3 Suspense Movies

Φρανσουά Τρυφώ: Πριν γυρίσετε τη «Σκιά Των Τεσσάρων Γιγάντων», είχατε ετοιμάσει και στη συνέχεια εγκαταλείψει το σχέδιο μιας ταινίας με θέμα ένα ναυάγιο;

Άλφρεντ Χίτσκοκ: Άρχισα να δουλεύω αυτό το σχέδιο αλλά είδα πως δεν θα έβγαζε πουθενά, ανήκει στις ιστορίες που είναι τρομερά δύσκολο να χειριστεί κανείς. Υποτίθεται ότι κάποτε στο 19ο αιώνα, ανακάλυψαν ένα ακυβέρνητο πλοίο στον Ατλαντικό. Πάνω του δεν υπήρχε ψυχή… κανείς. Η θάλασσα ήταν τελείως ήρεμη. Εκείνοι που ανέβηκαν στο πλοίο είδαν πως οι σωσίβιες βάρκες έλειπαν, ο φούρνος ήταν ακόμα ζεστός… Βρήκαν ακόμα και τα υπολείμματα ενός γεύματος που θα πρέπει να ήταν πολύ πρόσφατο, αλλά κανένα σημάδι ζωής. Γιατί ήταν αδύνατο να γυρίσουμε αυτή την ιστορία; Γιατί ήταν πολύ δυνατή από την αρχή κιόλας. Το μυστήριο στην αρχή είναι τόσο μεγάλο, που όταν έρθει η στιγμή να το εξηγήσεις, αποκλείεται να βρεις κάτι που να στέκεται στο ύψος της αρχής. Η ιστορία θα γίνει κοινότοπη και το κοινό έχει κάθε λόγο να αναρωτηθεί γιατί δεν του δείξαμε όσα συνέβησαν πριν από την αρχική σκηνή. Όταν αρχίζεις μια ιστορία με τέτοιο μυστήριο, είναι σαν να αντιστρέφεις την κλιμάκωση του έργου, βάζοντας την κορύφωση του δράματος στην αρχή του.


Όταν οι δημιουργοί του…Lost πήγαιναν, ο Χίτσκοκ όχι μόνο έρχονταν αλλά είχε κάνει τη διαδρομή καμιά πενηνταριά φορές. Μερικά χρόνια αργότερα στη δεκαετία του 70, ο συγγραφέας Peter Benchley είχε σοβαρές ενστάσεις για το φινάλε του “Jaws”, θεωρώντας ότι είναι πολύ «ψεύτικος» ο τρόπος που η φιάλη αερίου σκοτώνει τον τρομακτικό καρχαρία. Ο Σπίλμπεργκ του απάντησε πως εφόσον είχε καταφέρει να κρατήσει για δυο ώρες αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών, στο τέλος θα μπορούσαν να πιστέψουν τα πάντα. Οι καλλιτεχνικοί και ηθικοί λόγοι που εμπόδισαν τον Χίτσκοκ να γυρίζει εκείνη τη ταινία μυστηρίου με το ανατριχιαστικό ναυάγιο, σε συνδυασμό με τον αφορισμό του (πρώτα παραγωγού και μετά σκηνοθέτη) Σπίλμπεργκ, είναι χρήσιμο να ληφθούν υπ’ όψιν όσον αφορά τη φθίνουσα ποιότητα του σύγχρονου σινεμά του φανταστικού.

Τα ψυχολογικά θρίλερ, οι φουτουριστικές ιστορίες και η επιστημονική φαντασία της τελευταίας δεκαετίας, είναι γεμάτη από υποσχόμενες ιστορίες και φιλόδοξες πρώτες ιδέες που πάσχουν από σχηματικότητα και έλλειψη πρωτοτυπίας. Εξακολουθούμε να βλέπουμε κοκτέιλ από μετριότατα σενάρια και αδέξιους σκηνοθετικούς χειρισμούς σε ήδη πολυφορεμένες θεματικές. Η προτεραιότητα των παραγωγών και των “υπαλλήλων” σκηνοθετών τους είναι ο θεατής να «μπει» στην αίθουσα ώστε να καταγραφεί το εισιτήριο του στο box office και όχι η υποβολή του ταξιδιού, πόσο μάλλον το συναίσθημα με το οποίο θα «βγει» κανείς από την ταινία. Το αβανταδόρικο teaser, λειτουργεί σαν κράχτης που θα τσιμπήσει τους αμέριμνους επισκέπτες του παζαριού των multiplex, όπως το επερχόμενο Super 8 που έρχεται φουριόζικο. Συνήθως οι spooky ιστορίες με μπερδεμένες ταυτότητες, με μυστήριους φόνους και παράλληλες πραγματικότητες ή και τα πολύπλοκα whodunit καταλήγουν σε τραγελαφικά φινάλε και προβλέψιμες ανατροπές. Αν τσίμπησε θεατές καταγράφεται ως επιτυχία. Το τελευταίο μέρος της ταινίας είναι πάντα αποδυναμωμένο, σαν να εξοφλείται αναγκαστικά το χρέος των προσδοκιών που έχτισε το τρέιλερ.

 

 

 

 

 

 

Στους πρώτους τέσσερις μήνες του 2011 έχουν βγει τρεις φιλόδοξες παραγωγές που ανήκουν στο είδος του «φανταστικού» και πατάνε απαρέγκλιτα στους παραδοσιακούς νόμους του ψυχολογικού θρίλερ. Με μια πιο προσεκτική ματιά σε αυτές τις τρεις απόπειρες και με μπούσουλα τη σοφία των λόγων του Χίτσκοκ, μπορεί να φανεί λίγο καλύτερα το ουσιαστικό πρόβλημα της σύγχρονης μυθοπλασίας του τρόμου. Στο πρώτο παράδειγμα έχουμε τη μοιρολατρική κατασκοπεία του “The Adjustment Bureau”, στο δεύτερο το μοτίβο χαμένης ταυτότητας του “Unknown” και στο τρίτο και πιο σύνθετο έχουμε το εγκεφαλικό si-fi του “Source Code”. Πρόκειται για τρεις καλογυαλισμένες παραγωγές με βαρύ marketing από τα studio παραγωγής, με γενναίο budget, με τρία αξιόπιστα ονόματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους δίπλα σε τρία γοητευτικά female sidekicks και είναι ταινίες έχουν στο τιμόνι τρεις ανερχόμενους σκηνοθέτες που κανείς τους δεν έχει περάσει ακόμη τα σαράντα χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, το “Adjustment Bureau” είναι βγαλμένο κατευθείαν μέσα από τη εμμονοληπτική φαντασία του Philip K. Dick. O Matt Damon είναι ο φιλόδοξος πολιτικός που μια αλληλουχία συμπτώσεων θα τον φέρει σε μια μοιραία συνάντηση με μια όμορφη μπαλαρίνα που υποδύεται η Emily Blunt. Ο αμοιβαίος έρωτας με την πρώτη ματιά θα τους κάνει να θέλουν να ξαναβρεθούν. Η συνάντησή τους θα αποδειχθεί ένα κοσμικών διαστάσεων ρήγμα σε μια αόρατη τάξη πραγμάτων που πρέπει πάση θυσία να συντηρηθεί. Με την πρώτη ύλη μιας ρομαντικής κομεντί, ξεδιπλώνεται μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας με άξονα μια μικρή χαραμάδα στο φράγμα της εξέλιξης. Στην υπηρεσία της διατήρησης μιας προδιαγεγραμμένης πορείας πραγμάτων βρίσκεται ένα -ούτε απειλητικό αλλά ούτε και φιλικό- συνδικάτο γείωσης δυναμικού που εκπροσωπείται με κάτι τύπους με καπέλα και με επικεφαλή τον John Slattery (ο τύπος από το Mad Men), οι οποίοι έχουν την ικανότητα να παρατηρούν και να διορθώνουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές που θα εμποδίσουν τη πορεία προς το ατομικό και συλλογικό πεπρωμένο. Ο πρωταγωνιστής θα μπει σε ένα κυνήγι μέσα από κυφές πόρτες με πόμολα που του επιτρέπουν να γλιστράει στο χρόνο και το χώρο για να ξεφύγει από τους μυστήριους ρυθμιστές που τον δελεάζουν με ανταλλάγματα εξουσίας για να μην ακούσει το ένστικτό του. Όλος ο προχωρημένος προβληματισμός του Philip K.Dick πάνω στη ρήξη με το κατεστημένο το οποίο εκφράζεται σαν τη χαλιναγώγηση του ατόμου με αντάλλαγμα τη χαρισάμενη άγνοια, εδώ χρησιμοποιείται αμήχανα, σαν θρησκευτική παραβολή με ηθικά διδάγματα που ακούγονται πιο αφελή και από αυτά που διδάσκονται στις παιδικές ηλικίες του κατηχητικού. Όλη η υποβολή του αγνώστου έχει φύγει από το παράθυρο για να μπουν από τη πόρτα τετριμμένες ιδέες και το ανούσιο κυνηγητό ενός ζευγαριού που τρέχει χέρι-χέρι. Το Adjustment Bureau ατενίζει σαν φτωχός συγγενής το φιλοσοφικό βάρος του περίτεχνου Blade Runner ή την αισθητική υποβολή του Total Recall που ανέδειξαν με συνέπεια τις ιδέες του ίδιου συγγραφέα.

Το θρίλερ μυστηρίου “Unknown” τοποθετεί έναν ακόμη πρωταγωνιστής με δραματικό εκτόπισμα για να σηκώσει μια ιστορία απώλειας ταυτότητας και δολοφονικής συνομωσίας. Ο Liam Neeson είναι στο ρόλο ενός επιστήμονα που θα φτάσει στο Βερολίνο για ένα συνέδριο με τη γοητευτική σύζυγό του, την January Jones (και αυτή από το Mad Men). Λίγα λεπτά αφού αφήσει τη γυναίκα του για check in στο ξενοδοχείο, θα βρεθεί σε ένα ατύχημα που θα τον ρίξει σε κώμα για τέσσερις μέρες. Οι τροχοί της ψυχολογικής αγωνίας θα πάρουν μπρος τη στιγμή που ο ήρωας θα επιστρέψει στο ξενοδοχείο του και θα αντιληφθεί ότι κανείς δεν τον θυμάται. Δεν θα τον αναγνωρίζει ούτε και η γυναίκα του η οποία συνοδεύεται από κάποιον άλλο άνδρα που θα φέρει το δικό του όνομα. Χωρίς χαρτιά και αποσκευές θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει ένα υποσχόμενο μυστήριο που δεν το λες πρωτότυπο -η αναίτια απώλεια της ταυτότητας είναι ένα τερέν που το σινεμά μυστήριου έχει εξερευνήσει κατά κόρον- αλλά ακόμα προσφέρει ανεξάντλητους δρόμους στη φαντασία. Ο σκηνοθέτης των μέτριων b movies “Orphan” και “House Of Wax” θα επιχειρήσει να αναπαράγει το γνήσιο Χιτσκοκικό μοτίβο του αθώου που βρίσκεται άθελά του μπλεγμένος σε ένα πυκνό μυστήριο, πατώντας στην τεχνική προσέγγιση του Polanski στο Frantic και με κλασικίζουσα σκηνοθεσία χωρίς τις σύγχρονες εφετζίδικες τακτικές. Όσο οι απαντήσεις έρχονται μετά τα μέσα της ταινίας, τόσο οι δημαγωγίες κλιμακώνονται εις βάρος του μυστηρίου και της αληθοφάνειας. Για κάποιον εξοργιστικό λόγο, ο ήρωας ανακαλώντας «στη μνήμη του» τη λύση του μυστηρίου αποκτά ηθική συνείδηση των πράξεών του. Για να μη πάει χαμένη η ταύτιση με τον all American ήρωα και το κοινό σαστίσει, το φιλμ μετατρέπεται σε αθώα περιπετειώδης αναψυχή και όχι σε σκεπτόμενο θρίλερ ανταλλαγής ταυτοτήτων.

Μετά το ενδιαφέρον “Moon”, ο Duncan Jones επιχειρεί να βάλει τη σφραγίδα του στο sci fi στην μετά-Inception εποχή, και φιλοδοξεί να τον θυμούνται όλοι με το όνομά του και όχι μόνο σαν γιο του David Bowie. Σαφώς πιο ενδιαφέρουσα προσπάθεια από τις δυο παραπάνω ταινίες, το Source Code βάζει την εξυπνάδα και το νεύρο πάνω από τις ανάγκες για brainless ψυχαγωγία και στηρίζει με συνέπεια τις ιδέες που έθρεψαν το είδος. Έχουμε ξανά έναν αξιόπιστο δραματικό πρωταγωνιστή στον κεντρικό ρόλο,τον Jake Gyllenhaal (δεν παίζει κανείς από το Mad Men εδώ). Ένας επιβάτης τρένου χωρίς καμία μνήμη για το πώς βρέθηκε εκεί και με το σώμα κάποιου αγνώστου θα ζήσει 8 λεπτά αγωνίας πριν η αμαξοστοιχία ανατιναχθεί από ισχυρή βόμβα. Αμέσως θα ξυπνήσει σε ένα θάλαμο όπου τον ενημερώνουν πως είναι σε κρίσιμη αποστολή. Θα πρέπει να επιστρέφει και να ξαναζεί τα 8 τελευταία λεπτά του ταξιδιού μέχρι να βρει τον βομβιστή, ώστε να τον συλλάβουν στον πραγματικό χρόνο πριν προλάβει να κάνει δεύτερο τρομοκρατικό χτύπημα την ίδια μέρα. Σε κάθε επιστροφή τα γεγονότα των 8 λεπτών είναι ίδια με μικρές ή σοβαρές αλλαγές που προκαλεί ο ίδιος με τη συμπεριφορά του, σαν τη “Μέρα της Μαρμότας” σε 8 λεπτά αντί ενός 24ώρου. Εδώ το αντίδοτο της τρομοκρατικής απειλής βρίσκεται στην έννοια της θυσίας και της αξιοποίησης μιας εναλλακτικής πραγματικότητας που δημιουργείται από τις χημικές αντιδράσεις του εγκεφάλου, όπως αντανακλώνται στα μεταβαλλόμενα συναισθήματα του ίδιου, για τη δική του θνητότητα και το αυξανόμενο ερωτικό ενδιαφέρον για τη γυναίκα που κάθεται στο απέναντι κάθισμα, πριν προσγειωθεί στον «πραγματικό» κόσμο μετά το τέλος της αντίστροφης μέτρησης. Κάθε φορά οι ιδέες για το σημείο μηδέν της μνήμης, οι διαφοροποιήσεις των λεπτομερειών στις επαναληπτικές εκδοχές και οι επιπτώσεις στη ψυχολογία του ήρωα εξασθενίζουν όσο οδηγούμαστε στο άχαρο κάρμα του μετά το πέρας του οκταλέπτου. Αυτό οφείλεται στη γενική αίσθηση του επείγοντος που χαρακτηρίζει το Source Code που χωρίς να το χρειάζεται, κλίνει περισσότερο στις συμβάσεις μιας ταινίας καταστροφής παρά στην ιδέα της ανάγκης για απόδραση από μια άλλη πραγματικότητα, όπως είδαμε στο υπερμοντέρνο και δαιδαλώδες 12 Monkeys. Πάντως το προφητικό σχόλιο πάνω σε μια επιστημονική βιο-χημική πατέντα που λειτουργεί ως πρόληψη του εγκλήματος είδαμε πολύ χειρότερα στο Minority Report που απέτυχε χάρη στον υπερτονισμό του Σπίλμπεργκ και σε αναληθοφάνειες. Το ενδιαφέρον Source Code θα κέρδιζε το στοίχημα μιας σημαντικής προσθήκης στο είδος του φανταστικού παρά τα προαναφερθέντα προβλήματα, αν τελείωνε στο πρώτο του «τέλος», πέντε λεπτά πριν έρθει το εύπεπτο οριστικό φινάλε που αφήνει ένα καθησυχαστικό συναίσθημα αντί για τη χαρμολύπη μιας… Polaroid από άλλη πραγματικότητα. Την ύποπτη παράταση φαντάζομαι επέβαλε το studio τηρώντας την τακτική των μελοπαραγωγών να μη διστάζουν να πέσουν σε κακοτοπιές προκειμένου να υπάρχει ανοιχτό πεδίο για σίκουελ, νομίζοντας ότι οι θεατές θα αποποιηθούν το πανέξυπνο freeze frame που σκαρφίστηκε ο σκηνοθέτης. Ίσως το κοινό που έμαθε να μεγαλώνει μόνο με feelgood παραμύθια και αντιμετωπίζει το τέλος μιας ταινίας ως λύτρωση για να αναστενάξει με ικανοποίηση όταν απαντηθούν βολικά τα ερωτήματα, να μην είναι διατεθειμένο να κουβαλήσει στο σπίτι κανένα ανήσυχο συναίσθημα. Ή μήπως θα πίστευαν οτιδήποτε αφού έχουν ήδη παραμείνει για ένα δίωρο στη σκοτεινή αίθουσα;

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Cinema. Bookmark the permalink.

4 Responses to 3 Suspense Movies

  1. Dimitris Z. says:

    That was deep!

  2. Not really… but thanks.

  3. Haris says:

    kai pou na deis to I am number four… simeia kai terata
    eprepe na to anafereis.

  4. Ίσως, αλλά ήταν τόσο παιδική τηλεταινία που αποδυναμώνει το συνολικό point. Όπως και το Limitless που το τέλος του είναι για γέλια, και έχει εκείνον τον αστείο πρωταγωνιστή.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s