My Beautiful Dark Twisted Blueprint

Το υπέρμετρο hype που χτίστηκε τους τελευταίους μήνες για το Watch the Throne δεν βασίστηκε μόνο στο εμπορικό βάρος και το ευρύτερο status των δυο heavyweights του hip hop αλλά κυρίως και στο timing του εγχειρήματος. Ο Jay Z και o Kanye West κάνουν από κοινού follow up σε δυο από τα καλύτερα album της καριέρας τους. To Blueprint 3 για τον Jay (το 10ο album του) και το My Beautiful Dark Twisted Fantasy για τον Kanye (το 5ο δικό του) ήταν το καθένα για δικούς του λόγους ένα μικρό peak για τις καριέρες τους. Παρ’ όλα αυτά οτιδήποτε και να κυκλοφορούσαν οι δυο συνέταιροι δεν θα άντεχε το βάρος της προσμονής που έχτιζαν τα media εδώ και μήνες. Αν επαληθεύονταν οι προσδοκίες στις μουσικές συνεργασίες τότε το Rock’n’Roll Circus θα ήταν η καλύτερη συναυλία που έγινε ποτέ, οι Traveling Wilburys το μεγαλύτερο συγκρότημα όλων των εποχών, και το Dancing In The Streets των Jagger/Bowie μια αριστουργηματική διασκευή…

Στη πραγματικότητα το Watch The Throne είναι ένα ενδιαφέρον album που βασίζεται στον αλληλοσεβασμό δυο συνοδοιπόρων αλλά δεν είναι μια κυκλοφορία που θα γράψει ιστορία στο hip hop. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει μια συγκριτική παρατήρηση στις δυο hip hop περσόνες. Ακούγοντας με προσοχή το album, φαίνεται πως ο West έχει αναλάβει  κυρίως τη παραγωγή και τους πειραματισμούς στη κονσόλα ενώ ο Jay Z το attitude και το μεγαλύτερο μέρος των φωνητικών. Πιο συγκεκριμένα ο Jay Z μπορεί εδώ και χρόνια να μιλάει με απόσταση ασφαλείας για τα πρώτα χρόνια του στις βίαιες γειτονιές, να γράφει βιβλία, να είναι μεγαλοεπιχειρηματίας, να έχει υπηρετήσει σαν στέλεχος δισκογραφικά label, να έχει την trophy wife, να είναι συνεπής, να γράφει million sellers για πλάκα, και να ραπάρει υπενθυμίζοντάς μας ότι είναι ο Jay Z, κάτι που κανείς άλλος δεν θα γίνει. Από την άλλη ο Kanye είναι πιο περίεργος, καμιά φορά πιο ενοχλητικός, πιο ευάλωτος και ελαφρά παρανοϊκός. Μπορεί να μην φτάνει τη δεινότητα του Jay Z ως MC, αλλά έχει μια προβληματική ψυχοσύνθεση που άλλοτε γίνεται εκνευριστική και άλλοτε ακατανόητη, όμως σε τελική ανάλυση έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Είναι από τους ελάχιστους μουσικούς με cuttin’ edge στο studio, πράγμα που σε κάνει να περιμένεις με ανυπομονησία κάθε τι που θα κυκλοφορήσει και που μπορεί το ίδιο εύκολα να φέρει τα πάνω κάτω ή και να φάει τα μούτρα του μεγαλοπρεπώς. Από την άλλη μπορώ και να παραβλέψω το επόμενο mega hit τύπου Umbrella που θα δώσει ο Jay Z σε κάποια πιτσιρίκα (είναι μέγιστος A&R) που θα χαρακτηριστεί η νέα ελπίδα του r’n’b μέσα σε μια νύχτα.

Στα επί μέρους του album, δεν υπήρχε περίπτωση η παραγωγή να ήταν κάτι λιγότερο από άρτια.  Τα sample είναι δανεισμένα από τη μαύρη μουσική ιστορία : James Brown, Otis Redding, Curtis Mayfield, Nina Simone και πάει λέγοντας. Όμως είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένα που δεν αφήνουν περιθώρια λάθους και που αφήνουν εύκολα hooks για το ευρύ κοινό. Για παράδειγμα το “Otis” που βασίζεται στο Try A Little Tenderness του Ottis Redding είναι καλό τραγούδι αλλά είναι ανολοκλήρωτο σε ιδέες και δεν έχει το εκτόπισμα του Gold Digger που είχε επιχειρήσει ο West με τον Ray Charles. Το single βασίζεται πρωτίστως στο πρωτογενές υλικό και από τι στιγμή που οι αναφορές μετατρέπονται από έξυπνα samples σε tributes στο Soul Wall Of Fame, τότε ίσως ακούγονται κάπως βεβιασμένα και χαρακτηρίζονται «σιγουράκια». Οι επιλογές του album δεν θυμίζουν σε τίποτα το ρίσκο που παίρνει ο Kanye West σε κάθε solo album του. Αυτή τη φορά θα είναι ο Jay Z που θα βρει έδαφος για να πειραματιστεί σε πιο δύσβατα μονοπάτια και να «τρέξει» φωνητικά σε πειραγμένες ταχύτητες.

Οι καλύτερες στιγμές θεωρώ πως είναι τα παρακάτω τέσσερα τραγούδια. Το εναρκτήριο No Church In The Wild με τον Franf Ocean στο ρόλο του “preacher” που αμέσως αγκιστρώνει το ενδιαφέρον, το εκπληκτικό και ευφυέστατα groovy Gotta Have It με τους Neptunes στην παραγωγή, το πιο κοινωνικό Murder to Excellence με το στυλ εξωστρεφές-beat-πάνω-σε-αφρικάνικο-sample που μας συνήθισε ο Kanye με το περσινό Power και στο ultra cool στυλ του Jay στο ραπάρισμα που θυμίζει το Be Thankful for What You’ve Got και έχει το κολλητικό ρεφρέν : “Paper reads murder, black on black murder”, και ίσως και το New Day χάρη στο slow tempo beat του RZA.

Αδιάφορα βρίσκω τα υπόλοιπα, όπως για παράδειγμα το Lift Off  με τη Beyoncé, το οποίο ίσως να ακούγονταν ενδιαφέρον μέσα στο δικό της πρόσφατο album αλλά εδώ ακούγεται  φλύαρο και αυτά τα αμήχανα synths δεν βοηθάνε, το ίδιο και οι εκτός κλίματος στίχοι : “take it to the moon, take it to the stars” (please…) To ίδιο και το N**as In Paris που μοιάζει να είναι γραμμένο για να πέσει στα χέρια των club jockeys και να κάνει χαμό (μέχρι εκεί), το That’s my Bitch που μπλέκει το sample από το κλασικό Brothers Gonna Work It Out των Public Enemy μόνο και μόνο για να τονίσει το πόσο δεν στέκεται η συγκεκριμένη εμπρηστική μουσική υπόκρουση όταν είναι πάνω σε  πάνω σε χαζούς στίχους και όχι στον πύρινο λόγο του Chuck D. Το Welcome to the Jungle δυστυχώς δεν έχει sample από Guns N’ Roses για να προκύψει κάτι ενδιαφέρον, το Whos Gon Stop Me κλείνει το μάτι στην σύγχρονη dubstep πειραματική χορευτική σκηνή και το Made in Americaπου ακούγεται σαν βαρετό gospel με υλικό στο οποίο ίσως ο John Legend να έκανε κάτι πιο ενδιαφέρον με αυτούς τους αναιμικούς στίχους του στυλ “Sweet baby Jesus”. Ανολοκλήρωτο ακούγεται και τοWhy I Love Youμε τα electro synths που φιλοδοξούν να θυμίζουν τους ήχους του Moby όταν διασκεύαζε Joy Division αλλά τείνουν περισσότερο προς…Europe και την ξεπερασμένη πλευρά της 80’s pop.

Η συνεργασία των Jay και Ye (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους) αποδείχτηκε προβληματική γιατί έκοψαν το καρπούζι στα δυο από υπερβολικά αμοιβαίο respect ενώ το ενδιαφέρον πάντα πηγάζει από τις συγκρούσεις και την τριβή και όχι την ευγένεια στη σκυτάλη. Επίσης γιατί το album είναι άνισο και στερείται συγκεκριμένης ταυτότητας και προσωπικού κόσμου και επιπλέον γιατί μοιάζει περισσότερο με κυκλοφορία/παρένθεση παρά με το επόμενο καλλιτεχνικό βήμα. Τέλος γιατί το attitude των δυο τους είναι να κάνουν τον κόσμο να κοιτάξει τους εστεμμένους που είναι στρογγυλοκαθισμένοι στο θρόνο τους αντί να «προτείνουν» νέους δρόμους σε μια εποχή που το hip hop είναι κλινικά νεκρό, να «ρισκάρουν» με τις προσδοκίες του κοινού και όχι να παίξουν το χαρτί της αναβίωσης της μουσικής βιομηχανίας.

* To video είναι σε σκηνοθεσία του Spike Jonze

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s