A Swanlight Story (episode 1 of 10)

 

Τον έπνιγαν πάντα τα ανάμεικτα συναισθήματα,άσε που τον τελευταίο καιρό δεν μπορούσε να διαχειριστεί και τα πιο απλά.  Οι υπερβολικές προσδοκίες σκόνταφταν στο εμμονοληπτικό πλέγμα ενοχών που ύφαινε γύρω του, με μια αφοσίωση που τον τρόμαζε. Εκείνη του έδωσε υποσχέσεις με τον τρόπο που τον καληνύχτισε. Αλλά μπορεί και να είδε υποσχέσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Δεν είναι και το μεγαλύτερο ατόπημα που θα είχε κάνει εκείνο το βράδυ. Είχε προγραμματίσει να περάσει τη νύχτα βλέποντας το dvd του “A Place in the Sun”, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της βραδιάς. Αδύνατο να προβλέψεις τη διάθεση σου μετά από αυτό το αινιγματικό «όποτε θες πάρε με τηλέφωνο». Οι πιο τετριμμένες λεπτομέρειες γίνονται σενάρια υπερπαραγωγής και παίζουν σε λούπα στο μυαλό, με λίγο διαφορετικά χρώματα και διάθεση κάθε φορά. Σαν να πειραματίζεται το μυαλό στην επανάληψη μέχρι να διαλέξει την πιο βολική version.

Δεν θα κοιμόταν μέχρι να σιχαθεί να σκέφτεται τις ασημαντότητες ή μέχρι να μπει η «αστυνομία της μαλακισμένης σκέψης» στο σπίτι του και να τον συλλάβει. Μπας και λυτρωθεί από τον εαυτό του και έρθουν καινούρια πράγματα. Αρκετά με τις ανησυχίες. Νισάφι με την θεωρία. Ο πόλεμος που είχε κηρύξει μόνος του απέναντι στην ανθρωπότητα δεν απασχολούσε ούτε τον ίδιο. Το βάρος της ηλίθιας  σταυροφορίας για «αλήθειες» είχε καταντήσει να τον ταλαιπωρεί περισσότερο απ’όσο αν έτρωγε κατακούτελα ολόκληρη την μπαναλαρία του κόσμου που -τάχα μου- έφτυνε με λύσσα. «Embrace normality» έγραψε σαν status στο προφίλ του στο facebook το οποίο πλέον κοσμούσε η αυτού μεγαλειότης . Ένιωσε ότι με το να κάνει reach out σε ένα μάτσο μαλάκες που είχε στη λίστα του έδινε βαρύτητα στη νέα του πραγματικότητα. Το ήξερε αλλά δεν είχε χρόνο για τέτοιες σύνθετες σκέψεις. To μάτι του έπεφτε απενοχοποιημένα πλέον σε βιτρίνες και διασκέδαζε με το να αδημονεί απροκάλυπτα το πότε κυκλοφορούν οι οδηγοί «καλοκαιρινών προορισμών».

Αγαπούσε τον τρόπο που γελούσε με τις σουρεάλ ασημαντότητες. Τον τρόπο που του έλεγε με μια φράση πάντα αυτό που έπρεπε, με τρόπο που αυτός ποτέ δεν θα μπορούσε να συμπυκνώσει. Τον τρόπο που νομιμοποιούσε με τη συμπεριφορά της το συναίσθημά του. Τον τρόπο που βυθίζονταν σε σκέψεις, και το πώς κοιτούσε τα πράγματα όταν τα έβλεπε για πρώτη φορά.

Δεν τον έπιανε ο ύπνος τόσο εύκολα όπως παλιά. Ούτε και υπέφερε από καμιά ανησυχητική αϋπνία. Ο τρόπος που εκείνη ξάπλωνε στο μπράτσο του, του είχε χαρίσει ένα έντονο μούδιασμα που σε λίγο θα γίνονταν πραγματικά δυσάρεστο. To βλέμμα του τα βράδια, έπεφτε πάντα σε εκείνο το αρκουδάκι που κρέμονταν άχαρα από ένα κόκκινο πορτατίφ. Εκείνο το πορτατίφ ήταν αμήχανο στο χώρο. Το έντονο κόκκινο δεν ταίριαζε με την γκρι αισθητική του δωματίου. Όμως ήταν τόσο αταίριαστο που απέκτησε περίοπτη θέση, έγινε μια παραφωνία τόσο όμορφη που αν έφευγε θα άφηνε το χώρο να μοιάζει προβλέψιμος και χωρίς το στοιχείο της έκπληξης. Οι ώρες περνούσαν. Που στο διάολο βρέθηκαν τα κοκόρια στο κέντρο;

Ποιος τα χρειάζεται αυτά… Πόρτες που κοπανάνε, φωνές μέχρι να κλείσει ο λαιμός και παρεξηγήσεις που κρατάνε ένα ολόκληρο 24ωρο. Πριν από τη γνώριμη κίνηση που κάποιος θα αγγίξει τον άλλον διστακτικά στο χέρι και αυτό θα μετουσιωθεί σε μεγάλη αγκαλιά. Αυτό μεταφράζεται σε συγχώρεση στον σιχαμένο κόσμο των απανταχού lovebirds. Και τι έγινε; Ποια η μεγάλη αποκάλυψη; Ποιο κοσμικό μυστήριο λύθηκε και τώρα οι ζωές μας συνεχίζονται πιο γεμάτες και εμείς σοφότεροι μοιράζουμε τη γνώση μας στους νεότερους; Πάντα πίστευε στη καταστροφική νομοτέλεια τέτοιων καταστάσεων. Ήρθε η ώρα της αποδελτίωσης. Σβήνε μηνύματα και εικόνες, από κινητά, pc και ψηφιακές μηχανές. Πέτα τα σημειώματα με κραγιόν και μαρκαδόρους. Μάζευε πεταμένα αντικείμενα από 15 μέρη. Ξεκρέμασε εικόνες και πέτα εκείνο το ξενέρωτο διακοσμητικό τοίχου που πάντα πίστευε ότι χάλαγε το χώρο, όμως τώρα η ασχήμια του είναι πασιφανής σε όλο της το μεγαλείο.

Της δημιουργούσε τρομερή ανασφάλεια το ότι την κοίταζε στα μάτια. Όσο το σκέφτονταν, θυμόταν ότι από το πρώτο βράδυ την κοίταζε έτσι. Της άρεσε αυτό, την έβαζε σε μια διαδικασία ανταπόκρισης. Είχε μουδιάσει στο κυνήγι των διαθέσεων και στο ντάντεμα όλου του κόσμου γύρω της. Σκεφτόταν ότι η  Μητέρα Τερέζα ήταν μια αργόσχολη εγωκεντρική μπροστά της και γέλαγε κρυφά με τον παραλληλισμό που έκανε. Μετά μάζευε γρήγορα το γοητευτικό γελάκι της γιατί σαφώς μπορούσε να σκαρφιστεί πιο ευρηματική παρομοίωση. Τα πρώτα βράδια μαζί του την έκαναν να ενδιαφέρεται περισσότερο για όλα και νοιάζεται λιγότερο για τα πάντα. Μόνο αυτή μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνει αυτό. Έπρεπε να του δώσει περιθώρια να της κάνει τη ζωή άνω κάτω. Το είχε καημό να βρει έστω μια φορά τη βαθύτερη αξία των πραγμάτων που τη ρουφούσαν στη δίνη τους. Ήθελε να βρει τις λύσεις, και ας μην ήξερε το πρόβλημα. Τελικά βρήκε αυτόν…

Τον τελευταίο καιρό (πόσος καιρός πάει αλήθεια…) αυτή είχε καταντήσει ένα κινούμενο κλισέ. Κάπνιζε στα νεύρα και έκανε ψώνια όταν ένιωθε ότι πνίγονταν. Αυτός της έκλεινε το τηλέφωνο απότομα, κι ευθύς αμέσως άρχιζε την ψιλοβελονιά της ανάλυσης. Οι ερωτήσεις έμεναν αναπάντητες και αυτός έπαιρνε εκείνο το μπλαζέ ύφος του στυλ : η ουσία βρίσκεται αλλού. Το μισούσε αυτό το ύφος του. Αυτό και καμιά πεντακοσαριά άλλα πράγματα που όμως δεν είχε ξανασυναντήσει ποτέ. Υπήρχε κάτι πάνω του που δεν καταλάβαινε και αυτά την έκαναν να τον… να τον… θέλει κοντά της. Δεν ρίσκαρε  ποτέ με μεγάλες λέξεις για να το κάνει τώρα. Τους “έρωτες” τους ξεστόμιζε μόνο σε στιγμές ερωτικού πάθους και κορύφωσης, και κυρίως σε τύπους που θα έκαναν πως δεν το άκουσαν. Εδώ αυτή η λέξη θα δημιουργούσε ωστικό κύμα συναισθηματικής φόρτισης σε όλους. Η ωραία θέα και τα ρομαντικά βράδια είναι για τα fashion victims του οσιομάρτυρα του κώλου – Βαλεντίνου, οι έξοδοι είναι μόνο για ακόρεστο fun και η καθημερινότητα ζόρικη. Τι απομένει;

Αγαπούσε τον τρόπο που την άκουγε, το πως συμπεριφέρονταν όταν ξεχνούσε ότι είναι δίπλα του, τους λόγους που αγάπησε το φθαρμένο κόκκινο πορτατίφ 15ετίας και βάλε. Της έλειπε η αγνότητα στα λόγια του και η ευγένεια του αγγίγματος. Γελούσε γλυκά με την εικόνα του όταν ξύνει το πίσω μέρος του αυτιού του όταν σκέφτεται.

Της άρεσε που τον πρόσεχε τη νύχτα. Η αίσθηση που είχε όταν το χέρι της πέρναγε μέσα από τα μαλλιά του. Το πώς ανταποκρίνονταν με μικρές μηχανικές κινήσεις. Ήταν συνήθως η πιο χαλαρωτική στιγμή που είχε μέσα στη μέρα.  Ήταν πολύ «μαζί» τις ώρες της σιωπής. Αυτό δεν ήξερε αν σημαίνει κάτι για τη μοναδικότητα των σιωπηλών στιγμών ή για τη δυσκολία των καθημερινής τριβής. Απόψε δεν ήθελε να το σκεφτεί περισσότερο. Για άλλη μια φορά θα έσπαγε την ηρεμία της αυτή η γκρίζα κουρτίνα, της φαίνονταν αποκρουστική και με εμφανείς λεκέδες. Φαντασιώνονταν το αποτέλεσμα της καταστροφής αν την τράβαγε με δύναμη.  Ευτυχώς ξημερώνει Σαββατοκύριακο. Eυτυχώς;

Ποιος μίλησε για εξαιρέσεις… Πάλι εξηγήσεις, πάλι ασυνεννοησία. Δεν υπάρχει πεδίο κατανόησης. Πάλι ένα σωρό τσακωμοί που οδηγούν σε αίσιο (;) τέλος μέχρι τον επόμενο. Είχε δίκιο. Πάντα τα ίδια χάλια στο τέλος.  Πέτα τώρα τις καρτ ποστάλ από το ταξίδι στη Γαλλία που υποτίθεται πως δεν πέρναγαν οι ώρες μακριά του, πέτα το σαμπουάν του που ξεχάστηκε μετά από εκείνο το «μυθικό» Σαβ/κο. Σβήσε καμιά τρακοσαριά mail «αστείου περιεχόμενου» – από αυτά που είναι η όαση των δύσμοιρων corporate υπαλλήλων γραφείου των business lunch και της σεξουαλικής παρενόχλησης γραμματέων-  για να την παλέψουν μέσα στη μέρα τους. Πέτα και το cd του γελοίου του Tom Waits που της πήρε δώρο πέρσι τη πρωτοχρονιά. Ο ποιητής του πλάκας. Ένας μαλάκας και μισός είναι που έχει που έχει φωνή κατευθείαν απ’το βόθρο, τραγουδάει και σαν να κατάπιε βατράχια!

Advertisements

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Ever-changing stories. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s