Insignificant Points

 “I love Spielberg pictures, you have those wonderful little kids. But I don’t think everyone should have to make them” Martin Scorsese

Ο μηχανισμός προώθησης που στήθηκε εδώ και μήνες στην Αμερική για το Super 8 ήταν ένα ακόμα μάθημα αποτελεσματικού marketing για το χτίσιμο προσδοκιών και αναμονής. Πέρα από κάθε ηθική αντίρρηση που μπορεί να έχουμε, αυτό δείχνει τον τρόπο που χτίζεται ένα event movie. Πέρα από την παραφιλολογία γύρω από τις μυστικές συνθήκες γυρίσματος, τις κρυφά γυρισμένες σκηνές, τους «όρκους μυστικότητας», τα επτασφράγιστα μυστικά του σεναρίου και τις διαρροές από το studio για το θέμα της ταινίας που έφταναν στα αυτιά μας από πέρσι το καλοκαίρι, το αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα tribute στον Spielberg από τον πιστό μαθητή του JJ Abrams. Κάθε κάδρο της ταινίας και κάθε σκηνή έχει το αποτύπωμα του δάσκαλου από το χέρι του πιο καλού του μαθητή. Ο Abrams κοπιάρει με καμάρι και τιμή τις οικογενειακές αξίες, τη φιλοσοφία και τη ματιά του Spielberg και στη προσπάθειά του να κάνει έναν απόλυτο φόρο τιμής υιοθετεί το μεγαλεπίβολο όραμα του, αναγάγει τον παιδικό συναισθηματισμό σε παγκόσμια γλώσσα αγάπης και την παιδική αθωότητα στον μοναδικό κώδικα κατανόησης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το εξωγήινο (oops spoiler), ψάχνει το παιδί στον ενήλικα και δημιουργεί σκηνές που πραγματικά σε κάνουν να μαγεύεσαι ξανά με τη δύναμη του κινηματογράφου. Όμως στη πορεία αντιγράφει ακόμα και τα μειονεκτήματα του Spielberg, τον κακό διάλογο, τη συναισθηματική προβλεψιμότητα, το ανυπόφορο “politically correct” μέχρι και στο τελευταίο καρέ της ταινίας, την ανάγκη να αγγίξει το ίδιο τις φαντασίες ενός μέσου θεατή που ζει σε αστικό κέντρο και ενός γελαδάρη που ζει στο πιο απομακρυσμένο χωριό και τον αφελή τρόπο που το ολόκληρο το φάσμα του ανθρώπινου ψυχισμού και κάθε ανθρώπινο τραύμα συνοψίζεται σε τρεις απλές λέξεις : «λείπει η μαμά!». O JJ Abrams όχι μόνο δεν είναι auteur ή καλλιτέχνης αλλά και δεν είχε ποτέ τίποτα δικό του να πει. Είναι ένας τεχνικά καταρτισμένος πρώην movie buff που εξελίχθηκε σε τεχνοκράτη της εικόνας που ξέρει καλά το παιχνίδι της αυτοπροβολής και κινείται πανέξυπνα στο σύστημα. Οι προηγούμενες ταινίες του βασίστηκαν σε ultra classic τηλεοπτικές σειρές, το Mission Impossible 3 που πάτησε πάνω στο franchise του Tom Cruise και το Star Trek που βασίζεται σε μια τεράστια μυθολογία (που δεν κατάλαβα ποτέ την αξία της) με σκληροπυρηνικό cult κοινό. Καρπώθηκε την επιτυχία του Lost (αν και σκηνοθέτησε μόνο τον πιλότο και αποχώρησε από τη σειρά στο επεισόδιο 8!!!) και κρύβεται πίσω από την παραγωγή της πανέξυπνης -από πλευράς marketing- ταινίας καταστροφής Cloverfield. Αυτό που συμβαίνει στο Super 8 δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα καλό κοκτέιλ από ταινίες που έχει αναμειχθεί ο Spielberg : το φινάλε του «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου», η παρέα των πιτσιρικάδων στο «Goonies», ο all American πατέρας πρότυπο και ταυτόχρονα προστάτης της μικρής κοινωνίας που ήταν ο Roy Scheider στo «Jaws», τα παιδάκια και ο εξωγήινος του «E.T.» και τα θρυμματισμένα θεμέλια της οικογένειας που πρέπει να ξαναφτιαχτούν στο… σε όλα! Οι επιρροές έξω από το Σπιλμεργκικό τοπίο είναι ελάχιστες όμως οι σχέσεις των παιδιών θυμίζουν κάτι από το Stand By Me, η γεωμετρία του τρόμου ξεσπάει κάπως σαν το The Fog του Carpenter, ακόμα η τελική σκηνή διαλόγου με την εξωγήινη απειλή θυμίζει το φινάλε της «Αβύσσου», αλλά πάντα μέσα από την “αθώα” και γλυκερή ματιά του Spielberg ο οποίος φαντάζομαι πως θα αντιμετωπίζει τον Abrams όπως… η Madonna τη Lady Gaga, δηλαδή θα τον έχει από κοντά και με τις ευλογίες του, με το συγκαταβατικό χαμόγελο επιβράβευσης του μαθητή, αλλά θα είναι ευτυχισμένος μόνο εάν κάθε αναφορά στον καινούριο θα περιέχει και τον παλιό μέσα και φυσικά ποτέ –προς Θεού- τα νούμερα σε εισπράξεις/πωλήσεις να μη ξεπεράσουν τα ρεκόρ του μέντορα. Το γενικότερο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι στην εποχή που τα μεγάλα blockbuster είναι ξαναζεσταμένο φαγητό από σίκουελ, ή εμετικές περιπέτειες σαν το Transformers ή απλώς φασαριόζικες αηδίες όπως το Battle Los Angeles, έρχεται το Super 8 να μας θυμίσει λίγο πως ήταν εκείνο το καλό εμπορικό σινεμά της δεκαετίας του 80 και του 70. Στην εποχή των κρετίνων παραγωγών όπως του Bruckheimer, σκηνοθετών όπως του Emmerich και της brain dead ψυχαγωγίας του τηλεοπτικού σκουπιδιού Spartacus, θυμόμαστε για λίγο πως ήταν η εποχή που κρατάγαμε την ανάσα μας στα Goonies, ή στο Back to The Future ή το πώς χαζεύαμε τον πρώτο Indiana Jones. Η νοσταλγία για αυτό το «καθαρό» και «γεμάτο» σινεμά του ταξιδιού που ανέσυρε ο JJ Abrams που έχει γαλουχηθεί με αυτές τις ταινίες είναι το πραγματικό επίτευγμα του Super 8. Το βασικό πρόβλημα είναι πως πλέον για να παραχθεί ένα υγειές, κανονικό και οικογενειακό έργο που να αγγίξει τις μάζες από έναν crowd pleaser σκηνοθέτη θα πρέπει να πατάει απαρέγκλιτα στο blueprint του Spielberg. Το συστατικό της retro “νοσταλγίας” είναι αναγκαστικά παρόν σε οτιδήποτε καλό παράγει ο mainstream κινηματογράφος, είτε είναι το περσινό Γουέστερν των αδελφών Coen, είτε το Χιτσκοκικό θρίλερ του Scorsese και πάει λέγοντας. Δεν μπορώ να φανταστώ τον σημερινό συναισθηματικό αντίκτυπο ενός 12χρονού στο Super 8, αλλά όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο τον E.T. να πετάει διασχίζοντας την πρόσοψη της σελήνης με το ποδήλατο «νιώθαμε» τη μαγεία. Όσα και να προσάψουμε στον Spielberg (και είναι χιλιάδες αυτά που μπορούμε να πούμε) δεν μπορούμε από την άλλη να αρνηθούμε πως είχε το απόλυτο magic touch του παραμυθιού. Ενώ με εκείνο το “ouch” σφίγγονταν το στομάχι μας, σήμερα δεν ξέρω αν το φινάλε του Super 8 θα έχει ανάλογο αποτέλεσμα. Η σκηνή που ο καρχαρίας άνοιξε το στόμα του για πρώτη φορά μας έκανε να μη πλησιάζουμε το νερό, με τα περσινά τρισδιάστατα πιράνχας που πετσόκοψαν καμιά διακοσαριά λυόμενους δεν άνοιξε μύτη. Μόλις τελείωσαν οι «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» νιώθαμε εγκλωβισμένοι στο σκατοπλανήτη Γη, το φινάλε του Super 8 δεν ξέρω αν έχει τη δύναμη για κάτι ανάλογο, όπως οτιδήποτε δεν ήταν αυθεντικό αλλά βασίστηκε σε ένα κατασκευαστικό manual που άφησαν κληρονομιά οι προγενέστεροι. Ακόμα και άριστα να πάρει ο JJ Abrams για τη διατριβή του στον Spielberg (που το αξίζει) παραμένει το γεγονός πως παρέδωσε ένα υπέροχο κατασκεύασμα που δεν μπορεί να μεταδώσει τίποτε άλλο παρά κλωνοποιημένο συναισθηματισμό και ποντάρει στο ωστικό κύμα από μνήμες που θα ανασύρει, παρά στη δική του καρδιά που δεν την ακούμε να χτυπάει ποτέ.

Hire Me, Play Me, Expose Me, Pay Me

Πίσω στο 1994, οι U2 έβγαιναν από μια εξοντωτική γιγαντοπεριοδεία τριών χρόνων. Η τουρνέ με τίτλο Zoo TV είχε ξεκινήσει με την κυκλοφορία του Achtung Baby και είχε περάσει από όλα τα μήκη και πλάτη της Γής. Ήταν ένα κινούμενο multimedia μανιφέστο πάνω στη φήμη και τα media που πλαισίωναν από γιγάντιες οθόνες μέχρι belly dancers και είχε προκύψει ένα ακόμα album από τα σπλάχνα της, το Zooropa. Το συγκρότημα είχε φέρει εις πέρας μια ακόμα φιλόδοξη καλλιτεχνική εξερεύνηση. Ο τρόπος που οι U2 επέλεξαν να αποφορτίσουν την ένταση και το χάος μετά από ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό project ήταν… με περισσότερο πειραματισμό. Τα soundtrack για υπαρκτές και φανταστικές ταινίες με τις ακραίες ambient αναζητήσεις του μέντορα Brian Eno κάτω από το όχημα «Passengers» λειτούργησε σαν μινιμαλιστικό καταφύγιο για να ισορροπήσει την εκκωφαντική βοή των γεμάτων σταδίων. Μετά το album Pop και την τεράστια τουρνέ Popmart με τα γιγάντια λεμόνια και τις διαστημικές ντισκομπάλες, ήρθε η ώρα για τον Bono και τον Edge για ένα ακόμα project μακριά από τον μαζικό σαματά και τις βαρβάτες κυκλοφορίες των U2 με το heavy marketing που κουβαλάνε. Αυτό θα ήταν το soundtrack της ταινίας Million Dollar Hotel του Vim Venders κάτω από το όνομα Million Dollar Band. Μια δεκαετία μετά και ύστερα από δυόμιση χρόνια περιοδείας σε όλο τον κόσμο σε μια σκηνή 360 μοιρών, για την υποστήριξη του No Line On The Horizon, το μικρό μετέπειτα project δεν θα είναι μια jazz μπάντα για το ξεχαρμάνιασμα, ούτε ένα alternative project για να μαζευτούν οι μύες μετά τη σκληρή άσκηση, ούτε καν μια αθόρυβη συνεργασία για να έρθουν τα μέλη των U2 στα ίσια τους. Ο Bono και ο Edge υπέγραψαν τη μουσική για την πολυδάπανη θεατρική μεταφορά του Spiderman, που είναι ότι πιο μεγαλεπήβολο και θεαματικό βγήκε ποτέ στο Broadway. Πρόκειται για το πιο ακριβό μιούζικαλ που έχει γίνει ποτέ με το κόστος του υπερθεάματος να φημολογείται πως ξεπέρασε τα 70 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της προβληματικής παραγωγής χάθηκε ο έλεγχος εξαιτίας μιας σειράς από ατυχή γεγονότα αλλά και της κακοδιαχείρισης της σκηνοθεσίας από τη «φαντασμένη» Juliet Taymor. Να θυμίσω πως είναι αυτή είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει εκείνο το κούφιο και άνευρο μιούζικαλ με διασκευές σε τραγούδια των Beatles με τίτλο Across The Universe, οπού πάλι ο Bono είχε συμμετάσχει στο νερόβραστο soundtrack. Η παραγωγή του Spiderman περιείχε παραιτήσεις ηθοποιών, τραυματισμούς κομπάρσων και συνεχείς αναβολές πρεμιέρας για ένα χρόνο περίπου μέχρι που οι παραγωγοί το πήραν είδηση και απέλυσαν την Taymor. Τώρα που η «Κλεοπάτρα των μιούζικαλ» πήρε μπρος, μπορούμε να ακούσουμε το original cast που δεν είναι καθόλου σπουδαίο αλλά ούτε και για πέταμα, όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι καλλιτεχνική ή τι προσωπική ανάγκη του Bono και του Edge καλύπτει αυτή η προσπάθεια. Ίσως να μπήκαν σε ένα περίεργο ego trip και προσπάθησαν να φτιάξουν κάτι σαν το Yellow Submarine να συναντά το Tommy, αλλά το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει. Αυτό που ακούμε είναι κάτι σαν διασκευές σε ακυκλοφόρητα τραγούδια των U2 από το cast του Glee. Τα τραγούδια δεν είναι καθόλου άσχημα εκτελεσμένα – και μάλιστα δυο- τρία από αυτά είναι και καλά τραγούδια, αλλά μιλώντας σε κλίμακα ποιότητας σύμφωνα με το X-Factor και American Idol και όχι με οποιαδήποτε άλλη καλλιτεχνική αξία. Συν τοις άλλοις ο Bono με τον Edge έκαναν και βαρύ promotion για το προβληματικό μιούζικαλ, εμφανίστηκαν στο 60 Minutes, στα βραβεία Tony, έδωσαν ένα κάρο συνεντεύξεις και έκαναν την πρεμιέρα του τραγουδιού τους στο… American Idol εισπράττοντας τα χειροκροτήματα της J. Lo που ήταν στην επιτροπή και πρώτο τραπέζι. Ο Bono έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος της προώθησης του μιούζικαλ, είναι αυτός που θα έτρωγε τη σφαίρα για την ασχετοσύνη της Juliet Taymor, αυτός που έφερε τον Steve Lilywhite την τελευταία στιγμή να φτιάξει την παραγωγή της μουσικής και να δώσει αυτή την οικονομία και τη πυκνότητα στα τραγούδια (εισπράττοντας και μια γενναία και εύκολη αμοιβή). Στο μουσικό κομμάτι ξεχωρίζει το εναρκτήριο instrumental που ακούμε και τις πρώτες νότες της χαρακτηριστικής κιθάρας του Edge πριν έρθουν τα heavy riffs, το Boy Falls From the Sky που έχει καλή ενορχήστρωση και μια ωραία κλιμάκωση προς το τέλος, η μπαλάντα Rise Above που θα μπορούσε να ντύσει το happy end της πιο μελό ταινίας, το Picture This που τελειώνει σαν ένα ψυχεδελικό κομμάτι των Beatles και το περίεργο Sinistereo που ακούγεται σχεδόν industrial. Το follow up για το No Line On The Horizon δεν έχει ανακοινωθεί, οι φήμες μιλούσαν για τέσσερα διαφορετικά project, ένα πειραματικό ambient album με τίτλο Songs Of Ascent με τον Eno, ένα heavy rock album με τον Rick Rubin, ένα dance pop με τον Will I Am και τον Red One ή ένα electro rock album με τον Danger Mouse. Όλα αυτά όμως είναι ιδέες για ύφος και όχι ενστικτώδης αισθητική επιλογή όπως ήταν η έρημος του Joshua Tree πριν από 25 χρόνια. Οι U2 ασχολούνται πια με το πώς θα είναι «καλύτερο» να βγουν και όχι με το πώς «νιώθουν» να βγουν. Το τελευταίο που έχουν διάθεση να κάνουν είναι να μπουν στο studio, να βάλουν σε σειρά τα δέκα ρεφρέν που έχουν στο μυαλό του και να τα παίξουν. Ακόμα κι έτσι κανένα project δεν είναι οριστικό και το μέλλον τους φαίνεται δυσοίωνο. Το πρόβλημα είναι πως ο Bono δεν μπορεί να πάψει να τα βλέπει όλα μεγάλα, όλα είναι σε big scale, over the top, πληθωρικά, like… μεγάλα! Έτσι καταλήγει να μοιάζει με έναν πρώην έφηβο punk rocker που ξαφνικά στα 50 του θέλει να γίνει Andrew Lloyd Webber και επιλέον εκτίθεται υπερβολικά στα media για ένα τόσο un-U2 project που δεν θα αφήσει κανέναν συγκινημένο.

A homeless beggar approaches a nice dressed and educated gentleman and asks for money. The man replies pompously: “Neither a borrower nor a lender be’ -William Shakespeare”. The beggar looks at him and says: “Fuck you’- David Mamet”

To όνομά του έχει μετατραπεί σε επιθετικό προσδιορισμό γρηγορότερα από κάθε άλλον της γενιάς του. H σκληρή και κοφτερή του γλώσσα είναι σήμα κατατεθέν και τον έχει κατατάξει σαν έναν από τους 2-3 κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς των τελευταίων τριάντα χρόνων. Ο γρήγορος και αιχμηρός διάλογος του David Mamet γίνεται άμεσα αναγνωρίσιμος. Έχω διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον τα περισσότερα από τα βιβλία που έχει υπογράψει ο άνθρωπος που κέρδισε το Pulitzer για το αριστούργημα Glengarry Glen Ross, το οποίο δίκαια πήρε το προσωνύμιο «Death Of A Fucking Salesman» από τους κριτικούς. Είτε γράφοντας σενάρια για ταινίες (The Verdict, The Untouchables, Wag the Dog), είτε σκηνοθετώντας δικά του σενάρια (House Of Games, Things Change, The Spanish Prisoner) είτε γράφοντας θεατρικά έργα (Speed-the-Plow, American Buffalo, Oleanna) είτε γράφοντος δοκίμια (Whores Profession, Writing In Restaurants, On Directing) η πένα του Mamet ήταν πάντα συγκλονιστική, σκιαγραφούσε μοναδικά τους χαρακτήρες σε ένα αμοραλιστικό πλαίσιο δράσης και ο ίδιος είχε πάντα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις πάνω στα βαθύτερα ζητήματα της τέχνης του. Βέβαια οι αιρετικές του απόψεις που στρέφονται μετωπικά στις διδαχές του Στανισλάφσκι και οι αφορισμοί του στη σημειολογία της σκηνοθεσίας με άφηναν πάντα αδιάφορο. Βρίσκω παντελώς λαθεμένη την εμμονή του να στεγάζει κάθε ταινία κάτω από την ομπρέλα ενός genre και την αντίληψή του στην ιδέα μιας καλής ερμηνείας τρομερά προβληματική. Από εκείνα τα κείμενα κρατάω μόνο το πάθος ενός καλλιτέχνη να προτείνει μια εναλλακτική γλώσσα γραφής. Επειδή όμως πάντα διάβαζα με μανία τα βιβλία του, πήρα αμέσως το καινούριο του με τον ενδιαφέροντα τίτλο «The Secret Knowledge: On the Dismantling of American Culture». Διαβάζοντάς το 80% του βιβλίου σχεδόν σε μια μέρα ήρθα αντιμέτωπος με ένα μακροσκελές κείμενο όπου ένας διανοούμενος συγγραφέας διαρρηγνύει με μεγαλειώδη επιχειρήματα τη στροφή του στον συντηρητισμό και κάνει μια παθιασμένη ανάλυση στις αρχές της παραδοσιακής δεξιάς. Ο Mamet μιλάει για το σύγχρονο κράτος του Obama που θεωρεί πως αποξενώνει τους νέους από τις σκέψεις τους και τους δεσμεύει σε ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό μοντέλο. Αναπτύσσει τις σκέψεις του υπερασπιζόμενος τον σύγχρονο καπιταλισμό, κατηγορώντας τη βαρβαρότητα της φορολογίας και υπερασπίζεται το μεγαλείο της Αμερικής μέσα από τις παραδοσιακές αξίες αφού κάνει επίθεση σε όλους όσους υπηρετούν το σκεπτικό του «affirmative action» πατώντας στον πλούτο που έφεραν στη χώρα οι πατριώτες επιχειρηματίες. Ο Mamet δαιμονοποιεί τον Obama ως επικίνδυνο πολιτικό που θα καταστρέψει τις Αμερικάνικες αξίες,  μιας χώρας που κέρδισε (!!!) τον πόλεμο του Βιετνάμ, και επισημαίνει πως ακόμα και ο Ναζισμός προήλθε από του Σοσιαλιστές. Το βιβλίο ξεκινάει με μια επίθεση σε συγγραφείς «αριστερών πεποιθήσεων» όπως του Bertolt Brecht που θεωρεί υποκριτή και υπεύθυνο για τη γαλούχηση μιας γενιάς σύγχρονων συγγραφέων όπως ο Tony Kushner και Cormac McCarthy. Ο Mamet επιτίθεται σε όλους όσους “Talking Left and Living Right” όπως χαρακτηριστικά λέει, και εξηγεί διεξοδικά γιατί είναι υπερασπιστής της ελεύθερης αγοράς και πολέμιος της ελεύθερης εκπαίδευσης και του κρατικού συστήματος υγείας. Το παράδοξο είναι πως ο Mamet είναι πολύ καλλιεργημένος για να είναι χοντροκομένος και αφελής, δεν είναι κανένας “born again Christian” που ξαφνικά την άκουσε με τις οικογενειακές αξίες και άρχισε να παραληρεί, ούτε και είναι έτοιμος να κατέβει στα “Tea Parties” και να κάθεται δίπλα στην Sarah Palin (ακόμα τουλάχιστον). Τα επιχειρήματά του έχουν λογική συνέχεια, είναι αποτέλεσμα σκέψης και ζύμωσης των τελευταίων πέντε χρόνων και τα νέα «πιστεύω» του έχουν πάθος και ουσία. Ακόμα και έτσι διαφωνώ και με την τελευταία λέξη που δακτυλογράφησε ο κάποτε προοδευτικός συγγραφέας για να αποδείξει ότι «είδε το φώς της γνώσης» με το να στραφεί ανοιχτά στην ιδεολογία των Ρεπουμπλικάνων. Οποιοσδήποτε αναγνώστης με στοιχειώδεις προοδευτικές αντιλήψεις θα νιώσει μέχρι και οργή στα περισσότερα που έγραψε στο συντηρητικό μανιφέστο του ο Mamet αλλά πολύ λίγοι ψευτοαριστερίζοντες Αμερικάνοι μπορούν να συγκρουστούν μαζί του στον τρόπο που τα γράφει. Τα έργα του δεν ήταν ποτέ ανοιχτά πολιτικά, αλλά μιλούσαν για τις καθημερινές συγκρούσεις του ατόμου που οδηγούσαν στην καταστροφή και αποτελούσαν πολύ διεισδυτικές ματιές στην τραγικότητα που πηγάζει από τις δυναμικές μεταξύ ατομικών συγκρούσεων και από την τριβή των αντικρουόμενων φιλοδοξιών. Η στροφή του συγγραφέα στις αξίες του George W. Bush αποδεικνύεται πως ήταν κοινό μυστικό των τελευταίων χρόνων που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί. Το πρώτο του πολιτικό έργο σε αυτή τη «περίοδο προσαρμογής» ονομάστηκε “Novemberκαι ο ίδιος το χαρακτήρισε σανlove letter to America”.  Η τελευταία ατάκα του έργου είναι το : “Jesus, I love this country”. Λίγο μετά έγραψε ένα κείμενο στην Village Voice με τίτλο “Why I Am No Longer a ‘Brain-Dead Liberal’ που αποκήρυσσε τα μέχρι τότε πιστεύω του θεωρώντας τα αφελή και απροβλημάτιστα. Ξαφνικά ανακάλυψε ότι η ιδέα του για τον στρατό ήταν λάθος και πως πρόκειται για έναν οργανισμό που είναι χτισμένος στο κουράγιο και την αντρική τιμή και έκανε την τηλεοπτική σειρά “Spartan”. Υπήρξε ένας από τους πολέμιους της περίφημης απεργίας των σεναριογράφων που ταλαιπώρησε το Χόλυγουντ, σε μια εποχή που πολλοί ρίσκαραν τις καλοπληρωμένες δουλειές τους για ένα μεγαλύτερο συλλογικό συμφέρον. Η αντίρρηση ενός εμβληματικού σεναριογράφου όπως του Mamet ήταν τεράστιο πλήγμα για το κίνημα. Το κασέ του παραμένει επταψήφιο για κάθε σενάριο που παραδίδει και το όνομά του και μόνο είναι αρκετό για να ανοίξει μια παράσταση στο Broadway όμως ο ανοιχτός τρόπος που μιλάει στο βιβλίο του για τις αρετές της πατρίδας του και τις αξίες των Ρεπουμπλικάνων για τις οποίες αποφάσισε να μάχεται, θα του κοστίσει ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού που τον ακολουθούσε. Όλοι θα ψάχνουν να βρουν τα σημάδια νέο-συντηρητισμού σε κάθε πράγμα που θα βγάζει. Το Φθινόπωρο ανοίγει ένα νέο έργο του, θα λέγεται «The Anarchist» και είναι ένας διαξιφισμός δυο χαρακτήρων. Οι φήμες λένε πως είναι ένας μακροσκελής διάλογος μεταξύ μιας γυναίκας που στη δεκαετία του 60 άνηκε στον αναρχο-αριστερό χώρο και που είναι στη φυλακή για επαναστατική δράση και της διευθύντριας της φυλακής που θα κρίνει αν θα την αφήσει ελεύθερη. Άσχετα με την ποιότητα του έργου οι λέξεις «διδακτισμός, συντηρητισμός, απολογία των προοδευτικών» μάλλον θα είναι σε κάθε κριτική. Το προπαγανδιστικό κανάλι της χριστιανικής δεξιάς «Fox News» έκανε αφιέρωμα στο βιβλίο του Mamet και εμπνεύστηκε το “David Mamet Attack Countdown Clock” που μετράει αντίστροφα το χρόνο που το κάποτε αγαπημένο παιδί των προοδευτικών θα χαρακτηριστεί ατάλαντος από τους ίδιους που τον δόξασαν από τη στιγμή που μίλησε ανοιχτά. Δεν έχουν άδικο, η ιδέες που αναπτύσσει το Secret Knowledge είναι μεγάλο turn off. Ο άνθρωπος που έγραψε όπως κανείς για το ασφυκτικό καπιταλιστικό καθεστώς (Always Be Closing) αφού το πάλεψε για λίγα χρόνια βρέθηκε σε μια μεσόκοπη διανοητική κάθαρση που είναι έτοιμος να διαλαλήσει υπερήφανα. Το αν θα την παρακολουθήσουμε είναι άλλη υπόθεση. Μάλλον θα είμαστε μακρυά και αγαπημένοι…

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema, General, Music. Bookmark the permalink.

3 Responses to Insignificant Points

  1. cato says:

    Συμφωνώ εν πολλοίς με τα όσα αναφέρεις για την εμπλοκή των Bono και The Edge στη μουσική επένδυση της θεατρικής παράστασης για τον Spiderman (με μία μόνο σοβαρή ένσταση : η ενασχόλησή τους με το Turn Off The Dark δεν εντοπίζεται στην μετά No Line On The Horizon εποχή, αλλά ανάγεται στην προ How To Dismantle An Atomic Bomb περίοδο με την πλειονότητα των τραγουδιών να έχει ήδη συντεθεί μέχρι το καλοκαίρι του 2006. Συνεπώς αυτό το σχήμα που προτείνεις για χαμηλών τόνων projects μετά απο μεγαλεπήβολα εγχειρήματα βρίσκει και στην περασμένη δεκαετία την εφαρμογή του με την κυκλοφορία του -συνθετικά,αισθητικά και εμπορικά- ”υποτονικού” No Line On The Horizon σε σχέση με το πληθωρικό How To Dismantle An Atomιc Bomb). Θα ήθελα όμως να σχολιάσω την ακόλουθη αναφορά σου στο The Joshua Tree και την αντιπαραβολή εκείνης της περιόδου με την παροντική συγκυρία : ”Όλα αυτά όμως είναι ιδέες για ύφος και όχι ενστικτώδης αισθητική επιλογή όπως ήταν η έρημος του Joshua Tree πριν από 25 χρόνια.Οι U2 ασχολούνται πια με το πώς θα είναι «καλύτερο» να βγουν και όχι με το πώς «νιώθουν» να βγουν”. Δεν μου προκύπτει από πουθενά πως η μουσική τροπή του The Joshua Tree συνιστούσε μία αυτόματη, αδιαμεσολάβητη και ενστικτώδη επιλογή (αυτό ενδεχομένως θα μπορούσε να ειπωθεί μόνο για το Rattle And Hum με την γνωστή κριτική του αποτίμηση). Τουναντίον αποτέλεσε μία συνειδητή, υπολογισμένη και στρατηγική προσέγγιση στην καρίερα και τον ήχο τους. Εξάλλου, όλη τους η πορεία υπήρξε όχι απλά μη παρορμητική, αλλά χαραγμένη από καίριες, προσημειωμένες και εκ των προτέρων καθορισμένες αισθητικές στάσεις (βλ. The Unforgettable Fire, Achtung Baby, All That You Can’t Leave Behind).Επομένως δεν βρίσκω καθόλου ασύμβατη με την εν γένει καλλιτεχνική τους παρουσία την απορία που τους διακρίνει αυτή την περίοδο. Προτιμώ έναν μουσικό που απορεί και ψάχνεται για το επόμενο μουσικό του βήμα, παρά κάποιον που αβίαστα και βιαστικά κυκλοφορεί ό,τι του υπαγορεύει η Μούσα του (βλ. The King Of Limbs, Collapse Into Now).
    Υγ. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον αν κάποιος που παρακολουθήσει διά ζώσης την παράσταση (για να μπορέσει να συσχετίσει άμεσα τα τραγούδια με τα δρώμενα στη σκηνή και να αξιολογήσει την επιτελεστική τους δυνατότητα), επιχειρούσε να συζητήσει τις ειδολογικές διαπραγματεύσεις στις οποίες εμπλέκονται ο Bono και ο The Edge με τις συνθέσεις τους. Και αυτό γιατί κρίνοντας από το soundtrack που κυκλοφόρησαν (και παρόλη την καταλυτική συμμετοχή του Lillywhite σε αυτό και την γνώριμη τάση του να αμβλύνει τις οποιεσδήποτε αποκλίσεις από τις τυπικότητες της pop μουσικής), γίνεται αντιληπτό πως το ντουέτο από την μία δεν αποστασιοποιείται πλήρως από τις συνθετικές του καταβολές, και από την άλλη δεν αφομοιώνεται ολοκληρωτικά στο ειδολογικό πλαίσιο του θεατρικού musical και τις συμβάσεις του. Σε αυτήν ακριβώς τη διαλεκτική σε επίπεδο τεχνοτροπίας έχω την αίσθηση πως εντοπίζεται και η καλλιτεχνική σημασία του όλου εγχειρήματος από την πλευρά των u2.

  2. Πρώτον χαίρομαι πολύ που διαβάζω μια άποψη με τετράγωνη λογική και επιχειρήματα και όχι τα συνηθισμένα “απροβλημάτιστα” που ακούμε δεξιά και αριστερά.
    Δεύτερον έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου υπερασπιζόμενος τους U2 σε χιλιάδες περιπτώσεις με αμέτρητους συνομιλητές και δεν θα γίνω ξαφνικά πολέμιός τους.

    Στο θέμα τώρα, πιθανόν να έχεις δίκιο σχετικά με την περίοδο συγγραφής των τραγουδιών, όμως στο μυαλό μου δεν είχα τη σύλληψη των tunes όσο την τριβή τους με τα rewrites, τις πρόβες, την προετοιμασία, το στήσιμο και γενικά την επίβλεψη της ηχογράφησης και των ερμηνειών που τους απασχόλησε κατά κόρον τον τελευταίο χρόνο. Επίσης πιστεύω ότι αν και το How To Dismantle An Atomic Bomb είναι σαφώς πιο δυνατό και εξωστρεφές είναι πιο «μικρό» σε σχέση με το No Line On The Horizon και αυτό δεν αφορά την ποιότητα όσο το concept. Το No Line On The Horizon είναι γεμάτο πληθωρικές ιδέες, πιο υπαρξιακό σε επίπεδο στίχων (χωρίς τυπικά love songs) βασισμένο σε δευτεροεπίπεδα νοήματα (από τις επιρροές από το Μαρόκο μέχρι το αινιγματικό εξώφυλλο) και πιο φιλόδοξο σε καλλιτεχνικό επίπεδο με τη «ψιλοβελονιά» στην παραγωγή. Το How To Dismantle An Atomic Bomb μπροστά του ήταν μια απλή συλλογή με τραγούδια (πιο καλά ή χειρότερα είναι μια άλλη υπόθεση). Οπότε το big project στη σκέψη μου το έχω με το φιλόδοξο και όχι με το «δυνατό». Επιπροσθέτως ακολούθησε μια τουρνέ που έσπασε τα ρεκόρ μακροζωίας, εισπράξεων και οτιδήποτε άλλο μετριέται σε «μέγεθος», οπότε αν το επόμενο παράλληλο βήμα είναι το πιο ακριβό μιούζικαλ όλων των εποχών, αισθάνομαι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα «προοπτικής».

    Όσο για το τεράστιο ηθικό και ιδεολογικό ζήτημα της υπολογισμένης μετάβασης από το πρώιμο new wave / punk των Boy και War, στα αχανή τοπία και στην Αμερικάνικη έρημο των Eno/Lanois στο Joshua Tree και Unforgettable Fire και μετά στην new age ειρωνεία της media obsessive κοινωνίας στα Achtung Baby/Zooropa, η στρατηγική βρίσκονταν στο «πάθος» και γι’ αυτό άφηναν τα υπόλοιπα συγκροτήματα της γενιάς τους και της προηγούμενης μερικά χιλιόμετρα πίσω να κοιτάνε τις μεταμορφώσεις τους αποσβολωμένοι. Θεωρώ ότι τώρα το πάθος έχει αντικατασταθεί από την ανάγκη να παραμείνουν επίκαιροι… (whatever it takes) και τα session με «καυτούς» παραγωγούς του σήμερα τα υπαγορεύει μια corporate λογική που έχει ποτίσει το παρόν τους, και πήρε το πάνω χέρι μετά τη χλιαρή εμπορική απήχηση του No Line. Τα τραγούδια του album υποχώρησαν αισθητά το τελευταίο διάστημα για να επαναφέρουν το βαρύ πυροβολικό ενώ τα πιο απαιτητικά (Being Born) δεν τα ακούμπησαν ποτέ, για να μη δυσαρεστήσουν (!!!) τους περιστασιακούς αγοραστές εισιτηρίων στις συναυλίες – νοοτροπία που δεν δέχομαι από rock μπάντα. Συμφωνώ πως είναι προτιμότερο να ψάχνει κάποιος την επόμενη «πρόταση» αντί να τρώει από τα έτοιμα όπως οι ακίνδυνοι -μετά το 1996- R.E.M. και οι “κλούβιοι” Radiohead.

    Η ανάγκη να «επικοινωνήσουν» και να «αγγίξουν» δεν συνάδει πάντα με το να μείνουν «επίκαιροι» και να συνεχίσουν να «απασχολούν». Έχω την εντύπωση πως το δεύτερο ισχύει και η εμπλοκή με τόσο bigger than life πράγματα όπως το Spiderman και η φημολογία γύρω από ονόματα όπως ο Will.I.Am ή DJ Guetta δεν βοηθάει την κατάσταση.

  3. Long Hair Yuppie Scum says:

    Exoun endiaferon kai oi duo apopseis. Ego nomizo pos pote ta original cast den einai endeiktika kai spania stekontai apo mona tous an den exoume dei tin parastasi. Apo tous U2 den xero ti pragmatika mporei na perimenei kaneis meta apo 30 xronia alla sigoura einai kalutera na kukloforousan ena album, ki as min itan kai aristourgima, para na spatalane xrono kai energeia gia toso megalopnoa project.Pantos i parastasi fainetai polu kali apo ta previews.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s