Ο χρόνος κυλούσε μονότονα για εκείνη. Αυτός ο Φεβρουάριος είχε φέρει μια ηρεμία με την παγωμένη ανάσα του. Ακόμη όμως ένιωθε περίεργα, δεν καταλάβαινε γιατί δεν την ήθελε κοντά του. Αφού βούτηξε βουλιμικά στη μοναξιά, αποφάσισε να ξεκουράσει το μισοφωτισμένο μυαλό της. Για πρώτη φορά μετά από καιρό μια γαλήνη απλώθηκε στο βλέμμα της. Το μόνο που άκουγε από το μπαλκόνι της ήταν ένας σαθρός επαναληπτικός ήχος που έμοιαζε με μακρινό χειροκρότημα. Ήταν τα κύματα. Όλα είναι τόσο ήσυχα κάτι τέτοιες στιγμές όταν είσαι μακριά από την Αθήνα.
Αν και η πόλη είχε μοντέρνα κτίρια, φωτισμένα μαγαζιά, θορυβώδη μπαρ, τραβεστί που οργώνουν τα πεζοδρόμια και αυτό το πηγμένο πολυκοσμικό πράγμα που βουίζει χωρίς σταματημό, εκείνος υπέφερε από ατελείωτη πλήξη. Τη φαντάζονταν να γλιστρά σε αγκαλιές, να στέκεται χαμογελαστή και γεμάτη υποσχέσεις απέναντι στα αντρικά βλέμματα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει απαλλαγμένος ή να τρέξει με όλη του τη δύναμη μέσα στη νύχτα, μήπως και ανατρέψει τον χαμένο χρόνο. Το αποτέλεσμα ήταν ίδιο. Το “τώρα” είχε σημασία, και “τώρα” του έλειπε.
