3 Old Farts

Paul Simon – So Beautiful or So What

Το ιδιαίτερο γνώρισμα που έχουν οι προσωπικές δουλειές του Paul Simon, είναι ο τρόπος που καταφέρνουν και επιβιώνουν στο πέρασμα του χρόνου. Τα album του έχουν την αίσθηση του χειροποίητου και του ατόφιου. Μπορώ εύκολα να ανακαλύψω ξανά τις ακουστικές μπαλάντες του There Goes Rhymin’ Simon ή του Still Crazy After All These Years, ή να ξαναπιάσω απ’ την αρχή τους ethnic πειραματισμούς του Graceland ή ακόμα και να ξαναχαζέψω την πληθωρικότητα του The Rhythm Of The Saints. Τα 10 προσωπικά album του (ούτε λόγος για τα τρομερά πράγματα που έκανε με το “έτερον ήμισυ”, τον Art Garfunkel) αντί να ακούγονται ξεπερασμένα, στέκονται με αξιοπρέπεια σαν το έργο ενός ανήσυχου μελωδού, αλλά η αλήθεια είναι οτι ποτέ δεν έφτασαν τα επίπεδα μεγαλείου. Το So Beautiful or So What είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στη δισκογραφία του, όμως δεν έχει τη δύναμη να απασχολήσει παρά μόνο να συγκινήσει λιγάκι – και μόνο όσους είναι εξοικειωμένοι με τους mellow και τρυφερούς τόνους του Simon. Πραγματικά το εναρκτήριο Getting Ready For Christmas Day και το single The Afterlife που ανοίγουν το album, ακούγονται τόσο βαρετά που αν κάποιος δεν φτάσει ποτέ στο τρίτο τραγούδι θα είναι δικαιολογημένος, και θα είναι κρίμα γιατί το Dazzling Blue θυμίζει τις παλιές καλές ημέρες του 50 Ways To Leave Your Lover. Από εκεί και έπειτα στο Love Is An Eternal Sacred Light και στο Rewrite ο Simon είναι στα πιο Dylanesque του, ενώ το Love And Blessings, το Questions For The Angels και το Love And Hard Times είναι τα τραγούδια που θυμίζουν τη γλυκιά αίσθηση της κρύας Νεουορκέζικης νύχτας που ακόμα μπορεί και μεταδίδει ο Simon με τη χροιά της φωνής του και με τις αρμονίες του. Μπορεί να μην έχει το knack που είχε το 69’ με τους Simon & Garfunkel και σίγουρα ακούγεται σαν το ακίνδυνο ροκ του βολεμένου πενηντάρη, αλλά έχει μια ειλικρίνεια σαν μουσικός και σαν προσωπικότητα ο Simon που φαίνεται και στο καινούριο album. Αν ακούσετε ύμνους από την παγκόσμια κριτική κρατήστε μικρό καλάθι, θα είναι από κεκτημένη. Είναι απόλυτα φυσιολογικό λόγω του τεράστιου σεβασμού προς το πρόσωπό του, που όμως δίκαια απολαμβάνει.

Robbie Robertson – How to Become Clairvoyant

O πρώην frontman των Band κάνει ένα διάλειμμα από τη δουλειά του σαν compiler και παραγωγός των soundtrack των ταινιών του φίλου του Scorsese (έχει κάνει τα soundtrack για 7 ταινίες του Marty, χωρίς να μετράω το Last Waltz που ήταν το ιστορικό ντοκιμαντέρ για την αποχαιρετιστήρια all star συναυλία των Band) και κυκλοφορεί νέο υλικό μετά από 13 χρόνια. Είναι μόλις το 5ο album του Robertson από το 1977 που οι Band έριξαν την αυλαία πανηγυρικά. Δεν είμαι fan της solo δουλειάς του Robbie Robertson, η μουσική του μου ακούγεται προβλέψιμη και αδιάφορη, με εξαίρεση μερικά κομμάτια του πρώτου του album. Όμως υποκλίνομαι στη νέα του προσπάθεια. Σίγουρα πρόκειται για το καλύτερό του album και αυτή είναι η πιο αναπάντεχα καλή φετινή επιστροφή ενός “has been”. Τα 12 blues rock τραγούδια είναι υπέροχα και συγκινητικά. Το album θα μπορούσε να είναι και συνεργασία του Robertson με τον Eric Clapton αφού η παρουσία του slowhand εκτείνεται σχεδόν σε όλα τα τραγούδια και ευτυχώς είναι σε μεγάλη φόρμα και επιπλέον χωρίς τα γνωστά ego issues που επισκίασαν το αποτέλεσμα με τον JJ Cale ή τον Jeff Beck σε ανάλογες συνεργασίες. Σε πολλά κομμάτια ο Steve Winwood κάθεται αφανής στα keyboards του, κάπου στο instrumental Madame X βρίσκεται ο Trend Reznor (!), ενώ στο Axman ο Tom Morello αποδεικνύει ξανά γατί είναι ο μεγαλύτερος κιθαρίστας της γενιάς του. Το ατμοσφαιρικό When The Night Was Young θυμίζει το κλασικό Somewhere Down the Crazy River του Robertson και το He Don’t Live Here No More θυμίζει το ένδοξο αρσενικό bluesy rock των 80’s. Στο νυχτερινό The Right Mistake και στο Fear Of Falling, ο Clapton με τα φωνητικά του και την αυτοπεποίθηση στα solo, παίρνει το πάνω χέρι. Τα πιο προσωπικά τραγούδια που αντιμετωπίζουν την απώλεια και το τέλος των σχέσεων είναι το This Is Where I Get Off και το She’s Not Mine που θυμίζουν οτί το παραδοσιακό blues είναι διαχρονικό και τα «λέει όπως είναι ρε μάγκες». Στο σχεδόν country Straight Down The Line και στο σχετικά αδιάφορο How To Become Clairvoyant ο Robert Randolph ξεχρεώνει τη παλιά φιλία του. Το album είναι φτιαγμένο από φίλους και έγινε για να κρατάει συντροφιά και όχι να εντυπωσιάσει ή να κάνει βαρυσήμαντα statements. Είναι τρυφερό, είναι σοφό στην απλότητά του και η ενορχήστρωση δίνει μια ομοιομορφία που βοηθάνει στις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Κυρίως σε νυχτερινά occasions, σε ατμόσφαιρες δωματίου που είναι ντουμάνι από καπνό και με τραπέζια γεμάτα χρησιμοποιημένα ποτήρια, από παρέες που ξεχνάνε να πάνε για ύπνο και δεν κοιτάνε το ρολόι.

Bob Geldof – How to Compose Popular Songs That Will Sell

Αυτό που υποδηλώνει ο ειρωνικός τίτλος του album του Geldof, είναι ένα από τα βασικά πράγματα που ο ακτιβιστής μουσικός δεν είχε ποτέ την ικανότητα να ξέρει. Το βασικό πρόβλημα του 6ου προσωπικού album του Bob Geldof μετά τη διάλυση των Boomtown Rats, είναι πως μην έχοντας καταφέρει ο ίδιος να αφήσει ποτέ το προσωπικό του μουσικό αποτύπωμα στο θυμικό μας και χωρίς να έχει πια την ικανότητα να το πετύχει, αντλεί έμπνευση από μουσική άλλων. Είτε είναι ο Robert Plant στο πως θα «πείραζε» το Summer In The City’ στα 90’s στο εναρκτήριο How I Roll, είτε τα τρελαμένα blues του Tom Waits στο Blow Fish, είτε η μονότονη ατμόσφαιρα των Dire Straits στο She’s a Lover, είτε η μοναχική μελαγχολία του Neil Young στο Mary Says, ή το Dazzled Βy You που ακούγεται σαν outtake των Rolling Stones από την εποχή του Exile on Main Street, ή το Here’s to You που μοιάζει με διασκευή σε τραγούδι των Beatles που δεν γράφτηκε ποτέ, ή ακόμα το Silly Pretty Thing που είναι γλυκιά αλλά αποτυχημένη μίξη του Tom Petty και του Bowie της εποχής του Absolute Beginners. Η προσπάθεια του Geldof να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του σαν μουσικός βγαίνοντας απ’το ρόλο του sir και το προφίλ του campaigner, ώστε να δημιουργήσει νέες μνήμες για λογαριασμό του πέρα από «του τύπου που οργάνωσε το Live Aid» ή «εκείνου που έλεγε το τραγούδι για τις Δευτέρες» πέφτει στο κενό – έστω με σχετική αξιοπρέπεια. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στο ότι πάσχει από υλικό και είναι εκτεθειμένος από τη μονοδιάστατη παραγωγή. Για παράδειγμα στο To Live In Love ακούγεται να τραγουδάει σαν ξεκούρδιστη (ή μεθυσμένη) εκδοχή του Elvis Costello. Πέρα από τον παιχνιδιάρικο τίτλο και τις υποσχέσεις που αφήνει η φούρια του παλιοροκά που βγήκε από τη ναφθαλίνη για να διδάξει τη παλιά τέχνη, το album δε βρίσκει κανένα στόχο. Μετεξεταστέος ο Ιρλανδός πρώην punk και νυν λομπίστας των charity events, που δείχνει ότι μπήκε στο studio χωρίς όραμα.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in 3, Music. Bookmark the permalink.

2 Responses to 3 Old Farts

  1. Haris says:

    Anevases polu pragma vlepo! Polu kales apopseis. Oxi mono anafereis leptomereies kai exupna epiheirimata alla me kaneis na thelo na akouso olous tous diskous gia na epivevaioso osa les.

    Keep it up man!

  2. Kat.D. says:

    Very interesting.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s