Archive for the General Category

Της κοντής…της φταίνε οι τρίχες.

Posted in General on May 2, 2012 by InfluencesOnly

Image

Β Α Ρ Ε Θ Η Κ Α

ΝΑ

ΒΛΕΠΩ

  • Τις αντροπαρέες με τους κάργα χαβαλέδες τυπάδες, με μόνες αναφορές μνήμης σε ιστορίες στρατού, που με σηκωμένο τον γιακά του πόλο ρεύονται ατάκες για «μουνιά» και χασκογελάνε δυνατά έχοντας την πόζα του πέφτουλα με τα «μπυρόνια» ανα χείρας.
  • Τις γυναικοπαρέες που μοσχοβολάνε πατσουλί του Χόντου, που επειδή είδαν μονοκοπανιά  το “sex & the city”, παραγγέλνουν «cosmo», κάνουν shopping therapy και διεξάγουν ατελείωτες υστερικές κουβέντες με τις «κολλητές» νομίζοντας πως θα γίνουν κάτι παραπάνω από ένα χλιαρό one night stand σε διηγήσεις αντρών.
  • Τα alternative πιτσιρίκια που δηλώνουν μουσικογραφιάδες, που έχουν τεράστια δισκοθήκη από…10 εξωτερικούς σκληρούς σε mp3, που το πρώτο αγαπημένο τους συγκρότημα ήταν οι “Aqua” και που κουτουλάνε μεταξύ τους από το ένα αχρείαστο free press έντυπο στο άλλο.
  • Τους αυτιστικούς κινηματογραφιάδες που καταπίνουν ταινίες για μεροκάματο γράφοντας απροβλημάτιστα και αστερόπληκτα κείμενα-ξεπέτες και που λιβανίζουν τη «χαριτωμενιά». Αυτούς που ανήγαγαν το κολλητιλίκι συντεχνίας σε επιστήμη αναρριχήσεως εντός του σιναφιού.
  • Τα ανεξάρτητα τυπάκια που δεν βλέπουν βιντεάκι με τραγούδι με κάτω από 100 views μη τυχόν και χάσουν τα γαλόνια του “indie”, που μπέρδεψαν το underground με το αντί-mainstream και που στο μυαλό τους η έννοια του προσωπικού στυλ χάθηκε κάτω από στρώσεις απλυσιάς και φτηνού μπάφου.
  • Τις ανοργασμικές ρουβίτσες που επαγγέλλονται «καβλώστρες» διασήμων και ασήμων και ξέρουν «τα παιδιά που το’χουν» σε κάθε βλαχοχλιδάτο club που συχνάζουν, κάνοντας drooling στην ιδέα καριέρας σε τηλεοπτικό πάνελ του Star.
  • Τις σοβαροφανείς εκκολαπτόμενες νύφες με τον Κοέλιο και το λευκό κρασί ανά χείρας στα τζαζ μπιστρό, με την χρόνια φοβία του πέους και το επικριτικό ύφος σε κάθε (sexy) γυναίκα που τις «απειλεί», η οποία αν αποκαλύψει λίγο παραπάνω μπούτι, την κοιτάνε λες και έπαιξε σε τσόντες ή έχει κλείσει δέκα σπίτια παντρεμένων με την τσουλοποίηση που διατυμπανίζει.
  • Τις ξεσαλωμένες αδερφές που από την ασφάλεια της ντουλάπας τους κράζουν τα μαγαζιά στα οποία βρίσκεις στρείτ ζευγάρια που ερωτοτροπούν χέρι-χέρι ενώ στα μπαρ που οι ίδιοι έχουν βάλει τη σημαία τους, οι γλώσσες και τα χύμα προστυχοτριψίματα πάνε σύννεφο.
  • Τον μονάκριβο Έλληνα λεβεντομαλάκα γιο, που έχει καπαρωμένη την «αμαγάριστη» γκόμενα και που λατρεύει τα σουτζουκάκια της μαμάς του, για την οποία παρεμπιπτόντως  έχει την ακλόνητη πεποίθηση ότι είναι παρθένα. Αυτόν που ξεκουράζει τα χέρια του στη μπυροκοιλιά, που λατρεύει τις οπαδικές φυλλάδες και κάθε Κυριακή πρωί πλένει το αυτοκίνητο με κουβάδες.
  • Τις καταπιεσμένες γκόμενες που είναι σε «μόνιμη σχέση» από την εποχή που τα έφτιαξαν στο Γυμνάσιο -στο διάλειμμα πριν το διαγώνισμα ιστορίας- και στα τριάντα τους πάνε να μας πείσουν με το βλέμμα της «τυχερής».
  • Τις γυναίκες που παντρεύτηκαν μόνο για να φύγουν από το σπίτι τους και την εποπτεία του μπαμπά, με μόνο κριτήριο το Ε9 (και το χιούμορ) του συζύγου και αναφέρονται υποτιμητικά για «μπάκουρους» και «γεροντοκόρες».
  • Τους μικροαστούς ταρίφες που ακούνε στη διαπασών τον Τράγκα (εναλλάξ με τον sport-fm) και αναγκάζεσαι να υποστείς τα φασιστοειδή τους λογύδρια ακόμα και για 2 χιλιόμετρα απόσταση.
  • Τους συνοφρυωμένους χωριάτες που ήρθαν στη μεγαλούπολη για να κονομήσουν και να γαμήσουν.
  • Τους μεγαλοαστούς των κολλεγίων που σπούδασαν “engineering” ή “κοινωνικές επιστήμες” και ζουν μαδώντας τους γονείς τους.
  • Τους κήρυκες του αριστερισμού που αρνούνται τα «ξένα» ιμπεριαλιστικά οικονομικά συμφέροντα χωρίς να έχουν ιδέα τι είναι τα CDS, η οικονομική εφαρμογή του PSI ή έστω το ΑΕΠ.
  • Τους απολιτίκ νεολαίους που έχουν αγανακτήσει επειδή η κοινωνία τους χρωστάει μια δουλειά. Έτσι… γιατί τους τη χρωστάει, παρά την παντελή ανικανότητα τους διακρίνει.
  • Τους κακόμοιρους υπάλληλους εταιρειών των 790 ευρώ, που σου πουλάνε «στελεχηλίκι» και μόνο με το βλέμμα και σου απευθύνονται με ύφος επαγγελματία που σε κοινοποιεί στον προϊστάμενο.
  • Όσους υπαλληλίσκους πωλητές και προωθητές υπηρεσιών η προϊόντων έχουν βάλει εντελώς καταχρηστικά τον τίτλο του «manager» στην κάρτα τους, χωρίς ανάλογες σπουδές ή κατάρτιση.
  • Τον κακομοίρη ηλικιωμένο μικροεπιχειρηματία που επειδή δεν πατάει ψυχή στο θλιβερό μαγαζάκι που έχει από τη δεκαετία του 60 (χωρίς ανακαίνιση) στο κέντρο της Αθήνας του φταίνε οι «300» προδότες και οι αλλοδαποί.
  • Τον δεξιό φιλελεύθερο που όταν κλείνει η επιχείρηση εισαγωγών του (τίποτα λευκά είδη ή μπιζού στην καλύτερη) δεν του φταίνε οι κανόνες ελεύθερης αγοράς που στηρίζει ιδεολογικά αλλά η απουσία ενός κράτους δικαίου.
  • Τον αριστεριτζή που σήκωνε τα κόκκινα πλακάτ της εργατιάς στη λαϊκή πορεία, ενώ έχει απωθημένα power issues και αν είχε τα κότσια (και τα εισοδήματα) δεν θα δήλωνε ούτε ευρώ στην εφορία ή αν του χάριζαν εργοστάσιο θα πλήρωνε με τρεις κι εξήντα τους ανασφάλιστους εργαζόμενούς του.
  • Τους βολεμένους που νομίζουν η έννοια «δεν έχω λεφτά» σημαίνει ότι στην επόμενη αργία δεν θα μπορούν να φύγουν στην Ιταλία για ένα τριήμερο αξιοθέατων και ακόρεστου φαγητού και ποτού.
  • Τους συντηρητικούς χριστιανοδεξιούς με την «νεφελιμόπληκτη» συνομωσιολογική παράκρουση, την (κρυφο)χουντική εθνική υπερηφάνεια, τις σημαίες στα μπαλκόνια σε κάθε εθνική επέτειο, τον στρατόκαυλο αντιτουρκισμό και το μίσος απέναντι στους σιωνιστές που «είναι πίσω απ’όλα».
  • Το ομοφοβικό φασισταριό που με την αγκυλωτή αγραμματοσύνη, την ανορθογραφία σε κεφαλαία γράμματα και τον δωδεκάθεο αυνανισμό, που βάφει χρυσά αυγά και υψώνει την ξυρισμένη του καράφλα υπέρ πίστεως και πατρίδος.
  • Τους Πακιστανούς που σε κάθε φανάρι σου βρωμίζουν το τζάμι και σε κάθε καφετέρια σου κολλάνε στη μούρη τα λουλούδια που βούτηξαν το βράδυ από νεκροταφείο και σκουπίδια μπουζουκιών.
  • Τις ώριμες trophy wives με τα θηριώδη γυαλιά ηλίου, τα slim τσιγάρα και τις πιλάτες, που ξερογλύφονται με τα τεκνά που έχουν για personal trainers και μετά βίας κουμαντάρουν τους κρετίνους συζύγους, που τις έχουν ταράξει στο κέρατο.
  • Τα “έξω καρδιά” λαικά παλληκάρια με τα λινά πουκάμισα που το βράδυ θα ρίξουν τη ντόμπρα «ζεμπεκιά» στον Κιάμο για τη γυναίκα που τους «λείπει», ερωτοτροπώντας με την ανήλικη λουλουδού, και τις παστωμένες με παχιές στρώσεις make-up γκόμενές τους που λικνίζονται με οριεντάλ, ενώ κυρίως γουστάρουν Χατζηγιάννη, λίγο latin και εκείνη την “ωραία ξένη μπαλάντα” που λέει : «σαμουαν λαικ γιουουου»
  • Τα fitness freaks που ξημεροβραδιάζονται στους διαδρόμους γυμναστηρίων και καταμετρούν θερμίδες για να ρίξουν κανένα γκομενάκι στην παραλία, αντί να ανοίξουν κανένα βιβλίο, έτσι γι’αλλαγή.
  • Τις καριερίστριες με το κρύο αίμα στις φλέβες και με το καθημερινό ραντεβού με τα δάκρυα στο μαξιλάρι τους.
  • Τους γλοιώδεις γιάπηδες των διαφημιστικών που βγάζουν κόμπλεξ και απωθημένα σε κάθε bachelor party σαν τελευταία κολεγιόπαιδα.
  • Τους ανώνυμους πολιτικάντηδες που εξαπολύουν τις πιο ρατσιστικές ατάκες -ειδικά όταν μιλάνε κατά του ρατσισμού- στα ποικίλα σόσιαλ μίντια που διατηρούν εικονικά προφίλ.
  • Τους «σινεφίλ» που βλέπουν ταινίες στο λάπτοπ (σε παραθυράκι ούτε καν σε full screen) στέλνοντας παράλληλα μηνύματα στο κινητό και «τουιτάροντας» με άλλους «moviegoers» που παθαίνουν πολιτισμικό σοκ μόνο με αναλώσιμα τρισδιάστατα event movies.
  • Τις “ανέμελες” που ποστάρουν φωτογραφίες με πατουσίτσες από την παραλία, με σουφρωμένα χειλάκια μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και δεκάδες φωτογραφίες από διακοπές αποσπώντας σχόλια τύπου «κούκλεεεεες».
  • Τα κομματόσκυλα με εμφανείς τις ψυχολογικές διαταραχές που εμφανίζονται στα πολιτικά talk show ξεστομίζοντας λόγια συναγερμού, ανυπόστατες φανφάρες και εθνοπαραληρηματικά κηρύγματα.
  • Τους μηχανόβιους που έρχονται σαν σμήνη και στοιβάζονται μπροστά μπροστά από φανάρι σε φανάρι, κλείνοντας απειλητικά το δρόμο με τις σφήνες ,το αλλεπάλληλο ζιγκ ζαγκ και τις θλιβερές προειδοποιητικές κορνίτσες τους.
  • Τους “ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας” εξυπνάκηδες με μότο : “το παν είναι να περνάς καλά“.

ΣΑΣ

ΣΙΧΑΘΗΚΕ

Η

ΨΥΧΗ

ΜΟΥ

Καταλήψεις; Σχέδιο Νόμου; Πτώση Βάσεων; Αλήθεια…?

Posted in General on September 4, 2011 by InfluencesOnly

«Και πρώτα απ’όλα τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο κι ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος ή την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απελευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ’άστρα;» Μάνος Χατζιδάκις

 

Thoughts (Part 4) / N.W.O.

Posted in General on June 30, 2011 by InfluencesOnly

Men walking along the railroad tracks
Going someplace there’s no going back
Highway patrol choppers coming up over the ridge
Hot soup on a campfire under the bridge
Shelter line stretching round the corner
Welcome to the new world order
Families sleeping in their cars in the Southwest
No home no job no peace no rest

Tom said “Mom, wherever there’s a cop beating a guy
Wherever a hungry newborn baby cries
Where there’s a fight against the blood and hatred in the air
Look for me mom, I’ll be there
Wherever there’s somebody fighting for a place to stand
or decent job or a helping hand
Wherever somebody’s struggling to be free
Look in their eyes mom, you’ll see me.”

Well the highway is alive tonight
But nobody’s kidding nobody about where it goes
I’m sitting down here in the campfire light
With the ghost of old Tom Joad

3 Insignificant Points (to whoever they may concern…)

Posted in 3, Books, Cinema, General, Music on June 14, 2011 by InfluencesOnly

 ”I love Spielberg pictures, you have those wonderful little kids. But I don’t think everyone should have to make them” Martin Scorsese

Ο μηχανισμός προώθησης που στήθηκε εδώ και μήνες στην Αμερική για το Super 8 ήταν ένα ακόμα μάθημα αποτελεσματικού marketing για το χτίσιμο προσδοκιών και αναμονής. Πέρα από κάθε ηθική αντίρρηση που μπορεί να έχουμε, αυτό δείχνει τον τρόπο που χτίζεται ένα event movie. Πέρα από την παραφιλολογία γύρω από τις μυστικές συνθήκες γυρίσματος, τις κρυφά γυρισμένες σκηνές, τους «όρκους μυστικότητας», τα επτασφράγιστα μυστικά του σεναρίου και τις διαρροές από το studio για το θέμα της ταινίας που έφταναν στα αυτιά μας από πέρσι το καλοκαίρι, το αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα tribute στον Spielberg από τον πιστό μαθητή του JJ Abrams. Κάθε κάδρο της ταινίας και κάθε σκηνή έχει το αποτύπωμα του δάσκαλου από το χέρι του πιο καλού του μαθητή. Ο Abrams κοπιάρει με καμάρι και τιμή τις οικογενειακές αξίες, τη φιλοσοφία και τη ματιά του Spielberg και στη προσπάθειά του να κάνει έναν απόλυτο φόρο τιμής υιοθετεί το μεγαλεπίβολο όραμα του, αναγάγει τον παιδικό συναισθηματισμό σε παγκόσμια γλώσσα αγάπης και την παιδική αθωότητα στον μοναδικό κώδικα κατανόησης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το εξωγήινο (oops spoiler), ψάχνει το παιδί στον ενήλικα και δημιουργεί σκηνές που πραγματικά σε κάνουν να μαγεύεσαι ξανά με τη δύναμη του κινηματογράφου. Όμως στη πορεία αντιγράφει ακόμα και τα μειονεκτήματα του Spielberg, τον κακό διάλογο, τη συναισθηματική προβλεψιμότητα, το ανυπόφορο “politically correct” μέχρι και στο τελευταίο καρέ της ταινίας, την ανάγκη να αγγίξει το ίδιο τις φαντασίες ενός μέσου θεατή που ζει σε αστικό κέντρο και ενός γελαδάρη που ζει στο πιο απομακρυσμένο χωριό και τον αφελή τρόπο που το ολόκληρο το φάσμα του ανθρώπινου ψυχισμού και κάθε ανθρώπινο τραύμα συνοψίζεται σε τρεις απλές λέξεις : «λείπει η μαμά!». O JJ Abrams όχι μόνο δεν είναι auteur ή καλλιτέχνης αλλά και δεν είχε ποτέ τίποτα δικό του να πει. Είναι ένας τεχνικά καταρτισμένος πρώην movie buff που εξελίχθηκε σε τεχνοκράτη της εικόνας που ξέρει καλά το παιχνίδι της αυτοπροβολής και κινείται πανέξυπνα στο σύστημα. Οι προηγούμενες ταινίες του βασίστηκαν σε ultra classic τηλεοπτικές σειρές, το Mission Impossible 3 που πάτησε πάνω στο franchise του Tom Cruise και το Star Trek που βασίζεται σε μια τεράστια μυθολογία (που δεν κατάλαβα ποτέ την αξία της) με σκληροπυρηνικό cult κοινό. Καρπώθηκε την επιτυχία του Lost (αν και σκηνοθέτησε μόνο τον πιλότο και αποχώρησε από τη σειρά στο επεισόδιο 8!!!) και κρύβεται πίσω από την παραγωγή της πανέξυπνης -από πλευράς marketing- ταινίας καταστροφής Cloverfield. Αυτό που συμβαίνει στο Super 8 δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα καλό κοκτέιλ από ταινίες που έχει αναμειχθεί ο Spielberg : το φινάλε του «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου», η παρέα των πιτσιρικάδων στο «Goonies», ο all American πατέρας πρότυπο και ταυτόχρονα προστάτης της μικρής κοινωνίας που ήταν ο Roy Scheider στo «Jaws», τα παιδάκια και ο εξωγήινος του «E.T.» και τα θρυμματισμένα θεμέλια της οικογένειας που πρέπει να ξαναφτιαχτούν στο… σε όλα! Οι επιρροές έξω από το Σπιλμεργκικό τοπίο είναι ελάχιστες όμως οι σχέσεις των παιδιών θυμίζουν κάτι από το Stand By Me, η γεωμετρία του τρόμου ξεσπάει κάπως σαν το The Fog του Carpenter, ακόμα η τελική σκηνή διαλόγου με την εξωγήινη απειλή θυμίζει το φινάλε της «Αβύσσου», αλλά πάντα μέσα από την “αθώα” και γλυκερή ματιά του Spielberg ο οποίος φαντάζομαι πως θα αντιμετωπίζει τον Abrams όπως… η Madonna τη Lady Gaga, δηλαδή θα τον έχει από κοντά και με τις ευλογίες του, με το συγκαταβατικό χαμόγελο επιβράβευσης του μαθητή, αλλά θα είναι ευτυχισμένος μόνο εάν κάθε αναφορά στον καινούριο θα περιέχει και τον παλιό μέσα και φυσικά ποτέ –προς Θεού- τα νούμερα σε εισπράξεις/πωλήσεις να μη ξεπεράσουν τα ρεκόρ του μέντορα. Το γενικότερο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι στην εποχή που τα μεγάλα blockbuster είναι ξαναζεσταμένο φαγητό από σίκουελ, ή εμετικές περιπέτειες σαν το Transformers ή απλώς φασαριόζικες αηδίες όπως το Battle Los Angeles, έρχεται το Super 8 να μας θυμίσει λίγο πως ήταν εκείνο το καλό εμπορικό σινεμά της δεκαετίας του 80 και του 70. Στην εποχή των κρετίνων παραγωγών όπως του Bruckheimer, σκηνοθετών όπως του Emmerich και της brain dead ψυχαγωγίας του τηλεοπτικού σκουπιδιού Spartacus, θυμόμαστε για λίγο πως ήταν η εποχή που κρατάγαμε την ανάσα μας στα Goonies, ή στο Back to The Future ή το πώς χαζεύαμε τον πρώτο Indiana Jones. Η νοσταλγία για αυτό το «καθαρό» και «γεμάτο» σινεμά του ταξιδιού που ανέσυρε ο JJ Abrams που έχει γαλουχηθεί με αυτές τις ταινίες είναι το πραγματικό επίτευγμα του Super 8. Το βασικό πρόβλημα είναι πως πλέον για να παραχθεί ένα υγειές, κανονικό και οικογενειακό έργο που να αγγίξει τις μάζες από έναν crowd pleaser σκηνοθέτη θα πρέπει να πατάει απαρέγκλιτα στο blueprint του Spielberg. Το συστατικό της retro “νοσταλγίας” είναι αναγκαστικά παρόν σε οτιδήποτε καλό παράγει ο mainstream κινηματογράφος, είτε είναι το περσινό Γουέστερν των αδελφών Coen, είτε το Χιτσκοκικό θρίλερ του Scorsese και πάει λέγοντας. Δεν μπορώ να φανταστώ τον σημερινό συναισθηματικό αντίκτυπο ενός 12χρονού στο Super 8, αλλά όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο τον E.T. να πετάει διασχίζοντας την πρόσοψη της σελήνης με το ποδήλατο «νιώθαμε» τη μαγεία. Όσα και να προσάψουμε στον Spielberg (και είναι χιλιάδες αυτά που μπορούμε να πούμε) δεν μπορούμε από την άλλη να αρνηθούμε πως είχε το απόλυτο magic touch του παραμυθιού. Ενώ με εκείνο το “ouch” σφίγγονταν το στομάχι μας, σήμερα δεν ξέρω αν το φινάλε του Super 8 θα έχει ανάλογο αποτέλεσμα. Η σκηνή που ο καρχαρίας άνοιξε το στόμα του για πρώτη φορά μας έκανε να μη πλησιάζουμε το νερό, με τα περσινά τρισδιάστατα πιράνχας που πετσόκοψαν καμιά διακοσαριά λυόμενους δεν άνοιξε μύτη. Μόλις τελείωσαν οι «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» νιώθαμε εγκλωβισμένοι στο σκατοπλανήτη Γη, το φινάλε του Super 8 δεν ξέρω αν έχει τη δύναμη για κάτι ανάλογο, όπως οτιδήποτε δεν ήταν αυθεντικό αλλά βασίστηκε σε ένα κατασκευαστικό manual που άφησαν κληρονομιά οι προγενέστεροι. Ακόμα και άριστα να πάρει ο JJ Abrams για τη διατριβή του στον Spielberg (που το αξίζει) παραμένει το γεγονός πως παρέδωσε ένα υπέροχο κατασκεύασμα που δεν μπορεί να μεταδώσει τίποτε άλλο παρά κλωνοποιημένο συναισθηματισμό και ποντάρει στο ωστικό κύμα από μνήμες που θα ανασύρει, παρά στη δική του καρδιά που δεν την ακούμε να χτυπάει ποτέ.

Hire Me, Play Me, Expose Me, Pay Me

Πίσω στο 1994, οι U2 έβγαιναν από μια εξοντωτική γιγαντοπεριοδεία τριών χρόνων. Η τουρνέ με τίτλο Zoo TV είχε ξεκινήσει με την κυκλοφορία του Achtung Baby και είχε περάσει από όλα τα μήκη και πλάτη της Γής. Ήταν ένα κινούμενο multimedia μανιφέστο πάνω στη φήμη και τα media που πλαισίωναν από γιγάντιες οθόνες μέχρι belly dancers και είχε προκύψει ένα ακόμα album από τα σπλάχνα της, το Zooropa. Το συγκρότημα είχε φέρει εις πέρας μια ακόμα φιλόδοξη καλλιτεχνική εξερεύνηση. Ο τρόπος που οι U2 επέλεξαν να αποφορτίσουν την ένταση και το χάος μετά από ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό project ήταν… με περισσότερο πειραματισμό. Τα soundtrack για υπαρκτές και φανταστικές ταινίες με τις ακραίες ambient αναζητήσεις του μέντορα Brian Eno κάτω από το όχημα «Passengers» λειτούργησε σαν μινιμαλιστικό καταφύγιο για να ισορροπήσει την εκκωφαντική βοή των γεμάτων σταδίων. Μετά το album Pop και την τεράστια τουρνέ Popmart με τα γιγάντια λεμόνια και τις διαστημικές ντισκομπάλες, ήρθε η ώρα για τον Bono και τον Edge για ένα ακόμα project μακριά από τον μαζικό σαματά και τις βαρβάτες κυκλοφορίες των U2 με το heavy marketing που κουβαλάνε. Αυτό θα ήταν το soundtrack της ταινίας Million Dollar Hotel του Vim Venders κάτω από το όνομα Million Dollar Band. Μια δεκαετία μετά και ύστερα από δυόμιση χρόνια περιοδείας σε όλο τον κόσμο σε μια σκηνή 360 μοιρών, για την υποστήριξη του No Line On The Horizon, το μικρό μετέπειτα project δεν θα είναι μια jazz μπάντα για το ξεχαρμάνιασμα, ούτε ένα alternative project για να μαζευτούν οι μύες μετά τη σκληρή άσκηση, ούτε καν μια αθόρυβη συνεργασία για να έρθουν τα μέλη των U2 στα ίσια τους. Ο Bono και ο Edge υπέγραψαν τη μουσική για την πολυδάπανη θεατρική μεταφορά του Spiderman, που είναι ότι πιο μεγαλεπήβολο και θεαματικό βγήκε ποτέ στο Broadway. Πρόκειται για το πιο ακριβό μιούζικαλ που έχει γίνει ποτέ με το κόστος του υπερθεάματος να φημολογείται πως ξεπέρασε τα 70 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της προβληματικής παραγωγής χάθηκε ο έλεγχος εξαιτίας μιας σειράς από ατυχή γεγονότα αλλά και της κακοδιαχείρισης της σκηνοθεσίας από τη «φαντασμένη» Juliet Taymor. Να θυμίσω πως είναι αυτή είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει εκείνο το κούφιο και άνευρο μιούζικαλ με διασκευές σε τραγούδια των Beatles με τίτλο Across The Universe, οπού πάλι ο Bono είχε συμμετάσχει στο νερόβραστο soundtrack. Η παραγωγή του Spiderman περιείχε παραιτήσεις ηθοποιών, τραυματισμούς κομπάρσων και συνεχείς αναβολές πρεμιέρας για ένα χρόνο περίπου μέχρι που οι παραγωγοί το πήραν είδηση και απέλυσαν την Taymor. Τώρα που η «Κλεοπάτρα των μιούζικαλ» πήρε μπρος, μπορούμε να ακούσουμε το original cast που δεν είναι καθόλου σπουδαίο αλλά ούτε και για πέταμα, όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι καλλιτεχνική ή τι προσωπική ανάγκη του Bono και του Edge καλύπτει αυτή η προσπάθεια. Ίσως να μπήκαν σε ένα περίεργο ego trip και προσπάθησαν να φτιάξουν κάτι σαν το Yellow Submarine να συναντά το Tommy, αλλά το αποτέλεσμα δεν τους δικαιώνει. Αυτό που ακούμε είναι κάτι σαν διασκευές σε ακυκλοφόρητα τραγούδια των U2 από το cast του Glee. Τα τραγούδια δεν είναι καθόλου άσχημα εκτελεσμένα – και μάλιστα δυο- τρία από αυτά είναι και καλά τραγούδια, αλλά μιλώντας σε κλίμακα ποιότητας σύμφωνα με το X-Factor και American Idol και όχι με οποιαδήποτε άλλη καλλιτεχνική αξία. Συν τοις άλλοις ο Bono με τον Edge έκαναν και βαρύ promotion για το προβληματικό μιούζικαλ, εμφανίστηκαν στο 60 Minutes, στα βραβεία Tony, έδωσαν ένα κάρο συνεντεύξεις και έκαναν την πρεμιέρα του τραγουδιού τους στο… American Idol εισπράττοντας τα χειροκροτήματα της J. Lo που ήταν στην επιτροπή και πρώτο τραπέζι. Ο Bono έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος της προώθησης του μιούζικαλ, είναι αυτός που θα έτρωγε τη σφαίρα για την ασχετοσύνη της Juliet Taymor, αυτός που έφερε τον Steve Lilywhite την τελευταία στιγμή να φτιάξει την παραγωγή της μουσικής και να δώσει αυτή την οικονομία και τη πυκνότητα στα τραγούδια (εισπράττοντας και μια γενναία και εύκολη αμοιβή). Στο μουσικό κομμάτι ξεχωρίζει το εναρκτήριο instrumental που ακούμε και τις πρώτες νότες της χαρακτηριστικής κιθάρας του Edge πριν έρθουν τα heavy riffs, το Boy Falls From the Sky που έχει καλή ενορχήστρωση και μια ωραία κλιμάκωση προς το τέλος, η μπαλάντα Rise Above που θα μπορούσε να ντύσει το happy end της πιο μελό ταινίας, το Picture This που τελειώνει σαν ένα ψυχεδελικό κομμάτι των Beatles και το περίεργο Sinistereo που ακούγεται σχεδόν industrial. Το follow up για το No Line On The Horizon δεν έχει ανακοινωθεί, οι φήμες μιλούσαν για τέσσερα διαφορετικά project, ένα πειραματικό ambient album με τίτλο Songs Of Ascent με τον Eno, ένα heavy rock album με τον Rick Rubin, ένα dance pop με τον Will I Am και τον Red One ή ένα electro rock album με τον Danger Mouse. Όλα αυτά όμως είναι ιδέες για ύφος και όχι ενστικτώδης αισθητική επιλογή όπως ήταν η έρημος του Joshua Tree πριν από 25 χρόνια. Οι U2 ασχολούνται πια με το πώς θα είναι «καλύτερο» να βγουν και όχι με το πώς «νιώθουν» να βγουν. Το τελευταίο που έχουν διάθεση να κάνουν είναι να μπουν στο studio, να βάλουν σε σειρά τα δέκα ρεφρέν που έχουν στο μυαλό του και να τα παίξουν. Ακόμα κι έτσι κανένα project δεν είναι οριστικό και το μέλλον τους φαίνεται δυσοίωνο. Το πρόβλημα είναι πως ο Bono δεν μπορεί να πάψει να τα βλέπει όλα μεγάλα, όλα είναι σε big scale, over the top, πληθωρικά, like… μεγάλα! Έτσι καταλήγει να μοιάζει με έναν πρώην έφηβο punk rocker που ξαφνικά στα 50 του θέλει να γίνει Andrew Lloyd Webber και επιλέον εκτίθεται υπερβολικά στα media για ένα τόσο un-U2 project που δεν θα αφήσει κανέναν συγκινημένο.

A homeless beggar approaches a nice dressed and educated gentleman and asks for money. The man replies pompously: “Neither a borrower nor a lender be’ -William Shakespeare”. The beggar looks at him and says: “Fuck you’- David Mamet”

To όνομά του έχει μετατραπεί σε επιθετικό προσδιορισμό γρηγορότερα από κάθε άλλον της γενιάς του. H σκληρή και κοφτερή του γλώσσα είναι σήμα κατατεθέν και τον έχει κατατάξει σαν έναν από τους 2-3 κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς των τελευταίων τριάντα χρόνων. Ο γρήγορος και αιχμηρός διάλογος του David Mamet γίνεται άμεσα αναγνωρίσιμος. Έχω διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον τα περισσότερα από τα βιβλία που έχει υπογράψει ο άνθρωπος που κέρδισε το Pulitzer για το αριστούργημα Glengarry Glen Ross, το οποίο δίκαια πήρε το προσωνύμιο «Death Of A Fucking Salesman» από τους κριτικούς. Είτε γράφοντας σενάρια για ταινίες (The Verdict, The Untouchables, Wag the Dog), είτε σκηνοθετώντας δικά του σενάρια (House Of Games, Things Change, The Spanish Prisoner) είτε γράφοντας θεατρικά έργα (Speed-the-Plow, American Buffalo, Oleanna) είτε γράφοντος δοκίμια (Whores Profession, Writing In Restaurants, On Directing) η πένα του Mamet ήταν πάντα συγκλονιστική, σκιαγραφούσε μοναδικά τους χαρακτήρες σε ένα αμοραλιστικό πλαίσιο δράσης και ο ίδιος είχε πάντα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις πάνω στα βαθύτερα ζητήματα της τέχνης του. Βέβαια οι αιρετικές του απόψεις που στρέφονται μετωπικά στις διδαχές του Στανισλάφσκι και οι αφορισμοί του στη σημειολογία της σκηνοθεσίας με άφηναν πάντα αδιάφορο. Βρίσκω παντελώς λαθεμένη την εμμονή του να στεγάζει κάθε ταινία κάτω από την ομπρέλα ενός genre και την αντίληψή του στην ιδέα μιας καλής ερμηνείας τρομερά προβληματική. Από εκείνα τα κείμενα κρατάω μόνο το πάθος ενός καλλιτέχνη να προτείνει μια εναλλακτική γλώσσα γραφής. Επειδή όμως πάντα διάβαζα με μανία τα βιβλία του, πήρα αμέσως το καινούριο του με τον ενδιαφέροντα τίτλο «The Secret Knowledge: On the Dismantling of American Culture». Διαβάζοντάς το 80% του βιβλίου σχεδόν σε μια μέρα ήρθα αντιμέτωπος με ένα μακροσκελές κείμενο όπου ένας διανοούμενος συγγραφέας διαρρηγνύει με μεγαλειώδη επιχειρήματα τη στροφή του στον συντηρητισμό και κάνει μια παθιασμένη ανάλυση στις αρχές της παραδοσιακής δεξιάς. Ο Mamet μιλάει για το σύγχρονο κράτος του Obama που θεωρεί πως αποξενώνει τους νέους από τις σκέψεις τους και τους δεσμεύει σε ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό μοντέλο. Αναπτύσσει τις σκέψεις του υπερασπιζόμενος τον σύγχρονο καπιταλισμό, κατηγορώντας τη βαρβαρότητα της φορολογίας και υπερασπίζεται το μεγαλείο της Αμερικής μέσα από τις παραδοσιακές αξίες αφού κάνει επίθεση σε όλους όσους υπηρετούν το σκεπτικό του «affirmative action» πατώντας στον πλούτο που έφεραν στη χώρα οι πατριώτες επιχειρηματίες. Ο Mamet δαιμονοποιεί τον Obama ως επικίνδυνο πολιτικό που θα καταστρέψει τις Αμερικάνικες αξίες,  μιας χώρας που κέρδισε (!!!) τον πόλεμο του Βιετνάμ, και επισημαίνει πως ακόμα και ο Ναζισμός προήλθε από του Σοσιαλιστές. Το βιβλίο ξεκινάει με μια επίθεση σε συγγραφείς «αριστερών πεποιθήσεων» όπως του Bertolt Brecht που θεωρεί υποκριτή και υπεύθυνο για τη γαλούχηση μιας γενιάς σύγχρονων συγγραφέων όπως ο Tony Kushner και Cormac McCarthy. Ο Mamet επιτίθεται σε όλους όσους “Talking Left and Living Right” όπως χαρακτηριστικά λέει, και εξηγεί διεξοδικά γιατί είναι υπερασπιστής της ελεύθερης αγοράς και πολέμιος της ελεύθερης εκπαίδευσης και του κρατικού συστήματος υγείας. Το παράδοξο είναι πως ο Mamet είναι πολύ καλλιεργημένος για να είναι χοντροκομένος και αφελής, δεν είναι κανένας “born again Christian” που ξαφνικά την άκουσε με τις οικογενειακές αξίες και άρχισε να παραληρεί, ούτε και είναι έτοιμος να κατέβει στα “Tea Parties” και να κάθεται δίπλα στην Sarah Palin (ακόμα τουλάχιστον). Τα επιχειρήματά του έχουν λογική συνέχεια, είναι αποτέλεσμα σκέψης και ζύμωσης των τελευταίων πέντε χρόνων και τα νέα «πιστεύω» του έχουν πάθος και ουσία. Ακόμα και έτσι διαφωνώ και με την τελευταία λέξη που δακτυλογράφησε ο κάποτε προοδευτικός συγγραφέας για να αποδείξει ότι «είδε το φώς της γνώσης» με το να στραφεί ανοιχτά στην ιδεολογία των Ρεπουμπλικάνων. Οποιοσδήποτε αναγνώστης με στοιχειώδεις προοδευτικές αντιλήψεις θα νιώσει μέχρι και οργή στα περισσότερα που έγραψε στο συντηρητικό μανιφέστο του ο Mamet αλλά πολύ λίγοι ψευτοαριστερίζοντες Αμερικάνοι μπορούν να συγκρουστούν μαζί του στον τρόπο που τα γράφει. Τα έργα του δεν ήταν ποτέ ανοιχτά πολιτικά, αλλά μιλούσαν για τις καθημερινές συγκρούσεις του ατόμου που οδηγούσαν στην καταστροφή και αποτελούσαν πολύ διεισδυτικές ματιές στην τραγικότητα που πηγάζει από τις δυναμικές μεταξύ ατομικών συγκρούσεων και από την τριβή των αντικρουόμενων φιλοδοξιών. Η στροφή του συγγραφέα στις αξίες του George W. Bush αποδεικνύεται πως ήταν κοινό μυστικό των τελευταίων χρόνων που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί. Το πρώτο του πολιτικό έργο σε αυτή τη «περίοδο προσαρμογής» ονομάστηκε “Novemberκαι ο ίδιος το χαρακτήρισε σανlove letter to America”.  Η τελευταία ατάκα του έργου είναι το : “Jesus, I love this country”. Λίγο μετά έγραψε ένα κείμενο στην Village Voice με τίτλο “Why I Am No Longer a ‘Brain-Dead Liberal’ που αποκήρυσσε τα μέχρι τότε πιστεύω του θεωρώντας τα αφελή και απροβλημάτιστα. Ξαφνικά ανακάλυψε ότι η ιδέα του για τον στρατό ήταν λάθος και πως πρόκειται για έναν οργανισμό που είναι χτισμένος στο κουράγιο και την αντρική τιμή και έκανε την τηλεοπτική σειρά “Spartan”. Υπήρξε ένας από τους πολέμιους της περίφημης απεργίας των σεναριογράφων που ταλαιπώρησε το Χόλυγουντ, σε μια εποχή που πολλοί ρίσκαραν τις καλοπληρωμένες δουλειές τους για ένα μεγαλύτερο συλλογικό συμφέρον. Η αντίρρηση ενός εμβληματικού σεναριογράφου όπως του Mamet ήταν τεράστιο πλήγμα για το κίνημα. Το κασέ του παραμένει επταψήφιο για κάθε σενάριο που παραδίδει και το όνομά του και μόνο είναι αρκετό για να ανοίξει μια παράσταση στο Broadway όμως ο ανοιχτός τρόπος που μιλάει στο βιβλίο του για τις αρετές της πατρίδας του και τις αξίες των Ρεπουμπλικάνων για τις οποίες αποφάσισε να μάχεται, θα του κοστίσει ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού που τον ακολουθούσε. Όλοι θα ψάχνουν να βρουν τα σημάδια νέο-συντηρητισμού σε κάθε πράγμα που θα βγάζει. Το Φθινόπωρο ανοίγει ένα νέο έργο του, θα λέγεται «The Anarchist» και είναι ένας διαξιφισμός δυο χαρακτήρων. Οι φήμες λένε πως είναι ένας μακροσκελής διάλογος μεταξύ μιας γυναίκας που στη δεκαετία του 60 άνηκε στον αναρχο-αριστερό χώρο και που είναι στη φυλακή για επαναστατική δράση και της διευθύντριας της φυλακής που θα κρίνει αν θα την αφήσει ελεύθερη. Άσχετα με την ποιότητα του έργου οι λέξεις «διδακτισμός, συντηρητισμός, απολογία των προοδευτικών» μάλλον θα είναι σε κάθε κριτική. Το προπαγανδιστικό κανάλι της χριστιανικής δεξιάς «Fox News» έκανε αφιέρωμα στο βιβλίο του Mamet και εμπνεύστηκε το “David Mamet Attack Countdown Clock” που μετράει αντίστροφα το χρόνο που το κάποτε αγαπημένο παιδί των προοδευτικών θα χαρακτηριστεί ατάλαντος από τους ίδιους που τον δόξασαν από τη στιγμή που μίλησε ανοιχτά. Δεν έχουν άδικο, η ιδέες που αναπτύσσει το Secret Knowledge είναι μεγάλο turn off. Ο άνθρωπος που έγραψε όπως κανείς για το ασφυκτικό καπιταλιστικό καθεστώς (Always Be Closing) αφού το πάλεψε για λίγα χρόνια βρέθηκε σε μια μεσόκοπη διανοητική κάθαρση που είναι έτοιμος να διαλαλήσει υπερήφανα. Το αν θα την παρακολουθήσουμε είναι άλλη υπόθεση. Μάλλον θα είμαστε μακρυά και αγαπημένοι…

Thoughts (Part 2) / Subhumans

Posted in General on February 21, 2011 by InfluencesOnly

Αυτή είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που θα «βρωμίσω» αυτό το blog με το ξεφτιλισμένο θέμα του ποδοσφαίρου.

Είτε με αποστασιοποιημένο ενδιαφέρον, είτε με πάθος, παρακολουθώ είκοσι χρόνια το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Έκανα φίλους και συναναστράφηκα μέσα απ’αυτό. Στην Αθήνα, την εποχή που μεγάλωνα εγώ, εκτός από την περιοχή που ζούσες, η συνθήκη κατανομής φιλάθλων ήταν η εξής : αν θαύμαζες τον Σαραβάκο γινόσουν Παναθηναϊκός, αν σου άρεσε ο Αναστόπουλος γινόσουν Ολυμπιακός και αν προτιμούσες τον Θωμά Μαύρο γινόσουν ΑΕΚ. Κατάλαβα ότι αγαπούσα τον Παναθηναϊκό για πρώτη φορά όταν τον είδα να αγωνίζεται και να κερδίζει τη Γκέτεμποργκ το 1991 στο ΟΑΚΑ. Αυτά για την ιστορία. Το Σάββατο που πέρασε, το ενδιαφέρον μου για το Ελληνικό πρωτάθλημα τελείωσε οριστικά.

Ο λόγος δεν είναι για ένα «ντέρμπυ», για ένα χαμένο ματς, για τα κλισέ περί δυσφήμισης του αθλητισμού που αναπαράγουν τα χρεοκοπημένα ΜΜΕ. Έχω δει πολλές ήττες και με μεγάλα σκορ. Ποτέ δεν με σόκαρε η βία στη κερκίδα. Σχεδόν μου προκαλούσε ενδιαφέρον. Δεν μιλάω για τις χυδαιότητες που έλαβαν χώρα σ’ ένα γήπεδο, ούτε για αλλοίωση αποτελεσμάτων, ούτε για την υποτίμηση νοημοσύνης από σπήκερ-παπαγαλάκια και τηλεοπτικούς σκηνοθέτες, ούτε για τα τσιράκια παραγόντων και εφοπλιστών που επαγγέλλονται διαιτητές και επόπτες. Αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Δεν αναφέρομαι στις 4.500 χιλιάδες κροτίδες, αεροβόλα και καπνογόνα (ένα για κάθε πέντε άτομα) που έπεφταν για δυο ώρες στα κεφάλια και τα πόδια 11 ανθρώπων. Δεν αναφέρομαι καν στα ακραία ρατσιστικά συνθήματα για ένα μαύρο ποδοσφαιριστή που έκανε το λάθος να αγωνιστεί στην Ελλάδα.

Υπάρχει κάτι σάπιο στο ποδόσφαιρο. Ένας κακοήθης όγκος στην αθλητική υγεία. Μια άσχημη πληγή με πύον. Είναι το «κατεστημένο» του Ολυμπιακού και το σύστημα ανθρώπων που περιφρουρεί αυτή την εστία μόλυνσης και που παράγει το νέο εμπορεύσιμο προϊόν : τον …«γαύρο» που ξηγείται με τσαμπουκά, Πειραιώτικα και Πασαλιμανιώτικα (ναυτία…).Η εναντίωσή μου απέναντι και στον τελευταίο οπαδό της ομάδας του Πειραιά δεν είναι πια θέμα αγωνιστικών αντιπαραθέσεων. Είναι ζήτημα ηθικό και καθαρά ιδεολογικό. Είμαι εχθρός ενός οπαδού του Ολυμπιακού με κόκκινο κασκόλ που είναι κρεμασμένος στα κάγκελα της θύρας 7 για τους λόγους που είμαι εχθρός με έναν Χρυσαυγίτη με σβάστικες. Είμαι εχθρός με έναν οικογενειάρχη που βλέπει μπάλα από την τηλεόραση και πανηγυρίζει το πρωτάθλημα και την «επιβολή» του προέδρου απέναντι στους «πελάτες» και τις «κότες», για τους ίδιους λόγους που είμαι εχθρός με κάποιον Νεοέλληνα που έχει την πεποίθηση πως μια νέα χούντα συνταγματαρχών θα βάλει σε τάξη το παραπαίων κράτος.

Μιλάω ένα προκλητικό και υπέρβαρο ανδρείκελο που επαγγέλλεται «πρόεδρος σωματείου», που κυκλοφορεί με στρατό ασφαλείας και “yes men”, επικίνδυνο για τη κοινωνία και με έντονα τα συμπτώματα ψυχασθένειας πάνω του. Μιλάω για τους κατ’ επάγγελμα τραμπούκους, για τις τακτικές καταστροφής που εμφυτεύονται στους αμόρφωτους teenager που σπάνε το θέατρο Τέχνης του Κουν. Μιλάω για τις άγριες επιθέσεις προς αθλητές από μπράβους των σκυλομάγαζων και πορτιέρηδες των στριπτιζάδικων του Πειραιά που είναι εξέχοντα μέλη της Θύρας 7 και τη μέρα εργάζονται σαν security στο Γ. Καραϊσκάκης. ΌΧΙ, δεν συμβαίνουν παντού αυτά. ΔΕΝ τα έχουν κάνει αυτά όλες οι μεγάλες ομάδες. ΔΕΝ είναι όλοι τα ίδια σκατά. Αυτός ΕΙΝΑΙ ο Ολυμπιακός. Αυτά είναι τα ιδανικά που χτίζει ΜΟΝΟ ο Ολυμπιακός και γι’ αυτό γίνεται αγαπητός από τη μεγάλη μάζα των «αρρώστων». Με τον ίδιο τρόπο που ένας skinhead φασίστας ελκύεται από το metal core και το hard core και όχι από την folk ή την pop ας πούμε.

Το 100% «στημένο» ντέρμπι του περασμένου Σαββάτου εκθέτει χαρακτήρες, βγάζει στην επιφάνεια την αρρωστημένη παθογένεια του μέσου Ολυμπιακού. Η κρεατομηχανή της Θύρας 7, το μαυσωλείο της «Παράγκας» του Θωμά Μητρόπουλου, το χωνευτήρι για καμένα χαρτιά στο Νέο Φάληρο, η μεγάλη ερυθρόλευκη αγκαλιά για υπανάπτυκτους του Σάββα Θεοδωρίδη, η χαρά του στρατόκαυλου από το Ρέντη, το υγρό όνειρο του μικρομεσαίου φασίστα, η αμορφωσιά του «Άντε Γεια!», το παρακράτος του Γκαγκάτση, το λοβοτομημένο μυαλό του θεατή του TV Magic, ο κρετίνος αναγνώστης του Γαύρου και του Πρωταθλητή με προστυχιές, μαϊμούδες και πίπες Herb. Η δυσοσμία. Ο Θρύλος των γηπέδων. Ο εμετός. Το «τέλος».

Thoughts (Part 1) / Culture for Free

Posted in General on January 31, 2011 by InfluencesOnly

Δεν πιστεύω πως ανήκω στις τάξεις των nerds ή των πωρωμένων με την pop κουλτούρα, πολύ περισσότερο στη (γεμάτη συμπλέγματα κατωτερότητας) hipster κοινότητα. Υπήρξα όταν είχε νόημα. Όταν ήταν υγιές το αίσθημα πως ανήκεις σε μια ξεχωριστή φυλή ανθρώπων που έβλεπε λίγο αλλιώς τα πράγματα. Όταν είχε σημασία να απαριθμείς τα αγαπημένα σου obscure sci-fi θρίλερ και οι διαφωνίες ήταν σοβαρό ζήτημα. Them! ή The Day The Earth Stood Still; Santa Sagre ή Erasehead; Poltergeist ή Christine; Όταν υποχρεωτικά άκουγες goth, post punk, και new wave, όταν οι βιντεοκασέτες του John Woo και τα slasher movies είχαν την ίδια σπουδαιότητα με τις ταινίες του Orson Welles και του Godard. Έτσι έπρεπε άλλωστε. Όταν όφειλες να είχες αποστηθίσει τους στίχους του Ian Curtis αλλά και να ξέρεις από τη καλή και την ανάποδη τα τραγούδια του Rocky Horror Picture Show, όπως και τον θλιβερό μονόλογο του Roy Batty από το Blade Runner. Όταν κάποιοι πιτσιρικάδες βαριόμασταν με τα εξώφυλλα των περιοδικών που έπηζαν στον Springsteen και τη Madonna και τα walkman μας είχαν μασήσει τουλάχιστον μια κασέτα του soundtrack του Repo Man. Όταν βλέπαμε καθημερινά Monty Python, και η γλώσσα τους μετατρέπονταν σε κώδικα επικοινωνίας που κανείς άλλος δεν είχε. Όταν ακόμα υπήρχαν διαφωνίες του στυλ «οι Nirvana ή οι Tad θα κάνουν μεγαλύτερη επιτυχία;» Οι geeks του Star Trek και οι weirdoes του Outer Limits. Όταν δεν ήμασταν τόσο κυνικοί για να έχουμε τον όρο guilty pleasure στο λεξιλόγιό μας.

Έπαιζε κάποιο ρόλο το ότι όσο πέφταμε με τα μούτρα στα είδωλά μας, άλλο τόσο ήμασταν στη δίαιτα για πολύ καιρό. Περιμέναμε τρεις μήνες για να έρθουν στα χέρια μας τα πρώτα επεισόδια του Twin Peaks και ένα χρόνο ο πιλότος των X-files. Περιμένοντας την επανέκδοση του album είχες καιρό να εμβαθύνεις, να δεθείς και να αφομοιώσεις. Βλέπω άλλοτε με ευγνωμοσύνη άλλοτε με σκεπτικισμό το μαγικό torrent με το οποίο σε λίγες ώρες μπορώ να κατεβάσω όλα τα hip hop τραγούδια μιας δεκαετίας και σύσσωμα μουσικά ρεύματα μέχρι το τελευταίο τραγούδι που κυκλοφόρησε. Κάθε τραγούδι που έγραψαν οι Beatles με κάθε alternate take μαζί με κάθε διασκευή που έγινε σε αυτά με όλα τα alternate takes όλων των διασκευών καταβαίνουν με ένα πάτημα στο και αποθηκεύονται στο nano iPod που είναι σε μέγεθος μικρού αναπτήρα.Το απεριόριστο rapidshare φορτώνει τόνους από τραγούδια που νομίζεις ότι κάποια στιγμή θα ακούσεις πραγματικά.

Ας τα πάρω από την αρχή. Ας αρχίζω από αυτά που πιστεύω. Η υπερκατανάλωση και οι αποθήκευση πληροφορίας δεν φανερώνει και αγάπη στο αντικείμενο. H μυθολογία του Lost δεν είναι cult. Τα χιλιάδες websites και forum με αναλύσεις, spoilers, trolls και haters και fan boys δεν συσπειρώνουν ένα αόρατο σκληροπυρηνικό community. Τα Tweets δεν είναι η νέα κριτική μουσικής, οι συγκεντρωτικές βαθμολογίες στο Rotten Tomatoes δεν επιτρέπεται να αντικαθιστούν τη προσωπική σκέψη, οι αναρτήσεις τραγουδιών στο facebook από links τρίτων δεν είναι ανταλλαγή μουσικής και απόψεων, τα ανούσια “like” στις «σελίδες» δεν είναι ενδεικτικό της δημοτικότητας. Ο “ταινιοφάγος” δεν αγαπάει απαραίτητα τον κινηματογράφο. Κάποιος που είναι κινητή εκγυκλοπαίδεια από γνώσεις δεν έχει απαραίτητα και την καλύτερη αντίληψη στα πράγματα. Ο κάτοχος πεντακοσίων terabyte με mp3 δεν αγαπάει απαραίτητα τη μουσική. Όταν ταινίες υπάρχουν αυτούσιες στο You Tube, όταν στο λεξιλόγιο υπάρχουν πια όροι όπως x-vid, cam, R-5, screener, dvd rip, και seeders, η κινηματογραφική απόλαυση έχει χαθεί ανεπιστρεπτί από τη συλλογική συνείδηση. Το ακατάπαυστο file sharing των καταναλωτών εικόνων και ήχων δεν αποδεικνύει πως υπάρχει ενεργό και διψασμένο κοινό. Ποιος χέστηκε… Σίγουρα όχι αυτοί που βλέπουν ταινίες σε online streaming. Και όχι μόνο τις ταινίες… αλλά τις κομμένες σκηνές, τα bloopers και τα easter eggs με bonus σκηνές. Ολόκληρες τηλεοπτικές σαιζόν στο iTunes, ολόκληρα αρχεία κινηματογραφικών studio στο I Phone με ένα κλίκ. Μήνες πριν κυκλοφορήσουν τα album, έχουν ήδη βγει τα remix, τα mashups και οι πειρατικές διασκευές on line. Με το που θα κυκλοφορήσει επίσημα τo album θα έχει ήδη ξινίσει και μερικά bootlegs από κινητό τηλέφωνο στο my space θα αναζωπυρώσουν λίγο το ενδιαφέρον.

Η ιδέα της επιστροφής στις «ένδοξες μέρες» μου είναι απωθητική εξ’ ορισμού. Ποιος θέλει να ξαναζήσει την εποχή που τα σκάγαμε χοντρά για να έχουμε νέο b-side που δεν χώρεσε στο album και μπήκε στο πρώτο single. Δεν θέλω καθόλου να ξαναζήσω μια εποχή του θλιβερού «Ραντεβού το Σεπτέβρη» έξω από τους κινηματογράφους στη Βουλιαγμένης. Αν ξαναδώ μασημένη βιντεοκασέτα ή ακούσω κακογραμμένο mixtape που τρώγονταν τα τελευταία δευτερόλεπτα του fade out δεν θα συγκινηθώ, αντίθετα νομίζω πως θα πάθω κατάθλιψη.

Όμως όσα λέγονται και αναλύονται στο forum με τις αναλύσεις για κάθε επεισόδιο του Wire δεν είναι και πολύ διαφορετικά από τις παρέες που πίστευε πως ήξερε τι ακριβώς συνέβη στο Prisoner. Τα πράγματα απλώς είναι πιο μαζικά. Δεν είναι το προϊόν ή οι συνθήκες, αλλά είναι οι φρενήρεις ρυθμοί που η σύγχρονη pop κουλτούρα απορροφάται από τον κόσμο. Μπορεί η ιστορία να έχει πάψει να γράφεται και οι pop μεσσίες να έχουν πάψει να χτίζονται, αλλά κανείς δεν μπορεί να ξέρει πως αλλάζει ο προσωπικός κόσμος ενός νέου πίσω από τους τοίχους του διαμερίσματός του. Τα έντιμο blogging ας πούμε έχει περισσότερη ενημερωτική δύναμη από τα ευτελή media που απευθύνονται κυρίως σε αμόρφωτους. Η ελευθεριότητα στην επιλογή πληροφορίας μας γλυτώνει και από την καθεστωτική λογική της κατευθυνόμενων media που παίζουν το παιχνίδι του κέρδους. Αν το καυτό θέμα της σημερινής pop είναι οι ζαρτιέρες της Lady Gaga και ο Justin Beiber, αυτό δεν είναι και πολύ διαφορετικό από όσα φάγαμε στη μάπα από τους Stock, Aitken & Waterman. Τα αναπτυσσόμενα cult και το uncool attitude που τα συνοδεύει μπορεί να έχουν πεθάνει αλλά η ανάγκες που τα γέννησαν δεν έχουν φύγει. Το πρόβλημα είναι στην ψευδαίσθηση της ψηφιακής κοινοκτημοσύνης και στις ταχύτητες που μουδιάζουν το αισθητήριο ενός φρέσκου αυτιού ενός teenager αντί να το συστήσουν σταδιακά σε έναν ωκεανό από εμπειρίες που τον περιμένουν.

To Be Continued…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 417 other followers