Cultural Intermarriage

Ένας πενηνταπεντάχρονος Ούγγρος σκηνοθέτης και ένας εικοσάχρονος μουσικός από τη Χιλή που ζει στη Νέα Υόρκη είναι υπεύθυνοι για δυο φετινά καλλιτεχνικά κατασκευάσματα που έχουν δημιουργηθεί για να… μην αρέσουν, προκαλώντας ενδεχομένως και την απώθηση των αποδεκτών παρά την όποια καλή τους θέληση. Έργα που σε αποξενώνουν, προκαλούν τις αντοχές σου και δεν εκμαιεύουν τη προσοχή σου με τις κατασταλτικές μηχανές του entertainment. Δυο έργα καθόλου κατανοητά αλλά άθικτα από τις αισθητικές ανάγκες της καθημερινότητας που τα έθρεψε, είτε χάρη στη προσωπική ευαισθησία είτε στην εστέτ αδιαλλαξία των δημιουργών.

Την Κυριακή το βράδυ βγαίνοντας από τον κινηματογράφο Ααβόρα ένιωσα τις σκέψεις που μου πυροδότησε ο στυλιζαρισμένος κινηματογραφικός υπαρξισμός του Tarr να βρίσκουν τις μουσικές τους αντανακλάσεις στα παράδοξα ηχητικά τοπία του Jaar. Η παιχνιδιάρικη ρίμα των ονομάτων  είναι το μοναδικό συνδετικό στοιχείο των δυο φωτεινών μυαλών που πιθανότατα να μην έχουν ούτε μια λέξη να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Ο ένας είναι κλασικιστής παλαίμαχος σκηνοθέτης με όπλο τη πείρα και τη βαριά φιλοσοφική κληρονομιά του 20ου αιώνα, ο άλλος καινοτόμος και ελπιδοφόρος συνθέτης χωρίς ακαδημαϊκή γνώση και με μόνο όπλο το ένστικτο και την αμφισβήτηση στις καλλιτεχνικές νόρμες, ως απαραίτητο εφόδιο για τον 21ο αιώνα.

O φιλμικός στοχασμός του Bela Tarr στο “The Turin Horse” στέκει νάρκισσος όσο και οραματικός. Μια κρυπτική μυσταγωγία με υποβλητική δύναμη που θα προκαλέσει τόσο πλήξη και αμηχανία σε κάποιους όσο και συναισθήματα δέους στους υπόλοιπους. Η παρατήρηση ενός ακίνητου και απολιθωμένου κόσμου είναι η παλέτα για μια πλατύτερη αλληγορία σύγχρονου υπαρξισμού. Ένα ασπρόμαυρο κινηματογραφικό δοκίμιο δυόμιση ωρών, παντελώς άδειο από διαλόγους και δράση με μια υπνωτική παρατήρηση μιας άγονης στατικότητας δυο ανώνυμων χαρακτήρων σε ένα πέτρινο σπίτι για έξι μέρες, με τη μινιμαλιστική μουσική και τον αφύσικο αέρα που λυσσομανάει να ντύνουν μουσικά μια παράτολμη αλληγορία. Ο έκπτωτος ανθρώπινος πολιτισμός σε «κενό σκοτάδι», η ρήξη με το “Θείο” εξαιτίας της διαβρωτικής μανίας του ανθρώπου, η τιμωρία του με “άρνηση” και η μανία της φύσης. Η εικονοπλασία του “The Turin Horse” καλλιεργεί στο θεατή την ιδέα μιας θεολογικής παραβολής με τη δράση να απουσιάζει. Ο Νίτσε έκλαψε με λυγμούς όταν αγκάλιασε ένα άλογο που χτυπήθηκε από τον ιδιοκτήτη του. Λίγο μετά θα διακήρυττε τη φιλοσοφική χρεοκοπία του πριν αφεθεί στη παράνοια. Ο κινηματογραφικός φακός των 35mm ψάχνει την αλήθεια των εικόνων με μακράς διάρκειας λήψεις και προσδίδει φιλοσοφική βαρύτητα στην παραβολή που γεννάει μια ιστορία που δεν είδαμε, αυτή ενός φιλοσόφου σε ολική κατάρρευση. Η στείρα καθημερινότητα είναι η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου. Η αποθέωση του συμβολικού σινεμά με αργόσυρτα μονόπλανα με steady-cam που αδιαφορούν για κάθε υποψία αφήγησης και εσωκλείουν μια εικονοκλαστική εποποιία του νου.

Η ριψοκίνδυνη θρασύτητα του ιδιότυπου album “Space Is Only Noise” μας συστήνει σε ένα νεφελώδες ambient δημιούργημα χωρίς τραγούδια με κουπλέ, ρεφρέν ή κάποιο μοτίβο που να θυμίζει γνώριμα είδη μουσικής. Ένα album αυτοεξορισμένο να ζει στον εγκέφαλο του ακροατή. O Nicolas Jaar καταρρακώνει τις μουσικές δομές και εγκλωβίζει τους ακροατές στον… «μερικό ήχο». Το εσωτερικής κάυσης συνονθύλευμα από μουσικά συστατικά, χτίζει το meta-ambient μιας ουσιαστικά ανέραστης ηλεκτρονικής πραγματικότητας όπου τα θραύσματα μελωδιών πασχίζουν να αναπνεύσουν. Ένα album που βρίθει από ιδέες και διαθέσεις αλλά αδιαφορεί για σχήματα και γνώριμα μουσικά τοπία, όμως διατηρεί τη γοητεία του χάρη στον ιδιοφυή εκλεκτισμό του νεοσσού δημιουργού του. Τη δουλειά κάνουν τα τσιπάκια της hi tech κονσόλας ενός ανήσυχου νεωτεριστή που ψάχνει τη κρυφή μελωδία που ακούμε στο μυαλό μας -ανάμεσα στους ήχους- και όχι το συνδυαστικό αποτέλεσμα της αλληλουχίας τους. Μπορεί και χτίζει ένα anti-genre που αποκτά υπόσταση μόνο όταν πατάει στα πτώματα των πατροπαράδοτων ιδεών σχετικά με το αντιλαμβανόμαστε σαν pop tune.

Μια αναχρονιστική προσπάθεια, σχεδόν με όρους βωβού σινεμά, για δοκιμιακές ιδέες σε μια άδεια από νοήματα κοσμογονική φαντασίωση ασύμμετρων χώρων, επαναλαμβανόμενων κινήσεων και μη-δράσης.

Μια ραφιναρισμένη απόπειρα ενός μουσικοσυνθέτη να αναδομηθούν οι ανακυκλούμενοι μουσικοί δρόμοι του νέου αιώνα με μη-τραγούδια και με απουσία μελωδίας.

Ο ένας “ξέρει”, ο άλλος “αδιαφορεί”. Ο ένας μιλάει με ασπρόμαυρες συμμετρικές εικόνες της ασπρόμαυρης φύσης, ο άλλος επικοινωνεί με ασύμμετρα δομημένους αστικούς θορύβους.

Το σινεμά του ενός έχει μια βαθύτατη θεολογική και φιλοσοφική διάσταση. Η μουσική του άλλου έχει εγκεφαλική γεωμετρία, πολλαπλά επίπεδα γραφής και χαοτική αίσθηση ρυθμών.

Σε μια εμπνευσμένη παράνοια καλλιτεχνικής επιμιξίας και συγκρίνοντας πορτοκάλια με μήλα, το Space Is Only Noise θα ήταν ένα εναλλακτικό soundtrack του Turin Horse

Κάτι σαν μια απόπειρα ανάλυσης των θεολογικών αναζητήσεων του Κάρλ Ντράγιερ μέσα από το Twitter

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema, Music. Bookmark the permalink.

One Response to Cultural Intermarriage

  1. Haris says:

    To blog σου ξεχωρίζει γιατί μπορεί και μιλάει για το Άλογο του Τορίνο και το Scream 4 με τον ίδιο ενθουσιασμό και για τους Beatles και τον nicolas jar την ίδια βδομάδα. Γιαυτο το παρακολουθώ.
    Καλημέρα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s