Movies for the Desert Island (#1)

Simple Men (1992)

Ned: I want adventure. I want romance.
Bill: Ned, there is no such thing as adventure. There’s no such thing as romance. There’s only trouble and desire.
Ned: Trouble and desire.
Bill: That’s right. And the funny thing is, when you desire something you immediately get into trouble. And when you’re in trouble you don’t desire anything at all.
Ned: I see.
Bill: It’s impossible.
Ned: It’s ironic.
Bill: It’s a fucking tragedy is what it is, Ned.

Ο Hal Hartley μπορεί να θεωρηθεί με ευκολία ως ο πατριάρχης της ανήσυχης πλευράς της ανεξάρτητης σκηνής του Αμερικάνικου σινεμά από τη δεκαετία του 90 και μετά. Έσκασε σαν κομήτης την εποχή που το alternative rock κυριαρχούσε στα FM και οι άνθρωποι άρχιζαν να εγκαταλείπουν σιγά-σιγά το VHS. Σαν δημιουργός διέθετε χαρισματική ματιά στην ανθρώπινη συμπεριφορά και το στυλ του ξεχώριζε από κάθε κινηματογραφιστή της γενιάς του. Ο Hartley κατάφερε και έφτιαξε έναν απόλυτα προσωπικό κόσμο από μοναχικούς ήρωες. Έχτισε γύρω τους μια πυκνή δραματουργία, τους έβαλε πρωταγωνιστές σε ιστορίες με μινιμαλιστική δράση, τους έδωσε κοφτό και πανέξυπνο διάλογο και τους έβαλε να λένε επαναληπτικές ατάκες που έδιναν μια ξεχωριστή και χαμηλόφωνη εκκεντρικότητα στο genre, είτε είναι αυτό της ρομαντικής κομεντί The Unbelievable Truth (1989) είτε το οικογενειακό δράμα Trust (1990), είτε η κατασκοπική περιπέτεια Amateur (1994). Η πρώτη ταινία του Hartley που είδα ποτέ ήταν το Simple Men του 1992 και ίσως είναι ο λόγος που το έχω περισσότερο στη καρδιά μου από όλες τις παραπάνω ταινίες αυτού του παράξενου auteur. Είναι απίστευτη η μέθοδος που ο Hartley έχει καταφέρει να πειραματιστεί στο χτίσιμο της δομής και το πώς έχει ανατρέψει τους παραδοσιακούς κανόνες αφήγησης. Η σπάνια ιδιοσυγκρασία το και η μοναδικότητα του αισθητικού στυλιζαρίσματος των σκηνών του βρίσκονται σε καλλιτεχνική κορύφωση στο Simple Men. Η ιστορία της ταινίας αφορά δυο αδέλφια, τον Bill και τον Dennis, που καταζητούνται από την αστυνομία. Η αινιγματική περσόνα του πατέρα τους και μια προδοσία από τη πρώην γυναίκα του Bill τους κάνει να δεχθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός από μπελάδες και πόθους και αναγκάζονται να φύγουν εξόριστοι. Στο δρόμο τους θα σταματήσουν σε μια απομακρυσμένη καφετέρια όπου ο Bill θα ερωτευτεί την ιδιοκτήτρια.

Όπως κάθε σημαντικός καλλιτέχνης, έτσι και ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης παρά το ότι αποτελούσε την επιτομή του cool και ήταν η απόλυτα μοντέρνα πρόταση της εποχής του, αντλεί και αυτός έμπνευση από την παράδοση. Ο εκκεντρικός τρόπος ερμηνείας των ηθοποιών και το αποστασιοποιημένο ύφος που εκστομίζουν τις ατάκες τους θυμίζει την αισθητική προσέγγιση του Bresson και η εφευρετικότητα του μοντάζ με τους ultra cool χαρακτήρες φέρνει στο μυαλό την πρώτη χρυσή εποχή του Godard της δεκαετίας του 60. Οι μηχανικές και σχεδόν κρύες ερμηνείες των ηθοποιών που συγκροτούν τη ραχοκοκαλιά του σινεμά του Hartley πατάνε στο νέο κύμα Γάλλων σκηνοθετών. Αυτός ήταν και ο λόγος που χρησιμοποιούσε μια μικρή ομάδα από ηθοποιούς σε κάθε ταινία. Οι ηθοποιοί που μοιράζονταν τους ρόλους του και αποτελούσαν τον «ολιγομελή θίασο Hartley» ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι στην ιδιοσυγκρασία των ταινιών του. Στο Simple Men η χορογραφία των μηχανικών κινήσεων των ηθοποιών, η απόλυτη γεωμετρία στο χειροποίητο πλάνο, το κοφτό μοντάζ, ο ελλειπτικός διάλογος που μοιάζει να τρέχει σε δύο χρόνους και το εναλλασσόμενο πινγκ-πόνγκ ατάκας που τείνει σε συχνές επαναλήψεις, αποτελούν τις σκηνοθετικές επιλογές που κάνουν το έργο αψεγάδιαστο και ανθεκτικό στη φθορά του χρόνου. Ακόμα και στην εποχή της πλαστικής 3D τεχνολογίας, τα διεισδυτικά κοντινά και τα γεωμετρικά μετρημένα πλάνα του Simple Men είναι χάρμα οφθαλμών. Οι ήρωές του, σαν ήρωες του Raymond Carver παλεύουν με τα φευγαλέα σημάδια ετεροχρονισμένης ελπίδας, το μούδιασμα των διαπροσωπικών σχέσεων, τις λανθάνουσες φιλοδοξίες τους, τη συνολική αυταπάρνηση και το αίσθημα αποξένωσης από το ασφυκτικό περιβάλλον. Υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης και ματαιοπονίας στο έργο του. Η γλώσσα γίνεται το εργαλείο που τα παραπάνω νοήματα που αντιπαρατίθενται με την αλληλεπίδραση των ηρώων. Ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια των καταστάσεων δεν τον αφορά. Τον αφορούν οι ήρωες και η ακεραιότητα της συναισθηματικής ευφυΐας τους. Η απόλυτη γνώση και η αληθινή αγάπη συνήθως είναι αισθήματα εφήμερα.

Ο Hartley κινηματογραφεί με μεγάλης διαρκείας πλάνα, δεν κόβει συχνά για να δώσει νεύρο, αλλά αφήνει τη σεκάνς να αναπτυχθεί και προτιμά να εστιάζει στον κοφτό και γρήγορο διάλογο με στέρεα και στατικά πλάνα. Υποδεικνύει το που θα στρέψει το βλέμμα του ο θεατής αλλά ταυτόχρονα τον αφήνει να πάρει αυτό που θέλει από το πλάνο. Σε αυτό θυμίζει έναν άλλο πρωτοπόρο της ανεξάρτητης σκηνής του Αμερικάνικου σινεμά, τον Jim Jarmusch. Όμως αντίθετα με την ποιητική και αφηρημένη ματιά του Jarmusch, τα πλάνα του Hartley είναι πιο χορογραφημένα και πιο μινιμαλιστικά και υπηρετούν το διάλογο και όχι το πεδίο. Πραγματικά ο  πύρινος λόγος που ξεστομίζουν οι καθημερινοί ήρωες του Simple Men έχει την λογοτεχνική μαγεία ενός Hemingway ή ενός Mark Twain.

Οι ταινίες του Hartley κοστίζουν ελάχιστα χρήματα και αποφέρουν ακόμα πιο λίγα. Όμως οι no-budget περιορισμοί μετατρέπονται στο αισθητικό πλεονέκτημα της ταινίας απέναντι στην ενδιαφέρουσα αλλά και προβλέψιμη ανεξάρτητη σοδειά που ξεπετάγεται κάθε χρόνο από το Sundance και επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Ο Hartley σχεδόν επιστρέφει στο σινεμά της δεκαετίας του 40 και εξερευνά το βάθος πεδίου στο διάλογο που θεμελίωσαν σκηνοθέτες σαν τον Wyler. Συχνά οι ήρωες στρέφουν το βλέμμα μακριά από τον συνομιλητή τους όταν του απευθύνονται. Παίρνουν αντίθετες στάσεις και τα βλέμματα είναι απαθή. Καμιά φορά βλέπουμε το ύφος και τις αντιδράσεις μόνο αυτού που ακούει και σχεδόν πάντα τα close-up στα πρόσωπα και η κίνηση των σωμάτων αλληλοσυμπληρώνεται. Ο Hartley στο Simple Men δεν κινηματογραφεί καθόλου δράση αλλά μόνο βλέμματα και φράσεις. Ο διάλογος είναι ελλειπτικός και βαθυστόχαστος μέσα στη χαλαρότητα και το μπλαζέ ύφος και συνήθως διακόπτεται από τους μοναχικούς ήχους μιας ηλεκτρικής κιθάρας στο soundtrack.


 

 

 

 

Little Foxes                       Simple Men

H ταινία αρχίζει και τελειώνει με την φράση «don’t move» που λέει κάποιος ήρωας εκτός κάδρου. Είμαστε συμμέτοχοι σε ένα πλήρη σεναριακό κύκλο που κλείνει με μια σχεδόν καρμική ισοπέδωση κάθε ελπίδας για λύτρωση και για έναρξη ενός μοιραίου έρωτα. Οι τρεις παρακάτω σκηνές είναι και τα σημεία κλειδί που κάνουν τη ταινία ιδιαίτερη. Ο ήρωας που υποδύεται ο Martin Donovan (άλλος ένας Hartley-regular) σε έναν παροξυσμό πανικού και οργής θα φωνάξει ότι δεν αντέχει την ησυχία. Στο επόμενο πλάνο οι ήρωες που έλεγαν ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο από “trouble and desire” θα επιδοθούν σε ένα ξεκούρδιστο χορευτικό νούμερο πάνω στο Cool Thing των Sonic Youth (σκηνή ανθολογίας για το μοντέρνο σινεμά) όπως περίπου οι ήρωες του Bande a Apart (1964). Στο ίδιο πλάνο θα παρεμβληθούν ο Bill και η Kate όπου θα τους δούμε σε έναν χορό σαγήνης, δισταγμού και υπόγειου φλερτ. Τα πρόσωπα και τα σώματα συντονίζονται με τα λόγια και οι ήρωες βγαίνουν εκτός εικόνας για να αφήσουν το θεατή να ιχνηλατήσει το χτίσιμο της επικοινωνίας.

 

 

 

 

 

Bande A Part                              Simple Men

Στο τέλος του αυτοσχέδιου πάρτι θα ακολουθήσει μια ανάλυση για τη Madonna σε πέντε διαδοχικά πλάνα, ένα για κάθε ήρωα, όπου τα λόγια των υπολοίπων ακούγονται εκτός κάδρου –αν και στην ιστορία έμεινε περισσότερο η βλάσφημη και γαργαλιστική ανάλυση στο θέμα της Madonna από το Reservoir Dogs της ίδιας χρονιάς. Ο Hartley σκηνοθετεί την εξέλιξη των γεγονότων δίνοντας έναν off beat τόνο, ένα υπόγειο χιούμορ και καταφέρνει και εξανθρωπίζει το στυλιζάρισμα της nouvelle vague με δόσεις μοντέρνας τρυφερότητας και με ένα σοφιστικέ παιχνίδισμα ανάμεσα σε πλάνα άδεια από εύκολο ρομαντισμό. Σε μια άλλη σκηνή ο τοπικός σερίφης που καλείται από τους ιδιοκτήτες ενός βενζινάδικου ξεκινάει έναν κανονικό διάλογο ο οποίος σταδιακά ξεφεύγει χωρίς καμία λογική σε ένα ατελείωτο πεσιμιστικό λογύδριο με συνεχείς αναφορές πάνω στην απώλεια του έρωτα και τις απαιτήσεις των γυναικών (protection, assurance, security, confidence, safety, promises… κτλ) που τελειώνει με τη φράση «Why do women exist?». Μια άλλη σκηνή αρχίζει με ένα medium-close-up στην Kate που κάνει την ερώτηση για το πόσο θα μείνει ο Bill, ο οποίος απαντά πως θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του εκεί. Η απάντηση της Kate είναι “Really”, και ακολουθεί η αιφνιδιαστική φράση του Bill “With you”. Όταν έχουμε ακούσει νωρίτερα τον Bill να ανακοινώνει ότι το σχέδιό του είναι να γνωρίσει μια γυναίκα την οποία θα σαγηνεύσει και θα την παρατήσει, είναι σημαντικό για εμάς να δούμε την έκφρασή του την ώρα που της ανακοινώνει την αγάπη του έτσι ώστε να διαπιστώσουμε την ειλικρίνειά του. Όμως η κάμερα συνεχίζει να κοιτάει την Kate, η οποία απαντάει “You seem pretty confident about that” και ξανά ο Hartley κρατάει εκτός οθόνης την απάντηση “I am”. Η ένταση και τα ερωτηματικά που χτίζονται στο κοινό από τις ατάκες και τους ήρωες που είναι off-screen είναι μια αποτελεσματική δραματουργική ανάπτυξη.

Σαν γνήσιο πνευματικό παιδί του Godard, ο Hartley θα αποδομήσει τη γραμμική αφήγηση για χάρη του εγκεφαλικού σχολιασμού στο βάθος της παθογένειας που κουβαλάνε οι χαρακτήρες. Θα στήσει ολόκληρες σκηνές από μια «μερική οπτική» της δράσης, οι γωνίες λήψεις θα περιορίσουν τις πληροφορίες για τον χώρο και η εικόνα με τον λόγο θα συγχρονιστούν σε έναν συγκοπτόμενο ρυθμό φιλοσοφικών ιδεών και απορυθμισμένης πλοκής. Η no-budget βιρτουοζιτέ βρίσκεται στο απόγειό της με την ελευθερία του auteur να αναλύει σε βάθος τα πιο απλά νοήματα. Όμως οι δυο σκηνοθέτες έχουν και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον πομπώδη παρεμβατικό λόγο και την ποιητική διαλεκτική του Godard, ο Hartley προσδίδει ξεκάθαρα κίνητρα στους ήρωες, τους βάζει σε γνώριμο πλαίσιο δράσης και κάνει τον θεατή να οικειοποιηθεί τις αγωνίες τους. Ο Hartley συντονίζει τη δράση με την αντίδραση ενώ ο Godard αδιαφορεί για τα πλάνα αντιδράσεων, ο Hartley βλέπει τραύμα εκεί που ο Godard βλέπει πολιτισμική φθορά, ο Hartley μιλάει λακωνικά και εκφράζει άναρχες ανησυχίες εκεί που ο Godard μιλάει αινιγματικά και προφητικά.

Ο Hartley δεν έγινε το icon που θα έπρεπε να γίνει. Οι πιο πολλές ταινίες του δεν μπορούν καν να βρεθούν σε dvd. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Δεν μπορούσε να γίνει media whore σαν τον Kevin Smith ή να απορροφηθεί από το mainstream και να κάνει εκπτώσεις στο όραμά του σαν τον Richard Linklater. Απέφυγε τα media και από εκκολαπτόμενο ίνδαλμα χάθηκε στην αφάνεια και τους μικρού μήκους πειραματισμούς. Από τη μια έπαψε να είναι σε θέση να παράγει, από την άλλη παραήταν στο κόσμο του και θα ήταν κανονική παραφωνία σε μια σύγχρονη κινηματογραφική πραγματικότητα όπου αντιπροσωπευτικό δείγμα ανεξάρτητου σινεμά θεωρείται το Little Miss Sunshine ή το Juno. Είναι πολύ διαφορετικός για να μιλήσει στη γενιά του YouTube και πολύ σπάνιος ακόμα και για τους σινεφίλ θεατές που “πιάνουν” τους Coen. Θα παραμείνει πάντα ένας σκηνοθέτης που μπόρεσε και άλλαξε για λίγο τη γλώσσα του σινεμά με το ρομαντικό The Unbelievable Truth, τον ορισμό του εναλλακτικού love story Trust, το περιπετειώδες Amateur, την αδιανόητα υποτιμημένη ανατρεπτική ματιά πάνω στη θεματική της δημιουργίας μέσα από τη μυθολογία του Φάουστ στο αριστουργηματικό Henry Fool (1998) και φυσικά στις δυο μικρές σε διάρκεια ταινίες, το Surviving Desire πάνω στην ανάρμοστη σχέση ενός καθηγητή και μιας μαθήτριας και το εσχατολογικό φιλμ The Book Of Life με τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τον Εωσφόρο και την …P.J Harvey στο ρόλο της Μαγδαληνής. Όμως η αυθεντικότητα μιας ταινίας σαν το Simple Men δεν είναι προϊόν της εποχής της. Έχει μια διαχρονική και παγκόσμια ποιότητα που οι επαναληπτικές θεάσεις της 19 χρόνια μετά κάνουν όλο και πιο φανερή. Το Simple Men δεν είναι για το ανεξάρτητο σινεμά ότι ο καθαρός και ανεξάρτητος λόγος του Κασσαβέτη των 50’s ούτε ο γνήσιος σινεφίλ κωλοπαιδισμός του Ταραντίνο. Είναι ένα έργο που στέκεται εκτός εποχών και κοινωνικών δομών και προσπερνά τα εφήμερα trend που στήνουν τα media. Το σινεμά του Hartley κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90 δεν έχει προηγούμενο ως προς το στυλ και ως προς το λεκτικό ραφινάρισμα. Ήταν και παραμένει ο ορισμός του μοντέρνου, του hip, του quirky, του προχωρημένου και του… post everything. Θα ήθελα να χορεύω μαζί τους σαν ανθρώπινο χούλα-χούπ το τραγούδι των Sonic Youth, θα ένιωθα άνετα με αυτούς τους ήρωες γιατί νιώθω οτι μιλάνε τη γλώσσα μου. Αφού δεν μπορώ, θα βλέπω τακτικά αυτή την ταινία για πάντα… (don’t move).

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Movies for the Desert Island. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s