Wasted Youth

Επιτέλους μια ελληνική ταινία που με έκανε να ξεπεράσω την αντανακλαστική καχυποψία μου σε κάθε τι εγχώριο και να την αγαπήσω, να τη καταλάβω. Όσο κι αν παρασύρθηκα συναισθηματικά με την τραγική δραματικότητα  της “Στρέλλας” και όσο και να θαύμασα τη σκληρή αλληγορία πίσω από την εστία μολύνσεως που είναι ο θεσμός της «οικογένειας» στον “Κυνόδοντα”, μπορώ με σιγουριά να πω πως το “Wasted Youth” είναι η local ταινία που αγάπησα. Στα συναισθήματα έχω μάθει πια να μετράω τον αντίκτυπο. Στο πόσα αισθήματα και ιδέες μοιράζομαι με την ταινία. Στο κατά πόσο μιλάω τη γλώσσα της.

Το “Wasted Youth” είναι από τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ταινίες που δεν ντρέπομαι για την καταγωγή τους. Μια ελληνική ταινία που έχω ανάγκη να επικοινωνήσω και να μοιραστώ. Να την αντιμετωπίσω επί ίσοις όροις με τις δημιουργίες του υπόλοιπου κινηματογραφικού πλανήτη. Επιτέλους δεν χρησιμοποιώ έκπτωσεις στην αξιολόγηση και η ανάλυση δεν εμπεριέχει αυτό το : «για ελληνική ταινία…». Είναι μια ανεξάρτητη low budget Ευρωπαϊκή ταινία που δεν ξεπερνάει φυσικά, αλλά μπαίνει δίπλα στα DVD του Do The Right Thing και του Elephant στο ράφι της ταινιοθήκης. Του ταιριάζει να βρίσκεται εκεί. Είναι φυσιολογικό.

Δεν ξέρω αν τα λόμπυ της αλλοτριωμένης εγχώριας κριτικής κινηματογράφου θα χειριστεί με δίκαιο τρόπο την τόλμη και την καλλιτεχνική αρτιότητα του Wasted Youth. Ελάχιστα με απασχολεί το αν θα σταθούν μόνο στον κοινωνικό διάλογο που πυροδοτεί το «φινάλε» (πολύ σωστά οι τίτλοι τέλους πέφτουν απότομα πάνω στην αιφνιδιαστική κλιμάκωση του τέλους) ή θα βρουν πρόχειρο βήμα για να δημαγωγήσουν περί κοινωνικής πάλης και να αναπτύξουν σκέψεις καλοχωνεμένες από την δημοσιογραφική τηλεόραση που αναλύει τον κοινωνικό αναβρασμό. Νομίζω η πως η «ελεύθερη» παρατήρηση της ταινίας στα πρόσωπα και η σοφή διακριτικότητα των δημιουργών σε ζωτικά θέματα αποξένωσης και βίας θα τους ακυρώσει. Για να «αισθανθείς» του ήρωες θα πρέπει να μιλάς τη γλώσσα τους, να έχεις «υπάρξει» αυτοί, να έχεις φοβηθεί την ιδέα ότι θα «υπάρξεις» αυτοί, να δεθείς βιωματικά με όσα συμβαίνουν στο μυαλό τους. Όχι σαν φωτεινός γνώστης της κινηματογραφικής γλώσσας από τον καναπέ. Η πρώτη από τις δυο παράλληλες ιστορίες αφορά έναν 16χρονο πιτσιρικά και την παρέα του που αράζουν σε ταράτσες και παγκάκια και περνάνε τις μέρες με πενιχρό χαρτζιλίκι και ευκαιριακά μεροκάματα. Λίγο skate, καμία σουλάτσο με το μηχανάκι, κανένα πάρτι και καμιά γκόμενα. Η άλλη έχει στο επίκεντρο έναν μεσόκοπο οικογενειάρχη με ευθύνες και δουλειά δημοσίου με «στολή» που η καθημερινότητά του έχει παραλύσει. Δυο διαφορετικοί κόσμοι σε μια όμορφα κινηματογραφημένη Αθήνα. Δυο γενιές τόσο διαφορετικές, που ακόμα και ο χρόνος μετράει διαφορετικά. Οι ανάγκες και τα «θέλω» είναι διαφορετικά. Ένας άνθρωπος που «νιώθει» στο maximum και ένας που έχει πάψει να αισθάνεται. Εν μέσω ενός έντονου καύσωνα, οι ζωές των ηρώων (που απλά συμβαίνουν) οδηγούν την πλοκή της ιστορίας και στην πορεία παρεμβάλλεται το «τυχαίο» των γεγονότων.

Στη μια πλευρά του νομίσματος βρίσκονται τα χαμένα όνειρα των ανθρώπων που δεν έχουν ούτε καν παρελθόν να επικαλεστούν. Η υπόκωφη οργή μιας στείρας καθημερινότητας σε θλιβερά διαμερίσματα. Η αρρωστημένη επικοινωνία των βολεμένων και βουτηγμένων στο ρουσφέτι νεοελλήνων. Η ερωτική καταπίεση, ο μικροαστικός φασισμός του ένστολου, τα σεξουαλικά απωθημένα, η ολική έλλειψη επικοινωνίας γονιών με τα παιδιά τους, η λεκτική βία, η διαστροφή της γονικής προστασίας. Τα ανθρώπινα (υπο)προϊόντα μιας χώρας που έφτασε σε πολιτιστική χρεοκοπία πολύ πριν τον οικονομικό όλεθρο.

Στα απέναντι χαρακώματα είναι ο ενθουσιασμός μιας γενιάς που διεκδικεί το παρόν της (όχι το μέλλον της). Ο εξωλεκτικός κώδικας της επικοινωνία της «παρέας». Η τρυφερότητα της φιλίας στην εφηβεία. Οι ώρες που γίνονται μέρες και τα φραγκοδίφραγκα που είναι μια ολόκληρη περιουσία. Η νεανική κάβλα που περιφέρεται δεξιά και αριστερά σαν το μόνο πράγμα που έχει οποιαδήποτε σημασία. To καταφύγιο του skateboard, η παρηγοριά ενός I-pod και το μεθυσμένο τρικάβαλο μέσα στη νύχτα. Το καλοπροαίρετο χαμόγελο σε κάθε τι διαφορετικό. Το ατελείωτο 24ωρο. Η teenage καφρίλα και η ασέβεια σε κάθε τι δεδομένο. Το «μαλάκα» σαν λογότυπο και στάσης ζωής. Ο σταρχιδισμός. Το κωλοδάχτυλο στο μπάτσο. Το πάρτι δίχως αύριο.

Μα πάνω από όλα είναι ο διάλογος. Αυτός ο «πραγματικός διάλογος» που επιτέλους ακούγεται σε ελληνική ταινία. Ο σκηνοθέτης έχει το “αυτί” για να καταγράψει τον ρεαλισμό στις λέξεις και την επικοινωνία. Πραγματική όαση σε μια εγχώρια άκρως ερασιτεχνική (στην καλύτερη περίπτωση) πραγματικότητα που έχουμε συνηθίσει σε ξύλινους διαλόγους από ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς της πλάκας που προκαλούν γέλια. Όλα αυτά υπό άριστη σκηνοθετική ματιά, εξαιρετικό μοντάζ και με κάποιες νυχτερινές σκηνές που βγάζουν μάτι. Ο φακός παρακολουθεί τους ήρωες, τους αγαπάει, δεν τους μαστιγώνει ούτε τους εξιδανικεύει. Οι ζωές τους δεν έχουν τίποτα κοινό αλλά τους χωρίζει μια ανάσα, σε μια αφιλόξενη πόλη η οποία κάποτε ίσως να ήταν όμορφη αλλά τώρα μοιάζει να είναι έτοιμη να εκραγεί με μια μόνο αφορμή. Ζέστη και μια επικίνδυνη σιωπή πριν τη καταιγίδα. Η άδικα χαραμισμένη νεολαία και τα νιάτα που χάθηκαν ανεπιστρεπτί και είναι πλέον αργά για δάκρυα.

Αυτό είναι ένα τραγούδι που ακούγεται στο Wasted Youth.

Τρεις ταινίες που μοιάζουν να ήταν πηγή έμπνευσης για το Wasted Youth.

Kids (1995)

Η καταγραφή-σοκ της Αμερικάνικης νεολαίας από τον πρώην φωτογράφο Larry Clark. Ένα σκληρό και άκρως ρεαλιστικό πορτραίτο της νεολαίας σε στυλ : “κοιτάξτε τα παιδιά σας”. Μια παρέα αγοριών και κοριτσιών πνιγμένη στα ναρκωτικά, το sex και το αλκοόλ και ένας 16χρονος που σκορπάει το AIDS παντού. Σκοτεινό αριστούργημα όχι από την κόλαση της πένας ενός σεναριογράφου, αλλά από την καταγραφή της ζωής του πεζοδρομίου, τις ώρες λίγο μετά το σχόλασμα.

Paranoid Park (2007)

Σχετικά αποτυχημένο εγχείρημα του Gus Van Sand να παρακολουθήσει την κουλτούρα των σκειτάδων στο Los Angeles, και αυτό οφείλεται κυρίως στο σαθρό σενάριο. Όμως η ταινία αξίζει για την ιδιαίτερη ματιά του σκηνοθέτη στου ήρωες και για την ειλικρίνεια με την οποία στέκεται ο φακός απέναντι στους ανήλικους ήρωές του. Σαν φύλακας άγγελος.

La Haine (1995)

Ταινία που έσκασε σαν χειροβομβίδα στις αίθουσες και είχε κάνει τον Mathieu Kassovitz να μοιάζει με την ελπίδα του Ευρωπαϊκού σινεμά (η συνέχειά του ήταν αποκαρδιωτική). Εναρκτήρια σκηνή : Μια βόμβα μολότοφ σκάει στην υδρόγειο. Η φωνή στο voice over μας λέει : «Σημασία δεν έχει η πτώση αλλά η πρόσκρουση». Ακολουθεί μια δίωρη «ασπρόμαυρη» κατάβαση στα πιο κακόφημα γκέτο του Παρισιού. Εκεί που στεγάζονται εγκληματίες, άστεγοι και οικονομικοί πρόσφυγες. Τρεις ήρωες περιπλανιούνται σε δρόμους που βράζουν, πριν ξεσπάσει η νυχτερινή εξέγερση και η βίαιη σύγκρουση με την ρατσιστική αστυνομία.

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Cinema. Bookmark the permalink.

One Response to Wasted Youth

  1. Xaris says:

    Πολυ ενδιαφερον
    Θα παω αυριο κιολας να το δω. Θα επανελθω για comments

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s