάτια Δίχως Πρόσωπο που εξαιτίας της παραπανίσιας εκκεντρικότητας μετανάστευσε νωρίς-νωρίς για την Ευρώπη, ή ένας αποκληρωμένος απόγονος του Δεσμώτη του Ιλίγγου με ανδρόγυνο στυλ και ψυχωτική συμπεριφορά.
Πέρα όμως από αυτά, η πιο πρόσφατη ταινία του Αλμοδόβαρ δεν είναι ένα άλλοθι για φιλμική εξαλλοσύνη, αλλά μια ειλικρινής έκφραση θλιμμένης ματαιότητας για τα σεξουαλικά όρια. Για την αντίληψη του φθαρτού του σώματος και του ψυχικού πόνου τον οποίο φέρνει η μη πλήρωση των πιο κρυφών απωθημένων, αλλά και την πράξη εκδίκησης που διαβρώνει την ψυχή –  ανησυχίες που έχουν καθρεφτιστεί στα πιο προσωπικά έργα του.
Ο Αλμοδόβαρ διαθέτει απεριόριστη εμπιστοσύνη στην κάμερα, έτσι ώστε να φωτίσει ένα χαρακτήρα βαθιά ψυχωτικό αλλά περικυκλωμένο από επιστημονική ακεραιότητα, έχοντας σαν πυξίδα μια σφιχτή αφήγηση και μια παλέτα συναισθημάτων που μας ωθεί να προσπεράσουμε οριστικά το φανερά προκλητικό και ιδιότυπο σινεμά που υπηρετούσε στα 80s. Ο Αλμοδόβαρ είναι πλέον σοφότερος (μια αναμφίβολα κοπιαστική κατάκτηση) και εμφανώς αποστασιοποιημένος από το πολύχρωμο παρελθόν του. Όχι τυχαία, ο μοναδικός ήρωας που φέρνει κάτι από τον καιρό της αποθέωσης του εκκεντρικού και που φοράει στολή τίγρη δεν είναι κάποια γραφική τραβεστί, αλλά ο μόνος (εμφανώς) ψυχωτικός της ταινίας.
Εκεί που ο Ισπανός – βετεράνος πλέον στην θεματική της transgender τραγικότητας – ολισθαίνει είναι στις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων, που από ψυχαναλυτικής άποψης οδεύουν στην αυθαιρεσία (οι επιπτώσεις ενός βιασμού είναι αρκετά τραβηγμένες) και μπορούν να ειδωθούν πειστικά μόνο μέσα σε επίπεδο φαντασίωσης, αλλά και στο αμήχανο φινάλε.
Ο Αλμοδόβαρ κινηματογραφεί με αξιοθαύμαστη εφευρετικότητα τους πρωταγωνιστές του, που παίζουν μελετημένα και υπνωτικά, δίνοντας πιστότητα στους χαρακτήρες τους χωρίς εξάρσεις, σαν να μάχονται τη προδιαγεγραμμένη πορεία τους. Η Έλενα Ανάγια υποδύεται εξαιρετικά ένα πλάσμα παγιδευμένο στο σώμα του, σαν ταριχευμένο καλούδι χωρίς στίγμα κοσμικής ζωής, και ο Αντόνιο Μπαντέρας είναι επαρκέστατος στον ατσαλάκωτο ρόλο του γιατρού με την φετιχιστική εμμονή της εικόνας.
Ο σκηνοθέτης πλευρίζει το θέμα του με ψυχαγωγική οικονομία, στήνει όμως ένα λεπτομερές και άφυλο noir με περίτεχνα νοήματα που δύσκολα αφομοιώνονται από τον απροετοίμαστο θεατή.

Alps

Μια οργάνωση υπαλλήλων παρέχει υπηρεσίες υποκατάστασης των νεκρών αγαπημένων σε συγγενείς που, κόντρα στο ένστικτο του θρήνου και της απώλειας, αναζητούν συναισθηματικό παυσίπονο στην αναπαράσταση αναμνήσεων. Ακραίο ψυχολογικό δράμα με δυσάρεστα νοήματα που αποτελεί δυνατό δείγμα εγχώριας καλλιτεχνικής δημιουργίας.
H αφήγηση ιστοριών του Γιώργου Λάνθιμου που είναι βγαλμένες από την εγχώρια, συχνά σαδιστική  παθογένεια συνεχίζεται στις Άλπεις. Ενώ η ταινία θα μπορούσε να εξαντληθεί στην απαρίθμηση σπονδυλωτών περιστατικών γύρω από τις ασυνήθιστες υπηρεσίες των «Άλπεων», εξιστορώντας διαφορετικές ομόκεντρες καταστάσεις, ο Λάνθιμος παρατάει την ιντριγκαδόρικη ιδέα του τη στιγμή ακριβώς που την αντιλαμβανόμαστε πλήρως. Σαν έντιμος κινηματογραφιστής, στρέφει άλλου το ενδιαφέρον του, αρχής γενομένης από την πλαστογράφηση των ιδανικών κάτω από το επικίνδυνο πανωφόρι της εξομάλυνσης του ψυχικού πόνου. Βρίσκει ευκαιρία και φυτεύει άβολα ερωτήματα για το δράμα της χαμένης ζωής και των ανύπαρκτων οραμάτων. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι υπηρεσίες-νεκροφιλικά αποκυήματα, παρά την οφθαλμοφανή αμφιβολία της αυθεντικότητάς τους, δεν προκαλούν αίσθημα παρακμής στην μικροαστική πελατεία.
Αν και η ταινία πάσχει από ανολοκλήρωτες ιδέες, κυρίως στα πορτραίτα κάποιων μελών της ομάδας, ο σκηνοθέτης ασχολείται αποτελεσματικά με την επίπλαστη ψευδαίσθηση των οικογενειακών σχέσεων, που θα σημάνουν και το τέλος του ψυχολογικού κόσμου των ηρώων. Μολονότι δεν φτάνει ποτέ στο επίπεδο του σπαραγμού που αρμόζει στο θέμα, χάρη στο μινιμαλιστικό του ύφος μπορεί και αποφεύγει αφηγηματικούς πλατειασμούς. Η προσέγγιση είναι φιλοσοφική αλλά ανθρωπολογική και το ύφος του ψυχρό αλλά στοχαστικό. Φαίνεται να μην έχει οίκτο για τους ήρωες, αλλά ποτέ δεν χάνει το ενδιαφέρον του για το δράμα ανθρώπων που αδυνατούν να γλύψουν τις πληγές τους. Μια λογική ένσταση είναι ότι ο σκηνοθέτης υιοθετεί τον πικρό τόνο των συμπεριφορών που εξερευνά. Η ψυχρή επιτήδευση του διαλόγου, ενώ λειτουργούσε στον Κυνόδοντα σε πλαίσιο ουμανιστικής παραβολής, εδώ προσδίδει μια αδιευκρίνιστη δυσμορφία που αφαιρεί από την αμεσότητα. Επιπλέον επαναλαμβάνει το μόρφωμα του Κυνόδοντα, με κίνδυνο να το μετατρέψει σε μανιέρα. Τον σώζει όμως η επινοητικότητα, όπως τα γεωμετρικά καδραρίσματα με την προσεκτική χρήση του out of focus, που ενεργοποιεί τις καθοριστικές ταυτίσεις και συναισθήματα τη στιγμή που πρέπει.
Φυσικά μεγάλη σημασία έχει η τολμηρή ερμηνεία της Αγγελικής Παπούλια, ειδικά από τη στιγμή που ξεκινά η καθοδική πορεία του ρόλου της και παίρνει το πάνω χέρι ο ταραγμένος ψυχισμός της. Υποδύεται ένα τραυματισμένο πλάσμα που αρχικά ελέγχει την αποστολή του, αλλά στη συνέχεια μάχεται το πεπρωμένο του. Πάνω της πέφτει όλη η ανατροπή του τέλους, που ευτυχώς δεν είναι κάποια συνειδησιακή αντίρρηση απέναντι στην κατάπτυστη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου από καιροσκόπους μεροκαματιάρηδες- είναι ο εθισμός της στην ψεύτικη οικογενειακή ισορροπία και η ανάγκη της να ακολουθήσει τα πληγωμένα αισθήματά της, υπακούοντας στον ανώνυμο πειρασμό ενός παρείσακτου ρόλου σε δανεική ζωή.
Οι Άλπεις είναι ένα πεισματικό φιλμ, με το οποίο ο Λάνθιμος, αν μη τι άλλο, ξεφεύγει οριστικά από τους ντόπιους συναδέλφους του. Ας ελπίσουμε και στην επόμενη ταινία του να εξακολουθεί να μην είναι έτοιμος… για κάτι πιο ποπ.

Κάποτε Στην Ανατολία

Ένας γιατρός, δυο αστυνομικοί, ένας ντετέκτιβ, ένας εισαγγελέας και δυο ύποπτοι περιπλανιούνται με τρία οχήματα στην αναζήτηση ενός θαμμένου πτώματος στην ανατολική στέπα. Εκεί θα ξεσπάσουν οι εντάσεις και θα δοκιμαστούν τα όρια της ανοχής τους.
Στο νέο οντολογικό δράμα του, ο Τούρκος σκηνοθέτης Τσεϊλάν στήνει μια υπαρξιακή παράθεση του βωβού ανθρώπινου πόνου (που αν μετουσιωνόταν σε διάλογο θα έπρεπε να συνταχθούν τα ασύντακτα) και της ψυχρής μεθοδολογίας που υπαγορεύουν οι κοινωνικοί ρόλοι των χαρακτήρων. Με φόντο τον ανοιχτό ορίζοντα, ανελίσσονται τα προσωπικά πάθη όσων εμπλέκονται στη γραφειοκρατική μεθοδολογία εξιχνίασης του εγκλήματος. Η αναζήτηση ενός  πτώματος στους αχανείς αγρούς θα πυροδοτήσει εντάσεις, εσωστρέφεια και παρατεταμένη καχυποψία. Ο καθένας των χαρακτήρων εκπροσωπεί μια διαφορετική αντιμετώπιση της ζωής και είναι οχυρωμένος πίσω από ταξικές διαφορές. Στην αμφισβήτηση του γιατρού, την απαίδευτη αποδοχή του εισαγγελέα και την συναισθηματική υποστολή του γιατρού αντανακλάται το δίπολο ενοχής/ αθωότητας που κουβαλάνε άπαντες οι συμμετέχοντες στην άχαρη περιπλάνηση. Ήρωες αληθινοί και σάρκινοι, ποτισμένοι με την απελπισία που κουβαλάει το ηθικό βάρος των ρόλων τους, με αντικρουόμενες αντιλήψεις και προσωπικά μικροσυμφέροντα. Άνθρωποι σε υπηρεσία και εγκλωβισμένοι σε τυπικότητες, λεπτομέρειες και περίπλοκες μεθοδολογίες που υπαγορεύει η στολή του επαγγέλματός τους, η οποία δίνει υπόσταση στην ανώνυμη ύπαρξή τους.
Με ένα πεπραγμένο έγκλημα στην ψυχαναλυτική φλέβα μια πλοκής που θα είχε εξαντληθεί στα πρώτα πέντε λεπτά μιας αμερικανικής αστυνομικής ιστορίας και αδιαφορώντας για την όποια ανυπομονησία του θεατή για λύσεις, ο Τσεϊλάν εστιάζει στην αίσθηση του εγκλωβισμού και της απώλειας. Καταδεικνύει μέσα από την μυθοπλασία τη ματαιότητα της τιμωρίας ενός κοινού εγκληματία σε μια κοινωνία σε λήθαργο. Οι παρατεταμένες σιωπές και ο μετρημένος λόγος φαντάζουν νοηματικά πλουσιότεροι από οποιαδήποτε αδάπανα αποφθέγματα. Ακόμα και τον νεκρό εμφανίζει ως άυλη μορφή- καταλύτη της ψυχολογικής διαδρομής. Παρά την τελεσίδικη σφοδρότητα της αναζήτησης σε επαναληπτικά τοπία, ειδικά προς το τελευταίο σκέλος, το υπόγειο χιούμορ προσφέρει ανάσες στην αποδομητική ματιά μιας μακροσκελούς ταινίας. Η γοητεία της, όμως, βρίσκεται σε κάποιες λεπτές αντιθέσεις. Για παράδειγμα, όταν το θάρρος και το κουράγιο των ηρώων εξατμίζεται, η πικρή συνενοχή τους γίνεται το καύσιμο για τη διαδρομή. Επίσης η γραφειοκρατική μακρηγορία στο λόγο μοιάζει να είναι γραμμένη με οίστρο.
Όπως αποδεικνύει η ιατροδικαστική ανατροπή στο φινάλε, οι λεπτομέρειες του εγκλήματος δεν αφορούσαν καθόλου τον σκηνοθέτη, ο οποίος υπογραμμίζει ότι ακόμα και η προσήλωση στο καθήκον δεν εμποδίζει από τον χειρισμό της αλήθειας. Ο Τσεϊλάν παίρνει όσο χρόνο χρειάζεται και, με την προσεγμένη χρήση της διεύθυνσης φωτογραφίας, οργανώνει ένα λογοκρατούμενο χάος σε εξέλιξη, –  μέχρι το τελευταίο μακρινό πλάνο σε ένα προαύλιο σχολείου, που είναι η μόνη αισιόδοξη νότα εξέλιξης της ζωής και έρχεται σε αντιδιαστολή με το παγερό περιβάλλον του εσωτερικού μιας αίθουσας που πραγματοποιούνται αυτοψίες.

Οι κριτικές δημοσιεύθηκαν στο Cine Time

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema. Bookmark the permalink.

One Response to 3 Ταινίες (αυστηρά) για υποψιασμένους

  1. sophia says:

    Η ταινία του Almodóvar (The Skin I Live In) είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που είδα φέτος.Αρκετά εντυπωσιακή ταινία με ένα μάλλον σκοτεινό θέμα που όμως φωτίζεται από την τρυφερή ματιά του σκηνοθέτη. Γοητευτικότατη ταινία που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα.Ο Almodóvar φαίνεται πιο ώριμος, πιο σίγουρος… Οι ερμηνίες εξαιρετικές με την Elena Anaya σαφώς να ξεχωρίζει.
    Θα διαφωνήσω μαζί σου μόνο σε ένα:στο σχόλιο σου σχετικά τον βιασμό και τις τραβηγμένες επιπτώσεις του.Η Norma είναι μία ψυχικά διαταραγμένη προσωπικότητα (που έγινε μάρτυρας της αυτοκτονίας της μητέρας της ) η οποία βγήκε από την κλινική χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η θεραπεία της.Είναι φανερό ότι δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και αυτό την κάνει εξαιρετικά ευάλωτη. Επομένως, αυτό που βίωσε στο πάρτυ επιβάρυνε κι άλλο την ήδη κλονισμένη ψυχική της υγεία.

    PS Επίσης “είδα” και τον έρωτα του δημιουργού- καλλιτέχνη για το δημιούργημα του. Η πλαστική χειρουργική άλλωστε έχει και μία καλλιτεχνική διάσταση.Ο καλλιτέχνης ερωτεύεται το δημιούργημα του,την τέχνη του γιατί στην ουσία είναι ερωτευμένος με τον ίδιο του τον εαυτό. Βεβαίως αυτός ο έρωτας τον οδηγεί στην τελική πτώση.
    Το soundtrack το βρήκα καταπληκτικό και νομίζω ότι ταίριαζε απόλυτα με το ύφος και την αισθητική της ταινίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s