
Προσπερνώντας τους βαθύστομους αφορισμούς των θεωρητικών και χωρίς να υποπέσω σε «παλαιοκομματικές» αντιλήψεις περί σινεμά, μερικά βασικά αξιώματα παραμένουν πάντα ίδια. Μια ταινία δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή όταν λειτουργεί μόνο υπό προϋποθέσεις ή όταν χρειάζεται υπερασπιστικές ατάκες όπως : «είναι μόνο για τους fan», «θα ξεδιπλώσει τα μυστικά της στο σίκουελ», ή «όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο θα καταλάβει καλύτερα». Με λίγα λόγια οι ταινίες κρίνονται αποκομμένες από τις εκδηλώσεις λατρείας του fan base και ανεξάρτητα από τη μυθολογία που τις περιβάλλει. Το ζήτημα του να τοποθετηθεί η ταινία ως προς την ποιότητά της και να πάρει τη θέση της στο είδος και την εποχή που ανήκει, είναι μια “κριτική” ανάγκη όσων αγαπούν το σινεμά στο σύνολό του. Η διασκέδαση, ή μάλλον η «πώρωση» στη σκοτεινή αίθουσα με χειροκροτήματα ενθουσιασμού και με σφυρίγματα πανηγυρισμών για τη μοίρα των ηρώων ανήκει στους οπαδούς ταινιών. Έχοντας τα παραπάνω κατά νου, οι “Αγώνες Πείνας” είναι μια άκρως «διασκεδαστική» ταινία, αλλά σε καμία περίπτωση μια «καλή» ταινία. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι τα βιβλία της Σουζαν Κόλλινς είναι ευκολοδιάβαστα και χορταστικά. Όπως και τα -γι’άλλους λόγους- συναρπαστικά βιβλία του Νταν Μπράουν γύρω από τα μυστικά του αρχαίου αποκρυφισμού, αλλά και τα Twilight της Στέφνι Μάγιερ για τους βαμπιρικούς έρωτες στα θρανία, δεν είναι σπουδαία λογοτεχνία. Είναι εύπεπτα αναγνώσματα όπου πίσω από την ζωηρή πλοκή, κυριολεκτικά χάσκει το κενό. Στη συνέχεια να σημειωθεί και ότι το marketing και οι μηχανισμοί προώθησης του κινηματογραφικού προϊόντος δεν είναι κακό πράγμα. Είναι το συστατικό που κάνει τη βιομηχανία να ανασαίνει και την αγορά να κινείται. Σε τόσο φιλόδοξα και δαπανηρά project όπως το Αγώνες Πείνας δεν παίζουν με θέματα «σκηνοθεσίας» και η έννοια της «καλλιτεχνικής ακεραιότητας» είναι κόκκινο πανί στις στρατιές των λογιστών και δικηγόρων που πασχίζουν να μην αιμορραγήσει οικονομικά η επένδυση. Η υποθήκη του εκκολαπτόμενου franchise είναι τεράστια και οι παραγωγοί φιλοδοξούν να πάρει τη σκυτάλη από τον Harry Potter και το Twilight, ως το νέο εμπορικό χαρτί των επόμενων καλοκαιριών. Η απόσβεση του budget και η προοπτική κέρδους δεν είναι αστεία υπόθεση και σε αυτές τις περιπτώσει ο επαγγελματισμός και η υπευθυνότητα όσων ενεπλάκησαν στην «κατασκευή» της ταινίας είναι ζητήματα ζωής και θανάτου για τα studio, ζητήματα τόσο σοβαρά όσο γι’ αυτά που αγωνίζεται η συμπαθέστατη και ταλαντούχα Τζένιφερ Λώρενς στα 140 λεπτά της ταινίας.
Ο σκηνοθέτης Γκάρι Ρος όφειλε να κινηθεί απαρέγκλιτα σε μια απελπιστικά γραμμική και ευθεία αφήγηση. Πραγματικά το ένα γεγονός διαδέχεται το άλλο με επαγγελματισμό, τα γεγονότα είναι προσεκτικά τοποθετημένα στο χρονοδιάγραμμα της ταινίας και η ισόποση κατανομή του πρωτοεπίπεδου συναισθήματος (χαρά, λύπη, αγωνία.. μέχρι εκεί…) έχει πετύχει. Κανένα δεύτερο επίπεδο, τίποτα διφορούμενο και όλα ιδωμένα μέσα από ένα ελεγχόμενο νεύρο και μια αφήγηση που σε παίρνει από το χέρι και δεν αφήνει περιθώριο να σκεφτείς χωρίς καθοδήγηση.
Πέραν όμως της αφηγηματικής δυσκαμψίας, το πιο διφορούμενο και ενοχλητικό στοιχείο της ταινίας είναι η απόλυτη ταυτοπροσωπία των θεατών στη σκοτεινή αίθουσα με τους «πολύχρωμους» μεγαλοαστούς του δυστοπικού μέλλοντος. Ο τρόπος που ο σκηνοθέτης χειρίζεται την αγωνία της ηρωίδας, χτίζει σασπένς γύρω από την αντίστροφη μέτρηση για την εξάντληση των δυνάμεών της και τις προσπάθειες να μείνει ζωντανή στο τεχνικά κατασκευασμένο δάσος, ανάμεσα σε δημοφιλείς και μισητούς χαρακτήρες, δεν διαφέρει καθόλου με το αδηφάγο παρδαλό τηλεοπτικό κοινό του μέλλοντος με τα πορνογραφικά ένστικτα βίας. Οι λόγοι που η ηρωίδα γίνεται συμπαθής σε εμάς (η αθωότητα, το ρομάντζο που υποβόσκει, η αυτοθυσία για την αδερφή της) είναι ακριβώς αυτά που θα της εξασφαλίσουν σπόνσορες και υποστήριξη. Ακόμα και το ακίνδυνο Tron είχε περισσότερο σχόλιο πάνω στην κανιβαλιστική εξέλιξη των ενστίκτων της ψυχαγωγίας στους αγώνες μονομάχων μπροστά σε ζωντανό κοινό. Σε μια καθοριστική σκηνή, ο σπίκερ της αναμετάδοσης σταματάει την πλοκή και εξηγεί στους φανταστικούς τηλεθεατές ότι η ηρωίδα ανακάλυψε μια φωλιά από θανατηφόρα έντομα. Το λέει όμως σε εμάς. Υπάρχει μάλιστα και χρηστικός λόγος που μας εξήγησε τις φονικές ιδιότητες των εντόμων, καθώς η αμέσως επόμενη σκηνή δεν θα λειτουργούσε το ίδιο χωρίς αυτή την πληροφορία. Κάπου κοντά στο (βιαστικό) τελευταίο μέρος η ηρωίδας λέει στον συμπάιχτη/αντίπαλό της: «βιάζονται να το τελειώσουν». Δεν είναι κάποιο meta-σχόλιο ούτε ειρωνικό ευφυολόγημα του σεναριογράφου. Άθελά μας γίναμε ένα με τους κατοίκους της Capitol και γιορτάζουμε το απόλυτο τίποτα. The joke is on us… Το τελευταίο δεκάλεπτο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα preview για το τι θα δούμε στο επόμενο επεισόδιο, ένας to-be-continued επίλογος για να ανανεωθεί το ραντεβού. Μια ταινία πια μπορεί να τελειώνει με το χαιρέκακο μειδίαμα του «κακού» που αφήνει «υπόσχεση» και κανείς δεν δείχνει να παραξενεύεται. Η τηλεόραση γαλούχησε μια νέα γενιά από θεατές που θέλουν περιοδικές συνέχειες και ταύτιση σε βάθος χρόνου.
Το «may the odds be ever in your favor» που απευθύνεται στους μελλοθάνατους φιλοδοξεί εξόφθαλμα να είναι ένα νέο «may the force be with you» για τις νέες γενιές θεατών. Με το στανιό. Όμως οι ταινίες φαντασίας των περασμένων δεκαετιών -που συγγενεύουν με τους Αγώνες Πείνας, όπως το The Running Man (1987) ή το Logan’s Run (1967), δεν έπαιρναν τον εαυτό τους στα σοβαρά και είχαν μια B-movie γοητεία. Αντί λοιπόν μιας διασκεδαστικά ειρωνικής εξτραβαγκάντζας, το Hunger Games χτυπάνε βαρύγδουπα τα κύμβαλα που σημαίνουν τον ερχομό τους στην συνείδηση του νέου θεατή και απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε κοινό που βλέπει αποκλειστικά τηλεόραση. Ακόμα περισσότερο, απευθύνονται σε παιδιά που μεγάλωσαν με reality εκπομπές, με daytime TV και με σήριαλ. Το «σχόλιο» περιορίζεται στο ότι οι συμμετέχοντες στο event τηλεπαιχνίδι, δεν είναι εθελοντές του Survivor αλλά φτωχά παιδιά από τις υποβαθμισμένες γειτονιές που τα ρίχνουν στο μετά-αποκαλυπτικό τηλεπαιχνίδι με το ζόρι. Στη φύση της τηλεόρασης εστιάζεται το «πρόβλημα» αυτής της συνομοταξίας ταινιών. Ένα «πρόβλημα» που πολλοί θα θεωρήσουν «παλιομοδίτικη παραξενιά», ή «προϊόν υπερβολικής ανάλυσης» που χαλάει την ανώδυνη ψυχαγωγία. Στην πραγματικότητα η εισβολή της εύπεπτης τηλεοπτικής πραγματικότητας στο σινεμά έχει διαβρώσει την αξία μηχανισμών αφήγησης του entertainment, και δεν αναφέρομαι σε δραματικές σειρές της καλωδιακής που συχνά κάνουν θαύματα, αλλά στις pop ψυχαγωγικές σειρές (Lost, Heroes, Walking Dead κτλ) όπου ο κινηματογράφος –ειδικότερα τα καλοκαιρινά blockbuster- προσπαθούν να αντιγράψουν και να ξαναπάρουν τα ηνία των αριθμών και τη μερίδα κοινού που τους έχει γυρίσει τη πλάτη την τελευταία δεκαετία και έπεσε με τα μούτρα στις ατελείωτες τηλεοπτικές σαιζόν. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε στον «αόρατο» σκηνοθέτη της real time περιπέτειας που υποδύεται ο Γουές Μπέντλευ, ο Κριστόφ (Έντ Χάρις) του Truman Show…
Ο Γκάρι Ρος παρά την επιβεβλημένα «σωστή» και «πειθαρχημένη» ως προς το marketing plan δουλειά του (δεν λέω σκηνοθεσία), καταφέρνει και αποφεύγει πολλές κακοτοπιές. Δεν ξοδεύει χρόνο σε hi tech εντυπωσιασμούς ως προς την μεταλλαγμένη pop art του μέλλοντος όπως συνέβη το «Πέμπτο Στοιχείο», δεν κάνει περιττό θόρυβο για να μας τρίψει τα ειδικά εφέ στη μούρη ό
πως κάνει ο Μάικλ Μπει και προς τιμήν του χρησιμοποιεί εντυπωσιακά τα γκρο πλαν και τα ηλεκτρισμένα πλάνα με κάμερα στο χέρι. Αναδεικνύεται έτσι το νέο πρωτοπαλίκαρο των studio και ο καλύτερο μαθητής του πρώτου θρανίου που θα πάρει άριστα για την άρτια δουλειά του, (στο ίδιο υλικό ο Τέρι Γκίλιαμ θα έπαιρνε αποβολή, ο Ντείβιντ Φίντσερ θα μπέρδευε τα πιτσιρίκια κάτω των 15 και πάει λέγοντας). Με αυτή τη λογική λοιπόν, ο Γκάρι Ρος τα πήγε περίφημα. Η επιτυχία θα υποδείξει αν θα παραμείνει και στο δεύτερο μέρος και η επιτυχία του δεύτερου μέρους θα δείξει αν το τρίτο θα σπάσει σε part 1 και part 2 κ.ο.κ.
Ας μη μακρηγορούμε άλλο. Μια χαρά περνάς στην ταινία. Η ψυχαγωγία είναι εγγυημένη. Η διαφορά όμως του να παραχθεί «καλό ψυχαγωγικό σινεμά» και του να προσδεθούμε στις ζώνες μας για ένα rollercoaster αδρεναλίνης είναι τεράστια. Όση και η διαφορά μεταξύ κάποιου που είναι «ερωτευμένος» με τον κινηματογράφο με κάποιου που είναι «ταινιοφάγος».