Ενός Λεπτού Κραυγή

Posted in Ever-changing stories on March 22, 2012 by InfluencesOnly

Είχε κουραστεί να του απευθύνονται με αυτούς τους τελεσίδικους, απόλυτους χαρακτηρισμούς. Όχι πως του χρωστούσε κανείς τα εύσημα. Τον ξαλάφρωνε η ιδέα ότι όλα τα πράγματα ανατρέπονται. Ήθελε την παρήγορη ερμηνεία, αυτή που η άκρη του νήματος χάθηκε από αφηρημάδα. Είχε κουρδίσει τον εαυτό του ώστε να περιφέρει τις ίδιες ατάκες, τα ίδια τικ, την ίδια συμπεριφορά, τις ίδιες παιδιάστικες ανάγκες. Δεν ήθελε να ακουμπήσει λίγο τα βάρη του να ξεκουραστεί -κι ας τον προσπέρναγε λίγο ο κόσμος στον αγώνα δρόμου στο μυαλό του. Πόσο γελοίος έμοιαζε με όλη τη σαβούρα ξωπίσω του, σαν τενεκεδάκια που σέρνει γαμπριάτικη λιμουζίνα. Η ίδια απαράλλακτη πόζα -αυτή μιας φανταστικής φωτογράφισης για το εξώφυλλο της αυτοβιογραφίας του. Δεν κάνεις ταμείο με τα ένσημα γνώσης, τη συλλογή εμπειριών και τη χωνεμένη κουλτούρα. Τα καπελώνει σφετεριστικά η κρεμάμενη επιθυμία. Αυτή που είχε να αντιμετωπίσει, αφού πρώτα η καταχνιά από το μεθυστικό ερωτικό δράμα στρογγυλοκάθιζε.

Έβρισκε την απόλυτη νορμαλιτέ στις κούφιες ερωτικές εξομολογήσεις ενός τσακισμένου  αρσενικού. Ήθελε production value στην υπερπαραγωγή της ερωτικής της διάθεσης. Η ανοσία της στα λόγια στην άλλη άκρη του τηλεφώνου την έκανε να θέλει να βαλαντώσει. Η φωνή της γίνονταν όλο και πιο τρεμάμενη με τα χρόνια, επιπλέον μπορούσε πια να μιλάει για περισσότερο από είκοσι λεπτά χωρίς παύση. Κατάλοιπα μιας ζόρικης εποχής που όλα βρισκόντουσαν σε ένα επικίνδυνο, γαλήνιο «περίπου». Κάπου έπιανε κάτι σκόρπιες λέξεις που χτυπάνε σαν καμπανάκι, όπως «αγαπάω» αλλά δεν έδινε σημασία. Πάσχιζε να ακουστεί συμπονετική στο τηλεφωνικό δράμα που συνέβαινε. Το κρησφύγετο των κούφιων αισθήσεων σύντομα θα κατέρρεε. Φταίνε εκείνες οι ατελείωτες, γαμημένες στιγμές που οι ο χρόνος διαστέλλεται και σου τεντώνει το μυαλό. Προς το παρόν οι εκφράσεις λατρείας της ακούγονταν «άδειες». Σαν την υπόσχεση που του έδωσε για να τα πουν το επόμενο πρωί.

Πείνα για θέαμα

Posted in Cinema on March 21, 2012 by InfluencesOnly

Προσπερνώντας τους βαθύστομους αφορισμούς των θεωρητικών και χωρίς να υποπέσω σε «παλαιοκομματικές» αντιλήψεις περί σινεμά, μερικά βασικά αξιώματα παραμένουν πάντα ίδια. Μια ταινία δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή όταν λειτουργεί μόνο υπό προϋποθέσεις ή όταν χρειάζεται υπερασπιστικές ατάκες όπως : «είναι μόνο για τους fan», «θα ξεδιπλώσει τα μυστικά της στο σίκουελ», ή «όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο θα καταλάβει καλύτερα». Με λίγα λόγια οι ταινίες κρίνονται αποκομμένες από τις εκδηλώσεις λατρείας του fan base και ανεξάρτητα από τη μυθολογία που τις περιβάλλει. Το ζήτημα του να τοποθετηθεί η ταινία ως προς την ποιότητά της και να πάρει τη θέση της στο είδος και την εποχή που ανήκει, είναι μια “κριτική” ανάγκη όσων αγαπούν το σινεμά στο σύνολό του. Η διασκέδαση, ή μάλλον η «πώρωση» στη σκοτεινή αίθουσα με χειροκροτήματα ενθουσιασμού και με σφυρίγματα πανηγυρισμών για τη μοίρα των ηρώων ανήκει στους οπαδούς ταινιών. Έχοντας τα παραπάνω κατά νου, οι “Αγώνες Πείνας” είναι μια άκρως «διασκεδαστική» ταινία, αλλά σε καμία περίπτωση μια «καλή» ταινία. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι τα βιβλία της Σουζαν Κόλλινς είναι ευκολοδιάβαστα και χορταστικά. Όπως και τα -γι’άλλους λόγους- συναρπαστικά βιβλία του Νταν Μπράουν γύρω από τα μυστικά του αρχαίου αποκρυφισμού, αλλά και τα Twilight της Στέφνι Μάγιερ για τους βαμπιρικούς έρωτες στα θρανία, δεν είναι σπουδαία λογοτεχνία. Είναι εύπεπτα αναγνώσματα όπου πίσω από την ζωηρή πλοκή, κυριολεκτικά χάσκει το κενό. Στη συνέχεια να σημειωθεί και ότι το marketing και οι μηχανισμοί προώθησης του κινηματογραφικού προϊόντος δεν είναι κακό πράγμα. Είναι το συστατικό που κάνει τη βιομηχανία να ανασαίνει και την αγορά να κινείται. Σε τόσο φιλόδοξα και δαπανηρά project όπως το Αγώνες Πείνας δεν παίζουν με θέματα «σκηνοθεσίας» και η έννοια της «καλλιτεχνικής ακεραιότητας» είναι κόκκινο πανί στις στρατιές των λογιστών και δικηγόρων που πασχίζουν να μην αιμορραγήσει οικονομικά η επένδυση. Η υποθήκη του εκκολαπτόμενου franchise είναι τεράστια και οι παραγωγοί φιλοδοξούν να πάρει τη σκυτάλη από τον Harry Potter και το Twilight, ως το νέο εμπορικό χαρτί των επόμενων καλοκαιριών. Η απόσβεση του budget και η προοπτική κέρδους δεν είναι αστεία υπόθεση και σε αυτές τις περιπτώσει ο επαγγελματισμός και η υπευθυνότητα όσων ενεπλάκησαν στην «κατασκευή» της ταινίας είναι ζητήματα ζωής και θανάτου για τα studio, ζητήματα τόσο σοβαρά όσο γι’ αυτά που αγωνίζεται η συμπαθέστατη και ταλαντούχα Τζένιφερ Λώρενς στα 140 λεπτά της ταινίας.

Ο σκηνοθέτης Γκάρι Ρος όφειλε να κινηθεί απαρέγκλιτα σε μια απελπιστικά γραμμική και ευθεία αφήγηση. Πραγματικά το ένα γεγονός διαδέχεται το άλλο με επαγγελματισμό, τα γεγονότα είναι προσεκτικά τοποθετημένα στο χρονοδιάγραμμα της ταινίας και η ισόποση κατανομή του πρωτοεπίπεδου συναισθήματος (χαρά, λύπη, αγωνία.. μέχρι εκεί…) έχει πετύχει. Κανένα δεύτερο επίπεδο, τίποτα διφορούμενο και όλα ιδωμένα μέσα από ένα ελεγχόμενο νεύρο και μια αφήγηση που σε παίρνει από το χέρι και δεν αφήνει περιθώριο να σκεφτείς χωρίς καθοδήγηση.

Πέραν όμως της αφηγηματικής δυσκαμψίας, το πιο διφορούμενο και ενοχλητικό στοιχείο της ταινίας είναι η απόλυτη ταυτοπροσωπία των θεατών στη σκοτεινή αίθουσα με τους «πολύχρωμους» μεγαλοαστούς του δυστοπικού μέλλοντος. Ο τρόπος που ο σκηνοθέτης χειρίζεται την αγωνία της ηρωίδας, χτίζει σασπένς γύρω από την αντίστροφη μέτρηση για την εξάντληση των δυνάμεών της και τις προσπάθειες να μείνει ζωντανή στο τεχνικά κατασκευασμένο δάσος, ανάμεσα σε δημοφιλείς και μισητούς χαρακτήρες, δεν διαφέρει καθόλου με το αδηφάγο παρδαλό τηλεοπτικό κοινό του μέλλοντος με τα πορνογραφικά ένστικτα βίας. Οι λόγοι που η ηρωίδα γίνεται συμπαθής σε εμάς (η αθωότητα, το ρομάντζο που υποβόσκει, η αυτοθυσία για την αδερφή της) είναι ακριβώς αυτά που θα της εξασφαλίσουν σπόνσορες και υποστήριξη. Ακόμα και το ακίνδυνο Tron είχε περισσότερο σχόλιο πάνω στην κανιβαλιστική εξέλιξη των ενστίκτων της ψυχαγωγίας στους αγώνες μονομάχων μπροστά σε ζωντανό κοινό. Σε μια καθοριστική σκηνή, ο σπίκερ της αναμετάδοσης σταματάει την πλοκή και εξηγεί στους φανταστικούς τηλεθεατές ότι η ηρωίδα ανακάλυψε μια φωλιά από θανατηφόρα έντομα. Το λέει όμως σε εμάς. Υπάρχει μάλιστα και χρηστικός λόγος που μας εξήγησε τις φονικές ιδιότητες των εντόμων, καθώς η αμέσως επόμενη σκηνή δεν θα λειτουργούσε το ίδιο χωρίς αυτή την πληροφορία. Κάπου κοντά στο (βιαστικό) τελευταίο μέρος η ηρωίδας λέει στον συμπάιχτη/αντίπαλό της: «βιάζονται να το τελειώσουν». Δεν είναι κάποιο meta-σχόλιο ούτε ειρωνικό ευφυολόγημα του σεναριογράφου. Άθελά μας γίναμε ένα με τους κατοίκους της Capitol και γιορτάζουμε το απόλυτο τίποτα. The joke is on us…  Το τελευταίο δεκάλεπτο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα preview για το τι θα δούμε στο επόμενο επεισόδιο, ένας to-be-continued επίλογος για να ανανεωθεί το ραντεβού. Μια ταινία πια μπορεί να τελειώνει με το χαιρέκακο μειδίαμα του «κακού» που αφήνει «υπόσχεση» και κανείς δεν δείχνει να παραξενεύεται. Η τηλεόραση γαλούχησε μια νέα γενιά από θεατές που θέλουν περιοδικές συνέχειες και ταύτιση σε βάθος χρόνου.

Το «may the odds be ever in your favor» που απευθύνεται στους μελλοθάνατους φιλοδοξεί εξόφθαλμα να είναι ένα νέο «may the force be with you» για τις νέες γενιές θεατών. Με το στανιό. Όμως οι ταινίες φαντασίας των περασμένων δεκαετιών -που συγγενεύουν με τους Αγώνες Πείνας, όπως το The Running Man (1987) ή το Logan’s Run (1967), δεν έπαιρναν τον εαυτό τους στα σοβαρά και είχαν μια B-movie γοητεία. Αντί λοιπόν μιας διασκεδαστικά ειρωνικής εξτραβαγκάντζας, το Hunger Games χτυπάνε βαρύγδουπα τα κύμβαλα που σημαίνουν τον ερχομό τους στην συνείδηση του νέου θεατή και απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε κοινό που βλέπει αποκλειστικά τηλεόραση. Ακόμα περισσότερο, απευθύνονται σε παιδιά που μεγάλωσαν με reality εκπομπές, με daytime TV και με σήριαλ. Το «σχόλιο» περιορίζεται στο ότι οι συμμετέχοντες στο event τηλεπαιχνίδι, δεν είναι εθελοντές του Survivor αλλά φτωχά παιδιά από τις υποβαθμισμένες γειτονιές που τα ρίχνουν στο μετά-αποκαλυπτικό τηλεπαιχνίδι με το ζόρι. Στη φύση της τηλεόρασης εστιάζεται το «πρόβλημα» αυτής της συνομοταξίας ταινιών. Ένα «πρόβλημα» που πολλοί θα θεωρήσουν «παλιομοδίτικη παραξενιά», ή «προϊόν υπερβολικής ανάλυσης» που χαλάει την ανώδυνη ψυχαγωγία. Στην πραγματικότητα η εισβολή της εύπεπτης τηλεοπτικής πραγματικότητας στο σινεμά έχει διαβρώσει την αξία μηχανισμών αφήγησης του entertainment, και δεν αναφέρομαι σε δραματικές σειρές της καλωδιακής που συχνά κάνουν θαύματα, αλλά στις pop ψυχαγωγικές σειρές (Lost, Heroes, Walking Dead κτλ) όπου ο κινηματογράφος –ειδικότερα τα καλοκαιρινά blockbuster- προσπαθούν να αντιγράψουν και να ξαναπάρουν τα ηνία των αριθμών και τη μερίδα κοινού που τους έχει γυρίσει τη πλάτη την τελευταία δεκαετία και έπεσε με τα μούτρα στις ατελείωτες τηλεοπτικές σαιζόν. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε στον «αόρατο» σκηνοθέτη της real time περιπέτειας που υποδύεται ο Γουές Μπέντλευ, ο Κριστόφ (Έντ Χάρις) του Truman Show

Ο Γκάρι Ρος παρά την επιβεβλημένα «σωστή» και «πειθαρχημένη» ως προς το marketing plan δουλειά του (δεν λέω σκηνοθεσία), καταφέρνει και αποφεύγει πολλές κακοτοπιές. Δεν ξοδεύει χρόνο σε hi tech εντυπωσιασμούς ως προς την μεταλλαγμένη pop art του μέλλοντος όπως συνέβη το «Πέμπτο Στοιχείο», δεν κάνει περιττό θόρυβο για να μας τρίψει τα ειδικά εφέ στη μούρη όπως κάνει ο Μάικλ Μπει και προς τιμήν του χρησιμοποιεί εντυπωσιακά τα γκρο πλαν και τα ηλεκτρισμένα πλάνα με κάμερα στο χέρι. Αναδεικνύεται έτσι το νέο πρωτοπαλίκαρο των studio και ο καλύτερο μαθητής του πρώτου θρανίου που θα πάρει άριστα για την άρτια δουλειά του, (στο ίδιο υλικό ο Τέρι Γκίλιαμ θα έπαιρνε αποβολή, ο Ντείβιντ Φίντσερ θα μπέρδευε τα πιτσιρίκια κάτω των 15 και πάει λέγοντας). Με αυτή τη λογική λοιπόν, ο Γκάρι Ρος τα πήγε περίφημα. Η επιτυχία θα υποδείξει αν θα παραμείνει και στο δεύτερο μέρος και η επιτυχία του δεύτερου μέρους θα δείξει αν το τρίτο θα σπάσει σε part 1 και part 2 κ.ο.κ.

Ας μη μακρηγορούμε άλλο. Μια χαρά περνάς στην ταινία. Η ψυχαγωγία είναι εγγυημένη. Η διαφορά όμως του να παραχθεί «καλό ψυχαγωγικό σινεμά» και του να προσδεθούμε στις ζώνες μας για ένα rollercoaster αδρεναλίνης είναι τεράστια. Όση και η διαφορά μεταξύ κάποιου που είναι «ερωτευμένος» με τον κινηματογράφο με κάποιου που είναι «ταινιοφάγος».

Σε Θέλω Χωρίς Εμένα

Posted in Ever-changing stories on February 10, 2012 by InfluencesOnly

Ο χρόνος κυλούσε μονότονα για εκείνη. Αυτός ο Φεβρουάριος είχε φέρει μια ηρεμία με την παγωμένη ανάσα του. Ακόμη όμως ένιωθε περίεργα, δεν καταλάβαινε γιατί δεν την ήθελε κοντά του. Αφού βούτηξε βουλιμικά στη μοναξιά, αποφάσισε να ξεκουράσει το μισοφωτισμένο μυαλό της. Για πρώτη φορά μετά από καιρό μια γαλήνη απλώθηκε στο βλέμμα της. Το μόνο που άκουγε από το μπαλκόνι της ήταν ένας σαθρός επαναληπτικός ήχος που έμοιαζε με μακρινό χειροκρότημα. Ήταν τα κύματα. Όλα είναι τόσο ήσυχα κάτι τέτοιες στιγμές όταν είσαι μακριά από την Αθήνα.

Αν και η πόλη είχε μοντέρνα κτίρια, φωτισμένα μαγαζιά, θορυβώδη μπαρ, τραβεστί που οργώνουν τα πεζοδρόμια και αυτό το πηγμένο πολυκοσμικό πράγμα που βουίζει χωρίς σταματημό, εκείνος υπέφερε από ατελείωτη πλήξη. Τη φαντάζονταν να γλιστρά σε αγκαλιές, να στέκεται χαμογελαστή και γεμάτη υποσχέσεις απέναντι στα αντρικά βλέμματα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει απαλλαγμένος ή να τρέξει με όλη του τη δύναμη μέσα στη νύχτα, μήπως και ανατρέψει τον χαμένο χρόνο. Το αποτέλεσμα ήταν ίδιο. Το “τώρα” είχε σημασία, και “τώρα” του έλειπε.

Shame

Posted in Cinema on February 8, 2012 by InfluencesOnly

Θα ξεκινήσω διορθώνοντας μια παρανόηση που ίσως οδηγήσει σε λαθεμένη ανάγνωση του Shame: δεν πρόκειται για μια ταινία για τον εθισμό στο σεξ και ο ήρωας δεν είναι σεξομανής  – πόσο βιαστικό είναι να χαρακτηρίσουμε τον ήρωα άρρωστο; Η σεξουαλική συμπεριφορά του είναι φυσιολογική, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο πολύ μπερδεμένο και που έχει το σεξ σαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή του. Αφού ξεκαθαριστεί αυτή η λεπτομέρεια θέλω να αποτρέψω απ’το να διαβάσει το παρακάτω κείμενο (ή οποιαδήποτε κριτική) όποιος δεν έχει δει την ταινία, όχι τόσο για τα spoiler της πλοκής αλλά γιατί πρέπει να επιτρέψει στον ήρωα να τον πάρει από το χέρι και να τον ξεναγήσει στον κόσμο της επιλεγμένης μοναξιάς του.

Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται και Guilt, γιατί η ντροπή και η ενοχή είναι τα δυο συναισθήματα που ρημάζουν τη συνείδηση του ήρωα. Το ηδονιστικό σύμπαν του Μπράντον είναι τακτοποιημένο και η ενασχόλησή του με το σεξ είναι έντονη: πληρωμένα call girls, διαδικτυακό πορνό, cyber sex, πορνοπεριοδικά και το καθημερινό κυνήγι του one night stand. Προσοχή όμως, ο Μπράντον δεν ανήκει στο σωρό από κακόμοιρα αρπαχτικά της νύχτας που λυμαίνονται με άγριες διαθέσεις τα μπαρ και ξερογλύφονται στη θέα κορασίδων. Με τη συμπεριφορά του επισημαίνει τη μεγάλη διαφορά μεταξύ του να είσαι «horny» και να «οσμίζεσαι» τη θηλυκή παρουσία, τη διαφορά του να «καρφώνεσαι» και του να κάνεις διακριτικό «eyefuck». Για παράδειγμα αυτό που τον ερεθίζει στη γυναίκα που τον κοιτάει με διατακτική λαγνεία στο μετρό, είναι η βέρα στο χέρι της, όχι η ίδια. Ο Μπράντον είναι συναισθηματικά αποκομμένος, κυκλοφορεί γυμνός στο σπίτι του αλλά ποτέ δεν θα απογυμνωθεί συναισθηματικά. Αυτό που θα τον εμποδίσει να εκφραστεί σεξουαλικά με τη μαύρη συνάδελφό του είναι η διαθεσιμότητά της να συσχετιστεί μαζί του. Ο Μπράντον – ας το πούμε καθαρά- γαμάει με φανατική προσήλωση, για να αποσπάσει το μυαλό του από την ντροπή του για τη λαγνεία ως προς τη μοναδική γυναίκα με την οποία δεν πρέπει να κατακτήσει. Ενοχικός πόθος που επανέρχεται με την παρουσία της αδερφής του, που θα αποσυνθέσει την οχυρωμένη πίσω από το ευκαιριακό σεξ καθημερινότητά του. Αυτός κράτησε τον έλεγχο του ντροπιαστικού αισθήματος, με το να χαθεί σε μια θάλασσα από ανώνυμο σεξ και πορνογραφικό παροξυσμό. Αυτή δεν μπορεί ούτε να κουβαλήσει τον εαυτό της και αυτοκαταστρέφεται σε μια πορεία από τη μια βάναυση σχέση στην άλλη. Αυτός είναι ο αθόρυβος ηδονιστής που αυνανίζεται στην ιδέα της κατάκτησης του θηλυκού ενώ αυτή είναι ένα τσουλί που γίνεται μπελάς. Το στίγμα της σχέσης του με την αδελφή του παίζει σεισμικό ρόλο στην ιστορία (σοφά ο ΜακΚουίν το υπαινίσσεται μόνο και δεν πέφτει σε εύκολες λύσεις με flash back), αυτή είναι η Νέμεσις που θα μετατρέψει την εκσπερμάτωσή σε ενοχικό trip.

Αυτό το αεροστεγώς κλεισμένο δράμα δεν περιέχει ηθικοπλαστικά νοήματα και συντηρητισμό και δεν παίζει το παιχνίδι του εντυπωσιασμού, αλλά παρακολουθεί την ταλαιπωρημένη ερωτική διάθεση των χαρακτήρων όπως την υπαγορεύουν οι σιωπές και οι παύσεις, όχι τα βογγητά και ο αισθησιασμός. Είναι σπουδαία η σκηνοθεσία του ταλαντούχου Στιβ ΜακΚουίν, που εμμένει με τρόπο αποστομωτικό στις λεπτομέρειες -ναι, τα ρούχα αργούν να βγουν και χρειάζεται μια διαδικασία που χρονοτριβεί την πράξη- αφηγείται με αξιοθαύμαστη οικονομία και καταφέρνει να εμφυσήσει πάθος στα πλάνα χάρη στην ολομέτωπη επίθεση της υπερδραματικής ambient μουσικής. Δεν περισσεύει ούτε δευτερόλεπτο, ούτε σκηνή δεν πλατειάζει, ούτε λέξη δεν πάει στράφι. Όλα είναι δουλεμένα, ελεύθερα, φτιαγμένα με κόπο. Σε μια εποχή που η ξεκούραστη γλώσσα της τηλεόρασης έχει κατακεραυνώσει τις κινηματογραφικές ταινίες, το οπερατικό σχεδόν στυλιζάρισμα του Shame αγγίζει το απόλυτα «καθαρό σινεμά».

Ο Μπράντον είναι συγγενής κάποιων καταραμένων Νεοϋορκέζων ηρώων του σύγχρονου σινεμά όπως του Νταν του Half Nelson, που αντί να βυθιστεί στο ανώνυμο σεξ, ξορκίζει το υπαρξιακό του αδιέξοδο με σκληρά ναρκωτικά. Δυστυχώς όμως, όπως με τον Ράιαν Γκόσλινγκ του Half Nelson, έτσι και με τον Φασμπέντερ του Shame, το star system είναι δίκοπο μαχαίρι. Οι γυναικοπαρέες που θα οδηγηθούν στο σινεμά απ’το κουτσομπολιό για το προικισμένο μόριο του πρωταγωνιστή δεν θα πάρουν πρέφα απ’αυτό το τολμηρό δείγμα κινηματογράφου. Το περιστασιακό ανδρικό κοινό με τον αγορίστικο χαβαλέ που θα δει την ταινία επειδή έμαθε πως υπάρχει μια εντυπωσιακή παρτούζα, δεν θα πάρει μυρωδιά από το τι συμβαίνει στο αρσενικό μυαλό του ήρωα. Ας υπάρχουν τουρίστες στην οδύσσεια της μοναξιάς του Μπράντον. Ας ξύνουν κάποιοι το κεφάλι τους για τα κίνητρά του στην τελική κατάβαση στον πάτο του βαρελιού, που αναζητάει να τον κακοποιήσουν (σαν αντίστροφη ψυχοθεραπεία) για να εξιλεωθεί. Δεν είναι για όλους η εξερεύνηση αυτών των οι σεξουαλικών ενοχών. Πιθανότατα όμως, κάπου μετά τις 4 το πρωί, ένα γυμνό ζευγάρι θα ερωτοτροπεί ατενίζοντας τη θέα από μια τζαμαρία, κρύβοντας κάτω από το πάθος της στιγμής τις δικές του ενοχές, τη δική του ντροπή.

Οι περαστικοί παρατηρητές όλο και κάτι θα έχουν να τους καταλογίσουν…

Η μισή ντροπή δική τους.

The Best Movies of 2011

Posted in Cinema on February 7, 2012 by InfluencesOnly

Το top 20 (21 γιατί υπάρχει ισοπαλία) των καλύτερων ταινιών του 2011. Επειδή οι θέσεις αλλάζουν ανάλογα με τη διάθεση της ημέρας, αν και δεν πρόλαβα δυο-τρεις (δεν είδα τα “Extremely Loud and Incredibly Close” και “Young Adult” που ίσως να έπαιζαν) τη βάζω να τελειώνω και να φύγει ο ετήσιος ψυχαναγκασμός.



1.    Tree Of Life


2.    Beginners

.

3.    Hugo

.

4.    Shame

.

5.    The Turin Horse

.

6.    The Artist

.

7.    Martha Marcy May Marlene

.

8.    A Separation

.

9.    Tinker, Tailor, Soldier, Spy

.

10.    Melancholia

.

11.    The Kid with a Bike

.

12.    Margin Call

.

13.    The Girl with the Dragon Tattoo

.

14.    Take Shelter

.

15.    The Descendants

.

16.    Rampart

.

17.    Kill List

.


18.    Silver Tongues

.

19.    The Skin I Live In

.


20.    50/50


20. War Horse

.

Ένοχη Απόλαυση
Paranormal Activity 3

Πιο Υπερεκτιμημένη Ταινία

Drive

Πιο Υποτιμημένη Ταινία

Weekend

Καλύτερη Αντρική Ερμηνεία
Woody Harrelson / Rampart

Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία
Tilda Swinton / We Need To Talk About Kevin

Καλύτερο Ντοκιμαντέρ
Pina

Οι 10 Χειρότερες Ταινίες
1) One Day
2) Twilight Saga: Breaking Dawn
3) The Hangover Part II
4) Abduction
5) Green Lantern
5) Transformers: Dark of the Moon
7) Straw Dogs
8) Cowboys and Aliens
9) Passion Play
10) Trespass

Ξεχάστε με στη Θάλασσα

Posted in Tribute on January 25, 2012 by InfluencesOnly



Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά, κι έπειτα δεν μου ανήκει

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει “δικό μου είναι”

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

Ότι δεν έχω καν όνομα

και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία

Θόδωρος Αγγελόπουλος – 1982

Movies for the Desert Island (#3)

Posted in Movies for the Desert Island on January 24, 2012 by InfluencesOnly

Carnival Of Souls (1962)

Mary Henry: It’s funny… the world is so different in the daylight. In the dark, your fantasies get so out of hand. But in the daylight everything falls back into place again.

Η κακιά η ώρα –που λέμε για τις αναίτιες τραγωδίες- φέρνει ένα τραγικό αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μια στραβοτιμονιά πάνω σε μια γέφυρα αρκεί για να βρεθεί ένα αυτοκίνητο στα κρύα νερά ενός επιθετικού ποταμού. Η νέα και αθώα πρωταγωνίστρια είναι η μόνη από τις τρεις κοπέλες που ανασύρεται από τον τόπο του δυστυχήματος, προς έκπληξη όλων.

Αυτό το αλλόκοτα τρομακτικό θρίλερ στέκει σαν μια από τις πιο πρωτότυπες και απόκοσμες δημιουργίες του μεταπολεμικού κινηματογραφικού τρόμου. Σχεδόν ακατέργαστο στην υφολογία του, μοιάζει με σκουριασμένο γαλόνι στο πέτο του μακάβριου σινεμά. Σε κάθε στροφή του σεναρίου, ο σκηνοθέτης παίζει με το διφορούμενο και με την αμφιβολία μιας ολίγον απορρυθμισμένης γυναίκας, που εξακολουθεί να συναντά στο διάβα της μια απόκοσμη παρουσία. Με έναν περίεργο τρόπο, στα απειλητικά πλάνα που η ηρωίδα αντικρίζει έντρομη την γκροτέσκ αντρική φιγούρα που μοιάζει να είναι παντού, ο αντίκτυπος είναι ίδιος- σαν φτυάρι που βρίσκει σε τσιμεντόλιθο. Οι αγωνίες της, μαζί με τις δικές μας, σύρονται στο υπόβαθρο της στρωτής μα καθόλα δυσοίωνης ιστορίας. Όλα όσα αντικρύζει η συνεσταλμένη ηρωίδα μοιάζουν με ανάποδο αγκάθι στο δρόμο της για απαντήσεις. Όταν τον αντικρύζει δεν φοβόμαστε τόσο για την ίδια –άλλωστε δεν απειλείται άμεσα- αλλά παρασυρόμαστε σε μια σταδιακή βύθιση μας στις δικές μας εμμονές και φόβους, το μεγάλο επίτευγμα κάθε σπουδαίας ταινίας τρόμου. Αυτό που τη βασανίζει όμως δεν είναι η ταυτότητα του άγνωστου άντρα που την παρακολουθεί κατά πόδας, ούτε οι προθέσεις του – αλλά η προέλευσή του. Η αδιέξοδη αλλά «ήσυχη» καταδίωξη από τη βουβή γοτθική παρουσία δεν μοιάζει με την απειλή ενός παράφρονα, αλλά σαν την πανταχού παρουσία ενός φύλακα-δαίμονα (άγγελο δεν τον αποκαλείς με τίποτα). Η κάμερα φωτίζει και σκιάζει διαδοχικά μια ανήμπορη να αντιδράσει ηρωίδα η οποία είναι απόηχος της τραγωδίας και όχι προάγγελος.
Η ζωή της θα αλλάξει, θα μείνει σε μια πανσιόν και θα νιώσει την ανάγκη να παίζει το εκκλησιαστικό όργανο στην τοπική εκκλησία. Ίσως οι δοξαστικοί ύμνοι που έπαιζε μανιασμένα με τον ογκώδη εκκλησιαστικό ήχο, να ήταν κάλεσμα και ασπίδα μαζί για τον αλλόκοτο κυνηγό της. Στην αγαλλίαση των ήχων του θηριώδους  οργάνου, θα βρει το πεδίο να ξορκίσει τον καθόλου συνειδητό, αλλά ξέφρενα αναβλύζοντα τρόμο που κουβαλάει.

Η ταινία μας φοράει κολάρο τους αρχέγονους φόβους μας, αλλά με ένα τρόπο που μοιάζει με τελετουργικό στολισμό. Κοφτά απειλητικά πλάνα με εσωτερική ενέργεια που σε κάνουν να γδαρθείς από την ακανθώδη απειλή της «θνητής μνήμης», και που κοντράρει στις νόρμες της ηρωίδας και υποσκάπτει την κανονικότητα της ζωής της. Οι εφιάλτες-παραισθητικές ενοράσεις, την εξορίζουν από την θνητή φύση της και η συνειδητοποίηση της «νεκρώσιμης» απειλής είναι το πασπαρτού για να ξεκλειδώσει η δικής μας ένταση. Μπορεί ο πανούργος Μ. Νάιτ Σιάμαλαν να μην απολογήθηκε ποτέ για το δάνειο έμπνευσης με το οποίο έφτιαξε τον αισθαντικό τρόμο της Έκτης Αίσθησης, όμως ενώ η ταινία του βασίζονταν στην κλιμάκωση του γρίφου πριν το φινάλε-έκπληξη, το Carnival Of Souls δεν καπελώνεται ποτέ από την ανατροπή. Η ηρωίδα αναδύθηκε από τα αφιλόξενα ενός άλλου Αχέροντα και πελαγοδρομεί μαζί με τον μακάβριο διώκτη της- μαζί θα γυρίζουν σαν δερβίσηδες γύρω από τον ίδιο τους τον εαυτό και τους άυλους φόβους μας.

Ειρωνικά, το Λούνα Παρκ του (ελεγειακού) φινάλε είναι ένα διαστρεβλωμένο μόρφωμα του «κάτω κόσμου» με φόντο ένα χαρμόσυνο χώρο αναψυχής που μυρίζει αποσύνθεση. Οι απόκοσμες φιγούρες τρέχουν – σχεδόν παίζουν- σε ένα παρανοημένο πάντρεμα του βωβού σινεμά και του γράν γκινιόλ, σε μια ισοπεδωτική επικράτηση του «άλλου κόσμου». Καμία ελπίδα για τις καταραμένες ψυχές. Καμία ελπίδα και για την ηρωίδα που γίνεται άθελά της τραγικός κοινωνός των πιο ανείπωτων φόβων μας, αυτών που έχουμε πλέξει στη φαντασία μας στα σκοτάδια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 417 other followers