What year is it anyway?

Μετά το τέλος των αμήχανων zeros, φαντάζει ήδη τόσο αφόρητη και μη-υποσχόμενη η νέα δεκαετία που το νοητικό ταξίδι στο χρόνο και το χώρο είναι απαραίτητο. Οι τάσεις και τα κινήματα απουσιάζουν και η αναπαραγωγή της pop κουλτούρας είναι μονόδρομος. Αισθάνομαι πως καθένα από τα παρακάτω τρία album είναι και από ένα μουσικό portal για διαφορετικές μεταξύ τους εποχές στις οποίες αναπτύσσονταν άλλα είδη μουσικής και έβρισκαν αποδοχή σε ολότελα διαφορετικούς κόσμους. Το ένα από αυτά το ερωτεύτηκα παράφορα, το άλλο μπορώ να το χαρώ αλλά με αφήνει αμέτοχο και το τρίτο με κάνει να μή θέλω να ξυπνάω το πρωί.

Time & Place: Το Detroit του 1965

Raphael Saadiq – Stone Rollin

Υποκλίνομαι στη μουσική ιδιοφυία του Raphael Saadiq. Δεν υπάρχει κανείς άλλος καλλιτέχνης σήμερα που να σε βουτάει με τέτοιο τρόπο στο πρώιμο rhythm & blues της Atlantic, να σε πηγαίνει μια βόλτα στο rock n roll και το swing των 60’s, να σε παρασέρνει συναισθηματικά σαν μεγάλος soulman της αφρόκρεμας της Motown, να κατέχει τη soul της σκηνής του Memphis και ταυτόχρονα να μπορεί να σε στέλνει στην εκκλησία… Όλα αυτά σε λιγότερο από 40 λεπτά. Ο Raphael Saadiq με το α ρ ι σ  τ ο ύ ρ γ η μ α που έβγαλε, από τη μια ξεφεύγει χιλιόμετρα από τους σύγχρονους αξιόλογους soul revivalists σαν τον Cee Lo ή τους Roots και από την άλλη ρίχνει μια αποστομωτική απάντηση σε όσους βαφτίζουν soul τον «τσαρτόπληκτο» ψευτορομαντισμό της Adele και τα νιαουρίσματα της Duffy.  Είναι καλλιτέχνης που δεν ασχολείται με το να αναβιώσει μια παράδοση αλλά να τη διευρύνει και ναι την ανανεώσει. Δεν αρκείται στη βαθειά γνώση του στην ιστορία της soul (την έχει αποδείξει από την εποχή των Tony! Toni! Tone!), δε βασίζεται μόνο στο craft που έχει σαν παραγωγός, ούτε επαναπαύεται στη δεξιοτεχνία του σαν μουσικός (παίζει όλα τα όργανα στο album). Έχει σημασία ότι το σημαντικότερο credit του είναι αυτό του συνθέτη. Υπογράφει 11 σπουδαία τραγούδια που συναγωνίζονται στα ίσια τη δεινότητα των Holland/Dozier/Holland στα καλύτερά τους. Το album είτε το ακούς μονορούφι, είτε με αντίστροφη σειρά τραγουδιών, είτε ανακατέψεις το track sequence παραμένει ένα γνήσιο «10 στα 10». Ο Raphael Saadiq με απίστευτη ταπεινοφροσύνη και σιγουριά, μπορεί και τραγουδάει με τη λυτρωτική αγωνία του Otis Redding, με τον ερωτισμό του Johnnie Taylor, με το πρώιμο πάθος του Sly Stone τον βασανισμένο ερωτισμό του Marvin Gaye και με τη σαγήνη που κουβαλούσε ο Mick Jagger μέχρι το 68. Μπορεί και μεταμορφώνεται με άνεση σε νέο Bo Diddley και μετά να κλέβει ψήγματα από τη “genius” του Ray Charles. Αυτό το ιερόσυλο σε αναφορές κειμενάκι μπορεί να διακατέχεται από υπέρμετρο ενθουσιασμό αλλά δε με ενδιαφέρει καθόλου. Είμαι ευγνώμον για τραγούδια όπως το Movin’ Down The Line που δεν μπορώ να ξεπεράσω… Είναι σίγουρα μέχρι στιγμής το album του 2011.

 Time & Place: To San Francisco του 1970

Fleet Foxes – Helplessness Blues

Στη διαχρονικότητα της κιθάρας και στο ζεστό ήχο των ακουστικών οργάνων οφείλει η folk τη μακροζωία της και ενώ πολλοί βλέπουν παντού «αναβίωση του είδους» κάθε φορά που παρατηρούν ταυτόχρονη επιτυχία σε ανάλογα συγκροτήματα, στη πραγματικότητα είναι συμπτωματικά γεγονότα γιατί η αλήθεια είναι πως δεν έχει περάσει μήνας στην ιστορία της μουσικής που να μην είναι γεμάτος από κυκλοφορίες δίσκων που βασίζονται σε songwriters με μια ακουστική κιθάρα μπροστά στο μικρόφωνο. Όπως στο σινεμά και την τηλεόραση η μυθολογία των βαμπίρ δεν βασίζεται σε αναβιώσεις από επιτυχίες-πυροτεχνήματα αλλά είναι ένα αέναο trend του κοινού, με ανάλογο τρόπο η folk δεν έφυγε ποτέ ώστε η εμφάνιση της Laura Marling, των Mumford & Sons, των Midlake και άλλων τέτοιων ονομάτων να αποτελούν αναβίωση. Το αν πραγματικά χρειάζονται όλοι αυτοί ή αν προσθέτουν πράγματα στην τεράστια rock παράδοση εκατοντάδων singers-songwriters και folk groups που έχουν γράψει ιστορία είναι μια άλλη συζήτηση. Ακούγοντας το πραγματικά βαρετό δεύτερο album των Fleet Foxes η γνώμη μου γέρνει προς αυτούς που έχουν μπουχτίσει. Το μόνο που μπορεί να πετύχει το Helplessness Blues είναι να σε βάλει σε ένα αναχρονιστικό ψυχεδελικό folk-pop ταξίδι στη καρδιά της χίπικης παράδοσης με ντέφια, λουλούδια, μαριχουάνα, αγάπη, μαλλιά, μούσια, φυσαρμόνικες και «θετική αύρα», κινούμενο κάπου ανάμεσα στη κιθαριστική pop των Byrds, την Americana των Band, την προοδευτική ψυχεδέλεια των Fairport Convention, τις αρμονίες των Bread και τη μελαγχολία των Buffalo Springfield. Δεν αμφιβάλλω για το αν τιμούν τις καταβολές τους οι Fleet Foxes αλλά πραγματικά βρίσκω αφόρητη αυτή τη νοσταλγία για τα χρόνια της μετά-Γούντστοκ εποχής και τη προσήλωση στην “αλήθεια” του μυστικισμού της folk παράδοσης. Μου μοιάζει με καταφύγιο από την έλλειψη καλλιτεχνικού οράματος. Είναι μαρτύριο η ακρόαση αυτού του album και είναι ένα γερό καρφί στο φέρετρο του rock όπως το αγαπήσαμε. Έχω την αίσθηση πως ο Neil Young θα μειδίαζε με ειρωνεία ακούγοντάς το. Ο αμερικάνικος μουσικός τύπος πάντως έχει άλλη γνώμη.

Time & Place: Το Λονδίνο του 1982

Cold Cave – Cherish The Light Years

Απέναντι στον Wesley Eisold, ο οποίος κρύβεται πίσω από το συγκρότημα των Cold Cave, είμαι θετικά προκατειλημμένος για ένα λόγο : γιατί δεν αισθάνεται ότι αναβιώνει την synth pop και την αισθητική των δερμάτινων και του μαύρου κραγιόν που έντυνε το darkwave, αλλά συμπεριφέρεται λες και η μουσική αυτή δεν έχει φύγει ποτέ. Νομίζω πως ο τύπος ζει μονίμως στο 1982 από αισθητική επιλογή και στο μυαλό του το Βρετανικό New Wave των Νεορομαντικών της electro pop είναι το μόνο πράγμα που “συμβαίνει”. Είμαι σίγουρος πως ο καημός του θα είναι η συνεργασία του με τον Marc Almond, πως θα λιώνει τα πρώιμα single των New Order, τα πρώτα album των Simple Minds και θα προσεύχεται στο όνομα των Depeche Mode μέχρι την εποχή του Black Celebration. Το ειλικρινές και «ορκισμένο» γούστο των Cold Cave δεν τους φέρνει από μόνο του στο επίπεδο των ειδώλων τους αλλά τη ψιλοχαίρεσαι τη τρέλα που κουβαλάνε ακόμα και αν η μουσική τους ακούγεται flat και μονοδιάστατη από ένα σημείο και μετά. Ακόμα κι αν γι’ αυτούς δεν υπάρχει ζωή μετά τον μελοδραματισμό των Cure, το goth των Bauhaus, το industrial των Whitehouse, τα synths των Erasure και οτιδήποτε σκοτεινό και ηλεκτρονικό από τις αρχές των 80’s μπορεί να σκεφτεί κανείς, όφειλαν να είχαν καλύτερο υλικό. Έχει μια γοητεία η τραχύτητα στα ηλεκτρονικά εφέ, τον κατέχουν τον σκουριασμένο θόρυβο και αξιοποιούν την trashy σκοτεινιά, αλλά πάσχουν σοβαρά από έλλειψη ιδεών και δεν έχουν κανένα cuttin’ edge. Θα ακούγονταν μια χαρά σε ένα καλό γκοθάδικο αλλά δυστυχώς έχουν κλείσει όλα στην Αθήνα…

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s