Mildred Pierce – Don’t ever tell anyone what she did

The Kind of Woman Most Men Want, But Shouldn’t Have” Αυτό το λες πραγματικά καλό tagline για το 1945. Ήταν μια χρονιά που η καριέρα της μεγάλης Joan Crawford είχε αρχίσει να φτάνει στη δύση της και οι ένδοξες μέρες της νιότης της δύσκολα θα επέστρεφαν. Ο ρόλος της Mildred Pierce ήταν αυτός που θα της χάριζε το Όσκαρ και η ίδια θα έδινε την πιο σύνθετη και σπουδαία ερμηνεία της.

Having It All Would Cost Her Everything”. Το tagline στην αφίσα της τηλεοπτικής διασκευής του HBO μετά από 66 χρόνια είναι λιγότερο εμπνευσμένο και πιο εμπορικό. Η Kate Winslet διαλέγει τον ρόλο της Mildred Pierce για να επιστρέψει επιστρέφει μετά από σχεδόν τρία χρόνια απουσίας από τη χρονιά του όσκαρ με το διπλό χτύπημα του (μετριότατου θεωρώ) The Reader και του (αριστουργηματικού κατά τη γνώμη μου) Revolutionary Road.

Οι μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες έχουν ένα απαραίτητο συστατικό που τις κάνει διαχρονικές και που τους δίνει τη δύναμη να επιβιώνουν, να διασκευάζονται από ανθρώπους διαφορετικών εποχών και να μιλάνε σε διαφορετικές γενιές. Η ιστορία της αξιότιμης κυρίας Mildred Pierce δεν είναι μια τυπική υπόθεση διάσπασης μιας οικογένειας. Το 1931 ήταν μια εποχή που η χλιδή και το status στη κοινωνία όριζε την αξία των ανθρώπων και η οικονομική άνεση ήταν πάνω από ιδεολογίες και ιδανικά. Η Mildred Pierce είναι μια ταλαιπωρημένη νοικοκυρά – σχεδόν νευρωτικά αφοσιωμένη στη κουζίνα της και στα παιδιά της, την Veda και την Kay. Βρισκόμαστε σε μια Αμερική που ακόμα συνέρχεται από την οικονομική κρίση και κάνει δειλά άλματα προς την άνθιση του βιοτικού επιπέδου της, που θα κορυφωθεί στα χρόνια του 50. Η Mildred θα αφήσει τον σύζυγό της Bert, ο οποίος έχει συνάψει εξωσυζυγική σχέση με την γειτόνισσα κυρία Biederhof, και θα ξεκινήσει να πουλάει γλυκά σε γείτονες αλλά και να δουλεύει σαν σερβιτόρα για να συντηρήσει την οικογένειά της, μέχρι κάποια στιγμή να ανοίξει το δικό της εστιατόριο.

Στην ουσία πρόκειται για τον αγώνα μιας γυναίκας να παραμείνει σύζυγος όταν ο αδιάφορος και βαρετός σύζυγός της την προδίδει, να γίνει επαγγελματίας όταν ο συνεργάτης της και πρώην συνεταίρος του άντρα της είναι ωφελιμιστής και προσπαθεί να την εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο, να γίνει ερωμένη όταν γοητεύεται από τον playboy Monte Beragon ο οποίος αποδεικνύεται απλός τυχοδιώκτης με άλλα σχέδια στο μυαλό του, να είναι προστατευτική μητέρα όταν εντελώς ανάιτια χάνει τη μικρή κόρη της και να είναι mother figure όταν η κακομαθημένη μεγάλη κόρη της την ανταγωνίζεται από κοινωνικά μέχρι και σεξουαλικά. Η μικρή Veda αναδεικνύεται σε μοχθηρό πλάσμα, τσουλάκι που τυφλώνεται από το χρήμα και φαντασμένη αριστοκράτισσα με μόνιμο όπλο την τυφλή προστατευτικότατα της Mildred μέχρι το εγκληματική τροπή της ιστορίας στο φινάλε.

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του James M. Cain, όμως στην πένα του οφείλουμε το αριστοτεχνικό noir “Double Indemnity” με εκείνη την αξέχαστη εγκληματική πλεκτάνη και το σκληρό δράμα το “The Postman Always Rings Twice” με το σχεδόν αρχέτυπο ερωτικό τρίγωνο.

Η ταινία του Michael Curtiz του 1945 ήταν ένα μεταπολεμικό film noir, με σύνθετο αστυνομικό μυστήριο, με μοιραίους και καταραμένους χαρακτήρες και υπερφορτωμένο από έντονα μελοδραματικά στοιχεία. Ο Michael Curtiz τρία χρόνια πριν σκηνοθετήσει το μύθο της κυρίας Pierce, είχε γράψει κινηματογραφική ιστορία με την Casablanca. Εκεί είχε δείξει πως ακόμα και οι πιο σκληροί «τσακίζουν» με μια γυναίκα. Στο Mildred Pierce αφηγείται πως μια γυναίκα μπορεί να κρατήσει την ακεραιότητα της όταν τριγυρίζετε από άνδρες που θέλουν ένα κομμάτι από αυτή αλλά είναι πολύ «λίγοι» για να σταθούν στο ύψος τους. Στη πραγματικότητα είναι ένα ακόμα σπουδαίο film noir αλλά στον κεντρικό ρόλο του σκληρού αρσενικού βρίσκεται μια γυναίκα, και στο ρόλο αυτού που θα τη καταστρέψει δεν βρίσκεται μια femme fatale αλλά ή μεγάλη κόρη της. Αυτή η ανατροπή στα στερεότυπα των noir σε συνδυασμό με την πυκνή πλοκή και τον έντονο μελοδραματισμό σε κομμάτια που αφορούν την προδοσία, τον αγώνα επιβίωσης και το έγκλημα είναι που έκαναν ξεχωριστή τη ταινία. Κυρίως όμως, υπεύθυνη είναι η Joan Crawford που ίσως έδωσε την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της. Όσοι ενδιαφέρονται γι αυτή την ηθοποιό ας αναζητήσουν τα μεταγενέστερα Johnny Guitar (1954) και What Ever Happened to Baby Jane? (1962) που είναι αξεπέραστες ταινίες.

Στο HBO προβάλλεται η νέα διασκευή της ιστορίας σε μορφή μίνι σειράς 5 επεισοδίων που υπογράφει ο Todd Haynes. Πιστεύω με απόλυτη σιγουριά ότι ο Haynes και μόνο για τη δουλειά του στη μεγαλόπνοη rock φαντασίωση της glam εποχής στο “Velvet Goldmine” και τη σύνθετη εμβάθυνσή του στα πολλαπλά πρόσωπα του Bob Dylan σαν σύμβολο του πολιτισμού του 20ου αιώνα στο “I’m Not There”, είναι ένας από του πέντε πιο ιδιοφυείς σκηνοθέτες που βγήκαν μετά το 1990 παγκοσμίως (μαζί του στη λίστα θα ήταν ο Paul Thomas Anderson). Με την επιλογή του να διασκευάζει σε πέντε ωριαία επεισόδια τη συγκεκριμένη ιστορία, φαίνεται πως συνεχίζει το ταξίδι του στη γυναικεία ψυχοσύνθεση που ξεκίνησε με το κολασμένο δράμα Safe (1995), έναν εσχατολογικό εφιάλτη που αφορούσε το ρόλο μιας γυναίκας που βυθίζεται σε μια σωματική εξασθένιση σε ένα μολυσμένο αστικό περιβάλλον, και το Far From Heaven (2002) που ήταν ένας «ήσυχος» φόρος τιμής στα λαϊκά μελοδράματα του Douglas Sirk, με μια παντρεμένη που μετά από μια συναισθηματική κρίση συνδέεται με έναν μαύρο άνδρα σε μια υπέρ-συντηρητική κοινωνία. Μετά τη Juliane Moore, ο Haynes επιστρατεύει μια άλλη ηθοποιό –απόφοιτο της σχολής της Meryl Streep– την Kate Winslet. Εκμεταλλεύεται την ικανότητά της να ερμηνεύει γυναίκες με αδιόρατη ψυχική δύναμη και όχι εμφανώς δυναμικές και φυσικά τη «γήινη» ομορφιά της για να κάνει την ηρωίδα του πιο καθημερινή και προσιτή χωρίς το star quality της Crawford. Ο Haynes ξεσκονίζει το αρχικό υλικό, ενδιαφέρεται λιγότερο για την ακριβή αναπαράσταση εποχής (που έριξε όλο το βάρος του το αποτυχημένο Boardwalk Empire του HBO) και περισσότερο για τη λεπτομερή αναβίωση των ανθρώπινων μανιερισμών και της καθημερινότητας που χαρακτήριζαν την Americana. Προσδίδει κανονικότητα στα πρόσωπα του δράματος, δεν τα μεταχειρίζεται σαν χάρτινους ήρωες μιας εποχής που «συμβολίζουν» χαρακτήρες, αλλά δίνει δραματικό βάρος στους δεύτερους ρόλους (Guy Pearce, Melissa Leo, Evan Rachel Wood), στρογγυλεύει τις σχηματικές τροπές της πλοκής και απλώνει τη δράση χωρίς να συμπυκνώνει τα νοήματα. Η σκηνοθεσία του είναι επαρκώς ακαδημαϊκή με όλες τις παλιομοδίτικες συμβάσεις των δραμάτων τόσο ώστε να είναι pleaser των μαζών που παρακολουθούν τηλεόραση, αλλά ταυτόχρονα τόσο προσεκτική ώστε να αναδείξει λεπτομερώς τη καρδία της ιστορίας και να μη χάσει ούτε στιγμή τον νατουραλισμό του και την ειλικρίνεια της ματιάς του στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

* Για τους λάτρεις των trivia και των συμπτώσεων, οι Sonic Youth στο album τους Goo έχουν αυτό το μικρό rock instrumental με τίτλο Mildred Pierce που καταλήγει σε ένα τρομακτικό φινάλε από άναρθρες κραυγές.

Στο ίδιo album βρίσκεται το Tunic (A Song For Κaren) ήταν το tribute των Sonic Youth στην ηρωίδα τους Karen Carpenter, η οποία ήταν η έμπνευση του Todd Haynes για την πρώτη του ταινία μικρού μήκους που ήταν η βιογραφία της Caren με Barbie κούκλες με τίτλο Superstar.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema, TV. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s